"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΕΧΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Φιλοκαλούμεν μεν μετ’ ευτελείας, φιλοσοφούμεν δε… πώς ακριβώς;

 Του Γεωργίου Ι. Μάτσου

Με τη διάσημη φράση τού τίτλου ο Περικλής συνόψισε στον Επιτάφιό του όσα είχαν κάνει την Αθήνα το πνευματικό και πολιτειακό υπόδειγμα που αποτελεί σήμερα εκείνη η πόλη κράτος για όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.
Ο Παρθενώνας, το θέατρο, τα γλυπτά, όλη η τέχνη της αρχαίας Αθήνας, χώρεσαν σε τέσσερις λέξεις. Στις υπόλοιπες χώρεσε ο Σωκράτης, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτωνας, οι επιστήμες (θεωρητικές και φυσικές), η ιστορία, η γεωπολιτική, η νομική και η φιλοσοφία.

Τι ήταν ο όμως Παρθενώνας; 

Ήταν ναός αφιερωμένος στη θεότητα που πίστευαν τότε σαν προστάτιδα της πόλης, τη θεά Αθηνά. Ο περικαλλής αυτός ναός εν πολλοίς μας ταΐζει μέχρι σήμερα, χάρη στα εκατομμύρια των τουριστών που έρχονται κάθε χρόνο να τον θαυμάσουν. Αιώνιο μνημείο αρμονίας, κάλλους, μεγαλείου, αλλά και λιτότητας. Μεγαλύτερα ή ομορφότερα μνημεία έχουν φτιαχτεί και αλλού. Όμως τα αισθήματα που ο αρχαίος αυτός ναός γεννά σε όποιον τον επισκέπτεται, είναι ασύγκριτα και ανερμήνευτα.

Καθόλου τυχαία ο Περικλής ένωσε στην ίδια πρόταση τέχνη και φιλοσοφία μαζί. Ο Παρθενώνας δεν είναι μόνον τέχνη. Αποπνέει συλλογική στάση ζωής. Μεγαλείο και σεμνότητα μαζί. Όγκο χωρίς υπερβολές. Κυριαρχούν η λεπτεπίλεπτη εργασία, το κάλλος, η τελειότητα, τα ηθικά διδάγματα των εικαστικών επιλογών του.

Ο Ελληνισμός συνέχισε και στον Μεσαίωνα να δημιουργεί μνημειώδη αρχιτεκτονήματα που προξενούν τον παγκόσμιο θαυμασμό, σε εποχή κατά την οποία η λοιπή Ευρώπη ευρισκόταν σε περίοδο υπανάπτυξης και σκοταδισμού μετά την επέλαση των γερμανικών φύλων. Ένας άλλος ναός, ο Ιερός Ναός της του Θεού Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη, είναι μέχρι σήμερα σύμβολο πολιτικό και μήλον της έριδος. Ο Ερντογάν θεώρησε ισλαμικό του καθήκον να ξανακάνει την Αγια-Σοφιά τζαμί, ενώ ΗΠΑ, Ε.Ε., UNESCO καθήκον τους να αντιδράσουν. Οι δε Ρώσοι πανηγύριζαν διότι με την Αγια-Σοφιά τζαμί εμφανίζονται αυτοί ευκολότερα ως τάχα "τρίτη Ρώμη". Τι πολιτικό, πολιτισμικό και γεωπολιτικό συμβολισμό εμπεριέχει ένα περικαλλές έργο τέχνης, που κι αυτό, όπως ο Παρθενώνας, κτίστηκε ως τόπος θρησκευτικής λατρείας.

Το θρησκευτικό στοιχείο υποτιμάται σφοδρά σήμερα στη Δύση. Όμως ήταν ανέκαθεν, παραμένει σήμερα και θα είναι πάντα πολιτικώς κρίσιμο. Για να αναλογιστούμε συγκεκριμένα τη σημασία της Αγίας Σοφίας στην πολιτική, ας θυμηθούμε ότι οι Ρώσοι έγιναν Ορθόδοξοι (και σύμμαχοι του τότε ελληνικού κράτους), εντυπωσιασμένοι στον υπέρτατο βαθμό από μια και μόνον Θεία Λειτουργία που είδαν να τελείται ακριβώς στον συγκεκριμένο Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας. Ο μνημειακός αυτός χώρος λατρείας διαμόρφωσε τη γεωπολιτική της περιοχής με παγκόσμιες συνέπειες μέχρι σήμερα.

Απέναντι στα επιτεύγματα των προγόνων μας, ποια τέχνη και φιλοσοφία αντιτάσσουμε οι σημερινοί Έλληνες; 

Δεν είναι η τέχνη το μόνο πεδίο όπου δυσκολευόμαστε να αντιτάξουμε κάτι.  

Σε πλείστα πεδία: επιστήμη, ευνομία, οικονομία, κρατική οργάνωση, αναρωτιόμαστε τι έχουμε να αντιτάξουμε στα πνευματικά και πολιτισμικά κατορθώματα των αρχαίων και των μεσαιωνικών προγόνων μας. Όχι αδικαιολόγητα, η σχέση με τους προγόνους μας διακρίνεται από συμπλέγματα ανωτερότητας και κατωτερότητας.  

Έπεται η ζηλοφθονία έναντι των ξένων για όσα καταφέρνουν εκείνοι, εν μέρει βασισμένοι στους δικούς μας αρχαίους και μεσαιωνικούς προγόνους.  

Έπεται η παραίτηση μας έναντι των ξένων. Η υποχώρηση μπροστά σε όσα εκείνοι πετυχαίνουν. Η άμεση ή έμμεση παραδοχή ότι εμείς τάχα ποτέ δεν θα επιτύχουμε τα ίδια. Και η μετανάστευση. Ως οριστική παραδοχή ότι αποτύχαμε. Και ότι δεν πειράζει που τα παιδιά μας ή, αν όχι αυτά, τα εγγόνια μας πιθανότατα δεν θα είναι πια Έλληνες.

Ίσως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο η έκθεση "Η σαγήνη του αλλόκοτου" που συνεχίζεται από τις 5 Μαΐου 2025 να εκτίθεται προφυλαγμένη πια στην Εθνική Πινακοθήκη, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της τέχνης, αλλά και της φιλοσοφίας του σημερινού νεοελληνικού κράτους.

Πρόκειται για έκθεση που, αντί να ευλαβείται τα θεία, όπως τα παγκόσμια μνημεία των προγόνων μας, υβρίζει τα θεία με σκηνές που κάθε άλλο παρά διακρίνονται για το κάλλος τους. Έγινε γνωστή στην κοινή γνώμη εξαιτίας της βίαιης αντιμετώπισης που έτυχε από βουλευτή της εκ δεξιών αντιπολίτευσης. Μιας αντιμετώπισης κατακριτέας μεν, που όμως εάν προερχόταν από πολιτικό αριστερών φρονημάτων μάλλον θα αντιμετωπιζόταν ως "ακτιβισμός". Αλλά όπως είναι καταδικαστέος ο αριστερός ακτιβισμός (έστω και όχι από όλες τις πολιτικές δυνάμεις), εξίσου καταδικαστέος είναι ο δεξιός ακτιβισμός.

Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι μόνον μετά από τέτοια αντιμετώπιση πληροφορήθηκε η κοινή γνώμη, τι είδους έργα εκθέτει σήμερα η Εθνική Πινακοθήκη. Έργα που υβρίζουν τα ιερά και τα όσια της επικρατούσας θρησκείας, που επισήμως αναγνωρίζονται και ως ιερά και όσια του έθνους. Δεν πιστεύουν όλοι οι Έλληνες στην επικρατούσα θρησκεία, όμως το κράτος μας εορτάζει την Ημέρα των Ενόπλων Δυνάμεων στις 21 Νοεμβρίου, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Έχει δε ορίσει, από τότε που υπάρχει, ως ημέρα έναρξης της ελληνικής Επανάστασης και κεντρική εθνική εορτή την 25η Μαρτίου, ημέρα που προγραμματίστηκε, από θρησκευτική ευλάβεια, να ξεκινήσει η Επανάσταση (άλλο ότι ξεκίνησε τελικά μερικές ημέρες νωρίτερα).

Το ακόμη πιο θλιβερό είναι ότι υπέρ της έκθεσης βρέθηκε να ειπωθεί μόνον, ότι τα εκθέματά της (πρέπει να) εκτίθενται στο πλαίσιο της ελευθερίας της τέχνης. Ουδεμία άλλη υπεράσπιση του έργου ακούστηκε.

Ελευθερία ναι. Αλλά τι χρήση κάνουμε της ελευθερίας μας; 

Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία η ‘Εθνική’ Πινακοθήκη ορίζει την τέχνη του ‘έθνους’; 

Δεν εκπροσωπεί τον εαυτό της εκεί και τα προσωπικά της γούστα. Εκπροσωπεί την Ελλάδα. Αυτή είναι η τέχνη της σημερινής Ελλάδας;

Ελευθερία είχαν και οι αρχαίοι Αθηναίοι. Εκείνοι μάλιστα δημιούργησαν την πρώτη Πολιτεία ελευθερίας και δημοκρατίας. Προϊόν της ελευθερίας τους ήταν ο Παρθενώνας. Οι σημερινοί Αθηναίοι, τι θα αφήσουν ως τυπικά έργα τέχνης της εποχής μας στους μεταγενέστερους;  

Μπορεί να λεχθεί η λιτή φράση του Επιταφίου για την τέχνη που επιλέγει η Εθνική Πινακοθήκη να εκθέτει;  

Αποτελεί μια τέτοια τέχνη "φιλοκαλία"; Την τέχνη όρισε ο Περικλής ως αγάπη για το κάλλος, την ομορφιά. Αυτό σημαίνει "φιλοκαλούμεν".

Κυρίως, η φράση του Περικλή συνταυτίζει τέχνη και φιλοσοφία. Ποια φιλοσοφία εξέφραζε ο Παρθενώνας και ποια φιλοσοφία βρίσκεται πίσω από τα σημερινά εκθέματα. 

Τι πρεσβεύουμε φιλοσοφικά οι νεώτεροι Έλληνες και επιλέγουμε να μας εκπροσωπούν τέτοια εκθέματα τέχνης;

Το τι πρεσβεύουν οι σημερινοί Έλληνες δεν απαντιέται μεν εύκολα. Απαντιέται όμως εύκολα, τι φιλοσοφία πρεσβεύει το κράτος μας, επιλέγοντας για την Εθνική του Πινακοθήκη τα συγκεκριμένα εκθέματα:  

Τη φιλοσοφία της ασχήμιας και της παρακμής, προϊόν της απαρέσκειας του κράτους μας προς καθετί ιερό και εντέλει προς καθετί "καλόν κ’ αγαθόν".

Για να αλλάξουν αυτά πρέπει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΙΣΛΑΜΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Στην Πινακοθήκη κρίνεται το μέλλον

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου

Αφορμή για το σημερινό σημείωμα είναι η νευρική κρίση ενός βουλευτή της Νίκης, ο οποίος προσβλήθηκε από την απεικόνιση της Παναγίας στην έκθεση με τον τίτλο «Η σαγήνη του αλλόκοτου». Εριξε πίνακες στο πάτωμα εξοργισμένος επειδή θεώρησε ότι προσβάλλουν την πίστη του και ότι αποτελούν κίνδυνο για τα παιδιά του. Σε περίπτωση που τα δουν, διότι κανείς δεν τα υποχρεώνει να τα δουν.

Το επαναλαμβάνω: είναι η αφορμή. Πήρε μεγάλη δημοσιότητα, ως και διαδήλωση έγινε από τους «εργαζόμενους στη σύγχρονη τέχνη» – τι είν’ τούτο πάλι;

Και δικαίως στηλιτεύθηκε η πράξη του βουλευτή.

Η Ιερά Σύνοδος παρενέβη όχι για να τον υπερασπισθεί, αλλά για να στηλιτεύσει την έκθεση τέτοιων έργων σε έναν θεσμό όπως είναι η Εθνική Πινακοθήκη.

Με αφορμή λοιπόν το γεγονός πήρα το θάρρος να το φιλοσοφήσω. Τι θα γινόταν αν, κάποιος άλλος, απεικόνιζε με «βλάσφημο» τρόπο κάποια από τα ιερά σύμβολα της κομμουνιστικής θεολογίας; Oπως εκείνη τη θλιβερή φωτογραφία του Λένιν στην αναπηρική καρέκλα μετά το εγκεφαλικό του;

Τι πιο ανθρώπινο! Αναρωτιέμαι αλήθεια πώς είναι δυνατόν κανείς να μην έχει εμπνευσθεί απ’ αυτήν.

Θα μου πείτε ήξερε τι τον περιμένει.

Να θυμίσω απλώς ότι η ταινία «Ελένη» του Νίκου Γκατζογιάννη δεν προβλήθηκε στις αίθουσες διότι την εμπόδισαν οι ζηλωτές της ΚΝΕ. Λογικό. Η υπόθεση, αυτοβιογραφική, αφηγείται την ιστορία της μητέρας του Γκατζογιάννη, η οποία προσπάθησε να σώσει παιδιά από το κομμουνιστικό παιδομάζωμα. Και την εκτέλεσαν οι αντάρτες.

Τι θα γινόταν αν ο καλλιτέχνης απεικόνιζε με βλάσφημο τρόπο τον Μωάμεθ;

Ελάτε τώρα. Ξέρουμε τι θα γινόταν. Το έχουμε ζήσει με το Charlie Hebdo. Είναι η διαφορά ανάμεσα στον Χριστιανισμό και το Ισλάμ. Ο Χριστιανισμός έχει συμβιώσει για αιώνες με τη βέβηλη ανθρώπινη δημιουργία. Μην ξεχνάμε ότι η μεγάλη ζωγραφική του Γκρέκο για παράδειγμα έγινε στη σκιά της Ιεράς Εξετάσεως. Την αποδέχεται, ακόμη κι αν δεν την δέχεται. Μπορεί να καταδικάζει τη βλασφημία, όμως, σε αντίθεση με το Ισλάμ δεν την καταδικάζει σε θάνατο. Μπορεί να χρειάστηκαν αιώνες για να φτάσει στο καθεστώς ανοχής, όμως αυτό λέγεται πρόοδος.

Πόσα αγάλματα της αρχαιότητας φιλοξενούνται στα Μουσεία του Βατικανού;

Και πάντως οι καρδινάλιοι δεν απαιτούν να καλύπτεται η γύμνια τους όπως έγινε όταν η Ιταλία υποδέχθηκε εκπροσώπους του ιρανικού καθεστώτος πριν κάτι χρόνια.

Θα μου πείτε τους ενδιέφερε το πετρέλαιο οπότε κάλυψαν με μπούρκες τις Αφροδίτες του Καπιτωλίου. Αυτό λέγεται ρεαλισμός.

Και τώρα ας αφήσουμε τα θεολογικά αντανακλαστικά και ας βρεθούμε ενώπιος ενωπίω με αυτό που ονομάζεται «σύγχρονη τέχνη».

Μπορεί να είναι σύγχρονη αλλά αναρωτιέμαι αν είναι τέχνη.

Η τέχνη δημιουργεί μορφές που συνθέτουν τη συλλογική ευαισθησία. Είναι ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία του Δυτικού Πολιτισμού. Εξ ου και όπως λέει ο Μαλρό, η τέχνη απολαμβάνει την ιερότητα του «μη μου άπτου». Ζητώ συγγνώμη για τη γενίκευση, όμως η σύγχρονη τέχνη δεν δημιουργεί τη δική της ευαισθησία. Απλώς παλεύει να καταστρέψει τους όρους της συλλογικής ευαισθησίας.

Νομίζω ότι η «σύγχρονη τέχνη» εκφράζει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, την κατάσταση αυτού που λέμε «Δυτικός Πολιτισμός». «Βαριεστημένοι, μπουχτισμένοι, σχεδόν πισθάγκωνα δεμένοι, όλοι μας ναυτικοί εκ ναυτικών, όλοι μας ναυτικοί εξ απαλών ονύχων πήραμε απόφαση να φύγουμε», όπως λέει και ο Εμπειρίκος. Και επειδή δεν είχαμε πού να πάμε, δεν είχαμε καμία άλλη λύση. Επιστρέψαμε πίσω αποφασισμένοι να καταστρέψουμε ό,τι μας υποχρέωσε να φύγουμε.

Ετσι μόνον, σχηματικά, μπορώ να περιγράψω τη φυσιογνωμία της σύγχρονης τέχνης. Πολεμάει ό,τι υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο. Παλεύει να ξηλώσει τις αξίες του Δυτικού Πολιτισμού, χωρίς όμως να μπορεί να προτείνει κάτι το οποίο προκύπτει απ’ αυτές τις αξίες.

Θέλουμε έναν άλλον πολιτισμό απ’ αυτόν που μας κληροδότησαν τόσοι αιώνες Ιστορίας;

Δεν το πιστεύω.

Θέλουμε να διατηρήσουμε τον δικό μας πολιτισμό, με την ελευθερία της έκφρασης και το δικαίωμα στο βέβηλο, κυρίως δε με το δικαίωμα να τον καταγγέλλουμε.

Τώρα ένας βουλευτής κακοποίησε τους πίνακες ενός καλλιτέχνη. Για φαντασθείτε τι θα είχε γίνει αν αυτό γινόταν στην επικράτεια του Ισλάμ;

Ομως το επαναλαμβάνω. Αυτή είναι η αφορμή.

Η ουσία είναι …

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΛΑΨΟΜ##ΝΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αγριολούλουδο ή αγριογούρουνο;

 

Αγριολούλουδο ή αγριογούρουνο;



Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Λόγω της πρόσφατης ταινίας, ρώτησα έναν φίλο αν του αρέσει ο Καζαντζίδης. Κι εκείνος απάντησε: «Ναι, μου αρέσει, γι’ αυτό τον ακούω πάντα φορώντας ωτασπίδες». Και συμπλήρωσε μετά: «Μόνο όσα τραγούδια είπε ως το ’60, περίπου, τα ακούω με ευχαρίστηση» – μια άποψη κάπως επικίνδυνη σε περίπτωση που τη διατύπωνε μεταξύ ζηλωτών του Στέλιου που τον έχουν θεοποιήσει, τον έχουν κάνει εικόνισμα.

Οταν του το ανέφερα μου απάντησε πως, κάποιοι απ’ όσους δηλώνουν φαν καζαντζιδικοί, πιο πολύ θέλουν να εμφανιστούν οι ίδιοι, διά εκείνου, ως φιλολαϊκοί, απλοί, κατατρεγμένοι κ.λπ., παρά να υμνήσουν τον όντως Καζαντζίδη.

Ομως, το ανάλογο θα ισχύει και σε όσους δεν αντέχουν με τίποτε τον Στελάρα: κάνουν μια δήλωση πολιτισμικής ταυτότητας, αισθητικής αντίληψης, ή ακόμα και έμμεσα πολιτικού προσδιορισμού, αν και αυτό δεν ισχύει πάντα.

Πάντως η συζήτηση και τα πράγματα με την περίπτωση Καζαντζίδη μπλέκονται άσχημα γιατί μπερδεύεται η όντως μεγαλειώδης φωνή του με διάφορα λυγμικά τραγούδια καθεαυτά, το καλλιτεχνικό με το δημόσιο πρόσωπο του Στέλιου, ο επιθετικός δημόσιος λόγος του και οι περίφημες διαμάχες του με τον Νικολόπουλο, τον Ακη Πάνου, τον Μάτσα και την Κολούμπια. Επίσης, η επίμονα προβαλλόμενη λαϊκή του εικόνα με τις πληροφορίες για τις σπατάλες του στα καζίνο. Οι φήμες για τη συμπεριφορά του στις γυναίκες (εν προκειμένω κανείς δεν ξέρει τι ίσχυε ακριβώς) και διάφορες  απόψεις του περί Εβραίων και μη, η φημολογούμενη ασυνέπειά του και πολλά άλλα.

Δηλαδή, κατά βάθος δεν ξέρουμε τι απ’ όλα κρίνουμε – άρα, όταν μιλάμε για την περίπτωσή του πρέπει να βάζουμε αυστηρά κριτήρια και όρια. Με βάση ποιο κριτήριο κάθε φορά, μιλάμε γι’ αυτόν. Διότι με διαφορετικά σταθμά, βγαίνει και διαφορετικό συμπέρασμα. Αλλιώς η συζήτηση γίνεται χαώδης και πικραίνονται διάφοροι που είτε τον έχουν κάνει θεό, είτε νιώθουν απέναντί του κάποια δυσανεξία – κι ο καθείς έχει τους δικούς του λόγους, ή κάποια αισθητική προκατάληψη.

Καταρχήν πέρα από τη φωνή του καθεαυτή, την οποία κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, ισχύει, για τον καθένα, και η ευρύτερη αντίληψη κόσμου: υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει ο αυτοοικτιρμός, η λυγμική εκφορά, τα αυτο-υμνητικά άσματα του λαϊκού, αντρικού «εγώ» (υπάρχεις κι όσο υπάρχεις θα υπάρχω). Και είναι κι άλλοι που δεν αντέχουν αυτή την επανάληψη της διαρκούς συντριβής, της αδικίας, της αλαζονικής αυτολύπησης και το ότι πάντα φταίνε οι άλλοι και η κακούργα η κοινωνία – πρόκειται και για διαφορετική στάση ζωής που καθορίζει, ίσως, και τα γούστα. Θυμάμαι από χρόνια, στις ταβέρνες και στις παρέες, όταν έπαιζε το τραγούδι «Αγριολούλουδο» (πρώτη εκτέλεση 1968) σε στίχους Πυθαγόρα και μουσική Νικολόπουλου, οι μεν καζαντζιδικοί να το τραγουδούν κανονικά, λέγοντας «Αγριολούλουδο», ενώ οι αντίπαλοι έλεγαν «Αγριογούρουνο» – οπότε άρχιζε πάλι ο καβγάς που αναζωπυρώθηκε πρόσφατα λόγω της ταινίας.

Ισως το λάθος να βρίσκεται στη γενίκευση.

Κι εμένα μου αρέσουν μερικά τραγούδια που λέει ο Καζαντζίδης, ιδίως τα πριν το 1957 και μετά το ’80 οπότε ερμήνευσε και κάποια άσματα μεγάλων συνθετών, και υπάρχουν και άλλα που νιώθω ότι λαϊκίζουν και εκβιάζουν το συναίσθημα, έχουν μελό εκφορά και εκφράζουν αυτολύπηση – η φωνή του είναι αυτή που είναι, μεγαλειώδης, αλλά συγκεκριμένα τραγούδια δεν μου είναι ευχάριστα. Και μην πέφτουμε πάντα στην εμφύλια μανία. Ο καθείς έχει το αυτονόητο δικαίωμα της αρέσκειας ή της απαρέσκειας, είτε γενικά, είτε κατ’ επιλογή – αλλά, μην το παρατραβάμε. Μην πάμε ή στο φωτοστέφανο ή στα Τάρταρα. Στη διχαστική λογική. Στο δέος ή στην απέχθεια.

Μην ξεχνούμε, δε, ότι ο Καζαντζίδης ήταν ένας λαϊκός άνθρωπος που απόλαυσε αδιανόητη, υπερβάλλουσα δόξα (και χρήμα) τα οποία δύσκολα μπόρεσε να διαχειριστεί. Και πάντα υπήρχαν γύρω του διάφοροι καλοθελητές που τον εξέτρεπαν απ’ το όριο με τις κολακείες και τις υπερβολές τους – εδώ ξεφεύγουν ακόμα και συνετοί, επαρκώς μορφωμένοι άνθρωποι όταν γνωρίζουν τη δόξα, ή την εξουσία, πολιτική ή κοινωνική, την άμετρη κολακεία. Και πόσες αντιστάσεις μπορεί να είχε ένα λαϊκό παιδί που δεν διέθετε ούτε μάνατζερ, ούτε image makers, ούτε ειδικούς να τον κατευθύνουν, ή να φροντίσουν, έστω, για τις καλλιτεχνικές επιλογές και τη δημόσια εικόνα του – ίσως οι πολυπληθείς φαν να του έκαναν και τη μεγαλύτερη ζημιά, όπως συμβαίνει συνήθως.

Στο εξωτερικό, τηρουμένων των αναλογιών, σχετικές περιπτώσεις τραγουδιστών-σταρ πέφτουν στα σκληρά ναρκωτικά, στη βαριά κατάθλιψη και την αυτοκαταστροφή, κάποιοι, δε, φτάνουν στον αυτοχειριασμό, μην αντέχοντας όλο αυτό το λατρευτικό μπούκωμα και το αβάσταχτο πανδαιμόνιο.

Ο Καζαντζίδης γλίτωσε με το ψάρεμα, που είναι μια μορφή αυτοθεραπείας. Καταφυγή στη γαλήνη. Στη μοναξιά. Ο Ν.Γ. Πεντζίκης έλεγε πως το ψάρεμα είναι προσευχή.

Σε κάθε περίπτωση, άσχετα αν μας αρέσουν ή όχι τα τραγούδια του, όλα, ή κάποια απ’ αυτά, ο καθείς μπορεί να λέει στο σχετικό άσμα είτε «αγριολούλουδο», είτε «αγριογούρουνο» – κατά την παιγνιώδη παραλλαγή των αντί.

Ομως…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Ο Βασίλης Καρράς και η αξία του αληθινού έρωτα



Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΡΑΠΑΛΗ

Eίναι δύσκολο να γράψει κάποιος με καθαρό μυαλό για έναν τύπο σαν τον Βασίλη Καρρά. Πιθανά γιατί η μέθη που προκάλεσε η απώλεια ξεπέρασε την αληθινή μέθη από τα λόγια των τραγουδιών του.

Άφησα να περάσουν λίγες μέρες μήπως και ηρεμήσει το μυαλό μετά από αυτή την χριστουγεννιάτικη απώλεια.

Να ηρεμήσει από την ανάγκη που δημιούργησε σε όλους μας να βγούμε να τον τιμήσουμε όπως του άρμοζε. Να κλειστούμε σε ένα μπαρ και να πιούμε όχι δυστυχώς στην υγειά του αλλά στην μνήμη του. Όπως ανέφερε ο συνάδερφος και φίλος του Ζαφείρης Μελάς, ήθελε στην κηδεία του όλοι να είναι χαρούμενοι και να φοράνε άσπρα.

Όμως ο καλύτερος αποχαιρετισμός ήταν αυτός ο αυθόρμητος όσων απλά παράγγελναν τα τραγούδια του, όπου βρίσκονταν. Δεν είχα την τύχη να είμαι στην Θεσσαλονίκη αυτές τις μέρες, στην μοναδική του έδρα όπου έδινε παραστάσεις αξέχαστες, αλλά είχα την τύχη να τον θρηνήσω στο μαγαζί που τραγούδαγε ο Άγγελος Διονυσίου.

Τύχη γιατί ο Άγγελος ουσιαστικά ήξερε μέσα του πάντα πως ο πραγματικός συνεχιστής του μεγάλου πατέρα του ήταν ο Βασίλης Καρράς. Αν κάτι συνδύαζε τον Στράτο και τον Βασίλη ήταν πως στα τραγούδια τους ένιωθες ότι έβλεπες την ιστορία να διαγράφεται μπροστά σου. Σαν ένα βιντεοκλίπ που εξιστορούσε κάτι που έχεις ήδη ζήσει. Η στιγμή που ο σκυφτός διαβάτης της ζωής πήγαινε βόλτα στου ονείρου το σεργιάνι.

Ο Καρράς ήταν ο φίλος που μίλησε στην ψυχή μας και μας συντρόφευσε στις δύσκολες στιγμές της απώλειας. Δεν ασχολήθηκε ως στιχουργός και ερμηνευτής με την κατάκτηση του έρωτα αλλά με την ανάγκη της διατήρησής του.

Σε εκείνο τον μοναδικό στίχο του Αυγούστου «η αγάπη διεκδικείται δεν παρέχεται» αποτύπωσε απόλυτα την αξία του αληθινού έρωτα. Όχι αυτού που δημιουργήθηκε από την στιγμιαία παρόρμηση αλλά εκείνου που αξίζει να πολεμάς κάθε μέρα κάθε στιγμή γιατί αυτός σε ολοκληρώνει και σε γεμίζει.

Ο Καρράς δεν ενδιαφέρθηκε για την κατάκτηση αλλά για την συνέχεια της αγάπης πράγμα που έπραξε στην ζωή του, όντας με την ίδια γυναίκα από τα εφηβικά του χρόνια. Ακόμη και στην αέναη επίκληση στην ξελογιάστρα νύχτα επέμεινε στην αγάπη και όχι σε κάτι το περιστασιακό και το τυχαίο.

Αν λοιπόν κάτι οφείλει να μείνει από αυτόν τον μεγάλο καλλιτέχνη είναι…

 

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Τι ψυχή θα παραδώσεις!


Του ΜΑΝΩΛΗ ΚΟΤΤΑΚΗ

«Ρε σεις, σπίτια δεν έχετε; Ακόμη εδώ είστε;» Ακόμη αντηχεί στα αυτιά μου η φωνή του Βασίλη Καρρά, πέντε το πρωί, κάποιο Σάββατο, στις αρχές της δεκαετίας του ’90 στο θρυλικό Αβαντάζ της Θεσσαλονίκης. Οταν έβγαινε για το τελευταίο μέρος του προγράμματος με το λευκό πουκάμισο έξω, χωρίς κοστούμι, για να τραγουδήσει μέσα σε ένα σύννεφο από καπνό μια τελευταία φορά «για τη νύχτα την ξελογιάστρα» και για να μας πει το κλασικό «καλημέρα σας!» Να σφυρίξει τη λήξη, δηλαδή, λίγο πριν από την ανατολή.

Ημασταν νέοι, ήμασταν φοιτητές, οδηγούσαμε πέντε ώρες από την Κομοτηνή μέχρι τη Θεσσαλονίκη -δεν υπήρχε η Εγνατία τότε- για να διασκεδάσουμε, διπλοπαρκάραμε σε παρακείμενες οδούς και μετά τρέχαμε στον επίσης θρυλικό διοικητή της Τροχαίας Θόδωρο Αθανάσαρο για να μας σβήσει την κλήση. Αν γινότανε. Ηταν η εποχή που τα τραγούδια του νεοεμφανιζόμενου Καρρά κυκλοφορούσαν σε δισκάκια της εταιρίας VASIPAP, από τα αρχικά του ιδρυτή της: Βασίλης Παπαδόπουλος.

Εκανε εντύπωση σε πολλούς αυτό που συνέβη με τον θάνατο του λαϊκού τραγουδιστή από το Κοκκινοχώρι της Καβάλας. Η αγάπη του κόσμου, ειδικά του βορρά, στο πρόσωπό του. 

Δεν ήταν ο ποιοτικός του έντεχνου, όμως έπειτα από 35 χρόνια παρουσίας στις πίστες και στο πεντάγραμμο είχε καταφέρει να εκφράσει την ψυχή μιας πόλης και μιας ολόκληρης περιοχής. Με το χιούμορ του και με το χαμόγελό του.

Ηταν για τα δύσκολα, όχι για τα εύκολα. Δεν ήταν κάτι φοβερά σπουδαίο για να μπει στο πάνθεον του πενταγράμμου, αλλά με τις λέξεις του, με τις παράδοξες εικόνες που έφτιαχνε («από τον βορρά μέχρι τον νότο, να σ’ αγαπώ δεν βρήκα τρόπο») και με τις μουσικές του κατάφερνε κάθε βράδυ να κάνει τις καρδιές που χοροπηδούν, να ηρεμούν και να ταξιδεύουν. Χρειάζεται ταλέντο για να κάνεις τους στενοχωρημένους χαρούμενους και τους χαρούμενους στενοχωρημένους. Να τους χαϊδεύεις ευαίσθητες χορδές. Να τους ξυπνάς συναισθήματα. Να τους κάνεις να αφήνονται χωρίς καθωσπρεπισμούς. Στο έλεος των αισθήσεών τους.

Αναρωτήθηκα στο άκουσμα της είδησης της απώλειας του Καρρά, πέρα από τις νεανικές αναμνήσεις που έφερε υποχρεωτικά στον νου μου, κάτι ευρύτερο:

Τι είναι αυτό που κάνει τη βόρεια Ελλάδα, από τα Τρίκαλα και πάνω, να γεννά ασταμάτητα, ανεξαρτήτως εποχών, συνθέτες και τραγουδιστές που μπορούν να εκφράσουν το ανθρώπινο παράπονο, τον καημό, τη χαρά, τον ενθουσιασμό, τον δισταγμό, την απογοήτευση, την πτώση, την άνοδο, την ελπίδα, την αδικία, την αμφιβολία.

Προφανώς και τα μεγέθη δεν είναι όλα ίδια. Σκέφτομαι όμως ότι ο Καζαντζίδης, ο Τσιτσάνης, ο Μητροπάνος, ο Νταλάρας, η Μαρινέλλα, ο Στράτος Διονυσίου, ο Παπάζογλου, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Ακης Πάνου, και από τις νεότερες γενιές με διαφορετικό ύφος ο Τερζής, ο Καρράς, η Θεοδωρίδου, ο Ρέμος η Ασλανίδου και πολλοί άλλοι που αυτή τη στιγμή μπορεί και να ξεχνώ, κατέβηκαν στην Αθήνα και την αναστάτωσαν. Εδωσαν νέα πνοή στη νύχτα.

Στο παρελθόν και η υπόλοιπη Ελλάδα γεννούσε τραγουδιστές και συνθέτες που μπορούσαν να εκφράσουν με μεγάλη πληρότητα το λαϊκό αίσθημα. Ο Ζαμπέτας από το Αιγάλεω, ο Βοσκόπουλος από τη Νίκαια, ο Μπιθικώτσης από τη Δραπετσώνα, και πολλοί άλλοι. Ο καθένας με το ύφος του πάντοτε.

Σταδιακά όμως το κλεινόν άστυ άρχισε να γίνεται κυνικό και η διασκέδασή του ψεύτικη, να χάνει την ταυτότητά της. Τη δυνατότητα τού να εκφράσει γνησίως τις λαϊκές πλειοψηφίες. Οι οποίες, όσο και αν δεν αρέσει σε κάποιους κύκλους, αγαπούν πολύ το λαϊκό τραγούδι σε κάθε του μορφή. Είτε είναι ρεμπέτικο είτε παλιό λαϊκό ή το σημερινό πλαστικό λαϊκό με ήχους που μας ξεπερνούν κατά πολύ καμιά φορά και μας πάνε στη βαθιά Ανατολή.

Αλλά ο Ελληνας ως γεννήτωρ της Δύσης δεν φοβάται την Ανατολή. Δεν φοβάται τους ήχους της. Είναι συμφιλιωμένος μαζί τους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων το βράδυ, το πρώτο κανάλι της ελληνικής τηλεόρασης έδειχνε μία συναυλία στο Μέγαρο Μουσικής με τον αξεπέραστο Διονύση Σαββόπουλο (και αυτός ανθρωποκεντρικός, έβαλε πολύ συναίσθημα στη σκληρή μεταπολιτευτική εποχή του πολιτικού τραγουδιού) και το δεύτερο κανάλι μια παλιά χριστουγεννιάτικη εκπομπή του «Καλλιτεχνικού καφενείου» με τον Μίμη Πλέσσα, τον Βασίλη Τσιβιλίκα και τον Κώστα Φέρρη, στην οποία πρωταγωνιστούσαν η Πόλυ Πάνου, η Τζένη Βάνου, ο Γιώργος Μητσάκης, η Χαρούλα Λαμπράκη και «Τα παιδιά απ’ την Πάτρα».

Δεν έχω αμφιβολία ποια εκπομπή είδαν οι περισσότεροι.

Αν αναζητήσει κανείς λοιπόν γιατί τόση λατρεία για τον Βασίλη Καρρά με την μπάσα φωνή θα ανακαλύψει ότι…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Δεν πας πουθενά, εδώ θα μείνεις!

 

 ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

 

Ψιλοσούρα. Εκεί στο μεταίχμιο, τόσο δα έξω από αναστολές και τόσο δα, να μην χάσεις την μπάλα τελείως.

Εκείνος, ο φιλαράκος ζωής γελούσε «Πας καλά; Σύνελθε», για να την αναπτερώσει, και καλά. Σκατά! «Εγώ τώρα πονάω βαθιά» του τόνισε και όλο παράπονο «Μη γελάς, μωρέ», για να του κόψει κάθε φόρα ψευτοπαρηγοριάς.

Το σεβάστηκε. Μπήκαν στο αυτοκίνητο αμίλητοι.

«Να σε πάω μια βόλτα;», της πρότεινε.

Ανασήκωσε τους ώμους της, κάπως όπως «Να! Κι αν με πας, Να κι αν δεν με πας» αλλά δεν το είπε φωναχτά. Τόσο μαυρισμένη η ψυχή της δεν υπήρχε δρόμος για εκείνη, δεν υπήρχε οδός. Έρωτας φαρμακερός. Πονούσαν τα σπλάχνα της. Μύριζαν καμένα τα φρένα της, ζήτημα λεπτών ήταν να τα σπάσει. Να μην σώνει άνθρωπος τέτοιο πόνο.

«Ξέρεις τι θα ήθελα;» τον ρώτησε με το βλέμμα επίσης στο μεταίχμιο. «Να υπήρχε ένα μηχάνημα ερωτόπονου. Να μετράει, ρε παιδάκι μου, τον πόνο του έρωτα. Να στον κάνει πόνο στο σώμα, όπως ο πονοκέφαλος, όπως ο πόνος της γέννας. Να δεις, δεν θα τον άντεχε άνθρωπος!».

Κάτι τέτοιες φιλοσοφίες χτυπάνε ταβάνι τέτοιες ώρες.

Ο φιλαράκος συγκατάνευσε «Εμένα θα μου το πεις!».

Ψιλογέλασαν και οι δυο. Έτρεχε το αυτοκίνητο. Βούρκωνε ξεβούρκωνε. Κάποια στιγμή σταμάτησε σε κάποιο πάρκιγκ. Μπροστά θάλασσα. Άνοιξε παράθυρο. Ψοφόκρυο. Άνοιξε και ο φιλαράκος. Και πού στο διάολο ήταν να πατήσει το κουμπί του ραδιοφώνου. Βασίλης Καρράς. Πυροβολισμός κατάκαρδος. Κλάμα! Με λυγμούς.

«Τον θέλω!» παραδόθηκε με ψηλά τα χέρια. Είναι η στιγμή που μπορείς να κάνεις τα πάντα. Να φτάσεις τέρμα Ξεφτίλας! «Θα του τηλεφωνήσω»,

«Μην το κάνεις». Ούτε ξέρει πόσες φορές άκουγε το ίδιο και το ίδιο μήνυμα στον τηλεφωνητή του. «Πας καλά;» ξανάλεγε το φιλαράκι της.

Και δώστου Βασίλης Καρράς. Στιγμιαία κατάδικός της άνθρωπος. Στην αγκαλιά της φωνής του τον έκλαψε, τον τελείωνε, τον ανάσταινε. Στα βαθιά του Καρρά… Πιο βαθιά δεν έχει!… Ξεθάρρεψαν όλα τα  δικά της βαθιά. Και για κάθε ανάσα του, όπως μόνο ο Καρράς την έπαιρνε έτσι, γέμιζαν ανάσα και τα δικά της πνευμόνια για να βγάλει πέρα τη βουτιά. Βουτιά η καψούρα! Διαπασών ο Καρράς. Και το δικό της το χέρι να μαστιγώνει τον αέρα στίχο τον στίχο. Ψιλοσούρα.

Τα θυμάται. Ψιλογελάει.

Ψιλοντροπής πράγματα;

Σιγά! Δεν υπάρχει πιο ενδιαφέρον ρεζίλι από αυτό του βαριού έρωτα. Χρόνια μετά… Χαμήλωσαν τα μπάσα… Ευτυχώς. Σκέψου να την βγάζαμε σερί με τόσο δυνατά μπάσα!…

Αχ βρε Βασίλη! Παρέα τα περάσαμε. Ανθρωπένιος εσύ, σε ένα κόσμο φτωχολαμέ, επηρμένων σαχλοφιλοσόφων δεκάρας.

Πήρες το μυστικό της ματωμένης μας στιγμής μαζί σου. Δεν την εξέθεσες ποτέ.

Θα σου έλεγα «Καλό σου ταξίδι» αλλά επί της ουσίας… Δεν πας πουθενά. Εδώ θα μείνεις!

Τους τραγουδιστές…

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Ναι ρε φίλε, και Τσαϊκόφσκι και Στελάρα και Τόλη και Βασιλάρα

 

Του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ

Οι Αυστριακοί μερακλώνουν με Στράους και κτυπάνε ρυθμικά παλαμάκια στη γνωστή πρωτοχρονιάτικη συναυλία.

Κάποιοι συνέλληνες τους θαυμάζουν για αυτό, ενώ κάποιοι άλλοι προσπερνούν αδιάφορα το θέαμα, μπορεί και να υπομειδιούν. Έχουν τα δικά τους γούστα, αυτοί μερακλώνουν με Μητροπάνο, Καρρά και Τερζή και άλλους λαϊκούς βάρδους.

Υπάρχει και η κατηγορία των «έντεχνων». Αυτοί αποτελούν ένα μεγάλο σύνολο με πολλά υποσύνολα, με πολλές τομές, καθώς η ίδια η έννοια του «έντεχνου» είναι ιδιαίτερα ρευστή και αν θελήσουμε κάπως να την ορίσουμε θα πρέπει να είμαστε πολύ ευρύχωροι.

Άλλοι τη βρίσκουν με τα αγωνιστικά τραγούδια της δεκαετίας του 70, αν και οι τσιμινιέρες από τότε έχουν παγώσει κυριολεκτικά, άλλοι πιο μετριοπαθείς, ακούγοντας τους τρεις μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού και κάπου εκεί προσπαθούμε να χωρέσουμε κι εμείς που γουστάρουμε και τους τρεις μεγάλους, αλλά και τους μινόρες του ελαφρολαϊκού τραγουδιού και τα καψουροτράγουδα και βέβαια και τη φωνή –κυρίως τη φωνή– του τεράστιου και ανεπανάληπτου Στέλιου, ένα παγκόσμιο φαινόμενο.

Εκείνο το οποίο παρατηρώ είναι η αφ' υψηλού θέαση των «έντεχνων» απέναντι στους υπόλοιπους –μας βλέπουν σαν πλέμπα. Η ίδια ακριβώς συμπεριφορά παρατηρείται και στα του κινηματογράφου, αλλά με αυτά έχω ασχοληθεί διεξοδικά σε άλλα κείμενά μου. Δεν πρόκειται να κάμω κοινωνιολογική ανάλυση του ελαφρολαϊκού τραγουδιού ούτε θα πέσω στην παγίδα των μαρξιστικών απλουστεύσεων, διότι η ζωή είναι πολύ πιο σύνθετη και δεν χωρά σε τέτοια καλούπια. Μπορεί να δακρύζεις εξίσου με το κονσέρτο για πιάνο του Τσαϊκόφσκι και με το «Δυό πόρτες έχει η ζωή». Να μερακλώνεις με Μητροπάνο και «τα καλοκαίρια και τους χειμώνες» του και συγχρόνως να συγκινείσαι και με τον Αττίκ ή τον Γιαννίδη και τη φωνή του Πολυμέρη και της Δανάης. Να σε συγκλονίζει ο Μπιθικώτσης στα τραγούδια του Μίκη, αλλά και στο «Μια κυρία φεύγει». Να υποκλίνεσαι στην «Καισαριανή» και στο «Δίκτυ» του Ξαρχάκου, αλλά και στα «Μάτια μπλε καλοκαιρινά» του ίδιου –ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια με τη φωνή του Πάριου.

Θυμάμαι στα νιάτα μου, στην ένδοξη δεκαετία του '70, σκληροπυρηνικοί αριστεροί συμφοιτητές μου, που κοιμόντουσαν και ξυπνούσαν με την προσδοκία της Επανάστασης, να βιώνουν την εγκατάλειψη και την «προδοσία» της συντρόφου όχι με «τα φασολάκια» του Ρίτσου ή την «Καταχνιά» του Λεοντή –αναμφίβολα έξοχο έργο– αλλά με Βοσκόπουλο και Πάριο. Και το δάκρυ κορόμηλο. Και τους έβρισκες να πνίγουν τον πόνο τους στη «Φέμινα» της Πρασακάκη και στο υπόγειο «Μινουί», δίπλα στην Αρμένικη εκκλησία και όχι στις έντεχνες φοιτητικές μπουάτ. Βλέπετε, η ανθρώπινη φύση επιβάλλεται και λυγίζει και αυτούς που νομίζουν ότι είναι πάνω από τέτοιες μικροαστικές ευαισθησίες.

Για να επανέλθω στο θέμα μου. Ο καθένας πορεύεται με τα γούστα του και δε δίνει λογαριασμό σε κανέναν, άνευ αστερίσκου. Γράφω τα αυτονόητα γιατί δεν είναι για όλους αυτονόητα. Το γεγονός ότι ακόμα και η ριζοσπαστική Αριστερά, και στις δύο εκφράσεις της, αισθάνθηκε την ανάγκη να τιμήσει τη μνήμη του Βασίλη Καρρά, του άρχοντα της καψούρας, φανερώνει πως…

ΠΡΟΣΩΠΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κανείς δεν νοιάζεται που δεν σου άρεσε ο Καρράς

 

Ο Μάνος Βουλαρίνος σχολιάζει τις μετά θάνατον αρνητικές γνώμες για τους καλλιτέχνες και το έργο τους, με αφορμή τα σχόλια για τον Βασίλη Καρρά.

 

Σε κάθε θάνατο δημοφιλούς καλλιτέχνη κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει: χωρίς κανείς να τους ρωτήσει και χωρίς κανέναν άλλο προφανή λόγο, διάφοροι συμπολίτες σπεύδουν να περιγράψουν το πόσο δεν τους άρεσε ο εκλιπών. Και το κάνουν με τρόπο που φανερώνει ότι πιστεύουν ότι η γνώμη τους έχει τόση σημασία ωστε η αρνητική τους αποτίμηση να μην μπορεί να περιμένει ούτε την ταφή.  

Αν μιλάμε για πολιτικούς ή δημοσιογράφους ή γενικότερα ανθρωπους με εξουσία το καταλαβαίνω.

Ένας άνθρωπος με εξουσία μπορεί να έχει επηρεάσει πολλές ζωές με τρόπο αρνητικό. Μπορεί να έχει κάνει κακό (ή τέλος πάντων κάποιος να πιστεύει ότι έχει κάνει κακό) και ο θάνατός του, ειδικά αν όταν πεθαίνει είναι εν ενεργεία, να είναι μια αφορμή για να εκφραστεί η δυσαρέσκεια και να εκτονωθούν απωθημένα. Στο κάτω-κάτω μια πολιτική μπορεί να έχει συνέπειες ακόμα και αφού ο εμπνευστής της πεθάνει. Επίσης οι άνθρωποι με εξουσία είναι συνήθως φορείς ιδεών που διχάζουν οπότε είναι εύκολο ο θάνατός τους να γίνει αφορμή αντιπαράθεσης.

Αλλά ένας καλλιτέχνης δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Αν ένας ζωγράφος δεν σου αρέσει δεν πας στις εκθέσεις του, αν ενας σκηνοθέτης σου φαίνεται ατάλαντος δεν βλέπεις τις ταινίες του κι αν δεν αντέχεις έναν τραγουδιστή δεν τον ακούς παρα μόνο στα λίγα λεπτά που μπορεί να ακουστεί ένα τραγούδι του στον κλαμπ που έχεις πάει για να διασκεδάσεις. Αν δεν σου άρεσε ο Καρράς ήταν πολύ εύκολο να μην τον ακούς καθόλου ή ελάχιστα. Η ακρόαση των τραγουδιών του δεν ήταν υποχρεωτική και άρα κανένα απωθημένο δεν μπορεί να υπάρχει για να δικαιολογείται η κακότροπη έκφραση αρνητικής γνώμης τις μέρες πριν την κηδεία του. Είναι αδικαιολόγητη αγένεια να πετιέσαι για να πεις πόσο δεν στεναχωριέσαι μια μέρα που πολλοί στεναχωριούνται για κάποιον που κατά πάσα πιθανότητα δεν σου έκανε ποτέ κανένα κακό.

Καλώς ή κακώς συνδεόμαστε με τους καλλλιτέχνες που μας αρέσουν ακόμα κι αν δεν ξέρουμε τίποτα γι’ αυτούς. Πριν τον δω στο Brooklyn 99 αγνοούσα ακόμα και την ύπαρξη του Αντρέ Μπράουερ. Αλλά όταν πριν λίγες μέρες έμαθα ότι πέθανε στεναχωρήθηκα στ’ αλήθεια. Και θα θεωρούσα φοβερά κακότροπο κάποιον που θα πεταγόταν σαν την τσουτσού να γραψει πόσο μέτριο ηθοποιό τον θεωρούσε.  

Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν αρκετοί συμπολίτες σε κάθε ευκαιρία που αυτοϊκανοποιούνται δείχνοντας πόσο διαφέρουν από τους πολλούς. Θα ήταν ωραίο να χαλιναγωγήσουν κάπως αυτή τους τη διάθεση ετσι ώστε τουλάχιστον να μη γίνονται αγενείς. Για το δικό τους καλό. Για να μη μοιάζουν με κακομαθημένους έφηβους που το μόνο που τους νοιάζει είναι να γίνονται ενοχλητικοί για τους γύρω τους. Γιατί …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Βασίλης Καρράς: Εγκαύματα!

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ο ήλιος τούς είχε κάνει πορτοκαλί – το χρώμα που παίρνουν οι πελιδνές επιδερμίδες του ευρωπαϊκού Βορρά όταν εκτίθενται στους ελληνικούς καύσωνες. Μετά τον καύσωνα της φύσης, είχε έρθει η ώρα να εκτεθούν και στην κάψα της ντόπιας κουλτούρας.

Ο Ελληνας οικοδεσπότης τους, είχε οδηγήσει τους Αγγλους συμφοιτητές του στου Καρρά.

Οι ηλιοκαμένοι θαύμαζαν αμίλητοι. Παρατηρούσαν γύρω τους τούς θαμώνες με τις φουσκωμένες καρωτίδες να ακολουθούν λατρευτικά τον άδοντα όγκο στη σκηνή. Παρακολουθούσαν, αλλά από την πίστα δεν τους χώριζαν μόνο τρεις σειρές τραπέζια κι ένα τείχος καπνού. Τους χώριζε η τάφρος του αμεταφράστου: Ενας ξένος πολιτισμός ανέπλαθε βάσανα σε έναν κυματοειδή λυγμό που μάλλον ήταν η γλώσσα του.

Υστερα από πολλή, έκθαμβη σιωπή και λίγο ουίσκι, ένας εκπρόσωπος της πορτοκαλί φυλής δοκίμασε να στείλει μήνυμα συμφιλίωσης στην άλλη άκρη της τάφρου. Εδειξε τον ήδη ανθοστόλιστο Καρρά και φώναξε: «Hey, man! Somebody call an ambulance! The man is in pain!».

 

Πώς θα τον άκουγες αν δεν ήξερες τη γλώσσα του;

 

Ο άνθρωπος όντως πονούσε. Δεν τραγουδούσε απλώς έναν πόνο. Προσπαθούσε να ξεγεννήσει λαρυγγικώς μια προπατορική οδύνη, σαν να έκανε γαργάρα με γυαλιά. Ετσι, χωρίς να έχει τα καθαρά φωνήεντα των μεγάλων λαϊκών φωνών (χωρίς το μέταλλο ενός Μητροπάνου), με γρέζι βραστήρα, που άφριζε από μια αενάως κοχλάζουσα ερωτική ήττα, ο Καρράς καθιερώθηκε ως μίστερ Πόνος.

Αυτός που –με σφαλιστά τα μάτια και τα φρύδια κυρτά, στην καμπύλη του στεναγμού– ομολογούσε σιωπηρά στο μικρόφωνο ότι δεν μπορούσε να πατήσει σε όλες τις νότες, εξισωνόταν με την πλατεία και ενσάρκωνε την αλγολαγνική αυτοθυματοποίηση, που ένθεν της πολιτισμικής τάφρου ονομάζουμε «καψούρα».

Η ιδιαιτερότητα αυτού του ενδημικού συναισθήματος είναι ότι ενώ χρησιμοποιεί το οικουμενικό λεξιλόγιο της μοναξιάς, της διάψευσης και της προδοσίας, δεν εκδηλώνεται κατά μόνας. Εκδηλώνεται κυρίως τελετουργικά. Δηλαδή κοινωνικά. Στου Καρρά ο ιδιωτικός πόνος συναντιόταν και –περίπου– συνηχούσε με εκατοντάδες ομόφωνους νταλκάδες. Αρκούσε ο ίδιος να βήξει τις πρώτες συλλαβές για να πυροδοτήσει το μοίρασμα του ερωτικού πένθους. Στην αυτοσχέδια σκηνοθεσία της «καψούρας» κανείς δεν καιγόταν μόνος. Καιγόταν μαζί. Εν χορώ.

Αυτή η φάμπρικα συναισθήματος δεν εγείρει βέβαια αξιώσεις κατεργασίας. Κόβει το συναίσθημα χοντρό.

Χοντρό δεν σημαίνει όμως λιγότερο γνήσιο. Η ηχηρή εισπνοή του Καρρά από το στόμα είχε σωστά επιζήσει και στις «επιμελημένες» ηχογραφήσεις του. Τραβούσε αέρα· έπαιρνε φόρα για να βγάλει τη φράση, πράγμα που έδινε στην ασθμαίνουσα εκφορά του το εφέ της σπλαχνικότητας.

Για να μοιράζεται η αγέλη το βαρύ συναίσθημα, πρέπει…

 

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΕΛΛΑΔΑ: H Mπέλλου τραγουδά ακόμη

 

Του Άγγελου Ρέντουλα

Η ειδησεογραφία επύκνωσε πάλι, η Ιστορία γράφει μαύρες σελίδες και εγώ τελευταίως έχω πέσει με τα μούτρα στην Μπέλλου. Η σκληρή φωνή της, πέτρα και γαϊδουράγκαθο, είναι γιατρικό. Χαστούκι και φιλί που σε συνεφέρνουν. Μέσα στη φωνή της αισθάνομαι ιστορικός πολίτης της χώρας μου, πως βαστάω από μια μακριά γενιά, με τυλίγει το παλιό βίωμα, η θέρμη του ανήκειν, της συνέχειας, της κοινής καταγωγής.  

Τα τραγούδια της σε παρακινούν σε αυτογνωσία, είναι ένας χάρτης της μεταπολεμικής Ελλάδας, αφηγούνται την πολυετή περιπέτεια του εικοστού αιώνα, στη ρωμαλέα ερμηνεία της ζεις πολέμους, την προσφυγιά, τον Εμφύλιο, τη φτώχεια, τον αγώνα της επιβίωσης, την αμφισβήτηση.  

Είναι γιατρικό τα τραγούδια γενικώς· συνταγογράφησα στον εαυτό μου μισή ώρα τουλάχιστον μουσική την ημέρα. Εκεί, στο κλείσιμο της ημέρας, μετά τη δουλειά, να ακούω με βαθιά αφοσίωση, πολλές φορές μέσα στο αμάξι, με κλειστά παράθυρα στη διαπασών. Κάποιες φορές παρκαρισμένος έξω από το σπίτι. Μισή ώρα μόνος μου με τη μουσική και τα τραγούδια.

Είναι γιατρικό το τραγούδι, η τέχνη γενικώς. Γιατί η τέχνη, εκτός από το να προκαλεί και να ξεσηκώνει, έχει και άλλη λειτουργία: σκεδάζει τον φόβο και την πίεση, αποκαλύπτει δυνατότητες. Λειτουργεί ηρεμιστικά, καθαρίζει το θυμικό, λαμπίκο το κάνει. Βλέπεις με νου και μάτια καθαρά, ανατέλλουν σκέψεις και αισθήματα παρηγορητικά, ξαναβρίσκεις τις σταθερές σου. Προσώρας ξανοίγει η διάθεση. 

Με βοηθά η Μπέλλου. Με παρηγορεί και με καθησυχάζει πως όλα θα πάνε καλά, πως θα αντέξουμε όπως αντέξαμε τόσα. Τραγουδώ κι εγώ μαζί της μέσα στο αμάξι, έξω φωνή κι ας ντρέπομαι μήπως με ακούσει κανένας περαστικός, και είναι λίγο αυτό σαν να πατάς την πληγή για να βγει το σκοτωμένο αίμα. Πριν από λίγο άκουγα την ερμηνεία της στο «Πριν το χάραμα μονάχος» των Παπαϊωάννου – Βασιλειάδη. Πώς παίζει έτσι με τις λέξεις, πώς τις κόβει και τις σερβίρει πάνω στις νότες, τι γυρίσματα, τι ανεβοκατεβάσματα: «Πριν το χάρα -άμα μονάχος, εξεκίνησα, αχ και στο πρώ – ώτο μας το στέκι την αυγούλα γύρισα». Μετά έβαλα και άλλα ωραία τραγούδια της, της εργατιάς, της φτωχολογιάς. Μακρινοί κόσμοι; Δεν θα το έλεγα, οδηγούσα πριν από λίγο σε εκείνη την αχανή ακατοίκητη έκταση στον Ταύρο, με τις αποθήκες, τα πρακτορεία και διάφορες εταιρείες. Εκεί είναι κόσμοι της Μπέλλου.

Με παρηγορεί το τραγούδι τελευταίως. Ιδίως το ελληνικό, με τη σπουδαία ποίησή του. Και αυτή η παρηγοριά είναι...

 

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο

 


Του Βασίλη Σ. Κανέλλη


 Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις δίνει μια διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» που έμεινε στην ιστορία. Κι αυτό έγινε γιατί ο τεράστιος Μάνος έκανε μια ανάλυση για το ρεμπέτικο τραγούδι, δείχνοντας το θαυμασμό του για το είδος αυτό. Για την ιστορία το Θέατρο Τέχνης στεγαζόταν τότε στο Θέατρον Αλίκης στην Πλατεία Καρύτση. Τίτλος της ιστορικής διάλεξης «Ερμηνεία και Θέσις του Σύγχρονου Λαϊκού Τραγουδιού»

Κι έμεινε στην ιστορία γιατί ένας νεαρός τότε συνθέτης, όχι ο σπουδαίος Μάνος που γνωρίσαμε λίγα χρόνια μετά, τόλμησε να κάνει ανάλυση για το ρεμπέτικο σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη.

Ηταν μια εποχή όπου το ρεμπέτικο τραγούδι έβρισκε έκφραση στις λαϊκές γειτονιές, έβρισκε φανατικούς θαυμαστές και συνθέτες όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαζαν τα θεμέλια για να ριζώσει το συγκεκριμένο είδος στην ελληνική κοινωνία, αμέσως μετά τον Εμφύλιο.

Η αστυνομία κυνηγούσε τους ρεμπέτες ανηλεώς, η αστική τάξη το περιφρονούσε, όμως, το δράμα μιας ολόκληρης μετεμφυλιοπολεμικής και μεταπολεμικής κοινωνίας εκφραζόταν μέσα από τους αμανέδες, κι όχι μόνο, που είχαν τις ρίζες τους στη Μικρά Ασία.

Κι έρχεται ο Μάνος Χατζιδάκις να δώσει αυτή τη διάλεξη, να βάλει το ρεμπέτικο στην καρδιά της ελληνικής μουσικής. Να αναδείξει τη σχέση του με τη βυζαντινή μουσική, να παρουσιάσει στο κοινό τον Τσιτσάνη, τον μεγάλο Μάρκο Βαμβακάρη, την σπουδαία Σωτηρία Μπέλλου.

Η αθηναϊκή κοινωνία μένει έκπληκτη από αυτή τη διάλεξη. Ποιος θα περίμενε ότι το… απαγορευμένο είδος του ρεμπέτικου θα έβρισκε έναν φανατικό φίλο ο οποίος θα είχε το θάρρος να το παρουσιάσει. Ο Μάνος Χατζιδάκις δέχεται ακόμη και απειλές. Τον ειδοποιούν ακόμη και να προσέχει στους δρόμους του Παγκρατίου όπου και ζει.

Πως ήταν δυνατόν ένας 24χρονος να αποθεώσει τα τραγούδια των αλητών;

Η διάλεξη… χάθηκε. Και για πρώτη φορά φέρεται να δημοσιεύτηκε το 2002.

Ενδιαφέρουσα η άποψη του μεγάλου Ηλία Πετρόπουλου για τη διάλεξη αυτή.

Στο ντοκιμαντέρ της Victory Media, με τίτλο Η Ιστορία του Ρεμπέτικου (2006) σε επιμέλεια Κώστα Φέρρη, ακούγεται να λέει:


«Εγώ κυνήγησα φοβερά τη διάλεξη του Χατζιδάκι (σ.σ. εννοεί πως έψαχνε να την βρει). Λοιπόν ο Χατζιδάκις μου είπε… «την έδωσα»… στου Φλόκα μου το είπε αυτό… «την έδωσα και μου τη φυλάει ο Φοίβος ο Ανωγειανάκης». Ερωτάω το Φοίβο μου λέει… «ποτέ δεν μου την έδωσε, την έχει αυτός». Εν πάση περιπτώσει έγινε αυτή η διελκυστίνδα… υποψιάζομαι ότι η διάλεξη είναι μάπα και δεν θέλουν να μου την δώσουν. Όταν βγαίνει το ’49 η Δημιουργία (σ.σ. πρόκειται για το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία που διηύθυνε ο Σπύρος Μελάς) συμβαίνει το εξής αλλόκοτο. Η Δημιουργία βρίζει τον Χατζιδάκι… αυτός ο νεαρούλης… των αλητών τα τραγούδια… η διάλεξη… και για να γίνει πειστική η Ελληνική Δημιουργία παραθέτει αποσπάσματα. Είναι αρκετά μεγάλα τα αποσπάσματα, αλλά δεν σου δίνουν τη γενική εικόνα της διάλεξης. Ποιος ήταν ο άξονας της διάλεξης. Το άρθρο αυτό, το αντι-χατζιδακικό, είναι στολισμένο με σχέδια του Μίνου Αργυράκη, τα οποία σχέδια είναι υπέρ του Μάνου Χατζιδάκι! Αυτά τα τρελά, που μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!».

Αναφορικά με τη διάλεξη του Μάνου, θα έλεγε κανείς, σύμφωνα και με τους αναλυτές, ότι ο Χατζιδάκις δεν μιλούσε περισσότερο για τα λεγόμενα «σκληρά» ρεμπέτικα, τα «χασικλίδικια», αλλά τα πιο… λαϊκά που μιλούσαν περισσότερο για την αγάπη, τον έρωτα, την ξενιτιά. Τραγούδια περισσότερο γνωστά σε σχέση με το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι, με τα άσματα των τεκέδων.

Σε κάθε περίπτωση τα όσα είπε ένας 24χρονος, ο οποίος για άλλη μια φορά έσπασε τα ταμπού της εποχής έχουν μεγάλη σημασία. 

Ειδικά από τη στιγμή που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν άνηκε στο χώρο της Αριστεράς, ήταν Δεξιός, που είχε πάρει θέση υπέρ του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο, αλλά που τολμούσε να ασχοληθεί με ένα είδος τραγουδιού που ήταν μισητό στην τάξη του.

 
Ας διαβάσουμε τη διάλεξη: