"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Πεθαίνουν άνθρωποι με ιδιότητες

Toυ ΚΩΣΤΑ ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Πένθος είναι οι ώρες που ένας αγαπημένος νεκρός ψάχνει να κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο της μνήμης σου. Να κατασταλάξει σε ποιο από όλα  θα μπει για να συνεχίσει να υπάρχει στη ζωή σου  μέχρι να γίνεις κι εσύ ένοικος στο ξενοδοχείο της μνήμης κάποιου άλλου.  

Έτσι πάει, θέλουμε δεν θέλουμε. Όμως αυτό το πέρασμα στην «άλλη πλευρά του χρόνου», δεν είναι ίδιο με καμία άλλη μετάβαση. Είναι ο θρήνος, είναι η βασανιστική απώλεια, είναι οι καθημερινές δραματικές υπενθυμίσεις της απώλειας. Μέσα σε όλη αυτήν την πανδημική καταιγίδα περίπου εκατό άνθρωποι κάθε μέρα, μέχρι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, τουλάχιστον, είχαν να διαλέξουν τέτοια δωμάτια στα ξενοδοχεία της μνήμης των αγαπημένων τους ανθρώπων. Ένας φαύλος κύκλος θανάτου και ανυπαρξίας, μια αλυσίδα σκληρού πόνου, πόνου που τσακίζει ανελέητα όποιον διαθέτει τον μέσο όρο της ενσυναίσθησης.

Ανακοινωθέντα πάνε κι έρχονται, τόσοι οι νεκροί, τόσα τα νέα κρούσματα, τόσοι οι διασωληνωμένοι -υποψήφιοι δηλαδή νεκροί που μπορεί να τη γλιτώσουν, μπορεί και όχι- τόσοι συνολικά οι νεκροί σε όλη τη χώρα από την έναρξη της πανδημίας, αυτό δήλωσε ο τάδε, το άλλο είπε ο δείνα, πάμε τώρα σε άλλες ειδήσεις. Στο ραδιόφωνο, στο αυτοκίνητο με το ένα μάτι στον μπροστινό και το άλλο στο κινητό στο δίπλα κάθισμα, πάμε για άλλα. Προσπερνάς τον διπλανό οδηγό, προσπερνάς και την είδηση των μαζικών θανάτων και πας κι εσύ για άλλα. Μαζί με όλους τους άλλους, αυτούς που ανήκουν στους τυχερούς της στιγμής, στους τυχερούς που ούτε και οι ίδιοι ξέρουν τη διάρκεια της τύχης τους. Το κόστος της οικονομίας, το κόστος του λιανεμπορίου, το κόστος της πανδημίας, το κόστος της ύφεσης.  

Και το κόστος της εξοικείωσης με τον μαζικό θάνατο; Ποιο είναι;

«Γιατί μόνο τού αγαπημένου το πένθος δεν το ζεις, αλλά το πνίγεις με τον αργό θάνατο στον οποίο εκτίθεσαι συ ο ίδιος»*. Είναι και αυτό θάνατος. Είναι και χιλιάδες άλλα, πρωτόγονα, αρχέγονα, βαθιά όσο και η ύπαρξη ή καταγωγή μας. 

Η πολιτισμική σχέση μιας κοινωνίας με τον θάνατο και τους νεκρούς είναι αυτή που ρυθμίζει και τη σχέση με τη ζωή. Αυτό συμβαίνει σε όλες τις κοινωνίες του κόσμου. Ακόμα και σε μεγάλους πολέμους, οι εχθροπραξίες σταματούν για να θάψουν οι εμπόλεμοι τους νεκρούς τους.  

O νεκρός χάνει τα πάντα, τού μένει ένα όνομα. Παραμένει μια οντότητα που μπορεί να μην αναπνέει αλλά συνεχίζει να ζει με το δικό της τρόπο, μέσα στους άλλους. Δεν είναι ένα τυχαίο κλικ σε ένα ημερήσιο Excel, τυλιγμένο από την αχλύ του μεταθανάτιου κυνισμού της στατιστικής.

Μεγάλη αλήθεια αυτό που είχε πει ο Κίρκεγκορ, ζούμε τη ζωή υποχρεωτικά προς τα μπρος αλλά...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ: Δεκαπέντε λεπτά

Από την Γλυκερία Μπασδέκη

Πιάνουνε την άμμο που είν' βρεμένη 
και βαριά φτιάχνουνε καλύβες, σπίτια, δέντρα, 
όλα χρυσά μα ο άνεμος τα ρίχνει ξαφνικά 
η ζωή είναι ένα όνειρο λέει το τραγούδι τους στον Θεό (...) 
― Γιώργος Ρωμανός 

Aν ήταν χίλια ή δύο χιλιάδες, αν η μαμά η Θέτιδα σε είχε βουτήξει εγκαίρως ανφάς και προφίλ κι ολόσωμο στην αμβροσία πριν την διακόψει εκείνο το χαζό ντριν ντριν, αν ήσουν ο Ιησούς Χριστός ή ο Ξέρξης, άντε -ας πάει και το παλιάμπελο.  

Αλλά δεν είσαι. 

Αν δεν σε κάνουν Τατζ Μαχάλ, Τζοκόντα, διδακτορικό στη Σορβόνη, οδό Πρωτευούσης, δημοτικό τραγούδι, κυβερνήτη στο Εντερπράιζ, λήμμα στην Παγκόσμια ιστορία της Ατιμίας, μην βασανίζεσαι.  

Δεν είσαι αθάνατος, δεν θα απασχολήσεις την συλλογική μνήμη για παραπάνω από δεκαπέντε λεπτά. 

Σε τρεις γενιές το πολύ δεν θα σε θυμάται κανείς. 

Μόνη σου ελπίδα οι αρχαιολόγοι που θα μελετούν την καθημερινή ζωή στον αιώνα σου. Κι αν είσαι τυχερός και σε σαρώσει το σκουπάκι, πάλι καλά. Τζόκερ είναι κι η σκαπάνη, μια που το 'φερε η κουβέντα. Τόσοι και τόσοι ωφέλιμοι στριμώχθηκαν στην κληρωτίδα για να σταθεί η μπίλια στο κολλημένο σε σταλαγμίτη κρανίο σου και να σε κάνει φίρμα ο Πουλιανός.  

Πιθανότητες αθανασίας όλα, αγαπημένε μου συνάνθρωπε. 

Δεν λέει να περιμένεις τον Βέντρις ν' αποκρυπτογραφήσει τη λίστα με τα ψώνια σου στον Μασούτη. Δεν χρειάζεται να κρεμιέσαι απ' την Αγγελική Κοτταρίδη, μπας και σκοντάψει στα χρυσά σου τα σκουλαρίκια απ' του Λαλαούνη, μισοτιμής. 

Γράψε αυτό το ρημαδογράμμα και μη σε νοιάζει αν θα το σχίσει. Στείλε εσύ τις γλαδιόλες στην ονομαστική του κι ας τσακιστούνε απ' τον πέμπτο. Πες ότι τον αγαπάς κι ας μην σου γράψει την 'Ερημη χώρα- δεν κρατιόμαστε όλοι απ' τον 'Ελιοτ σ' αυτή τη ζωή.  

Δεν είσαι αθάνατος. Αλλά μπορεί και να σ'αγκαλιάσει αυτός που τώρα αλλάζει πεζοδρόμιο.  
Μπορεί και να τη βγάλεις με καθαρή τη μαγνητική. Μπορεί και...

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: "elpizw mia mera na me prose3eis "

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Toυ OLD-BOY

Μάλλον κάπως έτσι λειτουργεί ο έρωτας, όπως υπαινίσσεται ο -κατά πάσα πιθανότητα- έφηβος φίλος μας: ως μια ελπίδα προσοχής. 

Μπορούμε δηλαδή να τον δούμε να νιώθει, όσο εκείνη δεν τον προσέχει, αόρατος. Κι αυτός της επισημαίνει ακριβώς ότι είναι ορατός και υπαρκτός και αυθύπαρκτος και ξεχωριστός από όλους τους άλλους συμμαθητές. 

Υπάρχω, της λέει, είναι σαφές ότι υπάρχω, εγώ το ξέρω ότι υπάρχω, αυτό που βράζει μέσα μου με πείθει ότι υπάρχω, αλλά αν δεν σταθεί επιτέλους το βλέμμα σου επάνω μου, αν δεν με εντοπίσεις επιτέλους, αν δεν με προσέξεις επιτέλους, αν δεν καταλάβεις επιτέλους ότι είμαι άξιος της προσοχής σου, αν δεν αξιωθώ επιτέλους το βλέμμα σου, θα μένω πάντα κι εγώ με την αμφιβολία για το πόσο ορατός είμαι, για το πόσο ξεχωριστός είμαι, για το πόσο αξίζω να προσεχτώ.  

Πρόσεξέ με. Με το βλέμμά σου ανάσυρέ με από τους αόρατους. Κατάστησέ με ορατό, κατάστησέ με φωτεινό, βγάλε με στο φως. Δες με. Και βλέποντάς με εσύ, θα με δω επιτέλους κι εγώ. Χωρίς την αμφιβολία. Πρόσεξέ με - διάλεξέ με - δικαίωσέ με. 

Ο έρωτας είναι ένα διαρκές παιχνίδι ανασφάλειας, επιβεβαίωσης, ταυτότητας:

ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Σιγά μην κλάψει, σιγά μη φοβηθεί

 

 

(Πραγματική ιστορία - Η κορούλα του Ηλια Μαγκλίνη βγήκε νικήτρια από μια απίστευτη μάχη με τον καρκίνο και Ηλίας περιγράφει μια από τις εμπειρίες που ο ίδιος έζησε στο νοσοκομείο κατα τη διάρκεια της περιπέτειας αυτής...)

 


Του ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ

Την είδα ξανά, ύστερα από πολύ καιρό, στα εξωτερικά ιατρεία. Εδειχνε τόσο καλά. Και οι γονείς της: λες και είχαν απαλλαγεί από ένα ασήκωτο φορτίο.  

Τότε, στην κλινική, όλα ήταν αλλιώς, και για τη δική της οικογένεια και για τη δική μας.

Κάποτε, γυρόφερνα άσκοπα στον διάδρομο της κλινικής, μπας και κατευνάσω τα νεύρα μου, περνώντας έξω από τα δωμάτια των παιδιών, όταν κάτι με έκανε να σταματήσω έξω απ’ το δικό της δωμάτιο. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Καθόταν σταυροπόδι στο κρεβάτι και άκουγε μουσική στο YouTube από το λάπτοπ.

Κάπως έπρεπε να κυλήσει ο χρόνος και για ένα δεκαπεντάχρονο κορίτσι που είχε πρηστεί και παραμορφωθεί από τις κορτιζόνες. Οι χημειοθεραπείες είχαν απογυμνώσει το κρανίο της. Ακόμα και τα φρύδια και οι βλεφαρίδες είχαν εξαφανιστεί, όπως και στη δική μου κόρη, όπως και σε όλα τα άλλα παιδιά εκεί μέσα, μικρά και μεγάλα.

Στα δεκαπέντε της, ήξερα ότι ένιωθε απωθητική με τον συντριπτικό εκείνο τρόπο που το αισθάνονται οι έφηβοι. Στο Facebook και στο Instagram παρακολουθούσε ξεροσταλιάζοντας την παρέα της να γυρίζει στα γνωστά μέρη. Ισως να έβλεπε και κάποιο αγόρι που τελικώς προτίμησε μια φίλη της ή μια αντιπαθητική συμμαθήτριά της απ’ το σχολείο: η νόσος τής είχε κλέψει και το αγόρι.

Τις νύχτες, δεκαπεντάχρονη ούσα, σκεφτόταν πως η ζωή της κινδύνευε. Αυτό που δεν απασχολούσε τα παιδιά που νόσησαν στα τέσσερα και στα πέντε. Αυτή η ευλογημένη άγνοια.

Θα πήγαινε για μεταμόσχευση μυελού, πράγμα που σήμαινε ότι καλό θα ήταν προηγουμένως να καταψύξει ωάρια: τα ποσοστά υπογονιμότητας στα κορίτσια αυτά εξακοντίζονταν ύστερα από τέτοιες διαδικασίες.

«Δεν δίνω δεκάρα αν κάνει παιδιά ή όχι», μου είπε ο πατέρας της. «Να ζήσει θέλω». Μιλούσε για όλους μας εκεί μέσα: να ζήσουν τα παιδιά, τίποτε άλλο.
 

Εκείνη την ημέρα, έξω απ’ το δωμάτιό της, την άκουσα να σκεπάζει με τη λεπτή φωνή της την μπάσα φωνή του τραγουδιστή. Τι άκουγε το εφηβάκι; 

«Σιγά μην κλάψω, σιγά μη φοβηθώ!»  

Να την τόνωνε η κοινωνική αμφισβήτηση του τραγουδιού; Η ρομαντική τραχύτητα στην εκφορά των στίχων από τον Αγγελάκα;  

Στους σχεδόν ινδιάνικους αλαλαγμούς της εισαγωγής, τα έδινε όλα κι εκείνη.

Οταν την είδα ξανά στα εξωτερικά ιατρεία, είχε ξεπρηστεί. Το μαλλί της, ζωντανό και υγιές ξανά, ένα προσωρινό καρεδάκι. Και είχε υπέροχες βλεφαρίδες.

Ηξερα πως είχε υποστεί μιαν ανείπωτη ταλαιπωρία στον τρίτο όροφο των μεταμοσχεύσεων, κυρίως όμως μετά. Αλλά ούτε ίχνος δεν είχε απομείνει από τον οδοστρωτήρα που πέρασε από πάνω της.

Η μητέρα της μας ρώτησε πώς ήταν η κόρη μας. 

Χαμογελάσαμε ο ένας στον άλλο. «Μια χαρά βλέπουμε και τη δικιά σου», της είπα. 

Μου απάντησε:  

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Θάνατος και πολιτική (κοσμογονία)

 

Του ΘΑΝΑΣΗ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Πολλοί νόμισαν ότι τον γνώρισα στο Μάτι. Εκεί, όμως, ίσα που προλάβαμε να συστηθούμε. Όσο -ελάχιστα δευτερόλεπτα- διήρκεσε η μετακίνησή μου από το σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το αυτοκίνητο μου (λίγο πριν αναφλεγεί) μέχρι την εμβύθισή μου στα νερά της Αργυράς Ακτής, οπότε ένιωσα πλέον διασωθείς, έστω και αν το θερμοπυρικό κύμα και οι καιόμενες εκτινασσόμενες ύλες ξύριζαν, μαζί με τη βαθιά κάπνα, την επιφάνεια του νερού.

Τώρα όλα ήταν (είναι) διαφορετικά. Στην αρχή οι ήπιες εκδοχές από τους γιατρούς: 

«Ε, κάνα βασικοκυτταρικό» καρκίνωμα θα είναι. Μετά, το έψαξα και εγώ βέβαια, «στο αυτί οι ακανθοκυτταρικοί είναι συνηθέστεροι»… «Η εικόνα και το ιστορικό του δικού σου σε ακανθοκυτταρικό παραπέμπει»… «Κατά πάσα βεβαιότητα τέτοιος είναι»… «Αυτοί σε ποσοστό περίπου 30% κάνουν μεταστάσεις στους λεμφαδένες»… Κοκ.

Εδώ λοιπόν δεν συστηθήκαμε απλώς. Γνωριστήκαμε -στην πραγματικότητα τώρα γνωριζόμαστε, δεν έχω ακόμη τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές αποτελέσματα βιοψίας- καλά.

Επειδή όμως η επαγγελματική διαστροφή εγκαταλείπει -ίσως μετά και από την ελπίδα- τελευταία τον άνθρωπο, αυτή η εμπειρία, αυτή η «γνωριμία» με ώθησε σε κάποιες πολιτικές σκέψεις. Κυρίως σε σχέση με την πολιτική μετριοπάθεια που πρέπει να διαπνέει τον άνθρωπο… (Όπως ίσως, σε ανάλογη κατάσταση, ένα μοντέλο θα σκεφτόταν τη ματαιότητα του πολύ ακριβού ντυσίματος, του εξεζητημένου μακιγιάζ κλπ…).

Εδώ και αιώνες, αναλογίστηκα -ο Μαρξ δεν υπήρξε παρά ένας σταθμός εν προκειμένω- οι άνθρωποι δημιουργούν κοσμοαναπλαστικές ιδεολογίες. Οι οποίες, εφαρμοζόμενες, θα οδηγήσουν «με βεβαιότητα» στον «καλύτερο δυνατό κόσμο». Κάτι που συχνά κάνει τις κοινωνίες να περιφρονούν ιδεολογίες που αποσκοπούν σε έναν κόσμο κατά το δυνατόν καλύτερο…

Αν, όμως, οι άνθρωποι είχαν ανά πάσα στιγμή συνείδηση πόσο σύντομοι και προσωρινοί είναι επί του κόσμου αυτού, ίσως με περισσότερη σεμνότητα –αλλά και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα- θα επιδίωκαν τις τομές, τις βελτιωτικές πρακτικές, τις ρεαλιστικές ρήξεις, τις επιτεύξιμες αναβαθμίσεις θεσμών και κοινωνικών σχέσεων που θα τους επέτρεπαν να αφήσουν πίσω τους τον κόσμο κρείσσονα και όχι χείρονα, βελτιωμένο μάλλον παρά διχασμένο.

Και αποτελεί ύψιστη υποκρισία εκ μέρους των «κοσμοαναπλαστών» ο ισχυρισμός πως υπηρετούν στόχους που αφορούν τις μελλοντικές γενιές. Τις αμετροεπείς φιλοδοξίες τους υπηρετούν και την αυτοτροφοδοτούμενη διάθεσή τους να τιθασεύσουν διά παντός το μέλλον. «Προς όφελος» των γενεών τις οποίες φυσικά και δεν ερώτησαν εάν έχουν τα ίδια προτάγματα και αν θα έκαναν τις ίδιες επιλογές. 

Στην πραγματικότητα όμως λειτουργούν εις βάρος του ιστορικού μέλλοντος από το οποίο θέλουν να αφαιρέσουν τη δυνατότητα να αυτοδιαμορφώνεται, να αυτοκαθορίζεται, να αυτοαξιολογείται και να αυτοϊεραρχεί τις προτεραιότητες και τις προτιμήσεις του.

Αν όμως οι άνθρωποι μάθουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν με τα μάτια του μελλοθάνατου, τότε...

 

ΧΡΟΝΟΣ - ΑΝΘΡΩΠΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το εξώφυλλο που με θύμωσε

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

 Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Το εξώφυλλο του TIME με θύμωσε. 

Οχι για το ότι χαρακτήριζε το 2020 ως τη χειρότερη χρονιά. Τόσους νεκρούς που μέτρησε η ανθρωπότητα, σίγουρα ήταν μια κακή χρονιά, αλλά για το ότι την «έσβηνε». 

Τόσο θρασύ, τόσο αχάριστο που ένιωσα εκείνο το τεράστιο Χ, λες και κάνεις delete ενός χρόνου.  

Τι λέτε μωρέ; Ετσι σβήνονται οι χρονιές που αξιωνόμαστε;  

Τότε η Αφρική δεν έπρεπε να αξιωθεί ούτε μία χρονιά ύπαρξης! 

Το εξώφυλλο του TIME με γύρισε σε εκείνο το υπόγειο. Το πιο χαμηλοτάβανο που μπορείς να φανταστείς. Ασφυκτικό και για ποντίκια. Και εκείνα τα θηριώδη μηχανήματα… Οι άχρωμοι χώροι… Ο φόβος, η αγωνία, η ανασφάλεια να έχει ποτίσει τους τοίχους. Κι εκείνα τα κορίτσια που περνούσαν και περνούν ώρες της καθημερινής ζωής τους, μελετώντας σώματα και λέγοντας τα ίδια και τα ίδια: «Μην αναπνέετε», «Τώρα αναπνεύστε». [Η Ρέα η οποία πέρασε μια περιπέτεια με τον καρκίνο αναφέρεται στους Αξονικούς και Μαγνητικούς Τομογράφους]

Και θυμήθηκα και εκείνα τα δωμάτια, που ενώ τα προσπερνάς, βλέπεις μόνο πόδια και συνοδούς που κάθονται βαριεστημένα. Και χρόνος τόσο φρικτά ακίνητος, να τον κόψεις με το μαχαίρι. 

Και εκείνον τον άνδρα. Αγνωστός μου. Πού και να φανταζόταν ότι θα είχε καταγραφεί μέσα, λες, ως γνωστός μου; Πέρασε δίπλα μου σαν τρένο, υπερταχεία, τόση φόρα θυμού που είχε, νόμισα ότι με κούνησε ολόκληρη και είπα μέσα μου: «Α, τον γάιδαρο που μεταφέρει τόσο θυμό εδώ, που όλοι έχουμε ανάγκη ηρεμίας» και μετά από ώρα τον είδα και ήταν ο ίδιος, αλλιώς. Χαμένος, αφημένος, παραδομένος στο «τίποτα» και είχε στον ώμο του το κεφάλι μιας γυναίκας. Που αναγνώριζες στο προσωπάκι της όλα τα στοιχεία της μάχης του καρκίνου. Στον ώμο του είχε βρει απάγκιο. Ωστε γι’ αυτό είχε θυμό ο άνδρας; Για ό,τι οι γυναίκες υπομένουν, οι άνδρες θυμώνουν. Τους κοίταζα και ήταν δυο ναυαγοί σε ένα υπόγειο νοσοκομείου. 

Το εξώφυλλο του TIME με θύμωσε. Θυμήθηκα πολλά. Στις πάλες, κάθε άνθρωπος και άλλη περίπτωση. Για το μόνο κοινό που είμαι σίγουρη είναι, ότι σε εκείνες τις αναμονές, τις ώρες τις ατέλειωτες, εκεί που ο άνθρωπος ζητάει κάπου να πιαστεί… Εκεί που κάθεσαι με κλειστά, ακόμα κι αν είναι ανοιχτά, τα μάτια… Τρέχει, τρέχει το μυαλό σε θάλασσες, σε ανατολές, σε ηλιοβασιλέματα, σε μάτια, σε βλέμματα, σε αγκαλιές, σε ταξίδια, στο δέντρο, εκείνο το συγκεκριμένο στη μέση του κήπου και στα ποδαράκια που το σκαρφάλωσαν, στο μακρύ τραπέζι και στα γέλια μας, σε στιγμές τόσες δα που ο χρόνος τις ψήλωσε τεράστιες. Και αναπολώντας τις λες «Αχ! Αχ και να….». 

Ανθρωποι που διαπραγματεύονται μια μέρα σαν μια ζωή! Κι έρχεσαι, ρε TIME, και εν ονόματι μιας πανδημίας…  

Πόσες και πόσες καταδέχτηκε η ανθρωπότητα;  

Ερχεσαι να κάνεις delete μια χρόνια;  

Ναι, ήταν πολλοί οι νεκροί. Αλλά...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μπαμπά;

Οι άνθρωποι αποφεύγουν να μιλούν για τον θάνατο, ιδίως όταν αυτός δεν τους έχει χτυπήσει τη πόρτα.  


Ενας παπάς μού έλεγε πριν από χρόνια ότι ακόμα και εκείνοι που στις κηδείες σπρώχνουν για να βρεθούν μπροστά-μπροστά την στιγμή της ταφής, το κάνουν για να ανακουφιστούν ότι εκείνοι είναι ακόμα εν ζωή. 


Για μένα, που τον βρήκα μπροστά μου τον άτιμο από τα παιδικά μου χρόνια, η πιο βαριά επίπτωσή του δεν είναι τόσο πολύ ότι αναγκάζεσαι να συνηθίσεις την απουσία ενός αγαπημένου σου προσώπου, όσο το να συνειδητοποιείς ότι η μνήμη, τελικά, δεν αποθηκεύει εκείνα που έχεις πραγματική ανάγκη: Την αίσθηση ενός αγγίγματος τη στιγμή που το χρειαζόσουν. Τον τόνο της φωνής, σε καλές και άσχημες στιγμές. Ένα χαμόγελο που καμιά, ποτέ, φωτογραφία δεν μπορεί να αποτυπώσει. Ένα νεύμα, που ήταν αρκετό να σε διαβεβαιώσει ότι «όλα θα πάνε καλά, μη στενοχωριέσαι». 


Με συγκλόνισαν, θυμάμαι, τα λόγια που είπε ο Θανάσης Βέγγος σε μία τηλεοπτική εκπομπή, όπου τον κάλεσαν για να τον βραβεύσουν, ένα-δύο χρόνια πριν πεθάνει: «Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία. Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια. Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια. Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν. Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις κι εσύ όσο μεγαλώνεις».   

Σήμερα, είμαι μπλεγμένος κι εγώ στα πολλά χέρια που απλά με κατσιάζουν. Και μου λείπει εκείνο το ένα, που πάντα έκανε τη καρδιά μου να φτερουγίσει.  


Ο Ηράκλειτος έλεγε: «Στην αναζήτηση της αλήθειας, να είσαι έτοιμος για το απροσδόκητο, επειδή είναι δύσκολο να τη βρεις και σε συγκλονίζει όταν την ανακαλύψεις». Είναι λόγια που τα βρίσκω στην εισαγωγή ενός βιβλίου που με κράτησε ξάγρυπνο τρεις νύχτες, και θα ‘θελα να το μοιραστώ μαζί σας, όσο κι αν το θέμα του, ο θάνατος και η μοναξιά, μοιάζει, και είναι, στενάχωρο. Τιτλοφορείται «Η Επινόηση της Μοναξιάς», είναι γραμμένο από τον αμερικανό συγγραφέα Πολ Οστερ (Paul Auster), και κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» σε μετάφραση Σταυρούλας Αργυροπούλου.  


Ξεκινάει έτσι: «Τη μία μέρα υπάρχει ζωή. Ενας άνθρωπος, για παράδειγμα, με θαυμάσια υγεία, ούτε καν γέρος, χωρίς ιστορικό ασθενειών. Όλα είναι όπως ήταν, όπως θα είναι πάντα. Εκείνος ζει από μέρα σε μέρα, νοιάζεται μονάχα για τη δουλειά του, ονειρεύεται μονάχα τη ζωή που απλώνεται μπροστά του. Και έπειτα, ξαφνικά, υπάρχει θάνατος. Ο άνθρωπος αφήνει έναν αναστεναγμό, σωριάζεται στην καρέκλα του κι έρχεται ο θάνατος. Το αιφνίδιο του πράγματος δεν αφήνει περιθώρια για σκέψεις, δεν δίνει στο μυαλό την ευκαιρία να αναζητήσει μια λέξη που θα μπορούσε να προσφέρει παρηγοριά. Μένουμε μονάχα με τον θάνατο, το αδιαμφισβήτητο γεγονός της θνητότητάς μας».  


Εμαθα τα νέα για τον θάνατο του πατέρα μου, κάποια χρόνια πριν, τέτοιες μέρες, όταν...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πόσο κοστίζει μία ζωή;

Του ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗ



Η αλήθεια είναι ότι στην επιτροπή του ΕΟΔΥ δεν υπήρχε ομοφωνία. Ορισμένοι επιστήμονες, αυτοί που μειοψήφισαν στην τελική εισήγηση, πρότειναν να μην ανοίξουν καθόλου τα σχολεία, ακολουθώντας το παράδειγμα και άλλων χωρών. Όχι, βέβαια, για την προστασία των παιδιών, αλλά των ευπαθών ομάδων με τις οποίες έρχονται σε επαφή.

Η άποψη που επικράτησε δείχνει περισσότερο πολιτική.  


Στην κυβέρνηση θέλουν να ανοίξουν τα σχολεία για να αποκατασταθεί, στο μέτρο του εφικτού, μία αίσθηση κανονικότητας, ενώ δέχονται την επιστημονική άποψη που εκτιμά ότι έτσι θα ξεκινήσει το χτίσιμο ενός βαθμού ανοσίας.

Είναι και κάτι ακόμα που δεν μπορούν να συνομολογήσουν -κανένας πολιτικός δεν μπορεί. Δεν γίνεται αλλιώς. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο επιλογές: 


Είτε θα πηγαίνουμε σε lockdown μέχρι να βρεθεί το εμβόλιο  


Είτε, σταδιακά, οι περισσότεροι από μας θα πάρουν τον ιό και θα αποκτήσουν ανοσία για άγνωστο, προς το παρόν, διάστημα. 


Ωστόσο όλοι γνωρίζουμε ότι η πρώτη επιλογή δεν υφίσταται. Όταν η πανδημία επιστρέψει το φθινόπωρο, το πιθανότερο είναι να γίνουν όλοι «Σουηδοί». Κοινώς οι ευπαθείς στο σπίτι και οι υπόλοιποι να χτίζουν ανοσία, έχοντας ως «κεφάλαιο» αυτούς που τα κατάφεραν στην πρώτη φάση. Αν σε αυτούς προσθέσεις το μεγάλο (απροσδιόριστο) ποσοστό των ασυμπτωματικών, τότε ελπίζεις τα μαθηματικά σου να είναι σωστά και το σύστημα Υγείας να αντέξει την πίεση, η οποία, έχοντας απομονώσει τους ευπαθείς, εκτιμάς ότι θα είναι διαχειρίσιμη.

Τον χειμώνα που πέρασε ο κόσμος επιβεβαίωσε το ανεκτίμητο της ανθρώπινης ζωής - κάτι τέτοιο δεν θα συνέβαινε παλαιότερα. Ποιος, όμως, μπορεί να στοιχηματίσει ότι θα το κάνει και τον επόμενο χειμώνα; 


«Δεν είναι απόλυτο ότι όλα υποχωρούν μπροστά στην αξία της ανθρώπινης ζωής» ειπε ο Σόιμπλε και σήκωσε θύελλα διαμαρτυριών για τον κυνισμό του.  

«Οι γενιές που φεύγουν ίσως πρέπει να θυσιαστούν για την ευημερία των παιδιών και των εγγονιών τους» είχε δηλώσει, με κατάπτυστο θράσος, ένας ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής στις ΗΠΑ

Αν αυτές οι δηλώσεις επαναληφθούν τον επόμενο χειμώνα, να είστε σίγουροι ότι...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Βόλτα στα χρόνια του κορονοϊού

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Μου θυμίζω τον Απόλλωνα. Τις τελευταίες ημέρες ο Απόλλωνας έρχεται συχνά στη μνήμη μου και νοητά τού χαμογελάω και μετά λίγο ψυχοπονάω για το ό,τι μου λείπει. Εχω συνδέσει την παρουσία του με άνοιξη ενώ εξυπακούεται ότι έζησε μαζί μας όλες τις εποχές του χρόνου, για χρόνια και χρόνια. Του είχα μεγάλη αδυναμία. Τόσα σκυλιά πέρασαν από τη ζωή μας… Ο Απολλωνάκος ήταν ξεχωριστός. 


Μου θυμίζω τον Απόλλωνα όταν μυριζόταν βόλτα και χόρευε στο ίδιο σημείο κάτι, σαν τον χορό των Ινδιάνων. Και μετά επιβεβαίωνε «βόλτα» παρακολουθώντας με, να πιάνω το λουρί του και εκεί πια γινόταν, το «έλα να δεις!». Γέμιζε τον τόπο με σάλια καθώς έσταζε από παντού «λαχτάρα!». 


Μου θυμίζω τον Απόλλωνα που δεν προλάβαινε αισθήσεις. Ένα ρουθούνι όλο κι όλο!… Για τόσες μυρουδιές, για τόση ομορφιά… Πώς το λέει το αγαπημένο μου τραγούδι της Φωτεινάρας της Βελεσιώτου; «Θυμάρια ρίχνω στις φωτιές, με τυραννούν οι ομορφιές….».  


Αυτό το θέμα είχα από μικρό παιδί. «Με τυραννούν οι ομορφιές». Παντού, σε όλα, και στην ασχήμια ακόμα. Θα βρω το τεμάχιον της ομορφιάς που της αναλογεί.  


Τούτες τις ημέρες για παράδειγμα… Η ευλογία της καραντίνας! Για την ώρα της βόλτας… Ολα χαλάλι! Και ξαμολιέμαι σαν κόπρος σκύλος. Σαν όταν το σκάγαμε από τη μάνα μας στην εφηβεία. Σαν τότε που δεν σκαμπάζαμε! Και καβαλούσα το μηχανάκι μου, εκείνο το μικρό, το κίτρινο, το Honda-κι μου που έκανε σαν κουνούπι και έφευγα… 


Εφευγα, γενικώς. Είχα την διεγερτική αίσθηση ενός «φεύγω!» και όταν μάλιστα την νύχτα είχε ψοφόκρυο, έτρεχαν τα μάτια δάκρυ που κοκκάλωνε γραμμή οριζοντίως. Γκρινιάξτε όσο θέλετε!… Γι’ αυτή και μόνο την ώρα… Η ευλογία της καραντίνας! Τι ταχυδακτυλουργικά μεγιστοποίησε τις αισθήσεις! Λειτουργούν στο απόλυτο τιμώντας τον κόσμο, τον αληθινό. Τον προλαβαίνουμε. Πρώτα πάει ο κόσμος και μεις ακολουθούμε πίσω του σαν να παραδεχόμαστε ότι ξέρει καλύτερα τη διαδρομή. Ενώ πριν τρέχαμε ατάκτως, πιο μπροστά και από τη ζωή μας την ίδια. 


Προχθές με τράβηξαν από τη μύτη τα άνθη μιας λεμονιάς σε έναν άχαρο δρόμο με όλο κλειστά καταστήματα. Κόλλησα το ρουθούνι μου επάνω της. Εκλεισα μάτια. Δεν υπάρχει, δεν υπάρχει αυτό το άρωμα! Με μαγεύουν και τα αγριολούλουδα. Ακόμα και όταν σκάνε μύτη σε πεζοδρόμια. Οι μαργαρίτες… Οι άσπρες. Μόνο οι άσπρες… Δικές μου! Εκείνο το κίτρινο στο κέντρο τους που γλιστράει τόσο γλυκά και δημιουργεί στα άσπρα φύλλα το δικό του πλαίσιο, έξω από το καθορισμένο πλαίσιο. Ενα «έτσι μ’ αρέσει», όχι ένα «έτσι γουστάρω». Σιχαίνομαι το «έτσι γουστάρω». Τόσα χρόνια, τόσες λέξεις, αυτή, η σιχαμένη μου. Ενώ το «έτσι μ’ αρέσει»;  


Μετά έχω τις παπαρούνες. Μου φέρνουν παιδικό χεράκι να τις κρατάει σφιχτά. Τις στραγγαλίζει από πόθο να τις προσφέρει σε κάποια, σε κάποιον «πολύ»! Με την πλεονεξία των παιδιών που υπερτονίζουν «η καλύτερη μαμά», «ο καλύτερος μπαμπάς του κόσμου». Οι παπαρούνες είναι για όποιον, «πολύ»!  


Και μετά τα χαμομήλια. Δεν χωράει ο νους την ομορφιά του μινιμαλισμού τους. Και ένα σωρό άλλα, τοσοδούλια άλλα. Στο μέγεθος ενός κόκκου ρυζιού, τι μοβ και τι φούξια… 


Μ΄αρέσει και η θάλασσα. Ιδίως τώρα που δεν κολυμπιέται. Εμένα, που όλο τον χρόνο την κολυμπάω. Αίφνης, πλατωνικός έρωτας. Μπορεί να σε στείλει χειρότερα από τον άλλον.  


Μ΄αρέσουν και οι ήχοι το βράδυ. Το βράδυ έχει ωραία βόλτα. Κολυμπάω στην ησυχία. Και στερεώνω το αφτί μου στο αυτοκίνητο που θα περάσει. Στο ένα. Είχα ξεχάσει να χαίρομαι το αυτοκίνητο που περνάει όπως το κυνηγούνε παιδιά στο Κάιρο, στην Βομβάη… Και τρέχουν στο πλάι του όλο ευτυχία!  


Αγαπημένοι μου αναγνώστες. Ο κόσμος αλλιώς. Και μεις…Απόλλωνας. Κόπρος σκύλος. 


Πείτε με τρελή, πείτε με υπερβολική, πείτε με «Ρέα», πείτε ότι θέλετε… Πότε θα...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Παλιά ερωτήματα πίσω από τη σχισμένη αυλαία

Της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ
 

Οι καταστροφές κάνουν τους ανθρώπους σοφότερους, παρέχουν τη γνώση για την επανόρθωση λαθών, την εγκατάλειψη συνηθειών και πρακτικών που έκαναν τις κοινωνίες ευάλωτες, λένε επιστήμονες και φιλόσοφοι.  

Από τις αρχές του ’90 ο τότε πρόεδρος της Παγκόσμιας Κτηνιατρικής Εταιρείας Απόστολος Ράντσιος έλεγε, όπως και πολλοί άλλοι ειδικοί, ιδίως μετά και τις μεγάλες διατροφικές κρίσεις –νόσος των τρελών αγελάδων, διοξίνες, υπερκατανάλωση αντιβιοτικών (άνω του 50% της παγκόσμιας παραγωγής σκευασμάτων τελευταίας γενιάς) από ζώα, μελαμίνες– και τις συνεχείς υπερβάσεις των περιβαλλοντικών ορίων, ότι οι εξελίξεις τρέχουν πριν από τη δυνατότητα του ανθρώπου να αντιμετωπίζει τα «ατυχήματα», οι πανδημίες ελλοχεύουν και σε μια ορισμένη στιγμή ξεσπούν. Είναι μια εμπειρία που η ανθρωπότητα αποκτά μετά κάθε μεγάλη κρίση, καταστρώνει σχέδια –στο πιο ανεπτυγμένο κομμάτι της- και μετά... τα ξεχνάει. Η ζωή στην κόψη συνεχίζεται, οι κίνδυνοι γίνονται θολοί και το επόμενο κακό αιφνιδιάζει, σαν ποτέ να μην είχε προβλεφθεί. Ρέπουμε στο να αναμένουμε την κατακτημένη κανονικότητα, όχι την απροσδόκητη συμφορά.

Με τι υλικά θα χτιστεί το νέο;  

Με το καταστάλαγμα της πικρής γνώσης ή με τη λάβα νέων επεκτατικών ορέξεων, που εύκολα ικανοποιούνται σε στιγμές χάους;  

Οι πανδημίες επηρεάζουν όχι μόνο την υγεία – μετράμε καθημερινά τις απώλειες σε δεκάδες χιλιάδες θύματα και σε εκατομμύρια κρούσματα παγκοσμίως. Οχι μόνο την οικονομία – θα επακολουθήσει, είπε η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, μια κρίση ισχυρότερη της Μεγάλης Υφεσης· η μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ υπολογίζεται στα 5 τρισ. δολάρια· ήδη 10 εκατ. Αμερικανοί έμειναν άνεργοι μέσα σε λίγες εβδομάδες όταν ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 8,8 εκατ. από το 2008 έως το 2010 στις ΗΠΑ. Οι πανδημίες επηρεάζουν και τους στόχους μας, τους εξυγιαίνουν ή τους καταβαραθρώνουν –ίσως όχι για πολύ, αλλά για τόσο χρόνο ώστε να χαθεί η ευκαιρία– σε καιροσκοπικές, ατομικιστικές, ή στενά εθνικιστικές βάσεις. (Επαναλαμβάνεται συχνά από επίσημα χείλη ότι η Ευρώπη, ο κόσμος, πρέπει να δράσουν συλλογικά· ο «σώζων εαυτόν σωθήτω», οι αυταρχισμοί Τραμπ, Πούτιν, Μπολσονάρο δεν αποδίδουν καθώς όλοι βρισκόμαστε στην ίδια βάρκα.) Τέλος, οι πανδημίες επηρεάζουν και τις ιδέες μας για τον δισδιάστατο κόσμο μας, τον συσκευασμένο σε κουτάκια αλλά ευπόρθητο σε παγκόσμια δεινά, για το ευεπίφορο σε φανατισμούς, αντιφατικό, άνισο πλανητικό χωριό μας.  

Διασκορπίζουν τον χρόνο και τη διαδοχή, εισκομίζουν αβεβαιότητες, ενταφιάζουν βλέψεις, παρουσιάζουν μια φύση αχαρτογράφητη, σαν να σκίζεται η αυλαία της πραγματικότητας και να μην μπορούμε ακόμη να δούμε τίποτα από την άλλη πλευρά.

Τα παραπάνω, μαζί με τον φόβο της αρρώστιας, του θανάτου, την απώλεια οικείων, τη θρυμματισμένη κανονικότητα, την αίσθηση της κοινής ανθρώπινης μοίρας απέναντι στη λαίλαπα, επαναφέρουν τα βαθύτερα υπαρξιακά ερωτήματα που απασχολούσαν πάντα τον άνθρωπο σε μεγάλες κρίσεις. 

Το ζήτημα της αρχής και το ζήτημα του τέλους, το νόημα και την αξία της ύπαρξης. Δηλαδή, τα ερωτήματα που βασάνιζαν κάποιον όταν ο κόσμος ήταν πεπερασμένος και αμετάβολος, όταν δεν υπήρχε το κράτος ως μηχανισμός πειθαρχίας και προφύλαξης και στους λοιμούς ευδιάκριτα χαρασσόταν η γεωγραφία της κόλασης, μας βασανίζουν απαράλλακτα και τώρα, στους καιρούς των συστημάτων υγείας, του διευρυμένου σε διαστάσεις απείρου, επιστημονικού, τεχνολογικού, κοσμικού σύμπαντος, της εμπιστοσύνης στους ειδικούς, της λατρείας των επιστημόνων, των νέων ημίθεων, με τον αλτρουιστικό ηρωισμό του Προμηθέα και την τόλμη του Ικαρου.

Ερωτήματα που δεν αλλοιώνονται από τις νέες μορφές επικοινωνίας, διάδρασης, κοινωνικότητας, συνύπαρξης σε έναν χώρο άυλο, ψηφιακό, από τη μεταφορά των επαφών μεταξύ οικείων, των σχέσεων μεταξύ πολιτικής και βιολογικής ζωής στο cloud, από τη μετάλλαξη του απτού κόσμου σε ασώματο.

Μόνο οι απαντήσεις διαφέρουν. 

Κάθε εποχή, από την αρχή της Ιστορίας, από τότε που οι άνθρωποι εγκατέλειψαν τους νεολιθικούς οικισμούς και άρχισαν να ζουν σε πόλεις, επιχειρεί να ανασυστήσει μια νέα σκέψη.  

Ποια θα ήταν αυτή σήμερα; 

Ας υποθέσουμε: 

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο ιός της ζωής

Του ΗΛΙΑ ΜΑΓΚΛΙΝΗ

Προχθές έκανα ένα περίπατο στο A΄ Νεκροταφείο. Στον κεντρικό ναό, τους Αγίους Θεοδώρους, βρισκόταν σε εξέλιξη μια κηδεία. Από μέσα έρχονταν υπόκωφα οι ήχοι των ψαλμών.  


Κοντοστάθηκα μήπως ακούσω το περίφημο «Πού έστιν η του κόσμου προσπάθεια;» από τα νεκρώσιμα ιδιόμελα του Δαμασκηνού, το οποίο με παρηγορεί με μια υπόγεια, παράδοξη ομοιοπαθητική δυναμική. Πολύ γρήγορα, όμως, την προσοχή μου τράβηξε η απρόσμενη, αλλόκοτη ησυχία που επικρατούσε ακόμα και εντός του κοιμητηρίου.  


Κανονικά το Πρώτο, κάτι τέτοια μεσημέρια Δευτέρας, έχει αρκετό θόρυβο και πολυκοσμία. Παρατήρησα τους λεγόμενους φρακοφόρους που μεταφέρουν τα φέρετρα στους ώμους τους: φορούσαν όλοι τους ιατρικές μάσκες, κάθονταν παράμερα, σε απόσταση ο ένας από τον άλλο. Εξω από τον ναό, στέκονταν δυο τρεις άνθρωποι, με μάσκες και αυτοί, που προφανώς είχαν προσέλθει για να τιμήσουν τον νεκρό σε αυτό το ύστατο, άκρως μοναχικό πλέον, ταξίδι του.

Οι γάμοι και οι βαφτίσεις ξέρουμε πως έχουν απαγορευθεί, όχι όμως οι κηδείες (αναπόφευκτα), οι οποίες όμως τελούνται μέσα σε ένα καθεστώς μόνωσης και σιγής. Κάποιοι βρίσκονται μόνοι στη ζωή, τώρα βρίσκονται μόνοι και στον θάνατο.

Οπως η πόλη, εκεί έξω, με τους άδειους δρόμους και τα κλειστά μαγαζιά, μοιάζει να ξεχάστηκε (ή εσύ νιώθεις πως πέρασες σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου όλα μοιάζουν οικεία και την ίδια στιγμή έχουν κάτι παράξενα ανοίκειο), έτσι και στην πολιτεία των τεθνεώτων, μολονότι οι τελευταίοι σιγούν και τελούν σε πλήρη ακινησία, η ησυχία που επικρατεί μοιάζει τώρα σα να επιβεβαιώνει την αφόρητη νομοτέλεια της απουσίας. Οχι μόνον της δικής τους απουσίας αλλά της απουσίας ως θεμελιώδους συνιστώσας του ανθρώπινου βίου.

Κάποια στιγμή όμως, προχθές, είδα μια γυναίκα να φροντίζει ένα μνήμα. Την είδα από απόσταση, διασχίζοντας τον γνωστό κεντρικό διάδρομο που οδηγεί από την κεντρική πύλη στον ναό του Αγίου Λαζάρου, μια γυναίκα μόνη της να φροντίζει άνθη, καντήλια και μάρμαρα. Ηταν η μοναδική που πέτυχα μέσα στα σωθικά του κοιμητηρίου να επιδίδεται σε αυτή τη μάταιη, πλην όμως, παραμυθητική διεργασία, ή μάλλον απέλπιδα απόπειρα επαφής με το επέκεινα. Υποθέτω άλλοι συγγενείς απέχουν για τη δική τους προστασία. Οπως τα καταστήματα παραμένουν κλειστά και σκοτεινά στον καιρό της πανδημίας, έτσι και οι μακάριοι τεθνεώτες αφήνονται να χορταριάσουν με μόνη γλυκιά συντροφιά τις γάτες του νεκροταφείου.
 

Δεν είχα σκεφθεί ότι...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Άλλαξε ο κόσμος των παιδιών μεμιάς

Του ΑΝΤΩΝΗ ΔΑΡΖΕΝΤΑ
Παιδιάτρου

Ακούγονται φωνές από τη δίπλα αυλή. Μπάλα να χτυπάει στο τσιμέντο. Φωνές χαρούμενες, υψίσυχνες, παιδικές. Δύο αδέρφια παίζουν. Σύντομα βαριούνται. Δεν έχει πλάκα το παιχνίδι με τον αδερφό σου.

Στη δίπλα αυλή άλλο παιδί μόνο του, χτυπάει άτσαλα, βαριεστημένα ένα μπαλάκι στον τοίχο .

Στο παραδίπλα σπίτι άλλο παιδί και αυτό μόνο του. Στο ταμπλετ.

Κι άλλο. Στο PlayStation σκοτώνει κακούς και μιλάει με τους φίλους του. Τα μάτια του κόκκινα από την τηλεόραση.

Έξαψη. Αλλά όχι αυτή η παιδική με τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα που κάνει το παιδικό παιχνίδι.

Αυτή της παθητικής απάθειας της οθόνης.

Κόκκινα μάτια χωρίς κόκκινα μάγουλα.


Αλλά πρέπει να θυσιάσει τα παιδικά του χρόνια για να ζήσει ο παππούς του.

Πάνε πολλές μέρες που έχεις να δεις τους φίλους σου. Να τους αγκαλιάσεις, να τους βρίσεις, να παίξεις, να τσακωθείς.

Να του πεις με πείσμα "δεν σ έχω φίλο" και να ξέρεις πως είναι ο καλύτερος σου φίλος.

Το παιδικό παιχνίδι στα χρόνια του κοροναϊού.
Μια μαμά μου στέλνει μήνυμα στο messenger. Ο μικρός της έχει 37,5. Οδηγίες.

Και απόλυτη απομόνωση.

Δεν το πιστεύω ότι το γράφω.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΟΜΌΝΩΣΗ. Για το 37, 5

Οποιαδήποτε οδηγία, οποιαδήποτε κουβέντα μου τελειώνει με την ίδια κουβέντα.

Γιατρέ το παιδί βήχει


ΑΠΌΛΥΤΗ ΑΠΟΜΌΝΩΣΗ.

Το παιδί πονάει ο λαιμός του

ΑΠΌΛΥΤΗ ΑΠΟΜΌΝΩΣΗ.

ΑΠΟΛΥΤΗ ΑΠΟΜΌΝΩΣΗ. Συνέχεια. Η ίδια οδηγία. Και μάλιστα με κεφαλαία.

Η Παιδιατρική στα χρόνια του κορονοϊού.

Και η αρρώστια . Διαφορετική και αυτή.
 

Χωρίς τον παππού και τη γιαγιά, να σε φιλήσει στο μέτωπο για να δει αν έχεις πυρετό. Να σου φτιάξει τσάι με μέλι για το βήχα.  Να σου βάλει VICKS στο στήθος και κομπρέσες στο μέτωπο. Χωρίς κανέναν να σου πει ότι δεν πρόσεχες και δεν έβαλες ζακέτα.

Σου το είχα πει, θα σου έλεγε, "να φοράς κάλτσες."

Δεν έχει σημασία που θα ήταν λάθος. Αλλά θα ήταν αγάπη. Και η αγάπη δεν είναι ποτέ λάθος.


Αλλά όλα αυτά που έμαθες γίνονται αλλιώς πια.


Στον πυρετό δεν τρέχεις στη γιαγιά. Την αποφεύγεις.

Στο παιχνίδι δεν τρέχεις στον φίλο σου. Τον αποφεύγεις.

Άλλαξε ο κόσμος μας με μιας. Κολλάς από την αγάπη και την ανθρώπινη επαφή και πεθαίνεις μόνος.

 
Μένουμε σπίτι. Αλλά για πόσο;. Μέχρι πότε;

Ο κορονοϊός δεν σκοτώνει μόνο κόσμο.

Σκοτώνει την αγάπη την επαφή, την οικειότητα.
Και την άγια μέρα εκείνη που θα τον νικήσουμε δεν θα το κάνουμε για να νικήσουμε το θάνατο γιατί αυτός είναι ανίκητος.

Θα το κάνουμε για...

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η ζωή δεν έχει pause

Του  Οδυσσέα Ιωάννου

Η ζωή δεν έχει πατήσει pause. 


Aυτές οι μέρες μας δεν είναι χαμένες.  


Οπως δεν υπάρχει και χαμένη γενιά, η γενιά της κρίσης. Είναι το μόνο που είναι στο χέρι μας, όταν οι συγκυρίες δεν είναι. Η ζωή συνεχίζεται πάντα, με άλλους όρους, σε συνθήκες που δεν θα τις επέλεγες ποτέ, αλλά ποτέ δεν τις επέλεξες. Δεν είναι χαμένη η ζωή και οι μέρες που δεν κυλούν με τους όρους μας, που δεν κάνουν τα κέφια στα όνειρά μας, που δεν κολακεύουν τις συνήθειες και τις σιγουριές μας.  


Αν θέλεις να το δεις έτσι, τότε ποτέ οι συνθήκες δεν θα είναι ιδανικές, πάντα θα έχεις κάτι να τρώγεσαι.

Ναι, έχει αλλάξει κάτι, που δεν είναι και λίγο. Εδώ και μία δεκαετία περπατάμε σε λεπτό στρώμα πάγου. Δεν μπορείς να κάνεις προγραμματισμούς, τα σχέδια έχουν κοντά πόδια, η προβολή σου στο μέλλον έχει θαμπώσει, όμως απόκτησε και άλλη αξία η κάθε μέρα μας. Αναστολές και αναβολές τέλος. Τώρα καταλάβαμε πως δεν υπάρχουν «άσκοπες βόλτες». Μέχρι να κοπούν υπήρχαν, από εδώ και πέρα θα είναι βόλτες, όχι άσκοπες. Ο βιωμένος χρόνος του καθενός, που είναι ένας αυστηρά προσωπικός δείκτης, θα συμπυκνώσει τον χρόνο, θα τον κάνει ένα συμπαγές κράμα αισθημάτων και εμπειριών δίχως τα μεγάλα κενά μιας ευζωίας που πήγαζε από την ασφάλεια και όχι από την περιπέτεια.

Αυτό δεν σημαίνει πως θα καταργηθεί ο προγραμματισμός. Κάθε άλλο, σε κάποιες περιπτώσεις αποδείχθηκε πως είναι σωτήριος. Αρκετοί επιστήμονες υποστηρίζουν πως ο 21ος αιώνας θα είναι ο αιώνας των ιών. Δεν είναι να τρομάζεις, είναι να προετοιμάζεσαι. Το μάθαμε καλά πια με τον μισό πλανήτη σε καραντίνα, όχι μόνο από τον φόβο μαζικών θανάτων αλλά και υπό την απειλή της κατάρρευσης των δημόσιων συστημάτων υγείας και των παράλληλων παράπλευρων θανάτων από τις υπόλοιπες ασθένειες και τα ατυχήματα που δεν θα βρίσκουν θέση σε ΜΕΘ. Προετοιμάζεσαι και περιμένεις. 


Στο ενδιάμεσο ζεις, δεν φοβάσαι. Χτίζεις δημοκρατίες, δεν τις διαπραγματεύεσαι. Κόβεις τον βήχα σε όσους μιλάνε ακόμη για αυτοματισμούς της αγοράς και για πεταμένα λεφτά για κάτι που δεν είναι η καθημερινότητά μας αλλά η σπάνια εξαίρεση. Πολύ ωραία λοιπόν, ας απολύσουμε και όλους τους πιλότους των μαχητικών μας αεροσκαφών εφόσον δεν έχουμε πόλεμο και να τους προσλάβουμε ξανά αν προκύψει…

Οι σπάνιες εξαιρέσεις έχουν αρχίσει να γίνονται οι συλλογικές μας αναμνήσεις. Εχουμε ήδη αρκετές τα τελευταία χρόνια. Πολλά «αποκλείεται» έχουν γίνει το κοινό μας παρελθόν. Θα είναι και το μέλλον μας. Για το παρόν μας δεν συζητιέται. 


Αν το καλοσκεφτείς...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Στα χέρια των άλλων


Ισως έχει υποπέσει στην αντίληψή σας ο ίδιος τίτλος σε ποικιλία παραλλαγών.  


Ενας από τους πιο χαρακτηριστικούς είναι «Με τα λεφτά των άλλων» (1991) του Νόρμαν Τζιούισον, μια από τις πιο εμβληματικές και διορατικές πικρές κομεντί των αρχών της δεκαετίας του ’90 που τρόπον τινά «προφήτευε» την παγκόσμια καταστροφή που θα σημάδευε τον πλανήτη δεκαεπτά χρόνια αργότερα, με κατοπινό πυροκροτητή την κατάρρευση της τράπεζας επενδύσεων Leaman Brothers.

Εκεί, ένας διαβολεμένος Ντάνι ντε Βίτο ερμήνευε το κοράκι της Γουόλ Στριτ που αγόραζε προβληματικές επιχειρήσεις προκειμένου να τις εκποιήσει – αυτή που τόσο εύστοχα ονομάστηκε «παρασιτική οικονομία» ή «οικονομία της καταστροφής».

Το 2006 παίχτηκαν στις κινηματογραφικές αίθουσες οι «Ζωές των άλλων» του Φλόριαν Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ, με την πλοκή της ταινίας τοποθετημένη στο Ανατολικό Βερολίνο, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1980.

Το κομμουνιστικό καθεστώς, μια πενταετία πριν γκρεμιστεί με ένα… φύσημα, είχε κατορθώσει ένα αξιομνημόνευτο επίτευγμα: να δημιουργήσει έναν «στρατό» από εκατό χιλιάδες υπαλλήλους και διακόσιες χιλιάδες πράκτορες της διαβόητης μυστικής αστυνομίας Στάζι, εξουσιοδοτημένο να παρακολουθεί όλους τους υπόλοιπους (μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες χαφιέδων – υπόπτων που έχει καταγραφεί παγκοσμίως).  


Το 1914, ενόσω βρίσκεται εν εξελίξει η κυοφορία της μακρόχρονης κομμουνιστικής παρένθεσης, ο Μαξίμ Γκόρκι δημοσιεύει το σκληρό αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Στα ξένα χέρια», όπου και δείχνει να συμφωνεί απολύτως με τον μετέπειτα αθάνατο στίχο του Βασίλη Τσιτσάνη: «Τα ξένα χέρια είναι μαχαίρια». 


Εάν μπορούμε να κάνουμε μια λεπτή διάκριση εννοιών, θα λέγαμε ότι τα «ξένα χέρια» διαφέρουν από τα «χέρια των άλλων» μονάχα ως προς την ανελέητα κυριολεκτική τους σημασία. Είναι τα χέρια των γιατρών σου. Τα χέρια των νοσηλευτών σου. Τα χέρια στα οποία παραδίνεσαι.


Γνωρίζω πως θα γίνω δυσάρεστος, αλλά δεν κάνει κακό κάπου κάπου να κοιτάμε και καμιά αλήθεια κατάματα – ιδίως όταν πρόκειται για αλήθειες που όλοι αναγνωρίζουμε κατά βάθος.

Πειράζει, λόγου χάριν, να παραδεχτούμε ότι το placebo είναι συνήθως ανακατεμένο νερό με ζάχαρη (ή κάποια άλλη εξίσου αθώα βερσιόν), ακόμη και όταν είμαστε έτοιμοι να του προσδώσουμε ιαματικές ιδιότητες, κυρίως με τη μέθοδο της αυθυποβολής (λέγε με και πίστη);

Οχι, δεν πειράζει.

Ο,τι κάνει καλό στον βαριά ασθενή, ό,τι τον ανακουφίζει έστω και προσωρινά, δεν πειράζει.

Σας βεβαιώ ότι, εάν βρισκόμουν στο έσχατο στάδιο της απελπισίας, θα δεχόμουν να με επισκεφθεί ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και να με πείσει πως, μόλις σηκωθώ από το κρεβάτι του πόνου, ένα νέο πεδίο δόξης λαμπρό με περιμένει στο NBA.

«Ενα, δύο, τρία, οπ· σήκω, Πέτρο». Δεν αποκλείεται να σηκωνόμουν.


Μολαταύτα, δεν μπορώ να εμποδίσω να σκάσει στα χείλη μου ένα μελαγχολικό μειδίαμα, όποτε ακούω ξανά και ξανά για τη μεγάλη μάχη που δίνει ο βαριά ασθενής, τη μάχη όλων των μαχών, τη μάχη της ζωής του.  


Να με συγχωρήσει η χάρη σας. Ο βαριά ασθενής δεν δίνει καμία μάχη. Για την ακρίβεια, όλοι μπορεί να δίνουν τη μικρότερη ή τη μεγαλύτερη μάχη –άλλοι απλές αναγνωριστικές αψιμαχίες, άλλοι τιτανομαχίες τεθωρακισμένων στο Κουρσκ–, εκτός από τον βαριά ασθενή. Τον καιρό που έψαχνα να βρω στοιχεία για το non fiction βιβλίο μου «Γκαγκάριν» (Οξυ, 2016), μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι ο πρώτος κοσμοναύτης της ανθρωπότητας, κατά το παρθενικό του ταξίδι στο Διάστημα, δεν ήταν υπεύθυνος σχεδόν για… τίποτε: «Ο Γκαγκάριν ή όποιος άλλος στη θέση του δεν πρόκειται τίποτε να διακυβερνήσει, ακινητοποιημένος στην κάψουλα και φασκιωμένος σαν εξωγήινο βρέφος. Το σκάφος θα κατευθύνεται πλήρως από το κέντρο ελέγχου στο κοσμοδρόμιο του Μπαϊκονούρ».

Ετσι και τώρα ο βαριά ασθενής, στην καλύτερη γι’ αυτόν περίπτωση, θα βρίσκεται υπό ολοκληρωτική καταστολή, κολυμπώντας σ’ ένα κοκτέιλ φαρμάκων που θα του προσφέρουν όχι πάντοτε μια ευχάριστη παραίσθηση (δεν πρωταγωνιστεί σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη, συχνά το σκηνικό μεταλλάσσεται σε ακαθόριστα απειλητικό) αλλά τον απομακρύνει από την πηγή του πόνου. Ο πόνος είναι τόσο ανεξέλεγκτος προβοκάτορας, ώστε η καταστολή του να καθίσταται η ύψιστη προτεραιότητα, να αξίζει ακόμα και το τίμημα να χάσεις προσωρινά τας φρένας. Την πρώτη μέρα που βγήκα από το χειρουργείο ήμουν απολύτως βέβαιος πως ένας κοντός με αλογοουρά προσπαθούσε να με στραγγαλίσει πισώπλατα με μια κίτρινη σακούλα και, ανεξαρτήτως αυτού του δυσάρεστους ενδεχομένου, όσο ήμουν ζωντανός, δεν θα επέτρεπα στον Δημήτρη Λυμπεριάδη, τον επικεφαλής καρδιοχειρουργό, να παρέμβει σε καμιά από τις εγκεφαλικές μου λειτουργίες, όλες εξίσου απαραίτητες μέχρι σήμερα για να γράψω τα είκοσι βιβλία μου.  


Ο Λυμπεριάδης ύστερα από πέντε ώρες στο χειρουργείο, με ανοιχτή ντουζιέρα τον ιδρώτατ του, με κάθε λάθος χιλιοστού να γνωρίζει ότι μπορεί να καταδικάσει ισοβίως σε ηπατική ή νεφρική ή εγκεφαλική ανεπάρκεια, υποχρεώθηκε επιτέλους να αποκαλύψει πού έχει γραμμένα τα είκοσι βιβλία μου.

Το έχω ξαναπεί. Υστερα από τόσες ομηρικές μάχες, όπου η ομάδα των διασωστών σου προσπαθεί να επιτύχει τον απόλυτα πετυχημένο συνδυασμό ενεργειών στον απόλυτα νεκρό χρόνο, το να προσθέσεις στην εξίσωση παρεμβάσεις υπερφυσικών δυνάμεων δεν μαρτυράει παρά αχαλίνωτο σαδισμό και όχι ιδιαίτερη εξυπνάδα. Γιατί να το κάνουν; 


Για να επιβραβεύσουν τα αθώα πλάσματα –τα παιδιά ιδίως– και να τιμωρήσουν τα ένοχα κτήνη; Μονάχα ένα φυσικό ταλέντο εθελοτυφλίας θα πρέσβευε κάτι ανάλογο και ταυτόχρονα θα συνυπέγραφε τις αντίστοιχες καταδικαστικές ή απαλλακτικές αποφάσεις. Εαν πάλι ο Θεός δεν είναι παρά κάποιος εθισμένος στη λοταρία του τρόμου, δεν είμαι σίγουρος ότι θα ήθελα πολύ να πιω έναν καφέ μαζί του.

Εγκλωβισμένοι πρωτίστως σε ένα πολιτικό «σου ‘πα – μου ‘πες» χωρίς αρχή, μέση και τέλος, είναι φυσικό επόμενο πλέον να αντιδρούμε σαν τα σκυλάκια του Παβόλφ και να μην αναγνωρίζουμε στον πολιτικό μας αντίπαλο καμία ανθρώπινη ιδιότητα, καμία δημόσια αρετή, κανένα ιδιωτικό χάρισμα. Δεν χρειάζεται να σου ανοίξουν την καρδιά και να σου την ξεσκονίσουν προκειμένου να πάρεις χαμπάρι ότι αυτός ο δρόμος δεν σε βγάζει πολύ μακριά.

Χάρη που αυτή η δοκιμασία μού έδωσε την ευκαιρία να κατανοήσω ότι...

ΥΓΕΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Πρόωρες αναχωρήσεις (Κανείς δεν φαίνεται προετοιμασμένος να αποθάνει)

Οι πάντες νοιώθουν διαρκώς «νέοι ακόμη» όσον αφορά την ημερομηνία αναχώρησης για την άλλη ζωή.

Του ΘΑΝΑΣΗ ΔΡΙΤΣΑ

Καρδιολόγου



Με αφορμή την πρόσφατη αναχώρηση για τον άλλο κόσμο του αγαπημένου τροβαδούρου Λαυρέντη Μαχαίριτσα παρακολούθησα με συγκίνηση τα σχόλια του κοινού, των φίλων του, των αγαπημένων του, των συναδέλφων και συνεργατών του. Έκανα και μια πένθιμη αλλά ψύχραιμη στατιστική των λέξεων, των προτάσεων, των παραγράφων σε όσα κείμενα διάβασα αυτές τις ημέρες για τον αείμνηστο Μαχαιρίτσα. Τα συχνότερα σχόλια ήσαν βέβαια αναμενόμενα δηλαδή κρίμα που έφυγε τόσο νέος, πρώιμη αναχώρηση, γιατί έφυγες τόσο νωρίς, αδικοχαμένος σε νέα ηλικία.

 
Στα πλαίσια της άσκησης του ιατρικού μου επαγγέλματος, σε μια μάχιμη ειδικότητα όπως η καρδιολογία, πολύ συχνά έχω έρθει σε επαφή με αυτό που οι περισσότεροι αποκαλούμε πρώιμη απώλεια, δηλαδή σε νέα ηλικία.  


Πόσο νέος θεωρείται όμως ότι κάποιος φεύγει νέος; 


 Έχω πλέον αντιληφθεί ότι αυτά τα όρια μεταξύ πρώιμου και κανονικού θανάτου (υποτίθεται στη ώρα του) είναι σχετικά ασαφή και υποκειμενικά. Διαπίστωσα επίσης ότι ουδείς πάσχων από κάποια ασθένεια βιώνει τον θάνατο ως ένα γεγονός που συμβαίνει στην ώρα του, ακόμη και σε περιπτώσεις σοβαρών χρόνιων παθήσεων. Έχω ακούσει από 90χρονο ασθενή μου ότι τον θάνατο τον έχει... απαγορεύσει και καταργήσει ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός και ότι επί της ουσίας δεν επέρχεται ποτέ! Πρακτικά είχε απομακρύνει με αυτή την ιδιότυπη σκέψη το γεγονός του θανάτου πάρα το προχωρημένο της ηλικίας του.

 
Κανείς δεν φαίνεται προετοιμασμένος να αποθάνει, ανεξαρτήτως ηλικίας οι πάντες νοιώθουν διαρκώς «νέοι ακόμη» όσον αφορά την ημερομηνία αναχώρησης για την άλλη ζωή.
 
Σε περιπτώσεις αιφνίδιου θανάτου βέβαια το βίωμα είναι εξαιρετικά τραυματικό για το περιβάλλον του ασθενή, ιδιαίτερα αν δεν υπήρχε κάποιο ιατρικό ιστορικό του θανόντος αιφνιδίως. Και βέβαια, σύμφωνα με τις ψυχολογικές παρατηρήσεις μου, πίσω από τις εκφράσεις έκπληξης, συμπόνοιας και θλίψης για μια πρόωρη απώλεια κρύβεται κυρίως ο ξορκισμός του κακού, το ευτυχώς που δεν συνέβη σε εμάς και συνέβη σε εκείνον. Και συχνά παρατηρώ ότι συγγενείς θυμάτων αιφνίδιου θανάτου σπεύδουν να ελεγχθούν καρδιολογικά αμέσως μετά (εντός ολίγων ημερών) μετά το μοιραίο συμβάν! Και κατανοώ ότι συγγενείς εξ αίματος του αναχώρησαντος δικαιούνται να φοβούνται την όποια πιθανότητα γενετικής συγγένειας-κληρονομικής προδιάθεσης αλλά σε συγγενείς εξ αγχιστείας (το έχω δει και αυτό) γιατί άραγε τόση ανησυχία;


Η απάντηση είναι ότι ο άνθρωπος είναι φίλαυτο ον εκ φύσεως και οτιδήποτε καταστροφικό συμβαίνει γύρω του το προβάλλει άμεσα στον εαυτό του. Και αναρωτιέμαι (δεν έχω βρει απάντηση ακόμη) πως βρίσκει κάποιος το κουράγιο, μόλις μια εβδομάδα μετά την απώλεια αγαπημένου προσώπου εντός της οικίας του, να πάει σε γιατρό για προληπτικές εξετάσεις με κίνητρο «να δω μήπως κινδυνεύω να το πάθω και εγώ»; Δεν νομίζω ότι κομίζω «γλαύκα εις Αθήνας», απλά περιγράφω την ανθρώπινη φύση. Ελάχιστοι άνθρωποι τελικά βιώνουν πραγματικά και βαθιά την απώλεια των αγαπημένων προσώπων.

 
Όσον αφορά αυτή την δοξασία ότι ορισμένοι έφυγαν νέοι αλλά ένδοξοι ή έφυγαν νέοι αλλά με μια γεμάτη ζωή θα παραπέμψω στην Ραψωδία Λ της Οδύσσειας, την περίφημη Νέκυια όπου ο Οδυσσέας επισκέπτεται τον Άδη και συναντιέται με προσφιλή του πρόσωπα και ήρωες του πολέμου της Τροίας που είχαν χαθεί  πολύ νέοι. Μεταξύ αυτών των εκπληκτικών συναντήσεων του Οδυσσέα με τους νεκρούς  ξεχωρίζει ο διάλογος με τον δοξασμένο νεκρό Αχιλλέα. 


Είναι πολύ χαρακτηριστική η απάντηση του Αχιλλέα όταν ο Οδυσσέας τον μακάρισε επειδή σκοτώθηκε μεν νέος αλλά κέρδισε μεγάλη δόξα και θα παρέμενε αιώνια στις μνήμες των γενεών. Του απάντησε τότε ο (νεκρός) Αχιλλέας ότι...