"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΒΑΦΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ηγεμών εκ Δυτικής...Κασσέλας!»

 


Ο Κωνσταντίνος Καβάφης (1863-1933) στο ποίημά του «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» σατίριζε, με την υπέροχη λεπτή ειρωνεία του, τις άστοχες και καταδικασμένες εκ των προτέρων σε αποτυχία απόπειρες ανθρώπων να προσποιηθούν κάτι που δεν είναι, να «φορέσουν» ρόλο που δεν τους ταιριάζει.

Ο «Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης» δεν είναι Ελληνας και πασχίζει να φανεί έτσι. Αλλά, αλίμονο, τρέμει μην τον προδώσει η ελληνική γλώσσα, την οποίαν δεν κατέχει, ο φουκαράς, και τον πάρουν στον μεζέ οι ελιτιστές οι Αλεξανδρινοί…

Αξίζει να το διαβάσετε. Κάτι θα σας θυμίσει:

Αρεσε γενικώς στην Aλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Aριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ’ όνομά του, κ’ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν̇ ήταν μετριόφρων.
Aγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ’ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.


Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ενας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.

Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Ελληνας,
έμαθ’ επάνω, κάτω σαν τους Ελληνας να φέρεται̇
κ’ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι

μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ’ οι Aλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.


Γι’ αυτό και...

 

"Επίγεια μαγεία" (90 χρόνια από τον θάνατο του ΓΙΓΑΝΤΑ της ποίησης Κωνσταντίνου Καβάφη...)

 

«Ας φρόντιζαν»

 

Κατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης.
Αυτή η μοιραία πόλις, η Αντιόχεια
όλα τα χρήματά μου τα ’φαγε:
αυτή η μοιραία με τον δαπανηρό της βίο.

Αλλά είμαι νέος και με υγείαν αρίστην.
Κάτοχος της ελληνικής θαυμάσιος
(ξέρω και παραξέρω Αριστοτέλη, Πλάτωνα·
τι ρήτορας, τι ποιητάς, τι ό,τι κι αν πεις).
Από στρατιωτικά έχω μιαν ιδέα,κι έχω φιλίες με αρχηγούς των μισθοφόρων.
Είμαι μπασμένος κάμποσο και στα διοικητικά.
Στην Αλεξάνδρεια έμεινα έξι μήνες, πέρσι·
κάπως γνωρίζω (κι είναι τούτο χρήσιμον) τα εκεί:
του Κακεργέτη βλέψεις, και παλιανθρωπιές, και τα λοιπά.

Οθεν φρονώ πως είμαι στα γεμάτα
ενδεδειγμένος για να υπηρετήσω αυτήν την χώρα
,
την προσφιλή πατρίδα μου Συρία.

Σ’ ό,τι δουλειά με βάλουν θα πασχίσω
να είμαι στην χώρα ωφέλιμος. Αυτή είν’ η πρόθεσίς μου.
Αν πάλι μ’ εμποδίσουνε με τα συστήματά τους –
τους ξέρουμε τους προκομμένους: να τα λέμε τώρα;
αν μ’ εμποδίσουνε, τι φταίω εγώ.

Θ’ απευθυνθώ προς τον Ζαβίνα πρώτα,
κι αν ο μωρός αυτός δεν μ’ εκτιμήσει,

θα πάγω στον αντίπαλό του, τον Γρυπό.
Κι αν ο ηλίθιος κι αυτός δεν με προσλάβει,
πηγαίνω παρευθύς στον Υρκανό.

Θα με θελήσει πάντως ένας απ’ τους τρεις.

Κι είν’ η συνείδησίς μου ήσυχη
για το αψήφιστο της εκλογής.
Βλάπτουν κι οι τρεις τους την Συρία το ίδιο.

Αλλά...

 

ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ - ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ: «Θερμοπύλες»

 

Αυτές τις ημέρες, που στιγματίζονται από τις μνήμες των Ιμίων και το ψυχικό άλγος για την απώλεια των πιλότων του Phantom στην Ανδραβίδα, γίνεται συχνά αναφορά σ’ ένα ποίημα του Κ. Π. Καβάφη, τις «Θερμοπύλες».

● Το ποίημα γράφτηκε το 1903 και καταστερίζει τους πολεμιστές των Θερμοπυλών στα έσχατα ουράνια σύνορα της αρετής. Αξίζει να το διαβάσετε και να έχετε κατά νου μια σημαντική λεπτομέρεια: με τη λέξη «γενναίοι» ο ποιητής εννοεί τους γενναιόδωρους -«γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι»- και όχι τους εύψυχους.

Δεν είναι ταξική η αναφορά του, δεν θεωρεί ότι είναι θαρραλέοι μόνο οι πλούσιοι, αλλά πως μπορούν να συμβάλουν υλικά περισσότερο από τους άλλους. Γι’ αυτό συνεχίζει γράφοντας «κι όταν είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι».

«Θερμοπύλες

Tιμή σ’ εκείνους όπου στη ζωή των
όρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κι ίσοι σ’ όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ’ εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τούς πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κι οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε».
 

Το μόνο στοίχημα που οφείλουμε να βάλουμε με τους εαυτούς μας όσον αφορά αυτό το ποίημα είναι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΑΘΡΟΜΑΧΜΟΥΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Καβάφης σχολιάζει τα ταξίδια μας

 


Αρκετοί ταξιδεύουν νοερά στη Ρώμη για να χαρούν με τη χαρά των Ιταλών που «λευτερώθηκαν» από τη Γερμανία

    Από τον Παναγιώτη Λιάκο

Η Αθήνα κατάντησε ένα απέραντο ουρητήριο, οι τοίχοι της σαπίζουν από τα γκράφιτι, η μπούρκα πάει σύννεφο, η παρακμή κι ο εξισλαμισμός σε αρπάζουν από τα μούτρα, κι εσύ προσπαθείς ν’ αποδράσεις, με τον νου, στη Ρώμη. Εκεί που πανηγυρίζει η νικήτρια των εκλογών Τζόρτζια Μελόνι.

Αυτού του είδους τις μάταιες εγκεφαλικές αποδράσεις τις έχει αναλύσει διεξοδικά ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημά του «Η πόλις», το οποίο γράφτηκε το 1894 και δημοσιεύτηκε το 1910. 

Παρατίθεται ως έχει προς μελέτη:

«Η πόλις»

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου -σαν νεκρός-
θαμμένη.

Ο νους μου ως πότε μες στον
μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Οπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις,
δεν θα βρεις άλλες θάλασσες.

Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους
δρόμους θα γυρνάς τους ίδιους.  
Και στες γειτονιές
τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά
θ’ ασπρίζεις.

Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.

Έτσι που...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Καβάφης δεν έχει γράψει μόνο την "Ιθάκη"

Επειδή η Ιθάκη έχει «καταντήσει» εύκολη αναφορά για πάσα χρήση είπα  ο φίλος του ιστολογίου ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ
(dtheodoro@hotmail.com μας θυμίζει  και ένα άλλο ποιηματάκι του μεγάλου Αλεξανδρινού που και αυτό έχει «βαθύ» νόημα όπως άλλωστε και η Ιθάκη αλλά για ευνόητους λόγους είναι κάπου "ξεχασμένο"……

Η Σατραπεία

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: (Εξυπνότερε λαέ του κόσμου) Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες

Είπες· «Θα πάγω σ’ άλλη γη, θα πάγω σ’ άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη από αυτή.

Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ’ είν’ η καρδιά μου — σαν νεκρός — θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

 

Καινούριους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·

και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ’ ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού — μη ελπίζεις—
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
 
Έτσι που...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εν μεγάλη Eλληνική αποικία, 200 π.X.



Τα ξίδια κάθε τρόικας που βαφτίζονται γλυκάδια και θεσμοί αποτελούν παλιά συνήθεια. Την περιέγραψε ο Κωνσταντίνος Καβάφης στο ποίημα που ακολουθεί...




«Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Aποικία
δεν μέν' η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή
.


»Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.


»Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:

"Επίγεια σοφία"

Αφιερωμένη στον αξεπέραστο Κ. ΚΑΒΑΦΗ που έφυγε σαν σήμερα το 1933

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.
Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

Πρόσθεσις

Aν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Che fece .... il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

Ιθάκη

ΚΑΒΑΦΗΣ: O Αλεξανδρινός "προφήτης" (Grèce : la dette, la souveraineté et le poète d'Alexandrie)


Αυτό που αισθάνονται σήμερα πολλοί Ελληνες έχει περιγραφεί με προφητική ακρίβεια από τον μεγαλύτερο σύγχρονο έλληνα ποιητή, τον Κωνσταντίνο Καβάφη (1863-1933), σε ένα ποίημα με τίτλο «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», γραμμένο το 1928: «(...) ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός 
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή. 
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία 
είναι που κάμνουνε μια ιστορία 
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί 
αυτοί. (...) Για κάθε τι 
για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν, κ' ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, 
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής. 
Εχουνε και μια κλίσι στες θυσίες».

Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ΄ όνομά του, κ΄ η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ΄ οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.
Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ΄ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ΄ έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ΄ οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.
Γι΄ αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ΄ έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης


"Επίγεια σοφία"

Αφιερωμένη στον μεγάλο ποιητή ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΒΑΦΗ που έφυγε σαν σήμερα το 1933...

Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

Τείχη
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.


Στα 200 π.X.
«Aλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων—»

Μπορούμε κάλλιστα να φαντασθούμε
πως θ’ αδιαφόρησαν παντάπασι στην Σπάρτη
για την επιγραφήν αυτή. «Πλην Λακεδαιμονίων»,
μα φυσικά. Δεν ήσαν οι Σπαρτιάται
για να τους οδηγούν και για να τους προστάζουν
σαν πολυτίμους υπηρέτας. Άλλωστε
μια πανελλήνια εκστρατεία χωρίς
Σπαρτιάτη βασιλέα γι’ αρχηγό
δεν θα τους φαίνονταν πολλής περιωπής.
A βεβαιότατα «πλην Λακεδαιμονίων».

Είναι κι αυτή μια στάσις. Νοιώθεται.

Έτσι, πλην Λακεδαιμονίων στον Γρανικό·
και στην Ισσό μετά· και στην τελειωτική
την μάχη, όπου εσαρώθη ο φοβερός στρατός
που στ’ Άρβηλα συγκέντρωσαν οι Πέρσαι:
που απ’ τ’ Άρβηλα ξεκίνησε για νίκην, κ’ εσαρώθη.

Κι απ’ την θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία,
την νικηφόρα, την περίλαμπρη,
την περιλάλητη, την δοξασμένη
ως άλλη δεν δοξάσθηκε καμιά,
την απαράμιλλη: βγήκαμ’ εμείς·
ελληνικός καινούριος κόσμος, μέγας.

Εμείς· οι Aλεξανδρείς, οι Aντιοχείς,
οι Σελευκείς, κ’ οι πολυάριθμοι
επίλοιποι Έλληνες Aιγύπτου και Συρίας,
κ’ οι εν Μηδία, κ’ οι εν Περσίδι, κι όσοι άλλοι.
Με τες εκτεταμένες επικράτειες,
με την ποικίλη δράσι των στοχαστικών προσαρμογών.
Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά
ώς μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ώς τους Ινδούς.

Για Λακεδαιμονίους να μιλούμε τώρα!

Για νάρθουν
Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Aγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.

Ένα κερί αρκεί.Η κάμαρη απόψι
να μη έχει φως πολύ.Μέσα στην ρέμβην όλως
και την υποβολή, και με το λίγο φως —
μέσα στην ρέμβην έτσι θα οραματισθώ
για νάρθουν της Aγάπης, για νάρθουν η Σκιές.

«Οποιος μπορεί, όπως μπορεί»

Tου Κωστα Λεονταριδη

«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες. Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την, γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την στων σχέσεων και των συναναστροφών την καθημερινήν ανοησία, ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική».

Προτρεπτικός ή αφοριστικός; Την απάντηση και τη λύση του μυστηρίου -που είναι ξεχωριστή για τον καθένα- ο Κωνσταντίνος Καβάφης με το ποίημά του «Οσο μπορείς» την άφησε με την απλόχερη διαθήκη του σε όλους μας.  

Παμπόνηρος όπως ήταν, ήξερε ότι αυτό που διαβάζεται και ακούγεται ως απλούστατο και διάφανο, κάλλιστα μπορεί να αποδειχθεί δυσβάσταχτο. Κι αφού κατά δήλωση των περισσότερων νεοελλήνων -κυρίως των «αναγνωρίσιμων» που μιλούν πάντα εξομολογητικά- ο Καβάφης αποτελεί, όπως λένε, μια από τις πρώτες αναγνωστικές επιλογές, η παγίδα που έστησε ο ποιητής, ολοένα βαθαίνει κι εμπλουτίζεται από απρόσεκτους ή υπερφίαλους.

Το στοίχημα που θέτει το ποίημα, θυμίζει ένα παιχνίδι στο λούνα παρκ, εκείνο στον λαβύρινθο με τους καθρέφτες. Μπαίνεις μέσα και στην αρχή το διασκεδάζεις. Μετά το παιχνίδι γίνεται ενοχλητικό όταν τα είδωλά σου πολλαπλασιάζονται, η μορφή σου παραμορφώνεται, τρομάζεις με τον εαυτό σου, καθώς τα βήματα εκτρέπονται από την οδό της σιγουριάς. Αρκετά τράβηξε το αστείο.

Γι’ αυτό ο Καβάφης αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα διαφυγής, γνωρίζοντας ότι η λιγοψυχία είναι γνώρισμα των πολλών, ο συνδετικός μας κρίκος. Το ότι κατανοώ το «Οσο μπορείς» δεν συνεπάγεται ότι με γενναιότητα κι αυταπάρνηση σπεύδω να το εφαρμόσω στην πράξη, κάτι που στην ακραία του ερμηνεία φλερτάρει με τον πειρασμό του αναχωρητισμού. Ή συνηθέστερα, σε πιο κατανοητή εκδοχή, καταλήγει στο «τρώω τα μούτρα μου».

Ο ευφυής (αλλά είρων) ποιητής προφήτευε εκ του ασφαλούς. Ασκούμενος στην Ιστορία βεβαιώθηκε πως ούτε ο στρατιώτης ούτε ο βασιλιάς ούτε ο φτωχός ούτε ο κροίσος μπορούν να κάνουν τη ζωή τους όπως από τα βάθη της καρδιάς τους θα ήθελαν. Πάντα από όλους κάτι θα λείπει, ουδείς αρκείται σε αυτά που έχει.

Ο Καβάφης είχε πειστεί επίσης ότι το ένστικτο της αυτοσυντήρησης όταν έρχονται τα πολλά ζόρια -σαν κι αυτά που βιώνουμε ομαδικά τώρα- ακυρώνει αγαθές προθέσεις, μεταβολίζει ατομικές αντιστάσεις, μάς κάνει αγνώριστους στους διπλανούς μας, ακόμα και στους οικείους μας. Επωμιζόμενοι την πολλή συνάφεια, εναρμονιζόμενοι με τις κινήσεις των πολλών και καταπίνοντας ομιλίες, δεν πρωτοτυπούμε. Ελα όμως που «των σχέσεων και των συναναστροφών η καθημερινή ανοησία» μοιάζει με τεράστια σανίδα σωτηρίας. Ετσι επιπλέουμε ελπίζοντας, καλυπτόμενοι από τις πλάτες των άλλων, τραυματισμένοι όμως από αδέσποτα πυρά: «…δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα».

Ελλάδα 2010 μ.Χ. (Ένα επίκαιρο ποίημα του Κ. Καβάφη)

Εν μεγάλη Ελληνική Αποικία, 200 π.Χ.
Οτι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ' ευχήν στην Αποικία
δεν μέν' η ελάχιστη αμφιβολία,
και μ' όλο που οπωσούν τραβούμ' εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.
Ομως το πρόσκομμα κ' η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς).

Για κάθε τι, για το παραμικρό ρωτούνε κ' εξετάζουν,
κ' ευθύς στο νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Εχουνε και μια κλίσι στις θυσίες
παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
ή τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι' από την άλληνα την συναφή
κι' από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι' όσο στον έλεγχο σας προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι' όταν με το καλό τελειώσουνε την εργασία,
κι' ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.

Ισως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα. Είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Εχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς η Αποικία.
Ομως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να τραβούμε εμπρός.

Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ