"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η κουλτούρα της αγένειας

Γράφει η Χαριτίνη Καρακωστάκη 
Πολιτική επιστήμων, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Paris)

Οταν συναντιούνται τυχαία δύο άγνωστοι στον δρόμο, έλεγε ο Ερβιν Γκόφμαν (αμερικανός κοινωνιολόγος των ηθών της καθημερινής ζωής), αυτό που ακούγεται συχνότερα να βγαίνει από το στόμα τους είναι «καλημέρα» και «συγγνώμη». Και συμπλήρωνε: Αυτά τα «καλημέρα» και τα «συγγνώμη» πρέπει να τα λάβουμε σοβαρά υπόψη και να τα μελετήσουμε, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί μια κοινωνία. 
 
Αν ο Γκόφμαν μπορούσε να κάνει μια βόλτα σε ένα ελληνικό αστικό κέντρο τού σήμερα, ας πούμε στην πρωτεύουσα, θα παρατηρούσε ότι όταν συναντιούνται δύο άγνωστοι μπορούν να ακουστούν πολλά διαφορετικά πράγματα, εκ των οποίων σπανιότερα «καλημέρα» και «συγγνώμη». Ο εισαγωγικός χαιρετισμός συχνά απουσιάζει ή στην καλύτερη περίπτωση αντικαθίσταται από ένα, μάλλον επιθετικό, «να σας πω!». Η έκφραση δε του αιτήματος που πυροδοτεί την επικοινωνία είναι συχνά αδιαμεσολάβητη: «Θέλω αυτό» ή «Εχετε το τάδε;» ή «Το τσιγάρο σας έρχεται κατευθείαν πάνω μου!». Η απουσία  της λεκτικής ευγένειας συνοδεύεται συχνά και από εκφράσεις αγένειας πέραν της φυσικής γλώσσας: η παντελής αδυναμία συγκρότησης ουράς σε ένα ταμείο και οι συνακόλουθοι αναστεναγμοί δυσαρέσκειας που βγαίνουν από το παρατοποθετημένο μπουλούκι των ανθρώπων, το σολιψιστικό μπλοκάρισμα του διαδρόμου ή της πόρτας στο βαγόνι του μετρό, η ευκολία με την οποία κάποιος «δεν σε βλέπει» και σε προσπερνά κλέβοντας τη σειρά σου, χωρίς να αντιλαμβάνεται καν το «δυνατό άγγιγμα» που προκύπτει από το «ασυναίσθητο» σκούντημα ή ποδοπάτημα, δεν είναι παρά μερικές από αυτές.
 

Η αγένεια δεν είναι προφανώς ελληνικό προνόμιο. Σε όλες τις πόλεις, όπου η επικοινωνία δεν γίνεται με όρους γνωριμίας όπως συμβαίνει στις πιο μικρές κοινότητες, οι άνθρωποι συχνά απογοητεύονται από τη συμπεριφορά τρίτων απέναντί τους. Το ενδιαφέρον όμως της ελληνικής αγένειας στις τυχαίες δημόσιες συναντήσεις μεταξύ αγνώστων είναι ότι αυτή δεν γίνεται ποτέ αντιληπτή ως μεμονωμένη παρέκκλιση από έναν κανόνα αστικής ευγένειας παρά θεωρείται κανονικότητα. Αντίθετα, μέσα σε ένα καθεστώς απόλυτης αστικής διαστροφής, οι τύποι ευγένειας είναι εκείνοι που θεωρούνται παρέκκλιση και γίνονται συχνά αντικείμενο γελοιοποίησης, σχολιασμού και (καλοπροαίρετης;) πλάκας.

Η κουλτούρα της αγένειας διαμορφώνει ασφαλώς και τους όρους δημοσιότητας των δημοσίων προσώπων. Φωνές, τσιρίδες, υποτιμητικός πληθυντικός και μάγκικος ενικός κυριαρχούν στη ζωντανή και τηλεοπτική πολιτική αντιπαράθεση. «Ακούς τι σου λέω, ρε; Ακούς τι σου λέω;», «Αυτό που σου λέω, εγώ!» ακούγονται να βγαίνουν από το στόμα μελιτζανοκόκκινων προσώπων έτοιμων να εκραγούν. Περιγραφικά επίθετα εν είδει κατηγορητηρίου (Καραγκιόζης, μαφιόζοι, λαμόγια, ρουφιάνοι) και ηθικολογίζοντες αφορισμοί («σα δεν ντρέπεστε!», «καλά, εντάξει, μπαρμπούτσαλα») και πού και πού κανένα αναστοχαστικό συγγνώμη («Μα είστε εντελώς ηλίθιος, συγγνώμη κιόλας») δίνουν και παίρνουν προτού τα διακόψει ρυθμικά η τέλεια μονοτονία της επανάληψης: «Με αφήνετε να μιλήσω; Με αφήνετε να μιλήσω; Μα γιατί δε με αφήνετε να μιλήσω;».
 

Ο ευτραφής γεράκος, η κοινωνία της αφθονίας και το τέλος της Μεταπολίτευσης

Γράφει η  Χ. Καρακωστάκη 
Πολιτικός επιστήμων, υποψήφια διδάκτωρ Κοινωνιολογίας στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales (Paris)
Σε ένα από τα τελευταία γράμματα που έστειλε ο συγγραφέας του «Αρχοντα των δαχτυλιδιών» Τζ. Ρ. Ρ Τόλκιν στα παιδιά του ως Αϊ-Βασίλης έγραφε: «Ο κόσμος μοιάζει πια πολύ ψυχρός για μαγεία. Ο αριθμός των παιδιών που εξακολουθούν να μου γράφουν συνεχώς μικραίνει. Είναι, υποθέτω, εξαιτίας αυτού του πολέμου».  
Ηταν Δεκέμβριος του 1939 και μόλις είχε ξεσπάσει ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Τα χρόνια που ακολούθησαν ο εορτασμός των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς παρήκμασε σημαντικά, ώσπου επανήλθε ενδυναμωμένος μετά το 1945 για να καθιερωθεί σταδιακά ως η πλέον μοντέρνα γιορτή της εύρωστης Δύσης - η διακόσμηση, η φωταγώγηση των δημόσιων χώρων και η ανταλλαγή υλικών αγαθών ευνοούνται τον καιρό της ευημερίας και της ευμάρειας.
Το έθιμο του Αϊ-Βασίλη είναι η κορύφωση αυτών των εορτασμών. Το αμερικανικό άβαταρ του ευτραφούς γεράκου με την κόκκινη φορεσιά και την άσπρη γενειάδα δεν είναι παρά προϊόν μιας συμβατικής πολιτισμικής σύγκλισης διαφορετικών μυθολογιών και ονομάτων που αποδίδονται στο πρόσωπο εκείνου που μοιράζει τα δώρα. Ωστόσο, η επικράτηση αυτού του αρχαϊκού εθίμου, αξεδιάλυτα στην καθολική Ευρώπη και την προτεσταντική Αμερική, και η μακρά του επιτυχία μαρτυρούν μία βαθύτερη ανθρωπολογική σκοπιμότητα.
Ο Αϊ-Βασίλης δεν είναι ούτε μυθικό ον ούτε κανονικός άγιος. (Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ίσως η μόνη που κατάφερε να συγκεράσει την ιστορική της παράδοση με το μοντέρνο έθιμο). Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι ενώ ο μισός - ενήλικος - πληθυσμός δεν πιστεύει σε αυτόν, ενθαρρύνει τον άλλο μισό - ανήλικο - να το κάνει, φροντίζοντας μάλιστα να διατηρεί και να αναπαράγει το μυστικό του. Ενώ, λοιπόν, οι ενήλικοι αποδίδουν την προθυμία τους να συντηρούν το έθιμο στη χαρά που αυτό δημιουργεί στα παιδιά, στην πραγματικότητα ο λόγος της επιμονής τους πρέπει να αναζητηθεί στα συναισθήματα που αυτό γεννά στους ενηλίκους.
Οπως όλες οι διαβατήριες τελετές και οι τελετές μύησης, έτσι και αυτή του Αϊ-Βασίλη είναι γιορτή ετερότητας. Μια ισχυρή διχοτομία εγκαθίσταται ανάμεσα στους αδαείς που περνάνε τη δοκιμασία της κρίσης και ανταμείβονται στη βάση της ετερονομίας τους και στους γνώστες, τους κύριους ενορχηστρωτές του τελετουργικού. Αυτό που καλούνται οι ενήλικοι οργανωτές να γιορτάσουν δεν είναι ο Εαυτός αλλά ο Αλλος και η ετερότητά του - εν προκειμένω, τα παιδιά και η μη ολοκληρωμένη κοινωνική, ηθική και πολιτική τους υπόσταση.

Πολλοί ανθρωπολόγοι έχουν δείξει ότι στην ουσία πρόκειται για υπενθύμιση του θανάτου και για έμμεση μνεία στους νεκρούς προγόνους - εξάλλου, ο θάνατος εμπεριέχει την απόλυτη ιδέα της ετερότητας.  
Τιμώνται πρωτίστως τα παιδιά, ακόμα ασχημάτιστα και ανολοκλήρωτα όντα, ημιτελείς υπό κατασκευή πολίτες που βρίσκονται λόγω ηλικίας πιο κοντά στο σκοτεινό άπειρο από το οποίο όλοι προήλθαμε και στο οποίο αναπόφευκτα θα καταλήξουμε.  
Τιμώνται όμως μαζί τους και οι άποροι, οι κατατρεγμένοι και οι ηλικιωμένοι που μοιράζονται με τα παιδιά την αδυναμία, την ανημπόρια και τον κοινωνικό αποκλεισμό. 
Γι' αυτό Αϊ-Βασίλης ντύνεται πάντα κάποιος εύρωστος, νεότερος ή γηραιότερος, πάντως ποτέ κάποιος άρρωστος.
Πρόκειται στην ουσία για διαγενεσιακή αλλά και διαταξική ανταλλαγή στην οποία περιλαμβάνονται όλες οι πρακτικές δωροθεσίας και δωροληψίας που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκεια των γιορτών, όχι μόνο το βράδυ της Πρωτοχρονιάς. Στην Ελλάδα της κρίσης είδαμε να πολλαπλασιάζονται τα παζάρια, τα συσσίτια αστέγων, η συλλογή ρούχων και τροφίμων. Από τα καλάθια στα σουπερμάρκετ μέχρι τους τηλεμαραθώνιους των καλλιτεχνών βγαίνει ένα μήνυμα αλληλεγγύης.

Η Μεταπολίτευση τελειώνει. Καμία άλλη γενιά, εκτός της γενιάς της, δεν γιόρτασε το έθιμο του Αϊ-Βασίλη με τόση ένταση και υλική αφθονία.