"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Σαν σήμερα (13/10/ΧΧΧΧ)

 

1884: Η ώρα Γκρίνουιτς καθιερώνεται ως βάση υπολογισμού της παγκόσμιας ώρας.
1923: Η Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας κηρύσσει την Άγκυρα πρωτεύουσα της χώρας.
1943: Η Ιταλία κηρύσσει τον πόλεμο στην πρώην σύμμαχό της Γερμανία.
1925: Γεννιέται η Βαρόνη Μάργκαρετ Χίλντα Θάτσερ το γένος Ρόμπερτς, η επονομαζόμενη και «σιδηρά κυρία», η οποία διατέλεσε πρωθυπουργός της Βρετανίας από το 1979 έως το 1990.
1934: Γεννιέται Νάνα Μούσχουρη, τραγουδίστρια και πολιτικός.

1904: Σκοτώνεται ο ηρωας μακεδονομάχος Παύλος Μελάς







2013: Χάνει τη μάχη με τον καρκίνο ο Φίλιππος Συρίγος, σε ηλικία 65 χρονών.




2016: Πεθαίνει από πνευμονία  σε ηλικία 90 ετών ο Ιταλός νομπελίστας συγγραφέας Ντάριο Φο









2017: «Έφυγε» από καρδιακή προσβολή  ο γνωστός τραγουδιστής Γιώργος Σαρρής. 

2020 Έφυγε από τη ζωή η Γοργώ Χρέλια , όμορφη και μπριόζα ηθοποιός που άφησε την σφραγίδα της στον ελληνικό κινηματογράφο του 60

 

 



2022  Aπεβίωσε ο «Καίσαρας» του ΠΑΟΚ, Σταύρος Σαράφης, ύστερα από μεγάλη μάχη που έδωσε με βαρύ εγκεφαλικό στο νοσοκομείο.
 
 
 
 
 


2025 Πέθανε η Άννα Κυριακού – Η “Μπεμπέκα” από τις “Τρεις Χάριτες”

 

 

 

 


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΗΜΙΠΙΤΣΙΡΙΚΑΔΟ-ΤΣΟΓΛΑΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η κολακεία της νεολαίας είναι συνιστώσα της ολοκληρωτικής δημαγωγίας

lightbox placeholder 

 

Tης ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Το 2016, η κυβέρνηση του κ. Τσίπρα μείωσε το όριο της ηλικίας ψήφου στα 17 χρόνια.

Η Ελλάδα μιμήθηκε την Ινδονησία –όπου, ωστόσο, για να ψηφίζεις στα 17 πρέπει να είσαι έγγαμος ή πρώην έγγαμος–, το Ανατολικό Τιμόρ και τη Βόρεια Κορέα, όπου, ούτως ή άλλως, δεν διενεργούνται εκλογές.

Αν και η κολακεία της νεολαίας είναι μια από τις συνιστώσες της ολοκληρωτικής δημαγωγίας (του φασισμού, του ναζισμού, του σταλινισμού) –ο κ. Τσίπρας έχει την τάση να υπερβάλλει όλες αυτές τις ιστορικές έξεις: με τις τοποθετήσεις του, άλλοτε και τώρα, αποδίδει στους νέους επαναστατικό ρόλο· τους παρουσιάζει ως «το υποκείμενο της αλλαγής»· ως την κατ’ εξοχήν κινητήρια δύναμη που μπορεί να ανατρέψει το πολιτικό καθεστώς.

Εξιδανικεύοντας όλες τις ελλείψεις της νεολαίας –βιολογικές, διανοητικές, ψυχολογικές– προσπαθούσε και προσπαθεί να τη δελεάσει προσφέροντάς της κακές υπηρεσίες: ο κ. Τσίπρας, και περί αυτόν, θωπεύουν ιδιαίτερα εκείνο το μέρος της που έχει κληρονομήσει τις διαλυτικές και οπισθοδρομικές ιδιότητες των Ελλήνων, από το αίσθημα ιστορικού θύματος, μέχρι τη δυσπιστία έναντι των θεσμών, την οργή κατά πάντων και τη ροπή προς το βόλεμα, την ανευθυνότητα, την κοινωνική απαισιοδοξία και τη συνωμοσιολογία.

Οταν ήταν νεότερος ο κ. Τσίπρας είχε μεγάλη ικανότητα πειθούς –ίσως έχει ακόμα. Οχι όμως επειδή διαθέτει κάποιο ταλέντο· απλούστατα, όταν είμαστε νέοι πέφτουμε εύκολα στα δίχτυα των σχεδόν συνομηλίκων μας δημαγωγών. Ιδιαίτερα όταν επικροτούν όλα μας τα ελαττώματα κι όταν αποδίδουν τις δυσκολίες μας αποκλειστικά σε εξωτερικούς συστημικούς παράγοντες.

Στα πρώτα χρόνια της πολιτικής του ανέλιξης, ο κ. Τσίπρας προέβαλλε ως πρότυπο τη δική του πορεία στον μαθητικό και φοιτητικό ακτιβισμό (καταλήψεις 1990-91, Νεολαία Συνασπισμού): έδινε δηλαδή, κατά τη γνώμη πολλών ανθρώπων μαζί και τη δική μου, το χείριστο παράδειγμα και μάλιστα με κοινότοπο, ξύλινο λόγο τον οποίον η παράταξή του περιέργως θεωρούσε νεανικό και φρέσκο.

Μεταξύ των προτροπών του ήταν εκείνη της μετριότητας: καθώς καταφερόταν εναντίον της «αριστείας των λίγων», επέκρινε την εκπαιδευτική πολιτική της ΝΔ (ελάχιστη βάση εισαγωγής, πανεπιστημιακή αστυνομία και άλλες κυβερνητικές αυταπάτες), υποστηρίζοντας ότι όχι μόνο η νέα γενιά αποκλείεται από τη δημόσια τριτοβάθμια εκπαίδευση (χονδροειδές ψέμα), αλλά ότι της ζητείται πειθαρχία και υπακοή στους νόμους (εξίσου χονδροειδές ψέμα, δυστυχώς). Οπως οι περισσότεροι από την αριστερά, ο κ. Τσίπρας διεκδικεί δικαιώματα, όχι υποχρεώσεις.

Στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών του νέου του πολιτικού φορέα ΕΛ.Α.Σ., οι τοποθετήσεις του κινούνται στο ίδιο ύφος της κολακείας –«Ηρθαμε να σας ακούσουμε, όχι να σας καθοδηγήσουμε»– με το ίδιο περιορισμένο λεξιλόγιο του συρμού· ή μάλλον ενός συρμού που έχει ήδη περάσει· ο κ. Τσίπρας δεν διακρίνεται ούτε για τη βαθιά του μόρφωση, ούτε για την ενημέρωσή του. Κάνει λοιπόν λόγο για την περιβόητη «ανατροπή» που υποτίθεται ότι θα συμβεί αν οι νέοι πάρουν τον λόγο και τη ζωή στα χέρια τους, απαιτώντας το καλύτερο μέλλον που τους ανήκει.

Πολύ μπανάλ όλα τούτα, όπως εξάλλου και το ίδιο το όνομα του κόμματος, όπως και το «Ινστιτούτο Αλέξη Τσίπρα», όπως και οι ποικίλοι επίδοξοι, πικραμένοι και εχθροπαθείς opinion makers του εν λόγω κύκλου.

Η προσέλκυση της νεολαίας είναι παλιό στοίχημα και έχει συνδυαστεί με την υποβάθμιση και διαστρέβλωση της παιδείας ώστε όλα να γίνουν εύκολα και απλά «για τα παιδιά». Με στόχο να μην πιέζονται τα «παιδιά», έχουν διαμορφωθεί γενιές κακο-καλο-μαθημένων που είτε αντιμετωπίζουν την πολιτική με απάθεια, είτε προσχωρούν σε αναχρονιστικούς σχηματισμούς οι οποίοι υπόσχονται διαδοχικές εξεγέρσεις. Συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις δυτικές χώρες: ο Jeremy Corbyn στη Βρετανία και o Jean-Luc Mélenchon στη Γαλλία είναι δημοφιλείς στη νεολαία διότι δεν έχουν ωριμάσει οι ίδιοι· αλλά, εκτός του ότι σκέφτονται και μιλούν όπως οι έφηβοι (τσιτάτα, κενολογία, λέξεις-καραμέλες), απευθύνονται στη νεολαία σαν να πρόκειται για ομοιογενές κοινωνικό στρώμα που συνιστά πολιτική πρωτοπορία.

Οι εν λόγω δημαγωγοί, αντί να αντιμετωπίζουν τους νέους ως πολίτες και ψηφοφόρους, προσπαθούν…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κάλαμοι ιππασίας

 Κάλαμοι ιππασίας

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Οι φιλικές προσφωνήσεις «μεγάλε», «αρχηγέ», «παίχτη», «ηγέτη» και τα ανάλογα στις παρέες δείχνουν την τάση μας προς το μεγαλείο – εκτός κι αν εκφέρονται παιγνιωδώς, που κι αυτό είναι ενδεχόμενο αλλά ανεξάρτητο από την αίσθηση ευφορίας που προκαλεί έτσι κι αλλιώς στον προσφωνούμενο. Εξάλλου, όλοι για έναν καλό λόγο ζούμε. Ο Ελλην μπορεί να ζήσει χωρίς αγάπη, αλλά δεν μπορεί να ζήσει χωρίς έπαινο – σε βαθμό που, αν κάνεις πολλή ώρα να του πεις κάτι δοξαστικό, τότε αρχίζει και επαινείται μόνος του. (Εχουμε κάποια αυτάρκεια σε αυτόν τον τομέα).

Συνεπώς η παρατήρηση της κ. Ντόρας περί αλαζονείας κομίζει γλαύκα, διότι οι αλαζόνες περισσεύουν παντού, η κάλαμος πωλείται (δίδεται δωρεάν, μάλλον) σε όλα τα στρώματα, ιδίως εκεί που δεν υπάρχει τρόπος να υποστηριχθεί κάποιο μεγαλείο. Κι ακόμα κι ένας σιδεράς έχει πλέον την ίδια αυτοπεποίθηση με έναν πιλότο καταδιωκτικού, αρκεί να διαθέτει δικό του λογαριασμό στο Φέισμπουκ και να εισπράττει κάποια λάικ, απολαμβάνοντας την πενιχρή δόξα του Ιντερνετ. Ναι, αυτό πρέπει να το επισημάνουμε: δηλαδή ότι το Ιντερνετ ξανάδωσε αυτοπεποίθηση σε αρκετό περιθωριοποιημένο, σιωπηρό κόσμο που κινδύνευε με αποδόμηση του «εγώ», αλλά παρήγαγε και πολλούς αγέρωχους Ναπολέοντες.

Επομένως, το ζήτημα είναι σύνηθες σχεδόν σε όλες τις κοινωνικές κλίμακες, και πιο θεαματικό όχι μόνο στους εκάστοτε πρωτοκλασάτους, αλλά και σε επίδοξους ή σε τετελεσμένους που ενδεχομένως πίστεψαν ήδη στο μεγαλείο τους: ας πούμε, πετάει ο Τσίπρας το μεγαλειώδες «Ή εμείς ή κανείς» και μένουμε όλοι άναυδοι από την κρίση μετριοφροσύνης που διέρχεται, ή δηλώνει η κβαντική παιδίατρος πως αν δεν εκλεγεί «θα φύγει από την Ελλάδα», προκαλώντας πανικό σε όλη τη χώρα.

Διότι, τι θα απογίνει η Βενετιά χωρίς βελόνι;

Ναι, η χώρα θα καταστραφεί – εφόσον, μπορεί να έζησε χωρίς Ελευθέριο Βενιζέλο και χωρίς Κωνσταντίνο Καραμανλή, αλλά χωρίς Καρυστιανού είναι αδύνατον να επιβιώσουμε.

Ας αφιππεύσουμε, λοιπόν, κυρίες και κύριοι.

Θα πεις, δεν είναι εύκολο, διότι και σύμφωνα με τη σύγχρονη ψυχανάλυση είναι η αυτοεικόνα εκείνη που προκαλεί τα περισσότερα προβλήματα σε ένα υποκείμενο, η αυτοεικόνα ως σύνδρομο μεγαλείου, ως αυτοκρατορικό σύνδρομο, ή εκείνο του Σωτήρος: ένα τυμπανιαίο «εγώ», φουσκωμένο με την τρόμπα της οίησης, της αυταρέσκειας και του παραληρηματικού ναρκισσισμού που εκδηλώνονται πολλαπλώς.

Ακόμα και η πεποίθηση ότι θα νικήσω τη φύση με μαντζούνια, θα είμαι νέος εκατόν τριάντα χρονών ή και ότι δεν θα πεθάνω ποτέ, είναι εκβλαστήματα της ίδιας παράνοιας που έχει φτάσει στην Υβριν. Δηλαδή αυτή κι αν είναι αλαζονεία, εφόσον είμαι πια κάτι παραπάνω από θεός, κατά Ζαμπέτα: είμαι ημίθεος· πτωχαλαζών, σύμφωνα με τους ηθικολόγους. Υπερόπτης, κομπαστής, καυχησιάρης – αν και η αρχική έννοια της λέξης «αλαζών» ήταν «περιπλανώμενος, αγύρτης, απατεώνας».

Ναι, αλλά έχουμε και τη ρήση «αν δεν παινέψεις το σπίτι σου, θα πέσει να σε πλακώσει», γι’ αυτό βλέπουμε και στο γυαλί διάφορους να αυτοεπαινούνται διαρκώς, κι αυτό να είναι το πλέον συνηθισμένο, να αυτοδοξάζονται ακόμα και μέσω των ελαττωμάτων τους δήθεν (ήμουνα αλκοολικός, ήμουνα εθισμένος ή καζινόβιος, δηλαδή αξιολάτρευτος αλήτης). Και η αυτοεπαινετική «κατάκριση» είναι η πιο κοινή πρακτική, αλλά πέραν όλων των άλλων, αν επαναλαμβάνω κάτι συνέχεια, εν τέλει το πιστεύω και ο ίδιος, κι αυτό είναι που έχει τη μεγαλύτερη σημασία στη ζωή.

Ετσι είναι, μέγιστε. Είμαστε όλοι σπουδαίοι κι ανεπανάληπτοι. Ή εμείς ή κανείς. Μπρος εμείς και δεν γ…ς. Ολοι δικοί μας είμαστε. Πώς το έλεγε ο Μποστ: «Ας αφήσουμε τους εγωισμούς να δούμε λίγο τον εαυτό μας».

Είμαστε περιούσιοι και μισάλληλοι – έτσι, «μισάλληλους», μας έλεγαν οι Βυζαντινοί: δηλαδή μισούμε ο ένας τον άλλον. Κατά μόνας υπερόπτες και πονηροί, ως η αλώπηξ, αλλά όλοι μαζί έχουμε μια ροπή προς τον γκρεμό – το δογμάτισε και ο Σόλων: «Ελλήνων μεν έκαστος αλώπεκος ίχνεσι βαίνει, σύμπαντες δε ομού χαύνος ένεστι νους».

Οι αρχαίοι Σπαρτιάτες, όταν κάποια σύμμαχος πόλη τούς ζητούσε στρατιωτική βοήθεια, έστελναν μόνο έναν σπαρτιάτη στρατιώτη. Ισως θεωρούσαν πως άξιζε για χίλιους· ίσως πίστευαν πως το θέμα είναι ψυχολογικό, θέμα υποβολής, ίσως και να νόμιζαν (το πιθανότερο) πως έστελναν έναν Ρόμποκοπ, εμπνέοντας έτσι και τους κατοπινούς αμερικανούς σκηνοθέτες που βάζουνε έναν ήρωα (κι όχι μόνο της MARVEL) να σκοτώνει με μια σφεντόνα διακόσιους αντιπάλους – άρα η αλαζονεία δεν είναι μόνο ελληνικό προνόμιο. Απλώς και μάλλον εμείς την καλλιεργήσαμε από τα αρχαία χρόνια και ίσως να μας βοήθησε κιόλας: πώς αποφασίσαμε να πολεμήσουμε στον Μαραθώνα; Και πώς νικήσαμε; Και πώς έφτασε ο Μέγας Αλέξανδρος στην Ινδική και στο Αφγανιστάν ξεκινώντας από την Πέλλα μόνο με 50.000 στρατιώτες, και μάλιστα χωρίς τον Ρέμο;  Είναι τα καλά της αλαζονείας – μέσα στη στρέβλωση των πραγμάτων· είναι η υπεραυτοπεποίθηση.

Διότι, …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας δεν είναι για τους πρίγκιπες της Ευρώπης (Οι Έλληνες είναι τόσο ανόητοι που, παρότι δεν έχουν λεφτά, αγοράζουν ακριβά προϊόντα που σπανίως είναι αισθητά καλύτερα από τα φτηνότερά τους)

 

Toυ ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Από ό,τι ακούω σε τηλεοράσεις και ραδιόφωνα, οι Έλληνες είναι πολύ φτωχοί. Τα χρήματά τους τελειώνουν από τις 10 μέχρι τις 15 του μηνός και το υπόλοιπο διάστημα ο πιο έξυπνος, εργατικός, βασανισμένος λαός του κόσμου τρώει είτε από τα έτοιμα είτε ρίζες και πέτρες. Και φυσικά κόβει καφέ, μπαρ, εστιατόρια και γενικώς κάθε έξοδο που μπορεί να κόψει.

Αλλά και τις πρώτες μέρες του μήνα, τότε που ακόμα έχουν χρήματα, οι Έλληνες είναι πολύ προσεκτικοί με τις αγορές τους και στα ράφια των σούπερ μάρκετ κάνουν ό,τι θα έκανε όποιος τα βγάζει δύσκολα πέρα και μαστίζεται από την ακρίβεια: κάνουν οικονομία. Αποφεύγουν τα ακριβότερα προϊόντα και προτιμούν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Ή τουλάχιστον αυτό θα έλεγε η λογική. Γιατί οι Έλληνες, αυτοί που τα χρήματά τους τελειώνουν στις 10 ή στις 15 του μήνα, δεν κάνουν τίποτα από όλα αυτά.

Το δεύτερο μισό κάθε μήνα, καφέ και μπαρ είναι γεμάτα όπως και το πρώτο, και όσο για τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας… είμαστε υπεράνω.

Ο μέσος όρος του ποσοστού πωλήσεων προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην Ευρώπη είναι το 38%. 38% των χρημάτων που ξοδεύουν οι Ευρωπαίοι, το ξοδεύουν σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Πρώτη είναι η Ελβετία με ποσοστό 52%, μετά η Ισπανία και η Ολλανδία με ποσοστό 45%, μετά Πορτογαλία και Ηνωμένο Βασίλειο με ποσοστό 44%. Ακολουθούν Βέλγιο, Γερμανία, Αυστρία, Γαλλία, Δανία, Ιταλία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σουηδία και στη 15η θέση βρίσκεται η φτωχή Ελλάδα, με ποσοστό μόλις 23%.

Οι Έλληνες που υποφέρουν από την ακρίβεια, οι Έλληνες που τα χρήματά τους κρατάνε το πολύ μέχρι τη μέση του μήνα, οι Έλληνες που δηλώνουν ότι αισθάνονται φτωχοί σε ποσοστό συγκριτικά μεγαλύτερο από οποιονδήποτε άλλο λαό στην Ευρώπη, σνομπάρουν τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Δεν καταδέχονται να μην αγοράσουν φίρμες.

Κι αυτό, θα νομίζει κάποιος, δύο πράγματα μπορεί να σημαίνει.

Το ένα είναι ότι οι Έλληνες δεν είναι τόσο φτωχοί όσο λένε οι πονόψυχοι δημοσιογράφοι και οι σωτήρες πολιτικοί ή όσο ισχυρίζονται οι ίδιοι. Αυτοί που τα φέρνουν βόλτα πραγματικά δύσκολα είναι λίγοι και για τους υπόλοιπους λεφτά υπάρχουν, που θα έλεγε και ο ΓΑΠ. Οι περισσότεροι που αισθάνονται ζορισμένοι το παθαίνουν επειδή δεν μπορούν να απολαύσουν ΟΛΕΣ τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που τους προσφέρονται και όχι επειδή στ’ αλήθεια δεν έχουν χρήματα.

Το άλλο είναι ότι οι Έλληνες είναι τόσο ανόητοι που, παρότι δεν έχουν λεφτά, αγοράζουν ακριβά προϊόντα που σπανίως είναι αισθητά καλύτερα από τα φτηνότερά τους. Η ψωροπερηφάνια τους τους κάνει να προτιμούν να μην τρώνε παρά να τους δει η ταμίας του σούπερ μάρκετ να ψωνίζουν προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.

Στην πραγματικότητα όμως κανένα από τα δύο συμπεράσματα δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Γιατί η μία και μοναδική αλήθεια είναι ότι …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Από τον Βιζυηνό στην Οδύσσεια

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Πριν από περίπου δύο δεκαετίες, αν δεν κάνω λάθος, η Αννα Κοκκίνου είχε ανεβάσει μια σύνθεση από διάφορα κείμενα του Βιζυηνού. Ηταν μόνη της πάνω στη σκηνή και το έργο κρατούσε πάνω από δύο ώρες.

Παρ’ όλα αυτά, κάθε βράδυ γέμιζε την αίθουσα και οι παραστάσεις κράτησαν, πάλι αν δεν κάνω λάθος, πάνω από μία σεζόν. Αν εξαιρέσουμε το ταλέντο της Κοκκίνου και την αντοχή της κυρίως, η παράσταση δεν είχε κανένα από τα στοιχεία που σε κρατούν στο θέατρο και διαρκούσε πάρα πολύ.

Στο Παρίσι είχα δει, περίπου την ίδια εποχή, μια παράσταση του Φαμπρίς Λουκινί με το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν. Μόνον που κρατούσε μία ώρα και όχι δυόμισι. Για να είμαι ειλικρινής, η παράσταση της Κοκκίνου με είχε κουράσει, όμως οφείλω να παραδεχθώ ότι βρισκόμουν σε μια κατάμεστη αίθουσα όπου δεν ακουγόταν κιχ και όλοι γύρω μου ήταν προσηλωμένοι στη γυμναστική της ηθοποιού επί σκηνής. Απαγγελία ή θεατρική παράσταση; Διαλέγετε και παίρνετε. Στο κάτω κάτω, στην αρχαιότητα η τέχνη του ραψωδού δεν διέφερε και τόσο πολύ από την τέχνη του υποκριτή. Οι ρίζες τους ήταν κοινές.

Τέλος πάντων, η παράσταση είχε ενθουσιάσει «κοινό και κριτικούς», που λέμε. Hταν το θεατρικό γεγονός της χρονιάς εκείνης.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο θεατρόφιλος μικρόκοσμος της Αθήνας διακρίνεται για την αγελαία νοοτροπία του, είχα πάρει τις αποστάσεις μου. Ωστόσο, δεν έπαψα να αναρωτιέμαι σε τι οφείλεται ο τόσος ενθουσιασμός. Ωσπου διεπίστωσα ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, που μου μιλούσαν για την παράσταση αναφέρονταν στο κείμενο του Βιζυηνού και τη μαγεία της γλώσσας του.

Τη μαγεία της γλώσσας του;

Αυτής της λόγιας καθομιλουμένης του καιρού του, που τώρα την αποκαλούμε «καθαρεύουσα» και την έχουμε εξορίσει από τα δικά μας ελληνικά.

Ηταν και οι χαρακτήρες του Βιζυηνού, ο Μοσκώβ Σελήμ, η Μάσιγγα, η γοητεία της λογοτεχνίας του.

Με άλλα λόγια, η επιτυχία της παράστασης οφειλόταν, εκτός των άλλων, στο γεγονός ότι είτε δεν είχαν διαβάσει ποτέ τους Βιζυηνό είτε κάτι θυμούνταν αμυδρά από τα σχολικά θρανία. Ανακάλυπταν ένα συγγραφέα που κανείς δεν είχε φροντίσει να τους συστήσει σοβαρά ώς τότε. Με άλλα λόγια, κάλυπταν, ή νόμιζαν πως καλύπτουν, ένα κενό της παιδείας τους, αυτό που είχε δημιουργήσει η περιφρόνηση προς τη λογοτεχνία.

Δεν θα ήταν τίποτε φοβερό αν η λογοτεχνία, και δη τα κείμενα των κλασικών όπως ο Βιζυηνός, ήταν το βασικό εργαλείο για τη θεραπεία μιας αναπηρίας που χαρακτηρίζει όχι μόνον την εκπαίδευσή μας, αλλά και ολόκληρο τον κοινωνικό μας βίο.

Τα κείμενα, ιδιαίτερα η μεγάλη λογοτεχνία που μεταφράζει σε λέξεις, χαρακτήρες και ζωή και διαθέτει όλες τις εκφραστικές δυνατότητες του λόγου, από τη μεταφορική ώς την ειρωνεία, σου δίνουν και τα εργαλεία για να κατανοήσεις όχι μόνον τις λέξεις, αλλά και το σώμα που παράγει η σύνθεσή τους.

Η κατανόηση κειμένου είναι απαραίτητη και για την κατανόηση της ομιλίας σε έναν διάλογο, αλλά και για την κατανόηση μιας επιστημονικής διατριβής, ακόμη και των μαθηματικών πράξεων.

Βασικό εργαλείο για τη δυνατότητα της κατανόησης είναι η ταπεινή λογοτεχνία, που δεν στη διδάσκουν στο σχολείο ούτε τη μαθαίνεις στο σπίτι. Ως γνωστόν, σε ελάχιστα ελληνικά σπίτια η βιβλιοθήκη αποτελεί απαραίτητο έπιπλο. Και τώρα όλοι προσεύχονται στην τεχνητή νοημοσύνη προσδοκώντας την ανάσταση της συγχωρεμένης φυσικής νοημοσύνης. Αυτής που καλλιέργησαν οι συγγραφείς προσπαθώντας να κατανοήσουν τον κόσμο με λέξεις που τις μοιράζονται με τον αναγνώστη τους και οι οποίες μπορούν με τη σειρά τους να τον βοηθήσουν να κατανοήσει τον κόσμο με τον τρόπο του.

Η «Οδύσσεια» του Νόλαν είναι πρόσφατη, έχω αναφερθεί ξανά σ’ αυτήν, όμως φαίνεται πως με στοιχειώνει. Προσπαθώ να καταλάβω τους λόγους της θεαματικής εμπορικής επιτυχίας της. Και δυστυχώς καταλήγω πως οι περισσότεροι, εκτός από την εντυπωσιακή σκηνοθεσία, ενθουσιάστηκαν επειδή επιτέλους είδαν τι είναι η «Οδύσσεια».

Είχαμε κάνει μερικά αποσπάσματα στο σχολείο, όμως, επειδή δεν είχαμε χρόνο για να τη διαβάσουμε ολόκληρη, πόσοι από μας ήξεραν ποιο είναι το τέλος της;

Πόσοι θυμούνταν τη σφαγή των μνηστήρων από έναν εξαγριωμένο Οδυσσέα;

Ο Νόλαν δεν μας δείχνει καν την επίσκεψή του στον γερο-Λαέρτη, τον πατέρα του, και μας λέει, σκηνοθετική αδεία, ότι φεύγει προς τη Δύση – συμβολισμός μάλλον αφελής του δυτικού πολιτισμού που θα κατακτήσει. Το ζήτημα, όμως, το έχω ήδη πει, δεν είναι η πιστότητα της μεταφοράς του κειμένου στην οθόνη. Η μεταφορά στην κινηματογραφική γλώσσα προϋποθέτει μεταμορφώσεις.

Το ζήτημα είναι τι μένει στο τέλος στον θεατή από όλη αυτήν τη φασαρία.

Ποιο είναι το θέμα της «Οδύσσειας»;

Ο νόστος;

Η συζυγική αγάπη;

Το θάρρος του Ελληνα ήρωα που τα βάζει όχι μόνον με ανθρώπους, αλλά με τέρατα και με θεούς ακόμη;

Οπου η «Οδύσσεια» γίνεται κλασικό εικονογραφημένο, στην καλύτερη περίπτωση θέμα έκθεσης ιδεών, για τις Πανελλαδικές.

Δεν φταίει ο Νόλαν.

Απλώς το λέω για να καταλάβουμε τη σημασία της ανάγνωσης, κυρίως δε της κατανόησης κειμένου. Κι εδώ δεν έχεις να κάνεις με την αρχαιογνωσία που μας λείπει.

Ερχεσαι αντιμέτωπος με…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Διαγωνισμός PISA και πραγματική ζωή: Τα αίτια της αποτυχίας

 

Toυ ΛΕΩΝΙΔΑ ΚΑΣΤΑΝΑ

O λειτουργικός εγγραμματισμός ήταν πάντοτε το πρόβλημα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όχι μόνο στο επίπεδο του Γυμνασίου αλλά και του Λυκείου. Το να μπορούν δηλαδή οι απόφοιτοι της μέσης εκπαίδευσης να χρησιμοποιήσουν τις γνώσεις τους για να αντιμετωπίσουν προβλήματα και καταστάσεις της καθημερινής ζωής. Να αντιλαμβάνονται, για παράδειγμα, ότι αν θες να κρατήσεις ένα φαγητό ζεστό δεν πρέπει να το τυλίξεις με αλουμινόχαρτο αλλά με μια μάλλινη κουβέρτα ή έστω με μια εφημερίδα. Διότι το μέταλλο είναι άριστος αγωγός θερμότητας, ενώ ο αέρας που εγκλωβίζει η κουβέρτα ή το χαρτί είναι κακός. Οι παλιότεροι το ξέρανε και γι αυτό οι αναβάτες των μοτοσυκλετών το χειμώνα έβαζαν στο στήθος τους, κάτω από το σακάκι τους, μια εφημερίδα. Τότε δεν υπήρχαν ειδικά μπουφάν για μας τους μηχανόβιους.

Στις εξετάσεις του 2025 απλώς συγκρατήθηκε η πτώση των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών και αυτό είναι θετικό. Ωστόσο και πάλι το 40,9% των μαθητών στις Φυσικές επιστήμες, το 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% στα Μαθηματικά τελειώνουν το Γυμνάσιο (αλλά και το Λύκειο) και δεν έχουν κατακτήσει το βασικό επίπεδο. Να μεταφέρουν, δηλαδή, με επιτυχία τις γνώσεις τους στην καθημερινή ζωή.

Το σύστημα PISA δεν σου ζητάει να εφαρμόσεις τύπους, να λύσεις εξισώσεις, να παραγωγήσεις συνάρτηση, ή να γράψεις τα αντίθετα κάποιων λέξεων. Αν ήταν έτσι η Ελλάδα θα ήταν πρώτη. Απλώς σου θέτει πραγματικά προβλήματα καθημερινής ζωής και σου ζητάει να τα λύσεις αξιοποιώντας, με την ευρεία έννοια, όχι μόνο τις σχολικές σου γνώσεις αλλά τις πληροφορίες και τις εμπειρίες σου.

Και κάτι τέτοιο, τελικά, για τα δικά μας τα παιδιά δεν είναι καθόλου εύκολο.

Στην κατανόηση κειμένου σου παραθέτει, για παράδειγμα, ένα μικρό διήγημα, και σου ζητάει, τα συναισθήματα που κρύβουν οι ήρωες του, τις προθέσεις του συγγραφέα, ή την άγνωστη, πλην όμως πιθανότερη εξέλιξη, μιας κατάστασης σύμφωνα με τα δεδομένα. Και όλα αυτά είτε με πολλαπλή επιλογή, είτε με ανάπτυξη μικρού κειμένου.

Στις φυσικές επιστήμες μπορεί να αντιμετωπίσεις την επίδραση της όξινης βροχής στα μάρμαρα της Ακρόπολης, να απαντήσεις για τα αίτια αυτής αλλά και τις συνέπειες που προκαλεί, δηλαδή την γυψοποίηση και εν τέλει την αποσάθρωση. Δεν ξέρω φυσικά αν εγγράμματοι ενήλικες και ίσως με πανεπιστημιακά πτυχία θα μπορούσαν να απαντήσουν με επιτυχία.

 

Και στις εξετάσεις του 2025 η πτώση συγκρατήθηκε, διότι επιτέλους το Υπουργείο Παιδείας φρόντισε να προετοιμάσει με κάποιο τρόπο τους μαθητές των σχολείων που συμμετείχαν στον διαγωνισμό. Να φτιάξει μια βάση δεδομένων (πλατφόρμα Skills4Life), με παλιά θέματα και να ζητήσει από τους διδάσκοντες να τα συζητήσουν με τους μαθητές τους.

Το σημαντικότερο; Οι εξετάσεις έγιναν σε αυστηρό περιβάλλον που έδινε τη δυνατότητα στα παιδιά να ασχοληθούν σοβαρά με τα θέματα. Και όχι σε κλίμα του στιλ «έλα να τελειώνουμε με τις σαχλαμάρες του PISA να πάμε σπίτια μας» που επικρατούσε παλιότερα. Διότι είναι γνωστό ότι ικανό μέρος των διδασκόντων είναι εναντίον του διαγωνισμού. Ειδικά της λεγόμενης «προοδευτικής» πλευράς. Θεωρούν ότι τα τεστ αυτά χρησιμοποιούνται για την κατάταξη και την αξιολόγηση των σχολείων και την υποβάθμιση του δημόσιου σχολείου σε σχέση με τα ιδιωτικό. Και θέλουν να ακυρώσουν τις εξετάσεις στην πράξη, κατά πως λέει και η σχετική ανακοίνωση της ΟΛΜΕ. Και όταν τους αφήνεις προφανώς και κάποιοι βάζουν το χέρι τους. Αρνητικά.

Όπως μπορεί να αντιληφθεί ο μέσος πολίτης που έχει ασχοληθεί έστω ως γονέας με την ύλη του Γυμνασίου, το στιλ των εξετάσεων αυτών δεν έχει καμία σχέση με τα θέματα που απασχολούν τους μαθητές και τους διδάσκοντες του ελληνικού σχολείου. Διότι όλο το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι προσαρμοσμένο στην ύλη των πανελλαδικών εξετάσεων της Γ' Λυκείου. Και από άποψη διδακτέας ύλης αλλά και μεθοδολογίας εξέτασης.

Ο μαθητής του Γυμνασίου προετοιμάζεται για την ύλη του λυκείου. Και αυτό είναι δυνατό διότι η ύλη σε μαθήματα όπως η Φυσική και η Χημεία είναι μια ρέπλικα της ύλης του λυκείου σε χαμηλότερο φυσικά επίπεδο. Και στα μαθηματικά γίνεται εντατική προετοιμασία ώστε να μπορούν να ανταπεξέλθουν στον κυκεώνα των μαθηματικών των τριών τάξεων Λυκείου.

Φυσικά και το Λύκειο με τη σειρά του και ειδικά η Β' και Γ' τάξη συνομιλούν κανονικά με την ύλη του 1ου έτους των ΑΕΙ. Το κωμικοτραγικό είναι ότι, όταν τα παιδιά μας πηγαίνουν στο Πανεπιστήμιο, οι καθηγητές τους ζητούν να ξεχάσουν όλα αυτά που έμαθαν στην επίπονη προετοιμασία τους, διότι αυτοί θα τους τα μάθουν αλλιώς, όλα από την αρχή. Και κάπως έτσι γίνεται. Απλώς οι πολύ καλοί εκ των επιτυχόντων έχουν ένα υπόβαθρο γνώσεων και κυρίως έχουν συνηθίσει στην σκληρή δουλειά ως υποψήφιοι, και μπορούν διαβάσουν, να αφομοιώσουν, να κατανοήσουν και να επιτύχουν και στις εξετάσεις των ΑΕΙ. Και είναι αυτοί που παίρνουν το πτυχίο στην ώρα τους.

Ο λεγόμενος λειτουργικός εγγραμματισμός που εξετάζει το PISA δεν εμπίπτει ούτε στους στόχους αλλά ούτε στη μεθοδολογία της δικής μας δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Και κυρίως απουσιάζει το συστηματικό εργαστήριο και η έρευνα με τη συμμετοχή των μαθητών και την επεξεργασία από αυτούς των πληροφοριών και των μετρήσεων που αυτά προσφέρουν.

Σε ένα τέτοιο κλίμα είναι μάλλον παράλογο να ζητάμε από τα παιδιά μας επιτυχίες στο διαγωνισμό PISA. Ειδικά από εκείνους που έχουν μέτριες επιδόσεις, πολλοί από τους οποίους μετά την Γ' Γυμνασίου θα συνεχίσουν στην Επαγγελματική Εκπαίδευση.

Η οποία Επαγγελματική Εκπαίδευση υποβαθμίζεται συνεχώς και αυτό είναι μια ακόμα ολέθρια συνέπεια, όχι απλά του συστήματος, αλλά της νοοτροπίας τόσο της κοινωνίας όσο και των ταγών. Σε μια εποχή που η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να σου λύσει στα χαρτιά το πιο σύνθετο πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί, τουλάχιστον ακόμα, να πάρει το κατσαβίδι και το κλειδί να σου επισκευάσει το αυτοκίνητο ή να σου κάνει service στον ανελκυστήρα.

Στην εκπαιδευτική μας νοοτροπία υπάρχει μια αφόρητη λαγνεία για θεωρίες και πανεπιστημιακές σπουδές και αυτό είναι απότοκο της παραγωγικής μας δυσπραγίας. Συνεπώς όλος ο προσανατολισμός μας είναι στις εξισώσεις και στους τύπους και όχι στην πρακτική και το χρήσιμο, απτό αποτέλεσμα. Και στη λογική αυτή τα ΚΑΤΕΕ, μετασχηματίστηκαν σε ΑΤΕΙ για να γίνουν στο τέλος ΑΕΙ. Αφού δεν θέλουμε να κάνουμε τίποτα με τα χέρια, δεν θέλουμε να παράγουμε και να πουλάμε. Και αν δεν είχαμε και τους μετανάστες αμφιβάλλω αν θα είχαμε σήμερα μάστορες να μας αλλάξουν μια βρύση.

Συνεπώς η λύση δεν είναι ούτε στην κατάργηση των Πανελλαδικών Εξετάσεων όπως διατυμπανίζουν λαϊκιστές πολιτικοί, ούτε στο λεγόμενο Εθνικό Απολυτήριο.

Πρέπει …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο γεννήτορας δεν είναι μόνο τίτλος

 

Της Μαρίας Κατσουνάκη

Δεν είναι μόνο «η ανησυχητική εικόνα για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα» και «οι χαμηλές επιδόσεις των 15άχρονων μαθητών, κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ» που καταγράφηκαν στην τελευταία έκθεση PISA 2025.

Χρόνια τώρα επαναλαμβάνεται σχεδόν το ίδιο μοτίβο, εξαντλούνται η αυστηρότητα και η αγωνία μας στον σχολιασμό του –σοβαρού– προβλήματος, το οποίο αναμένεται και αντιμετωπίζεται σαν φυσικό φαινόμενο. Η έρευνα PISA είναι κάτι σαν τον Ελ Νίνιο της εκπαίδευσης.

Αν διαβάσει κανείς τις επίσημες ανακοινώσεις του υπουργείου Παιδείας, η χώρα μας δεν αποκλίνει από τον διεθνή μέσο όρο· αν διαβάσει τα ρεπορτάζ, αντιλαμβάνεται ότι η εικόνα είναι μάλλον απογοητευτική:

Ένας στους δύο Eλληνες μαθητές τελειώνει το γυμνάσιο χωρίς να μπορεί να κάνει απλές μαθηματικές πράξεις.

Τέσσερις στους δέκα δεν κατανοούν απλά κείμενα.

Το υπουργείο «προτείνει» να παρηγορηθούμε από το γεγονός ότι δεν αποτελούμε εξαίρεση. Η πτώση των επιδόσεων είναι διεθνής και σχετίζεται, εν μέρει, και με την πανδημία. Οι 765.000 μαθητές/τριες, που εκπροσωπούν 33 εκατ. μαθητικό πληθυσμό από 91 χώρες, το επιβεβαιώνουν. Ακόμη, όμως, και αν αραιώσουμε το δικό μας πρόβλημα μέσα στη διεθνή συνθήκη, αυτό δεν εξαφανίζεται. Παραμένει και επιμένει, με τάσεις ίσως και επιδείνωσης, μιας και είναι πολυπλόκαμο και δεν απομονώνεται από τις κοινωνικές παραμέτρους.

Η έκθεση επιβεβαιώνει σε παγκόσμιο επίπεδο ότι τα χρήματα δεν εγγυώνται από μόνα τους την επιτυχία (όπως π.χ. το Λουξεμβούργο, που ξοδεύει τα περισσότερα χρήματα ανά μαθητή στον κόσμο χωρίς ανάλογα αποτελέσματα).

Από την άλλη, πώς να προσπεράσει κάποιος την πολύ κομβική για την εκπαιδευτική διαδικασία επισήμανση ότι «οι μαθητές στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά αρνητικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, κυρίως ως προς την περιέργεια, την επιμονή, την αυτορρύθμιση και τη γνωστική προσαρμοστικότητα»;

Πώς ενισχύονται η περιέργεια και η επιμονή;

Συνδέεται, σε ένα βαθμό, αυτό με τη διεθνή παρατήρηση (σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ) ότι μόλις ένας στους δύο μαθητές δηλώνει ότι ο πατέρας του ή η μητέρα του ενδιαφέρεται γι’ αυτά που μαθαίνει στο σχολείο;

Το γονικό βλέμμα επηρεάζει ή όχι τη ζωή των παιδιών στο σχολείο;

Προφανώς και την επηρεάζει.

Το οικογενειακό περιβάλλον καθορίζει την ευημερία των μαθητών. Αρκεί η «εμπλοκή» να μην παρερμηνευτεί ως η άλλη όψη της «παρέμβασης» (απειλές προς εκπαιδευτικούς κ.ο.κ.) που, όχι σπάνια, αναφέρονται στην καθημερινότητα της ελληνικής πραγματικότητας. Από το δράμα στην απουσία.

Είμαστε «καταδικασμένοι» να ζούμε στα άκρα;

Η «αποστασιοποίηση» των γονέων, μια ευγενής έκφραση για την αδιαφορία, αφήνει τα παιδιά μετέωρα. Το κίνητρο για μάθηση είναι μια αξία που συνδέεται με την κοινωνική και συναισθηματική ασφάλεια του ανηλίκου. Εάν οι γονείς του δεν «νοιάζονται», η δημιουργική πλευρά διαλύεται στην καταναγκαστική υποχρέωση. Μαζί με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και τη μειωμένη σχολική δέσμευση, το ψυχικό «κοκτέιλ» γίνεται εκρηκτικό. Αθόρυβα εκρηκτικό, συνήθως. Υποδόρια δουλεύουν μέσα στο εφηβικό «εργαστήρι».

Η εκπαίδευση δεν είναι αποκλειστική ευθύνη των δασκάλων. Το παιδί χρειάζεται κάποιον να το «ακούσει». Να επισημάνει το σωστό ή το λάθος, να επιβραβεύσει ή να αποδοκιμάσει. Να θέσει το όριο. Και αυτό δεν γίνεται με την απουσία.

Η PISA είναι ένας οδοδείκτης. Οχι μόνο των καταγεγραμμένων επιδόσεων, αλλά και των «αόρατων» τάσεων.

Γιατί πίσω από κάθε θετικό ή αρνητικό πρόσημο, υπάρχει…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ" ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Όχι, δεν μεγαλώσαμε με Βίσση – Καρβέλα

 

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ 

Ο καβγάς δύο ρετρό μορφών της ελληνέζικης ντεκαντάντσιας, του Νίκου Καρβέλα και της Αννας Βίσση, ήταν ακριβώς ό,τι έλειπε από τους τηλεοπτικούς ιεραποστόλους της παρακμής. Πολύ θέαμα, κούφιο σαν κουβάς, πολύ σούσουρο χωρίς μήνυμα, πολλή τηλεθέαση.

Το πόπολο λατρεύει τα ξεμαλλιάσματα. Είναι καλοδεχούμενες οι από τηλεοράσεως αφηγήσεις για κομπαρσιλίκια, είτε πρόκειται για τον αείμνηστο Μίστερ Μπούτια εναντίον του Εθνικού Σταρ είτε για Καρβέλα Vs Βίσση. Ερχεται ο άλλος χολοσκασμένος από τη δουλειά του και θέλει λίγο να χαλαρώσει με μια γερή δόση μπιχλώδους υποκουλτούρας. Τι να σου κάνει δηλαδή; Αντί να δει δικηγόρο Δημητρακόπουλο να ομιλεί για την ανάγκη ειρήνευσης του πρώην ζεύγους να διαβάσει την «πλατωνική θεολογία» του Πρόκλου;

Αντί να παρακολουθήσει Χιώτη και Παυλόπουλο να αναλύουν τη μοδάτη έριδα να ασχοληθούν με την υπόθεση Ρίμαν και να προσφέρουν στην ανθρωπότητα νόμο παραγωγής των πρώτων αριθμών;

Ουδείς λέγει όχι σε μια νηπενθή δόση ξεκατινιάσματος επιφανών διασκεδαστών. Ούτε ημείς έχομεν κάποιο πρόβλημα με αυτό. Είναι πολλές οι καταγραφές των τηλεοπτικών ανομημάτων μας στην trash TV (από φανατική παρακολούθηση εκπομπών του Λεβέντη και συνεντεύξεων του Κώστα Σημίτη και του ΓΑΠ, Καναλιού 29 και «Παιδιών της νύχτας» μέχρι «Παρατράγουδων», «Ερωτοδικείου» και «σοβαρών» δελτίων ειδήσεων επί Μνημονίων και κορονοϊού).

Ομως, κάπου έχει εκτραπεί αυτό το παρδαλό όχημα της «ενημέρωσης» για τη «σκληρή κόντρα» των δύο «αγαπημένων μορφών» του ελληνικού τραγουδιού.

«Μεγαλώσαμε με Αννα Βίσση και Νίκο Καρβέλα» αναφωνούν εκστασιασμένοι οι λειτουργοί της ενημέρωσης, που τη στέλνουν… αλειτούργητη για βρούβες.

Λένε με τόση αυτοπεποίθηση αυτή τη βρισιά, ώστε μπορείς και να υποθέσεις ότι δεν υποκρίνονται, ως συνήθως.

 Ας μην κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια.

Δεν έχουμε μεγαλώσει όλοι με Βίσση και Καρβέλα, ευτυχώς. Είμαστε κάποιοι στην ελληνική επικράτεια αλλά και στην ομογένεια που ουδέποτε νιώσαμε να μας εκφράζει αυτό το δίδυμο.

Υπάρχουμε κι εμείς, που αντιμετωπίζουμε το γενικό μήνυμα που στέλνει στο κοινό το «έργο» Βίσση και Καρβέλα ως μία από τις πολλές εκδηλώσεις της άτακτης υποχώρησης του πολιτισμικού επιπέδου του λαού μας.

Η Αννα Βίσση και ο Νίκος Καρβέλας θυμίζουν σε αρκετούς εξ ημών (είμαστε ευάριθμοι, είμαστε πολλοί; Ενας Θεός ξέρει) την καλπάζουσα νόσο του εκπασοκισμού του έθνους και το κατρακύλισμα στο έλος του υλισμού, της φτηνής επίδειξης, της χυδαίας σπατάλης ηθικών και υλικών πόρων της κοινωνίας.

Η Αννα Βίσση και ο Νίκος Καρβέλας …

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΟ" ΣΚΟΥΠΙΔΑΡΙΟ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ταριχεύσεις

 

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Το 1879, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είχε γράψει σε επιστολή του την διάσημη φράση, «σ’ αυτό τον κόσμο, τίποτα δεν είναι βέβαιο εκτός από τους φόρους και τον θάνατο».

Εν έτει 2026, ο γράφων συμπληρώνει «…εκτός από τους φόρους, τον θάνατο και τον καυγά της Βίσση με τον Καρβέλα». Μην ακούτε τις μπαρούφες που λένε οι πολιτικοί, τελικά αυτοί οι δυο είναι που εξασφαλίζουν την συνέχεια του έθνους.

Κι έχω μια απορία. Αν τα ξαναβρούν αύριο η Βίσση με τον Καρβέλα, εμείς τι θα απογίνουμε; Με τι θα γεμίσουμε τις εκπομπές, τις ιστοσελίδες και τις μεταξύ μας συζητήσεις; Θα επιστρέψουμε ξαφνικά στην ακρίβεια;

Κάπως απότομο μου φαίνεται. Από τις ασύμβατες καλλιτεχνικές αντιλήψεις στην τιμή του κιμά, υπάρχει μια απόσταση που ο οργανισμός χρειάζεται χρόνο να την διανύσει. Με κάτι τέτοιες μεταλλάξεις δημιουργούνται τα κοινωνικά vertigo και οι χώρες εκρήγνυνται σαν την σημερινή Γαλλία. 

Προς το παρόν, ευτυχώς, έχουμε υλικό. Δηλώσεις, ερμηνείες, απουσίες που κάτι σήμαιναν, παρουσίες που κάτι έκρυβαν. Έχουμε και το αρχείο. Στην Ελλάδα το αρχείο είναι ανεξάντλητο, επειδή οι πρωταγωνιστές σπανίως αλλάζουν. Εμείς αλλάζουμε γυαλιά, δόντια και φάρμακα, αλλά εκείνοι παραμένουν στη θέση τους ακλόνητοι. Σαν τα αγάλματα των ηρωικών προ-προπαπούδων μας που κουτσουλάνε οι δεκαοχτούρες στις πλατείες,

Ο Ρούμπιο ας περιμένει. Η διεθνής κατάσταση έχει άλλωστε το μειονέκτημα ότι απαιτεί χάρτη. Και το στεγαστικό ας περιμένει. Χρειάζεται προγραμματισμούς, νομοθετικές ρυθμίσεις, κίνητρα και αντικίνητρα… ωχ αδερφέ τώρα. Ενώ για να καταλάβεις τη διαφορά Βίσση–Καρβέλα χρειάζεται μόνο να έχεις ζήσει εδώ. Έχεις ακούσει τα τραγούδια, θυμάσαι τον γάμο, γνωρίζεις τον χωρισμό, ξέρεις με ποιους έσμιξαν και ξέσμιξαν στην συνέχεια, δικαιούσαι συνεπώς να παρέμβεις. Είσαι περίπου συγγενής.

Το εντυπωσιακό είναι η ταχύτητα της επιστράτευσης. Όλοι οι μηχανισμοί ενημέρωσης έστριψαν εν χωρώ από την Μαζωνακειάδα και ακολούθησαν το κύμα ης Βισσοκαρβελειάδας με αξιοθαύμαστη πειθαρχία. Αν διαθέταμε ανάλογο συντονισμό στις δημόσιες υπηρεσίες, θα έβγαινε σύνταξη σε ένα απόγευμα. Στο συγκεκριμένο θέμα, πάντως, δεν παρατηρείται καμία καθυστέρηση, ούτε έλλειψη προσωπικού. Βρέθηκαν αμέσως άνθρωποι να εξηγήσουν τι αισθάνεται η Άννα και τι εννοεί ο Νίκος. Εύγε, φοβερά αντανακλαστικά.

 

Η ακρίβεια δεν μας επιφυλάσσει καμιά έκπληξη. Ανεβαίνουν οι τιμές, εξαγγέλλονται μέτρα, διαφωνεί η αντιπολίτευση, ξανανεβαίνουν οι τιμές. Βαρετά χιλιοειπωμένα πράγματα. Στη Βίσση και στον Καρβέλα υπάρχει τουλάχιστον η πιθανότητα είτε να μη μιλήσουν αύριο, είτε να ξαναμιλήσουν. Και στα δυο, η εξέλιξη είναι «δραματική».

Αυτή η κοινωνική προτίμηση έχει βέβαια κάτι πολύ βαθύτερο από απλή διάθεση για κουτσομπολιό. Η Ελλάδα εμφανίζεται όλο και πιο κουρασμένη να συζητήσει προβλήματα που απαιτούν δουλειά, ενώ ενθουσιάζεται όλο και περισσότερο με όσα χαζοθέματα απαιτούν δήθεν-γνώμη. Για τα πρώτα χρειάζονται αποφάσεις, χρήματα, συγκρούσεις με συμφέροντα. Για τα δεύτερα αρκεί ένας καναπές. Ε, στον καναπέ έχουμε αποκτήσει υψηλή εξειδίκευση.

Οι δύο καλλιτεχνόφατσες φυσικά, δεν ευθύνονται για την δίψα μας στο επουσιώδες. Μπορούν να διαφωνούν όσο θέλουν. Η ηλικία τους δεν τους στερεί ούτε το δικαίωμα στη δημιουργία, ούτε το δικαίωμα στον καβγά. Την δική μας κατάντια αποκαλύπτει η προσήλωσή μας. Είμαστε μια χώρα που μεγαλώνει και στεγνώνει, αλλά επιμένει να περιμένει συγκινήσεις από τα ίδια πρόσωπα. Χώρα σχεδόν ταριχευμένη είμαστε.

Οι πολιτικοί μας παρακολουθούν επίσης. Μαθαίνουν τι κρατά την προσοχή μας. Λίγη προσωπική σύγκρουση, μια αποχώρηση, μια επιστροφή, μια φωτογραφία με τον πρώην, αρκούν για να ξαναρχίσει η συζήτηση. Ας τα ξαναβρούν λοιπόν η Βίσση κι ο Καρβέλας. Εμείς με την ουσία της ζωής και των προβλημάτων μας, θα τα βρούμε ποτέ;

Έχουμε …

 

Ελληνόφωνου ψωνισμένου "επιφανούς" σκουπιδαριού κωμωδία

 

 

Image 

Υπαρκτού σουργελαρόπληκτου ελληνισμού κωμωδία

Ελληνόφωνου "δημοσιογραφικού" σκουπιδαριού κωμωδία