"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΟΥ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΑΝΝΟΥ Χ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Κενό περιεχομένου ότι η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα

Γράφουν οι οικονομολόγοι  Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου

Eπειδή δεκαετίες τώρα οι πρωθυπουργικές ομιλίες στη ΔΕΘ με τα λόγια «χτίζουν ανώγια και κατώγια», ενώ η οικονομία χειμάζεται, υπάρχουν μερικά πράγματα που δεν θα θέλαμε να ακούσουμε (και) φέτος. 

Δεν θα θέλαμε, αίφνης, να ακούσουμε για μία ακόμα φορά τον κομπασμό πως η Ελλάδα αναπτύσσεται ταχύτερα από όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες, γιατί αυτός είναι κενός περιεχομένου. Η μεγέθυνση του ονομαστικού ΑΕΠ, το 2024, κατά 12 δισεκατομμύρια ευρώ, οφείλεται κατά το ήμισυ και πλέον στις κάθε είδους ενισχύσεις της ΕΕ.

Ούτε θα θέλαμε να ακούσουμε ότι η Ελλάδα πληρώνει χαμηλότερα επιτόκια για τον δανεισμό της από την Ιταλία ή τη Γαλλία διότι αυτός ο ισχυρισμός λησμονεί πως, σε αντίθεση με τις εν λόγω χώρες, το 70% του ελληνικού χρέους βρίσκεται εκτός αγορών – στα χέρια των «θεσμικών» εταίρων.

Και δεν θα θέλαμε να ακούσουμε ξανά πως το πλεόνασμα «επιστρέφει στους πολίτες» διότι η οικονομική πραγματικότητα είναι πως το πλεόνασμα, μέσω των επιδομάτων ή των φορολογικών ελαφρύνσεων, καταλήγει, διά των καταναλωτών, σε κέρδη συμπεριφορών ολιγοπωλίου χειραγώγησης της αγοράς (κατά την ΕΒΙΚΕΝ), όπως στο πρωτοφανές για τα παγκόσμια δεδομένα «χρηματιστήριο ενέργειας» των 5 συμμετεχόντων και του 100% της κατανάλωσης.

Αντιθέτως θα θέλαμε να ακούσουμε πικρές αλήθειες που θα σηματοδοτούσαν και την αλλαγή πορείας της χώρας.  

Δηλαδή την παραδοχή ότι η πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν είναι θετική. Οχι από το 2019, αλλά εδώ και δεκαετίες. Κάτι που φαίνεται καθαρά στη σύγκριση με την πορεία των άλλων ευρωπαϊκών χωρών της νότιας και νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Με κριτήριο την παραγωγικότητα η ελληνική οικονομία κατά τη διεύρυνση του 2004-2007 βρέθηκε στον μέσο όρο της διευρυμένης ΕΕ (2005: 99,3%). Τα νεοεισερχόμενα μέλη (10+2) είχαν χαμηλότερη παραγωγικότητα.

Δύο δεκαετίες μετά η Ελλάδα αποκλίνοντας σημαντικά από τον μέσο όρο της ΕΕ, βρίσκεται στην προτελευταία θέση (2019: 69,3%, 2023: 70,1% του μέσου όρου). Οι νεοεισελθούσες χώρες έκαναν άλματα και μας ξεπέρασαν καθιστώντας μας ουραγούς της Ευρώπης. Πράγμα που δεν είναι απλά θέμα κύρους, αλλά θέμα εθνικής επιβίωσης.

Τον «ενδογενή» αναπτυξιακό δυναμισμό, όμως, που ενδεχομένως διαθέτει η οικονομία μας και θα την οδηγούσε μπροστά, καταστρέφει η «πολιτική  πρόσοδος». Εισοδήματα, δηλαδή, που δεν προκύπτουν από δημιουργική εργασία ή δημιουργική επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά από καταχρηστική – νομότυπη ή παράνομη – μεταφορά κοινωνικών πόρων, μέσω του κρατικού μηχανισμού (και την εκμετάλλευση της δυσλειτουργίας ή της αυθαιρεσίας του), σε ομάδες «πολιτικών πελατών».

Η ενδημούσα στην Ελλάδα διαφθορά είναι συσχετισμένη με την πολιτικο-οικονομική πρωτοκαθεδρία της «πολιτικής προσόδου».  

Ολοι γνωρίζουμε πού βρίσκονται οι μεγάλοι θύλακες της διαφθοράς που κατατρώει τη χώρα. 

Αυτό που θα περιμέναμε, λοιπόν, να ακούσουμε από τον Πρωθυπουργό θα ήταν...

 

ΝουΔο-ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικο ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η αναγκαία για την ανάπτυξη «βιομηχανική πολιτική»

 

Γράφουν οι Δημήτρης Α. Ιωάννου & Χρήστος Α. Ιωάννου

Η Ελλάδα έχει ένα από τα μικρότερα στην Ευρώπη και στην ΕΕ ποσοστιαία μερίδια της βιομηχανίας ως προς το ΑΕΠ της. Το 2022 το ποσοστό αυτό ήταν 9,1% όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος της ΕΕ βρισκόταν στο 15%.

Εν τούτοις, το ποσοστό της χώρας μας δεν είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ. Υπάρχουν περιπτώσεις κάποιων άλλων μικρότερων χωρών που βρίσκονται ακόμη χαμηλότερα όπως είναι το Λουξεμβούργο με ποσοστό 3,8%, η Κύπρος με 5,2% και η Μάλτα με 7,1%. Πρόκειται για μικρές οικονομίες που είναι επικεντρωμένες στις υπηρεσίες. Ειδικά για τα δύο μικρά νησιά της Μεσογείου, την Κύπρο και την Μάλτα, μπορεί να ειπωθεί ότι η ισχνή βιομηχανική ανάπτυξη ήταν κάτι τελείως φυσιολογικό λόγω αντικειμενικών παραγόντων. Μικρές νησιωτικές οικονομίες, -που μάλιστα δεν διαθέτουν πρώτες ύλες-, εξ αιτίας της μικρής εσωτερικής αγοράς τους, δεν μπορούν να επωφεληθούν από οικονομίες κλίμακας. Ως εκ τούτου είναι πολύ δύσκολο να αναπτύξουν βιομηχανική υποδομή και είναι φυσικό οι βιομηχανίες τους να περιορίζονται σε αγαθά που καλύπτουν τις βασικές ανάγκες, από τη μία μεριά, ενώ από την άλλη, στην εποχή μας τουλάχιστον, χαρακτηρίζονται από την χαμηλή προστιθέμενη αξία τους. Είναι, δηλαδή, κυρίως βιομηχανίες επεξεργασίας τροφίμων και ποτών, οικοδομικών υλικών και παραγωγής δευτερογενούς ενέργειας.

Υπό το πρίσμα αυτό γίνεται απόλυτα κατανοητό γιατί η Κύπρος και η Μάλτα έχουν τόσο χαμηλό ποσοστό συμμετοχής της βιομηχανίας στο ΑΕΠ: αυτό είναι συνέπεια του ότι “έχασαν”, δηλαδή έμειναν έξω και από την 1η, από την 2η και από την 3η βιομηχανική επανάσταση. Τις “έχασαν” διότι οι αντικειμενικές συνθήκες δεν ευνοούσαν κάτι άλλο. Και εξ αυτού προκύπτει, σήμερα, το ουσιώδες ερώτημα: οι χώρες που δεν έχουν συμμετάσχει και δεν έχουν επωφεληθεί ουσιαστικά από τις τρεις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις, -όπως συμβαίνει και με την Ελλάδα- είναι, άραγε, καταδικασμένες να χάσουν και την 4η βιομηχανική επανάσταση;

Είναι μοιραίο να βρίσκονται σε αδυναμία να αναπτύξουν σύγχρονες βιομηχανίες με τεχνολογία αιχμής και παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας;

Ευτυχώς η απάντηση σε αυτό το πολύ κρίσιμο ερώτημα, μπορεί να είναι αισιόδοξη. Ο χαρακτήρας της 4ης βιομηχανικής επανάστασης είναι τέτοιος ώστε το παρελθόν δεν προδικάζει το μέλλον. Η ανάπτυξη, δηλαδή η διάδοση της γνώσης και η χρησιμοποίησή της για την αύξηση της ευημερίας, στις τρέχουσες συνθήκες έρχεται με τελείως διαφορετικό τρόπο από ό,τι στο παρελθόν και είναι πιθανόν οι χαμένοι των προηγουμένων ιστορικών περιόδων να είναι οι “νικητές” της νέας εποχής.

Η Μάλτα ως παράδειγμα πως τίποτα δεν είναι προδικασμένο

Η Μάλτα είναι ένα καλό παράδειγμα “αισιοδοξίας”. Η μικρή, αυτή, νησιωτική χώρα, με το χαμηλό ποσοστό συμμετοχής της βιομηχανίας στο συνολικό ΑΕΠ της, διαθέτει, εν τούτοις, μια δυναμική βιομηχανία τεχνολογίας κατασκευής ημιαγωγών, με την εταιρεία ST Malta στο επίκεντρό της. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις παραγωγής ημιαγωγών στην Ευρώπη που προμηθεύει Ευρωπαίους, και όχι μόνο, πελάτες σε στρατηγικούς κλάδους, όπως οι επικοινωνίες και η αυτοκινητοβιομηχανία. Παράγει περίπου 2,7 εκατομμύρια ημιαγωγούς καθημερινά, και απασχολεί πάνω από 1800 στελέχη ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Ο χώρος παραγωγής είναι ήδη ένα “έξυπνο εργοστάσιο” στην εποχή της “Βιομηχανίας 4.0” με ψηφιοποίηση και ρομποτική. Ως συνέπεια της λειτουργίας του οι ημιαγωγοί είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Μάλτας (κατευθυνόμενο προς την Γαλλία, την Γερμανία, την Ιαπωνία, την Σιγκαπούρη, την Κίνα και ακόμη και την ίδια την Ταϊβάν), συμβάλλοντας κατά 15% στο σύνολο των εξαγωγών αγαθών της χώρας. Ο κλάδος δημιουργεί περίπου το 8% της απασχόλησης στον μεταποιητικό τομέα, και αυτό που είναι πιό σημαντικό από όλα είναι πως γύρω από την ST Malta υπάρχει ένα ολόκληρο οικοσύστημα μικρομεσαίων επιχειρήσεων που συνδέονται με την αλυσίδα αξίας των ημιαγωγών. (Η οικονομία της Μάλτας χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων).

Τι είναι αυτό που έχει να διδάξει η Μάλτα στην Ελλάδα;

Είναι κάτι πολύ βασικό: πως η κυβέρνηση και η σωστή αναπτυξιακή πολιτική μπορούν να μετατρέψουν μία παρωχημένου χαρακτήρα, βραδυπορούσα οικονομία σε οικονομία που συμμετέχει με έναν ορισμένο τρόπο στην 4η βιομηχανική επανάσταση. Το εργοστάσιο της ST Malta δημιουργήθηκε το 1981 από την εταιρεία Thomson, ως ένα εργοστάσιο συναρμολόγησης, συσκευασίας και τυποποίησης ηλεκτρονικών ειδών της εποχής εκείνης, τα οποία παράγονταν αλλού, σε άλλες χώρες. Δηλαδή το εργοστάσιο, στην αρχική του μορφή, βρισκόταν στο χαμηλότερο επίπεδο της παραγωγικής αλυσίδας. Η σταδιακή μετατροπή του σε μονάδα παραγωγής ημιαγωγών, (μονάδα, δηλαδή, που βρίσκεται στην αιχμή των τεχνολογικών εξελίξεων), εν πολλοίς οφείλεται στις επιδοτήσεις και στην επιμονή των κυβερνήσεων της χώρας, οι οποίες, επωφελούμενες και των ευρωπαϊκών ενισχύσεων, έπειθαν την διάδοχο της Thomson εταιρεία, (και μητρική της STMalta) STMicroelectronics να αναβαθμίζει σταδιακά την μονάδα. Σήμερα η εταιρεία επωφελείται και από το πρόγραμμα για τα Σημαντικά Έργα Κοινού Ευρωπαϊκού Ενδιαφέροντος (IPCEI) για τους ημιαγωγούς και την τεχνολογία επικοινωνίας, καθώς και από ευθείες κρατικές ενισχύσεις για νέες επενδύσεις, -κρατικές ενισχύσεις που έχουν προηγουμένως λάβει τις αναγκαίες ευρωπαϊκές εγκρίσεις. Η Malta Enterprise (κρατικός οργανισμός αντίστοιχος του Enterprise Greece) είχε ενεργό ρόλο στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην σύνταξη του EU Chips Act και προωθεί με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση την δημιουργία του Ευρωπαϊκού Microchips Competence Centre στην Μάλτα, το οποίο μαζί με την ST Malta θα ενισχύσει τις start ups και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου. Οι κυβερνητικές εξαγγελίες στον Προϋπολογισμό του 2024 θεωρούν την βιομηχανία ημιαγωγών (και ορθά) σημαντικό πυλώνα της οικονομίας της Μάλτας σε μια οικονομική δραστηριότητα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το στοιχείο της χαμηλής συμμετοχής του βιομηχανικού τομέα στο συνολικό ΑΕΠ της Μάλτας υπεραντισταθμίζεται, έτσι, από την ποιότητα και τον χαρακτήρα των εξαγωγών και την δυναμική που αυτό δημιουργεί για την μελλοντική ανάπτυξη της χώρας.

Τα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» στην εποχή μας

Ως γνωστόν οι ημιαγωγοί, και τα ολοκληρωμένα κυκλώματα, είναι, σήμερα, το κρίσιμο πεδίο του διεθνούς γεωπολιτικού και τεχνολογικού ανταγωνισμού. Ο υπολανθάνων ανταγωνισμός όλων με όλους ουσιαστικά μετατράπηκε σε ανοικτό πόλεμο με το US Chips and Science Act τον Αύγουστο του 2022, που συνδύαζε και αναβάθμιζε προηγουμένους σχετικούς νόμους για την άμεση ενίσχυση των επενδύσεων στον συγκεκριμένο τομέα στις ΗΠΑ. Ακολούθησε το EU’s Chips Act το 2023. Αυτά και το India’s Chip grants είναι τα πιό εύγλωττα δείγματα των κρατικών προσπαθειών να επιδοτήσουν για εθνικούς σκοπούς, ή ακόμη και να αγοράσουν, την τεχνολογία και την παραγωγική ικανότητα που είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. Οι ΗΠΑ, για παράδειγμα, συνειδητοποίησαν κάποια στιγμή ότι μεσοπρόθεσμα μπορεί να αντιμετωπίσουν ένα μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα στην προσπάθεια τους να ηγεμονεύσουν στην τεχνητή νοημοσύνη από το γεγονός ότι ενώ με εταιρείες όπως η Nvidia μπορούν και σχεδιάζουν τους πιο προηγμένους ημιαγωγούς, ακόμα και τους πλέον εξελιγμένους, 5ης γενεάς, αυτούς που το μέγεθός τους περιορίζεται στα 3 ή και στα 2 nanometres, δεν έχουν την γνώση και την δυνατότητα της παραγωγής τους. Και για τον λόγο αυτόν, εγκαταλείποντας κάθε προηγούμενη θεωρητική ορθοδοξία για την αποδοτικότητα του “ελεύθερου ανταγωνισμού” και την ελευθερία του εμπορίου, οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ επιδίδονται σε κάθε είδους προστατευτική πολιτική και ταυτόχρονα πληρώνουν, -στην κυριολεξία- την Samsung και την TSMC προκειμένου να δημιουργήσουν έστω και κάποια εργοστάσια τους στο αμερικανικό έδαφος. Το ίδιο βέβαια προσπαθούν να κάνουν και η Ιαπωνία και πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας. Η επιδότηση και η συμμετοχή των κυβερνήσεων στην δαπάνη της επένδυσης χωρίς μάλιστα, ορισμένες φορές, συμμετοχή στην απόδοση και στα κέρδη, έχει γίνει πλέον ο κανόνας.

Η Ινδία, χώρα σχεδιασμού αλλά όχι παραγωγής, καλεί τις ξένες εταιρείες να επενδύσουν στην παραγωγή ημιαγωγών στο έδαφός της επιδοτώντας με περίπου 250.000 δολάρια την κάθε θέση εργασίας. Κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με αυτό που συμβαίνει με τις ΗΠΑ.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση, με την νομοθεσία που έχει εισαγάγει, φυσικά προσπαθεί να κάνει το ίδιο, δηλαδή να προσελκύσει παραγωγούς ημιαγωγών 4ης και 5ης γενεάς που η ίδια δεν είναι σε θέση να παράγει. Η επιδίωξη πίσω από όλα αυτά δεν είναι μόνο να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή στις χώρες υποδοχής των επενδύσεων. Ακόμη περισσότερο είναι να καταφέρουν οι εγχώριοι παραγωγικοί συντελεστές, συνδεόμενοι με την συγκεκριμένη παραγωγική διαδικασία να αποκτήσουν τις γνώσεις και τις δεξιότητες που θα δημιουργήσουν τα απαιτούμενο τεχνολογικό και οικονομικό οικοσύστημα στον εκάστοτε κρίσιμο τομέα, που στην συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι ημιαγωγοί και τα ολοκληρωμένα συστήματα.

Πρόκειται για μία ουσιαστική μεταστροφή του οικονομικού παραδείγματος ανάπτυξης όπως το γνωρίζαμε μέχρι τώρα. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στον τρόπο με τον οποίον πλέον μεταδίδεται η γνώση αλλά και στον τρόπο με τον οποίον εξ αιτίας αυτού επηρεάζεται ο τρόπος παραγωγής . Όταν το 1817 o David Ricardo στο Principles of political economy διατύπωσε την θεωρία του “συγκριτικού πλεονεκτήματος” το περιέγραψε ως “προικοδότηση” κάθε χώρας με συγκεκριμένους παραγωγικούς συντελεστές σε σχετική αφθονία ή σχετική σπάνιν, από την ιστορία της και την γεωγραφία της. Επρόκειτο για μία αντικειμενικά ορθή απεικόνιση και ερμηνεία της πραγματικότητας του κόσμου του 19ου και του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Στα μέσα του 20ου αιώνα, όμως, στον μεταπολεμικό κόσμο τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν-αν και αυτό δεν έγινε άμεσα αντιληπτό από την οικονομική θεωρία. Το “συγκριτικό πλεονέκτημα” πλέον έπαψε να είναι προϊόν της τυχαιότητας στην ιστορία και στην γεωγραφία και άρχισε να γίνεται περισσότερο προϊόν της αναπτυξιακής και οικονομικής πολιτικής. Αυτό το έδειξαν οι περιπτώσεις χωρών που ανέπτυξαν τις οικονομίες τους χωρίς η ιστορία και η γεωγραφία να τις έχουν προικοδοτήσει. Το πέτυχαν αυτό εφαρμόζοντας κατάλληλες, (αλλά “ανορθόδοξες” για την κρατούσα οικονομική θεωρία), αναπτυξιακές πολιτικές. Τέτοιες χώρες ήταν η Ιαπωνία, η Ταιβάν, η Νότιος Κορέα, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ την περίοδο της σχετικής αυτονομίας του. Πιο χαρακτηριστική περίπτωση, όμως, από όλες ήταν η Κίνα στην μετά το 1978 περίοδο. Κύριο χαρακτηριστικό της αναπτυξιακής τους πολιτικής ήταν ότι όλες αυτές οι χώρες δημιούργησαν το απαραίτητο “ανθρώπινο κεφάλαιο” το οποίο έγινε ο βασικός συντελεστής της παραγωγής ξεπερνώντας σε σημασία και τις πρώτες ύλες και την γεωγραφική θέση και την ιστορική παράδοση, και το φυσικό και χρηματικό κεφάλαιο και τα πάντα.

Αυτό που έδειξε η τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι ότι τώρα, πλέον, εισερχόμαστε σε μία περίοδο όπου και το “ανθρώπινο κεφάλαιο”, παρά το ότι εξακολουθεί να είναι απαραίτητο, από μόνο του δεν αρκεί.

Ο χαρακτήρας και το περιεχόμενο της γνώσης και τα μέσα με τα οποία διαδίδεται έχουν μετασχηματίσει με τέτοιον τρόπο την πραγματικότητα του “ανθρωπίνου κεφαλαίου”, ώστε, προκειμένου να το αξιοποιήσει μία εθνική οικονομία πρέπει να έχει την δυνατότητα να προσελκύσει τον πρωτοπόρο του κάθε τομέα στο έδαφός της διότι αυτός είναι, πλέον, ο καταλύτης για την ανάπτυξη και αξιοποίηση του “συγκριτικού πλεονεκτήματος”. Μόνο έτσι μπορεί μία χώρα να μένει κοντά στην πρωτοπορία της ανάπτυξης, κρατώντας επαφή με τους κλάδους τεχνολογικής αιχμής.

Η Ελλάδα πρέπει να ξεκινήσει

Η Ελλάδα σήμερα είναι μία αδρανής και στάσιμη οικονομικά και αναπτυξιακά χώρα, η οποία περιμένει την ανάπτυξή της αφ΄ ενός από την εισροή των ευρωπαϊκών κονδυλίων, τα οποία διαχειρίζεται με το γνωστό πατροπαράδοτο ελληνικό τρόπο, και, αφ’ ετέρου, από την τυχόν αύξηση των ταξιδιωτικών εισπράξεων. Στην πραγματικότητα είναι μία οικονομία η οποία βρίσκεται σε αναπτυξιακή ακινησία και παρακολουθεί όσα συμβαίνουν διεθνώς σαν να μην την αφορούν ουδέ κατ’ ελάχιστον.

Μόνο που αυτό πρέπει να αλλάξει πριν η Ελλάδα καταστεί οριστικά η απολύτως ουραγός χώρα της ευρωασιατικής ηπείρου. Θα πρέπει να αλλάξει με την υιοθέτηση και εφαρμογή μίας επιθετικής αναπτυξιακής πολιτικής η οποία θα στηρίζεται στα δεδομένα της τρέχουσας ιστορικής φάσης, -της φάσης που ο ανταγωνισμός αφορά την πρόσκτηση “συγκριτικών πλεονεκτημάτων”. Μιας αναπτυξιακής πολιτικής η οποία θα λειτουργεί με τον τρόπο με τον οποίον λειτουργούν, πλέον, όλες οι χώρες η οποίες βλέπουν το μέλλον με αξιώσεις επιτυχίας.

Η Ελλάδα θα πρέπει να προσελκύσει επενδύσεις οι οποίες θα λειτουργήσουν με καταλυτικό τρόπο για την ανάπτυξή της και για την μετατροπή της σε μία οικονομία της 4ης βιομηχανικής επανάστασης. Βέβαια ο όρος “4η βιομηχανική επανάσταση” είναι σε ένα βαθμό παραπλανητικός διότι οι εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα γύρω από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν αφορούν μόνο την βιομηχανία αλλά όλους τους κλάδους και τους τομείς της οικονομίας, όπως οι υπηρεσίες, -η διαφορά των οποίων, άλλωστε, με την βιομηχανία γίνεται όλο και πιό δυσδιάκριτη-, αλλά και η γεωργία. Με αυτή την έννοια υπάρχουν πάρα πολύ κλάδοι που συμμετέχουν στην 4η βιομηχανική επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ οι ημιαγωγοί και τα ολοκληρωμένα κυκλώματα δεν είναι παρά μόνο ένας από αυτούς. Βεβαίως είναι ο πιο βασικός, ο πιο αιχμιακός, αλλά όχι ο μοναδικός. Από όλους αυτούς τους κλάδους, λοιπόν, στην Ελλάδα δεν υπάρχει σήμερα έστω και μία παραγωγική μονάδα υπολογίσιμου μεγέθους που να εφάπτεται στην πρωτοπορία της τεχνολογικής αιχμής-με την εξαίρεση τεσσάρων μικρών ελληνικών επιχειρήσεων. Γι’ αυτό πρέπει να έρθουν στην Ελλάδα κάποιες μεγάλες, πρωτοποριακές, μονάδες, προκειμένου να λειτουργήσουν ως “καταλύτες” για να δημιουργηθούν γύρω τους τα clusters και τα σύστοιχα οικοσυστήματα που απαιτούνται για την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. (Σε κάποιους από τους πολλούς κλάδους της “νέας ανάπτυξης”, και όχι αναγκαστικά στους ημιαγωγούς).

 

Φυσικά όπως είναι η τρέχουσα κατάσταση, και όπως ήταν πάντα στην Ελλάδα, ουσιαστικές καινοτόμες επενδύσεις, από πρωτοποριακές εταιρείες, δεν πρόκειται να έρθουν.

 Είναι παγκοσμίως γνωστό ότι το ελληνικό πελατειακό κράτος μπορεί να λειτουργήσει ως ταφόπλακα για κάθε παραγωγική προσπάθεια όσο δυναμική και αν είναι. Αν αυτό, άλλωστε, -δηλαδή το ότι καμμία μεγάλη, πρωτοποριακή, επιχείρηση δεν θα ερχόταν να κάνει μία σημαντική και υπολογίσιμη επένδυση στην Ελλάδα- ήταν μία φορά αλήθεια μέχρι το 2022, από την χρονιά αυτή και στην συνέχεια είναι δέκα φορές περισσότερο. Διότι μετά τα Chips Act και IRA της κυβερνήσεως των ΗΠΑ το 2022, οι μεγάλες πρωτοποριακές εταιρείες της 4ης βιομηχανικής επανάστασης, οι “παγκόσμιοι πρωταθλητές” του κλάδου τους, έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά τον τρόπο με τον οποίο εξετάζουν και σχεδιάζουν πιθανές επενδύσεις. Το πρώτο πράγμα που λαμβάνουν υπ’ όψιν τους, πλέον, είναι το τι θα αποκομίσουν ως ανταμοιβή από την κυβέρνηση της φιλοξενούσας χώρας για την επένδυσή τους. Και η Ελλάδα, ως εκ τούτου, είναι παντελώς “άοπλη”- δεν έχει να προσφέρει τίποτα για να προσελκύσει κάποιες “καταλυτικές” επενδύσεις που θα την έφερναν στην νέα εποχή.

Αυτό θα πρέπει να αλλάξει δραστικά με τρεις τρόπους:

με το να στεγανοποιηθεί, εκ των προτέρων, οποιαδήποτε κρίσιμη και σημαντική επένδυση, από την καταστροφική επίδραση της ανικανότητας και της διαφθοράς του ελληνικού πελατειακού κράτους,

με το να κινητοποιηθούν πόροι για να καλύψει ποσοστό των επιθυμητών επενδύσεων το ελληνικό κράτος, όπως κάνουν πλέον όλα σχεδόν τα κράτη που έχουν φιλοδοξίες συμμετοχής στην νέα εποχή, ακόμη και αυτά που βρίσκονται στην κορυφή της τεχνολογικής αλυσίδας, όπως οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία,

με το να γίνει γνωστό αυτό στους δυνητικούς επενδυτές από την ίδια την ελληνική κυβέρνηση με μία ενεργητική πολιτική προβολής των δυνατοτήτων και των ευκαιριών επενδύσεων στην Ελλάδα.

Πρώτο βήμα είναι…

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΚΗΦΗΝΟ-ΚΟΥΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ο κόσμος άνω-κάτω και στην Ελλάδα «κανονικότητα»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Γράφουν οι οικονομολόγοι Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου.

Mετά από 10 χρόνια κρίσης και δύο χρόνια πανδημίας (από τα οποία δεν μάθαμε το παραμικρό), στη χώρα μας επικρατεί, ξανά, η μακάρια κανονικότητα της στασιμότητας.

Στον έξω κόσμο, όμως, υπάρχει ένας οργασμός δράσης και συμβαίνουν πράγματα τα  οποία πριν από 15 χρόνια δεν θα μπορούσαμε ούτε να φανταστούμε.

Η πιο προηγμένη και ισχυρή οικονομία του κόσμου, για παράδειγμα, οι ΗΠΑ, εφαρμόζει μία οικονομική πολιτική που μοιάζει πολύ με τις «αναπτυξιακές πολιτικές» που ακολουθούσαν «αναπτυσσόμενες» χώρες, δεκαετίες πριν – όπως για παράδειγμα η Ελλάδα τις μεταπολεμικές δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα: σκληρή δασμολογική προστασία, περιορισμοί και απαγορεύσεις στις εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, προσκόμματα στην απόκτηση εγχώριων εταιρειών από ξένους ομίλους, ακόμα και προερχόμενους από συμμαχικές χώρες και – το κυριότερο – απευθείας επιδότηση από το κράτος συγκεκριμένων επενδύσεων.

Παρεμφερείς δε πολιτικές εφαρμόζουν, ή προσπαθούν να εφαρμόσουν, και όλες οι οικονομικά ισχυρές – ή οικονομικά φιλόδοξες – χώρες, από τη Γερμανία και την Ιαπωνία έως την Ινδία και τη Μαλαισία. Και φυσικά υπάρχει και η Κίνα, «υποδειγματική περίπτωση» των πολιτικών αυτού του τύπου.

Γνωρίζουμε πως στις προηγούμενες φάσεις ανάπτυξης των προηγμένων οικονομιών η ιδέα της «βιομηχανικής πολιτικής» ήταν εξοβελιστέα, στις περισσότερες από αυτές. Στη μητρόπολη της φιλοσοφίας της «ελεύθερης αγοράς», στις ΗΠΑ, ήταν εδραία η πεποίθηση πως το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αυτούς που πραγματικά θα άξιζαν να γίνουν «εθνικοί πρωταθλητές» και κάθε παρόμοια προσπάθεια θα οδηγούσε μοιραία στη σπατάλη πόρων, στην επιβράδυνση της ανάπτυξης και, επίσης, στη γενικευμένη διαφθορά.

Και ίσως, πράγματι, στις προηγηθείσες φάσεις της κεφαλαιοκρατικής οικονομίας αυτή η αγγλο-σαξονική οικονομική ορθοδοξία να είχε δίκιο – όσον αφορά τις ίδιες τις ΗΠΑ κυρίως. Πλην όμως άλλες χώρες όπως η Ιαπωνία στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, ή η Νότιος Κορέα και η Ταϊβάν λίγο αργότερα, εφάρμοσαν «βιομηχανική πολιτική» και επειδή μάλλον διάλεξαν σωστά τους «εθνικούς πρωταθλητές» τους, σήμερα δρέπουν τους καρπούς της ανάπτυξης. (Οπως, φυσικά, και η Κίνα.)

Εποφθαλμιώντας, λοιπόν, τα επιτεύγματά τους, αυτό που κάνουν, σήμερα, οι μεταστραφέντες νεόκοποι οπαδοί του κρατικού παρεμβατισμού, είναι μία «βιομηχανική πολιτική» νέου τύπου. Δεν προσπαθούν, δηλαδή, να επιλέξουν ή να δημιουργήσουν «εθνικούς πρωταθλητές». Κάνουν κάτι άλλο, πιο απλό: απευθύνονται στους αποδεδειγμένους «παγκόσμιους πρωταθλητές» κάθε κλάδου και τους πληρώνουν, στην κυριολεξία, για να δραστηριοποιηθούν και στη χώρα τους.

Καταβάλλουν το μεγαλύτερο ποσοστό της επένδυσης, συνοδευόμενο από ένα σωρό κίνητρα (φορολογικές απαλλαγές, παραχώρηση γηπέδων κ.λπ.), με μόνο αντάλλαγμα να δημιουργήσει ο «παγκόσμιος πρωταθλητής» ένα ή περισσότερα εργοστάσια στο έδαφός τους. Ελπίζοντας ότι η λειτουργία τους θα έχει θετικές αναπτυξιακές επιδράσεις («εξωτερικότητες») τόσο στον συγκεκριμένο κλάδο της επένδυσης όσο και στην ευρύτερη οικονομία τους.

Οι αναπτυγμένες δυτικές χώρες ακολουθούν πλέον αυτή την ενεργητική «βιομηχανική πολιτική» για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι έχουν συνειδητοποιήσει πλήρως ότι σήμερα οι ίδιες δεν έχουν τη δυνατότητα να ενεργοποιήσουν επενδυτική δυναμική στον χώρο της βιομηχανίας. Κερδοφόρες και αποδοτικές βιομηχανικές επενδύσεις μπορούν να γίνουν πλέον (εξαιρούμενης της Κίνας που είναι ο κορυφαίος παραγωγός του κόσμου αλλά έχει αποκλειστεί για το δυτικό κεφάλαιο), σε μία σειρά λίγων χωρών όπως είναι η Νότιος Κορέα, το Βιετνάμ, η Ταϊβάν, η Μαλαισία, η Ινδία, το Μεξικό, αλλά επίσης η Τουρκία, η Βραζιλία, η Ινδονησία.

Ο δεύτερος λόγος είναι ότι συνειδητοποίησαν πως κινδυνεύουν να χάσουν κάθε επαφή με τη δυνατότητα παραγωγής σε κλάδους τεχνολογικής αιχμής, όπως οι ημιαγωγοί, και αυτό θα μπορούσε να τους οδηγήσει σταδιακά στην πλήρη αποβιομηχάνιση.

Και ενώ η Αμερική, η Ιαπωνία και η Γερμανία δίνουν γη και ύδωρ στην TSMC, η Ιταλία στη Silicon Box (και η Ουγγαρία και η Τουρκία στην BYD) για να δημιουργήσει ένα εργοστάσιο, έστω και «ενδιάμεσης» τεχνολογίας, στο έδαφός τους, εμείς εδώ στην Ελλάδα τι κάνουμε;

Απολύτως τίποτα σχετικό!

Ονειρευόμαστε για πολλοστή φορά πως η ανάπτυξη θα έρθει από την Ευρώπη – μέσα από την έκθεση Draghi τη φορά αυτή!

Παρά το γεγονός ότι είμαστε, σύμφωνα με όλες τις αξιολογήσεις, η χειρότερη χώρα του δυτικού κόσμου για να κάνει κανείς επένδυση. Μία χώρα με προνεωτερικές θεσμικές λειτουργίες, χωρίς υψηλού επιπέδου ανθρώπινο κεφάλαιο και χωρίς εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, όπου δεν βρίσκεις εργαζόμενους να απασχολήσεις ούτε στις βασικές ειδικότητες της ισχνής, ούτως ή άλλως, βιομηχανίας.

Αν θέλαμε να έχουμε κάποια ελπίδα θα έπρεπε να λειτουργήσουμε με τελείως διαφορετικό τρόπο.

Θα έπρεπε…

 

ΕΘΝΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Η πολιτική οικονομία της δημογραφικής παρακμής -- Πώς θα ήταν άραγε η ελληνική οικονομία εάν ήταν ποδοσφαιριστής;

 Γράφουν οι οικονομολόγοι Δημήτρης Α. Ιωάννου  και Χρήστος Α. Ιωάννου

 

I. Δύο προσεγγίσεις για την σχέση δημογραφίας και ανάπτυξης

Στην οικονομική φιλολογία η μελέτη των σχέσεων μεταξύ δημογραφίας και ανάπτυξης είναι περιορισμένη. Οι υφιστάμενες εργασίες δεν είναι πολλές και, πέραν από την κλασσική θεωρία του «δημογραφικού μερίσματος» (demographic dividend) έχουν λίγα να προτείνουν καθώς θα μπορούσε κανείς να πει τόσο ότι τα αποτελέσματα τους είναι αντιφατικά, όσο και ότι δεν έχουν καταφέρει να περιγράψουν ή να εντοπίσουν κάποια άλλη ισχυρή σχέση με την οποία η δημογραφία -μπορεί να- συνδέεται με την ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.

Από την μία πλευρά η εμπειρική έρευνα διαπιστώνει το φαινόμενο πως η υψηλότερη παραγωγικότητα παρουσιάζεται εκεί όπου στο εργατικό δυναμικό κυριαρχούν -και είναι ακριβώς φορείς αυτής της υψηλής παραγωγικότητας- οι εργαζόμενοι ηλικίας μεταξύ 40 και 60 ετών, (πράγμα που συμβαίνει, κυρίως, στις αναπτυγμένες χώρες οι οποίες βρίσκονται σε μία διαδικασία δημογραφικής γήρανσης).

Από την άλλη πλευρά όμως είναι ερευνητικά διαπιστωμένο, αλλά και εμπεδωμένο στην κοινή αίσθηση, ότι τα τελευταία χρόνια όλες οι επιχειρηματικές προσπάθειες που είχαν εντυπωσιακή επιτυχία αλλάζοντας το παραγωγικό επίπεδο και συνακόλουθα την συνολική μορφή της οικονομικής δραστηριότητας έχουν προέλθει ως επιχειρηματικές μονάδες, αλλά και έχουν, κυρίως στο ξεκίνημά τους, στελεχωθεί, από νέους ηλικίας κάτω των 35 ετών, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τις μεγάλες εταιρείες πληροφορικής οι οποίες πλέον κυριαρχούν στην παγκόσμια οικονομία.

Η ερμηνεία του φαινομένου της υπεροχής όσον αφορά την παραγωγικότητα των ηλικιών 40-49 και 50-59 στις ανεπτυγμένες οικονομίες αποδίδεται στο γεγονός ότι για αποδοτικές εργασίες που δημιουργούν υψηλή προστιθέμενη αξία, και απαιτούν σύνθετη επιδεξιότητα και γνώσεις, προϋποτίθεται μακρά περίοδος εκπαίδευσης ενώ, ταυτοχρόνως, η υψηλή παραγωγικότητα συναρτάται, σε ένα βαθμό, και με την εμπειρία. Όλα αυτά, όμως, λαμβάνουν χώρο σε ένα οικονομικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό οικοσύστημα όπου οι προηγούμενες γενεές παρέδωσαν ένα πλούσιο απόθεμα παραγωγικής εμπειρίας και επιστημονικών γνώσεων και ιστορικά υψηλά επίπεδα παραγωγικότητας σε σύγκριση με τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Συνεπώς μπορούμε να θεωρήσουμε πως υπάρχουν δύο προσεγγίσεις για την σχέση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης μίας οικονομίας με τα δημογραφικά της χαρακτηριστικά:

H πρώτη είναι η θεωρία του “δημογραφικού μερίσματος”, που αφορά κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, τις αναπτυσσόμενες χώρες,

H δεύτερη είναι η θεωρία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε του “ώριμου” ανθρωπίνου κεφαλαίου (human capital) που αφορά τις αναπτυγμένες χώρες.

 

Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή στην περίπτωση του demographic dividend, πρόκειται για αναπτυσσόμενες, κυρίως, χώρες οι οποίες βρίσκονται σε συνθήκες δημογραφικής μετάβασης λόγω του γεγονότος ότι πολύ πρόσφατα, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μιας ή δύο γενεών, οι πολυτεκνικές οικογένειες αντικαταστάθηκαν από ολιγομελείς, αστικές ως επί το πλείστον, οικογένειες με αποτέλεσμα ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός, ηλικίας 15 έως 64 ετών, να είναι περισσότερος από τον εξαρτώμενο πληθυσμό, ανήλικο και υπέργηρο, αυξάνοντας αναλογικά, αλλά και απολύτως, τον αριθμό των εργατικών χεριών, καθώς επίσης και την ροπή για αποταμίευση και επένδυση, ευνοώντας και τροφοδοτώντας, κατ΄ αυτόν τον τρόπο, την οικονομική ανάπτυξη. (“Δημογραφικό μέρισμα” εκτιμάται, σε ένα βαθμό, ότι “προσέφεραν” και οι baby-boomers στην οικονομία των ΗΠΑ, από τις αρχές της δεκαετίας του 60 και μετά. “Δημογραφικό μέρισμα” θεωρείται πως απολαμβάνει σήμερα και η Ινδία, της οποίας η δημογραφική πυραμίδα είναι διογκωμένη στις ηλικίες 15 έως 64 ετών, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που εξηγεί την δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας της).

Αντίθετα, η δεύτερη προσέγγιση, που επικεντρώνεται στην ποιότητα του “ώριμου” ανθρωπίνου κεφαλαίου, -(και για τον λόγο αυτό είναι περισσότερο μία εμπειρική διαπίστωση, και λιγότερο μία θεωρία)-, αφορά προηγμένες οικονομίες πού βρίσκονται πλέον σε διαφορετικό στάδιο δημογραφικής εξέλιξης, δηλαδή σε διαδικασία δημογραφικής κάμψης και γήρανσης. Οι προηγμένες οικονομίες, λοιπόν, ευνοούνται από το γεγονός ότι απολαμβάνουν ένα υψηλό επίπεδο συσσωρευμένης γνώσης και συσσωρευμένου υλικού και ανθρώπινου κεφαλαίου τα οποία, προς το παρόν, -εμπλουτιζόμενα με αποτελεσματικό τρόπο από γενεά σε γενεά- αντισταθμίζουν σε μεγάλο βαθμό τις δυσμενείς επιπτώσεις του δημογραφικού παράγοντα. (Αυτό βεβαίως, δηλαδή η παραγωγική “σοφία” των μεγαλύτερων ηλικιών, ως αναπτυξιακή δυναμική σε οικονομίες όπως εκείνες των ΗΠΑ ή των βορειοευρωπαϊκών χωρών, ενισχύεται και από τις καινοτομικές ιδέες και την επιχειρηματική ικανότητα εκπροσώπων της γενεάς που δεν έχει ακόμη φθάσει στα 35).

Κανένα από τα δύο πιο πάνω υποδείγματα ερμηνείας, όμως, δεν ταιριάζει στην εξελισσόμενη κατάσταση της Ελλάδας.

“Δημογραφικό μέρισμα” ανάπτυξης δεν υπήρξε ποτέ. Η χώρα μας γνώρισε μία σημαντική αύξηση του πληθυσμού της κατά δύο εκατομμύρια ανθρώπους, παρά και την σημαντική μετανάστευση της περιόδου, από το τέλος του εμφυλίου έως το τέλος της δεκαετίας του ‘70. Θα έπρεπε να είχε αρχίσει να καρπούται ένα σοβαρό αναπτυξιακό “δημογραφικό μέρισμα” από τις αρχές της δεκαετίας του 70 και στην συνέχεια, όταν οι πρώτοι μεταπολεμικώς γεννηθέντες, άρχισαν να εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Τέτοιο αναπτυξιακό “μέρισμα” όμως, δεν υπήρξε ποτέ.

Από την άλλη πλευρά, πάλι, επειδή όλη η σημαντική ανάπτυξη των δεκαετιών του ‘50 και του ‘60 στηρίχθηκε σε επενδύσεις της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης, που στον δυτικό κόσμο έλαβε χώρα στο τέλος του 19ου αιώνα, την στιγμή που η παγκόσμια οικονομία εισερχόταν πλέον στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση, στην δεκαετία του ‘70, δεν υπήρχε κατάλληλο απόθεμα γνώσεων, τεχνογνωσίας και επιχειρηματικής νοοτροπίας για να μεταφερθεί από τις προηγούμενες γενεές στην τότε εισερχόμενη στην αγορά εργασίας γενεά, και ως εκ τούτου το σημερινό ανθρώπινο κεφαλαίο και γενικότερα το παραγωγικό και πνευματικό οικοσύστημα της χώρας δεν είναι “ώριμο” για να τροφοδοτήσει ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης. (Και φυσικά δεν έχει εμφανισθεί ούτε κάποιο κύμα καινοτόμου και αποτελεσματικής “νεανικής” επιχειρηματικότητας, για να συνδράμει προς αυτήν την κατεύθυνση- οι νεοφυείς επιχειρήσεις της τελευταίας δεκαετίας έχουν δυναμισμό αλλά ακόμη δεν αποτελούν μέγεθος ικανό να τροφοδοτήσει ταχείς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης). Με αυτή την έννοια, συνεπώς, η Ελλάδα δεν αποτελεί περίπτωση θετικού παραδείγματος για καμία από τις δύο προσεγγίσεις.

ΙΙ. Γηράσκουσα Ελλάδα με γηράσκουσα, επίσης, αγορά  εργασίας.

Στην Ελλάδα η  γήρανση του πληθυσμού και η  πληθυσμιακή συρρίκνωση δεν είναι φαινόμενα που θα ξεκινήσουν στο μέλλον. Είναι φαινόμενα που έχουν ήδη ξεκινήσει, και βρίσκονται σε εξέλιξη.  Αυτό δείχνουν οι μεταβολές της περιόδου μετά το 2000. Η μεν γήρανση του πληθυσμού συμβαίνει ήδη για δυο δεκαετίες τουλάχιστον, η δε πληθυσμιακή συρρίκνωση συμβαίνει ήδη μια δεκαετία και πλέον. Το 2011 είναι το έτος αντιστροφής της αυξητικής τάσης, και από τότε ο συνολικός πληθυσμός φθίνει, σε παράλληλη πορεία με την γήρανσή του: το ποσοστό των ατόμων ηλικίας 65+ στο συνολικό πληθυσμό αυξάνεται συνεχώς και από το 17,3% το έτος 2000, έφθασε το 2023 στο 23% και τείνει αυξανόμενο.

Συνεπώς, φαινόμενα και τάσεις γήρανσης του πληθυσμού και του εργατικού δυναμικού, και φαινόμενα και τάσεις πληθυσμιακής συρρίκνωσης, (που αναμένεται να ενταθούν τις επόμενες δεκαετίες),  ήδη υφίστανται και λειτούργησαν στην ελληνική οικονομία και στην ελληνική αγορά εργασίας την προηγουμένη εικοσιπενταετία. Η οποία ελληνική αγορά εργασίας εμφανίζεται δυσλειτουργική, με διάρθρωση και επιδόσεις που δεν έχουν βελτιωθεί στην διάρκεια της εν λόγω περιόδου, και παραμένουν, σταθερά, μακράν αποκλίνουσες των μέσων ευρωπαϊκών.  Την χαρακτηρίζουν συστηματικά «κενά απασχόλησης».

Ενώ, δηλαδή, ο πληθυσμός εργάσιμης ηλικίας  μειώνεται σταθερά, όπως και στην υπόλοιπη ΕΕ,  το ποσοστό απασχόλησης μένει σε χαμηλά επίπεδα, σε απόκλιση και  όχι παρακολουθώντας την τάση  αύξησής  του που παρατηρείται στην υπόλοιπη ΕΕ, τάση που προκύπτει ακριβώς από την προσπάθεια των κοινωνιών αυτών να αντιμετωπίσουν την μείωση του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας.  Τα «κενά απασχόλησης» στην χώρα μας αφορούν κατ’ αρχήν την μεγάλη απόκλιση ως προς το ποσοστό απασχόλησης (66,3% έναντι ΕΕ: 74,6%)  που συνδέονται κυρίως με τα ακόμη χαμηλότερα ποσοστά απασχόλησης  των γυναικών (55,9% έναντι ΕΕ: 69,3) αλλά και των ηλικιών  55-64 ετών (51,9% έναντι ΕΕ: 62,3%).

Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά του απασχολουμένου εργατικού δυναμικού στην χώρα μας δείχνουν ότι ο μέσος όρος ηλικίας των απασχολουμένων έχει αυξηθεί από τα 40 έτη το 2004, στα 41,3 έτη το 2008 και στα 44,1 έτη το 2020. Η τάση είναι συνεχώς αυξητική. Η γήρανση του πληθυσμού, δηλαδή, ακολουθείται από την “γήρανση της απασχόλησης”. Και καθώς η απασχόληση αρχίζει να συρρικνώνεται, η ηλικιακή σύνθεσή της αλλάζει με, πρωτίστως, διευρυνόμενη την ηλικιακή ομάδα των 40-59 ετών, που είναι η πολυπληθέστερη ομάδα  απασχολουμένων. Επίσης η ομάδα 60-64 ετών, έχει μεν χαμηλό μερίδιο στην συνολική απασχόληση αλλά αυτό αυξάνεται με ταχύ ρυθμό κάθε έτος μετά το 2020, φθάνοντας σήμερα στο υψηλότερο συγκριτικά σημείο της,  τόσο ως ποσοστό, όσο και ως απόλυτο μέγεθος. Αντιθέτως, η δεύτερη πιό πολυπληθής ομάδα εργαζομένων (25-39 ετών) συρρικνώνεται σταθερά.

Η συγκριτική θέση της Ελλάδας ως προς την μέση ηλικία απασχόλησης ανά τομέα και κλάδο  σε σχέση με την ΕΕ των 27 και την  ευρωζώνη δείχνει ότι συνολικά αλλά και σε όλους τους επιμέρους τομείς και κλάδους η μέση ηλικία είναι μεγαλύτερη στην Ελλάδα μετά το 2019 από τον μέσο όρο της ευρωζώνης και της ΕΕ των 27 και η απόκλιση βαίνει αυξανόμενη. Δηλαδή η απασχόληση στην Ελλάδα συνολικά, «γηράσκει» γρηγορότερα από την γηράσκουσα, επίσης, Ευρώπη. (Θετική εξαίρεση ήταν έως το 2018 μόνο ο κλάδος Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνιακών-έκτοτε, όμως δεν ισχύει, ούτε και αυτό).

ΙΙΙ. Γηράσκουσα Ελλάδα με φθίνον ανθρώπινο κεφάλαιο

Στην βιβλιογραφία έχει επισημανθεί ορθά ότι η σχετική σημασία των ικανοτήτων και της εμπειρίας έχει ετεροβαρή επίδραση σε διαφορετικά επαγγέλματα και σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Έχει προταθεί η κατηγοριοποίηση των επαγγελμάτων ανάλογα με το αν μαζί με την ηλικία αυξάνεται ή μειώνεται η παραγωγικότητα.

Με το εν λόγω κριτήριο έχουμε τρεις κατηγορίες επαγγελμάτων:

Tα επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται (κατά μέσο όρο), ομόρροπα, με την ηλικία,

Tα επαγγέλματα που είναι ουδέτερα διότι η παραγωγικότητα δεν αυξάνεται ούτε μειώνεται λόγω ηλικίας και

Tα επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία.

Έχει υπολογισθεί ότι στην ΕΕ των 28 (πριν από το Brexit), το εργατικό δυναμικό συγκεντρωνόταν σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία σε ποσοστό 45%, με το 25% του εργατικού δυναμικού να βρίσκεται σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία. (Το υπόλοιπο 30% είναι σε επαγγέλματα ουδέτερα ως προς την επίπτωση της  ηλικίας στην παραγωγικότητα). Έκτοτε η τεχνολογική εξέλιξη των επαγγελμάτων (και η αύξηση του μεριδίου αυτών της υψηλής ειδίκευσης) τείνουν στο να μειώνεται το μερίδιο εκείνων όπου η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία και να αυξάνεται σε επαγγέλματα όπου η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία.

Για την Ελλάδα  η ανάλυσή μας δείχνει ότι το μερίδιο των επαγγελμάτων στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία (2019:21,8%) είναι χαμηλότερο από τον αντίστοιχο μέσο ευρωπαϊκό όρο, ενώ  διατηρείται η συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού σε επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία (2019:42,2%). Ειδικά όμως, για τον κρίσιμο τομέα της μεταποίησης είναι ακόμη υψηλότερη η συγκέντρωση του εργατικού δυναμικού σε επαγγέλματα στα οποία η παραγωγικότητα μειώνεται με την ηλικία (2019:71,5), και, αντιστρόφως, πολύ χαμηλό το μερίδιο επαγγελμάτων στα οποία η παραγωγικότητα αυξάνεται με την ηλικία (2019:11,4%). Αυτό το αρνητικό στοιχείο, βεβαίως, συμβαδίζει απόλυτα με άλλα δυσμενή χαρακτηριστικά που αφορούν την ελληνική μεταποίηση, όπως είναι ο χαμηλός βαθμός συνθετότητας των προϊόντων της και η μεγάλη απόσταση που την χωρίζει από τις δραστηριότητες “τεχνολογικής αιχμής” (παρά  τις εξαιρέσεις  επιμέρους κλάδων, ομίλων και επιχειρήσεων).

Συνεπώς, ενώ το εργατικό δυναμικό της Ελλάδας δεν χαρακτηριζόταν ποτέ για την υψηλή ειδίκευσή του, τις δυο τελευταίες δεκαετίες, της  πληθυσμιακής γήρανσης, και την τελευταία δεκαετία, της πληθυσμιακής συρρίκνωσης,  φαίνεται πως οι δεξιότητες του μειώνονται  περαιτέρω. Η  δυναμική της δημογραφικής κάμψης, λοιπόν, σε συνδυασμό με το υφιστάμενο  μίγμα επαγγελμάτων και δεξιοτήτων της ελληνικής οικονομίας τείνει να ωθεί προς την υποβάθμιση του επιπέδου του ανθρώπινου κεφαλαίου της Ελλάδας-και αυτή είναι μία “υπόγεια και σιωπηλή” διαδικασία, δηλαδή κάτι που δεν είναι εμφανές και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό, δια “γυμνού οφθαλμού”,  την στιγμή που συμβαίνει.

 

Στο βαθμό που η γήρανση του πληθυσμού και η πληθυσμιακή συρρίκνωση τείνουν να μειώσουν το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, οι αναπτυγμένες οικονομίες ανταποκρίνονται στις ελλείψεις εργατικού δυναμικού και προσφοράς εργασίας -εκτός από την προσπάθεια αύξησης του οικονομικά ενεργού ποσοστού του πληθυσμού-, αυξάνοντας σταδιακά την αναλογία κεφαλαίου προς εργασία, ώστε να διατηρηθεί, αλλά και να αυξηθεί, το επίπεδο παραγωγής, εισοδήματος και ευημερίας.

Η φυσική ανταπόκριση της οικονομίας, συνολικά, και των επί μέρους επιχειρήσεων, ειδικά, θα πρέπει να είναι η επένδυση σε εξοπλισμό που κάνει την εργασία περισσότερο παραγωγική. (Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της Ιαπωνίας, μίας χώρας η οποία είναι παγκόσμια πρωτοπόρος στην εισαγωγή της ρομποτικής στην παραγωγική διαδικασία. Κάτι που δεν είναι καθόλου τυχαίο: αποτελεί την απάντηση της ιαπωνικής επιχειρηματικότητας στο φαινόμενο της συρρίκνωσης και της γήρανσης του ιαπωνικού εργατικού δυναμικού).

IV. Η οικονομία ως άθληση στο γήπεδο της δημογραφίας

Πώς θα ήταν άραγε η ελληνική οικονομία εάν ήταν ποδοσφαιριστής;

Εν πρώτοις θα ήταν ένας ποδοσφαιριστής σε προχωρημένη ηλικία για ενεργό αθλητή. Θα διένυε μάλλον την τέταρτη δεκαετία της ζωής του.  Ως ποδοσφαιριστής στα νεότερα χρόνια του δεν θα διακρινόταν ιδιαίτερα για την δεξιοτεχνία του και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του. (Κατ’ αντιστοιχίαν, στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, την στιγμή κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία προχωρούσε με την μαζική παραγωγή καταναλωτικών ειδών, τα αεριωθούμενα,  τους δορυφόρους και έμπαινε σιγά-σιγά στην τρίτη βιομηχανική επανάσταση της ανάπτυξης των ηλεκτρονικών υπολογιστών, η ελληνική οικονομία ήταν υποχρεωμένη εξ αντικειμένου, -αλλά και μόνο κάτι τέτοιο ήταν σε θέση να κάνει- να επενδύσει και να στηριχθεί στην τεχνολογία και στα προϊόντα που στην ανεπτυγμένη Δύση είχαν κάνει μαζικά την εμφάνισή τους 80 χρόνια πριν, το 1870, στην δεύτερη βιομηχανική επανάσταση: χαλυβουργίες και μεταλλουργία, τσιμέντο και υγρά καύσιμα).

Παρά την υστέρησή του, όμως, όσον αφορά την δεξιοτεχνία, ο ποδοσφαιριστής μας, στην νεότητά του, κατάφερε να επιβιώσει στην δύσκολη ανταγωνιστική αγορά του αθλήματός του γιατί χαρακτηριζόταν από την αθλητικότητά του: την ταχυδύναμή του, όπως λένε, και την αγωνιστικότητά του. (Κατ’ αναλογίαν και η ελληνική οικονομία πέτυχε μία εντυπωσιακή αύξηση των μεγεθών της και έτσι μπόρεσε να υποστηρίξει και το δημογραφικό άλμα του θετικού αποτελέσματος δύο εκατομμυρίων γεννήσεων στο ισοζύγιο με τους θανάτους και την μετανάστευση, στην περίοδο 1949-1979. Ένα δημογραφικό άλμα, πάντως, το οποίο, όσον αφορά την προσφορά εργασίας φάνηκε να στερεύει πολύ γρήγορα γιατί στις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1970 η δικτατορία αναγκάσθηκε να προσκαλέσει τους πρώτους Πακιστανούς εργάτες για τις ανάγκες της εγχώριας βιομηχανίας).

Πως είναι όμως, σήμερα, ο γηράσκων ποδοσφαιριστής μας, στην ύστερη νεότητά του, πλησιάζοντας τα 35 χρόνια του;

Δυστυχώς σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν δεν κατάφερε να αναπτύξει τις τεχνικές του αρετές και να γίνει λίγο περισσότερο δεξιοτέχνης. (Όπως και η ελληνική οικονομία. Όταν η προωθητική της δύναμη δηλαδή ο παραγωγικός της τομέας έπρεπε να περάσει σε ένα άλλο υψηλότερο τεχνολογικό και οργανωτικό επίπεδο, στις δεκαετίες του ‘70 και του ‘80, εν μέσω και διεθνών ενεργειακών κρίσεων, δεν τα κατάφερε ιδιαίτερα καλά. Αυτό στον μεγαλύτερο βαθμό οφείλεται στο γεγονός ότι η ανάπτυξη της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου έγινε με τρόπο αυταρχικό και  ανελεύθερο και δεν στηρίχτηκε στην λειτουργία και την δυναμική των δυνάμεων της αγοράς, με αποτέλεσμα να μην έχει δημιουργηθεί μια ισχυρή και υγιής επιχειρηματικότητα που ήταν ο απαραίτητος όρος για να προχωρήσει η οικονομία της χώρας μπροστά, στο αμέσως ανώτερο επίπεδο ανάπτυξης. Έτσι συνέβη κάτι μοναδικό που δεν παρατηρήθηκε σε καμμία άλλη χώρα στον κόσμο: στην δεκαετία του ‘70 η Ελλάδα σταδιακά πλημμύρισε από “προβληματικές” επιχειρήσεις, οι περισσότερες από τις οποίες δεν ανέκαμψαν πραγματικά ποτέ).

Εκτός όμως από την μόνιμη αδυναμία του στο τεχνικό τομέα, με την πάροδο των ετών και την γήρανσή του ο ποδοσφαιριστής μας άρχισε να χάνει και τις σωματικές δυνάμεις του, την αθλητικότητά του. (Και η ελληνική οικονομία κατ΄ αναλογίαν, αφού πρώτα έχασε την αναπτυξιακή της ορμή,  στην συνέχεια έχασε και το δημογραφικό της σφρίγος, αφού όχι μόνο δεν κατάφερε να καρπωθεί  κάποιο αναπτυξιακό “δημογραφικό μέρισμα” από τη δεκαετία του ‘70 και μετά, αλλά σιγά-σιγά και η δημογραφική της πορεία άρχισε να φθίνει).

Σήμερα ο ποδοσφαιριστής μας δεν έχει μπροστά του ένα λαμπρό μέλλον. Πολύ γρήγορα θα αναγκασθεί να αποσυρθεί από την ενεργό δράση και να ασχοληθεί με κάτι άλλο, στο οποίο ίσως να τα καταφέρει καλύτερα. Σε μία παρόμοια κατάσταση από άποψη προοπτικών βρίσκεται και η ελληνική οικονομία: γηράσκον και ολιγάριθμο εργατικό δυναμικό, με περιορισμένης δυναμικότητας ανθρώπινο κεφάλαιο, και με έλλειψη ισχυρής και καινοτόμας επιχειρηματικής παράδοσης.

Πλην όμως η εθνική οικονομία δεν είναι ποδοσφαιριστής και δεν μπορεί να αποχωρήσει από την ενεργό δράση, ούτε να συνταξιοδοτηθεί, γιατί επάνω σε αυτήν στηρίζεται η επιβίωση της κοινωνίας και του έθνους. Και για το λόγο αυτό είμαστε αναγκασμένοι να παλέψουμε για την αναγέννηση και την επανεφεύρεση της οικονομίας μας σε ένα νέο κόσμο και με εντελώς διαφορετικές συνθήκες από ότι στο παρελθόν, αντιμετωπίζοντας το δημογραφικό και το οικονομικό πρόβλημα, τα οποία είναι στενά αλληλένδετα μεταξύ τους, προωθώντας τις αναγκαίες πολιτικές και εφαρμόζοντας τις επιβαλλόμενες λύσεις. Οι οποίες δεν είναι και πολλές. Και προκύπτουν όλες από εκείνον τον κανόνα που πρέπει να ακολουθήσει κανείς όταν βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη, έως και απελπιστική κατάσταση: πρέπει να προσπαθήσει να μετατρέψει τα αδύναμα σημεία του σε ισχυρά και τα μειονεκτήματα του σε πλεονεκτήματα.

Η μαζική τεχνολογική της αναβάθμιση, όσο και αν φαίνεται υπεραισιόδοξο, είναι η πρώτη από τις τρεις βασικές απαντήσεις που πρέπει να δώσει η χώρα μας για να ξεπεράσει το πρόβλημα που δημιουργεί στην αναπτυξιακή της πορεία η γήρανση και η αριθμητική μείωση του εργατικού δυναμικού: επενδύσεις  σε τεχνολογία που διευκολύνει την παραγωγή σε συνθήκες ελλείπουσας προσφοράς εργασίας, (και, φυσικά, επιλογή των κλάδων που προσφέρονται προς τούτο).

Η δεύτερη απάντηση …

ΝουΔο-γαλαζαίικo ΛΑΪΚΙΣΤΙΚΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Μία στενάχωρη συζήτηση

 


Γράφουν οι οικονομολόγοι Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου

Ι. Η κατ’ όνομα “φιλολαϊκή” πολιτική βλάπτει τους πλέον αδύναμους

Στην προ δύο μηνών ανακοίνωση της αύξησης του κατώτατου βασικού μισθού στα 830 ευρώ ξεχώρισαν δύο επισημάνσεις.

Πρώτα εκείνη του κυρίου πρωθυπουργού ότι πρόκειται για ένα πολύ “μελετημένο” μέτρο και, δεύτερον, αυτή της αρμοδίας υπουργού ότι ενώ από το 2019 μέχρι το 2023 ο πληθωρισμός είχε αυξηθεί κατά 16,6% η αντίστοιχη αύξηση του κατωτάτου  μισθού/ημερομισθίου, (συμπεριλαμβανόμενης και της πρόσφατης), είναι 27,7%. (Άλλοι υπολογισμοί δίνουν ελαφρά διαφοροποιημένα αποτελέσματα, αλλά σε κάθε περίπτωση η διαφορά μεταξύ των δύο μεγεθών παραμένει μεγαλύτερη από 10 ποσοστιαίες μονάδες).

Και όσον αφορά βέβαια τον “μελετημένο” χαρακτήρα της αύξησης αυτής η αλήθεια είναι ότι η μελέτη πάνω στην οποία στηρίχτηκε δεν έχει δημοσιοποιηθεί, (ενώ έχει δημοσιοποιηθεί  η μελέτη των 5 Εμπειρογνωμόνων που είχε ορίσει η κυβέρνηση, η οποία δεν υποστηρίζει την κυβερνητική επιλογή), και πρέπει, συνεπώς, να προσπαθήσουμε μόνοι μας να καταλάβουμε την λογική της.

Προσπάθεια που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα σφάλμα οικονομικής πολιτικής.  Κάτι που είναι πραγματικά στενάχωρο δεδομένου πως έχουμε συνηθίσει ως κοινωνία να πιστεύουμε ότι κάθε ενίσχυση που αφορά τις πιο αδύναμες εισοδηματικά κατηγορίες του πληθυσμού, όπως είναι αυτή της ανειδίκευτης εργασίας που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να  συμβεί. Και συνεπώς, κάθε αμφισβήτηση της σκοπιμότητας και της χρησιμότητας τέτοιων “φιλολαϊκών¨ ρυθμίσεων, είναι μοιραίο να αντιμετωπίζεται ως ανάλγητη και αντιλαϊκή. Είναι όμως έτσι στην πραγματικότητα;

Δυστυχώς το πράγματα δεν είναι έτσι όπως έχει συνηθίσει να τα εκτιμά και να τα ερμηνεύει η επικρατούσα αντίληψη. Αυτό μας το έχουν διδάξει οι βασικές αρχές της οικονομικής θεωρίας. Επειδή όμως εμείς εδώ στην Ελλάδα κάτι τέτοιες θεωρίες ούτε θέλουμε να τις ξέρουμε ούτε να τις λαμβάνουμε υπ΄ όψιν μας, η πραγματικότητα ενίοτε φροντίζει να μας τιμωρεί φέρνοντάς μας, όπως για παράδειγμα, το 2010, στην πολύ δυσάρεστη θέση να διαπιστώσουμε την εγκυρότητά τους μέσα από την πικρή μας εμπειρία.

Η κρίση που ταλάνισε την χώρα για μία δεκαετία προκλήθηκε από δύο αιτίες από τις οποίες η δεύτερη είχε σχέση με τον άστοχο και εκτός ισορροπίας ορισμό της αμοιβής της εργασίας για μακρύ χρονικό διάστημα. Αν ο ένας λόγος της χρεοκοπίας ήταν η ανεξέλεγκτη δημοσιονομική δαπάνη, ο δεύτερος λόγος ήταν το γεγονός ότι σε όλη την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας οι μισθοί και τα ημερομίσθια στην Ελλάδα αυξάνονταν με ένα παράλογο τρόπο χωρίς καμμία σχέση με το επίπεδο της παραγωγικότητας και της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. (Περισσότερα στο «Οι Μισθοί και η Εσωτερική Υποτίμηση στην Ελλάδα», Foreign Affairs The Hellenic Edition, Τεύχος 21, Δεκέμβριος 2013-Ιανουάριος 2014).

Αποτέλεσμα αυτής της ακραίας επιπολαιότητας και ακρισίας, η οποία τροφοδοτήθηκε μεν από την αφελή και ψευδώς “φιλολαϊκή” νοοτροπία που αναφέραμε προηγουμένως, οδήγησε δε την ελληνική οικονομία σε τραγικά χαμηλά επίπεδα ανταγωνιστικότητας, ήταν ότι μόλις εκδηλώθηκε η κρίση κατέρρευσε η απασχόληση με αποτέλεσμα να έχουμε το πραγματικά αβάστακτο, και πρωτοφανές για τα διεθνή δεδομένα, ποσοστό ανεργίας του 27,5% και την αβάστακτη κοινωνική οδύνη που αυτό συνεπάγεται. Με μεγαλύτερο θύμα, βεβαίως, τα ασθενέστερα κοινωνικά και οικονομικά στρώματα που η “φιλολαϊκή” πολιτική της προηγούμενης περιόδου υποτίθεται πως βοηθούσε.

Η κατάσταση αυτή άρχισε να αντιστρέφεται, και η ανεργία να μειώνεται, μόνο όταν η λαομίσητη τρόικα επέβαλε το οδυνηρό μέτρο της “εσωτερικής υποτίμησης” με την κατακόρυφη μείωση μισθών και ημερομισθίων, η οποία μπορεί βέβαια να ήταν εξαιρετικά αντιδημοφιλής, ήταν όμως αναγκαία και ορθή διότι ενεργοποίησε την διαδικασία σταθερής μείωσης της ανεργίας από το 2014 και μετά.

Έγινε, μάλιστα, αυτό με έναν καταπληκτικό και πρωτοφανή, για τα παγκόσμια δεδομένα, τρόπο: η ανεργία μειωνόταν σταθερά παρά το γεγονός ότι η κρίση συνεχιζόταν και το ΑΕΠ μειωνόταν και αυτό! (Βλ. «Το παράδοξο τηςαύξησης της απασχόλησης», Το Επιπλέον Ναυάγιο, Ερμηνευτικό Εγκόλπιον για την Κρίση, σελ. 155-159, Andy’s Publishers).


Μέσα από την συγκεκριμένη πορεία, πρώτα αύξησης και, μετά, μείωσης της ανεργίας προκύπτει με εκτυφλωτικό τρόπο το συμπέρασμα ότι το να συμβαδίζουν οι μισθοί και τα ημερομίσθια με το επίπεδο της παραγωγικότητας και να υποστηρίζουν την διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αποτελεί βασικό όρο για την κοινωνική ευημερία και, την μακροοικονομική ισορροπία. Αυτή, όμως, την διαπίστωση που κατέστη τόσο προφανής από την εμπειρία της κρίσης, δεν την “κατέγραψε” και δεν την μνημονεύει κανείς, πράγμα που συμβαίνει για απόλυτα ευνόητους λόγους: δεν είναι “φιλολαϊκή” σύμφωνα με τις κρατούσες αντιλήψεις και δεν προσφέρεται για δημαγωγία και ψηφοθηρία. Ακόμη και η σημαντική εξαγωγική δυναμική της μεταποίησης που παρατηρήθηκε από το 2019 και μετά, (που σήμερα, όμως, φαίνεται πως αρχίζει να εξαντλείται), δεν μπορεί λογικά, -εφ’ όσον σημαντικές επενδύσεις δεν υπήρξαν στον τομέα αυτό- να αποδοθεί σε τίποτα άλλο παρά μόνον στις συνεχιζόμενες επιδράσεις των αντιδημοφιλών μέτρων που επέβαλε η τρόικα – η «εσωτερική υποτίμηση» διέσωσε την εναπομείνασα παραγωγική εξαγωγική βάση της χώρας η οποία εν συνεχεία απέδωσε αύξηση των εξαγωγών.


ΙΙ. Μια κακή ιστορία που δείχνει να επαναλαμβάνεται

 

Αναφερόμενος, λοιπόν, κανείς, στην -πανηγυρική- κυβερνητική επισήμανση ότι από το 2019 ως το 2023 ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί κατά 16,6% ενώ η σωρευτική αύξηση στον κατώτατο μισθό είναι 27,7% θα πρέπει να σημειώσει τα εξής: η αύξηση αυτή φαίνεται να υπερβαίνει κατά πολύ το άθροισμα του πληθωρισμού και της ανόδου της παραγωγικότητας, άθροισμα το οποίο, εξ ορισμού, θα πρέπει να είναι ίσο με το ποσοστό κατά το οποίο αυξάνεται ο κατώτατος μισθός προκειμένου να μην δημιουργηθούν, επιπλέον, ανισορροπίες στην οικονομία και να μην τρωθεί η ανταγωνιστικότητά της.

Από το 16,6% έως το 27,7% είναι περίπου 11 ποσοστιαίες μονάδες. Από την στιγμή που το 16.6% έχει καλύψει την άνοδο του πληθωρισμού αυτές οι έντεκα μονάδες θα έπρεπε να αντιστοιχούν στην άνοδο του επιπέδου της μέσης παραγωγικότητας της οικονομίας για την οποία μπορούμε να λάβουμε ως προσεγγιστική μεταβλητή (proxy) την, στο ίδιο διάστημα, αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, (κάτι το οποίο, ούτως ή άλλως, οδηγεί σε υπερεκτίμηση του δείκτη της παραγωγικότητας διότι γνωρίζουμε πως η αύξηση του ΑΕΠ αυτά τα χρόνια δεν έχει στην πραγματικότητα προκύψει από βελτίωση στους όρους παραγωγής, αλλά από την δημοσιονομική υπερδαπάνη, από την αύξηση του ταξιδιωτικού συναλλάγματος και από τα χαριστικά ευρωπαϊκά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης). Συγκρίνοντας, λοιπόν, το ΑΕΠ σε πραγματικούς όρους μπορούμε να δούμε ότι το ΑΕΠ του 2019 σε τρέχουσες τιμές ήταν 183 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ το ΑΕΠ του 2023, σε σταθερές τιμές του 2019, ήταν 189 δισεκατομμύρια ευρώ. Η πραγματική αύξηση μεταξύ των δύο ετών ήταν περίπου 3,5%. Αλλά ακόμα και αν αναγάγουμε το ΑΕΠ των δύο  αυτών ετών (2019 και 2023) σε σταθερές τιμές του 2015, όπου αυτό το μεν 2019 ανερχόταν σε 184 δισεκατομμύρια ευρώ, το δε 2023 σε 194 δισεκατομμύρια, και πάλι δεν έχουμε αύξηση του ΑΕΠ και, (επιεικώς) τεκμαιρόμενη βελτίωση της παραγωγικότητας μεγαλύτερη από το 5%. Οι 6,1 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση του κατώτατου μισθού που απομένουν “ανερμήνευτες”, σε τι ακριβώς αντιστοιχούν αν όχι στην επιθυμία της κυβέρνησης να εκμαιεύσει την λαϊκή εύνοια την οποία έχει απωλέσει με την στάση της και την συμπεριφορά της, για παράδειγμα, στο θέμα των Τεμπών;

Επίσης πολύ ενδιαφέρον έχει να παρατηρήσει κανείς το εξής: το 2011 που ήδη είχε αρχίσει η απογείωση της ανεργίας έχοντας ήδη προσεγγίσει το 18%, ο (μηνιαίος) κατώτατος μισθός βρισκόταν στα 745 ευρώ (μέσος του 739,5 ευρώ του α΄ εξαμήνου και 751,4 ευρώ του β’ εξαμήνου 2011) πράγμα που, όπως αποδείχθηκε στην συνέχεια ήταν  καταστροφικό για τους εργαζόμενους αφού στα επόμενα χρόνια η ανεργία συνέχισε να αυξάνεται μέχρι το 27,7% το 2013. Το 2011, λοιπόν, το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές ήταν 207 δισεκατομμύρια ευρώ. Από την άλλη πλευρά τα σημερινά μεγέθη, αναγόμενα στο επίπεδο τιμών του 2011, είναι τα εξής:  ο μεν  κατώτατος μισθός των 830 ευρώ αντιστοιχεί σε αγοραστική δύναμη 740 ευρώ του 2011 ενώ το ΑΕΠ του 2023, (των 220 δισεκατομμυρίων  ευρώ σε τρέχουσες τιμές), αντιστοιχεί σε 195 δισεκατομμύρια του 2011.  Δηλαδή σήμερα έχουμε νομοθετήσει έναν κατώτατο μισθό ίδιον σε πραγματικούς όρους με εκείνον του 2011, με την διαφορά ότι το πραγματικό μας ΑΕΠ σήμερα είναι 12 δισεκατομμύρια χαμηλότερο από το 2011-σε πραγματικούς όρους πάντοτε.

Είναι αυτό μία σώφρων εισοδηματική πολιτική και πολιτική μισθών;

 

Η Ανακοίνωση  Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών 10/1/2008


 

 

Μισθολογικές αυξήσεις που δεν έχουν σύνδεση με την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αποτελούν, συνήθως, μία, ανεύθυνη και αφελή, διεκδίκηση της αριστεράς.

Στην Ελλάδα, όμως, ενώ η αριστερά διεκδικεί τις συγκεκριμένες αυξήσεις, εκείνη που τις κάνει πράξη είναι η δεξιά!

 Στο επισυναπτόμενο κείμενο – ανακοίνωση, χρονολογούμενο από την 10η Ιανουαρίου του 2008, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών της εποχής, επαίρεται, (ιδιαίτερα στην παρατήρηση υπ’ αριθμόν 3) για το πόσο γρήγορα έχει ανέλθει ο κατώτατος μισθός την τριετία 2004-2007 ξεπερνώντας κατά πολύ, τους αντίστοιχους μισθούς της Ισπανίας (κατά 19,9%) και της Πορτογαλίας (κατά 59,2%) -παραλείποντας μάλιστα, μάλλον από σεμνότητα και μετριοφροσύνη, να αναφέρει πως, σύμφωνα με τα στοιχεία του παρατιθέμενου πίνακα τουλάχιστον, ξεπερνάει (κατά 11,6%) και τον κατώτατο μισθό των ΗΠΑ! (Σημειώνεται μάλιστα ότι τότε, σύμφωνα με τον νόμο, ο κατώτατος μισθός καθοριζόταν με συναπόφαση των κοινωνικών εταίρων στην Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας-πλην όμως αυτοί δεχόταν «παραινέσεις» και «πιέσεις» από την κυβέρνηση για το ποσοστό της αύξησης, ανάλογα με τον εκλογικό κύκλο και την, τότε αυξανόμενη, κυβερνητική φθορά, και έναντι αυτού “πανηγυρίζει” η συγκεκριμένη ανακοίνωση). Όλοι γνωρίζουμε τι κατάληξη είχε η συγκεκριμένη εισοδηματική πολιτική και πολιτική μισθών. Και είναι εντυπωσιακό, αλλά και κακός οιωνός, το πόσο πολύ το ύφος και η λογική της ανακοίνωσης του 2008, μοιάζουν με το ύφος και την λογική των προσφάτων ανακοινώσεων της κυβέρνησης.

 

ΙΙΙ. Η ανεργία είναι η άλλη όψη της χαμηλής ανταγωνιστικότητας

 

Πιο σημαντικό ακόμη, όμως, είναι κάτι άλλο. Η κυβέρνηση νομοθετεί μία εντυπωσιακή αύξηση του κατώτατου μισθού την στιγμή που η χώρα έχει ακόμα ένα σχετικά υψηλό ποσοστό ανεργίας, (το δεύτερο υψηλότερο της Ευρώπης για την ακρίβεια), που είναι μεταξύ 10 και 11%. Ύπαρξη ανεργίας πέρα από το ποσοστό “τριβής” (4% με 5%), για οικονομίες που έχουν νομοθετικά κατοχυρωμένο κατώτατο μισθό σημαίνει ότι το αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό θεωρείται σχετικά δαπανηρό και συνεπώς ασύμφορο για τους επιχειρηματίες. Για το λόγο αυτό, το σωστό θα ήταν, σε μια οικονομία με θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό, οι αυξήσεις να λαμβάνουν υπόψιν την ανάγκη η ανεργία να μειώνεται  και να προσεγγίζει το επίπεδο του 5%, που σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει  κίνδυνος η αύξηση του κατώτατου μισθού να θέτει (και να διατηρεί) ένα μέρος του εργατικού δυναμικού εκτός απασχόλησης (ή εκτός δηλωμένης απασχόλησης).

Στην χώρα μας, βεβαίως, η επικρατούσα αντίληψη είναι πως όσο υψηλότερα ορίζεται ο μισθός τόσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική δικαιοσύνη. (Ιδιαίτερα για τις γενιές που διαμορφώσαν τις απόψεις τους διαβάζοντας στα μαθητικά τους χρόνια το “Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο” του Marx, όπου η ταξική πάλη γίνεται για την κατανομή της υπεραξίας, ή -σε μία μεταμαρξιστική προσέγγιση- του “πλεονάσματος”). Η αλήθεια, όμως, είναι πως αυτό που συμβαίνει με την αύξηση της κατώτατης αμοιβής πάνω από το επίπεδο γενικής ισορροπίας της οικονομίας είναι κάτι κοινωνικά άδικο. Το πρόσωπο εκείνο το οποίο στα 780 ευρώ κατώτατο μισθό, ενώ επιθυμούσε να απασχοληθεί και αναζητούσε εργασία δεν επιλέχθηκε από τους εργοδότες γιατί θεωρήθηκε πως η αποδοτικότητά του δεν θα αντισταθμίσει την δαπάνη των μισθού του, -και αυτό το πρόσωπο συνήθως είναι το πιο ευάλωτο κοινωνικά και οικονομικά, δηλαδή γυναίκα, ηλικιωμένος ή άπειρος  πρωτοεισερχόμενος στην αγορά εργασίας νεαρός- εάν δεν κατάφερε να εξασφαλίσει απασχόληση (ή δηλωμένη και ασφαλισμένη απασχόληση) στα 780 ευρώ δεν έχει ελπίδα να το πετύχει αυτό στα 830. (Ιδιαίτερα σε μια οικονομία με “νωθρή” πορεία της παραγωγικότητας, όπως η ελληνική). Και αυτό είναι μία καθαρή κοινωνική αδικία.  Το ΚΕΠΕ και οι 5 Εμπειρογνώμονες που έχουν ορισθεί από την κυβέρνηση τεκμηριώνουν την «αρνητική επίδραση στην απασχόληση, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως επιβράδυνση της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, όπως έγινε με τις προηγούμενες αυξήσεις, και η οποία στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να ενισχυθεί από την χαμηλή αναμενόμενη ανάπτυξη του 2024».

Μία μεγάλη αύξηση πάνω από το επίπεδο του πληθωρισμού, βεβαίως, αλλά και πάνω από τον ρυθμό ανόδου της παραγωγικότητας, έστω και για το 22% των εργαζομένων που αμείβονται με τον βασικό μισθό, σε μία εποχή που η συγκράτηση του πληθωρισμού είναι κεντρικός στόχος δεν μπορεί να έχει κανένα άλλο αποτέλεσμα παρά να ενισχύσει την πληθωριστική σπείρα μισθών-τιμών (ακόμη και όταν το μισθολογικό κόστος δεν είναι η κύρια αιτία έναρξης της πληθωριστικής διαδικασίας). Σημειωτέον, μάλιστα, πως είναι εξαιρετικά κρίσιμο να παραμένει ο ελληνικός πληθωρισμός  χαμηλότερος αυτού της ευρωζώνης, και αυτό είναι κάτι που δεν επιτυγχάνεται συστηματικά από το Φθινόπωρο 2023 και μετά.

Βέβαια, μπορεί να υποθέσει κανείς πως η τόση κυβερνητική “γενναιοδωρία” δεν έχει σκοπό μόνο να εξευμενίσει την κοινή γνώμη, αλλά επίσης είναι ο τρόπος που η κυβέρνηση επέλεξε για να αντισταθμίσει τα προβλήματα που δημιουργούνται στα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα από τις ιδιαίτερα υψηλές πληθωριστικές πιέσεις σε δύο από τις πιό σημαντικές αγορές: των τροφίμων και της κατοικίας. Δηλαδή σε δύο αγορές τις οποίες η οικονομική πολιτική έχει αποτύχει να ρυθμίσει, προσαρμόζοντάς τες στις ανάγκες της οικονομίας. Το πιθανότερο, όμως, είναι πως αντί να πετύχει την άμβλυνση των προβλημάτων, η αύξηση του κατώτατου μισθού θα κάνει τα πράγματα χειρότερα για τις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις. Είτε γιατί θα επιταχύνει τον πληθωρισμό, είτε γιατί θα ενισχύσει δυσκολίες σε όσους ανήκουν σε αυτές ως προς την (δηλωμένη) απασχόληση και τον προσπορισμό εισοδήματος. Παράλληλα δε θα επιβαρύνει και την ανταγωνιστικότητα: ήδη οι εξαγωγές μειώθηκαν το 2023, και η αύξηση του κόστους δεν προβλέπεται να συμβάλει θετικά κατά το 2024. (Και οι “όροι εμπορίου” του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών που, αναπάντεχα, είχαν βελτιωθεί το 2022, το 2023 άρχισαν να επιδεινώνονται και πάλι).

Με τον τρόπο που εφαρμόζεται η εισοδηματική πολιτική και η πολιτική μισθών στην χώρα μας, όπου οι αυξήσεις για τους μισθούς στις άλλες μισθολογικές κλίμακες, πέραν του κατώτατου μισθού, ορίζονται στην πράξη ως ποσοστό της αύξησης στον κατώτατο μισθό, -και καταλήγουν να είναι χαμηλότερες του πληθωρισμού, στην συγκεκριμένη περίπτωση-, η κυβέρνηση  θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι στην πράξη ασκεί αντιπληθωριστική πολιτική.

Αυτός, όμως, ο ισχυρισμός, (που, έτσι κι αλλιώς, δεν διατυπώθηκε ποτέ ευθέως γιατί θα ήταν “ψηφοδιωκτικός”), θα ήταν άστοχος.

Και τούτο διότι, οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό έχουν πολύ μεγάλο ειδικό βάρος σε κλάδους που διαμορφώνουν ενδογενή και όχι εισαγόμενο πληθωρισμό: δηλαδή στο λιανικό εμπόριο, στην εστίαση, στις μικρές βιομηχανίες τροφίμων και στην γεωργία.

Και επίσης διότι, η όλο και μεγαλύτερη “συμπίεση” των μισθών, δηλαδή η μετακίνηση προς τον μέσο όρο τους, με την μίκρυνση των αποστάσεων μεταξύ των μισθολογικών κλιμακίων, σήμερα, στην εξαιρετικά μη-λειτουργική αγορά εργασίας της χώρας, όπου η υψηλή ανεργία συνυπάρχει με σοβαρές ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε συγκεκριμένους τομείς, είναι παράγοντας που εμποδίζει την δυναμική διαδικασία προσαρμογής της προσφοράς εργασίας στις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής. Και αυτό είναι άκρως αντι-αναπτυξιακό.

Η Ελλάδα εμφανίζει συμπτώματα οικονομιών της Ανατολικής Ευρώπης των προηγουμένων δεκαετιών (συμπτώματα  από τα οποία οι περισσότερες οικονομίες, πλην των Βαλκανικών, απομακρυνθήκαν αναπτυσσόμενες γοργά), όπου υπήρχε υψηλό ποσοστό  αμειβομένων με τον κατώτατο μισθό και ο κατώτατος μισθός ήταν ήδη  ανώτερος του 50% του ακαθάριστου μέσου μισθού και του 60% του ακαθάριστου διαμέσου μισθού – δηλαδή τις ενδεικτικές τιμές αναφοράς που χρησιμοποιούνται συνήθως σε διεθνές επίπεδο ως προς την επάρκεια των νόμιμων κατώτατων μισθών, και υιοθετήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ποσοστά τα οποία υπερβαίνει κατά πολύ ο ελληνικός κατώτατος μισθός, ενώ σχεδόν όλα τα ευρωπαϊκά κράτη-μέλη έχουν δείκτες επαρκείς μεν, χαμηλότερους της Ελλάδας δε. Κι αυτό  αναδεικνύει το  διαρθρωτικό ζήτημα των μισθών και της οικονομίας.

 

ΙV. Η μόνη φιλολαϊκή πολιτική είναι η ανάπτυξη

 

Η κυριότερη συνέπεια, βεβαίως, που θα υπάρξει είναι ότι…