"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Ελλάδα 1922-2022

Συνταγματολόγος


Η σειρά των ιστορικών γεγονότων που συγκροτούν τη λεγόμενη «Μικρασιατική Καταστροφή», από της οποίας την τραγική κορύφωση συμπληρώνονται αυτές τις μέρες εκατό χρόνια, προσφέρουν μια ευκαιρία να θυμηθούμε και κυρίως να στοχαστούμε.  

Τι πήγε στραβά τότε, θα μπορούσε άραγε να αποφευχθεί και μήπως διορθώθηκαν στη συνέχεια οι δομικές δυσλειτουργίες; 

Πού βρίσκεται, από πλευράς θεσμών και παθών, εθνικών επιδιώξεων και πραγματώσεων, διεθνούς θέσης και πολιτικής αποτελεσματικότητας, η σημερινή Ελλάδα;

Η «Μικρασιατική Καταστροφή» μπορεί να θεωρηθεί ότι εκτείνεται στην περίοδο 1919-1922 και σε διακριτά, όσο και επικαλυπτόμενα, πεδία.  

Πρόκειται αρχικά για μια μεγάλη διπλωματική επιτυχία, που οδήγησε σε (προσωρινή) «ανακατάληψη» της Σμύρνης: πρώτα (1919) μέσω της συμφωνίας των επικεφαλής των «μεγάλων δυνάμεων» της εποχής (Ουίλσον, Λόιντ Τζορτζ, Κλεμανσό) για εγκατάσταση ελληνικής «δύναμης» προς «εξασφάλιση της ειρήνης» και πιο επίσημα μέσω της Συνθήκης των Σεβρών (1920), που αναγνώρισε στην Ελλάδα δικαίωμα διοίκησης της Σμύρνης και της ενδοχώρας για πέντε χρόνια και στη συνέχεια διενέργεια δημοψηφίσματος για την οριστική ένωση με την Ελλάδα. Είναι η φάση της εθνικής ανάτασης και της, κατά τον Ελευθέριο Βενιζέλο, «ούτε μια φορά στα χίλια χρόνια» παρουσιαζόμενης ευκαιρίας.

Οι επόμενες δύο φάσεις, και σειρές γεγονότων, δεν είναι ένδοξες.  

Στον καθαυτό πόλεμο στη Μικρασία, παρότι άρχισε με επιτυχίες και προελάσεις του ελληνικού στρατού, η Ελλάδα ηττήθηκε, μέσα από έναν συνδυασμό τεχνικών δυσκολιών (διάρκεια, απόσταση, τεράστιο μέτωπο, οικονομικό βάρος), κόπωσης (των στρατιωτών και του κοινωνικού σώματος), εσφαλμένων αποφάσεων (συνέχιση της εκστρατείας από την κυβέρνηση που είχε εκλεγεί για να την σταματήσει, προαναγγελθείσα σύμπτυξη του μετώπου τον Μάιο του 1922, άτακτη αποχώρηση του στρατού με πλήρη εγκατάλειψη των τοπικών πληθυσμών) και πετυχημένων διπλωματικών και πολεμικών κινήσεων του Κεμάλ.  

Κορύφωση βέβαια της ήττας, και του όλου δράματος, ήταν η φωτιά, η σφαγή και η μαζική αποχώρηση του ελληνικού πληθυσμού από τη Σμύρνη, τον Σεπτέμβριο του 1922, μέσα σε συνθήκες που δεν είχαν καμία σχέση με «συνωστισμό» και στενή σχέση με κόλαση (όπως ξέρω, μαζί με εκατομμύρια άλλους Ελληνες, από πρώτο χέρι: από τη γιαγιά μου).

Στο εσωτερικό μέτωπο η Ελλάδα εξώκειλε στον διχασμό και οδηγήθηκε σε θεσμική κατάρρευση: συνεχείς εναλλαγές κυβερνήσεων, επιστροφή βασιλιά Κωνσταντίνου, πραξικόπημα μετά την Καταστροφή, Δίκη και θανάτωση των 6. Σημείο καμπής εντός αυτών των εξελίξεων, οι εκλογές του 1920, με τη σαρωτική ήττα του θριαμβευτή των Σεβρών, την άνοδο στην εξουσία φιλοβασιλικών και δήθεν φιλειρηνικών κομμάτων, την απώλεια στήριξης των ξένων δυνάμεων.

Γεγονότα που άφησαν πίσω τους κοντά στο ένα εκατομμύριο νεκρούς και ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες δεν μπορούν να συγκριθούν με οποιαδήποτε άλλη εθνική ήττα ή απώλεια: η Μικρασιατική Καταστροφή, και η μνήμη της, θα έπρεπε να έχουν σφραγίσει τη σύγχρονη Ελλάδα με...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η εκδίκηση του Γκορμπατσόφ


ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Κώστας Μποτόπουλος
Συνταγματολόγος

Οι λαοί δεν αγαπάνε αυτούς που τους φέρνουν κακά μαντάτα ή τους βάζουν τον καθρέφτη μπροστά στο πρόσωπο. 

Ερχεται όμως κάποτε η στιγμή, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση κι όταν οι μαντατοφόροι έχουν πια ξεχαστεί, που η αλήθεια βγαίνει στην επιφάνεια. Και πονάει, για τα χρόνια και τις θυσίες και τις ελπίδες που χάθηκαν.

Η Σοβιετική Ενωση χτίστηκε πάνω σε ένα πολιτικό σχέδιο ισότητας και δικαιοσύνης, που περνούσε μέσα από έναν αυταρχικό μηχανισμό εξουσίας, και κατέληξε να ισοπεδώσει τον άνθρωπο, την ελευθερία του και την πίστη σε πολιτικά σχέδια που θα «άλλαζαν τον κόσμο». 

Ο Λένιν, ο αρχιτέκτονας του σχεδίου αλλά και της μεθόδου, πέθανε νωρίς.  

Ο Στάλιν, ο ενσαρκωτής του αυταρχικού κράτους, άφησε το ανεξίτηλο αποτύπωμα που μετέτρεψε την ουτοπία σε εφιάλτη.  

Ο Χρουστσόφ άνοιξε ένα μικρό παραθυράκι, που γρήγορα έκλεισε στο ατελείωτο λυκόφως επί Μπρέζνιεφ.

Με τη βοήθεια της τύχης, που άλλοι τη λένε Ιστορία, αφού πέθαναν μέσα σε ελάχιστο διάστημα οι δύο αρχικά επιλεγέντες συνεχιστές της γραμμής της σήψης, ανέβηκε στην εξουσία ένας άνθρωπος που δεν ήταν λιγότερο κομμουνιστής και δεν αγαπούσε λιγότερο την πατρίδα του, αλλά δεν ήθελε να εμπαίζει τον εαυτό του και την ανθρωπότητα.

«Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αγνοούμε ευαίσθητες πτυχές της Ιστορίας μας, να τις κουκουλώνουμε ή να τις παραφθείρουμε. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ασεβούμε στη μνήμη όσων καταπιέστηκαν», είπε το 1987 ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, στην επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης.  

Ακολούθησαν η «γλασνόστ» – διαφάνεια -, η «περεστρόικα» – αναδιάρθρωση -, η αποκάλυψη των μυστικών πρωτοκόλλων που είχε υπογράψει ο Στάλιν με τον Χίτλερ, η αποκήρυξη των γκουλάγκ και των εισβολών στη Βουδαπέστη το 1956, στην Πράγα το 1986, στην Καμπούλ το 1979.

 Το άνοιγμα στην αλήθεια διέλυσε αυθημερόν ένα σύστημα που βασιζόταν στο ψέμα, στη βία και στην απομόνωση κι έκοψε τους δεσμούς βίαιης εξάρτησης με τα κράτη – δορυφόρους

. Τα τείχη έπεσαν και φάνηκε ότι ο αυτοκράτορας ήταν όχι μόνο γυμνός αλλά και σαπισμένος.

Στον ρωσικό λαό, καθώς και στους άλλους λαούς της πρώην αυτοκρατορίας, δόθηκε μια ελευθερία που δεν ήξεραν τι να την κάνουν κι ενστικτωδώς βάλθηκαν να τη μετατρέψουν σε μια νέα μορφή ανελευθερίας. Εχασαν συγχρόνως την ισχύ και τον κόσμο τους – και γι’ αυτό δεν συγχώρησαν ποτέ τον άνθρωπο που άφησε τα νερά να τρέξουν και να διαλύσουν τα φράγματα. 

Ο Γέλτσιν τον ταπείνωσε με εντολή λαού και ο προστατευόμενος και διάδοχος του Γέλτσιν, ο Πούτιν, μετέτρεψε την ανατροπή της αλήθειας του Γκορμπατσόφ σε προσωπική εμμονή.

Η περιώνυμη φράση του για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης εννοούσε ως «μεγαλύτερη ιστορική τραγωδία» το τέλος του ψέματος, της ανελευθερίας και της καταπίεσης κι εγκαθιστούσε ως επίσημη κρατική πολιτική την παλινόρθωση ενός άλλου καθεστώτος που θα βασιζόταν στο ψέμα, την ανελευθερία και την καταπίεση κι επιπλέον στα πιο αποκρουστικά χαρακτηριστικά του πρώην «εχθρού», του καπιταλισμού.

Ο απολυταρχικός, βίαιος και κλεπτοκρατικός εθνικισμός του Πούτιν, του ανθρώπου που κατηγορούσε τον Γκορμπατσόφ για απαξίωση του κύρους και της σταθερότητας της μεγάλης Ρωσίας και που υπερηφανευόταν ότι εκείνος είχε ξαναδώσει στον ρωσικό λαό τη «θέση του στην Ιστορία», οδήγησε, σταδιακά αλλά νομοτελειακά, στην εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου 2022. 

Η τραγωδία που ζούμε ξύπνησε τον κόσμο, που μέχρι την τελευταία στιγμή πίστευε πως ο Πούτιν «δεν θα τολμήσει», και συγχρόνως τον άλλαξε αμετάκλητα. Μπροστά μας, και για πολλά χρόνια, θα έχουμε όχι έναν «ψυχρό» αλλά έναν θερμό πόλεμο, άγνωστης μορφής και έκτασης αλλά βέβαιης κατάληξης: ποτέ ένας δεν κέρδισε όλους τους άλλους ενωμένους εναντίον του, ποτέ το κακό, όσα κι αν κατέστρεψε στο πέρασμά του, δεν κυριάρχησε.

Ο Γκορμπατσόφ είναι ακόμα ζωντανός κι εναργής τη στιγμή της πικρής δικαίωσής του.  

Αλλά αυτή...

 

ΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Καμένοι από... πόδι

Η άσκηση μυστικής διπλωματικής από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας σε σχέση με τη συμφωνία των Πρεσπών θέτει την κυβέρνηση ενώπιον τριών μειζόνων ζητημάτων:  


Eνός συνταγματικού, ενός πολιτικού και ενός λειτουργικού.  


Το καθένα από αυτά, και σίγουρα ο συνδυασμός τους, οδηγεί σε κυβερνητική παράλυση, συνεπάγεται ανάληψη ευθυνών και οδηγεί στην έξοδο.

 
Από άποψη συνταγματικής τάξης, η αυτονόμηση ενός υπουργού από τις κυβερνητικές αποφάσεις σε ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα, η μη ενημέρωση του υπουργικού συμβουλίου και του πρωθυπουργού και η προσπάθεια επιβολής μιας «νέας» γραμμής -και μάλιστα σε επίσημη συνάντηση στο εξωτερικό και σε σχέση με τη διεθνή θέση της χώρας- παραβαίνει τους βασικούς κανόνες που ισχύουν γενικά σε κοινοβουλευτικά συστήματα και ειδικά στο ελληνικό.

 
Το Σύνταγμα, στο άρθρο 82, θεσπίζει ρητά, στην πρώτη παράγραφο, τη συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης και, στη δεύτερη, τον ιδιαίτερο και κεντρικό ρόλο του πρωθυπουργού - ρόλο όχι εκπροσώπου ή συντονιστή, όπως σε άλλα συστήματα, αλλά διευθυντή ορχήστρας: «εξασφαλίζει την ενότητα», «κατευθύνει τις ενέργειες», είναι υπεύθυνος για την «εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής».

 
Κι ένας τέτοιος διευθυντής ορχήστρας όχι μόνο οφείλει να ξέρει όλες τις νότες, αλλά και πρέπει να είναι σε θέση να επιβλέπει, και να επαναφέρει στην τάξη, κάθε όργανο και κάθε οργανοπαίχτη. Η παράκαμψη, συνεπώς, του υπουργικού συμβουλίου και του πρωθυπουργού από υπουργό, ιδίως σε κεφαλαιώδους σημασίας θέματα, δεν θέτει απλώς σε δοκιμασία τη συνοχή της κυβέρνησης, αλλά συνιστά θεσμικά μη νόμιμη ενέργεια. Αν συμβεί τέτοια παράκαμψη, το Σύνταγμα δεν αφήνει κανέναν άλλο δρόμο από την αποπομπή του διολισθήσαντος υπουργού.

 
Από καθαρά πολιτική άποψη, πώς μπορεί μια κυβέρνηση να συνεχίσει να ισχυρίζεται ότι ενεργεί στο πλαίσιο του συνταγματικού της ρόλου, δηλαδή ως ένα σώμα και με μια φωνή, όταν όχι μόνο εκφράζονται διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό της, αλλά και, πλέον, αναλαμβάνονται και συγκρουόμενες μεταξύ τους στρατηγικές πρωτοβουλίες;
 

Μπορεί ο αδύναμος περί τα θεσμικά πρωθυπουργός και ο υπερλαλίστατος, κατά τα άλλα, κυβερνητικός εκπρόσωπος να «αιφνιδιάστηκαν», αλλά ο σοβαρός και συγκροτημένος πρόεδρος της Βουλής το είπε καθαρά: η πρωτοβουλία του υπουργού Εθνικής Αμυνας ήταν σε «λάθος κατεύθυνση».  


Ποιος είναι ο πολιτικά έντιμος τρόπος να αναπροσανατολιστεί η κυβέρνηση στην «ορθή κατεύθυνση»;
 

Η απάντηση είναι απλή, όσο και αδυσώπητη:  

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: "Book χωρίς face" -- Μια διδακτική ιστορία για την παγκόσμια οικονομία

Μην σας ξεγελά το γεγονός οτι ο αρθρογράφος είναι μέλος του εθνικου συμβουλίου του τρισάθλιου ΠΑΣΟΚ. Το άρθρο του ειναι ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Συνταγματολόγου και προέδρου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς

Το φιάσκο της εισαγωγής του facebook στο αμερικανικό Xρηματιστήριο των τεχνολογικών αξιών (Nasdaq) έχει μυστήριο, ίντριγκα και πάθη, προσφέρει όμως κυρίως διδάγματα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η παγκόσμια οικονομία. Αυτή που μας βασανίζει, μας στηρίζει και, πάντως, μας καθορίζει.
Η ιδέα της εισαγωγής του μεγαλύτερου δικτύου «κοινωνικής δικτύωσης» στο Χρηματιστήριο στηριζόταν σε μια απλή και πολλάκις επιβεβαιωμένη αρχή: ο κόσμος αγοράζει, σε ό,τι τιμή του πούνε, αυτό που του αρέσει - και το facebook διαθέτει όλα τα στοιχεία όχι μόνο για να αρέσει αλλά για να ξετρελαίνει: είναι ένα σύμβολο της εποχής που συνδυάζει τεχνολογία, νιάτα, αναγνωρισιμότητα, παγκόσμια διείσδυση (σχεδόν κυριολεκτικά), καθημερινή άμεση και έμμεση διαφήμιση, ακόμα και μυθική διάσταση (χρησιμοποιείται από πατρίκιους και πληβείους, ενώνει την ιδιωτική με τη δημόσια σφαίρα, έγινε τραγούδια και ταινία). 
Ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο ιδρυτής και πρωταγωνιστής της ταινίας (η οποία πάντως αφήνει να εννοηθεί ότι δεν τα κατάφερε και με τόσο αθώα μέσα), έβαλε κάτι σαν στοίχημα με τον εαυτό του, ίσως και ενόψει του γάμου του (παντρεύτηκε ακριβώς την επόμενη ημέρα της εισαγωγής): να εκμεταλλευθεί το όνομα της εταιρείας του και το παγκόσμιο «μπαζ» που δεν θα μπορούσε παρά να δημιουργηθεί (και φυσικά δημιουργήθηκε) και να πετύχει ρεκόρ κεφαλαιοποίησης (πάνω από 100 δισ. δολάρια, κάτι σαν το πρώτο πακέτο στήριξης της Ελλάδας). Για να το πετύχει, πέρα από τη διαφημιστική καμπάνια σε πλανητικό επίπεδο, ανέθεσε τις τεχνικές λεπτομέρειες στην τράπεζα-κολοσσό Morgan Stanley.

Μόνο που δεν υπολόγισε δύο στοιχεία. 
Πρώτον, ότι η ελκτική αξία και ο προσδιορισμός της τιμής μιας μετοχής είναι δύο διαφορετικά πράγματα. To «όνομα» μιας εταιρείας κινητοποιεί πράγματι την ενστικτώδη αποδοχή ή απόρριψη, βάσει αυτού που ο μεγάλος ψυχολόγος της οικονομίας Ντάνιελ Κάνεμαν ονομάζει «σύστημα 1», μέσω δηλαδή αυτόματης επιλογής του εγκεφάλου προτού τεθεί σε λειτουργία η σκέψη. Η τιμή όμως έχει άλλες συνέπειες, επιτρέπει λίγο μεγαλύτερη απόσταση και, κυρίως, επιδέχεται διόρθωση: η μείωση μιας υπερβολικά υψηλής τιμής δεν σημαίνει απαξίωση του «προϊόντος», αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι «αγορές», πάλι με τρόπο διάχυτο και μη ορθολογιστικό, «τιμωρούν» κάτι για το οποίο δεν ρωτήθηκαν.