"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΦΑΝΤΗΣ Κ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΥΦΑΝΤΗΣ Κ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2001 και ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Πώς η «9/11» άλλαξε τις ΗΠΑ

Γράφει ο Κώστας Υφαντής 
Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ.

Η «11η Σεπτεμβρίου» προκάλεσε δραματικές αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική με τουλάχιστον δύο τρόπους. 

Ο πρώτος και πλέον προφανής είναι ότι έφερε το ζήτημα της τρομοκρατίας γενικά και του ριζοσπαστικού Ισλάμ ειδικότερα στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. 

Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ειδικοί στην τρομοκρατία σημείωναν την εκδήλωση επιθέσεων με μαζικό χαρακτήρα. Η επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993, η βομβιστική επίθεση στην Οκλαχόμα, η επίθεση στο μετρό του Τόκιο είχαν ως αποτέλεσμα αναλύσεις ότι έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια νέα γενιά τρομοκρατών με στόχο τον μέγιστο δυνατό αριθμό θυμάτων χωρίς καμία διάκριση ή αναστολή και το εφιαλτικό σενάριο ήταν η πρόσβαση αυτών των ομάδων ή ατόμων σε όπλα μαζικής καταστροφής. Την ίδια στιγμή, όσες και όσοι ασχολούνταν με τη Μέση Ανατολή και τον μουσουλμανικό κόσμο επισήμαναν με αυξανόμενη ανησυχία την εμφάνιση και άνοδο ριζοσπαστικών ισλαμικών στοιχείων που δεν στρέφονταν πια μόνο εναντίον των αυταρχικών αραβικών καθεστώτων αλλά με αυξανόμενη ένταση στοχοποιούσαν τις ΗΠΑ και όσες χώρες στην Ευρώπη υποστήριζαν αυτά τα καθεστώτα. Αυτό που έκανε η «11η Σεπτεμβρίου» ήταν να συνδυάσει αυτές τις δύο τάσεις και να αναδείξει στη συνείδηση όλων ότι αυτός ο συνδυασμός ήταν (και είναι) η μεγαλύτερη πρόκληση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και ασφάλεια αλλά και για την ασφάλεια της Δύσης γενικότερα. Ο συνδυασμός ριζοσπαστικού Ισλάμ και μεγάλης κλίμακας μαζικής τρομοκρατίας με στόχο το μέγιστο δυνατό πλήγμα έκανε σχεδόν όλους να συνειδητοποιήσουν ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη απειλή και ότι η ανάγκη αντιμετώπισής της δεν μπορεί παρά να είναι η απόλυτη προτεραιότητα.

Ο δεύτερος και λιγότερο προφανής τρόπος με τον οποίο εκδηλώθηκε η αλλαγή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι ότι απελευθέρωσε την αμερικανική ισχύ στον κόσμο. 

Αν και μια τέτοια διαπίστωση ακούγεται παράδοξη καθώς οι ΗΠΑ ήταν από κάθε άποψη πανίσχυρες, στη δεκαετία του 1990 – αντίθετα με τις περισσότερες προβλέψεις – η αμερικανική πρωτοκαθεδρία δεν ήταν απλώς μία «μονοπολική στιγμή» αλλά μια πολύ πιο ανθεκτική και σταθερή κατάσταση πραγμάτων. Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι ΗΠΑ βρέθηκαν μόνες στην κορυφή της παγκόσμιας πυραμίδας. Ομως, αυτό που συνέβη στη δεκαετία του 1990 ήταν ότι ξέφυγαν από τον ανταγωνισμό με μεγάλα άλματα. Το 2001 οι ΗΠΑ ήταν πολύ πιο ισχυρές σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις απ’ ό,τι το 1991. Αλλά μέχρι τότε, κυρίως λόγω εσωτερικών περιορισμών, δεν είχαν χρησιμοποιήσει την ισχύ τους με τρόπο που να επιβεβαιώνει αυτόν τον πρωτοφανή ιστορικά συσχετισμό. 

Από τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου έως τη ΝΑΤΟϊκή επέμβαση στα Βαλκάνια ή τις περιορισμένου εύρους επιχειρήσεις στην υποσαχάρια Αφρική, η Ουάσιγκτον επεδίωκε σταθερά τη διεθνή υποστήριξη και νομιμοποίηση. Η Διοίκηση Κλίντον δεν παραβίασε τα όρια που έθετε σταθερά η αμερικανική κοινή γνώμη, ιδιαίτερα μετά την αιματηρή κατάληξη της ανθρωπιστικής επιχείρησης στη Σομαλία το 1993. Αυτό που έκανε η «11η Σεπτεμβρίου» ήταν να εξουδετερώσει όλες τις θεσμικές (βλ. Κογκρέσο) και σε επίπεδο κοινής γνώμης αντιστάσεις και να δώσει στην Διοίκηση Μπους μία – χωρίς υπερβολή – λευκή επιταγή για να ανακαλύψει και να τιμωρήσει τους υπεύθυνους της επίθεσης.  

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ταχύτατη στρατιωτικοποίηση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, την επικράτηση ενός δόγματος μονομέρειας που εκφράστηκε με όρους «ή μαζί μας ή εναντίον μας», την άμβλυνση των δημοκρατικών αντανακλαστικών στο όνομα της συντριβής των ενόχων και τελικά την απελευθέρωση και χωρίς όρια προβολή των αμερικανικών στρατιωτικών ικανοτήτων στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στον Πόλεμο εναντίον της Τρομοκρατίας σε παγκόσμια κλίμακα και γενικά τη μαζική ανάπτυξη των κολοσσιαίων πόρων που είχε στη διάθεσή της η Ουάσιγκτον για να υποστηρίξει έναν πρωτοφανή μετά το Βιετνάμ παγκόσμιο ακτιβιστικό ρόλο. Ολα αυτά δεν θα ήταν δυνατά χωρίς την αντίληψη της απειλής και την αίσθηση του επείγοντος που προκάλεσαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.


Είκοσι χρόνια μετά, σχεδόν όλες οι αναλύσεις καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι και στις δύο περιπτώσεις οι ΗΠΑ έχασαν την αίσθηση του μέτρου. 

Στην πρώτη περίπτωση δεν είναι ότι απλώς δεν νοηματοδοτήθηκε ορθολογικά μια υπαρκτή απειλή (το ριζοσπαστικό Ισλάμ). Αντίθετα, επικράτησε μία εμμονή που κάποιες φορές άγγιξε τα όρια της παράνοιας και οδήγησε σε πολιτικές επιλογές που δέσμευσαν τεράστιους πόρους για να εφαρμοστούν στρατηγικές χωρίς ξεκάθαρους στόχους. Ετσι, οι επεμβάσεις σε Ιράκ και Αφγανιστάν έγιναν χωρίς να οριστεί ξεκάθαρα τι συνιστά νίκη και χωρίς στρατηγικές εξόδου από αυτές.

Το αποτέλεσμα, ήταν...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΚΙΑ - ΙΣΡΑΗΛ: Ο μονόδρομος της επαναπροσέγγισης

Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο και Επισκέπτη Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Kadir Has της Κωνσταντινούπολης. Το καλοκαίρι του 2016 είναι Επισκέπτης Καθηγτής στο Πανεπιστήμιο της Σεούλ.


Στις 27 Ιουνίου, Τουρκία και Ισραήλ συμφώνησαν στις λεπτομέρειες της εξομάλυνσης των διμερών τους σχέσεων. Αυτή η συμφωνία επήλθε τριάμισι χρόνια μετά την προσωπική παρέμβαση του Προέδρου Obama τον Μάρτιο του 2013 που ανάγκασε τον πρωθυπουργό του Ισραήλ, Benjamin Netanyahu, να απολογηθεί στον Τούρκο Πρόεδρο, Recep Tayyip Erdoğan, για την καταδρομική επιχείρηση των ισραηλινών ειδικών δυνάμεων στο Μάβι Μάρμαρα τον Μάιο του 2010, η οποία είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο δέκα Τούρκων πολιτών. Η αμερικανική διαμεσολάβηση - παρέμβαση ήταν το κερασάκι στην τούρτα της προσπάθειας του Barack Obama να αναθερμάνει τις αμερικανο-ισραηλινές σχέσεις μετά από τρία χρόνια ψυχρότητας.


Γιατί χρειάστηκαν τρία και πλέον χρόνια; 


Είναι διαφορετική αυτή η προσπάθεια εξομάλυνσης από την προηγούμενη; 


Πρόκειται για πλήρη αποκατάσταση της στρατηγικής σχέσης Τουρκίας - Ισραήλ;


 Το 2013 καμία πλευρά δεν ήταν έτοιμη και ούτε αξιολογούσε την προοπτική της εξομάλυνσης ως χρήσιμη. Στην Άγκυρα, ο Tayyip Erdoğan και ο τότε Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Ahmet Davutoğlu, ήταν ακόμη υπό την επήρεια της αυταπάτης της τουρκικής ισχύος να διαμορφώσει τους συσχετισμούς στην περιοχή σύμφωνα με την ιδεολογική κατασκευή του «Δόγματος Davutoğlu».


Στην Αίγυπτο οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, με Πρόεδρο τον Mohamed Morsi, ήταν ακόμη στην εξουσία, στη Συρία, κατά την εκτίμηση της Άγκυρας, η πτώση του καθεστώτος του Προέδρου της χώρας, Bashar al-Assad, ήταν θέμα χρόνου, και το Ισλαμικό Κράτος δεν είχε κάνει την εμφάνισή του, με την Τουρκία να επιτρέπει τη λειτουργία της διαβόητης «Λεωφόρου των Τζιχαδιστών», ενώ η απροθυμία των ΗΠΑ να εμπλακούν στρατιωτικά έκανε το περιφερειακό κενό ισχύος ελκυστικό. 


Στην Ιερουσαλήμ, κανένας δεν εμπιστευόταν την Άγκυρα και την πολιτική προστασία που προσέφερε στη Χαμάς και τα συχνά αντισημιτικά διαβήματα του Τούρκου Προέδρου επιβάρυναν αφόρητα την κατάσταση. Και στις δύο πλευρές η αντίληψη ήταν ότι δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλο.


Στην πραγματικότητα, βεβαίως, κανένας από τους δύο δεν είχε την επιλογή της οριστικής ρήξης. Η ραγδαία επέλαση των ισλαμιστών του ISIS διέλυσε κάθε αυταπάτη. Η επόμενη μέρα στη Συρία δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα ήταν καλύτερη από την πριν το 2011. Η Αίγυπτος επέστρεψε στο «μέλλον». Η τρομοκρατία του ISIS χτύπησε με σφοδρότητα την Τουρκία και αποκάλυψε την τρωτότητά της. Η Ρωσία μάλλον εξασφάλισε την επιβίωση του καθεστώτος Assad (ακόμη και χωρίς τον Assad), ενώ οριστικοποίησε τη φυσική της παρουσία στην περιοχή. Το κουρδικό με τις σαφείς πλέον περιφερειακές του διαστάσεις «αναγκάζει» τον Erdoğan να επιταχύνει και να κλιμακώσει την αντιδημοκρατική διευθέτηση στο εσωτερικό και σ’ αυτήν την κατεύθυνση καλές σχέσεις με το Ισραήλ μπορεί να σημαίνουν μικρότερης έντασης πολιτική κριτική από την Ουάσινγκτον. Όπως και να το δει κανείς, η εναλλακτική της διατήρησης του κλίματος ρήξης ήταν πια εκτός τραπεζιού.


Βεβαίως, οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών πολύ δύσκολα θα επιστρέψουν στο status quo ante. Η στενή στρατιωτική σχέση ιδιαίτερα στον τομέα της συνεργασίας ασφάλειας και ανταλλαγής πληροφοριών δεν είναι δυνατή, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες. Οι εποχές που τα ισραηλινά μαχητικά πετούσαν πάνω από τα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας με το Ιράν είναι μάλλον παρελθόν.


Αυτό που θα δούμε είναι...

ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Η Γκερνίκα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας

Αναπληρωτή Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Επισκέπτη Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Kadir Has στην Κωνσταντινούπολη



Νέα Υόρκη, Ουάσιγκτον, Μαδρίτη, Λονδίνο, Μουμπάι, Παρίσι, Άγκυρα, Κωνσταντινούπολη, Βρυξέλλες... Δεκαπέντε χρόνια ισλαμιστικής τρομοκρατίας με χιλιάδες αθώα θύματα. Και βεβαίως δεν είναι μόνο αυτοί οι σταθμοί: Βαγδάτη, Δαμασκός, Βυρηττός, Ισλαμαμπάντ, Καράτσι, Μάλι και άλλες περιπτώσεις έρχονται να συνθέσουν την εικόνα μιας σχεδόν φωτορεαλιστικής Γκουέρνικα που κόβει την ανάσα. Και όσο πιο τρομακτική είναι η εικόνα τόσο πιο εύκολα προφέρονται και αναπαράγονται οι απαντήσεις. Ενοχικές, αυτομαστιγωτικές, τρομολαγνικά λαϊκιστικές και ανιστόρητα εύπεπτες.



Για την ριζοσπαστικοποίηση και την αποκτήνωση ενός μικρού εώς ελάχιστου αριθμού μουσουλμάνων φταίει η Δύση, η παγκοσμιοποίηση, ο «νεοφιλελευθερισμός», οι παγκόσμιες ανισότητες και η ταξική καταπίεση, οι δυτικές ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις, η αποικιοκρατία! Οτιδήποτε ταυτοποιείται ως «δυτικό» μπορεί εύκολα να βρει τη θέση του στον κατάλογο.



Το γεγονός ότι η Μέση Ανατολή ήταν για τέσσερεις αιώνες μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και μόνο για ελάχιστες δεκαετίες υπό δυτική εποπτεία και κυριαρχία δεν έχει σημασία.  


Το γεγονός ότι ακραίες και βίαιες ερμηνείες του Ισλάμ υπάρχουν εδώ και αιώνες – όπως αντίστοιχα και χριστιανικές – δεν έχει σημασία. 


Το γεγονός ότι τα περισσότερα θύματα του σεχταριστικού μίσους είναι μουσουλμάνοι δεν έχει σημασία. 


Το μόνο που έχει σημασία είναι να επιβεβαιώνουμε τον κυρίαρχο μύθο της «κακής» Δύσης, της Δύσης ως πηγής κάθε κακού.



Προσοχή! Η Δύση έχει ευθύνες σημαντικές και τα λάθη μας έχουν υπάρξει μεγάλα. Η αδυναμία επίλυσης του παλαιστινιακού προβλήματος, η υποστήριξη πραξικοπημάτων και διεφθαρμένων και βαθειά αντιδημοκρατικών καθεστώτων στο πλαίσιο του Ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού (από τη μία οι ΗΠΑ κύριος προστάτης της Σαουδικής Αραβίας, του Ιράκ, της Ιορδανίας κλπ και από την άλλη η Σοβιετική Ένωση χορηγός της Συρίας, του Ιράν, της Αιγύπτου μέχρι το 1973, προστάτης του Κάρλος και άλλων... τσακαλιών κλπ), η αδιαφορία για τις ενδοισλαμικές εκκαθαρίσεις, η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ και παλαιότερα η σοβιετική στο Αφγανιστάν σαφέστατα και συνεισέφεραν στην έλλειψη κοινωνικής και οικονομικής προόδου όπως και αν ορίσουμε την τελευταία – ακόμη και χρησιμοποιώντας avant garde μετα-αποικιακές προσεγγίσεις. Εμείς στη Δύση ξέρουμε τα λάθη μας και ζούμε με τα ανεξίτηλα στίγματα των ολοκαυτωμάτων μας!



Μα όλα αυτά δεν είναι δυνατόν να προσφέρονται ως άλλοθι για το λουτρό αίματος και κυρίως ως νομιμοποίηση της απροθυμίας αρκετών να αντικρύσουν κατάματα την πραγματικότητα. 


Και η αμείλικτη πραγματικότητα είναι ότι υπάρχει μια έκφανση του πολιτικού Ισλάμ που αντιμετωπίζει την βία και ως μέσο αλλά και ως σκοπό και μπορεί να στρατολογήσει μερικές χιλιάδες από το σώμα του 1,5 δισεκατομμυρίου μουσουλμάνων.  


Για την ανατίναξη της Παλμύρα δεν φταίει η αποικιοκρατία! Στη θεολογία της Αλ Κάιντα και του Ισλαμικού Κράτους η βία είναι αυτοσκοπός. Στόχος δεν είναι η αποστολή ενός έστω αιματοβαμμένου πολιτικού μηνύματος αλλά η δολοφονία όσο περισσότερων αθώων είναι δυνατόν. Αυτό είναι το μήνυμα!  


Ακόμη και αν η κακή Δύση σταματούσε αύριο την οποιαδήποτε ανάμειξη στον μουσουλμανικό κόσμο, οι αρχάγγελοι του μίσους δεν θα ησύχαζαν. Έχει κανείς την αίσθηση ότι ένα ισλαμικό χαλιφάτο όπως το οραματίζονται οι «μαχητές» του θα ήταν ένας φορέας κρατικής εξουσίας που μετά την επικράτησή του θα αποτελούσε ένα κανονικό μέλος της διεθνούς κοινότητας και θα σεβόταν ή έστω θα ανεχόταν το δικαίωμα κοινωνικής αυτοδιάθεσης και κρατικής κυριαρχίας των υπολοίπων;



Το ζήτημα – και είναι τυφλοί όσοι αρνούνται να το δουν – είναι ότι...