"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΕΦΕΡΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Οι γιορτινές μέρες του ποιητή Γιώργου Σεφέρη

Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Λίγοι είναι οι συγγραφείς μας, ειδικά οι επιφανέστεροι από αυτούς, που εμπνέονται από τα Χριστούγεννα ή την Πρωτοχρονιά - σε αντίθεση με την Ανάσταση. Η μεγάλη εξαίρεση είναι ο Παπαδιαμάντης, πλην μάς είναι δύσκολο να γνωρίζουμε πόσα, όντως, ευτυχισμένα Χριστούγεννα και ανάλογες Πρωτοχρονιές πέρασε ο ίδιος. Ο Γιώργος Σεφέρης όχι μόνο δεν εμπνέεται από αυτές τις γιορτινές μέρες, αισθάνεται ολωσδιόλου άβολα - όταν δεν νιώθει δυσφορία. Οι τυχαίες, θα έλεγα, ημερολογιακές σημειώσεις του - από την Πρωτοχρονιά του 1926 ως τα Χριστούγεννα του 1968 - αυτό μαρτυρούν. Αν κάτι φαίνεται να του δίνει μια κάποια ευχαρίστηση αυτές τις μέρες, είναι η εργασία του - ειδικά όταν συμβαίνει να τελειώνει κάποιο κείμενο: «31 Δεκέμβρη 1930: Σήμερα τελείωσα το ποίημα ("Ερωτικός Λόγος") αφού έφτυσα αίμα, χωρίς υπερβολή, δουλεύοντας δέκα ώρες την ημέρα!». Στο παρόν σύντομο σημείωμα περιοριζόμαστε σε λίγες σχετικές καταγραφές.

Η πρώτη καταγραφή, Παρασκευή, 1/1/1926, 00.01! Αρχίζει με την αναφορά στη μακρινή αγαπημένη Μπι... «Κουλουριασμένος σα γροθιά γύρω από την Ψυχή του. Αυτή η μόνιμη σύσπαση». Ακολουθεί ένα απόσπασμα από τον Montaigne και μια ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «το καλό ποίημα πρέπει να περιέχει τη φωνητική του έκφραση. Δεν πρέπει ν' αφήνει περιθώριο για φωνητική ερμηνεία»! Υστερα περιγράφει το τέλος της γιορτής. «Βράδυ. Στιγμές που αισθάνεται κανείς τον καιρό να φεύγει ψηλαφητά. Μια πλούσια αίθουσα χορού…Κάποιος αποκοιμάται σε μια πολυθρόνα… Εδώ κι εκεί απομεινάρια της γιορτής: χαρτιά τσαλακωμένα, στάχτες, αποτσίγαρα…».

Ανήµερα Πρωτοχρονιά του 1939 και του 1940 ο Σεφέρης και η Μαρώ ανεβαίνουν στην Ακρόπολη. 1939: «Βγήκα μαζί με τη Μαρώ το πρωί κατά τις 6. Ακόμη το μυστήριο της νύχτας […] Ανεβήκαμε στην Ακρόπολη μ' ένα ταξί. Ο σοφέρ κάπνιζε αδιάκοπα. Μπροστά στις σκάλες των Προπυλαίων ο αγέρας, εξαιρετικά φρέσκος: κρύος, ζωογόνος αληθινά και καθαρτήριος […] το συγκινητικό ήταν αυτή η μετάβαση, το χάραγμα. Απαλλαγμένη από κάθε χρώμα, κάθε πρόκληση, απόλυτα γυμνή. Η πιο γυμνή αυγή που είδα ποτέ μου…». 1940: «Το πρωί, προτού ξημερώσει, σαν και πέρσι, με τη Μαρώ στην Ακρόπολη. Το φεγγάρι ακριβώς μισό, πίσω από τα κουρελιασμένα σύννεφα […] Λίγοι άνθρωποι στους δρόμους, γλεντζέδες ή εργατικοί που πηγαίνουν να κοιμηθούν. Στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου ως πάνω στην Ακρόπολη, ατμόσφαιρα χωριού: κοκόρια. Κάτι βουκολικό σε τούτο το πρωινό, θα 'λεγες ευοίωνο…».

1942, Παρασκευή 25 Δεκέµβρη. Κάιρο, με την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση: «Αυτό το βάσανο να ψάχνεις για δώρα, χωρίς κέφι και μετρώντας τα χρήματά σου. Η πλήξη αυτών των γιορτάδων. Κάποτε έχω την εντύπωση πως περιφέρομαι σαν το φάντασμα του Αμλέτου - πατέρα, μέσα σε τούτο το στρατόπεδο…».

1943, Πρωτοχρονιά: «Νομίζω ποτέ δεν ένιωσα τόσο γέρος. Δυστυχία που δεν μπορώ να εξαφανιστώ χτες και σήμερα. Αναζήτηση καταφυγίου. Χτες ζητήσαμε προστασία από τους Λαχωβάρη. Ανθρωποι απόλυτα καλοί. Δειπνήσαμε μαζί και κόψαμε την πίτα. Θυμήθηκα παλιές Πρωτοχρονιές στη Σμύρνη. Βγήκαμε κατά τη μία. Μεθυσμένοι, μεθυσμένοι παντού […]».

1944, Παραµονή Χριστουγέννων, Αθήνα: «Κλείνει η τρίτη βδομάδα του πολέμου. Η Πλάκα οπωσδήποτε ήσυχη. Αλλά τριγύρω, ατέλειωτα, ο θόρυβος της μάχης. Οι δρόμοι γεμάτοι πρόσφυγες. Διηγούνται φρικιαστικές σκηνές: ομήρους, εκτελέσεις. Αρρωστος από προχτές: ρίγη και πόνοι. Κάνει κρύο […] το καλύτερο σήμερα: από την κάμαρά μου άκουσα θαμπά και απόμακρα φωνές παιδιών - τα κάλαντα». Σάββατο, 30 Δεκέμβρη: «Σκοτωμοί, πρόσφυγες, κρύο κι αυτό το γάβγισμα του πολυβόλου. Το πρωί τηλεγράφημα από Λονδίνο. Ο βασιλιάς διορίζει τον Δαμασκηνό αντιβασιλέα. Η πολιτική ιντελιγκέντσια έχει χρεοκοπήσει πέρα για πέρα στην Ελλάδα». Κυριακή, 31 Δεκέμβρη: «Υπουργείο Εξωτερικών: Ορκωμοσία αντιβασιλέως. Επειτα στη Γαλλική Πρεσβεία».

Πρωτοχρονιά 1945: «Νομίζω, κανένας χρόνος σαν αυτόν που πέρασε: τίποτε πιο φριχτό από τους δύο τελευταίους μήνες». Χριστούγεννα '45: «Η Μαρώ άρρωστη. Χρηματικές στεναχώριες. Βγήκα κατά το μεσημέρι προς τ' Αναφιώτικα. Κοιτάζω να μείνω αρκετά χαμηλά, ν' αποφύγω τα αρχαία. Αυτή η χάρη του σαθρού, όχι του στερεού που βλέπεις στην Ελλάδα. Ενα ξεχαρβαλωμένο ανώφλι με τρία φυλλαράκια είναι πραγματικά κάτι! Είναι το φως […] Η Ελλάδα είναι ασυμπόνετη». 1947. Νύχτα 31 - 1 Γενάρη. Αθήνα, έχοντας επιστρέψει από τον Πόρο: «Στους δρόμους ήχοι από σουραύλια και κλαψιάρικα τραγούδια: τα κάλαντα. Εντονο συναίσθημα της ψυχικής διάλυσης των ανθρώπων. Σου μιλούν και αισθάνεσαι πως απλώνεις τα χέρια μέσα από μια ομίχλη από κουρέλια. Φοβερή έλλειψη συνοχής, ειρμού, συνέπειας: πουθενά δεν μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη: φρίκη […] Δουλεύω πολύ για το βιβλίο του Καβάφη, κουρασμένα κάποτε […] Φορές κουβεντιάζοντας με τη Μ. για τις οικονομικές μας στερήσεις (δίκαιες κατά βάθος), λογαριάζω πως εργάζομαι, εκτός από την υπηρεσία, 10 ώρες την ημέρα χωρίς να κερδίζω τίποτε: η λογοτεχνία είναι δωρεάν στην Ελλάδα. Γι' αυτό και την εξευτελίζουν. Εχω κουράγιο […]».

Χριστούγεννα 1952. Στο α/π «Αιολία» προς Βηρυτό: «Νόμιζα πως το καράβι είναι ελληνικό, είναι παναμέζικο. Ολο το πλήρωμα ελληνικό. Στην πρώτη θέση η μουσική έπαιζε χτες ρεμπέτικα και τα κάλαντα. Σήμερα πρωί άρχισε με τα Τρία παιδιά βολιώτικα. Αλλά στις βάρκες και στα σωσίβια διαβάζεις: S/S AEOLIA - ΡΑΝΑΜΑ. Κι αυτή μια άμυνα του "Εθνους": όπως οι αλλοτινοί ραγιάδες παίρναν ξένες προστασίες για να φυλαχτούν από τον Σουλτάνο, σήμερα σκεπάζουν τα καράβια τους με τη σημαία του Παναμά για να προστατευτούν από το ελληνικό κράτος».

1953: Βηρυτός, Πρωτοχρονιά 1953 (Hôtel St Georges). «Φτάσαμε την περασμένη Κυριακή 28, το πρωί. Ο Θεός βοηθός».

Λονδίνο, Πρωτοχρονιά, 1959. Στο ημερολόγιό του (Μέρες Ζ) ο Σεφέρης παραθέτει ένα απόσπασμα από τη συλλογή του Βιζυηνού Ατθίδες αύραι (1884) που του έκαναν δώρο:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αν η Ιστορία δίδασκε, δεν θα ήταν η μια σελίδα της αντιγραφή της άλλης!

 

 

Γιώργου Σεφέρη, «Το απομεσήμερο ενός φαύλου»


Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα,
τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα!

Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή,
να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! — οι στερνοί.

 

Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια
και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια

μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά
για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά.

 

Πολιτικάντηδες, καραβανάδες,
ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες,

μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά —
τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά!

 

Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου
μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου·
μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή,
κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή:

 

Το ματσαράγκα, το φαταούλα
με μπογαλάκια και με μπαούλα·
τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά
λες και την άδειασαν όλη μεμιά

 

σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους  λόφους 

όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους
ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή
που στο βραχνά του παραμιλεί.

 

Δες το σελέμη, δες και το φάντη

πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη
που ρητορεύεται λειτουργικά
μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά.

 

Μαυραγορίτες από τα Νάφια
της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια,
γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί,
λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί

 

στα χώματά σου τα λαβωμένα
γιατί...

 

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ο Γιώργος Σεφέρης εκμηδενίζει τον Αλέξη Τσίπρα



Τόλμησε ο Τσίπρας να τσιτάρει στο διάγγελμά του Γιώργο Σεφέρη.  


Δεν ξέρουν, βέβαια, αυτός κι οι συμβουλατόροι του, ότι ο Σεφέρης έχει ασχοληθεί πολύ με τον τύπο του Τσίπρα - και μάλιστα καθόλου “ποιητικά”. Διότι, ως διπλωματικός υπάλληλος, ο νομπελίστας ποιητής έζησε αυτό που περιγράφει ως «τέλεια χαύνωση, παρακμή, αηδία, κατάπτωση, εξευτελισμό, θεομπαιχτισμό του πολιτικού μας κόσμου».

 
Τον έχει περιγράψει τσουχτερά τον Τσίπρα και το σινάφι του ο ΓΣ. Διαβάζο υμε και ο νους μας τρέχει στο σημερινό τσούρμο που μας κυβερνά: «Μωροφιλόδοξοι, βλάκες, άνθρωποι που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνουνται, και θέλουν να βρίσκουνται ολοένα στο προσκήνιο, τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄, σ.14).

 
Ο Τσίπρας είναι ζωντανός στις σελίδες που γράφει ο Σεφέρης στις αρχές του Β' ΠΠ. Είναι εκεί, λες και τον σκιαγραφεί η περιγραφή του Τσουδερού, «χαμένος στο οφίκιό του, σα να του φόρεσαν ξαφνικά ένα φράκο υπέρογκα μεγάλο, ανήξερος από τους μανταρινισμούς της διπλωματίας… καμία περιέργεια, έστω και για το γούστο, να γνωρίσει τι ανθρώπους έχει μαζί του» (σ.28). Είναι εκεί και «ρητορεύει σα μεθυσμένος» (σ.237) όπως γράφει ο Σεφέρης για τον Παπανδρέου.

 
Τους έχει δει ο ποιητής τους απατεώνες των λαών. Γιαυτό είναι ποιητής, διότι βλέπει αυτό που οι άλλοι χάνουν, ή λοιδορούν. Γιατί νιώθει πως «είναι φρίκη να σκέπτεται κανείς με πόση επιπολαιότητα κρίνουνται τα πιο σπουδαία εθνικά μας ζητήματα» (σ.238). Γιατί αντιλαμβάνεται πως «η ανικανότητα και η μυωπία των ανθρώπων που μας κυβερνούν έχει μια διαλυτική δύναμη που δεν θα το πίστευα πως είναι τόσο μεγάλη» (σ.239).

 
Τον έχει δει ο Σεφέρης τον Τσίπρα και τον έχει περιγράψει όταν δίνει «ένα μότο για τον Τσουδερό: ΄διάλυε για να κυβερνάς΄. Το όπλο του είναι η αποσύνθεση. Κάθε του πράξη μυρίζει πτωμαϊνη» (σ.118).

 
Τον βλέπει μπροστά του ο Σεφέρης τον θίασο των συριζαίων και των εθελόδουλών τους όταν γράφει «λείπουν οι χρήσιμοι άνθρωποι. Οι βλαβεροί είναι πολλοί: οι μεταπράτες, οι λαγουμιτζήδες, οι εγωμανείς, οι σχοινοβάτες, οι προπέτασμα-της-φλυαρίας, οι σακάτηδες, οι αφήστε-με-ήσυχο, οι παράσιτοι, τόσοι άλλοι» (Μέρες Δ', σ.250).

 
Όπως και με την προφητική του δήλωση εναντίον της χούντας, ο Σεφέρης, που ξεκαθαρίζει «δεν κάνω πολιτική ως υπάλληλος αλλά είμαι –οι πεποιθήσεις μου είναι- φιλελεύθερες και δημοκρατικές», βλέπει μπροστά και προειδοποιεί: «Δεν μπορεί να γίνει τίποτε αν δεν πάρουμε ένα δυνατό καθαρτικό αλήθειας. Το ψέμα από όλες τις μεριές είναι ένας τρομαχτικός βραχνάς επάνω μας και μας γαγγραινιάζει» (σ.224).

 
Τον έχει δει καθαρά ο ποιητής τον Τσίπρα του μέλλοντός μας, όπως και τον κόσμο μέσα στον οποίο αυτός θα σταδιοδρομήσει. «Η Ευρώπη έγινε ένα μαντρί από λύκους που ασελγούσαν και πρόβατα πανικόβλητα» (σ.81). Ξέρει, όμως, ότι ο αξιοπρεπής άνθρωπος δεν δικαιούται να το βάζει κάτω. Ακόμα κι όταν χρειάζεται να λερώνει τα χέρια του.

 
«Η πολιτική είναι όπως το πορνείο, πρέπει να κάνουμε τη δουλειά μας με τις περιστάσεις της στιγμής» (σ.81), ξεκαθαρίζει ο ποιητής και δίνει σήμα και τόνο:

 
Ξεσκίστε τις σάρκες των συμμοριτών-καταληψιών του ήθους, του τρόπου, της ζωής, της τιμής, του φωτός και της γλώσσας μας που...

ΕΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: Ανήκω σε µία χώρα µικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου....Έχουµε πολλά τέρατα να καταστρέψουµε.

ΣΗΜΕΡΑ στο Οσλο έγιναν οι απονομές των Βραβείων Νόμπελ. 

ΤΟ 1963 ένα απο τα βραβεία αυτά, το Νόμπελ Λογοτεχνίας  πήγαινε σε έναν Μεγάλο Ελληνα. 

Στις δύσκολες μέρες της οικονομικής και ηθικής μας χρεοκοπίας μας αξίζει να θυμηθούμε τι είχε πει αυτός ο Μεγάλος Ελληνας  ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου του πριν από 49 χρόνια...

(Απλά Α-Ρ-Ι-Σ-Τ-Ο-Υ-Ρ-Γ-Η-Μ-Α-Τ-Ι-Κ-Ο)

«Ανήκω σε µία χώρα µικρή.

Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου.

 
Είναι µικρός ο τόπος µας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγµα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι µας παραδόθηκε χωρίς διακοπή.

Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να µιλιέται. Δέχτηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσµα.


Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά, κανόνας της είναι η δικαιοσύνη.


Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωµένη µε τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το µέτρο, πρέπει να τιµωρηθεί από τις Ερινύες.


Όσο για µένα, συγκινούµαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας του φυσικού κόσµου.


Και ένας από τους διδασκάλους µου, των αρχών του περασµένου αιώνα, γράφει: «… θα χαθούµε γιατί αδικήσαµε …».

 Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράµµατος. Είχε µάθει να γράφει στα τριάντα πέντε χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ηµερών µας, η προφορική παράδοση πηγαίνει µακριά στα περασµένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. 

Είναι για µένα σηµαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιµήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόµη και όταν αναβρύζει ανάµεσα σ' ένα λαό περιορισµένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσµος όπου ζούµε, ο τυρρανισµένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα - και τι θα γινόµασταν αν η πνοή µας λιγόστευε; Είναι µία πράξη εµπιστοσύνης - κι ένας Θεός το ξέρει αν τα δεινά µας δεν τα χρωστάµε στη στέρηση εµπιστοσύνης.

Ο σπουδαίος λόγος ενός Μεγάλου Ελληνα που εκφωνήθηκε σαν σήμερα πριν 47 χρόνια

Γιατί αυτή η Γ@μημένη απ τους πολιτικούς Μπανανία ΔΕΝ ΒΓΑΖΕΙ ΜΟΝΟ "ΤΖΕΦΡΗΔΕΣ" ΚΑΙ ΛΑΜΟΓΙΑ 
ΒΓΑΖΕΙ ΚΑΙ ΓΙΓΑΝΤΕΣ
Διαβάστε και απολαύστε

...βρήκαμε τη στάχτη...

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Λονδίνο, 5 Ιουνίου 1932

(...)Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.



Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.



Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη ...



Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας,
τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα.



Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή,
έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς,
μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη.



Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε.
Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά.



Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί
λίγο λιγότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει· α θυμηθεί λίγο
περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε
να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά.



Εγώ τελείωσα· να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ.(...)