"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΥΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΥΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Το «μέτρο» του ανθρώπινου πλούτου

Του Παναγιώτη Νούτσου 
Καθηγητή  Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.


Προβλέπεται στο εγγύς μέλλον να ανατραπεί η αναλογία εργάσιμου και διαθέσιμου χρόνου; 
Το ερώτημα αυτό προφανώς δεν στρέφεται προς τα κενά που υπάρχουν σε συνθήκες - τελευταία επισωρεύονται - «ευελιξίας» («flexicurity») και «απασχολησιμότητας» («employability»). Ούτε προς το αρκετά υψηλό ποσοστό εργαζομένων που έχουν και δεύτερη (κάποτε και τρίτη) εργασία. Ούτε, επιπλέον, προς τους νέους της σχεδόν απλήρωτης «πρακτικής άσκησης» ή προς τους συνταξιούχους που συμπληρώνουν το εισόδημά τους με «θελήματα».  

Συνολικά, αυτή η εισαγωγική επισήμανση αφορά τόσο τη χειρωνακτική όσο και τη διανοητική εργασία. 
Βρήκα μαθήτριές μου σε πολλά σημεία της Γης - ίσως τις συναντήσω και στο Διάστημα - να τραγουδούν τη νύχτα για το χαρτζιλίκι τους: στα Γιάννινα, στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στο Παρίσι, στη Μελβούρνη και στο Λος Αντζελες.

 
Το ερώτημα είναι πώς στον ίδιο εργαζόμενο, χωρίς ελαστικό αλλά με μειωμένο ωράριο που συνάμα να μη συνεπάγεται και ελάττωση του εισοδήματός του, μπορεί να επαυξάνεται ο υπό διάθεση χρόνος. 

Τούτο είναι εφικτό σε συνθήκες πλήρους «διασφάλισης», κατά τις οποίες ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας να εξασφαλίζει τη δυνατότητα ικανοποίησης των αναγκών τόσο του ζην όσο και του «ευ ζην».

 
Στον ιστορικό ορίζοντα της εποχής μας, αν και παραμένει ζωηρή η σύλληψη «άρσης» ή του «τέλους» της εργασίας, τα δικαιώματα των εργαζομένων διαθλώνται στον τρόπο κατανόησης της υπάρχουσας κοινωνίας και μιας άλλης που θα την υπερβαίνει. Η επαύξηση του διαθέσιμου χρόνου, χωρίς να καθίσταται δαπανηρός ή περιττός, συνεπάγεται την ευχέρεια να διπλασιάζεις hic et nunc τον κόσμο. Δηλαδή, πέρα απ' αυτόν που σε καθηλώνει στις ανάγκες και στους καταναγκασμούς του επιούσιου να διανοίγεται, έστω αχνά, ένας δεύτερος που φέρνει και τη σφραγίδα σου ή απλώς την αγρύπνια σου.

 
Οσο για την περίπτωση να χρησιμοποιείται ο υπό διάθεση χρόνος, πράγμα που συντελείται με τους καταναλωτικούς ρυθμούς της κοινωνίας μας, ως εύκολη δίοδος ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο σύστημα οριοθέτησης των αναγκών, το αντίδοτο βρίσκεται στη δημιουργία εστιών πολιτικής παιδείας και κοινωνικών αντισωμάτων.  

Αναντίρρητα, διενεργείται μια πολυσχιδής εκμετάλλευση του «ελεύθερου χρόνου» στους κόλπους μιας «μαζικής κουλτούρας» που εμπορευματοποιεί ό,τι θα μπορούσε να αποτελεί αξία χρήσης και επομένως το μετατρέπει σε φτηνή ανταλλακτική αξία.

 
Η απάντηση όμως σ' αυτή τη γενικευόμενη κατάσταση υπαγωγής του υπό διάθεση χρόνου στον εργάσιμο, ως «εξόδων παραστάσεως» στην αναπότρεπτη διεργασία αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης του ανθρώπου, ποια θα ήταν; 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Από την «ευτοπία» στην «ουτοπία»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Παναγιώτης Νούτσος 
Καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Αν προορισμός που ικανοποιεί είναι ο «άλλος τόπος», τότε η εστίαση των ενδιαφερόντων μας συνοψίζεται στην «ευτοπία». Αν όμως κανένας τόπος δεν μας ενθουσιάζει, αυτονόητα μας ελκύει η ου-τοπία. 
Ο μηχανισμός της τελευταίας διαχειρίζεται το αδύνατο ως δυνατό. Για τούτο καθιστά εφικτή τη σύλληψη εκείνου που η εξουσία των «κατεστημένων κοινωνιών» δεν επιτρέπει την ανάδυσή του.

Ενας πρώτος απολογισμός αφορά τις περιπτώσεις εμβολιασμού της «πολιτικής λογικής» από την «κοινωνική λογική»
. Γεγονός που λειτουργεί ως εναλλακτικός φορέας (ανα)παραγωγής του ανατρεπτικού λόγου και της ομόλογης πρακτικής. Βέβαια η διαλεκτική «είναι» και «δέοντος» γνώρισε αρκετές φολκλορικές τονωτικές ενέσεις, αν και σε γενικές γραμμές η ουτοπική παραγωγή υπήρξε και συνεχίζει να είναι η σκέψη των εξουσιαζόμενων κοινωνικών τάξεων. Με την αισθητοποίηση της περατότητας του κόσμου μας, δηλαδή των κόσμων του, ενθαρρύνονται βέβαια μορφές «ετεροτοπίας». Κυρίως για τους «κάτωθεν» μετακινούμενους σε όλα τα σημεία της οικουμένης «κατά βίου και γης ζήτησιν». Αυτός ο «άλλος τόπος» μπορεί να εγκαθίσταται προκλητικά στον υπάρχοντα κόσμο για να υποδεικνύει το απευκταίο και αντίστοιχα το ευκταίο.

Και στις δύο περιπτώσεις επιτελείται, μέσω της κριτικής των «ταυτοτήτων» και της πρόκλησης του «άλλου» ή μέσω της οικείας εναλλαγής ρόλων και στάσεων, hic et nunc, η δυνατότητα διπλασιασμού της πραγματικότητας.
Αυτή η μαθητεία στο «ταξιδεύειν» μέσα στον «άλλο» τόπο και χρόνο, δηλαδή στο σύνολο των στιγμών περάσματος από το «ταυτόν» στο «έτερον» και αντιστρόφως, γνώρισε και εξακολουθεί να γνωρίζει πολλές επιδόσεις. Ισως στο πλαίσιο μιας ώριμα αταξικής κοινωνίας, χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, όταν δηλαδή η «προϊστορία» μετατραπεί σε συνειδητή ιστορία όλων των όντων, αχρηστευθεί η ουτοπία ή ίσως αλλάξει λειτουργία.  
Αλλά μήπως είμαστε ουτοπιστές, με τον τρόπο που οι κατεστημένες δυνάμεις τούς διασύρουν, όταν συζητάμε για το μακρινό μέλλον του ουτοπικού στοχασμού;

Για την ώρα είναι μπροστά μας ο καταναγκαστικός χαρακτήρας της εργασίας, ο εξοντωτικός καταμερισμός της εργασίας και η εξειδίκευση, η υποκλοπή του «ελεύθερου χρόνου», οι φυλετικές διακρίσεις και τα προβλήματα των δύο φύλων.
Κι ακόμη ο ανταγωνισμός των πυρηνικών εξοπλισμών, η μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, η εξουθένωση της υποκειμενικότητας και η διόγκωση του κράτους, η νεοαποικιακή εξάπλωση του πολυεθνικού κεφαλαίου και ο χωρισμός των χωρών σε αναπτυγμένες, αναπτυσσόμενες και υπανάπτυκτες. Κοντολογίς, είναι εμφανής η απουσία του «homo humanus» που θα συμφιλιωνόταν με τον συνάνθρωπό του και με τη φύση.

Αν αυτά τα 'γραφε κανείς πριν από τέσσερις περίπου δεκαετίες, τότε και αυτά που ήδη μεταβλήθηκαν και αυτά - τα περισσότερα - που απομένουν να γίνουν συνέλκονται με τη διαλεκτική της Ιστορίας που στρέφει την τακτική του παρόντος προς τη στρατηγική του μέλλοντος.

Πότε επιτέλους καταφτάνει το «τέλος της Ιστορίας»;
 

Πραγματικοί άνθρωποι, ουδέτεροι αριθμοί

Γράφει ο Παναγιώτης Νούτσος 
Καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Λειτουργεί η Εθνική και αντίστοιχα η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία. Σύμφωνα με τη δεύτερη, το 27% του πληθυσμού της χώρας μας τοποθετείται «κάτω από το όριο της φτώχειας» (με στοιχεία του έτους 2010), ενώ σύμφωνα με την πρώτη η «καταγεγραμμένη» ανεργία από 14% έφτασε το 21% τον Νοέμβριο του 2011. Και όλα αυτά πριν αρχίσει να εφαρμόζεται το νέο «μνημόνιο». Το ερώτημα όμως που διατυπώνεται κάθε φορά είναι διπλό: Η «φτώχεια» πώς καθορίζεται και συναφώς πώς αντιμετωπίζεται;

Ο πιο εύκολος τρόπος, αυτόν δηλαδή που έχουν εισαγάγει οι κρατικές γραφειοκρατίες και οι «ουδέτεροι» διεθνείς οργανισμοί παρακολούθησης της οικονομίας του πλανήτη μας, είναι να καθορίζεται κάποιο «όριο». Και τούτο να φαίνεται ότι λαμβάνει υπόψη τον βαθμό ικανοποίησης των «βασικών» αναγκών του ανθρώπινου όντος, με συμφωνημένο «όριο επιβίωσης» τα λιγοστά δολάρια. Ετσι λοιπόν αριθμητικά επιμετρείται σε συγκριτικό πίνακα, εθνικό και κατ' επέκταση ατομικό, το «κατά κεφαλήν εισόδημα».

Τη φτώχεια όμως, σε κάθε περίπτωση, τη συνέχουν οι συνθήκες εκμετάλλευσης και κυριαρχίας της υφιστάμενης κοινωνίας. Ετσι προκύπτει η φτώχεια ως αποτέλεσμα της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής σύστασης των ταξικών διαιρέσεων. Αυτονόητα δεν συνιστά την «περιθωριοποίηση» κάποιων «κοινωνικά αποκλεισμένων» αλλά εγγενές δομικό στοιχείο των κοινωνικών σχηματισμών που γνωρίζουμε.

Σκηνές βοµβαρδισµένου τοπίου

Του Παναγιώτη Νούτσου 
Καθηγητή της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
 
Οι «σκηνές» που ακολουθούν διαθέτουν εσωτερική συνοχή µεταξύ τους και προέρχονται από το ίδιο ακριβώς τοπίο. ∆εν είναι οι µόνες, έχουν όµως µια ισχυρή παρουσία στη διαµόρφωση της χώρας µας.

Σκηνή πρώτη: Το «µορφωτικό κεφάλαιο» συναρτάται µε την πολιτική «εφεδρίνη», δηλαδή µε την επαύξηση της πολιτικής πίεσης και την αγρύπνια. Ως προς τους «νέους», των οποίων το ποσοστό ανεργίας υπερβαίνει το 40%, δεν µπορεί κανένας να µετρήσει µε βεβαιότητα και τον βαθµό γείωσης και απογείωσης που αποκτούν. Τούτο αφορά την κατανόηση της ιδιαιτερότητας των κοινωνιών µας και συνάµα τη σκιαγράφηση των σχεδίων υπέρβασής τους. Χωρίς να καταντούν «αιθεροβάµονες», να ενεργούν ως «χειρουργοί» της ιστορικής µεταβολής µε νυστέρι την ιδέα µιας άλλης κοινωνίας που θα άρει τον ταξικό και ετερόνοµο χαρακτήρα της… 

Σκηνή δεύτερη: Οι «µεσήλικοι» και οι «συνταξιούχοι», ανήσυχοι από την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αγωνίζονται µε νύχια και µε δόντια να κρατήσουν το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης οικογενειών µεσαίων και χαµηλών εισοδηµάτων. Κι αυτή η ανησυχία τους συνίσταται τόσο στην ανεύρεση µέσων για την οµαλή κληροδοσία των ακινήτων τους στη «νέα γενιά» όσο και για τον τρόπο οριοθέτησης αυτής της υποτιθέµενης «στρέβλωσης» που συνέβαλε στην εγχώρια «κρίση χρέους». 

Συνομιλώντας με τους διπλανούς μας

Γράφει ο Παναγιώτης Νούτσος
Καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Από μια ορισμένη οπτική γωνία, ό,τι αντιμετωπίζει η χώρα μας και κατά το τρέχον έτος, και θα βαρύνει τουλάχιστον τη δεκαετία που θα επακολουθήσει, χαρακτηρίζεται «κρίση υπερχρέωσης», εν μέσω της διεθνούς χρηματοπιστωτικής κρίσης. Κατά το 2009 το δημόσιο χρέος ξεπέρασε τα 300 δισ. ευρώ, με σχεδόν τα δύο τρίτα αυτού του ποσού να αποτελούν δάνειο της τελευταίας πενταετίας. Οταν δηλαδή, εντελώς ενδεικτικά, υπήρξαν ευνοϊκές νομοθετικές ρυθμίσεις για το τραπεζικό κεφάλαιο που γνώρισε μια νέα περίοδο κερδοφορίας. Για παράδειγμα, μειώθηκε ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών από 32% σε 29%. Ως προς το εφοπλιστικό κεφάλαιο, οι πλοιοκτήτες κρουαζιεροπλοίων απαλλάχθηκαν από τις εργοδοτικές εισφορές προς το ΝΑΤ, αλλά και οικειοποιήθηκαν τις παρακρατηθείσες εισφορές των εργαζομένων. Στο βιομηχανικό κεφάλαιο μειώθηκαν από το 35% στο 25% οι συντελεστές φορολόγησης στα κέρδη των επιχειρήσεων. Και όλα αυτά όταν το κράτος παραμένει σπάταλο και διεφθαρμένο, χωρίς να μεριμνά για τον περιορισμό- τουλάχιστον - της «φοροαπαλλαγής» και της «φοροδιαφυγής», που συνήθως συμβαίνει με τους ελεύθερους επαγγελματίες μεσαίων και κυρίως ανωτέρων εισοδημάτων.

Και τώρα που μεγεθύνεται η δυσκολία ανεύρεσης δανεικού χρήματος σε χαμηλή τιμή; Βαφτίστηκε δημοσιονομικό «νοικοκύρεμα» το «άλλος χρωστάει και άλλος πληρώνει».