"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΜΒΑΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΜΒΑΚΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μαζώ: η νομιμοποίηση της πίστας

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς

Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη προκάλεσε κύμα δημόσιου πένθους που ξεπέρασε την αναμενόμενη συγκίνηση για το απροσδόκητο τέλος ενός πολύ δημοφιλούς τραγουδιστή.

Στους δημόσιους «αποχαιρετισμούς» ανακαλείται ο «Μαζώ» με τον οποίο μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά (κυρίως των δεκαετιών του 1990 και του 2000), ο αυθεντικός λαϊκός καλλιτέχνης που δεν απομακρύνθηκε από την καταγωγή του, αλλά και ο μοναχικός, τολμηρός περφόρμερ που έπαιξε με τη μόδα, την υπερβολή και τους καθιερωμένους κώδικες της λαϊκής ανδροπρέπειας.

Η συναισθηματική φόρτιση (ενισχυμένη από τις αποκαλύψεις για τις συνθήκες θανάτου του και την πρόσφατη οικογενειακή και ψυχιατρική του περιπέτεια) και οι διαφορετικές ερμηνείες του φαινομένου «Μαζώ» περιέχουν ασφαλώς βάσιμα στοιχεία της προσωπικής και συλλογικής πρόσληψής του.

Δύο στοιχεία από αυτά, όμως, έχουν ιδιαίτερη σημασία για να κατανοηθεί καλύτερα η πολυσυλλεκτικότητα της αποδοχής που εκφράστηκε εξαιτίας του θανάτου του.

 Το ένα είναι η σύνδεσή του με βιογραφικά στοιχεία της εποχής της «ξέφρενης» διασκέδασης. Ο Μαζωνάκης αποτελεί εκφραστή όχι μόνο μιας παρελθούσας νεότητας, αλλά και μιας άλλης εποχής, μιας γενιάς που μεγάλωσε στην εποχή της τηλεοπτικής κυριαρχίας και της οικονομικής ευημερίας, μία από τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις της οποίας ήταν η μαζική βραδινή διασκέδαση και οι καταχρήσεις της. Τραγούδια του όπως «Σάββατο», «Gucci φόρεμα», «Ανήκω σε μένα», «Τρεις το πρωί» λειτουργούν ως συλλογικοί χρονικοί δείκτες αυτής της γενιάς που «μεγαλώνει» ουσιαστικά στην ύστερη Μεταπολίτευση.

Το δεύτερο στοιχείο που συναντάμε στις υπάρχουσες ερμηνείες και είναι σημαντικό είναι το γεγονός ότι ο Μαζωνάκης βγήκε από το αναμενόμενο καλούπι του λαϊκού τραγουδιστή χωρίς να αρνηθεί τη βασική του αφετηρία και καταγωγή. Συναντήθηκε με πρόσωπα και θεσμούς της «νόμιμης» κουλτούρας: τον Σταμάτη Κραουνάκη, τον Φοίβο Δεληβοριά, τον Νίκο Παναγιωτόπουλο, τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Από την άλλη, συνεργάστηκε με τη ραπ, την τραπ και τη νεανική μουσική κουλτούρα, ενώ υιοθέτησε στοιχεία της camp και της queer αισθητικής, συγχρονίζοντας την εικόνα του με τις νέες συμπεριληπτικές τάσεις, όπως κάνουν διάσημα ποπ είδωλα διεθνώς.

Ο συνδυασμός της απενοχοποιημένης εκπροσώπησης της γενιάς της διασκέδασης και του ανοίγματος σε νέες τάσεις και διαφορετικές επιρροές έδωσε τη δυνατότητα στον Μαζωνάκη να πετύχει κάτι που ελάχιστοι λαϊκοί τραγουδιστές της γενιάς του κατόρθωσαν: να νομιμοποιήσει σε πολύ διευρυμένα ακροατήρια την κουλτούρα της νυχτερινής πίστας και του «πρωινάδικου», που στη δεκαετία του 1990 και 2000 ήταν συγκοινωνούντα δοχεία.

Η νομιμοποίηση της πίστας που πέτυχε ο Μαζωνάκης έχει και μία ακόμη ερμηνεία. Τα τραγούδια του πετυχαίνουν αυτό που θα ονομάζαμε εκσυγχρονισμό της λαϊκής καψούρας, του κυρίαρχου θέματος του ελληνικού τραγουδιού από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα.

Από τη μια μεριά τραγουδάει τον καημό, τη ζήλια, τα ξενύχτια και την αυτοκαταστροφική υπερβολή (μοτίβα που συναντάμε κατά κόρον στο σκυλάδικο), αλλά ταυτόχρονα επικαλείται την ανάγκη αυτονομίας, το αβέβαιο των σχέσεων και τον φόβο απώλειας του εαυτού μέσα στον δεσμό (συνήθως μοτίβα του έντεχνου ή ροκ). Η καψούρα του Μαζώ γίνεται έτσι η λαϊκή έκφραση μιας σύγχρονης αντίφασης: η αγάπη εξακολουθεί να αποτελεί μια ιερή αξία, αλλά αναζητείται μέσα σε έναν κόσμο ρευστών και επισφαλών δεσμών. Το παλαιό λαϊκό πάθος δεν εξαφανίζεται· αποκτά νέα κοινωνική σημασία. Δεν αφορά πλέον μόνο τη μοίρα, τη θυσία και την εγκατάλειψη, αλλά και την αυτονομία, την αυτογνωσία και την ανακατασκευή του εαυτού. Το τραγούδι «Εγώ αγαπάω αναρχικά» –την εποχή του αντιμνημονιακού κρεσέντο (2012)– συμπυκνώνει αυτή τη σύνδεση παραδοσιακών και (μετα)μοντέρνων αισθημάτων οικειότητας που ο Μαζώ ύμνησε με έναν ιδιαίτερο ρομαντικό ναρκισσισμό.

Εν κατακλείδι, ο Μαζωνάκης έκανε την πίστα χώρο όπου…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η πολιτικοποίηση της διασημότητας

Γράφει ο Βασίλης Βαμβακάς 

Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ.



Η περασμένη δεκαετία της οικονομικής κρίσης αναπροσάρμοσε σε μεγάλο βαθμό τη σχέση πολιτικής και lifestyle που ήδη από τη δεκαετία του 1990 και ύστερα είχε αρχίσει να γίνεται ιδιαίτερα στενή. Η προβολή εικόνων της ιδιωτικής ζωής πολιτικών έγινε ένα θέμα επικοινωνιακής επικινδυνότητας, αφού όποτε συνέβη προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις. Το ίδιο λίγο-πολύ συνέβη με τη «στρατολόγηση» υποψήφιων βουλευτών και ευρωβουλευτών από αυτό που θα ονομάζαμε «κοινωνία του θεάματος», η οποία αποτελούσε πάγια τακτική των κομμάτων εξουσίας –και όχι μόνο– πριν από την οικονομική κρίση. 

Η «σεμνότητα και η ταπεινότητα» που ήθελε να εκπέμπει σχεδόν στο σύνολό του το πολιτικό σύστημα σε συνδυασμό με τη μόδα της ριζοσπαστικότητας άλλαξε τους κανόνες της πολιτικής επικοινωνίας αλλά και τα κριτήρια κομματικής προσωποποίησης.

Στις εκλογές του 2023 και ακόμη περισσότερο στις επερχόμενες ευρωεκλογές, η παλιά σύνδεση της πολιτικής με τον κόσμο του θεάματος φαίνεται να επανέρχεται. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές χρησιμοποίησε ως εκπρόσωπό του στα ΜΜΕ την Πόπη Τσαπανίδου υπήρξε μια σαφής ένδειξη «αλλαγής των καιρών». Επίσης ενδιαφέρουσα υπήρξε η επιλογή της Ελενας Ακρίτα ως εκπροσώπου μιας ιδιόμορφης ριζοσπαστικότητας με τόνους (ξεχασμένης) μισαλλοδοξίας.

Οι μεταγγίσεις εκλογικού ενδιαφέροντος από τους ανθρώπους της τηλεόρασης και του αθλητισμού φαίνεται να αποτελούν διακομματική τάση ξανά. Το γεγονός, άλλωστε, ότι η εκλογή ευρωβουλευτών διεξάγεται σε εθνική κλίμακα δίνει αυξημένες πιθανότητες επιτυχίας στα αναγνωρίσιμα πρόσωπα της τηλεόρασης και της σόουμπιζ, ενώ ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα στα κόμματα να ενεργοποιήσουν το πολιτικό ενδιαφέρον σε τμήματα του εκλογικού σώματος που αυτό δεν είναι και τόσο ισχυρό.

Οπως γνωρίζουμε από τα παλιότερα χρόνια, η εμπλοκή διασήμων στην πολιτική μπορεί να λειτουργεί βραχυπρόθεσμα ωφελιμιστικά για τους ίδιους και τα κόμματα που τους υποστηρίζουν, σπάνια όμως προσδίδει ιδιαίτερη αλλαγή στον πολιτικό λόγο που εκφέρεται. 

Με εξαίρεση τους δημοσιογράφους που είναι εξοικειωμένοι με πολιτικά ζητήματα, οι υπόλοιποι αντιπρόσωποι του θεάματος που εκλέγονται συνήθως περνούν απαρατήρητοι στα νέα τους καθήκοντα.

Το παράδειγμα των ΗΠΑ, όπου οι διασημότητες έρχονται να διατελέσουν κομβικούς ρόλους εξουσίας, από τον Ρόναλντ Ρέιγκαν μέχρι τον Αρνολντ Σβαρτσενέγκερ, δεν βρίσκει το αντίστοιχο παράδειγμά του στην Ελλάδα. 

Η μοναδική περίπτωση που ίσως αποτελεί εξαίρεση είναι αυτή της Λιάνας Κανέλλη, που έχει σφραγίσει τα τελευταία χρόνια την παρουσία του ΚΚΕ στις τηλεοπτικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, σηματοδοτώντας παράλληλα και ένα μερικό άνοιγμα του κόμματος στις περσόνες του θεάματος. Κατά τα άλλα, οι πολιτικοί στην Ελλάδα που έχουν αφήσει το στίγμα τους πρώτα στον χώρο του τηλεθεάματος και μετά στον πολιτικό στίβο είναι κυρίως εκείνοι που διαπρέπουν (ενίοτε κατέχοντας) περιφερειακά και περιθωριακά τηλεοπτικά μέσα. Από τον Γιώργο Καρατζαφέρη μέχρι τον Κυριάκο Βελόπουλο και το ξεχωριστό παράδειγμα του Αδ. Γεωργιάδη, ο πολιτικός χώρος της λαϊκής Δεξιάς και Ακροδεξιάς έχει καταφέρει μια μοναδική για τα εγχώρια πράγματα ώσμωση της τηλεπερσόνας με τον πολιτικό πρωταγωνιστή. Η περίπτωση του Γιώργου Αυτιά ως σημερινού υποψήφιου ευρωβουλευτή μάλλον σε αυτή την παράδοση θα πρέπει να ενταχθεί.

Γνωρίζουμε πάντως καλά, όχι μόνο από την ελληνική αλλά και τη διεθνή εμπειρία, ότι οι διασημότητες έρχονται να παίξουν συχνά πολύ κρίσιμους πολιτικούς ρόλους, ακόμη και όταν δεν εντάσσονται ξεκάθαρα σε ένα κόμμα για να διεκδικήσουν τη λαϊκή ψήφο. Ο ακτιβισμός τους πολλές φορές μπορεί να επηρεάσει είτε προς κοινωνικά ζητήματα είτε ακόμη και εκλογικά αποτελέσματα με πολύ πιο δραστικό τρόπο, μέσα από αυτή την έμμεση πολιτικοποίηση. Στις ΗΠΑ, από τον Λεμπρόν Τζέιμς μέχρι την Τέιλορ Σουίφτ, έχουμε ξεχωριστά παραδείγματα τα οποία τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει μια πρωτόγνωρη, για δημοφιλείς αστέρες, στράτευση στην αντιμετώπιση του πολιτικού προβλήματος που ακούει στο όνομα Τραμπ.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και στην Ελλάδα έχουμε αντίστοιχα παραδείγματα όπου η σχέση πολιτικής και σόουμπιζ παίρνει συχνές και πολύμορφες διαστάσεις. Τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, ο μέντορας της κοινής γνώμης στην εθνικολαϊκιστική ανάγνωσή της γίνεται ο Λάκης Λαζόπουλος. Το γυναικείο κίνημα MeToo ξεκινάει στην Ελλάδα από την ολυμπιονίκη Σοφία Μπεκατώρου (σημερινή υποψήφια στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ) και έναν σημαντικό αριθμό ηθοποιών. Τραγουδοποιοί και τραγουδιστές σηματοδοτούν με τη συμμετοχή τους σε συναυλίες ή άλλες δράσεις την πολιτική ταυτότητα και ευαισθησία τους, συνήθως για ζητήματα της «αντισυστημικής» ατζέντας.

Η σχεδόν άρρηκτη σχέση μεταξύ πολιτικής και κοινωνίας του θεάματος ξενίζει ελάχιστα πια. 

Το να ζητάμε να μην υπάρχει είναι κάτι ανεξήγητο και δημοκρατικά αθέμιτο. 

Από την άλλη μεριά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εκλεπτυσμένη λογοκρισία, χοντροκομμένος πουριτανισμός

 

Του ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΜΒΑΚΑ

Η απαλοιφή της λέξης «χοντρή» από την Άλκηστη Πρωτοψάλτη από το πασίγνωστο τραγούδι «Άδωνις»
του Σταμάτη Κραουνάκη επανάφερε τη συζήτηση για τη λογοκρισία της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας.  

Οι υπερασπιστές της πρακτικής αυτής όλο και πληθαίνουν και στην Ελλάδα. Η συζήτηση που ξεκίνησε για τα έμφυλα, φυλετικά και άλλα στερεότυπα εδώ και δεκαετίες στον χώρο της κοινωνιολογίας, τα τελευταία χρόνια πήρε άμεση πολιτική χροιά, και η πολιτιστική βιομηχανία εγχώρια και διεθνής άρχισε να επιδίδεται σε ένα άτυπο κυνήγι μαγισσών για το πώς λέγονταν, σκηνοθετούνταν ή τραγουδιόνταν τα πράγματα. 

Αν και η κρατική λογοκρισία έγινε πολύ πιο ανεκτική από ό,τι στα παλιότερα χρόνια, η «προοδευτική» λογοκρισία, ήπια και απλά, οδηγεί σε μια αναθεώρηση όλης της πολιτισμικής ιστορίας της «Δύσης». Το σώμα, η σεξουαλικότητα, η καταγωγή, έξαφνα και έξω από τα θρησκευτικά συμφραζόμενα, απέκτησε μια νέα ιερότητα.  

Πώς θα μιλάμε για όλα αυτά που στο παρελθόν οδηγούσαν σε διακρίσεις και στιγματισμό με βάση βιολογικά χαρακτηριστικά, τι άρθρο θα βάζουμε στα γένη, πώς θα αποτινάξουμε το αποικιοκρατικό, εξωτικό βλέμμα στους διαφορετικούς άλλους, πώς θα κάνουμε τις λέξεις να μη τραυματίζουν; Πώς θα αποσιωπήσουμε το παρελθόν μας;

Το πρόβλημα με αυτή τη νέα μορφή λογοκρισίας δεν είναι μόνο ότι επιχειρεί μια σχεδόν ανέφικτη πράξη εξωραϊσμού της πραγματικότητας. Δεν είναι μόνο ότι εμμέσως πλην σαφώς επαναφέρει την παιδαγωγική και κατευθυνόμενη μορφή διδακτικού αισθητισμού. Δεν είναι μόνο ότι στιγματίζει ανεπανόρθωτα τους υποτίθεται θύτες του παρελθόντος ή του παρόντος που δεν υπάκουσαν, αγνοούσαν ή παράβλεψαν τους κανόνες της νέας ηθικής καθαρότητας. Όλα αυτά είναι παρενέργειες ορατές, αλλά η ίδια η πραγματικότητα τα αντιπαρέρχεται και μάλιστα γεννά πολιτισμικά πεδία που επιδίδονται επιδεικτικά στην αντίθετη κατεύθυνση. Στην καταπάτηση κάθε ευπρεπούς και καλλωπισμένης αναπαράστασης, σε καλλιέργεια μιας επιθετικής ακόμη και προσβλητικής αργκό, στην διάδοση πολλαπλών προτύπων κυνισμού και σκληρών ταυτοτήτων, που προσελκύουν μεγάλο μέρος του κοινού και ειδικότερα του πιο νεανικού. Η τραπ είναι μεταξύ άλλων η υπέρβαση του πολιτικά ορθού, η πιο άγρια μορφή αγνόησης του προοδευτικού καθωσπρεπισμού, μια γιορτή της «ακαλαισθησίας» ακόμη και της αναισθησίας.

Αυτό που είναι εξίσου σημαντικό αλλά δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό είναι ότι η νέα λογοκρισία και λογική ακύρωσης και αφαίρεσης στιγμών του παρελθόντος, διαμορφώνει μια εφιαλτική συνθήκη επιλεκτικής μνήμης ή πολιτικοποιημένης αμνησίας. Καταργεί όχι μόνο  εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής που υπήρξαν αλλά και την ίδια μας την ικανότητα να ασκούμε κριτική σε φάσεις, αντιφάσεις ή και ακρότητες της πολιτισμικής δημιουργίας. Διότι αν συναινέσουμε αστόχαστα στην επικινδυνότητα της λέξης «χοντρή» προς αποφυγή του body shaming, πιθανότατα θα μείνουμε σε αυτή την καθησυχαστική αποδοκιμασία ενός στερεοτύπου και δεν θα δούμε τόσο τις συνθήκες μέσα στις οποίες παράχθηκε το συγκεκριμένο άσμα στη δεκαετία του ’80 όσο και τις διάφορες αναπαραγωγές που ο ίδιος ο δημιουργός του έκανε στην πάροδο των ετών.

Με άλλα λόγια, αν αφαιρέσουμε τη «χοντρή» (γιατί όχι και τα «φρικιά»;) από ένα τραγούδι που αποτέλεσε σχεδόν ύμνο της νέας αστικής ζωής, μιας ζωής που εμπεδώνει τον ελεύθερο χρόνο, τη διασκέδαση, την ελαφρότητα αλλά και τη δημοκρατικά περιπαιχτική συνεύρεση της μεσαίας τάξης στα χρόνια της μεταπολίτευσης, δεν θα καταλάβουμε ούτε το νόημα ούτε την απήχησή του. Και ακόμη χειρότερα δεν θα καταλάβουμε πώς ο ίδιος ο συνθέτης του τα χρόνια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης θα μεταβάλει τους στίχους του σε ένα επιθεωρησιακό ύμνο πολιτικής και αισθητικής μισαλλοδοξίας:
«Όπου κι αν πας θα ’σαι πάντα εκεί, με την ξανθιά την κουλή να σε λέει Μπουμπούκο. Κι αναρωτιέμαι η καριόλα τι χρώμα φοράει βρακί. Έλα! Τα βούρλα φυτρώνουν στο βούρκο! Πάμε στον Άδωνι για φραπέ, που μας λέει κουμούνια, φρικιά, τον σιχαίνονται και οι φοιτητές κι εκείνος βγαίνει με μία ξινή, νευρικιά, Ευγενία τη λένε που λες. Και κυκλοφορεί ξετσίπωτα, ένα σόι, ένα τίποτα».

Αν δεν μείνει στη μνήμη μας αυτούσιο το πολύ σημαντικό άσμα του Σταμάτη Κραουνάκη...

 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η επιβίωση της συμβίωσης

Του ΒΑΣΙΛΗ ΒΑΜΒΑΚΑ

To «ευτελές» Χόλιγουντ είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τον κίνδυνο που ζούμε σήμερα. Οι δυστοπικές ταινίες καταστροφής, αυτό το υποτιμημένο είδος επιστημονικής φαντασίας, έχει περιγράψει αυτό που ζει όλος ο πλανήτης το τελευταίο διάστημα. Μετά το πυρηνικό ολοκαύτωμα, τα πολύνεκρα τρομοκρατικά χτυπήματα, η ζωή έρχεται να αντιγράψει την τέχνη και για το ενδεχόμενο μιας θανατηφόρας πανδημίας.  


Κατά πόσο συμβαίνουν, όμως, στην πραγματικότητα αυτά που έχουμε δει στον δημοφιλή κινηματογράφο, που πολλές φορές αποδεικνύεται όχι μόνο θεαματικός αλλά και προφητικός; Ζούμε πράγματι μια αποκαλυπτική δυστοπία εξαιτίας του κορωνοϊού;  


Ας προσπαθήσουμε μια πρόχειρη κοινωνιολογική αποτύπωση της νέας πραγματικότητας που προκύπτει, παρότι οι συνθήκες είναι ακόμα πολύ ρευστές: 


1. Αιτία ο απολυταρχισμός, λύση η πειθαρχία: Η αρχή του προβλήματος εντοπίζεται στο πιο προηγμένο απολυταρχικά μέρος του κόσμου, την Κίνα. Σε αυτό το υβρίδιο καπιταλισμού-κομμουνισμού ξεσπά η τρομακτική «αρρώστια», σε μεγάλο βαθμό εξαιτίας της μυστικοπάθειας που χαρακτηρίζει κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, και εξαπλώνεται γρήγορα, προκαλώντας χιλιάδες θύματα. Εξαιτίας όμως αυτού του ίδιου αυταρχικού καθεστώτος φαίνεται ότι το νέο «τέρας» μπορεί να ελεγχθεί. Η στρατιωτική πειθαρχία, ο απόλυτος κρατικός έλεγχος, φαντάζει η μόνη θεραπεία, το μόνο κοινωνικό «αντίσωμα» στο πρόβλημα. 


2. Οι κινητικοί φορείς: Ο ιός διαδίδεται σε όλο τον κόσμο και πλήττει κατά προτεραιότητα όχι όσους είναι αναγκαστικά πλούσιοι (όπως άστοχα ειπώθηκε) αλλά όσους μετακινούνται. Οι φορείς της ασθένειας είναι οι μετακινούμενοι πληθυσμοί, αυτοί που μπορούν, χάρη στη νέα ταξιδιωτική οικονομία, να βρίσκονται σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, για οποιονδήποτε λόγο, από μετανάστευση, σεξουαλικό τουρισμό και επαγγελματικές υποχρεώσεις μέχρι προσκύνημα σε άγια, αλλά μολυσμένα εδάφη. Οι ταινίες καταστροφής, ανεξάρτητα από τις όποιες αστοχίες των προβλέψεών τους ως προς τη σημερινή κατάσταση, επαληθεύονται ως προς την ανθρωπιστική τους εμμονή. Οι ταινίες καταστροφής, ανεξάρτητα από τις όποιες αστοχίες των προβλέψεών τους ως προς τη σημερινή κατάσταση, επαληθεύονται ως προς την ανθρωπιστική τους εμμονή. 


3. Τα δυσκίνητα θύματα: Τα θύματα του ιού δεν είναι οι φορείς του. Είναι κυρίως οι μεγάλες ηλικίες και οι ευπαθείς ομάδες. Οι νέοι είναι οι «κινούμενες βόμβες» (τα ζόμπι στον κινηματογράφο τρόμου) που μπορούν να σκοτώσουν κυρίως τους ηλικιωμένους και τους αρρώστους, ενώ οι ίδιοι θα μείνουν τελικά αλώβητοι. Η έλλειψη άμεσης διάγνωσης, πληροφόρησης και προστασίας από τους κινητικούς φορείς του ιού είναι η βασική αιτία του θανάτου των πιο δυσκίνητων θυμάτων του. Οι χώρες με γερασμένο πληθυσμό (βλ. Ιταλία, Ελλάδα) κινδυνεύουν περισσότερο με θανάτους. Αυτοί που μπορούν να εργαστούν από το σπίτι φαντάζουν οι νέοι προνομιούχοι, αν και αυτό σχετικοποιείται υπό το καθεστώς της γενικής καραντίνας που επιβάλλεται. 


4. Κοινωνίες κινδύνου vs κοινωνίες ρίσκου: Σε καθεστώς πανδημίας είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς φορείς και θύματα. Όλοι βρίσκονται κάτω από την ίδια συνθήκη περιορισμού, όλοι εξαρτώνται πλήρως από την περιβόητη ατομική ευθύνη, αλλά κυρίως από την κρατική μέριμνα για την ενεργοποίηση κανόνων που δεν θα αποδώσουν σε αυτήν κάποια θεϊκή και αυτόματη λειτουργία. Λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως η δική μας, που δεν εμπιστεύονται τυφλά ούτε την ατομική υπευθυνότητα ούτε την κρατική αποδοτικότητα, φαίνεται να αντιδρούν γρηγορότερα. Αντίθετα, βορειοευρωπαϊκές χώρες (π.χ. η Μ. Βρετανία) που φέρουν μια κρυφή πίστη στην αυτόματη λειτουργία των θεσμών, της φύσης, του ατόμου και της αγοράς φαίνεται να αντιδρούν με σχετική καθυστέρηση (και ίσως με χειρότερες συνέπειες). 


5. Το κράτος της ευθύνης: Υπάρχουν, βέβαια, πάντα εκείνοι που δεν αποδέχονται τον κίνδυνο και θέλουν να συνεχίσουν σαν να μην έχουν δει τις ταινίες καταστροφής, σαν να μην εμπιστεύονται τις ιατρικές νουθεσίες. Ένα σημαντικό ‒αλλά όχι το μεγαλύτερο‒ μέρος της ελληνικής κοινωνίας δεν δέχεται τον περιορισμό στο σπίτι, δεν καταλαβαίνει γιατί να κοπούν συνήθειες όπως η καφετέρια, η διασκέδαση σε δημόσιους χώρους, ο εκκλησιασμός. Δεν είναι, πάντως, κάποιοι προνομιούχοι, είναι αυτοί που απλώς πιστεύουν ότι όλο αυτό είναι μια μεγάλη θεωρία συνωμοσίας που βρίσκεται σε εξέλιξη ή ότι το κακό δεν θα βρει τους ίδιους. Κλασικά παραδείγματα εγκληματικού οχαδερφισμού, θεοκρατικής λογικής ή καχυποψίας απέναντι στην επιστημονική και δημοσιογραφική πληροφόρηση, τα οποία ευτυχώς αντιμετωπίζονται κατασταλτικά (έστω και με καθυστέρηση) από τον μεγάλο παραμελημένο παίκτη των σύγχρονων δημοκρατιών: το κράτος. 


6. Τα εν δήμω εν οίκω: Το σύνθημα «μένουμε σπίτι» είναι αυτό που μπορεί να σώσει όχι όσους ασθενήσουν από τον ιό αλλά εκείνους που είναι περισσότερο ευάλωτοι στις θανατηφόρες παρενέργειές του. Η ιδιωτική σφαίρα γίνεται καταφύγιο απέναντι στον κίνδυνο ενός ανέξοδου εγωισμού διασκέδασης ή της αλόγιστης επιθυμίας να βρισκόμαστε μαζί με πρόσωπα γνωστά, αγαπημένα και μη. Αυτήν τη φορά η επιστροφή στον οίκο δεν σηματοδοτεί αυτό που κάνει ήδη από το 19ο αιώνα, την προστασία απέναντι στη σκληρότητα της δημόσιας ζωής, όπως συνήθως μετονομάζονται οι δύσκολες συνθήκες της καπιταλιστικής-παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας στην οποία ζούμε. Αντίθετα, το σπίτι αυτήν τη φορά είναι το καταφύγιο της ίδιας της κοινωνικότητας, της ίδιας της επιβίωσης του κοινωνικού συνόλου, της ίδιας της ένδειξης ανθρωπιάς απέναντι σε αυτούς που είναι σε πραγματικό κίνδυνο. Άλλωστε, το σπίτι στον 21ο αιώνα, κυρίως χάρη στην τεχνολογία, δεν είναι ένα απομονωτήριο, δεν είναι μόνο η στέγη της οικογένειας, αλλά μεταβάλλεται εύκολα σε εστία επικοινωνίας, εργασίας, ψυχαγωγίας, εκπαίδευσης, εξ αποστάσεως οικειότητας. Εστία, τελικά, ενός ατομιστικού αλτρουισμού. Οι σκηνές των αποκλεισμένων ανθρώπων σε μπαλκόνια που τραγουδάνε συλλογικά, το ιδανικό του σάουντρακ. 


 Οι ταινίες καταστροφής, ανεξάρτητα από τις όποιες αστοχίες των προβλέψεών τους ως προς τη σημερινή κατάσταση, επαληθεύονται ως προς την ανθρωπιστική τους εμμονή. 


Η δυστοπία που ζούμε τώρα εμπεριέχει μεγάλες απώλειες, μεγάλο πανικό και πόνο, απρόβλεπτες ακόμα συνέπειες, αλλά μπορεί να γίνει και οδηγός μιας άλλης ανάγνωσης της ζωής μας.  


Οι σημερινές κοινωνίες δεν είναι αλώβητες, δεν είναι αλάνθαστες, έχουν πολύ συγκεκριμένα όρια. 


Η έλλειψη υπεύθυνης ηγεσίας σήμερα κοστίζει περισσότερο από ποτέ. 


Η εμπιστοσύνη στους ξεχασμένους ήρωες της επιστημονικής γνώσης, της πειθαρχίας και της πολιτικής προστασίας είναι...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το πολιτικό κιτς στην Ελλάδα



Με αφορμή την εκλογική αναμέτρηση του δεύτερου γύρου στην περιφέρεια Αττικής ακούστηκε τόσο από πολιτικούς αντιπάλους όσο και από ψηφοφόρους του συνδυασμού του Γιώργου Πατούλη μια βασική κριτική, η οποία αφορούσε το παρουσιαστικό της συζύγου του


Το επιχείρημα που ακούστηκε εναντίον του δεν ήταν τόσο σχετικά με την πολιτική ή επαγγελματική του σταδιοδρομία αλλά με το ότι η «ξανθιά» γυναίκα του, η οποία είναι σαν να μιμείται σταρ της αμερικανικής σαπουνόπερας της δεκαετίας του '80, και γενικότερα η προβολή της οικογενειακής του κατάστασης αποτελεί μια αντιαισθητική πολιτική επιλογή, μια επιλογή που, τηρουμένων των αναλογιών, θυμίζει την περίπτωση Τραμπ


Όμως η κιτς επιλογή, δηλαδή αυτό που έχει ταυτιστεί στην καθομιλουμένη με το επιτηδευμένο, το ψεύτικο, το επιφανειακό και το ευτελές που εξυπηρετεί μόνο οικονομικούς και εντυπωσιοθηρικούς λόγους, νίκησε. 


Είτε επειδή υπήρξε επιθυμία κυβερνητικής αποδοκιμασίας είτε επειδή δεν υπήρχε εναλλακτική οδός έκφρασης της δυσφορίας στην απερχόμενη περιφερειακή αρχή, αυτό που θεωρείται σήμερα ο ιδεότυπος του πολιτικού κιτς ‒και σατιρίζεται ποικιλοτρόπως στα social media‒ ουσιαστικά θριάμβευσε.  


Είναι όμως το παράδειγμα της οικογένειας Πατούλη το μοναδικό παράδειγμα πολιτικού κιτς που έχουμε δει στην Ελλάδα; Ήταν η μόνη περίπτωση που είδαμε στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο


Η απάντηση είναι «όχι». Το πολιτικό κιτς έχει μια πλούσια και ενδιαφέρουσα ιστορία που θα πρέπει κάποια στιγμή να μας απασχολήσει σοβαρά


Συνήθως, όταν συνδέουμε το κιτς με την εγχώρια πολιτική, κάνουμε την εύκολη αναγωγή στην εποχή της δικτατορίας και στις απίθανες τελετές της αρχαιολατρίας και αναβίωσης της παραδοσιακής κουλτούρας που οργάνωνε. Ο απόηχος αυτού του κιτς παραμένει αισθητός. 


Οι αγανακτισμένοι με τα μνημόνια ή τη Συμφωνία των Πρεσπών συχνά μετήλθαν ανάλογες στυλιστικές επιλογές


Ο Πάνος Καμμένος, άλλωστε, ως υπουργός Εθνικής Άμυνας επιδόθηκε συχνά στην άσκηση μιας τέτοιας επικοινωνιακής σκηνογραφίας, με κορυφαία στιγμή το προσκύνημα στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, περιστοιχισμένος από κοπέλες με χιτώνες και παραδοσιακές φορεσιές. Η ακροδεξιά αυτή επικοινωνιακή ατζέντα συνάντησε ελάχιστες αντιδράσεις από τους συνήθεις φορείς καταγγελίας της κιτς αισθητικής, μια και οι περισσότεροι κάνανε τα στραβά (αριστερά) μάτια. Κορυφαία στιγμή πολιτικού κιτς το προσκύνημα του Πάνου Καμμένου στο κόκκινο χαλί για τη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. . 


Πέρα, όμως, από τη δικτατορική διάσταση, το πολιτικό κιτς έχει στην Ελλάδα και μια δημοκρατική εκδοχή που λανθασμένα συγχέεται συχνά με την πρώτη. Τη δεκαετία του '80, ο μεσσιανισμός των προεκλογικών συγκεντρώσεων, τα ζεϊμπέκικα και οι «σκυλάδικες» επιλογές που συχνά-πυκνά έκαναν την εποχή της ευημερίας οι πολιτικοί, ο γάμος Παπανδρέου - Λιάνη, η εν Μπαϊρακτάρη καταγγελία των νταβατζήδων από τον Κ. Καραμανλή, η ιστορική στιγμή που η Έφη Σαρρή τραγούδησε το «σταυρώστε με» ως υποψήφια του ΛΑΟΣ και ο Απόστολος Γκλέτσος απείλησε να ανατινάξει τα διόδια, όλα αυτά και άλλα πολλά περιλαμβάνονται σε έναν μακρύ κατάλογο μέσα από τον οποίο θα μπορούσαμε πράγματι να σταχυολογήσουμε και να κατανοήσουμε το εγχώριο πολιτικό κιτς. Δηλαδή την τάση διαφόρων πολιτικών πρωταγωνιστών να έρθουν επιτυχημένα ή αποτυχημένα σε πλήρη σύμπνοια με σύγχρονα λαϊκά τερτίπια και να ταυτιστούν με γούστα δημοφιλή, τα οποία προκύπτουν κυρίως μέσα από τον κόσμο των μίντια και της διασκέδασης και συγχέουν (συχνά τραγελαφικά) το εθνικό με το παγκόσμιο, το ελληνικό με το αμερικανικό.  


Η κοινωνική κινητικότητα, άλλωστε, που κυριάρχησε τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης έφερε στο προσκήνιο κοινωνικά στρώματα που μπορούσαν, με χαμηλό πολιτισμικό κεφάλαιο, να καταναλώσουν πλούσια και άγαρμπα, με αποτέλεσμα να στιγματιστούν από τις παλαιότερες ελίτ ως «κιτσάτοι», ως χυδαίοι εισβολείς αλλοίωσης της υψηλής κουλτούρας. 


Σήμερα, αυτή η κιτς τάση σε μεγάλο βαθμό έχει παρέλθει, αφού ο κόσμος των μίντια έχει «εκπαιδεύσει» μεγάλες μερίδες του αγοραστικού κοινού σε μια mainstream κατανάλωση που συχνά απλώνεται και στην αναζήτηση του εναλλακτικά όμορφου και υγιεινού.  


Οι άτεχνες στυλιστικές ακροβασίες ή οι αστείες μιμήσεις προτύπων εύπορης ζωής εκλείπουν όλο και περισσότερο στις νεότερες γενιές, αφού και η κοινωνική άνοδος είναι είδος προς εξαφάνιση. Γι' αυτό η περίπτωση Πατούλη φαντάζει σήμερα σχεδόν εξωπραγματική.  


Δεν πρέπει να παραβλέψουμε, όμως, ότι δίπλα στον παλιομοδίτικο (δεξιό) κιτς Πατούλη, στις τελευταίες εκλογές έκανε την εμφάνισή του και ένα καινούργιο είδος, το αριστερό κιτς.  


Το προεκλογικό σποτ του συνδυασμού της Ρένας Δούρου με φόντο τον τόπο της καταστροφής στο Μάτι και ρεπλίκες πληγέντων και συνοδεία του μονολόγου της περιφερειάρχη (βγαλμένου από τη «Λάμψη» του Φώσκολου και ερασιτεχνική παράσταση Μπρεχτ) είναι δύσκολο να μη θεωρηθεί μια κορυφαία στιγμή κιτς δραματοποίησης στην ιστορία των ελληνικών εκλογών.  


Υπό αυτή την έννοια, στην εκλογική αναμέτρηση στην περιφέρεια Αττικής εμφανίστηκαν δύο είδη πολιτικού κιτς. 


Το ένα, αναγνωρίσιμο από το παρελθόν, έχει να κάνει με την επίδειξη της χλιδής και των στερεοτύπων της ευκατάστατης ελληνικής οικογένειας και της γυναικείας ελκυστικότητας, το άλλο, σοκαριστικά επιτηδευμένο όσον αφορά την έκφραση εικονικής συμπόνιας, την επίκληση στα θεία, τη γυναικεία μαγκιά που δεν κωλώνει πουθενά, την περισπούδαστη κυνικότητα.  


Από τη στιγμή που έχουμε μπει οριστικά και αμετάκλητα στον πολιτισμό των ειδώλων και της διαμεσολαβημένης εικόνας, το κιτς είναι δύσκολο να εκλείψει. 


Το θέμα, άλλωστε, δεν είναι το τέλος του πολιτικού κιτς αλλά...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΑΡΙΣΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ελλάδα: η μεσαία τάξη

Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και με αποκορύφωμα την τρέχουσα προεκλογική περίοδο η κοινωνική τάξη, η οποία ήταν στιγματισμένη και επιστημονικά υποτιμημένη για χρόνια, ανάγεται, ρητορικά τουλάχιστον, σε πρωταγωνιστή.  


Πρόκειται, βέβαια, για τη μεσαία τάξη, αυτή που για δεκαετίες στον πολιτικό λόγο αριστερών και δεξιών διανοουμένων έπαιρνε την ονομασία «μικροαστισμός» ή «μικροαστίλα», με σκοπό να καταδειχτεί ο μπάσταρδος χαρακτήρας της


Η μη καθαρότητα των υλικών και συμβολικών συνθηκών ύπαρξής των «μικροαστών» τούς υποβάθμιζε για πολύ καιρό στον δημόσιο λόγο στο καθεστώς της αφάνειας, αφού η ταυτότητά τους δεν μπορούσε να αναμετρηθεί με την αυθεντικότητα είτε της αστικής είτε της εργατικής τάξης.  


Ο Ντίνος Ηλιόπουλος στον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου θα είναι πάντα η πρώτη χαρακτηριστική ενσάρκωση αυτού του ματαιωμένου απ' όλα ανθρωπάκου, αυτού που ακόμα και το φλερτ με το κοινωνικό περιθώριο θα τον οδηγήσει στον θάνατο.  


Πολιτικός συντηρητισμός, άσκοπος καταναλωτισμός, ηθική αλλοτρίωση, κιτς ή ευτελής αισθητική είναι τα στοιχεία που τόσο η επιστημονική όσο και η ευρύτερη συζήτηση απέδιδε κυρίως στη μεταπολιτευτική μεσαία τάξη τις σπάνιες περιπτώσεις που καταδεχόταν να ρίξει μια ματιά στις θολές και ακατάτακτες ταυτότητες που αυτή παρήγε. 


Η αμερικανική κοινωνιολογία, που με κριτικό αλλά και εμβριθή τρόπο έστρεψε έγκαιρα τα φώτα στο πιο σημαντικό κοινωνικό υποκείμενο της μεταπολεμικής εποχής, ποτέ δεν βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στην Ελλάδα, όπως και στην Ευρώπη ευρύτερα, αφού σε μεγάλο βαθμό κυριάρχησε το (νεο)μαρξιστικό παράδειγμα όσον αφορά τη μελέτη της κοινωνικής διαστρωμάτωσης.  


Τα μεσοστρώματα έγιναν οι ιδανικοί φορείς της εξατομίκευσης, οι βασικοί εκφραστές μιας εποχής κατά την οποία οι διαφορές συγκροτούνται και καταγράφονται περισσότερο σε ατομικό επίπεδο, με βάση έναν κοινό άξονα συμβολικής και φαντασιακής αναφοράς που κάλλιστα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε καταναλωτική ή ποπ κουλτούρα.  


Η ταύτιση των παλιών μικροαστών του Μεσοπολέμου με τα νέα δυναμικά μεσοστρώματα των μεταπολεμικών χρόνων υπήρξε ο κανόνας που οδήγησε σε μια πολύ αυστηρή κριτική των τελευταίων και μια πολύ ελλιπή, αν όχι εντελώς άστοχη κατανόησή τους. 


Ποτέ δεν έγινε αντιληπτό ότι τα νέα μεσαία στρώματα, παρά τη μεγάλη τους αποσύνθεση, συγκρότησαν έναν πλουραλιστικό χώρο με κύρια χαρακτηριστικά τη μεγάλη κοινωνική κινητικότητα και τη δυνατότητα να αλλάζουν τον εαυτό τους, να κάνουν «κωλοτούμπες», με μικρό ή μεγάλο κόστος. 


Η ρευστότητα και ο πολυμορφισμός των σύγχρονων μεσοστρωμάτων αποτέλεσαν τον βασικό λόγο υποτίμησής τους έναντι των πιο ξεκάθαρων ταυτοτήτων του «λαϊκού» ή του «αστικού». 


Οι παλιές συλλογικές διαφορές, εξαιτίας των παμφάγων πολιτισμικών και πολιτικών έξεων της μεσαίας τάξης, έπαψαν να έχουν μεγάλη και σταθερή σημασία. Τα μεσοστρώματα έγιναν οι ιδανικοί φορείς της εξατομίκευσης, οι βασικοί εκφραστές μιας εποχής κατά την οποία οι διαφορές συγκροτούνται και καταγράφονται περισσότερο σε ατομικό επίπεδο, με βάση έναν κοινό άξονα συμβολικής και φαντασιακής αναφοράς που κάλλιστα θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε καταναλωτική ή ποπ κουλτούρα.  


Το αποτέλεσμα που προέκυψε στην Ελλάδα, όπως και διεθνώς, από την ανάδυση των νέων μεσοστρώματων δεν είναι ο περιβόητος «μαζάνθρωπος» αλλά μια ευρύχωρη τάξη που γίνεται ο βασικός φορέας του εκδημοκρατισμού στο πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό επίπεδο. 


Εδώ η έννοια του εκδημοκρατισμού πρέπει να νοηθεί ευρέως ως η δυνατότητα πρόσβασης και συμμετοχής σε αγαθά που κάποτε, για λόγους θεσμικούς ή οικονομικούς, αποτελούσαν περιορισμένα δικαιώματα: απόλαυση (σεξουαλική, ταξιδιωτική, προσωπική), εκπαίδευση, κατανάλωση, γοητεία. 


 Ο δημόσιος λόγος, δεκαετίες πριν από την έλευση της κρίσης, δεν ήθελε να κατανοήσει και να μιλήσει για τη μεσαία τάξη ως τον βασικό φορέα της εξατομίκευσης και του εκδημοκρατισμού. Στις εγχώριες κοινωνικές επιστήμες δεν υπάρχουν μελέτες για τον μέσο άνθρωπο και τον τρόπο ζωής του, αφού αυτός θεωρείται ασήμαντος μπροστά στην αποθέωση που γνώρισε και γνωρίζει το κοινωνικό περιθώριο και τα εμφύλια τραύματα.  


Το γεγονός ότι κυριάρχησε η υποτιμητική ρητορική περί «μικροαστών» στην Ελλάδα είχε ως αποτέλεσμα...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΚΟΙΝΩΝΙΑ και TΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Μαθήματα τεχνοδημοκρατίας

Του Βασίλη Βαμβακά 
Λέκτορα Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ


Η οικονομική κρίση που δημιούργησε τα τελευταία χρόνια ένα γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας και για πολλούς την εμπειρία της βίαιης κοινωνικής καθόδου, δεν επέτρεψε να αναδειχτεί επαρκώς μια παράλληλη  εξέλιξη, η πολιτικοποίηση της τεχνολογίας. 


Ο προαναγγελθείς θάνατος της τηλεόρασης και του Τύπου - ή καλύτερα η ένταξή τους στο σύγχρονο περιβάλλον της κυριαρχίας των πολυμέσων - δεν ακυρώθηκε. Το ίδιο συνέβη και με τις πολιτικές διαστάσεις της τεχνολογίας χωρίς όμως να συνειδητοποιούνται πλήρως.


Η νέα τεχνολογία αποτέλεσε, άλλωστε, το βασικό εργαλείο εισόδου στη «νέα εποχή», στη «συμμετοχική δημοκρατία», όπως την επαγγέλθηκαν ο Γ. Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ, πολύ πριν από την κρίση και σίγουρα πολύ πιο συχνά από το μοιραίο «λεφτά υπάρχουν». Από τις πρώτες μάλιστα πρωτοβουλίες της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ υπήρξε σειρά από μεταρρυθμίσεις με επίκεντρο την τεχνολογία: ανοιχτός διάλογος για τα νομοσχέδια, υποβολή βιογραφικών και αξιολόγηση για αντικειμενική επιλογή γενικών γραμματέων, Διαύγεια, ηλεκτρονικές διασταυρώσεις για φορολογία κ.ά. Ανεξάρτητα από την επιτυχία ή όχι των πρωτοβουλιών αυτών και την αδυναμία τους να τα βάλουν με τον σκληρό πυρήνα των πρακτικών της δημόσιας διοίκησης αλλά και του κόμματος που τις εισήγαγε, η ιδεολογικοποίηση των νέων τεχνολογιών αποτελούσε ουσιαστικά τον μοναδικό πυρήνα μεταρρυθμιστικής λογικής πριν από την κρίση.


Το σύμπαν της ελεγχόμενης χρεοκοπίας που περιέβαλε την Ελλάδα έκανε αυτή την προσπάθεια να ξεχαστεί ως γραφική ανάμνηση.  


Ομως η τεχνολογία δεν είχε πει την τελευταία της κουβέντα και επέφερε με απρόσμενο τρόπο τη δικαίωση του ΜακΛούαν και του διάσημου αποφθέγματός του: «Το μέσο είναι το μήνυμα». 


Η πολιτική διάσταση της τεχνολογίας χτύπησε το τελευταίο διάστημα ασχεδίαστα, χωρίς κομματικό περίβλημα. Γιατί τελικά οι όποιες διαστάσεις της προς τον εκδημοκρατισμό φαίνεται να είναι αποτελεσματικότερες όταν λειτουργούν αυτόματα, αναγκαστικά και ασυνείδητα, παρά όταν εντάσσονται σε προεκλογικά μανιφέστα και κυβερνητικά προγράμματα.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: H μόδα της εξέγερσης των βολέμένων

Του  Bασίλη Βαμβακά 
Λέκτορα Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ


Μέσα στα πολλά και σύνθετα που έχουν συμβεί τα τελευταία τρία χρόνια στην Ελλάδα της πολύπλευρης κρίσης έχουν γίνει σημαντικές διεργασίες και στο επίπεδο της μόδας με πολιτικό πρόσημο. 


Η διαμόρφωση ενός νέου τρόπου έκφρασης και εμφάνισης των εκπροσώπων της εξεγερμένης, αγανακτισμένης ή οργισμένης κοινής γνώμης φαίνεται να αποτελεί κεντρικό πολιτικό και πολιτισμικό ζητούμενο. Είτε αυτό αφορά πολιτικούς και συνδικαλιστές είτε καλλιτεχνικούς κύκλους που καλούνται να αισθητικοποιήσουν άμεσα τη γενικευμένη δυσθυμία, ένας βασικός κανόνας διαπερνά όλες τις περιπτώσεις: διαγωνισμός στην έξυπνη (συχνά και προσβλητική) ατάκα, ανεπίσημο ντύσιμο, θυμωμένο ύφος.


Κατά κάποιον τρόπο, τη συγκεκριμένη εξέλιξη την προέβλεψε και την παρότρυνε μια από τις πιο ακριβές εταιρείες ρούχων (Diesel) σε μια διαφήμιση που έχουμε δει και στους δρόμους της Αθήνας: νεαρός με «αναρχικό» look (αρβύλες, στρατιωτικό μπουφάν και παντελόνι κτλ.) περιβάλλεται από καπνογόνα και ποζάρει αγέρωχος στη φωτογραφική κάμερα υπό το σλόγκαν «Οι κυβερνήσεις θα σε μισήσουν». Η βιομηχανία της μόδας και του καταναλωτισμού, δυναμική και συχνά αντισυμβατική, κατανόησε και προέβαλε γρήγορα το νέο λαϊφστάιλ που θα ταιριάξει στις σημερινές δύσκολες συνθήκες.


Το ίδιο γρήγορα προσαρμόστηκαν στα νέα δεδομένα του συλλογικού συναισθήματος οι εκπρόσωποι του «λαού», θέλοντας να διαψεύσουν τον παλιό στίχο του Σαββόπουλου πως είναι «έρημοι και απρόσωποι». Οι πολιτικοί (όχι μόνο της Αριστεράς) αφαίρεσαν τη γραβάτα από τον ενδυματολογικό τους κώδικα υιοθετώντας το στυλ με τα ανοιχτά πουκάμισα ως σύμβολο λαϊκότητας. Στις τηλεοπτικές συζητήσεις οι βασικοί καταγγέλλοντες του ξεπεσμού του δημόσιου λόγου και των τηλεπαραθύρων αναδεικνύονται στους καλύτερους μαθητές τους, αναπτύσσοντας τη στρατηγική της επιθετικότητας, της εύκολης ατάκας, του εκ προοιμίου προσβεβλημένου που δεν θα αφήσει τίποτα να πέσει κάτω, διακόπτοντας σε κάθε ευκαιρία τους συνομιλητές τους. Ενδιαφέρον μάλιστα έχει ότι αυτή η στρατηγική δεν γνωρίζει έμφυλους διαχωρισμούς και ότι, συχνά, πολιτικοί εκπρόσωποι του «ασθενούς» φύλου διεκδικούν τα πρωτεία στη «μάγκικη» ή στην «επιθετική» υφολογία.


Οι συνδικαλιστές κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα φόρεσαν τα μπουφάν τους, πύκνωσαν τα γένια τους και με συνοφρυωμένο πρόσωπο κάνουν σε κάθε ευκαιρία επίδειξη γενναιότητας και αντάρτικης κοσμοθεωρίας, φτάνοντας ακόμη και σε σουρεαλιστικές απειλές ότι δεν θα θάβουν τους νεκρούς για να μη βγουν κάποιοι συνάδελφοί τους στη διαθεσιμότητα. Το πλάνο στην κλούβα της Αστυνομίας που θα αποδεικνύει την κρατική καταστολή απέναντι στο «χειμαζόμενο εργατικό κίνημα» είναι το ζητούμενο που εύκολα ικανοποιείται με βάση αυτές τις εκφράσεις επιμελημένης ακρότητας.


Καλλιτέχνες της έντεχνης αλλά και της λαϊκής-ποπ μουσικής σκηνής επιδίδονται σε ανταγωνισμό μιας επαναστατημένης στιχουργικής που είχε ήδη κάνει την εμφάνισή της και πριν από την κρίση στις καλοκαιρινές παραλίες, κάνοντας τους λουομένους να λικνίζονται στους ρυθμούς του καταγγελτικού ελληνικού χιπ-χοπ. Σε πλήρη ασυνέχεια με την πρώτη μεταπολιτευτική πολιτικού περιεχομένου στιχουργική, τα σημερινά αντίστοιχα τραγούδια, είτε επιθεωρησιακά (π.χ. Σταμάτης Κραουνάκης) είτε χασαπικο-βαρύγδουπα (π.χ. Notis Σφακιανάκης), καλούν στην απόλυτη αποστράτευση, στον μηδενισμό του πολιτικού συστήματος, στη μελοποιημένη μούντζα. Αδύναμα πια να αποθεώσουν την προσφυγή στην πολυτελή κατανάλωση και στην ερωτική ιδιώτευση, όπως έκαναν τις προηγούμενες δεκαετίες, εξιδανικεύουν την επανάσταση με αιτία τον εκπίπτοντα συλλογικό ναρκισσισμό.