"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

TOYΡΚΙΑ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Στη σκιά της πειρατείας

«Εχουν γίνει μοιραία λάθη στο Αιγαίο και αλλού. Χάσαμε νησιά δίχως τότε να το καταλάβουμε...». Αυτά είναι λόγια του Μεσούτ Γιλμάζ, τα οποία διατύπωνε με σκεπτικισμό, όταν συζητούσε (ανεπίσημα) θέματα υφαλοκρηπίδας, Αιγαίου κ.ά. εντός κι εκτός Τουρκίας.
 
Προφανώς, ο νεότερος Τούρκος υπουργός Εξωτερικών εγνώριζε από τότε, τέλη της δεκαετίας του '80, τα ενεργειακά αποθέματα και τον ορυκτό πλούτο που κρύβεται κάτω από το θαλάσσιο υπέδαφος του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αναμφίβολα γνώριζε ήδη λεπτομερώς και το πρόβλημα με την υφαλοκρηπίδα των νησιών, το οποίο είχε ανακινήσει μεθοδικά η Τουρκία ήδη κατά την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας. 

Η γείτων και «σύμμαχος» χώρα δεν προκαλούσε όμως τότε, όπως το πράττει σε καθημερινή βάση σήμερα, αναμένοντας απλά κάποιο «ελληνικό λάθος»

Το οποίο έγινε, φευ, αλλά εκεί, όπου ούτε οι Τούρκοι δεν το περίμεναν: στη μαρτυρική Κύπρο.

Οταν προέβαινε σε τέτοιες «εξομολογήσεις», τις οποίες άκουγαν με άνεση δυτικοί παράγοντες, ο σκληρός κεμαλιστής Γιλμάζ είχε μάλλον κρυμμένο στο πίσω μέρος του μυαλού του το Καστελόριζο, το γνωστό μας ακριτικό ελληνικό νησάκι, το οποίο σπάνια εμφανιζόταν στους χάρτες (ακόμη και ελληνικούς...). Οι σκέψεις αυτές του μοιραίου επίσης Μεσούτ Γιλμάζ επαληθεύονται, πλέον, μία ακόμη φορά σήμερα, όταν η στρατηγικά κομβική σημασία ενός μικρού «μοναχικού» νησιού, κειμένου μεταξύ δύο ελληνικών μεγαλονήσων, απέναντι στα μικρασιατικά παράλια του Αντιφύλλου (Μποντρούν), περιορίζει τα όρια της τουρκικής «Αποκλειστκής Οικονομικής Ζώνης» (ΑΟΖ). Βεβαίως η τουρκική πολιτική επιδιδόταν ανέκαθεν στην τακτική του τυχοδιωκτισμού και των απειλών, φθάνοντας δε να διεκδικεί ακόμη και τη Γαύδο, νοτίως της Κρήτης.

Ιδια γνώση των πραγμάτων κατείχαν βεβαίως προ πολλού διάφοροι τουρκικοί παράγοντες, έχοντας καταστρώσει ποικίλα σχέδια προκειμένου να δελεάσουν ή να υποχρεώσουν την ελληνική πλευρά σε παραχωρήσεις αναφορικά με τα θαλάσσια δικαιώματα του ελλαδικού χώρου. 

Ενα από τα σχέδια αυτά επικεντρωνόταν στη βάση μιας «επωφελούς» συνεργασίας ανάμεσα στις δύο πλευρές, το οποίο προέβλεπε και την υψηλή εποπτεία των ΗΠΑ σαν εγγύηση μιας αδιατάρρακτης ελληνοτουρκικής οικονομικής σχέσης

Ετσι καταλήξαμε να συζητείται σε διάφορα επίπεδα και διεθνή φόρα θέμα «συνεκμεταλλεύσεων» (!) στο Αιγαίο, το οποίο ευτυχώς η ελληνική πλευρά ουδέποτε έκανε αποδεκτό.  

Στον χειρισμό του θέματος αυτού είχε αναδειχθεί ιδιαίτερα ο Μεσούτ Γιλμάζ, επιρρίπτοντας έμμεσα ευθύνες στο τουρκικό υπουργείο Αμυνας αναφορικά με παραβιάσεις που γίνονταν στο Αιγαίο ύστερα από το γνωστό μορατόριουμ του 1988, προφασιζόμενος πάντα άγνοια των συμβάντων: «Εδώ έχουμε να συνεργαστούμε σε επιχειρήσεις συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο και θα τις αφήσουμε επειδή πέταξαν εκεί για λίγα δευτερόλεπτα αεροπλάνα μας;».

Κι ενώ έχουν συμβεί διάφορα «περίεργα» ώς τώρα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, από τις κιτς ζεμπεκιές μέχρι κοινές συνεδριάσεις υπουργικών συμβουλίων, δεν κατέστη ωστόσο δυνατόν να αντιληφθεί η Τουρκία ότι στο διεθνές δίκαιο δεν προβλέπεται δίκαιο του ισχυροτέρου. Μολονότι δε τούτο επιβάλλεται συχνά με την ισχύ των όπλων, δημιουργώντας έτσι αρνητικά προηγούμενα, έρχεται η ώρα που αυτό λειτουργεί και αντίστροφα εις βάρος του ισχυρού. Η Ελλάδα έχει πληρώσει άλλωστε το τουρκικό αυτό «έθιμο» με ιδιαίτερα ακριβό τίμημα: από την πόλη, στην Κύπρο και αργότερα στα Ιμια.

Κατά μια εξίσου «περίεργη» συγκυρία όμως, η σημερινή, ισλαμική πλέον, Τουρκία έκανε σχεδόν τα πάντα ώστε να απομονωθεί διεθνώς, συνεργαζόμενη σήμερα σχεδόν μόνο με τους αιμοχαρείς τζιχαντιστές του «IS». 

Σε τούτο οδηγήθηκε αφ' ενός λόγω μιας ύπουλης οθωμανολαγνείας του Νταβούτογλου, αφ' ετέρου δε κι εξαιτίας ρηξικέλευθων πρωτοβουλιών του «χαλίφη» Ερντογάν, που συνετέλεσαν στο να χάσει κάθε προσανατολισμό η εξωτερική πολιτική της γείτονος. Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που διακατέχονται από το φόβο, ότι μετά την προβλεπόμενη επίσημη ανακήρυξη κουρδικού κράτους, το οποίο θα αξιώνει ντε φάκτο μέρος της τουρκικής επικράτειας, μπορεί να προκληθούν εκεί συνθήκες Γιουγκοσλαβίας. 

Τούτο βεβαίως μόνο σε καλό για την Ελλάδα δεν θα μπορούσε να βγει. Κάθε άλλο.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Από τον μικρομεγαλισμό, στον αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό


Δύο δεκαετίες ύστερα από την καταστροφική διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, οι ολέθριες συνέπειες τυχοδιωκτικών πολιτικών αναβιώνουν και πάλι τον τρόμο στα Βαλκάνια. Τα πρόσφατα βίαια εθνικιστικά παραληρήματα, αδιανόητα σε εποχές ύφεσης, προκαλούν δέος και ανησυχία. 

Αρχές της δεκαετίας του '90, ουδείς σχεδόν θεωρούσε ως πιθανή μια πολεμική έκρηξη στην Ευρώπη, όπου ανήκουν (κατ' ευφημισμόν...) και τα Βαλκάνια.



Τα ιστορικής σημασίας ντοκουμέντα των διασκέψεων ευρωπαϊκής ασφάλειας και συνεργασίας (ΔΑΣΕ, ΟΑΣΕ) θεωρούνταν ως η ισχυρότερη εγγύηση αποφυγής συγκρούσεων και αλλαγής συνόρων για όλη την ευρωπαϊκή Ηπειρο. Σαν ειρωνεία της ιστορίας θα μπορούσε να εκληφθεί το γεγονός ότι η πρώτη σύνοδος της ΔΑΣΕ φιλοξενήθηκε για μια τριετία στο Βελιγράδι, πρωτεύουσα της χώρας, στην οποία παραβιάσθηκε «εν θερμώ» πρώτη φορά η Συνθήκη του Ελσίνκι. Στον ίδιο ιστορικό χρόνο ελάμβαναν χώρα μεταβολές συνόρων και διαλύσεις κρατικών ενώσεων στην ανατολική Ευρώπη, χωρίς να ακουσθεί καν πυροβολισμός. Κλασικό παράδειγμα η διαίρεση της Τσεχοσλοβακίας με το γνωστό «βελούδινο» διαζύγιο Τσέχων και Σλοβάκων, η προσάρτηση της Ανατολικής στη Δυτική Γερμανία, η σταδιακή διάλυση της ΕΣΣΔ κ.ά.



Στη Γιουγκοσλαβία δεν επικράτησε όμως καμιά λογική ειρηνικής διευθέτησης διαφορών αλλά εκείνη της πολεμικής αναμέτρησης. Τούτο δε, επήλθε αφενός λόγω ανεπάρκειας και τυχοδιωκτικών επιλογών των εθνικών ηγεσιών της χώρας και αφετέρου μέσω υπονομευτικών πολιτικών εκ μέρους δυτικοευρωπαϊκών παραγόντων. 


Ενας ακόμη καθοριστικός παράγων της γιουγκοσλαβικής κρίσης υπήρξε ο αμερικανικός, όταν οι ΗΠΑ, εγκαταλείποντας την αρχή της μη αναγνώρισης νέων κρατών στη Βαλκανική, στράφηκαν αίφνης κατά της Σερβίας. 


Η αλλαγή στάσης των ΗΠΑ έμελλε να κορυφωθεί με την απόφασή τους, ως ΝΑΤΟ, να πλήξουν πολεμικά τη Σερβία, αποσπώντας εδαφικό της τμήμα, επί του οποίου ήταν εγκατεστημένη η μεγαλύτερη στρατιωτική βάση της Γιουγκοσλαβίας. Σήμερα η βάση αυτή λειτουργεί στο Ουρόσεβατς υπό αμερικανική σημαία και με το όνομα «Καμπ Μποντστίλ».



Επιβάλλοντας τη δημιουργία ενός προτεκτοράτου της Ε.Ε. στον ιστορικά βεβαρημένο χώρο του Κοσσυφοπεδίου, οι ΗΠΑ κι οι «πρόθυμοι» εκ των συμμάχων της κατέστρεφαν πλέον και τον πυρήνα της Συνθήκης του Ελσίνκι.



Ενώ ώς τότε αναγνωρίζονταν διεθνώς ομόσπονδα τμήματα χωρών με εθνικά χαρακτηριστικά ως κράτη, η απόσχιση του Κοσόβου από τη Σερβία δεν είχε κανένα παρόμοιο προηγούμενο. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να διασπασθεί πρώτη φορά ανοιχτά η Ε.Ε. και σημαντικός αριθμός κρατών-μελών της να μην αναγνωρίσουν την υπόσταση αυτού του κρατικού μορφώματος.



Επακόλουθα τούτου βιώνουμε από καιρό πλέον σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης καθώς το «ξήλωμα του πουλόβερ», που άρχισε με τις αποσκιρτήσεις χωρών στη Γιουγκοσλαβία, δεν φαίνεται να έχει τέλος. Εκτός των περιπτώσεων Σκοτίας, Καταλονίας, «Παντανίας» κ.ο.κ., οι θερμές συγκρούσεις στην Ουκρανία φανερώνουν σήμερα το μέγεθος μιας διεθνοπολιτικής κατάρρευσης που επήλθε μετά την απόσχιση του Κοσσυφοπεδίου από τη Σερβία.



Μια έκφανση ενός επικίνδυνου αλβανικού εθνικιστικού τυχοδιωκτισμού είχε αντιμετωπίσει ήδη η χώρα μας στην πρώτη μετακομμουνιστική περίοδο, όταν η κυβέρνηση Μπερίσα επιχείρησε να τρομοκρατήσει με συλλήψεις και δίκες την ελληνική μειονότητα στη Βόρειο Ηπειρο. Σε τούτο προστέθηκαν αργότερα οι προκλήσεις των Αλβανοτσάμηδων που επεδίωκαν να ζωντανέψουν από εκεί φαντάσματα του παρελθόντος. Τα φαινόμενα αυτά διογκώθηκαν με τη δημιουργία του κρατικού μορφώματος του Κοσόβου, γεγονός που εξέθρεψε συμμορίες ακραίων και εγκληματικών δυνάμεων, οι οποίες και διακινούν σενάρια περί Μεγάλης Αλβανίας. Οι χάρτες που εμφανίζουν διεκδικήσεις και στο ελληνικό έδαφος, όπως τους Νομούς Θεσπρωτίας, Ιωαννίνων, Πρεβέζης και χώρο της Δυτικής Μακεδονίας, αντιμετωπίζονταν μέχρι πρότινος ως «αστεία» από πλευράς μας ενώ τώρα προκαλούν σοβαρό προβληματισμό. Ο αρχικός σκιπεταρικός μικρομεγαλισμός προσλαμβάνει ήδη χαρακτηριστικά μεγαλοϊδεατισμού, εντός κι εκτός Αλβανίας.


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Αιμοχαρής ευρωισλαμισμός και Δύση

Πίσω από την αποτρόπαια όσο και ανατριχιαστική εικόνα των τζιχαντιστών σφαγέων στο κεντρικό Ιράκ υπάρχει κάτι το «παράδοξο» που εύλογα παρασιωπάται συχνά.  

Πρόκειται για την ψυχοκοινωνική ταυτότητα και προέλευση όλων εκείνων που πρωταγωνίστησαν στη σύσταση του Ισλαμικού Κράτους («IS»), το οποίο υφίσταται και λειτουργεί ήδη στη Μέση Ανατολή.
 
Στην πλειονότητά τους τα στελέχη αυτά των αιμοσταγών τζιχαντιστών του φρικαλέου «IS» έφθασαν στη Μέση Ανατολή προερχόμενοι από μεγαλουπόλεις διαφόρων ευρωπαϊκών χωρών.  

Πολλοί σπούδασαν εκεί και γνώρισαν άμεσα το δυτικό τρόπο συμβίωσης καθώς και την όποια κουλτούρα υπάρχει. 

Οι αιμοχαρείς αυτοί μαχητές που ενηλικιώθηκαν σε οικογενειακά περιβάλλοντα διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων εκεί (γόνοι εργατών, μικροεμπόρων, ιατρών αλλά και καθηγητών) διακατέχονται από μια ακραία ισλαμιστική κουλτούρα κι έχουν αποκτήσει συνάμα μια επιθετική αντιδυτική συνείδηση.  

Η σύνθεση αυτών των δύο χαρακτηριστικών συγκροτεί το «προφίλ» ενός σκληρού τζιχαντιστή, ο τύπος του οποίου εμφανίζεται σαν «μαχητής του Ισλάμ» από το Αφγανιστάν μέχρι την Αλγερία, τη Σομαλία, την Κένυα, τη Νιγηρία κ.ο.κ.

Το φαινόμενο τούτο δεν παρουσιάστηκε τελευταία, έχει ήδη ένα μακρό παρελθόν, καθώς οι τζιχαντιστές συναντώνται από την εποχή της σοβιετικής εισβολής στο Αφγανιστάν, αργότερα στον Λίβανο και αρχές της δεκαετίας του '90 στη Βοσνία.  

Μέχρι πρότινος όμως, το κύμα του εξτρεμιστικού Ισλάμ δεν αποσπούσε την προσοχή των αρμόδιων δυτικών υπηρεσιών, όχι μόνο επειδή οι ισλαμιστές δρούσαν εν κρυπτώ και συνωμοτικά, αλλά διότι πολιτικά αντιμετωπίζονταν σαν υπερασπιστές ανθρωπίνων δικαιωμάτων (!...) των καταπιεζόμενων μουσουλμάνων. 

 Ετσι προέκυψε άλλωστε και το πρώτο ισλαμικό κρατικό μόρφωμα στην Ευρώπη, σαν ομόσπονδη δηλαδή οντότητα στην Κεντρική Βοσνία. Είναι γνωστό πλέον ότι στις συγκρούσεις της Βοσνίας μάχονταν ισλαμιστές μισθοφόροι από μουσουλμανικές χώρες όπως Αφγανιστάν, Πακιστάν, Τσαντ, Μαυριτανία κ.ά., οι οποίοι βρέθηκαν αίφνης στη Λιβύη και από εκεί στη Συρία και τώρα στο Ιράκ.

Η υποτιθέμενη Δύση (το τι νοείται ως Δύση σήμερα, αυτό είναι μια άλλη «ιστορία») ευνόησε και υποβοήθησε τις εξεγέρσεις της αραβικής, υποτιθέμενης επίσης, «Ανοιξης», χρηματοδοτώντας έμμεσα ή άμεσα ισλαμιστές στη Συρία, οι οποίοι εξαφανίζουν σήμερα ολόκληρες θρησκευτικές ή εθνικές μειονότητες του Ιράκ. 

Αν δεν είχαν μάλιστα προβληθεί οι φοβεροί αποκεφαλισμοί των δύο δημοσιογράφων, προκαλώντας ψυχικό συγκλονισμό σε όσους παρακολουθούν τηλεοπτικά ειδήσεις, ίσως και να μην ακολουθούσε η κινητοποίηση των δυτικών δυνάμεων κατά του «IS». 

Γεγονός πάντως είναι πως το κράτος «IS» ή «χαλιφάτο» που συγκροτήθηκε από φανατικούς νεαρούς μουσουλμάνους από ευρωπαϊκές χώρες, σχηματίσθηκε κάτω από τη μύτη των μυστικών και επίσημων υπηρεσιών της Δύσης χωρίς τούτο να γίνει αντιληπτό από κανένα!  

Κάποιοι θα όφειλαν να δώσουν απαντήσεις σε μια σειρά κρίσιμων ερωτημάτων σχετικά με το πώς συνέβη εν τάχει τούτο. Στην καλύτερη περίπτωση, η Δύση πρέπει να απώλεσε τον έλεγχο της κατάστασης και βρέθηκε αίφνης προ οδυνηρών εκπλήξεων. Τούτο όμως δεν μπορεί να αναφερθεί και για το πλήθος των δυτικών υπηρεσιών, οι οποίες παρακολουθούν τα πάντα μέσω απίθανων τεχνολογικών δυνατοτήτων και μολαταύτα τούς «ξέφυγε» ένα τόσο άκρως επικίνδυνο φανόμενο.

Ανεξάρτητα των λόγων που δεν απέτρεψαν μια τέτοια εφιαλτική για τη Δύση εξέλιξη των συγκρούσεων και δη στα νώτα του Ισραήλ, εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερο προβληματισμό συνίσταται στην εμφανή αδυναμία των δυτικών ηγετών να ιεραρχήσουν σήμερα ζητήματα και στόχους της ευρωπαϊκής πολιτικής στο στενό περίγυρο της Ευρώπης. 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ: Ιστορική η στιγμή για τους Κούρδους


Η άμεση ανάγκη αντιμετώπισης των επιθέσεων του τζιχαντιστικού ISIS έβγαλε από την απομόνωση το καθεστώς Ασαντ, φέρνοντας τη Συρία να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο ανάμεσα στα γειτονικά κράτη ως μια στρατιωτικά συντεταγμένη δύναμη στην περιοχή. Εξαπολύοντας καθημερινές αεροπορικές επιδρομές σε περιοχές που έχουν καταλάβει οι τζιχαντιστές σε εδάφη του Ιράκ και της Ιορδανίας, η Συρία κατέστη βασικός παράγοντας μιας απρόβλεπτης συμμαχίας με το Ιράκ και την Ιορδανία, στην οποία προσεγγίζει βαθμιαία ακόμη και η Σαουδική Αραβία. Η τελευταία, ως γνωστόν, είχε υποστηρίξει μαζί με την Τουρκία τις σουνιτικές εξτρεμιστικές δυνάμεις κατά τις επιχειρήσεις τους μέσα στο συριακό έδαφος.


Από τις 10 Ιουνίου, όμως, η ιστορική ροή των πραγμάτων και οι εξελίξεις στα διάφορα μέτωπα έχουν μεταστραφεί αμετάκλητα υπέρ των κουρδικών συμφερόντων. Οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν ήδη τον απόλυτο έλεγχο του Κιρκούκ, πόλης η οποία θεωρούνταν ανέκαθεν ως το ιστορικό επίκεντρο για τη συγκρότηση ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Στην πορεία των τελευταίων κρίσιμων εξελίξεων έχει τεθεί έτσι σε κίνηση, οιωνεί «αυτοδίκαια», η διαδικασία για το σχηματισμό ενός κουρδικού κράτους. Υστερα από τα πρόσφατα πολεμικά γεγονότα που οδήγησαν σε ουσιαστική κατάρρευση το ιρακινό κράτος, ήταν πλέον θέμα χρόνου για τις δυνάμεις των Κούρδων του Ιράκ ως προς το πότε θα αποφάσιζαν να αδράξουν την ιστορική ευκαιρία για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας τους. Με πρόσφατη δήλωσή του στο CNN, ο πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν, Μασούντ Μπαρζανί, ανέφερε ότι «το Κουρδιστάν θα επιδιώξει την επίσημη ανεξαρτητοποίησή του από το υπόλοιπο Ιράκ». Στη δήλωση αυτή προέβη μάλιστα ο Κούρδος ηγέτης, ως πρόεδρος του ιρακινού Κουρδιστάν, λίγο πριν από τη συνάντησή του με τον Αμερικανό υπουργό Εξωτερικών, Τζον Κέρι. Οι ΗΠΑ βεβαίως είναι μεν στενός σύμμαχος των Κούρδων, αλλά αντιτίθενται στην ανεξαρτητοποίηση της περιοχής, προς το παρόν.


Η κατάσταση που διαμορφώθηκε έχει οδηγήσει την Τουρκία σε μια ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στους τζιχαντιστές του ISIS και στην κουρδική τοπική κυβέρνηση που θεωρείται σύμμαχός της εν όψει των σημερινών δεδομένων. Υστερα όμως από την πλήρη κατάληψη του Κιρκούκ και τον έλεγχο της περιοχής από κουρδικές δυνάμεις, εν όψει δε και των τεταμένων σχέσεων με τον Ιρακινό πρωθυπουργό Μαλίκι, η Τουρκία φαίνεται να επιλέγει το ρόλο ενός διαμεσολαβητή σε μια ενδεχόμενη ανεξαρτησία των Κούρδων. Με τούτο θα μπορούσε αφ' ενός να απομακρύνει τον κίνδυνο πλήρους ανεξαρτητοποίησης του Κουρδιστάν κι αφ' ετέρου να αποτρέψει πιθανή εκδήλωση στρατιωτικών δραστηριοτήτων ακόμη και στο έδαφός της από εξτρεμιστικές σουνιτικές δυνάμεις. 

Η θέση του Τούρκου πρωθυπουργού Ερντογάν εμφανίζεται έτσι μέσα από την «ιδέα» σύγκλησης μιας κυβέρνησης συνασπισμού ή «εθνικής ενότητας», που θα περιλαμβάνει σιίτες, σουνίτες και Κούρδους, με ή χωρίς τον Μαλίκι ως πρωθυπουργό.


ΤΟΥΡΚΙΑ: Νταβούτ(αλεπ)ογλου


Ο χρόνος που επέλεξε να επισκεφθεί την Αθήνα ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, την περασμένη εβδομάδα, δεν ήταν ο καλύτερος για τη δική του πλευρά ούτε ασφαλώς και ο ευνοϊκότερος για την ελληνική. Και στις δύο πρωτεύουσες, ελληνική και τουρκική, οι εντάσεις δεν εννοούν να υποχωρήσουν, ενώ η Αθήνα έχει αποδυθεί ήδη σε αγώνα δρόμου για ένα επιτυχές ξεκίνημα της ευρωπαϊκής της προεδρίας.


Την ίδια ώρα, Τουρκία και Αίγυπτος εξαποστέλλουν άτακτα τους πρέσβεις τους από Κάιρο και Αγκυρα, προκαλώντας ένα διπλωματικό σκηνικό «άγριας Ανατολής» στον ήδη ταραγμένο μεσογειακό περίγυρό μας. Λίγοι έχουν στο μεταξύ ενημερωθεί για το πώς (και πότε;) προετοιμάσθηκε η επίσκεψη Νταβούτογλου στην Αθήνα και λιγότεροι είναι εκείνοι που αντιλήφθηκαν πράγματι τι τελικά προέκυψε από αυτήν.


Η σύντομη επίσκεψη του Αχμέτ Νταβούτογλου στην Αθήνα έλαβε χώρα σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία έχει απολέσει σημαντικό μέρος της διεθνούς αίγλης, που γνώριζε ακόμη όταν είχε επισκεφθεί προ τριετίας τη χώρα μας ο Τούρκος πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η Τουρκία ήταν τότε γεωπολιτικά σαφώς αναβαθμισμένη και γεωστρατηγικά επίσης, διανύοντας ταυτόχρονα μια φάση ραγδαίας οικονομικής ανάπτυξης. Η ίδια διεκδικούσε συνάμα ρόλο μεγάλης περιφερειακής δύναμης στην ευρύτερη περιοχή. Στις πρωτοβουλίες του Ερντογάν όμως και σε μια συμβατικά ανακόλουθη πολιτική του ίδιου προς τα έξω οφείλεται κύρια η ανατροπή των στρατηγικών σχέσεων της Τουρκίας στον αραβικό κόσμο και το μεσανατολικό χώρο. Οι ίδιοι λόγοι επίσης ισχύουν ως αίτια της εσωτερικής φθοράς του κυβερνώντος κόμματός του και της απομυθοποίησης της ηγετικής του προσωπικότητας στη διάρκεια αυτού του έτους. Και δεν φαίνεται ακόμη πού θα μπορούσε να οδηγήσει το πρόσφατο σκάνδαλο διαπλοκών και διαφθοράς, που έφερε στα εισαγγελικά κρατητήρια συγγενείς κορυφαίων υπουργών και υψηλά στελέχη του κόμματός του.


Ηχώρα μας συνεχίζει να βρίσκεται στον αστερισμό της κρίσης, με την εξαίρεση του ποδοσφαίρου της, που διανύει μιαν άλλη τροχιά, και την πτωχευμένη κοινωνία της να παρακολουθεί μαζικά «Σουλεϊμάν», ένα «μεγαλοπρεπές» κιτς, πολιτισμικό επίτευγμα μίγματος ονειροπλασίας και υφέρπουσας τουρκολαγνείας συνάμα.  

Οσο για την ιστορική παραχάραξη των γεγονότων, «χρείαν μαρτύρων ουκ έχομεν»: τους τα έχει ψάλει ήδη τα εξ αμάξης ο ίδιος ο Ερντογάν. 

Γεγονός πάντως είναι ότι ερχόμενος εδώ ο Νταβούτογλου με την πολιτισμική αυτή τουρκική επένδυση είχε ήδη αέρα στα πανιά του. Ακόμα κι έχοντας απέναντί του έναν Βενιζέλο κι όχι τον χαζοχαρούμενο αν. ΥΠΕΞ της παπανδρεϊκής συμφοράς του Καστελορίζου, στον οποίο έκανε και μαθήματα πρακτικής διπλωματίας.


Το δεύτερο γεγονός όμως είναι πως ούτε ο Βενιζέλος τόλμησε ώς τώρα μιαν αναδιατύπωση θέσεων, ώστε να περάσει η δική μας πολιτική από το αμυντικό στο διεκδικητικό τερέν. Κι αυτό διαφαίνεται ήδη στο Κυπριακό. Ως προς τα άλλα, ίδωμεν.


Εκ των υστέρων βεβαίως φαίνεται, πως θέλοντας προφανώς να «ξεπροβοδίσει» στο ταξίδι του για την Αθήνα τον Νταβούτογλου, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν προέβη λίγες μόλις ημέρες πριν στις απίθανες εκείνες περί Θράκης, Σκοπίων, Σαράγιεβου κ.ά. δηλώσεις του. Με τις ανήκουστες αυτές αναφορές του, όμως, ο Ερντογάν ανέδειξε όρους μιας νεο-οθωμανικής στρατηγικής επέκτασης στο συνολικό νότιο ευρασιατικό χώρο. Με τούτο καθίστανται εμφανή η στόχευση και οι επιδιώξεις της Τουρκίας στη συνολική Θράκη, περιλαμβανομένου και του βουλγαρικού τμήματος, όπου υπερισχύει το τουρκο-ισλαμικό στοιχείο. Θα ήταν ωστόσο σοβαρό λάθος εκτίμησης, αν υπολογίζει κανείς εδώ με εδαφικές διεκδικήσεις από πλευράς Τουρκίας, όταν το πληθυσμιακό - δημογραφικό στοιχείο δημιουργεί εκεί ντε φάκτο καταστάσεις χωρίς να χρειαστεί η χρήση και «άλλων μέσων».


TOYΡΚΙΑ - Ερντογάν: Κύπρος γιοκ!


Ο πρωθυπουργός της Τουρκίας συνηθίζει τελευταία να αφήνει έκπληκτο το εγχώριο και διεθνές ακροατήριό του με απίθανες δηλώσεις του, προκαλώντας συνάμα τριβές ακόμη και στο εσωτερικό του δικού του ισλαμικού κόμματος.  

Αφού ταλαιπώρησε την τουρκική εξωτερική πολιτική με ρηξικέλευθες επιλογές χωρίς ρεαλιστικούς στρατηγικούς στόχους, όπως με την παρέμβασή του στη συριακή κρίση, τώρα στρέφεται εκ νέου σε εσωτερικά κοινωνικά ζητήματα.


Και ενώ συνεχίζει να παραμένει ανοιχτό το μέτωπο των βίαιων συγκρούσεων σε διάφορες τουρκικές πόλεις, ο Τούρκος πρωθυπουργός Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε αίφνης να ζητήσει το χωρισμό των φοιτητικών εστιών σε «αρρένων και θηλέων». Η πρωτοβουλία του αυτή, που θυμίζει βαθύ οθωμανικό μεσαίωνα, άφησε τους πάντες σχεδόν άναυδους, προκαλώντας πραγματικό σάλο στην Τουρκία. Εύλογα δε χαρακτηρίστηκε τούτο από την αντιπολίτευση σαν μια υποκριτική «πολιτική κλειδαρότρυπας».


Ο Τούρκος πρωθυπουργός είναι ακριβής γνώστης του γεγονότος ότι μέσα στους κόλπους της τουρκικής κοινωνίας ενυπάρχει και συμβιώνει μια σημαντική μερίδα πληθυσμού, η οποία ρυθμίζει τον τρόπο της καθημερινής της ζωής με βάση κανόνες του κορανίου και άλλων ισλαμικών κειμένων, ως και θρησκευτικών παραδόσεων. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι ονειρεύονται ένα βαθύτερο εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας και επιθυμούν διακαώς μια ραγδαία συντηρητικοποίηση των δημόσιων ηθών. Το τμήμα αυτό της τουρκικής κοινωνίας αποτελεί τη λαϊκή βάση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ), στην οποία κυρίως απευθύνεται ο Ερντογάν. 

Μέσω δε του ισλαμικού αυτού πληθυσμιακού δυναμικού επιχειρεί ο ίδιος να ισλαμοποιήσει συνολικά την κοινωνία της Τουρκίας, ακόμη και τους Τούρκους που διαβιούν εκτός τουρκικών συνόρων. Και ως δείχνουν τα πράγματα, τον αφήνει μάλλον παντελώς αδιάφορο πώς αντιδρά το υπόλοιπο, το συντριπτικό μέρος των Τούρκων πολιτών μιας κοσμικής Τουρκίας. Εκείνοι, δηλαδή, οι άνθρωποι οι οποίοι δεν αποδέχονται τους ισλαμικούς κανόνες συμβίωσης και ηθών, ακόμη και όταν οι ίδιοι προσέρχονται να προσευχηθούν σε μουσουλμανικά τεμένη.


Μία ακόμη απίθανη έκπληξη επεφύλασσε όμως ο Τούρκος πρωθυπουργός, η οποία μας έφθασε τις προάλλες από την Πολωνία και άφησε βεβαίως άναυδη πρώτα την ελληνική πλευρά. Ο Ερντογάν, ως γνωστόν ήδη, διατύπωσε από εκεί το ανήκουστο, ότι δεν γνωρίζει κράτος με το όνομα «Κύπρος». Ισχυρίστηκε εν ολίγοις ότι δεν υπάρχει («γιοκ») κράτος της Κύπρου, το οποίο συμβαίνει να αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης, να ανήκει στην Ευρωζώνη και να είναι επίσης κράτος-μέλος του ΟΗΕ. Πρόκειται δηλαδή κατ' αυτόν για ένα κράτος-«φάντασμα» που άσκησε πρόσφατα και τα καθήκοντα της ευρωπαϊκής προεδρίας. Η τοποθέτηση αυτή του Ερντογάν έγινε μάλιστα την ώρα που στην Κύπρο οι δύο πλευρές αναζητούν μια κοινή διακήρυξη, η οποία θα επιτρέπει την επανέναρξη των μεταξύ τους συνομιλιών.


Ενα από τα βασικά συστατικά της εξωτερικής πολιτικής αναφέρεται στο ότι αυτή καθορίζεται σε ένα σημαντικό βαθμό από την εσωτερική κατάσταση και τους συσχετισμούς σε μια συγκεκριμένη χώρα, εν προκειμένω δε στην Τουρκία. Μια χώρα, η οποία φιλοδοξεί να αποκτήσει ρόλο περιφερειακής δύναμης και δη στον ευρύτερο ευρασιατικό περίγυρο. Τούτο δε, μολονότι έχει ήδη καταστεί ασταθές το εσωτερικό κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον της. Ανεξάρτητα του κατά πόσον ωθείται εξ αυτού ο Ερντογάν να ανακινήσει θέματα που ερεθίζουν τουρκικά εθνικά ένστικτα, η ιδέα του να εκστομίσει το «Κύπρος γιοκ» απευθύνεται πρώτα στο εσωτερικό του. Και ως τέτοια ανταποκρίνεται μάλλον στην ανάγκη του ιδίου να ανατροφοδοτήσει τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς παραγωγής εντυπώσεων με νέα μηνύματα, ώστε να υποχωρήσει η πίεση στα ανοιχτά εσωτερικά μέτωπα: κουρδικό, νεολαία, στρατοκράτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για τις χωριστές φοιτητικές εστίες με τη διαφορά όμως ότι εδώ πρόκειται και για ιδεολογική στόχευση που συσπειρώνει το δικό του κομματικό στρατόπεδο. Με τούτο όμως παρουσίασε χαρακτηριστικά ενός πολιτισμικά αναχρονιστικού εαυτού του, καθώς έθεσε δημοσίως το ερώτημα του «τι θα μπορούσε να συμβεί αν συγκατοικούν νέοι με νεαρές»! Τι άλλο από μια συνουσιακή συνεύρεση, εφέντη μ; Φυσικό και ωραίο, αρκεί να γίνεται με ψυχική ορμή και φαντασία...


ΤΟΥΡΚΙΑ: Hφαίστειο ή «φούσκα»?


Η κοινωνική αναταραχή που γνωρίζει από τις αρχές αυτού του μήνα η Τουρκία μπορεί να μην οδηγήσει, στο ορατό μέλλον, σε βίαιες ανατροπές των εσωτερικών συσχετισμών δυνάμεων, έχει όμως σημαδέψει ήδη μια νέα πορεία στις εξελίξεις της γείτονος χώρας. Τούτο έπεται να διαμορφωθεί από την έκβαση των κινητοποιήσεων, οι οποίες, αφού εκτονωθούν μέσα στο καλοκαίρι, μάλλον θα αναβαθμιστούν δυναμικά και ποιοτικά κατά το ερχόμενο φθινόπωρο.


Γεγονός καθοριστικό είναι, πάντως, ότι με τη συμπλήρωση δεκαετίας από την άνοδο στην εξουσία του ισλαμικού ΑΚΡ είναι η πρώτη φορά που αμφισβητείται σοβαρά πλέον ο ηγετικός ρόλος του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Ο Τούρκος πρωθυπουργός απομυθοποίησε ο ίδιος τον εαυτό του όχι μόνο με τον τρόπο που διέταξε την καταστολή των κινητοποιήσεων, αλλά κυρίως με το συναισθηματισμό που κατέδειχναν οι οξείες αντιδράσεις του απέναντι όλων: διαδηλωτών, αντιπολίτευσης, Ευρωπαίων, Δύσης, Εβραίων, χρηματιστών κ.ο.κ. Ολοι αυτοί πρέπει να είχαν «συνωμοτήσει από κοινού» εναντίον του...


Η εκρηκτική κατάσταση που προέκυψε στην Τουρκία ξεκίνησε με τη συγκέντρωση μόλις λίγων δεκάδων ανθρώπων, οι οποίοι διαδήλωναν στην πλατεία Ταξίμ της Πόλης την αντίθεσή τους για το κόψιμο αριθμού δένδρων στο εκεί πάρκο. Είναι ήδη γνωστό το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα αργότερα, εκείνο όμως που έχει βαρύνουσα σημασία έγκειται στο εκρηκτικό δυναμικό των κινητοποιήσεων και στο πώς αυτό είχε από καιρό συσσωρευθεί σε διάφορους κοινωνικούς χώρους. Στον πυρήνα αυτών των εξελίξεων, που αιφνιδίασαν όντως τους πάντες, κυριαρχούσε η αύξουσα ανησυχία σημαντικών στρωμάτων της τουρκικής κοινωνίας, τα οποία παρακολουθούσαν ενοχλημένα την ισλαμοποίηση που επέβαλε ο Ερντογάν σε όλους τους δημόσιους χώρους, καθώς και σ' εκείνον της εκπαίδευσης. Διαπίστωσαν έτσι πολλοί αίφνης ότι ο Ερντογάν, πέραν των προσωπικών του πολιτικών επιλογών, είχε αποφασίσει να επιβάλει στην κοινωνία και το δικό του ισλαμο-συντηρητικό τρόπο ζωής.


Αφού λοιπόν πέτυχε πρώτα ο Ερντογάν να εξαρθρώσει το βαθύ κράτος των στρατιωτικών στην Τουρκία, γεγονός που επιδοκιμάστηκε ευρέως, προέβη εν συνεχεία στην κρίσιμη επιλογή του να το αντικαταστήσει με ένα άλλο, αστυνομικό-ισλαμικό. Αυτό ήταν το καθαρά δικό του κράτος. Η αστυνομοκρατία που επέβαλε σταδιακά η κυβέρνηση Ερντογάν αποδείχθηκε όμως χειρότερη της στρατοκρατίας, προκαλώντας αυτόματες συσπειρώσεις κοινωνικών δυνάμεων απέναντι στο επίσημο κράτος. 

Στην πορεία αυτών των εξελίξεων φάνηκε πρώτιστα το κενό αντιπολίτευσης που υφίσταται προ πολλού στην Τουρκία, γεγονός που εξέθρεψε συνάμα και την αλαζονεία της εξουσίας τόσο του ίδιου του ηγέτη όσο και του συστήματός του. Τούτο όμως αποδείχθηκε μοιραίο για τον Ερντογάν, επειδή δεν στάθμισε ακριβώς τα δεδομένα, χάνοντας έτσι και τον έλεγχο της κατάστασης. Δεν υπολόγισε τη σημασία του τυχαίου συμβάντος, αλλά ούτε και τις άμεσες συνέπειες που θα είχε αυτό σε άλλους ευαίσθητους χώρους, όπως σ' εκείνον της οικονομίας ή των εξωτερικών σχέσεων. Η πρωτοφανής σε σκληρότητα αντίδραση έναντι δηλώσεων του Βερολίνου κατέδειξε την απώλεια ελέγχου και ψυχραιμίας από πλευράς Αγκυρας.


Η ίδια αλαζονική θέση ώθησε μάλλον τον Ερντογάν στην επιλογή μιας άμεσης εμπλοκής της Τουρκίας στη συριακή σύγκρουση, επιδιώκοντας προφανώς ηγεμονικό ρόλο στη Μέση Ανατολή. Κι ενώ αυτό το νεο-οθωμανικό «χαρτί» δεν φαίνεται να «παίζει» στο μεσανατολικό χώρο, η ένταση του Ιουνίου και η εμφανής φθορά των Τούρκων κυβερνώντων έχει βρει στο μεταξύ τον αντίκτυπό της και στην οικονομία της χώρας. Η τρέχουσα υπερθέρμανση της τουρκικής οικονομίας, που αποδίδεται κυρίως στον υπερδανεισμό του κράτους και στην υπερχρέωση της τουρκικής αγοράς, εκτιμάται σαν γεγονός «υψηλού ρίσκου» για αναδυόμενες αγορές. Εκτός από τη μετακόμιση ομίλων, είχαν διαπιστωθεί ήδη κάποιες αρνητικές τάσεις πριν από το ξέσπασμα των γεγονότων της Κωνσταντινούπολης. Η συζήτηση περί αναπτυξιακής «φούσκας», που ξεκίνησε από το περασμένο φθινόπωρο και αφορούσε αρχικά τον χρηματοπιστωτικό κυρίως τομέα, τώρα αναφέρεται και σ' εκείνον των κατασκευών και της οικοδομής. Η δε ανάσχεση του τουριστικού ρεύματος που σημειώνεται από τις αρχές του μήνα πρόκειται ασφαλώς να έχει άμεσες επιπτώσεις στο τουρκικό «οικονομικό θαύμα» της δεκαετίας.


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΑΒΙΑΡΙΟΥ: Η Διεθνής του Λαγονησίου is over



Η απόφαση των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών να απευθύνουν το ιστορικό «άντε γεια» στη Σοσιαλιστική Διεθνή (Σ.Δ.), εν μέσω μάλιστα προεκλογικής περιόδου στη χώρα τους, κάθε άλλο παρά «κεραυνός εν αιθρία» υπήρξε. Τα πράγματα στο εσωτερικό της διεθνούς οργάνωσης των Σοσιαλδημοκρατών ήταν παγκοίνως γνωστό πως έβαιναν από το κακό στο χειρότερο, αλλά ο νόμος της αδράνειας ήταν εκείνο που ανέστελλε μια αναγκαία ρήξη με το κατεστημένο του Χιλιανού Αγιάλα: «αιώνιου» γενικού γραμματέα (από το 1989!), οιωνεί «ιδιοκτήτη» και πραγματικού αφεντικού της Σ.Δ.


Η κίνηση αυτή των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών δεν υπήρξε απλά αναμενόμενη αλλά, ως διεθνοπολιτική επιλογή, ήταν πλέον γεγονός αναπόφευκτο. Η κατάσταση για τη Σ.Δ. είχε καταστεί άλλωστε πολιτικά οριακή, ιδίως μετά το «ξεβράκωμα» που έγινε στην ηγεσία της από την Ισπανίδα νέα σοσιαλίστρια, Μπεατρίθ Ταλεγόν, όταν τον περασμένο Ιανουάριο αποκάλεσε «χλιδάτους» τους ηγέτες της. Είχε στο μεταξύ προηγηθεί μια άλλη «χλιδάτη» σύνοδος της Σ.Δ., στο εγχώριο κοσμικό Λαγονήσι το 2009, όπου είχε φανεί ξεκάθαρα πώς και πού έδιναν τις «μάχες» τους οι διεθνείς αυτοί σοσιαλκαλοπερασάκηδες.


Το τέλος της σοσιαλδημοκρατικής αυτής ένωσης, μια μετεξέλιξη της ιστορικής Β' Διεθνούς, είχε αρχίσει να διαγράφεται μετά το πολιτικό (και φυσικό) τέλος του Βίλι Μπραντ (1992), ο οποίος της είχε προσδώσει νέα αίγλη αλλά και πολιτικό κύρος διεθνώς. Στην ηγεσία της Σ.Δ. τον ακολούθησαν ο Πιερ Μορουά και ο Αντόνιο Γκουτιέρες, οι οποίοι δεν επιχείρησαν ποτέ σοβαρά να συνεχίσουν την πολιτική του Μπραντ ή απλά δεν το μπορούσαν. Εκείνο δε που επήλθε κατά την προεδρία και των δύο ήταν μια σημαντική αύξηση των μελών της, μια αμφιλεγόμενη επιλογή που ουσιαστικά καθοριζόταν διά χειρός του γ.γ. Λουίς Αγιάλα, ο οποίος επικρίθηκε συχνά για τα κριτήρια «νομιμοποίησης» που εφάρμοζε.


ΚΥΠΡΙΑΚΟ: Eπιστροφή του "σχεδίου Αναν" ως "σχέδιο Φούλε" ?


Ενώ δεν έχει αποτιμηθεί συνολικά ώς τώρα το μέγεθος των συνεπειών από την τραπεζική κατάρρευση στην Κύπρο, οι οποίες δεν περιορίζονται ασφαλώς στον οικονομικό χώρο, υπάρχουν ήδη κάποιες ενδείξεις για ανάλογες επιπτώσεις της κρίσης και στο διεθνοπολιτικό πεδίο.

Οι βάσιμοι φόβοι που υπήρξαν ανέκαθεν για μια «αναδρομική τιμωρία» των Ελληνοκυπρίων μετά την απόρριψη του σχεδίου Ανάν το 2004 επαληθεύθηκαν, ώς ένα βαθμό τουλάχιστον, γεγονός που προκύπτει ήδη μέσα από την ίδια τη διαχείριση της τραπεζικής κρίσης και τα γνωστά της αποτελέσματα.

Λίγοι αμφέβαλλαν ως προς το ότι «η παγίδα ήταν στημένη» από τότε για την Κύπρο. Ο κυπριακός Ελληνισμός, όμως, πλήρωσε τώρα την καταφανή πολιτική ανεπάρκεια της ηγεσίας του, την οποία βεβαίως είχε αναδείξει ο ίδιος με την ψήφο του. Κατέβαλε έτσι το αντίτιμο μιας εκλογικής αποδοκιμασίας το 2008 κατά του ηγέτη Τάσσου Παπαδόπουλου, πολιτικού ανδρός με πείρα, ικανότητα χειρισμών και αποφασιστικότητα.

Η κρίση στην Κύπρο υπήρξε η έκβαση μιας ανιστόρητης συμπεριφοράς εκλογέων, παρόμοιας εκείνων που είχαν αποδοκιμάσει το 1920 τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στις δεδομένες συνθήκες κατάπτωσης που έχει περιέλθει η Κύπρος από τις αρχές του περασμένου Μαρτίου, η θέση της μπορεί να παρομοιαστεί με κατάσταση αποικιακής ομηρίας. Τούτο όχι μόνο λόγω των σκληρών όρων που της έχουν επιβληθεί μνημονιακά, αλλά κυρίως εξαιτίας μιας απομόνωσης που βιώνει για πρώτη φορά στην ιστορία της.

Η Κύπρος είχε πετύχει να συνδυάζει πάντοτε συμμαχίες με δυνάμεις διαφορετικών συστημάτων και συσχετισμών, ώστε να καθίσταται διεθνώς η ίδια υπολογίσιμος παράγοντας. Οι σχέσεις συνεργασίας που ξεκίνησε ο Τάσσος Παπαδόπουλος με το Ισραήλ, σε μια οριακά κρίσιμη χρονική στιγμή, το επιβεβαιώνουν ακριβώς. Διότι τούτο συνέβη προτού ξεσπάσουν οι εξεγέρσεις στο εσωτερικό των αραβικών χωρών και προκαλέσουν μια πρωτοφανή αποσταθεροποίηση καθ' όλο το μήκος των ακτών της Βορείου Αφρικής.

Το λεγόμενο ρωσικό «χαρτί» ήταν σίγουρα εκείνο που δεν λειτούργησε, τούτο όμως είναι μια άλλη ιστορία που χρήζει περαιτέρω διερεύνησης (και σκέψης).

Η γνωστή παροιμία «στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται» φαίνεται πλέον να αναζητεί την πρακτική της εφαρμογή μέσω ενός αμφιλεγόμενου παράγοντα των Βρυξελλών, ήγουν του Ευρωπαίου επιτρόπου, αρμόδιου για θέματα διεύρυνσης, Στέφαν Φούλε. Πριν καλά καλά κατακαθίσει ο κουρνιαχτός της κρίσης στην Κύπρο, φρόντισε ο γνωστός από προκλητικές δηλώσεις του για τα Σκόπια επίτροπος να μας προϊδεάσει με «ιδέες» επανένωσης της Κύπρου. Παρουσιάζοντας την Εκθεση Προόδου για την Τουρκία στην Ευρωβουλή, δήλωσε πως στις προσπάθειες δεν πρέπει να υπάρχουν «ταμπού» (!), χωρίς καμία αναφορά στο στρατό κατοχής της Τουρκίας.

ΤΟΥΡΚΙΑ: Σε «ασύμμετρες» εντάσεις με τη Γερμανία

Μέσα στη σημερινή γερμανική επικράτεια ενυπάρχει από δεκαετίες και μια «μικρή Τουρκία». Ο λόγος δεν είναι για μια ξεχωριστή πληθυσμιακή ομάδα με εθνικά χαρακτηριστικά που διαβιοί, όπως πολλές άλλες, στη Γερμανία. Πρόκειται για μια αμιγώς συγκροτημένη κοινωνία Τούρκων, που συνήθως κατοικούν στους ίδιους τομείς των πόλεων, προβάλλοντας έτσι μιαν αντίστοιχη εικόνα «κουλτούρας».

Στη δεκαετία του '80, λ.χ., η ερώτηση «Ποια είναι η τέταρτη σε πληθυσμό τουρκική πόλη;» ακουγόταν σαν ανέκδοτο. Η σωστή απάντηση ήταν «Βερολίνο», και οι Γερμανοί γελούσαν με την καρδιά τους, τότε. Το Κρόιτσμπεργκ, κέντρο της σημερινής γερμανικής πρωτεύουσας, εμφάνιζε εικόνα ανατολίτικου παζαριού, ιδίως με τα κρεμασμένα «σφαχτά» σε τσιγκέλια των κρεοπωλείων και τους ήχους αμανέδων που έβγαιναν μέσα από τουρκικούς καφενέδες με «λουλάδες».

Από τότε άλλαξαν πολλά στο Βερολίνο, μαζί και η τουρκική παροικία εκεί. Εκείνο όμως που δεν άλλαξε καν αναφέρεται στο κρίσιμο θέμα της «ενσωμάτωσης», κάτι το οποίο όχι μόνο δεν επιθυμούν οι Τούρκοι της Γερμανίας, αλλά το απορρίπτουν «μετά βδελυγμίας».

Η άρνηση ενσωμάτωσης των Τούρκων στη γερμανική κοινωνία συνιστά μάλιστα στοιχείο και της επίσημης τουρκικής πολιτικής, μέσω της οποίας παροτρύνονται οι ομοεθνείς της να διατηρούν την εθνική και πολιτισμική τους ταυτότητα, πρώτιστα δε την τουρκική γλώσσα, και κυρίως να μην αφομοιώνονται. Ετσι, μετά το «γκρέμισμα» του τείχους, αυξάνονται και τα τουρκικά τζαμιά.

Η ομιλία του Τούρκου πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενώπιον πλήθους 16.000 Τούρκων τον Φεβρουάριο του 2008 στην Κολονία, όπου τόνισε σαφώς ότι «δεν πρέπει να αφομοιώνονται οι Τούρκοι», προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και δυσκόλεψε ακόμη περισσότερο τις γερμανοτουρκικές σχέσεις. «Ο Ερντογάν ενθάρρυνε τον τουρκικό εθνικισμό σε γερμανικό έδαφος, αυτό είναι αντι-ευρωπαϊκό και επιβεβαιώνει τις επιφυλάξεις μας όσον αφορά την είσοδο της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση», τόνιζε τότε ο Ερβιν Χούμπερ, ηγέτης της βαυαρικής Χριστιανοκοινωνικής Ενωσης (CSU).

Ελληνικότητα και παραγωγικότητα

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΩΡΤΖΗ
Δημοσιογράφου και πολιτικού επιστήμονα

Στο πλαίσιο ενός μεταπολεμικά αναβιούμενου μικροαστικού επαρχιωτισμού, χαρακτηριστικού μιας υποκουλτούρας της μιζέριας στην Ελλάδα των ανακτόρων και της μετεμφυλιακής πλουτοκρατίας, είχε επικρατήσει και η «ιδεολογία» της «ψωροκώσταινας», σαν εμβληματικό ρεφρέν ενός αναδυόμενου νεοπλουτισμού της δεκαετίας του '50.

Η παροιμιακή ταύτιση της πατρίδας μας με κάποια δύσμοιρη μητέρα, «ηρωίδα» του μόχθου στόχευε να διαχωρίζει έτσι την ευμάρεια από τη φτώχεια και την ανέχεια. Για τούτο και η αναφορά στη χήρα του Ναυπλίου της καποδιστριακής εποχής δεν ακουγόταν στην αγροτική επαρχία ούτε ασφαλώς από ανθρώπους των εργατουπόλεων της Αθήνας. Στα σαλόνια του Κολωνακίου και σε περιβάλλοντα χωροφυλακής έδινε κι έπαιρνε τότε το εθνικό αυτό «παρατσούκλι», το οποίο, από βλακογενή άγνοια προφανώς, κάποιοι θεωρούσαν σαν το έμβλημα μιας, κατά τους ίδιους, «παρακμιακής» ελληνικότητας.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα έμελλε να επικρατήσει βαθμιαία και η άποψη περί της παρακμιακής μας οικονομίας, καθώς οι «δραχμοβίωτοι» Ελληνες δεν «παράγουμε -ανέκαθεν- τίποτε»

Τότε μας έδινε το σχέδιο Μάρσαλ, γνωστό ασφαλώς πόσοι και ποιοι το ξεκοκάλισαν, σήμερα μας δανείζουν η Ε.Ε. και το ΔΝΤ.