"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΧΑ: Εσπερινός της αγάπης (ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ποίημα του Γιάννη Βαρβέρη)

 

Εσπερινός της αγάπης (Γιάννης Βαρβέρης)
 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.

 

Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.

 

Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες,
σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
 

Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.

 

Όμως...

ΠΑΣΧΑ «Το Τραγούδι του Σταυρού» --- Μόνο οι ποιητές, οι πιστοί, οι αθώοι μπορούν να νιώσουν και να κατανοήσουν το μεγαλείο ενός θνήσκοντος Θεού

Τoυ  ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ
 
Ένας από τους σημαντικότερους χορηγούς πνευματικής ουσίας του νεότερου Ελληνισμού είναι ο Κωστής Παλαμάς.
 

Στην ποιητική συλλογή του «Ασάλευτη Ζωή», που εκδόθηκε το 1904, περιλαμβάνεται το αριστουργηματικό «Το Τραγούδι του Σταυρού». 

Διαβάστε το με μεγάλη προσοχή και με ορθάνοιχτη την καρδιά σας για τα μηνύματά του.

«Κ’ έγυρ’ Εκείνος το άχραντο κεφάλι και ξεψύχησε στο μαύρο το κορμί μου απάνου·

άστρα γινήκαν τα καρφιά του μαρτυρίου του, άστραψα κι από τα χιόνια πιο λευκός τα αιώνια του Λιβάνου.

Οι καταφρονεμένοι μ’ αγκαλιάσανε και σα βουνά και σα Θαβώρ υψώθηκαν εμπρός μου·

οι δυνατοί του κόσμου με κατάτρεξαν γονάτισα στον ήσκιο μου τους δυνατούς του κόσμου.

Τον κόσμο αν εμαρμάρωσα, τον κόσμο τον ανάστησα, στα πόδια μου άγγελοι οι Καιροί, γύρω μου σκλάβες οι Ωρες.

Δείχνω μια μυστική Χαναάν στα γαλανά υπερκόσμια·

μα εδώ πατρίδες πάναγνες είσαστ’ εσείς, τρεις Χώρες!

Ω πρώτη εσύ, Ιερουσαλήμ! του βασιλιά προφήτη σου μικρή είν’ η άρπα για να ειπή τη νέα μεγαλωσύνη.

Του Σολομώντα σου ο ναός μ’ αντίκρυσε, και ράγισε·

καινούργια δόξα ντύθηκαν της Ιουδαίας οι κρίνοι.

Κ’ ύστερα...

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ - ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ: Από την Σταύρωση στην Ανάσταση (Ένα εξαιρετικό ποίημα του παπα-Ηλία Υφαντή)

 Uploaded Image

Uploaded Image 

Του Παπα- Ηλία Υφαντή


Έγιν’ αυτό, που ήθελαν…
Τον έχουν πια σταυρώσει…
Κι αισθάνονται θριαμβευτές,
Που το ‘χουν κατορθώσει!

«Όλοι εσένα, βασιλιά,
Εμείς σε καρτερούμε
Να κατεβείς απ’ το σταυρό,
Για να σε προσκυνούμε»:

Του ‘λεγαν και τον χλεύαζαν…
Κι οι δυο ληστές γρικούσαν…
Και εξαιτίας του Χριστού
Κι αυτοί λογομαχούσαν.

«Εμείς καλά παθαίνομε
Έπιασε, για να λέει
Ο δεξιός, μ’ αυτός εδώ
Σε τίποτε δε φταίει»!

Κι ο αριστερός σαν χείμαρρος
Ξεχύνεται και τρέχει
Κι η γλώσσα στον κατήφορο
Σταματημό δεν έχει:

«Είπε, ωσάν τον πιάσανε,
Δείχνοντας τ’ άδεια χέρια:
«Ήρθατε, σάμπως για ληστή,
Με ξύλα και μαχαίρια»!…

Σάμπως δεν είναι ο Χριστός
Ληστής και  τρομοκράτης!
Ή μήπως είναι, γιος Θεού
Και του σωστού προστάτης;

Ποιος θα μπορούσε Βαραββάς
Να συγκριθεί μαζί του;
Κι άλλη ποια επανάσταση
Θα ‘φτανε τη δική του;

Κι αν σκότωσε ο Βαραββάς
Κι έχει πολλούς ληστέψει,
Την κοινωνία συθέμελα
Δεν πήγε ν’ ανατρέψει.

Κι ούτε φώναζε άφρονες
Πλούσιους νοικοκυραίους
Κι αγύρτες και υποκριτές
Τους άγιους φαρισαίους.

Αστροπελέκι ο λόγος του
Για τα συμφέροντά τους
Και πυρκαγιά, που έκαιγε
Τα άγια  τα σωθικά τους.

Πλούτη και δόξες και τιμές
Τα ρίχνει στα σκουπίδια
Και απαιτεί οι άνθρωποι
Να ζούνε όλοι ίδια!…

Στους «καθωσπρέπει» ανάμεσα
Ο Χριστός δεν έχει θέση!
Γι’ αυτό κι’ οι άρχοντες σωστά
Τον βγάζουν απ’ τη μέση…

Και ζήτησαν, γι’ αυτό, σωστά
Ο Βαραββάς να πάρει,
Αυτός, αντί για το Χριστό,
Απ’ τον Πιλάτο χάρη»!…

Και του Χριστού εχλεύαζε
Την άδεια δύναμή του,
Που άλλων έσωσε ζωές
Κι έχανε τη δική του:

«Πού πήγε τώρα, του ‘λεγε
Η θεία δύναμή σου;
Σώσε μας όλους, αν μπορείς
Και πρώτα τη ζωή σου!

Όσοι ανασταίνουνε νεκρούς
Και  υγιαίνουν παραλύτους,
Μπρος στο δικό τους θάνατο
Δείχνουν τη δύναμή τους…».

Έλεγε τέτοια. Κι ο δεξιός
Δε λέει να σταματήσει,
Παρακαλώντας το Χριστό
Να μην τον λησμονήσει…

-«Ληστή, αλήθεια σου μιλώ,
Δεν είν’ καιρός γι’ αστεία:
Σήμερα, του ‘πε, κάνουμε
Την πιο τρανή ληστεία!

Άντε συ στον παράδεισο…
Κι εγώ θα πάω στον Άδη
να λευτερώσω από κει
των δίκαιων το κοπάδι…».

Πήγε. Κι εκεί το Σατανά
Έδεσε στα δεσμά του
Και άσπλαχνα ξερίζωσε
Τα σπλάχνα του θανάτου.

Λευτέρωσε απ’ τα δεσμά
Του Άδη τους δεσμώτες
Και του Παράδεισου άνοιξε
Τις πύρινες τις πόρτες.

Τα ‘χασε και ο Βαπτιστής
σαν έβλεπε πορτιέρη
Του Παραδείσου, έναν ληστή,
Με τα κλειδιά στο χέρι:

«Κύριε, πώς, δίνεις σε ληστή
Κλειδιά του παραδείσου
Και γκρέμισες αρχιερείς
Στα βάθη της αβύσσου»;

-«Γιατί κι εκείνοι τα κλειδιά
Κρύψαν της Βασιλείας
Κι αθώους γκρέμισαν πολλούς
Σ’ αβύσσους δυστυχίας.

Όταν με τόσα θαύματα...

ΕΔΩ "ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΤΗΣ¨ΑΡΙΣΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο εξαιρτικός Φαίδρος Μπαρλάς και οι ξεφτιλισμένοι "αντιστασιακοί" της Αριστεράς του χαβιαριού

 ● Ο Φαίδρος Μπαρλάς (1925-1975), που βλέπουμε στη φωτογραφία, ήταν ένας εξαιρετικός ποιητής, κριτικός, πεζογράφος και δημοσιογράφος.  

Κάθε φορά που εορτάζεται η 17η Νοεμβρίου, οι μελετητές του έργου του θυμούνται δύο «φαρμακερά» ποιήματά του*, που αναφέρονται στην αντίσταση εναντίον της χούντας, την οποία έκαναν μυριάδες Ελληνες, αμέσως μετά την πτώση της.

Δεν ήταν γαρ κορόιδα να αντισταθούν όσο βρισκόταν στα πράγματα. Μόλις έπεσε, ξεθηκάρωσαν!

● Το πρώτο ποίημα τιτλοφορείται «Εν έτει 2000» και είναι το ακόλουθο:

Οταν μεγάλωσε, έμαθε

πως ο πατέρας του

ήταν κι αυτός,

«τη νύχτα εκείνη»,

στο Πολυτεχνείο.

Η θεία του η Λιλή,

ο θείος του ο Μιχάλης

ήταν κι αυτοί,

«τη νύχτα εκείνη»,

στο Πολυτεχνείο.

Ολοι οι γνωστοί του μπαμπά,

όλες οι γνωστές της μαμάς,

ήταν κι αυτοί,

«τη νύχτα εκείνη»,

στο Πολυτεχνείο…

Τώρα, κάθε πρωί,

καθώς κατηφορίζει την οδό Πατησίων

κι αντικρύζει την καγκελλόπορτα

την κλεισμένη “εις μνήμην”

στριφογυρίζει στο νου του

η ίδια απορία:

“Πώς διάβολο χώρεσαν

όλοι αυτοί εδώ μέσα;”…»

 

● Το δεύτερο ποίημα είναι το «Σαν λιοντάρια» και ακολουθεί:

 

Σαν λιοντάρια

Εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε.

Μέρα και νύχτα – Νύχτα και μέρα,

εφτά χρόνια τους πολεμούσαμε

Μόνο που εκείνοι που εναντίον τους πολεμούσαμε...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: "Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ Γ Ε Ν Ν Α ΤΑ Ι" Εξαιρετικό ποίημα του Χρίστου Μπελλέ

 


Εύχομαι, από τα μύχια της ασπαίρουσας ψυχής μου,

Χρόνια  Πολλά,

με τις μέρες σου να χαμογελάνε ήλιους, όνειρα και υποσχέσεις Άνοιξης...

 

 

Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ   Γ Ε Ν Ν Α ΤΑ Ι

            του Χρίστου Μπελλέ

 

Μοναχικότητάς μου αντίδοτο

Εσύ…

Ο ενανθρωπισμός Σου

θέωσή μου…

Των ήλων Σου ο τύπος

πλημμυρικά μηνύματα του Ηριδανού…

 

Όμως… δεν ξεγελιέμαι…

παρών κι εψές στο φτωχικό,

όσο γεννιόταν το παιδί∙

το κλάμα του...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟ-ΑΛΗΤΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ποίηση κάτω από την αρβύλα τους

 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

–«Θα ’θελα, μα πόσο θα ’θελα ναι θα ’θελα αμέσως τώρα τώρα/ θέλω να ξεμαλλιάσω λίγο τη σύνταξη για να τραγουδήσω όπως/ έμαθα στο Παρίσι/ εσένα σ’ έχω Δεινόσαυρο από τους πιο εκπληκτικούς/εσένα σ’ έχω βότσαλο φρούτο απαλό που τ’ ωρίμασε η θάλασσα/ σ’ ερωτεύω/ σε ζηλεύω/ σε γιασεμί» — Μάτση Χατζηλαζάρου, «Αντίστροφη αφιέρωση» 

Μπουχαχά! 

Τι λέει, ρε μαλάκα, η γκόμενα. Πάει καλά;  

Μάθε συντακτικό, κορίτσι μου.  

Κωστάκη, γελάς κι εσύ; Γελάτε όλοι; Τι «Σε γιασεμί»; Μπουχαχά! 

 –«Οπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά,/ άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου/ που έφυγαν κιόλας, έτσι νοιώθεις τα μάτια σου/ τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι». — Γιώργος Σεφέρης, «Κίχλη» 

Μπουχαχά!  

Ποια γάτα, ρε μαλάκα;  

Καλά δεν έχω γελάσει πιο πολύ! Ο άνθρωπος είναι γκαγκά, ρε. Γελάτε όλοι; Μπουχαχά!  

–«Είναι τα βλέφαρά μου διάφανες αυλαίες/ Οταν τ’ ανοίγω βλέπω εμπρός μου ό,τι κι αν τύχη/όταν τα κλείνω βλέπω εμπρός μου ό,τι ποθώ» — Ανδρέας Εμπειρίκος, «Πουλιά του Προύθου» 

Μπουχαχά! 

 Και γιατί, ρε μαλάκα, δεν μένεις τότε σερί με κλειστά τα μάτια; 

Μπουχαχά! Ωραίο δεν ήταν αυτό που είπα, ρε παιδιά; Χειροκροτήστε με, μπουχαχά! 

–«Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες/ κιθάρες. Ο άνεμος, όταν περνάει,/ στίχους, ήχους παράφωνους ξυπνάει/ στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες….» «Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις/χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε./ Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις./ Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε/ Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις/ είναι το καταφύγιο που φθονούμε». – Κώστας Καρυωτάκης, «Είμαστε κάτι…» 

Μπουχαχά.  

Τι λέει το παλικάρι ότι είμαστε; 

Ξεχαρβαλωμένες κιθάρες. Πάει καλά; Ρε πιάστε τον! Μπουχαχά! Πέθανα στο γέλιο, ρε παιδιά. Μπουχαχά! Κωστάκη, γελάς κι εσύ, αγόρι μου; Μπουχαχά! 

–«….μα επί τέλους! Πια ο καθείς γνωρίζει/πως/ από καιρό τώρα/ –και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα–/ είθισται/ να δολοφονούν/ τους ποιητάς» — Νίκος Εγγονόπουλος, «Νέα περί του θανάτου του ισπανού ποιητού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα στις 19 Aυγούστου του 1936 μέσα στο χαντάκι του Kαμίνο Nτε Λα Φουέντε»  

Μπουχαχά!  

Μη μου πεις άλλο, γιατί θα ψοφήσω από το γέλιο, ρε μαλάκα, φτάνει, σου λέω, φτάνει!  

Πάμε στο νούμερο 4 γιατί δεν βλέπω να μας φτάνει ο χρόνος για το 1. Μαλάκα μου, έλιωσα στο γέλιο, σου λέω.  

**** Αγαπημένοι μου αναγνώστες. Επ’ αφορμή του χλευασμού (όπως τουλάχιστον νόμισαν) από τους εθνικούς μας «Μπουχαχά!», ήτοι Ράδιο Αρβύλα, στον Γιώργο Αλισάνογλου, ο οποίος διάβασε το ποίημα «Σκούπισμα» του ποιητή Ρον Πάτζετ, αλλά και όσων πολλών (τι σπουδαία έκπληξη!) στη συνέχεια συνέτρεξαν να σταθούν, με όποιον τρόπο, στο πλευρό του ανθρώπου που χλεύασαν (όπως θεώρησαν)… Πολλά, πολλά γράφτηκαν στην κοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. 

Για παράδειγμα, έγραψε η Ρούλα Γεωργακοπούλου στο FB –που πάντα τη διαβάζω και με νοιάζει ό,τι γράφει– «Είμαι της γνώμης ότι η ποίηση δεν θέλει προστάτες. Μπορεί και μόνη της».  

Σωστά, Ρούλα μου. Ολόσωστα. Αλλά αν βρωμίζομαι σήμερα στα χωράφια τους, δεν είναι επειδή θεωρώ ότι η ποίηση θέλει προστάτες, πολλώ δε μάλλον δεν χρειάζονται προστασία ποιητές όπως αυτοί που σήμερα ανάφερα. Αλλά επειδή, σίγουρα, ανέκαθεν, χρειάζονταν προστασία οι ψυχές που ξεθαρρεύουν να κολυμπήσουν στα νερά της ποίησης.  

Χρειάζονται προστασία όσοι ξεθαρρεύουν να καταθέσουν, ακόμα και άτεχνα και παιδιάστικα και κοινότοπα και όπως, μα όπως…  

Θέλει γενναίο θάρρος η όποια ποίηση. 

Προστατεύω αυτόν που πήρε μια βαθιά ανάσα και εξέθεσε μια συναισθηματική στιγμή του από αυτόν που σε κάθε εποχή δεν ξεχώριζε το γέλιο από το γελοίο.  

Τον προστατεύω από τους Μπουχαχάδες κάθε κατάστασης. 

Είναι...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Σαν να μην πέρασε μια μέρα κι ας πέρασε πάνω από ένας αιώνας - "Γύριζε" (1908)

  

Το ποίημα - ΔΥΝΑΜΙΤΗΣ που ακολουθεί έχει τον τίτλο  "Γύριζε"  και γράφτηκε το 1908 από τον Κωστή Παλαμά, για να περιγράψει  την κατάντια της χώρας.

 

Είναι σαν να γράφτηκε χθες...

 

“Γύριζε, μή σταθής ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,
ο ψεύτης είδωλο είναι εδώ, το προσκυνά η πλεμπάγια,

η Αλήθεια τόπο να σταθή μια σπιθαμή δέ θάβρη.
Αλάργα. Νέκρα της ψυχής της χώρας τα μουράγια.


Η Πολιτεία λωλάθηκε, κι απόπαιδα τα κάνει
το Νου, το Λόγο, την Καρδιά, τον Ψάλτη, τον Προφήτη·
κάθε σπαθί, κάθε φτερό, κάθε χλωρό στεφάνι,
στη λάσπη. Σταύλος ο ναός, μπουντρούμι και το σπίτι.


Από θαμπούς ντερβίσηδες και στέρφους μανταρίνους
κι από τους χαλκοπράσινους η Πολιτεία πατιέται.

Χαρά στους χασομέρηδες! Χαρά στους αρλεκίνους!
Σκλάβος ξανάσκυψε ο ρωμιός και δασκαλοκρατιέται.


Δεν έχεις, Όλυμπε, θεούς, μηδέ λεβέντες η Όσσα,
ραγιάδες έχεις, μάννα γή, σκυφτούς για το χαράτσι,

κούφιοι και οκνοί καταφρονούν τη θεία τραχιά σου γλώσσα,
των Ευρωπαίων περίγελα και των αρχαίων παλιάτσοι.


Και...

 

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: Η ιστορία του Ζεϊμπέκικου της Ευδοκίας (που ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αρνήθηκε να του γράψει στίχους)



Τραγούδια που αγαπήσαμε και χορέψαμε αμέτρητες φορές στη ζωή μας, κρύβουν από πίσω μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως συνέβη και με το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας», ένα ορχηστρικό κομμάτι που έγραψε ο Μάνος Λοΐζος για να ντύσει την πιο χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας «Ευδοκίας», του Αλέξη Δαμιανού.

 
Το Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας γράφτηκε από τον Μάνο Λοΐζο πάνω στο υλικό της ταινίας «Ευδοκία», το οποίο του έδωσε ο σκηνοθέτης της, Αλέξης Δαμιανός. 


Η σκηνή έδειχνε έναν φαντάρο να σηκώνεται και να χορεύει ζεϊμπέκικο με πάθος μέσα σε μια συνοικιακή ταβέρνα της Κάτω Κηφισιάς κοιτώντας στα μάτια την όμορφη πόρνη Ευδοκία. Παρότι εκείνη συνοδεύεται από τρεις άντρες, παρασύρεται στο βλέμμα του άντρα και χτυπώντας παλαμάκια του δίνει τον ρυθμό. Κατά τη διάρκεια της μουσικής στην ταινία, ακούγεται η φωνή και το γέλιο της Ελένης Ροδά, η οποία ντούμπλαρε την πρωταγωνίστρια Μαρία Βασιλείου, διότι τα ελληνικά της δεν ήταν καθόλου καλά.


Στα γυρίσματα της ταινίας ο χορός είχε γίνει πάνω σε διαφορετικό τραγούδι και συγκεκριμένα σε ένα του Μάρκου Βαμβακάρη.

 
Ο θρύλος λέει πώς το τραγούδι αυτό ήταν το «Τα ματόκλαδα σου» όμως ο Γιώργος Κουτούζης ο πρωταγωνιστής της σκηνής είχε δηλώσει σε συνέντευξη του ότι το τραγούδι ήταν η «Ατάκτη».  


Ο Λοΐζος είδε το υλικό από τα γυρίσματα, τα οποία κράτησαν δύο μέρες και αμέσως μετά συνέθεσε το ορχηστρικό κομμάτι το οποίο πρόβαρε για πρώτη φορά στο σπίτι του παρουσία του σκηνοθέτη Αλέξη Δαμιανού, με τον ρεμπέτη Γιώργο Μουφλουζέλη να παίζει τζουρά. Αργότερα ο Λοΐζος θα ζητήσει τον ίδιο τζουρά για να παίξει στην ηχογράφηση του κομματιού.

 
Η ταινία «Ευδοκία» θα συμμετάσχει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1971 χωρίς όμως να καταφέρει να λάβει το βραβείο μουσικής, το οποίο κέρδισε η ταινία «Εκείνο το καλοκαίρι». Ο Λοΐζος αποφάσισε να διαχωρίσει το τραγούδι από την ταινία και έτσι συμπεριέλαβε το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» το 1972 με νέα ενορχήστρωση στο δίσκο «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε». Κάπως έτσι ξεκίνησε το ορχηστρικό κομμάτι να γίνεται ευρέως γνωστό. 


Όπως έχει διηγηθεί ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Λοΐζος με τον οποίον συνεργάζονταν στενά, του ζήτησε να γράψει στίχους για το συγκεκριμένο ορχηστρικό με τον στιχουργό να αρνείται, αφού άκουσε τη μουσική, απαντώντας:  

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: «Εικόνα και Λόγος»

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ποιος είπε, χωρίς να το πολυσκεφτεί, πως η φωτογραφία είναι μια νεκρή εικόνα της ζωής;  

Πάντα κοιτώντας μια φωτογραφία στο παλιό οικογενειακό άλμπουμ ή ένα βιβλίο στα παλαιοπωλεία που διαθέτουν χιλιάδες φωτογραφίες, σε περιοδικά ή, αν είσαι φίλος των συγγραφικών εκθέσεων, θα έχεις, πιστεύω, μέσα σου συχνά ομολογήσει πως οι φωτογραφίες και κινούνται και ομιλούν και ακούνε.

Αρκεί να έχεις εκείνη την ειδητική ικανότητα, που λένε οι ψυχολόγοι, δηλαδή μια έκτη αίσθηση που ακούει και παρατηρεί πως σε κάθε εικόνα, ζωγραφική ή φωτογραφική, υπάρχει δυνάμει μια «ζωντάνια», πάντως την αίσθηση ότι αυτό που αποτύπωσε ο φακός είναι μια απειροελάχιστη στιγμή ακινησίας, πριν και μετά την κίνηση. Αλλά μέσα στη στάση που αποτυπώνεται στο φιλμ και στο χαρτί της φωτογραφίας υπάρχει «ο νους» της κίνησης. Νιώθεις πως το πρόσωπο που φαίνεται να ακινητεί στοχάζεται και φροντίζει αυθόρμητα μηχανικά να πραγματοποιήσει το άλλο βήμα.

Κάθε φωτογραφία είναι η ζωή εν στάσει κι όχι, όπως συνήθως νομίζεται, μια νεκρή ζωή. Γιατί υπάρχουν οι απαισιόδοξοι θεατές των φωτογραφιών που πιστεύουν πως οι φωτογραφίες είναι μια υπόμνηση της ακινησίας του θανάτου.  Εικόνες ακινητούσας ζωής, από την καθημερινότητα, τις γιορτές και τις επετείους, από νεογέννητα παιδιά της φαμίλιας, από παππούδες πριν από την αναχώρηση, από ανθρώπους με μια βαλίτσα στο χέρι, περιμένοντας το τρένο ή την ώρα που δένει το πλοίο, πέφτει η γέφυρα και ετοιμάζεται να επιβιβαστεί ο πατέρας, είτε για να πάει ταξίδι με επιστροφή ή στην εξορία ή στη φυλακή της Αίγινας ή στην Αφρική για να μπορέσει να εξασφαλίσει το μέλλον των παιδιών του, ή ακόμη και στα ευρωπαϊκά σκλαβοπάζαρα της απελπισμένης μετανάστευσης ως εργάτες της σύγχρονης τερατώδους βιομηχανίας.

Εχω περάσει ώρες πολλές με φωτογραφίες, ακόμη και 100 ετών, σε παλαιοπωλεία της οδού Ηφαίστου και έχω μέσα μου συγκρατήσει μικρές τραγωδίες ξενιτιάς, απώλειας, ευτυχίας, πένθους και γιορτής. Ενα οικογενειακό άλμπουμ είναι μια ιστορία της μείζονος οικογένειας από τους προπαππούδες έως χθες σε νεκρές στιγμές μιας ζωντανής ιστορίας.

Οι σκέψεις αυτές ήρθαν και ξαναεπιβλήθηκαν στη σκέψη, απολαμβάνοντας ένα έξοχο βιβλίο με τον σημαίνοντα τίτλο «Ελεγείες» (Εκδόσεις Μετρονόμος), με φωτογραφίες του Βασίλη Κολτούκη και κείμενα του φίλου Γιώργου Μανιώτη, σημαίνοντα ευαίσθητο συγγραφέα έντονων εμπειριών. Συγκεντρώθηκαν 70 φωτογραφίες και απέναντι βρίσκεται ένα ποίημα, εμπνευσμένο από αυτές. Προσοχή! Δεν πρόκειται για μια ποιητική περιγραφή, μια πιστή σε άλλη τέχνη απόδοση κάποιων φωτογραφικών στιγμών. Οχι! Είναι μια μετάβαση σε άλλο χώρο, συνοδεία μιας συναισθηματικής, γνωσιολογικής και ουσιαστικής στιγμής.

Ο φωτογράφος, επαγγελματίας στην τέχνη της φωτογραφίας, έχει ταξιδέψει στον κόσμο και έχει αποτυπώσει, πρώτα στο αρνητικό, ύστερα στο χαρτί, ό,τι ο φακός του αποτύπωσε, περιδιαβάζοντας μέσα στη φύση, στις πόλεις, στα δωμάτια, στα λιμάνια, στις αγορές σε Ανατολή και Δύση, στο φως της μέρας και στα φώτα της νύχτας. 

Και τι κάνει ο ποιητής;  

Ο,τι κάνει κάθε ποιητής, καταγράφει εν μέτρω και ρυθμώ τις εντυπώσεις του. Και για την ποίηση κάθε πραγματικότητα, φυσική, εικονική, φανταστική είναι υλικό που εμπνέει.

Ο ζωντανός Παπαδιαμάντης στο Μοναστηράκι ή ο Παπαδιαμάντης στη γνωστή φωτογραφία του στον υπαίθριο φωτογράφο στη Δεξαμενή της Αθήνας είναι για το μάτι του παρατηρητή ερεθίσματα για σκέψη και συναίσθημα. Οταν αντικρίζεις τη φωτογραφία του Αγγελου Σικελιανού μπροστά στο φέρετρο του Κωστή Παλαμά ή τη σύλληψη του Αλέκου Παναγούλη στη Γλυφάδα με το μαγιό από τους Εσατζήδες, τα συναισθήματα είναι ανάλογα, αν θέλετε ομόλογα, με τα συναισθήματα της ίδιας σκηνής στην πραγματικότητα. Οταν αντικρίζει κανείς το πτώμα του Λόρκα με το τραύμα στο μέτωπο που του «χάρισε» η ισπανική χούντα, δεν χρειάζεται άλλη εμπειρία στην αναζήτηση άλλης συγκίνησης των πραγματικών δεδομένων.

Σκέφτομαι συχνά, και δεν μπορώ να κάνω, όσο κι αν προσπαθώ, αφαιρέσεις, πώς ήταν ο κόσμος χωρίς φωτογραφίες, ταινίες, βίντεο. Τι τοπίο της Αττικής έβλεπε ο Σοφοκλής, ο Ρωμανός ο Μελωδός τι τοπίο της Μικράς Ασίας, ο Ρήγας τι τοπίο στα περίχωρα της Τεργέστης, τι τοπίο ο Διονύσιος Σολωμός, προσπαθώντας να κάνει ποίηση το Μεσολόγγι;

Ο Μανιώτης, μελετώντας τις φωτογραφίες του Κολτούκη, έκανε την ακινησία κίνηση. Εδωσε στα πρόσωπα ιδέες, συγκινήσεις, ακόμα και προθέσεις και όνειρα. Εφτασε να φέρει στο φως κρυμμένες επιθυμίες, αμαρτίες και εγκλήματα. Εχει συμβεί και η αντίστροφη πορεία, ένας φωτογράφος να φωτογραφίζει τοπία και ανθρώπους, εκκινώντας από τη συγκίνηση ή την εικόνα ή το αίσθημα ενός ποιήματος.  

Το ενδιαφέρον στα ποιήματα και στις εικόνες του Μανιώτη και του Κολτούκη βρίσκεται στο γεγονός πως...

 

"Επίγεια σοφία" - ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ - ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ: Θερμοπύλες

 


Toυ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

Τιμή σ’ εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.


Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ’ ίσιοι σ’ όλες των τες πράξεις,

αλλά με λύπη κιόλας κ’ ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,

πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν...

 

"Επίγεια μαγεία" (90 χρόνια από τον θάνατο του ΓΙΓΑΝΤΑ της ποίησης Κωνσταντίνου Καβάφη...)

 

«Ας φρόντιζαν»

 

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τα ’φαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παλιανθρωπιές, και τα λοιπά.

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα
,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους –
τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά...

 

ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: “Ο πεθαμένος και η Ανάσταση”

 

Νίκος Γαβριήλ Παντζίκης (1908 -1993)

(...) “Απορώ με τ’ ανθρώπινο σχήμα που το συνηθίζουμε και μας φαίνεται σταθερό. Ερωτώ, τι λογής είναι το κεφάλι, τα χέρια, το κορμί; Η όρθια στάση τι μπορεί να σημαίνει; Τι μπορώ να πω; Ποια μαρτυρία να δώσω; 

Καμιά ισχυρή μαρτυρία δεν βρίσκω. Πού χρειάζεται να προχωρήσω; Σε ποιο βάθος πρέπει να κατέβω; Να συλλάβω τ’ αληθινό νόημα, να βρω τη βάση, την εξήγηση που εγώ στέκουμαι όρθιος ενώ με ειδοποιεί για το μέλλον ο άλλος πλαγιασμένος παντοτινά.  

Είμαι υποχρεωμένος να κλείσω τα μάτια μου και να δω με τη μνήμη. Για ν’ ανακαλύψω το σχήμα που έσβησε σταθερότερα, πρέπει να περιορίσω τις ανάγκες μου, να μείνω φτωχό περισσότερο με τη δίψα παρά με το νερό που πίνεται στη βρύση. Σκύφτω μέσα στο λάκκο που τον έχουν κάψει βαθύ.  

Πού ‘ναι ο θεμέλιος λίθος; 

Πού υψώνεται, η πολύεδρη οικοδομή, η ευρύτερη από το χώρο, η ακατάλυτη από τον χρόνο; 

 Διακρίνω μόνο πλήθος ποικίλες αναγκαίες απόψεις. Σκέφτουμαι. Συλλογιέμαι τον τρόπο που θα φύγω από τον καθημερινό δρόμο.  

Πώς θα καθαριστώ από το ιδιωτικό μου συμφέρον που με βρωμίζει; 

Πώς θα μπορέσω να δεχτώ τα λόγια που ξεπερνούν τις διαστάσεις από κάθε κτίσμα;  

Ράντισέ με ουρανέ με ύσωπο για να καθαριστώ, να πλυθώ, ν’ ασπρίσω περισσότερο από το χιόνι. Σκυμμένος απάνω στο μνήμα των δικών μου, γυρεύω παρήγορο χαιρετισμό.  

Πού να ‘βρω το ουρανόχρωμο του ερχομού της άνοιξης λουλούδι; Πώς να περπατήσω στο περιβόλι που αποδρά κάθε θλίψη και στεναγμός;  

Σαν παιδί ακουμπώ στο σταυρό που ‘ναι η μαρτυρία του πατέρα μου, τρομάζοντας την έλλειψη κάθε υλικής παρουσίας.

Τα δάκρυα της περισσότερης δυστυχίας καίνε το μαντίλι που σφουγγίζοντας το κάθιδρο πρόσωπό του αποτύπωσε τη φυσιογνωμία του, Πώς θα μπορέσω να πιστέψω την απ’ τον τάφο ανάσταση του Χριστού;  

Δεν μπορώ να καταλάβω τη βεβαιότητα μιας αναμονής της ενδόξου ανάστασης, την ώρα που το σώμα κρέμεται από το ξύλο σταυρωμένο, καταστρέφοντας κάθε υπόσχεση χαράς.  

Πώς μπορώ να εννοήσω ότι ο θάνατος είναι η συνέχεια που μας συμπληρώνει, ενώ βλέπω όρθιο τον παπά πάνω στον τάφο, να ρίχνει με το φκυάρι το πρώτο χώμα που θα κρύψει το πρόσωπο;  

Βροντούν τα σβολάρια του χώματος κατρακυλώντας ανακατωμένα με το κρασί που αδειάσαν , σχηματίζοντας λάσπη που λερώνει τ’ άσπρο βαμβάκι, που ‘ναι στρουμωγμένο στο στόμα.  

“Χριστός Ανέστη”, ακούω ξανά εγώ ο άπιστος δούλος, ο αρνητής.  

“Χριστός Ανέστη” την ώρα που βλέπω όλη τη ζωή μου, και την ξανακερδίζω με τη μνήμη.  

“Χριστός Ανέστη”, η φωνή των αιώνων επιμένει και...

 

25η ΜΑΡΤΙΟΥ: Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και Ανδρέα Κάλβο

Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Επανάσταση του 1821 δεν φαίνεται, εξ όσων τουλάχιστον γνωρίζω, να απασχολεί σοβαρά τους περισσότερους μείζονες έλληνες ποιητές του 20ού αιώνα. Αν λ.χ. αναζητήσουμε ένα ποίημα του Κ. Π. Καβάφη σχετικό με την Ελληνική Επανάσταση, θα απογοητευθούμε. Το ποιητικό ενδιαφέρον του Αλεξανδρινού είναι σαφώς στραμμένο σε άλλες ιστορικές περιόδους και σε άλλα συμβάντα. Ούτε όμως και στον Σεφέρη, τον Ελύτη, τον Ρίτσο ή τον Σαχτούρη θα μπορούσε να εύρει κάποιος ένα ποίημα ευθέως υμνητικό της Ελληνικής Επανάστασης. Οι ποιητές αυτοί είχαν άλλους πολέμους και άλλες συμφορές να αφηγηθούν. Ο Σεφέρης τη Μικρασιατική καταστροφή, ο Ελύτης, παρά τη φωτεινότητα των στίχων του, παραμένει εσαεί ένας χαμένος «ανθυπολοχαγός», ο Ρίτσος είναι σημαδεμένος ως τον θάνατό του από τη βιαιότητα του Εμφυλίου, τις φυλακές και τις εξορίες. Ο Σαχτούρης αυτοπροβάλλεται ως εσταυρωμένος ποιητής που ακούει ένα άσπρο πουλί να απαγγέλλει «μέσα / σ' ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια [τ] ου».

Παρά ταύτα, η μεγάλη Εθνική Επανάσταση, που δεν αξιώθηκε ακόμη να αποβεί και επανάσταση κοινωνική, δεν έμεινε αδόξαστη. 
Και δεν αναφέρομαι μόνο στους δύο μείζονες ποιητές μας, τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ανδρέα Κάλβο, με τους οποίους θα καταλήξει το παρόν σημείωμα, αλλά και σε τρεις λαμπρούς ποιητές του 20ού αιώνα: τον Κ. Γ. Καρυωτάκη, τον Αγγελο Σικελιανό και τον Ν. Εγγονόπουλο, οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο στρέφονται σε αυτό το μέγα γεγονός. Ωστόσο, όπως παρατηρούμε, και οι τρεις παραπέμπουν στην Επανάσταση, ή σε κάποιους ήρωές της, προκειμένου να σχολιάσουν, πλαγίως πλην σαφώς, τεκταινόμενα της δικής τους εποχής. Και δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς. Εδώ το θέμα της Επανάστασης συνιστά ένα είδος «μυθικοϊστορικής μεθόδου» (θα μπορούσα να πω) προκειμένου ο ποιητής να εκφράσει, όπως γίνεται με τη γνωστή «μυθική μέθοδο», αντικειμενικότερα τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται αυτό το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. 
 
Ο Καρυωτάκης, παράλληλα με τη βραχεία «Ηρωική Τριλογία» του (Διάκος, Κανάρης, Byron), στο ποίημά του «Εις Ανδρέαν Κάλβον» (1925-1926) θρηνεί απροκάλυπτα τη Μικρασιατική καταστροφή.  
 
Ο Σικελιανός με το ποίημα «25 Μαρτίου 1821 - 25 Μαρτίου 1946» (και όχι «25 Μάρτη 1821») αφορμώμενος από το «Εικοσιένα» ενώνει το αίμα που χύθηκε τότε με τα ποτάμια αίματος των Λαών, «που ορμάν στη λευτεριά π' ανοίγεται μπροστά τους».

Το ενδιαφέρον του Εγγονόπουλου με την Επανάσταση του 1821 προβάλλεται έντονα με δύο τρόπους. Πρώτον, με την ιδιοφυή εξεικόνιση ηρωικών μορφών του 1821, κυρίως φουστανελοφόρων ηρώων, και, δεύτερον, με τις πλάγιες, πλην σαφείς ιστορικές αναφορές του. Ο αναγνώστης τού Μπολιβάρ, λ.χ., συχνά βλέπει να συμπορεύεται ο νοτιοαμερικανός επαναστάτης με μορφές της ελληνικής και διεθνούς επανάστασης: «Μπολιβάρ! Είσαι του Ρήγα Φερραίου παιδί, / Του Αντωνίου Οικονόμου - που τόσο άδικα τον σφά/ξαν - και του Πασβαντζόγλου αδελφός / Τ' όνειρο του μεγάλου Μαξιμιλιανού ντε Ροβεσπιέρ...». Ας μνημονευθούν, τέλος, οι γνωστοί παλαμικοί στίχοι (από ένα τετράστιχο) που απευθύνονται στους έλληνες φαντάρους που φεύγουν για το μέτωπο (Νοέμβριος του 1940): «Αυτό το λόγο θα σας πω, δεν έχω άλλο κανένα / μεθύστε με τ' αθάνατο κρασί του Εικοσιένα!».

Ωστόσο, ας μη νομίσει ο αναγνώστης ότι αυτές και μόνο είναι οι μνείες των ελλήνων ποιητών του 20ού αιώνα στην Επανάσταση. Σε πάμπολλους έλληνες ποιητές του περασμένου αιώνα ανευρίσκονται, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πολλές και ποικίλες αναφορές στο ίδιο το γεγονός της Επανάστασης και στον συμβολισμό της. Κυρίως όμως είναι οι εθνικοί ποιητές του 19ου αιώνα, δηλαδή ο Διονύσιος Σολωμός και ο Ανδρέας Κάλβος, που έχουν προβάλει και υμνήσει το Μέγα Γεγονός της φυλής. Την (ως σήμερα ανολοκλήρωτη) Επανάσταση του Εικοσιένα.

Δεν χρειάζεται, πιστεύω, (άλλωστε θα ήταν αδύνατον) να παραθέσω στίχους από τα σχετικά ποιήματα των δύο ιερών ποιητών μας που έχουν θέμα την Επανάσταση. Σχεδόν όλη η ποίηση του Σολωμού εκεί αναφέρεται. Το ίδιο γίνεται και με τον Κάλβο.  
 
Εύκολα, λοιπόν, ο αναγνώστης μπορεί να τα εντοπίσει και σε πολλά θα ωφεληθεί από τη μελέτη τους, καθώς θα αντιληφθεί ότι...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Μοσχοπλυμένοι!

 

O ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ μας θυμίζει ένα ποίημα του Έριχ Φρηντ, ζητώντας  αυτοκριτική δημόσια, από κορυφής μέχρις ονύχων, από ανθρώπους ανέντιμους και ανήθικους.

Ο μοσχοπλυμένος

Ήξερα κάποιον
που ήμουν πρόθυμος να τον συγχωρήσω
για τα βρώμικα
χέρια του
αυτός όμως
επέμενε
να πλένεται δημόσια
απ’ την κορφή ως τα νύχια
κι ύστερα με το ροδαλό απ’ το
πολύ τρίψιμο δάχτυλό του
να δείχνει
άλλους


Τότε...

Ο Σταθμάρχης! ( Όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη… )

 

Ο φίλος του ιστολογίου Δημήτρης Θεοδωρόπουλος μας θυμίζει το ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα

 Ο Σταθμάρχης

 

Θόλωνε το βράδυ και το τραίνο είχ’ έμβει 

Στον ερημικό σταθμό βαρύ και ατόφιο

Λες το’ χε τυρλίξει σ’ άχνά πέπλα η ρέμβη

Έτσι ως ξάφνου στάθκε ακίνητο και ψόφιο.

 

Σήμανε η καμπάνα κι έτριξαν οι θύρες,

Ούρλιάξε ‘να σφύριγμα και αυτό εκινήθη

Πλάι σε μια παράτα αγερώχες φιλύρες

Που κώπηλατούσαν –λές στητές- στη λήθη.

 

Λίγο ακόμα κι όργιο – αρθρωτή γουστέρα-

Θάφευγε ως είχ’ έρθει μες των ατμών τολύπη

Κι εγώ πάλι μόνος στη θλιμμένη εσπέρα

Με συντρόφισσά μου, θάμενα, τη λύπη.

 

Άξαφνα ως γλυστρούσε -σ’ ένα παραθύρι

Ένα χέρι εξαίσιο μούγνεψε και πάει

Μια σειρά άσπρα δόντια , δυο μάτια σαπφείροι

Μούστειλαν- φίλημα στα χάη!

 

Έμενα … Η μέρα είχε κιόλας φύγει,

Του σταθμού μου, γύρω, η ερημία αλύχτα

Κείνες οι φιλύρες πήγαιναν με ρίγη

Και με βήμα στράτι- ωτικό στη νύχτα…

 

Ω, έσύ, κυρά χέρι, δόντια , μάτι

Όνειρο και τραίνο που την πας τη νιότη,

Έδωσα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Καβάφης σχολιάζει τα ταξίδια μας

 


Αρκετοί ταξιδεύουν νοερά στη Ρώμη για να χαρούν με τη χαρά των Ιταλών που «λευτερώθηκαν» από τη Γερμανία

    Από τον Παναγιώτη Λιάκο

Η Αθήνα κατάντησε ένα απέραντο ουρητήριο, οι τοίχοι της σαπίζουν από τα γκράφιτι, η μπούρκα πάει σύννεφο, η παρακμή κι ο εξισλαμισμός σε αρπάζουν από τα μούτρα, κι εσύ προσπαθείς ν’ αποδράσεις, με τον νου, στη Ρώμη. Εκεί που πανηγυρίζει η νικήτρια των εκλογών Τζόρτζια Μελόνι.

Αυτού του είδους τις μάταιες εγκεφαλικές αποδράσεις τις έχει αναλύσει διεξοδικά ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημά του «Η πόλις», το οποίο γράφτηκε το 1894 και δημοσιεύτηκε το 1910. 

Παρατίθεται ως έχει προς μελέτη:

«Η πόλις»

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου -σαν νεκρός-
θαμμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον
μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις,
δεν θα βρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους
δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.  
Και στες γειτονιές
τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά
θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που...

 

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ: Η θάλασσα στην ποίηση σαν πόρος και σαν όριο

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Σε πρόσφατη έρευνα του BBC, 108 ειδικοί, κυρίως από αγγλόφωνες δυτικές χώρες, ανέδειξαν την «Οδύσσεια» κορυφαία από τις εκατό ιστορίες που διαμόρφωσαν τον κόσμο. Σίγουρα η καταγωγή των κριτών επηρέασε το αποτέλεσμα. Ούτε αυτό, πάντως, ούτε το γεγονός ότι η αξία της λογοτεχνίας δεν είναι υπόθεση ψηφοφοριών μειώνουν ελάχιστα την αίγλη της «Οδύσσειας» και την καθολική αναγνώριση των δύο ομηρικών επών ως απαράμιλλων εγκαινίων της επώνυμης ποιητικής τέχνης.

Στον μυθολογικό ως προς την πλοκή του «Αγώνα Ομήρου και Ησιόδου», ένα ιδιότυπο αφήγημα που τη διασωθείσα μορφή του την οφείλουμε στον σοφιστή του 3ου αιώνα π.Χ. Αλκιδάμα και στο «Μουσείον» του, ο επικός με τις πολλές πατρίδες ανταγωνίζεται με την «Ιλιάδα» τον Ησίοδο και το έπος του «Εργα και Ημέραι», στους επιτάφιους αγώνες που διοργανώθηκαν στη Χαλκίδα, προς τιμήν του νεκρού βασιλιά Αμφιδάμαντα. Ο παρατηρητής-ακροατής δήμος ανακηρύσσει νικητή τον Ομηρο, όμως ο Γανύκτωρ, ο νέος βασιλιάς, που προτιμά τα έργα της ειρήνης παρά του πολέμου, αντιτίθεται στον λαϊκό ενθουσιασμό και δίνει στον Ησίοδο το βραβείο – έναν χάλκινο τρίποδα.

Θα νικούσε άραγε ο Ομηρος αν συμμετείχε με την «Οδύσσεια» και όχι με την «Ιλιάδα» στον αγώνα, προϊόν μυθοπλασίας επαναλαμβάνω, αφού οι δύο ποιητές, λόγω χρονικής διαφοράς, δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν ποτέ;  

Αυθαιρετώντας, πώς αλλιώς, εικάζω ότι και πάλι θα έχανε. Εφόσον το ιλιαδικό ηρωικό κλέος και ήθος δεν έπεισαν τον βασιλιά, που δεν στάθμιζε βέβαια ποιητικά τα πράγματα, δεν θα τον έπειθε ούτε ο περιπετειώδης οδυσσειακός βίος που αφήνει ένα βασίλειο, την Ιθάκη, έκθετο στις ορέξεις των μνηστήρων. Θα μετρούσε πιθανότατα ο Γανύκτωρ και τις μακρότατες (και όχι πάντοτε αναγκαστικές) «στάσεις» τού κατά τα λοιπά κινητικότατου ανά τη Μεσόγειο Οδυσσέα, την ηδονή που τρύγησε δίπλα στην Κίρκη και την Καλυψώ, με τις οποίες απέκτησε και παιδιά, και θα σκεφτόταν πως ο φιλοκίνδυνος ήρωας, παρά την πολυμηχανία και το φιλέταιρο πνεύμα του, και παρά το πάθος να γνωρίσει τον εαυτό του και τα όριά του, δεν είναι το καταλληλότερο πρότυπο.

Οι βασιλιάδες βασιλιάδες, ο δήμος δήμος και η ποίηση ποίηση.  

Παιδιά του Οδυσσέα, όχι όμως της γραμμής του νόμιμου Τηλέμαχου αλλά των «νόθων» που απέκτησε κατά τους σταθμούς τού νόστου, που ήταν τερπνοί μόνο μέχρι τη στιγμή που η ψυχή του μαύριζε στη μνήμη του καπνού της Ιθάκης, είμαστε όσοι αγαπάμε την ποίηση, τη θάλασσα και το ταξίδι. Αλλά το προς τα μέσα ταξίδι, εκείνο που οδηγεί στη «Νέκυια» του καθενός, ακόμα και στον Κάτω Κόσμο. Για να μάθουμε από τους νεκρούς μας ποια η ουσία της ζωής, ποιον αδικήσαμε, από ποιον δεν προλάβαμε να ζητήσουμε συγγνώμη ή να του δώσουμε όσην αγάπη άξιζε.

Η «Οδύσσεια» είναι το έπος της θάλασσας. Της γύρω αλλά και της εσωτερικής. Δεν έχουμε μιαν απλή αλληλουχία περιπετειωδών επεισοδίων. Στην έκταση των 24 ραψωδιών και των 12.000 στίχων, ο υγρός κόσμος που περιβάλλει τον χερσαίο απαντά και στα τρία γένη: η θάλασσα, ο πόντος, το πέλαγος. Πάντοτε όμως είναι πόρος, με τον Ομηρο να αναδεικνύει (ή και να ιδρύει) όλες τις έννοιες αυτής της πολύτιμης πολύσημης λέξης. Ο πόρος είναι οδός και πέραμα· ακόμα ακούω μέσα μου τη μάνα μου να μαλώνει τρυφερά τον νεκρό πατέρα μου που «δεν μπορούσε να βρει τον πόρο του Αχελώου», και τα ’χασα όταν πρωτόδα το λεξικό Liddell - Scott να δίνει στο οικείο λήμμα σαν πρώτη σημασία της λέξης τον πόρο του ποταμού. Η λέξη πόρος όμως έχει και την έννοια του επινοήματος, του τεχνάσματος. Και την έννοια του ταξιδιού. Περιφραστικά δηλώνει την ίδια τη θάλασσα, στον δε πληθυντικό της προσδιορίζει τις προσόδους, τα εισοδήματα. Η «Οδύσσεια» επικυρώνει όλες αυτές τις σημασίες αρμονικά συνδυασμένες: η θάλασσα δίχως επινοήματα δεν ταξιδεύεται, ούτε και παρέχει «σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους».

Η «Οδύσσεια», ωστόσο, δεν ιστορεί τη θάλασσα μόνο σαν αφοπλιστικό δέλεαρ. Την εξεικονίζει και σαν επικίνδυνο όριο. Είναι η ίδια η ζωή, μόνο που γεννάει αδιάκοπα τον θάνατο, ίσως και για να συντηρήσει τη ζωή εντός της: Ουδείς σύντροφος του Οδυσσέα επέζησε. Χάθηκαν όλοι τους. Τη θάλασσα σαν αξεπέραστο αλλά και φονικό όριο τη μελέτησε αμέτρητες φορές η ποίηση, στις μυριάδες γλώσσες της. Ο χώρος επιτρέπει να αναφερθώ μόνο στο ζεύγος μιας εξαιρετικής ποιητικής σύμπτωσης. Ποιητής του 3ου αιώνα π.Χ. ο Λεωνίδας ο Ταραντίνος, που έζησε πένης και πλάνης, φανέρωσε τη μαστορική του κυρίως στη λεπτή χάρη και το υψηλό πάθος που σφράγισαν τη ποιητική ιστόρηση ταπεινών θεμάτων. Σε επιτύμβιο επίγραμμά του, αποθησαυρισμένο στην «Παλατινή Ανθολογία», ο ίδιος ο νεκρός διηγείται τον φρικτό θάνατό του στα νερά του Ιονίου. Καταδύθηκε να ελευθερώσει την άγκυρα, μπλεγμένη φαίνεται σε πέτρες και φύκια, αλλά η μικρή του οδύσσεια δεν είχε ευτυχή νόστο:

«Κι η θάλασσα κι η γη με κρύβουν. Τέτοιο ασυνήθιστο / οι Μοίρες έδωσαν στον Θάρση εμέ, γιο τού Χαρμίδη. /  Στη θάλασσα λοιπόν είχα βουτήξει, στο κύμα του Ιόνιου / καταδύθηκα - μιαν άγκυρα βαριά να ελευθερώσω. / Αυτήν την έσωσα· μα ως ανέβαινα απ’ το βυθό / και ήδη τα χέρια τέντωνα στους ναύτες, / μ’ έφαγε κήτος, άγριο τρανό ήρθε / καταπάνω μου με κατασπάραξε ώς τον αφαλό· / προλάβανε οι σύντροφοι, με τράβηξαν μισόν / από το πέλαγο· τον άλλο μισό μ’ έκοψε το θηρίο. / Στην ακροθαλασσιά τ’ άθλιο κουφάρι μου έθαψαν. / Και πια ποτέ δεν θα γυρίσω στην πατρίδα, ξένε».
 

Αιώνες αργότερα, ο Διονύσιος Σολωμός καταπιάνεται μ’ ένα παραπλήσιο ταπεινά συγκλονιστικό θέμα. Αν γνώριζε το ποίημα του Λεωνίδα δεν το ξέρω, άλλωστε καταδύθηκε σε πολύ βαθύτερα ποιητικά νερά, για να ανασύρει πυκνότατους στίχους όπου το μεγαλειώδες θαύμα της ζωής και του κόσμου συνυπάρχει αναπόφευκτα με τον θάνατο· η θάλασσα παραμένει δέλεαρ, αλλά κρύβει και τέρατα, κι όχι φανταστικά. Ο Σολωμός παρακινήθηκε από πραγματικό περιστατικό, που συνέβη στις 19.7.1847, επίσης στα νερά του Ιονίου: