"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΡΤΖΟΥΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΡΤΖΟΥΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ: Ίμια 1996. Πως το πάθημα πρέπει να γίνεται μάθημα!

Αντιναυάρχου ε.α ΠΝ, Επίτιμου Διοικητή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και Προέδρου του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ).

Είκοσι έτη μετά την κρίση των Ιμίων, η Ελλάς βιώνει τις γκρίζες επιπτώσεις της, ενώ από τις πολιτικές της ηγεσίες δεν προκύπτουν δυστυχώς ενδείξεις ειλικρινούς διαθέσεως θεραπείας των τότε σφαλμάτων. Από το 1996 έως σήμερα έχει εκδοθεί σειρά σχετικών βιβλίων από ορισμένους πρωταγωνιστές της κρίσεως ή από κάποιους ευαισθητοποιημένους δημοσιογράφους αλλά απουσιάζει η κρατική ειλικρινής, διεξοδική και εμπεριστατωμένη ανάλυση της κρίσεως, οι εξ αυτής διαπιστώσεις και συμπεράσματα, κυρίως δε οι διορθωτικές και θεσμοθετημένες δέουσες ενέργειες (κυρίως σε πολιτικό επίπεδο).


Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι κατά την διάρκεια μίας διακρατικής κρίσεως άμυνας και ασφάλειας, την αποκλειστική ευθύνη της διαχειρίσεως αυτής φέρει η πολιτική ηγεσία της χώρας.  

Η εκάστοτε κυβέρνηση ευθύνεται για την πρόληψη, την έγκαιρη αναγνώριση και την διαχείριση μίας κρίσεως με σειρά μέτρων (διπλωματικών, οικονομικών, στρατιωτικών κ.λπ.) κλιμακώσεως ή αποκλιμακώσεως, στο πλαίσιο της αποτροπής, ενώ οι εμπλεκόμενοι φορείς (ιδιαίτερα το ΥΠΕΞ και το ΥΕΘΑ), οφείλουν να ακολουθούν πιστά τις σχετικές πολιτικές αποφάσεις. Το ορθό και εφικτό των πολιτικών αποφάσεων εξαρτάται εν πολλοίς και από την διαρκή παροχή στρατιωτικών ενημερώσεων και εισηγήσεων από την στρατιωτική προς την πολιτική ηγεσία (απαίτηση στενών και ομαλών σχέσεων μεταξύ τους). 


Σε κάθε περίπτωση η επιτυχής αποτροπή του αντιπάλου σε περίοδο κρίσεως, προϋποθέτει κατ’ ελάχιστον πολιτική βούληση χρήσεως στρατιωτικής ισχύος (εάν απαιτηθεί) και Ένοπλες Δυνάμεις ικανές να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά όχι μόνο θερμά επεισόδια αλλά και μία γενική πολεμική αναμέτρηση.


Μία κρίση χαρακτηρίζεται από στενότητα χρόνου, ένταση, πυκνή και δυναμική αλληλουχία γεγονότων,  πληθώρα πληροφοριών ενίοτε συγκεχυμένων ή και αλληλοσυγκρουομένων, ψυχική και σωματική καταπόνηση, καθώς και απαίτηση λήψεως σημαντικών αποφάσεων υπό πίεση. Κατά συνέπεια η επιτυχής αντιμετώπιση μίας κρίσεως απαιτεί προϋπάρχουσα θεσμική, ηγετική, οργανωτική, γνωστική, εμπειρική και υλική προετοιμασία σε όλα τα επίπεδα. Ελλείψεις συνεργασίας και οργανώσεως, αμοιβαίες καχυποψίες,αυθαίρετοι ερασιτεχνισμοί, καθώς και ανάγκη για  φροντιστήρια βασικών γνώσεων εν ώρα κρίσεως, απλώς συναποτελούν την βέβαιη συνταγή μίας αποτυχίας.


 Τα κύρια πολιτικά σφάλματα της κρίσεως των Ιμίων συνοψίζονται επιγραμματικά στα ακόλουθα:


-Παρά τις ενδείξεις η κρίση δεν εντοπίσθηκε έγκαιρα, ώστε να υπάρξουν ανάλογες προληπτικές ενέργειες. Ακόμη και όταν η κρίση έγινε ορατή, αρχικά υποβαθμίσθηκε.


-Το αποκλειστικά αρμόδιο ΚΥΣΕΑ ουδέποτε συνεκλήθη, με αποτέλεσμα ο Πρωθυπουργός να ενημερώνεται κυρίως από συμβούλους και άλλοι φορείς (π.χ. ΥΕΘΑ, Α/ΓΕΕΘΑ) να αποδεσμεύουν εξ ανάγκης Εθνικούς Κανόνες Εμπλοκής, αρμοδιότητος ΚΥΣΕΑ. 


-Οι αντιδράσεις υπήρξαν ανακλαστικές και όχι αποτέλεσμα στρατηγικού σχεδιασμού.


-Δεν αξιοποιήθηκαν πλήρως τα διπλωματικά και γεωπολιτικά μας ερείσματα.


-Η πολιτική ηγεσία δεν γνώριζε στοιχειώδεις κανόνες αποτροπής, καθώς και βασικές διαδικασίες κλιμακώσεως και αποκλιμακώσεως της κρίσεως.


-Οι σχέσεις πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας δεν ήταν αγαστές.


-Υπήρχε αμοιβαία καχυποψία μεταξύ κορυφαίων στελεχών της κυβερνήσεως.


-Υπήρχε έλλειψη συνεργασίας μεταξύ συναρμοδίων Υπουργείων.


-Υπήρξαν πολλαπλοί και παράλληλοι δίαυλοι επικοινωνίας με το εξωτερικό, δίχως μάλιστα κοινή γραμμή.


-Υπήρξε αναντιστοιχία πολιτικών εξαγγελιών και πράξεων.


-Ουδέποτε η πολιτική ηγεσία (ή στελέχη αυτής) ενημερώθηκεκαι έλαβε αποφάσεις στον φυσικό χώρο αντιμετωπίσεως κρίσεων που είναι το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων.


-Αγνοήθηκε η ΕΥΠ.


-Η πολιτική ηγεσία επέρριψε ευθύνες αποκλειστικά στις ΕΔ της χώρας και δεν προέβη σε αυτοκριτική.

TOΥΡΚΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΕΟΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η αποτρεπτική ισχύς είναι το μόνο που μετράνε οι πασάδες - Ακούτε "διπλωμάτες" της κουμπαριάς και της ζεϊμπεκιάς?

Αντιναυάρχου ΠΝ ε.α.


Επί χρόνια αναρωτιέται ο μέσος έλληνας πολίτης γιατί η χώρα του διακινδυνεύει τη διεθνή αποτρεπτική της φήμη, με κίνδυνο προκλήσεως διεθνούς ανυποληψίας, όταν απλώς παρακολουθεί και καταγράφει διαρκείς προκλήσεις, πιέσεις, εχθρικές ενέργειες, παρεμβάσεις, παραβάσεις και παραβιάσεις της Τουρκίας επί κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και δεν απαντά ανάλογα.
 

Αντιθέτως, με όλα τα προηγούμενα σε εξέλιξη και υπό καθεστώς casus belli, η Ελλάς συνομιλεί αδιαλείπτως και για χρόνια με την Τουρκία εφ' όλης της ύλης, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί ένθερμο υποστηρικτή της εισόδου της χώρας αυτής στην ΕΕ.

  Θα προέβαινε η Τουρκία σε αντίστοιχες ενέργειες εάν στην θέση της Ελλάδος βρισκόταν το Ισραήλ (το ερώτημα ρητορικό και η απάντηση γνωστή);
 



Η αποτρεπτική ισχύς είναι ο μόνος παράγων που εξασφαλίζει το απαιτούμενο κλίμα ασφαλείας για κάθε οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική δραστηριότητα και πρόοδο. 


Αποτροπή υφίσταται μόνο στις περιπτώσεις που ο αντίπαλος έχει πεισθεί ότι για κάθε του πρόκληση, θα υποστεί υψηλό κόστος και δυσανάλογο του αναμενομένου γι' αυτόν πολιτικού οφέλους. 


Όπως γίνεται αντιληπτό, εδώ και χρόνια η χώρα μας αφίσταται της αποτροπής και έχει σχεδόν εθισθεί στην κατευναστική πολιτική (παρά τις περί του αντιθέτου εξαγγελίες). 


Η πρακτική του «κατευνασμού», προ της απειλής πολέμου από ισχυρότερο αντίπαλο, προβλέπει διαρκείς σταδιακές υποχωρήσεις δίχως σαφή καθορισμό «κόκκινων γραμμών» και είναι ενίοτε αποδεκτή ως προσωρινή τακτική, προκειμένου η αδύναμη πλευρά να εξασφαλίσει πολύτιμο χρόνο έως ότου ισχυροποιηθεί. Ο «κατευνασμός», εν τούτοις, ως πάγια στρατηγική ισοδυναμεί με εγκατάλειψη των εθνικών συμφερόντων και, συνεπώς, κάθε υγιής εθνικά Πολιτεία αλλά και κάθε ακμαία κοινωνία δίχως εκφυλιστικές και αυτοκτονικές τάσεις, θα έπρεπε να τον απορρίπτει ακόμη και ως σκέψη.
 


Η Πολιτεία μας «κατευνάζει» τη χώρα που η ίδια χαρακτηρίζει ως στρατιωτική απειλή, κατά τα τελευταία έτη, αλλά δυστυχώς όχι για να κερδίσει χρόνο προκειμένου να ισχυροποιηθεί στρατιωτικά και να επανέλθει στην αποτρεπτική στρατηγική. Είναι ενδεικτικό, ότι σύμφωνα με το πρόγραμμα «αφοπλισμού» μας, οι δαπάνες για τις ελληνικές ΕΔ θα κυμανθούν στα 550 εκατ. ευρώ ετησίως περίπου για τα επόμενα πέντε έτη, όταν η Τουρκία προβλέπεται να δαπανήσει για εξοπλιστικά προγράμματα έως το 2023, περί τα 70 δισ. δολάρια.
 


Μερίδα πολιτικών διατείνεται ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα πρέπει να περικοπούν (πόσο άραγε περισσότερο;) διότι αφενός μεν καταλήγουν σε «μίζες», αφετέρου δε είναι άχρηστα αφού κρίνεται ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική σύγκρουση με την Τουρκία. 


Για το πρώτο σκέλος του επιχειρήματος είμαι βέβαιος ότι εάν υπήρχε πολιτική βούληση θα ήταν δυνατή η άμεση πάταξη του φαινομένου της διαφθοράς, με σειρά προληπτικών, οργανωτικών και κατασταλτικών μέτρων στα οποία θα προεβλέπετο, μεταξύ άλλων, η άμεση δικαστική και οικονομική εξόντωση αλλά και διαπόμπευση των επιόρκων.


Όσο για το δεύτερο σκέλος του επιχειρήματος, εφόσον κρίνεται πολιτικά ότι δεν θα υπάρξει στρατιωτική αναμέτρηση με την Τουρκία, αυτό θα πρέπει να αποτυπωθεί επισήμως προς την στρατιωτική μας ηγεσία. Το μόνο πολιτικά ανέντιμο είναι να καταγράφεται επισήμως η Τουρκία ως στρατιωτική απειλή δίχως να χορηγούνται τα απαιτούμενα μέσα στις ΕΔ και η στρατιωτική υλική διαφορά ισχύος να αυξάνεται διαρκώς και ραγδαίως υπέρ της Τουρκίας (εκτιμώ ότι εξακολουθούμε να έχουμε ανώτερο έμψυχο δυναμικό αλλά ως πότε;).  


Δυστυχώς, μόνο η έγερση της κοινής γνώμης των ωρίμων πολιτών είναι δυνατόν να συγκινήσει και να μεταβάλει την πολιτική βούληση προς την ορθή κατεύθυνση: