"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το μάθημα που μας έδωσε ο Μαζωνάκης

 

Tης ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

-Ο έρωτας είναι απαραίτητος στην ζωή σας;

«Δεν έχω ζήσει τον μεγάλο έρωτα εγώ. Πολλά δεν έχω ζήσει. Εύχομαι από εδώ και πέρα να απολαμβάνω όσα μου συμβαίνουν».

– Δεν τα απολαμβάνετε;

«Οχι».

– Αν χτυπήσει το τηλέφωνο και είναι η μητέρα σας, θα απαντήσετε;

«Μπορεί και όχι».

Σκόρπιες ατάκες του Γιώργου Μαζωνάκη από συνεντεύξεις. Η ανάρτηση των γενεθλίων του το 2024, όπου ευχαριστούσε για τις ευχές και έσβηνε τούρτα μόνος με έναν φίλο. Ολα κομμάτια του ίδιου παζλ συνθέτουν την εικόνα που έκανε τον Γιώργο Μαζωνάκη καθολικά αγαπητό και εξηγούν τις αυθόρμητες εκδηλώσεις ανυπόκριτης λατρείας και απέραντης θλίψης.

Στην εποχή της προβεβλημένης ευτυχίας, της αψεγάδιαστης τελειότητας, των φιλοτεχνημένων εικόνων οικογενειακής θαλπωρής, ο Γιώργος Μαζωνάκης ανεπιτήδευτα έδειχνε τις ρωγμές του, τη δική του αληθινή ζωή, που έμοιαζε με εκείνη των θαυμαστών του. Ναι, έμενε σε ένα πολυτελές σπίτι, φορούσε ακριβά ρούχα, ποτέ δεν δήλωσε υποκριτικά ότι τα βγάζει δύσκολα πέρα, προσπαθώντας έτσι να εξισωθεί με το κοινό του. Η ταύτιση γινόταν αυθόρμητα, με τη γνήσια λαϊκότητά του, που ποτέ δεν επέτρεψε να ολισθήσει στον λαϊκισμό.

Τη στιγμή που το star system μανιωδώς σκηνοθετεί μια αδιάπτωτη ευτυχία και όλοι δηλώνουν «ευλογημένοι» και «ευγνώμονες» για τις τέλειες ζωές τους, ο Μαζωνάκης άφηνε να φαίνονται οι ατέλειές του. Ανέλυε τη διαφορά μοναξιάς και μοναχικότητας σε ένα περιβάλλον όπου εκπρόσωποι της σόουμπιζ περιγράφουν αδιαλείπτως το πόσο ερωτευμένοι είναι στους γάμους τους και ως μόνο οικογενειακό καβγά την επιθυμία του/της συζύγου για περισσότερα παιδιά. Ο Γιώργος Μαζωνάκης απαντούσε αυθόρμητα πως δεν έχει ζήσει μεγάλο έρωτα και πως δεν μιλά με την οικογένειά του.

Εβαζε φίλτρα στις φωτογραφίες του Instagram, αλλά ποτέ στην ζωή του, η οποία ουδέποτε αποτέλεσε καταπιεστικό πρότυπο για το κοινό.

Μας έδειξε στην πράξη πως δεν χρειάζεται να δείχνεις τέλειος για να γίνεις αγαπητός. Αντιθέτως, σάρκαζε τις αδυναμίες του, τσαλάκωνε την εικόνα του, διατηρούσε μια αντισυμβατικότητα, όχι ως επικοινωνιακή τακτική, αλλά ως ειλικρινή έκφραση της προσωπικότητάς του.

Βοηθούσε διαρκώς όσους είχαν ανάγκη, κυρίως αθόρυβα, κόντρα στη συνήθη υπερπροβολή της φιλανθρωπίας, που την καθιστά ελεημοσύνη. Το 2023, στη γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου τραγούδησε στις κρατούμενες των φυλακών Κορυδαλλού, αντί να αναρτήσει κόκκινα δώρα και καρδιές. Αλλωστε, ποτέ δεν πούλησε την ερωτική του ζωή. Οταν ρωτήθηκε γιατί δεν μιλάει για τα προσωπικά του, απάντησε αυθόρμητα «δεν έχτισα την καριέρα μου με γάμους, σχέσεις και χωρισμούς». Ακόμα και ο ακούσιος εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο, δεν άλλαξε το βλέμμα του κοινού στο πρόσωπό του.

Αντίθετα, ο μιντιακός κανιβαλισμός στον οποίο με μένος κάποιοι επιδόθηκαν, προκάλεσε κύμα συμπάθειας.

Ποτέ δεν βγήκε να απαντήσει. «Δεν μου αρέσει να κρίνω και να σχολιάζω τους άλλους, ο καθένας ας κοιτά τον εαυτό του».

Ακόμα και εκείνοι που βρήκαν τον θάνατό του ως ευκαιρία να αποκτήσουν ξανά τηλεοπτικό χρόνο κατηγορώντας τον, κρύφτηκαν όταν πέρασαν τα πρώτα 24ωρα. Η κακεντρέχεια εξαϋλώθηκε από την απέραντη αγάπη του κοινού. Που τον λάτρεψε και το λάτρεψε. Η σχέση ήταν αμοιβαία και ειλικρινής. Ακόμα και τους εκατοντάδες χιλιάδες ακολούθους που είχε στα social media ποτέ δεν τους χρησιμοποίησε ως ράφι για χορηγούμενες «τοποθετήσεις προϊόντος».

Ακούγοντας στον επικήδειο την αναφορά του Μητροπολίτη Νίκαιας «ο θάνατος μας λέει να μη χάνουμε χρόνο να πούμε αμέσως ότι αγαπάμε ο ένας τον άλλο» ένιωσα μια απέραντη θλίψη.

Αραγε ο Μαζωνάκης ένιωσε, ήξερε πόσο τον αγαπούσαμε;

Ή …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο θρήνος για τον Μαζωνάκη

 

Της Αγγελικής Σπανού

Η πένθιμη ολονυχτία στη Νίκαια τους έκανε να σαστίσουν: πολιτικούς, αναλυτές, επικοινωνιολόγους, δημοσκόπους, σχολιαστές – όσους ασχολούνται επαγγελματικά με την κατανόηση και την ερμηνεία των κοινωνικών τάσεων, με την πρόβλεψη της εκλογικής συμπεριφοράς και την καθοδήγηση υποψηφίων στην ψηφοθηρία. Δεν είχαν καταλάβει ότι αγαπήθηκε τόσο πολύ και ότι θα προκαλούσε τέτοια θλίψη ο πρόωρος θάνατός του μέσα σε ένα παραϊατρείο στο Κολωνάκι όπου κατέφυγε αναζητώντας το θαύμα που θα του επέτρεπε να σταθεί στο ύψος της περίστασης μιας συναυλίας για τα 33 του χρόνια στο τραγούδι.

Ενας νεαρός έλεγε ότι ακούει κάθε μέρα τα τραγούδια του από τότε που θυμάται τον εαυτό του, μια γιαγιά έκλαιγε για το «παιδί της νύχτας» που δεν ξέχασε ποτέ την παλιά του γειτονιά.

Μαρτυρίες ότι περνούσε από το καφενείο και ρωτούσε «τι χρειάζεσαι;», ότι βοηθούσε χωρίς να το προβάλλει, ότι μοίραζε τεράστια φιλοδωρήματα σε σερβιτόρους και ντελιβεράδες.

Αρκούν η φυσική λαϊκότητα και η κοινωνική ευαισθησία για να εξηγήσουν την τόσο μαζική συγκίνηση για έναν εκκεντρικό τραγουδιστή που δεν είχε την αύρα του έντεχνου ή την αποδοχή ενός mainstream καλλιτέχνη, που είχε γίνει είδηση, πρόσφατα, για τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο με εισαγγελική εντολή και για τη δικαστική διαμάχη με την οικογένειά του;

Ακόμη και τα σουξέ του δεν ήταν από αυτά που ακούγονται όλες τις ώρες της ημέρας, όπως της Μαρινέλλας, ή με στίχους που μπορούν να θεωρηθούν ποίηση, όπως κάποια του Μητροπάνου. Δεν παίζονταν σε πρωινές εκπομπές στο ραδιόφωνο ούτε ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα αυτοκινήτων και σπιτιών το μεσημέρι.

Τότε γιατί αυτός ο θρήνος για τον Μαζωνάκη;

Μια εξήγηση για την ένταση και το εύρος της λαϊκής συγκίνησης ίσως βρίσκεται στην αυθεντικότητα και στην αθωότητά του.

Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μια παιδικότητα που δεν κρυβόταν ούτε μέσα στις υπερβολές και στην εκζήτηση που χαρακτήριζαν την εμφάνισή του στην πίστα. Κάθε φορά που στεκόταν μπροστά σε κοινό γινόταν χωρίς καμία προσπάθεια φανερό ότι αγαπούσε αυτούς για τους οποίους τραγουδούσε, ότι έψαχνε και δεν έβρισκε υπαρξιακή ασφάλεια, ότι είναι ευάλωτος.

 

Οσοι αναρωτιούνται πώς δημιουργείται το ρεύμα που μπορεί να φέρει πολιτική ανατροπή, αναζητώντας τρόπο συναισθηματικής διέγερσης της κοινωνικής πλειοψηφίας και κινητοποίησης του φαντασιακού, έχουν ένα ενδιαφέρον εύρημα για να εμβαθύνουν την ανάλυσή τους: Η αλήθεια γίνεται αντιληπτή …

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Τι έδειξε η λατρεία του Μαζωνάκη;

 

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Παντελή Σαββίδη

Ο αιφνίδιος θάνατος του Γιώργου Μαζωνάκη και η διαμάχη για τη συναυλία του Αντώνη Ρέμου μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη Θεσσαλονίκη μοιάζουν, εκ πρώτης όψεως, δύο ασύνδετα γεγονότα.

Το πρώτο αφορά το συλλογικό πένθος για έναν δημοφιλή τραγουδιστή.

Το δεύτερο τα όρια χρήσης ενός δημόσιου μνημείου.

Συνδέονται, όμως, από ένα κοινό νήμα: τη δύναμη των συμβόλων. Οι κοινωνίες δεν κινητοποιούνται μόνο γύρω από συμφέροντα και ιδέες. Κινητοποιούνται επίσης γύρω από πρόσωπα, τραγούδια, τόπους και εικόνες στα οποία αναγνωρίζουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Στην πολιτική και κοινωνική κοινωνιολογία «φαινόμενο» δεν είναι απλώς κάποιος πολύ γνωστός. Είναι ένα πρόσωπο ή γεγονός που ξεπερνά τα όρια της συνηθισμένης δημοσιότητας, κινητοποιεί μαζικά συναισθήματα και γίνεται καθρέφτης συλλογικών αναγκών.

Ο Μαζωνάκης απέκτησε αυτή τη θέση επειδή για μεγάλο μέρος του κοινού έγινε οικείο πρόσωπο, σχεδόν μέλος μιας διευρυμένης λαϊκής οικογένειας.

Προσωπικά, δεν γνώριζα αυτή τη σχέση. Όπως, υποθέτω, δεν τη γνώριζαν πολλοί από όσους δεν ανήκαν στο κοινό του. Τη συνειδητοποιήσαμε μετά τον θάνατό του, βλέποντας την έκταση της συγκίνησης και μαθαίνοντας πλευρές της προσωπικότητάς του που μας ήταν άγνωστες.

Ορισμένοι, ωστόσο, από εκείνους που τον αγαπούσαν επιτέθηκαν με μεγάλη δριμύτητα σε όσους δήλωσαν ότι δεν τον γνώριζαν, παρότι λυπήθηκαν από τον θάνατό του και συγκινήθηκαν από όσα έμαθαν αργότερα γι’ αυτόν.

Η αντίδραση είναι ίσως ανθρώπινα εξηγήσιμη, αλλά δεν είναι δικαιολογημένη. Το πένθος δεν μπορεί να μετατρέπεται σε εξέταση αυθεντικότητας ούτε η αγάπη σε απαίτηση καθολικής αναγνώρισης. Δεν είναι υποχρεωμένοι όλοι να γνωρίζουν έναν καλλιτέχνη, όσο σημαντικός και αν υπήρξε για το κοινό του. Και η λύπη δεν είναι λιγότερο ειλικρινής επειδή γεννήθηκε εκ των υστέρων.

Η λαϊκή αγρυπνία που οργανώθηκε για τον Μαζωνάκη έδειξε ότι το πένθος είχε υπερβεί τον στενό κύκλο των συγγενών και των συνεργατών του. Η λέξη «αγρυπνία» έχει ιδιαίτερο βάρος: συνδέει τη λαϊκή κουλτούρα με το θρησκευτικό τελετουργικό.

Οι άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να μείνουν μαζί απέναντι στην απώλεια, να τραγουδήσουν, να προσευχηθούν και να μετατρέψουν το ατομικό σοκ σε κοινή εμπειρία.

Αυτό θυμίζει τη «συλλογική έξαρση» του Εμίλ Ντυρκέμ. Στις τελετές το κοινό συναίσθημα ενισχύεται επειδή βιώνεται ταυτόχρονα από πολλούς. Η συγκίνηση περνά από άνθρωπο σε άνθρωπο και το πλήθος αισθάνεται προσωρινά σαν ενιαίο σώμα. Η αγρυπνία ήταν ένας τρόπος να αποκτήσει μορφή το πένθος, σε μια εποχή κατά την οποία οι παραδοσιακοί δεσμοί έχουν αδυνατίσει και οι άνθρωποι αναζητούν νέες τελετουργίες κοινότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο αποκτά νόημα και η σχέση του τραγουδιστή με το Άγιον Όρος. Ο Μαζωνάκης είχε επισκεφθεί τον Άθω και, σε μία από τις επισκέψεις του, εμφανίστηκε να μαγειρεύει στην κουζίνα μονής. Δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε τη βαθύτερη πίστη ενός ανθρώπου από δημόσιες εικόνες. Μπορούμε, όμως, να παρατηρήσουμε ένα ευρύτερο μοτίβο: καλλιτέχνες της νυχτερινής διασκέδασης προσφεύγουν συχνά στο Άγιον Όρος ή σε άλλα θρησκευτικά καταφύγια. Υπήρξαν ακόμη και περιπτώσεις ανθρώπων του θεάματος που έγιναν μοναχοί.

Ο κόσμος της πίστας χαρακτηρίζεται από έκθεση, θόρυβο, χειροκρότημα και διαρκή επιβεβαίωση. Το μοναστήρι αντιπροσωπεύει τη σιωπή, την ανωνυμία, την πειθαρχία και την απομάκρυνση από το βλέμμα του κοινού. Για τον διάσημο καλλιτέχνη μπορεί να λειτουργεί ως προσωρινή έξοδος από τον ρόλο που είναι υποχρεωμένος να παίζει. Πρόκειται για έναν μεταιχμιακό χώρο —όπως θα έλεγε ο ανθρωπολόγος Βίκτορ Τέρνερ— όπου η συνηθισμένη κοινωνική ταυτότητα αναστέλλεται και ο άνθρωπος αναζητεί επανασύνδεση με κάτι βαθύτερο.

Η λαϊκή αγρυπνία και η αναφορά στο Άγιον Όρος συναντώνται έτσι στο ίδιο σημείο. Αποκαλύπτουν ότι το λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα δεν είναι μόνο βιομηχανία ψυχαγωγίας. Ακουμπά τη θρησκευτικότητα, το μοιρολόι, την εξομολόγηση και την ανάγκη λύτρωσης. Ο λαϊκός τραγουδιστής γίνεται φορέας ενός δημόσιου πόνου: τραγουδά όσα το κοινό δυσκολεύεται να πει με δικά του λόγια.

 

Υπάρχει και ιστορικό βάθος σε αυτή τη λειτουργία. Στην αρχαία τραγωδία η πόλη συγκεντρωνόταν για να δει επί σκηνής τον πόνο, την ύβρη και την απώλεια. Όταν ο Φρύνιχος παρουσίασε τη «Μιλήτου Άλωσιν», οι Αθηναίοι ξέσπασαν σε κλάματα, επειδή τους υπενθύμισε την πρόσφατη καταστροφή της συγγενικής Μιλήτου από τους Πέρσες — μια συμφορά που αισθάνονταν και ως δική τους. Χωρίς να εξισώνουμε το λαϊκό τραγούδι με την αρχαία τραγωδία, αναγνωρίζουμε μια κοινή κοινωνική λειτουργία: η σκηνή μετατρέπει τον ιδιωτικό πόνο σε κοινό βίωμα.

Τα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα μεγέθυναν ασφαλώς το φαινόμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πένθος ήταν κατασκευασμένο. Πιο σωστά θα μιλούσαμε για «μεσοποιημένο συλλογικό πένθος»: αυθεντικό συναίσθημα, το οποίο τα μέσα συγκεντρώνουν, οργανώνουν και κάποτε εμπορευματοποιούν. Χρειάζεται να ξεχωρίζουμε την κοινότητα που θρηνεί από τη βιομηχανία που μετατρέπει τον θρήνο σε αδιάκοπο τηλεοπτικό περιεχόμενο.

Η συναυλία του Αντώνη Ρέμου, τώρα, μπροστά στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου έθεσε ένα διαφορετικό ερώτημα: πρέπει τα μνημεία να μένουν «στη ναφθαλίνη» ή να συμμετέχουν στη ζωντανή πόλη;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η απαγόρευση κάθε σύγχρονης δραστηριότητας. Τα μνημεία που αποκόπτονται από την καθημερινότητα κινδυνεύουν να γίνουν αόρατα από υπερβολικό σεβασμό.

Άλλο, όμως, μια εκδήλωση δίπλα σε ένα μνημείο και άλλο η μετατροπή του σε σκηνικό εξάρτημα. Η αρχική εγκατάσταση περιέβαλλε το άγαλμα και το ενέτασσε οπτικά στη σκηνογραφία. Μετά τις αντιδράσεις, το στήσιμο άλλαξε. Ένα αυτοτελές έργο τέχνης και ισχυρό ιστορικό σύμβολο κινδύνευε να γίνει φόντο εμπορικού θεάματος.

Οι πολιτιστικές εκδηλώσεις μπορούν να συνομιλούν με τα μνημεία, αρκεί να προστατεύουν την υλική τους ακεραιότητα και να διατηρούν την ορατότητα και την αισθητική τους αυτονομία. Ο δημόσιος χώρος ανήκει στη ζωντανή κοινωνία, αλλά δεν είναι διαθέσιμος χωρίς όρους σε κάθε εμπορική χρήση.

Ο Μαζωνάκης έγινε, μεταφορικά, ένα μνημείο χωρίς μάρμαρο, μέσα από τη φωνή και τη στάση του  και τις μνήμες που επένδυσε σε αυτήν το κοινό.

Το άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου είναι υλικό μνημείο, αλλά και η δική του δύναμη πηγάζει από τα συναισθήματα που κινητοποιεί.

Και στις δύο περιπτώσεις...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΟΛΙΣΤΙΚΟ-ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι συμβουλές των παλαιοτέρων

Image 

 

Του ΑΛΕΞΗ ΠΑΠΑΧΕΛΑ 

Η συλλογική μας αγωνία για να ζούμε περισσότερο και «καλύτερα» χρειάζεται βαθιά ανάλυση προκειμένου να εξηγηθεί. Διάβαζα πρόσφατα ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο μιας Ελληνοαμερικανίδας δημοσιογράφου που ειδικεύεται στην ευζωία και στη μακροζωία. Αφού αναφέρθηκε στις νέες τεχνολογίες, στα διάφορα καινούργια τεστ και σε όλα τα συναφή, έκανε μία παρένθεση και θυμήθηκε τις συμβουλές της Ελληνίδας γιαγιάς της. Ακούγονταν οικείες: λιγότερο άγχος, να τρως απλά και υγιεινά, να περνάς καλά γύρω από ένα τραπέζι με τους φίλους σου, να απολαμβάνεις πιο πολύ τη φύση.

Βεβαίως, η ζωή των περισσότερων ανθρώπων είναι πολύ πιο περίπλοκη σήμερα. Η πίεση της καθημερινότητας και τα ωράρια αφήνουν ελάχιστα περιθώρια για να ακολουθήσουμε τις δοκιμασμένες συνταγές. 

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι κολλημένοι στο κινητό τους, ακόμη και όταν αυτό τους είναι εντελώς άχρηστο.  

Το delivery, που έχει ενσωματωθεί πλήρως πλέον στο λεξιλογιό μας, είναι η εύκολη και συνήθως όχι υγιεινή λύση για οικογένειες ή εργένηδες που δεν έχουν χρόνο να μαγειρέψουν. Η παλιά καλή συνήθεια να κάθεται όλη η οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι και να μοιράζεται εμπειρίες, σκέψεις και το φαγητό έχει εκλείψει.

Ολο και περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι η απάντηση σε αυτόν τον νέο τρόπο ζωής μπορεί να δοθεί μέσα από βοηθήματα και διάφορες καινοτόμους θεραπείες. Πολλά από αυτά έχουν αξία όταν έχουν τη σφραγίδα ενός έγκυρου καθηγητή ή ερευνητικού κέντρου. Θέλει μεγάλη προσπάθεια και προσοχή, φυσικά, γιατί στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης βομβαρδιζόμαστε από ανοησίες και μάρκετινγκ που στηρίζονται σε πολύ ψαγμένους αλγορίθμους.

Υπάρχουν όμως και οι παραδοσιακές, δοκιμασμένες απαντήσεις που μπορεί να σας δώσουν οι «παλιοί», που ζούσαν χωρίς την αγωνία να φτάσουν τα 100. Πολλοί τα έφτασαν ή κοντεύουν να τα φτάσουν, άλλωστε, ακριβώς γιατί η παράδοση και ο κοινός νους τους προφύλαξαν από άσκοπες περιπέτειες.  

Σε αντίθεση με όλους εκείνους τους ισχυρούς και πλούσιους που ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΟΛΙΣΤΙΚΟ-ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΑΤΣΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πλάσματα ! - Πώς πιάνεται στη σαγήνη της δεισιδαιμονίας η ελίτ;

Image 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Το αίμα από παλιά το νόμιζαν «μεστόν του μελαγχολικού χυμού». Επρεπε ενίοτε να το αφήνεις να ρέει εκτός του σώματος και να καθαρίζεται. Η αφαίμαξη είχε και τη σημασία μιας κυριολεκτικής κάθαρσης.

Πόσο πρωτόγονο ακούγεται αυτό; 

Πολύ πρωτόγονο για να το πιστεύουν και να το πληρώνουν αδρά επιφανή άτομα με πεφωτισμένα μυαλά. Θα πας, θα σου αλλάξουν το πλάσμα και θα βγεις καινούργιος. Κι όσο το αίμα σου θα αλλάζει, θα σε σκέπει από τις εικόνες στους τοίχους το βλέμμα των αγίων. Μαζί με το μηχάνημα της βιοτεχνολογίας, θα δουλεύει πάνω σου και η υπέρκοσμη αύρα.

Πολλοί ξαφνιάζονται για την επιτυχία που είχε στην «καλή κοινωνία» ο γιατρός της Καρνεάδου και όσοι, μαζί με εκείνον, δραστηριοποιούνται ακόμη στην αγορά της αντιγήρανσης και της ευεξίας.  

Πώς πέφτουν στη σαγήνη τέτοιων ψευδαισθήσεων άνθρωποι σύγχρονοι και υποψιασμένοι, με εύκολη πρόσβαση στην πιο εξειδικευμένη πληροφορία; 

Πώς πιάνεται όμηρος της δεισιδαιμονίας η ελίτ;

Τέτοιο παράδοξο, φυσικά, δεν υπάρχει. Απέναντι στον φόβο της φθοράς, όλες οι διανοητικές μας άμυνες παθαίνουν αφλογιστία. Το εισόδημα δεν προστατεύει από την απατηλή πίστη ότι η φθορά μπορεί να αναχαιτιστεί.

Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Ο «επιτυχημένος» είναι πιο επιρρεπής στο να εγείρει μια αξίωση ελέγχου της φθοράς. Πιο επιρρεπής να δει τον εαυτό του και το σώμα του σαν ένα πρότζεκτ, το οποίο δεν πρέπει να αφεθεί στον χρόνο και να «αποτύχει».  

Η ιδεολογία της ατομικής επιτυχίας επεκτείνεται και στο σώμα: Αν το σώμα σου δεν είναι εύρωστο, φταις εσύ που δεν το φρόντισες, εσύ που δεν είσαι σε θέση να αξιοποιήσεις όσα σου δίνει η επιστήμη για να μείνεις νέος και σφριγηλός.

Αφού μπορείς να είσαι αδύνατος, αφού μπορείς να είσαι fit, αφού μπορείς πια να δείχνεις νέος, με φυτεμένο μαλλί και τανυσμένο δέρμα, γιατί να συμβιβαστείς με έναν γερασμένο εαυτό; 

 Οπως το είχε διατυπώσει και ο αρμόδιος για την Υγεία υπουργός, όταν υπερασπίστηκε το δικό του πρότζεκτ προσωπικής αναστήλωσης: «Γιατί να θες να δείχνεις κακομοίρης;».

Οποιος δεν έχει τους πόρους για να χρησιμοποιήσει τα όπλα της επιστήμης, της ψευδοεπιστήμης και της κοσμετολογίας και να αντισταθεί στη μοίρα του είναι κακομοίρης.

Οι άλλοι, που πιστεύουν ότι έχουν τη δύναμη να χακάρουν το μέλλον τους, συγκεντρώνονται σε εναλλακτικά ιατρεία, κέντρα εξατομικευμένης διατροφής, λέσχες άσκησης και ευεξίας.

Η αξία αυτών των αστικών σανατορίων δεν εξαντλείται μόνο στις υπηρεσίες αυτοβελτίωσης. Σε αυτά τα ιατρεία και αυτά τα γυμναστήρια, τα επίλεκτα μέλη αλληλοαναγνωρίζονται κοινωνικά και αλληλοεπιβεβαιώνουν το status τους. 

Είναι ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΟΛΙΣΤΙΚΟ-ΚΒΑΝΤΙΚΑ ΑΠΟΧΑΥΝΩΜΕΝΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο «ενήλικος» πολίτης

 

Του Δημήτρη Καμπουράκη

Η υπόθεση Μαζωνάκη (που λόγω υψηλής τηλεθέασης συνεχίζεται ακάθεκτη) ξανάφερε στην επιφάνεια μια παλιά και βολική ελληνική συζήτηση. Μέχρι πού φτάνει η ευθύνη του κράτους και από πού αρχίζει η δική μας;

Διότι εσχάτως έχουμε αποκτήσει μια περίεργη αντίληψη για τη ζωή. Κάθε φορά που κάτι πάει στραβά, κάπου πρέπει να υπάρχει ένας υπουργός, ένας ελεγκτικός μηχανισμός, μια υπηρεσία, ένας νόμος ή έστω ένας θυρωρός που δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Εμείς πάντως αποκλείεται να φταίμε. Εμείς απλώς βρεθήκαμε εκεί.

Προσωπικά, έχω μια μάλλον παλιομοδίτικη άποψη. Πιστεύω στην προσωπική ευθύνη. Όχι επειδή θεωρώ ότι το κράτος πρέπει να σηκώσει τα χέρια και να πει «βγάλτε τα πέρα μόνοι σας», αλλά επειδή θεωρώ τον πολίτη ενήλικο. Κι ένας ενήλικος άνθρωπος έχει όχι μόνο δικαιώματα, αλλά και την υποχρέωση να σκέφτεται, να ρωτάει, να αμφιβάλλει, να προσέχει και ενίοτε να λέει όχι.

Γι’ αυτό άλλωστε έχουμε δημόσια δωρεάν παιδεία. Δεν πληρώνουμε σχολεία, δασκάλους και πανεπιστήμια, μόνο για να ξέρουμε πότε έγινε η μάχη του Μαραθώνα. Τα πληρώνουμε και για να βγαίνει από το σχολείο ένας άνθρωπος που μπορεί στοιχειωδώς να κρίνει τι του λένε, ποιος του το λέει και αν αυτό που ακούει στέκει.

Φυσικά, υπάρχουν όρια. Δεν μπορεί ο ασθενής να ελέγχει αν το μηχάνημα ενός ιατρείου έχει πιστοποίηση, ούτε ο πελάτης μιας ταβέρνας να μπαίνει στην κουζίνα με μικροσκόπιο για να εξετάζει το κρέας. Εκεί υπάρχει το κράτος. Για να θέτει κανόνες, να πιστοποιεί, να ελέγχει και να τιμωρεί. Αν δεν το κάνει, έχει ευθύνη.

Άλλο όμως αυτό κι άλλο να απαιτούμε από το κράτος να μας προστατεύει από κάθε κακή επιλογή που κάνουμε οι ίδιοι. Από το τι τρώμε, τι πίνουμε, πού επενδύουμε, ποιον εμπιστευόμαστε, τι θεραπεία διαλέγουμε, πώς οδηγούμε στον δρόμο, μέχρι το αν φοράμε καπέλο στον ήλιο.

Γιατί κάποια στιγμή το «κράτος που προστατεύει» μετατρέπεται σε κράτος-μπαμπά. Και το κράτος-μπαμπάς έχει ένα σοβαρό ελάττωμα. Για να μας φροντίζει σαν παιδιά, πρέπει προηγουμένως να μας θεωρεί παιδιά.

Δεν γίνεται όμως να απαιτούμε ταυτόχρονα απόλυτη ελευθερία στις επιλογές μας και απόλυτη απαλλαγή από τις συνέπειές τους. «Εγώ αποφασίζω», αλλά αν η απόφαση βγει στραβή «πού ήταν το κράτος;». Και τα δύο μαζί δεν χωράνε εύκολα.

 

Το κράτος οφείλει να μας προστατεύει από τον απατεώνα.

Δεν είναι βέβαιο ότι οφείλει να μας προστατεύει και από τον εαυτό μας.

Διότι …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πάνελ, κηδείες, σέλφι και… τσιφτετέλια!

 

Του Strange Attractor

Ο άδικος χαμός του Μαζωνάκη αποκάλυψε μια σύγκρουση μεταξύ δυο Ελλάδων.

Η μια Ελλάδα της απάθειας, της απολιτίκ νεολαίας, της απαίδευτης μάζας, της κοινωνίας εν υπνώσει, και της κυρίαρχης κουλτούρας της νύχτας και των καψουροτράγουδων, εναντίον της άλλης Ελλάδας των θεσμοθετημένων απατεώνων, της ιδιοτελούς κερδοσκοπίας, των διάφορων σκιτζίδων που πουλάνε πανάκριβα φύκια για μεταξωτές κορδέλες, και της κυβερνητικής «αριστείας»…

Και στη μέση τα κανάλια, με τους καλοπληρωμένους κήνσορές τους, που πάντα πέφτουν από τα σύννεφα… και πάντα κατόπιν εορτής!

Υπάρχει δηλαδή ένας θάνατος που συγκλονίζει.

Και υπάρχει μια χώρα που, αντί να συγκλονιστεί, συγκινείται για λίγο, και ύστερα συνεχίζει να αιωρείται πάνω από το κενό…

Αυτό είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής Ελλάδας. Όλα είναι ένα ποστ, ένα τηλεοπτικό πάνελ, και ένα δελτίο ειδήσεων.

Ο θάνατος του Μαζωνάκη άνοιξε ξανά όλες τις γνώριμες πόρτες. Της νύχτας, της τηλεόρασης, της δημοσιότητας, της ιατρικής ευθύνης, της αγανάκτησης.

Και μαζί αποκάλυψε κάτι πολύ βαθύτερο, μια κοινωνία που έχει μάθει να καταναλώνει σαν ποπ κορν ακόμη και την τραγωδία της.

Σήμερα πενθούμε.

Αύριο απαιτούμε δικαιοσύνη.

Μεθαύριο έχουμε ήδη αλλάξει θέμα…

Και κάπου ανάμεσα, οι τηλεοπτικοί μαϊντανοί αναλαμβάνουν να μας εξηγήσουν ποιος είναι ο άγιος, ποιος ο ένοχος, και ποιος ο κακός της ημέρας, ανάλογα με το τι τους βολεύει

Αυτό όμως δεν είναι ενημέρωση.

Είναι τηλεοπτική παρηγοριά για έναν λαό που έχει πάψει να απαιτεί πολιτική απάντηση στα πολιτικά του προβλήματα… και απλά έχει παραδοθεί.

 

Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι συνέβη στον Μαζωνάκη. Αυτό θα το απαντήσουν οι αρμόδιες αρχές (λέμε τώρα)…

Το ερώτημα είναι γιατί κάθε φορά που συμβαίνει μια τραγωδία χρειάζεται πρώτα να πεθάνει κάποιος για να θυμηθούμε ότι οι θεσμοί οφείλουν να λειτουργούν.

Γιατί χρειάζεται να σκοτωθούν 57 αθώοι για να μάθουμε για τα αίσχη των ιδιωτικών σιδηροδρόμων;

Γιατί χρειάζεται ένας διάσημος νεκρός για να συζητήσουμε την ευθύνη του ιατρικού συλλόγου, ή για την κατάργηση των ελεγκτών-επιθεωρητών των ιατρών από τη κυβέρνηση των «αρίστων»;

Γιατί πρέπει να γίνει τηλεοπτικό θέμα η αυτονόητη απαίτηση για έλεγχο, κανόνες και λογοδοσία;

Και κυρίως: γιατί έχουμε μετατρέψει την πολιτική σε θέαμα, και τη Δικαιοσύνη σε τηλεοπτικό πάνελ;

Η απάντηση είναι απλή και καθόλου ευχάριστη.

Επειδή αυτό βολεύει.

Βολεύει την εξουσία να συζητάμε για πρόσωπα αντί για θεσμούς, και να πετάμε τη μπάλα στην κερκίδα την ώρα που η ακρίβεια σαρώνει, και οι Τούρκοι είναι έτοιμοι να κάνουν ντου στο Καστελόριζο.

Βολεύει τα κανάλια να πουλάνε συγκίνηση αντί για έρευνα.

Βολεύει εμάς να ψάχνουμε έναν απατεώνα για να μισήσουμε, και έναν τραγουδιστή για να τον αγιοποιήσουμε, αντί να αναρωτηθούμε ποιο σύστημα επιτρέπει σε κάθε επίδοξο «ειδικό» να μετατρέπει την ανθρώπινη αγωνία σε αγορά, και από πού και που ένας λαϊκός αοιδός με καλή φωνή οδηγεί 300.000 συνέλληνες να παρευρεθούν στη κηδεία του!

Έτσι λειτουργεί η χώρα του «δεν βαριέσαι», και του «πάμε κι όπου μας βγάλει».

Αυτή είναι η Ελλάδα του 2026. Μια χώρα που μπορεί να θρηνεί το βράδυ, να αγανακτεί το πρωί, και το μεσημέρι να έχει ήδη ξεχάσει για ποιο πράγμα αγανακτούσε…

Ο Μαζωνάκης δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής. Ήταν, καλώς ή κακώς, κομμάτι της νεοελληνικής νύχτας. Και η νύχτα είναι ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που έμαθε να διασκεδάζει για να μην σκέφτεται.

Δεν φταίνε τα μπουζούκια. Δεν φταίει το λαϊκό τραγούδι. Δεν φταίει το τσιφτετέλι.

 

Φταίει το ότι το τσιφτετέλι έχει γίνει πολιτική φιλοσοφία, και η «διασκέδαση» στα κωλάδικα στάση ζωής.

Όταν η κοινωνική αγανάκτηση εξαντλείται σε ένα story στο Instagram.

Όταν η πολιτική συνείδηση διαρκεί όσο ένα τηλεοπτικό πάνελ.

Όταν ο πολίτης καταγγέλλει τη διαφθορά από το κινητό του και πέντε λεπτά αργότερα ψάχνει τραπέζι σε «μαγαζί» για το Σαββατόβραδο, τότε είναι που η χώρα χάνει κυριολεκτικά τη μπάλα…

Αυτή είναι η μεγάλη ελληνική αντίφαση, ότι επαναστατούμε χωρίς να αλλάζουμε τίποτα.

Θρηνούμε τους νεκρούς μας, καταριόμαστε τους ενόχους, απαιτούμε «να πέσει άπλετο φως», και ύστερα γυρίζουμε στη δουλειά, στο ενοίκιο, στο TikTok, και στο πρώτο τραπέζι πίστα.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια, ότι η Ελλάδα δεν κινδυνεύει μόνο από αυτούς που την κυβερνούν, από αυτούς που την εξαπατούν, ή από αυτούς που την εκμεταλλεύονται.

Κινδυνεύει και από την ικανότητά της να συνηθίζει τα πάντα, και να ασχολείται με το έλασσον αντί με το σημαντικό.

Εκεί αρχίζει και ο ρόλος της τηλεόρασης.

Οι ίδιοι μηχανισμοί που επί χρόνια μετατρέπουν την κοινωνία σε ατελείωτο reality show, ξαφνικά ανακαλύπτουν την ποιότητα.

Οι ίδιοι που εμπορεύονται το δράμα, καταγγέλλουν το δράμα.

Οι ίδιοι που χρειάζονται έναν «καλό» και έναν «κακό» για να βγει η εκπομπή, τώρα μιλούν για την ανάγκη σοβαρής ενημέρωσης.

Ο νεκρός γίνεται άγιος.

Ο γιατρός γίνεται τέρας.

Ο παρουσιαστής γίνεται δικαστής.

Και ο τηλεθεατής γίνεται ξανά… κοινό.

Η παρακμή όμως δεν έρχεται πάντα με σειρήνες.

Μερικές φορές έρχεται με σκυλάδικα στη διαπασών.

Με ένα γεμάτο από ιδρωμένες μπίμπο και τους συνοδούς τους νυχτερινό κέντρο.

Με ένα τηλεοπτικό πάνελ που ουρλιάζει.

Με μια ακόμη σέλφι, και… «ουάου, περνάμε υπέροχα»…

 

Τα τηλεοπτικά νούμερα θέλουν αίμα, δάκρυ, και τίτλο με κεφαλαία, για να φέρουν διαφημίσεις.

Και πίσω από όλα αυτά υπάρχει η βαθύτερη ασθένεια: μια κοινωνία που έχει εξοικειωθεί με αυτήν την παρακμή.

Ο εργαζόμενος πιέζεται; «Έτσι είναι η ζωή».

Η στέγαση γίνεται δυσβάσταχτη; «Κάπως θα τα βολέψουμε».

Η βενζίνη κινείται πλέον πάνω από τα 2 ευρώ το λίτρο πανελλαδικά; «Τι να κάνουμε;»

Η ακρίβεια τρώει τον μισθό; «Θα περάσει».

Η κυβέρνηση των «αρίστων» δίνει μάχες επικοινωνίας αντί ουσίας; «Όλοι ίδιοι είναι».

Και κάπως έτσι το «όλοι ίδιοι είναι» γίνεται το πιο βολικό άλλοθι της χώρας.

Γιατί αν όλοι είναι ίδιοι, κανείς δεν ευθύνεται.

Αν όλοι φταίνε, κανείς δεν φταίει.

Αν όλα είναι μάταια, γιατί να ασχοληθούμε;

Καλύτερα ένα ποτό.

Καλύτερα ένα τραπέζι στον Αργυρό.

Καλύτερα ένα λαϊκό πρόγραμμα, με καψουροτράγουδα.

Καλύτερα μια φιλτραρισμένη σέλφι με duck lips, γιατί η πραγματικότητα χαλάει το μακιγιάζ.

Αυτό είναι το πραγματικό πολιτισμικό μας πρόβλημα. Όχι ότι ακούμε σκυλάδικα. Αλλά ότι έχουμε αρχίσει να ζούμε σαν σκυλάδικο.

Δυνατή μουσική, χαμηλός φωτισμός, πολλά λουλούδια, πανάκριβες φιάλες, μπαγιάτικα «ξηροκάρπια», και κανείς δεν θέλει να δει καθαρά τι συμβαίνει. Εικονική πραγματικότητα…

Ο θάνατος του Μαζωνάκη δεν αποδεικνύει ότι η Ελλάδα «πεθαίνει».

Αποκαλύπτει όμως κάτι πολύ πιο δυσάρεστο.

Το...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μειρακιογέροντες και σκορδοφάγοι

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Στον θάνατο του Κωστή Παλαμά ή του Σικελιανού, έγινε λιγότερη ταραχή απ’ όση με τον Μαζωνάκη. Και στην κηδεία του Βασίλη Βασιλικού παρέστησαν εκατό άτομα.

Θα πεις, εντάξει, τι να κάνουμε, ο Ελληνισμός προχωρεί, εξελίσσεται. Εξάλλου ξέρουμε πως υπάρχει πλέον χοντρό πρόβλημα κατανόησης κειμένου και ευρύτερη βραδυπεψία πραγματικότητας. Σε βαθμό που, αν ζούσε ο Σεφέρης, ίσως και να πήγαινε στη συναυλία του Ρέμου (λες;).

Και γιατί όχι, εφόσον γνωστός διανοούμενος συνθέτης δήλωσε, όταν πληροφορήθηκε τον πρόωρο θάνατο του Μαζώ: «Εφυγε η γη κάτω απ’ τα πόδια μου». Σκέψου τι θα έπαθε όταν μετέστη ο Διονύσης Σαββόπουλος – κανονικά θα πρέπει να είχε διαρρεύσει υποκάτω του όλος ο γαλαξίας, οπότε θα ζούσαμε τώρα όλοι μέσα σε ένα διαστημικό κενό.

Φταίνε λοιπόν, κάποιοι γιατροί, αλλά «φταίει κι ο λαός που είναι μαραζιάρης»;

Από την εποχή του νερού του Καματερού, συνεχίζεται ο ίδιος αταβισμός: απ’ ό,τι και να πάσχεις, θα σε σώσουν κλαδιά βρασμένης αγριελιάς, ούρα ρινόκερου της Σουμάτρας (αν εκεί ζουν ρινόκεροι) ή ιδρώτας πράσινου σκορπιού της Κούβας. Μπορεί και τα σκαλιά της Τήνου. Και δεν είναι λίγοι που ανεβαίνουν στα βουνά και μαζεύουν μαντζουράνες, γαϊδουράγκαθα, μολόχες και τσουκνίδες και τα βράζουν και τα πίνουν, ως θεραπεία των πάντων, διότι κατά τη γνώμη τους, οι γιατροί δεν ξέρουν, δεν έχουν ιδέα. Ασε εκείνους που πιστεύουν ότι τα σκόρδα είναι πανάκεια και τρώνε ένα κεφάλι το πρωί κι ένα το βράδυ. (Κοίτα μόνο μην τους πλησιάζεις σε απόσταση βολής).

Υπάρχουν άρα, ουκ ολίγοι που τα ξέρουν όλα καλύτερα απ’ τους κανονικούς γιατρούς ή ψάχνουν για εναλλακτικούς.

Και είναι και οι αντιεμβολιαστές, οι αντισυστημικοί, όσοι μισούν τη δικτατορία της επιστήμης και σκαρφαλώνουν στις πλαγιές για να βρουν μελισσόχορτο, ή κάππαρη, τα ανακατεύουνε με αμμοχάλικο, με γλουτολίνη, τα βράζουν όλα μαζί, ρίχνουν και λίγο κουρκουμά και πίνουν το μείγμα για να γίνουν αθάνατοι, ενώ απλώς, από θνητοί, γίνονται κοντολήξιμοι. Ο άλλος κάθεται δεκατέσσερις ώρες σερί, κάθε μέρα, στην τουαλέτα, ώστε να μην του έρθει να τα κάνει έξω, εκτός σπιτιού, και κολλήσει μικρόβια.

 

Γενικώς υπάρχουν διάφορες ποικιλίες δύσκολων σχέσεων με την πραγματικότητα. Ειδικά, αν ορισμένοι πλουτίσουν αιφνιδίως, ξιπάζονται και θέλουν αίφνης να γίνουν και Ντόριαν Γκρέι, να γίνουν αθάνατοι, παντοτινά, αγέραστα μορμολύκεια· πουρότεκνα, που λέμε, παιδαριογέροντες: παπούτσι adidas με αερόσολα, ροκ μπλουζάκι και λευκή κοτσίδα.

Αλλοι κάνουν πλασμαφαίρεση, αφαλάτωση, λεύκανση εξάτμισης και άλλες τεχνικές νεότητας με μηλόξιδο, με μυαλοαναρρόφηση, γενικώς «εναλλακτικές» θεραπείες. Με ό,τι μπορεί να φανταστεί ένα  «εγώ» που έχει σαλτάρει από τις κολακείες άσχετων, τα πολλά λεφτά και τη μεγαλειώδη αυτοεικόνα· σκέψου: εν Ελλάδι, αυτή τη στιγμή, υπάρχουν δηλωμένοι επισήμως στην εφορία δύο χιλιάδες επαγγελματίες αστρολόγοι και καφετζούδες – προσωπικά δεν πάω σε αυτούς διότι πώς να τους πω ότι έχω ωροσκόπο γαλέο;

Δηλαδή, η παντοτινή νεότητα του ογδονταεννιάχρονου παππού και η θεραπεία της φαλάκρας είναι θέματα που πουλάνε πάντα.

Τώρα και η προθανάτια ευεξία με τα βλαστοκύτταρα· με πλασματικό πλάσμα· με παπαρόσκονη· με μπότοξ, που κάνει ορισμένες συμπαθείς γυναίκες πιο όμορφες κι απ’ τον Μπρέζνιεφ. Αλλες με στόμα ροφού, τσαχείλες λαγοκέφαλου και επαρκή σιλικόνη που τρεμίζει «όπως τα νευρικά κλονίσματα του ζελέ», καθώς γράφει κι ο Μαγιακόφσκι.

Και, πώς γίνεται και πουλάνε αιώνια νεότητα γιατροί που οι ίδιοι έχουν καταφανώς γεράσει και φαλακρύνει απάνθρωπα;

Δεν βλέπουμε ότι ο Θεοδωρόπουλος είναι ένας νεάζων ηλικιωμένος με κόκκινα παντελόνια και, αφού ο ίδιος δεν μπορεί να παραμείνει αγέραστος, πώς θα το πετύχει στους άλλους;

Ψιλά γράμματα θα μου πεις – σημασία έχει να διαθέτεις τα φράγκα, να ξιπαστείς και να πιστέψεις πως τώρα πια μπορείς ακόμα και να ξαναγίνεις τζόβενο. (Λαϊκιστικός μυστικισμός).

Δεν σου φτάνει που η επιστήμη σού έχει ήδη δώσει μακροζωία, μέσο όρο τα ογδόντα πέντε χρόνια, συν το Viagra, το Cialis και άλλα σηκωτικά, εάν μετά τα εβδομήντα σου δεν βαριέσαι να ξεντύνεσαι, δεν έχεις κουραστεί πια με τους έρωτες, το σεξ και τα γλυκανάλατα SMS.

Αν, λοιπόν, βάζεις μόνος σου τα χρυσαφικά στην κατσαρόλα και πας και τα δίνεις στον καλαμπόρτζο γιατρό για να σε κρατήσει νέο για πάντα, ποιος φταίει τελικά, αν όχι ολιστικά;

Εάν δεν έχεις γυμναστεί ποτέ στην ζωή σου, δεν κάνεις ποδήλατο, δεν περπατάς, δεν κολυμπάς και θες ένα ολόκληρο σαλάμι αέρος από τον Σκλαβενίτη μόνο για να θρέψεις το ένα μπούτι σου, ποιος ενέχεται;

Τι να σου κάνουν και οι γιατροί; – δεν είναι λίγοι, εξάλλου, σε κάθε επάγγελμα, που ψάχνουν για κορόιδα, κάτι που δεν είναι και εντελώς παράνομο. Διότι υπάρχουν και ένα σωρό έλληνες ιατρολάγνοι, επαγγελματίες ασθενείς, αρρωστομανείς, πεισιθάνατοι, που όλη μέρα τριγυρνάνε στα ιατρεία – αυτούς, ποιος θα τους συμμαζέψει;

Και δεν είναι μόνο οι φραγκάτες περιπτώσεις, αλλά και οι φτωχομπινεδιάρικες που έχουν ψύχωση με τα ιατρεία, τα φαρμακεία, τα αντιβιοτικά, τη δήθεν νεότητα, την εμμονή του μειρακιογέροντος.

Κατά τ’ άλλα:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οδός Καρνεάδου, αριθμός μηδέν

Image

 

Tης ΡΟΥΛΑΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Αναζωογόνηση, ενδυνάμωση, αποτοξίνωση, αφαίμαξη με βδέλλες, ανόρθωση με τον τόρνο, σύσφιξη με την πρέσσα, πλύση καλή στο έντερο να ‘ρθει να γίνει κατάλληλο μέχρι και για μαγειρίτσα. Αυτές εδώ οι λέξεις έχουν βαλθεί να μας ξεκάνουν, κι αν όχι «ξεκάνουν», ξεφτιλίσει πάντως σίγουρα. Χρόνια τώρα δεν τολμάς να κοιτάξεις ευθέως τον/τη συνομιλητή/τριά σου, μη δεις μπροστά σου τη μούμια του Τουταγχαμών κι έρθεις σε δύσκολη θέση. Από τη στιγμή που άρχισαν να ανοίγουν τα απόρρητα της οδού Καρνεάδου και να ξεφυλλίζονται τα κρυφά τεφτέρια με τα πελατολόγια, έχει πέσει σύγκρυο στο socializing της μικρής πλατείας της αστείας (Κώστας Χατζής, αστοιχείωτε).

Ονόματα φεύγουν στον αέρα και σκάνε παντού, ακόμα και σε υπεράνω υποψίας πρόσωπα που έχουν βαλθεί να ξεχάσουν το πρόσωπό τους. Κι αν σε ξέχασες εσύ, έννοια σου και σε θυμάμαι εγώ. Ασ’ το πάνω μου.

Ουφ. Τα ‘πα και ξεφούσκωσα, και σ’ αυτό με βοήθησε η φριχτή κατάληξη του καημένου του Μαζωνάκη που περπάτησε μόνος του ίσα με το μακέλεμά του, οδηγούμενος ποιος ξέρει από πόση αφέλεια ή πόση απελπισία. Τα δυο μαζί, κάνουν ολέθριο μείγμα.

Από το πρώτο σοκ μέχρι τη γείωση που προσφέρουν συνήθως οι διαδικασίες της Δικαιοσύνης, υπάρχει χώρος αρκετός να φρυάξει το λαϊκό αίσθημα που θέλει τον χρόνο του να εκτονωθεί και να πενθήσει, χωρίς όμως με τα κινητά υψωμένα, αυτές τις ύαινες της σύγχρονης τεχνολογίας, που με μια φωτεινή φτυσιά πάνω στη «στιγμή» του άλλου, θαρρούν πως χαράζουν το σύνορο: οι ζωντανοί με τους ζωντανούς κι οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους· ψέμα.

Από την επίσημη Δικαιοσύνη δεν περιμένω πολλά πράγματα.

Ενα μόνον θα μου αρκούσε.

Στην πρόσοψη του ιατρείου ή στο Instagram, ή στο ταμπελάκι που φοράνε στα συνέδρια ή όπου αλλού τέλος πάντων δειγματίζουν και διαφημίζονται οι λογής εναλλακτικοί και αρνητές της δυτικής επιστήμης, εκεί δίπλα από τα «δόκτωρ» και «δοκτορέσσα» να προσθέτουν ευκρινώς εγγεγραμμένο και το…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΛΑΜΟΓΙΑΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η πολιορκία των απατεώνων

 

Του ΚΩΣΤΑ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗ

H Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα είναι η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ. Δικός μας άνθρωπος, Βουλγάρα. Ετσι δεν αισθάνθηκα καμία έκπληξη όταν έλαβα το email της. Το ΔΝΤ θέλει να μου επιστρέψει χρήματα. Μου γράφει ότι έπεσα θύμα απάτης με κρυπτονομίσματα. Αυτό περιέχει δόση αλήθειας. Προ ετών επένδυσα πενήντα ευρώ και σήμερα έχω 42,10. Ομως σήμερα η κυρία Κρισταλίνα έχει στο γραφείο της μία επιταγή 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων με το όνομά μου επάνω. Γεια σας και να με θυμάστε! Το μόνο που πρέπει να κάνω είναι να της στείλω αναλυτικά τα στοιχεία μου και θα λάβω τις σχετικές οδηγίες. Ετσι θα πληρώσω και τον τύπο που με εκβιάζει.

Αυτός μου έστειλε ένα password που χρησιμοποιώ συχνά. Ισχυρίζεται ότι με τον συγκεκριμένο κωδικό μπαίνω σε μία διεστραμμένα ανήθικη ιστοσελίδα και χαρίζω στον θλιβερό εαυτό μου στιγμές μοναχικής ηδονής. Μάλιστα με έχει καταγράψει σε βίντεο, ενεργοποιώντας την κάμερα του υπολογιστή μου. Και τώρα έχω δύο επιλογές· είτε θα του κλείσω το στόμα με ένα πεντοχίλιαρο σε κρυπτονόμισμα, είτε θα δω τις πομπές μου στο Facebook. Δύσκολα τα πράγματα. Να τηλεφωνήσω στην Αστυνομία; Δεν ξέρω.

Γιατί τις προάλλες δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από ελληνικό κινητό. Ο άνδρας που με κάλεσε μίλησε σε άψογα αγγλικά. Ήταν από τη ΓΑΔΑ. Το όνομά μου βρίσκεται σε δικογραφία για απάτη. Μπορεί να με ξεμπλέξει, αλλά χρειάζονται μετρητά για να λαδωθεί το γρανάζι. Τον ρώτησα ποιο είναι το όνομά μου και για ποιο λόγο μου μιλάει αγγλικά. Το έκλεισε. Κάλεσα τον αριθμό. «Ο αριθμός που καλέσατε δεν υπάρχει».

Εχω λάβει SMS για κλήσεις της Τροχαίας που πρέπει να πληρώσω online· για τον εκτελωνισμό δέματος· για επαλήθευση του τραπεζικού μου λογαριασμού· και ένα σπαρακτικό μήνυμα, στο Facebook, που ζητούσε βοήθεια για τη θεραπεία παιδιού. Εκεί την πάτησα.

Κάτι συμβαίνει τελευταία· δεχόμαστε από παντού επιθέσεις απατεώνων. Και δεν νομίζω ότι είναι η ιδέα μου.

Ο κομπογιαννίτης που θεραπεύει τον καρκίνο με σαμανική ιατρική και ο τύπος που ζητάει να βγάλεις έξω τα κοσμήματα για να τα δει ο δορυφόρος, συνδέονται με μία λεπτή μεταξωτή κλωστή. Το ίδιο νήμα κρατάει και ο τύπος που σου τηλεφωνεί και λέει ότι έχεις διαρροή ρεύματος ή ο «γιατρός» που σε ενημερώνει ότι το παιδί σου είναι στη ΜΕΘ.

Ολα αυτά σας φαίνονται τερατώδη, γελοία, εξωφρενικά. Οχι, δεν το θέτω στη βάση της ευφυΐας ή της παιδείας. Δεν υπάρχει άνθρωπος ευάλωτος σε όλες τις απάτες. Αλλά πιθανότατα υπάρχει μια απάτη στην οποία είναι ευάλωτος κάθε άνθρωπος.

Οι πονηροί δεν απευθύνονται στη λογική μας. Ψάχνουν το κουμπί που, όταν πατηθεί, τη βγάζει προσωρινά από τη μέση. Ο ένας πατάει τον φόβο, ο άλλος την απληστία, κάποιος την ντροπή και κάποιος άλλος τη συμπόνια. Ο «γιατρός» λέει ότι το παιδί σου χαροπαλεύει. Η «τράπεζα» ότι σε λίγα λεπτά θα χάσεις τα χρήματά σου. Ο εκβιαστής ότι αύριο θα σε δουν γυμνό οι φίλοι σου. Και η Κρισταλίνα ότι έγιναν δικά σου 2,5 εκατομμύρια δολάρια. Διαφορετικές ιστορίες, ίδιος μηχανισμός: πρώτα δημιουργούν το συναίσθημα και μετά σου ζητούν να αποφασίσεις όσο βρίσκεσαι ακόμα μέσα σε αυτό.

Πάντα υπήρχαν απατεώνες – γνωστό. Και η τεχνολογία έχει κάνει πιο εύκολη τη δουλειά τους – σωστό. Ομως σε αυτά προστίθεται μία νέα παράμετρος· η καχυποψία απέναντι στους πάντες. Δεν σηκώνεις το τηλέφωνο, αν δεν γνωρίζεις τον αριθμό. Κοιτάζεις καχύποπτα το μήνυμα της τράπεζας. Σε λίγο θα ακούς τη φωνή ενός δικού σου ανθρώπου και θα πρέπει να βεβαιωθείς ότι είναι αυτός.

Η τεχνολογία, που υποτίθεται ότι θα μας έφερνε πιο κοντά, δημιουργεί και μία παράξενη κοινωνία καχυποψίας· κι έτσι η πρώτη αντίδραση απέναντι στον άγνωστο δεν είναι η εμπιστοσύνη, αλλά η άμυνα.

Αυτή είναι…

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΡΑΚΙΑ: Ο «χορός» της Νίκαιας και οι πολιτικές του προεκτάσεις.

Image  

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ωπα. Κάτι αλήθεια συνέβη εδώ. Δεν γίνεται κάθε μέρα τέτοια σύναξη – να κυκλώνει την εκκλησία το πλήθος. Να τραγουδάει με μια φωνή, σαν αρχαίος χορός, και να χορεύει, κλαίγοντας, γύρω από ένα φέρετρο, με χιλιάδες άλλους να μετέχουν στον θρήνο από τις οθόνες τους.

Δεν βλέπουμε κάθε μέρα τέτοια πύκνωση συναισθήματος. Από ένστικτο, οι επαγγελματίες της πολιτικής είδαν ότι ο θρήνος για τον Μαζωνάκη ήταν μια στιγμή σπάνια. Σπάνια και γι’ αυτό επικίνδυνη.

Οταν μαζεύεται τόσο ψυχικό φορτίο, δεν πρέπει να το αφήσεις αδέσποτο. Δεν πρέπει να το αγνοήσεις και να του επιτρέψεις να υποκύψει στην πολιτική του απόσταξη.

Οδηγημένος από αυτό το ένστικτο εμφανίστηκε ο υπουργός Υγείας τη δεύτερη ημέρα της εκδήλωσης του πένθους στον (φυσικό) δημόσιο χώρο. Πήγε στη Νίκαια, στον ναό και στο νεκροταφείο, για να απολογηθεί εκ μέρους της Πολιτείας και να ανακόψει έτσι τη ροή του θρήνου προς την κοίτη της πολιτικής οργής.

 Image

Εν είδει εξορκισμού, επανέλαβε μόνος του τη λέξη-κλειδί: το «σύστημα».

Προτού προλάβετε να στραφείτε κατά του συστήματος, εμφανίζεται ενώπιόν σας το ίδιο το «σύστημα» για να σας εξευμενίσει.

Προτού προλάβετε να αναρωτηθείτε, «αφού εκείνος, με τη φήμη και τα χρήματά του, πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι, τι μπορώ να πάθω εγώ;», σας παρέχεται «αυτοπροσώπως» ένας καθησυχασμός.

Ούτε το σκάνδαλο για τους κομπογιαννίτες της ελίτ, ούτε η ανασφάλεια για την ιατρική ασυδοσία και την αδυναμία του κράτους να την ελέγξει μπορεί πάντως να εξηγήσει το ηφαιστειώδες πένθος για τον Μαζωνάκη.

Αλλες ήταν οι πηγές της πάνδημης αντίδρασης. Ηταν μάλλον η αυθόρμητη ανάγκη πολλών ανθρώπων να συναντηθούν στον τόπο ενός κοινού βιώματος· ανάγκη ενός συλλογικού υποκειμένου διασκορπισμένου σε παράλληλες ψηφιακές πραγματικότητες να επανασυσπειρωθεί. Να ξανανιώσει «μαζί».

 

Αλλά γιατί συντελέστηκε διά του Μαζώ το μαζί;

Γιατί να γίνει εκείνος ο δίαυλος μιας ομοψυχίας που δεν είχε εκδηλωθεί με τέτοια ένταση ούτε για τους «εθνικούς δημιουργούς» – για τον Μίκη ή για τον Σαββόπουλο;

Γιατί δεν επηρέασε ούτε καν η έκκεντρη περσόνα του εκλιπόντος –η queerness του και η επιδεικτική χλιδή του– τη λαϊκή αποδοχή του;

Πώς λιβάνισε ένα τέτοιο είδωλο ακόμη και η μακαριότητά του, ο Αρχιεπίσκοπος;

Ο Γιώργος γεννήθηκε στη Νίκαια και πέθανε ως Μαζώ στο Κολωνάκι. Η κοινωνική πίστα στην οποία είχε με μεγάλη επιτυχία μεταναστεύσει τον επέστρεψε πρόωρα ύπτιο στην κοιτίδα του, χωρίς τα διακριτικά της σταδιοδρομίας του. Χωρίς επίκτητες ιδιότητες και επιμελημένες ταυτότητες.

Τον…

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κωστής Παλαμάς, Γεώργιος Παπανδρέου και… Μαζωνάκης!

SearchCulture.gr | Κηδεία Κωστή Παλαμά (;)
ΚΗΔΕΙΑ ΚΩΣΤΗ ΠΛΑΜΑ

ΚΗΔΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

 

 

Του Strange Attractor

Υπάρχει ένας πολύ ασφαλής τρόπος να καταλάβεις ότι κάτι είναι «ιστορικό» στην Ελλάδα. Ποιος;

Να το αποφασίσουν τα κανάλια.

Δεν χρειάζονται ιστορικοί.

Δεν χρειάζονται αρχεία.

Δεν χρειάζεται καν στοιχειώδης αίσθηση αναλογίας…

Αρκεί ένα ντρόουν, μια κάμερα από ψηλά, και ένας παρουσιαστής- μαϊντανός,  που θα πει με φωνή συντετριμμένου συγγενή Α’ βαθμού: «Αυτές οι εικόνες δεν έχουν προηγούμενο…»

Και κάπου εκεί, ο Κωστής Παλαμάς πρέπει να αρχίζει να ανησυχεί.

Διότι το 1943, μέσα στην Κατοχή, η κηδεία του μετατράπηκε σε μαζική αντικατοχική εκδήλωση. Ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους, και η παρουσία του είχε πολιτικό και εθνικό περιεχόμενο…

Δεν υπήρχε διαδίκτυο.

Δεν υπήρχε «αποκλειστικό πλάνο από ψηλά».

Δεν υπήρχαν ούτε κανάλια, ούτε πάνελ.

Υπήρχε Κατοχή.

Υπήρχε φόβος.

Και υπήρχε ένα πλήθος που, με την παρουσία του έλεγε πράγματα που δεν μπορούσε να πει ανοιχτά.

Αυτό είναι ιστορική στιγμή.

Όχι επειδή είχε ωραίο τηλεοπτικό πλάνο.

Αλλά επειδή είχε κόστος.

 

Το 1968,εν μέσω χούντας,  στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου, το πλήθος δεν ήταν ντεκόρ, και η κηδεία εκείνη εξελίχθηκε σε μαζική αντιδικτατορική εκδήλωση.

 

Ούτε τότε υπήρχαν «εισαγγελάτοι».

Και, κυρίως, δεν υπήρχε το σημερινό τηλεοπτικό κατσαπλιάδικο σουργελιστάν…

Ενώ σήμερα… μια κηδεία ενός λαϊκού τραγουδιστή, εν μέσω δημοκρατίας μετατρέπεται σε σόου, και σε… κοσμοϊστορικό γεγονός.

Ζωντανή τηλεοπτική κάλυψη, και στο στούντιο τρεις ειδικοί.

Ο ένας εξηγεί την κοινωνιολογία.

Ο δεύτερος την πολιτική διάσταση.

Και ο τρίτος, ηχολήπτης σε νυχτερινό κέντρο, απλά μιλάει για το μεγαλείο, και την αγιοσύνη του τεθνεώτος, με τον οποίο συνεργάστηκε κάποτε…

Μετά περνάμε σε διαφημίσεις.

Και λίγο πιο μετά επανερχόμαστε με έκτακτη ενημέρωση:

«ΠΡΟΣΟΧΗ: ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ! ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ»…

Με πλάνα από τεθλιμμένους θαυμαστές του νεκρού ινδάλματος να χοροπηδάνε πάνω στα μνήματα στην προσπάθειά τους να απαθανατίσουν το φέρετρο με τα κινητά τους, και με κάποιους να πέφτουν μέσα σε μνήμα, όταν σπάει το μάρμαρο από το βάρος…

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα.

Όμως αυτή είναι και  η ελληνική τηλεόραση, που δεν αρκείται ποτέ στο σημαντικό.

Το σημαντικό είναι πολύ μικρό για τα γραφικά της.

Χρειάζεται ΛΑΟΘΑΛΑΣΣΑ.

Χρειάζεται, ει δυνατόν, και ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ.

Σε λίγο θα μας πληροφορήσουν ότι «ολόκληρη η Ελλάδα βρέθηκε στη Νίκαια»…

«Δεν έχει ξαναζήσει η Ελλάδα τέτοιες εικόνες», άκουσα μια τσάκαλο «ρεπόρτερ» με ματσούκι να λέει αγκομαχώντας…

Η ελληνική τηλεόραση ζει σε μια χώρα όπου κάθε εβδομάδα συμβαίνει κάτι που «δεν έχει ξανασυμβεί ποτέ».

Ένας γάμος.

Μια συναυλία.

Μια κηδεία.

Ένα reality.

Ένας καύσωνας.

Ένα μποτιλιάρισμα στην… Κηφισίας.

Λαγοκέφαλοι στο Σούνιο, κ.ο.κ.

Όλα ιστορικά.

Όλα πρωτοφανή.

Όλα συγκλονιστικά.

Μόνο που υπάρχει μια μικρή λεπτομέρεια που μάλλον δεν χωράει στο τηλεοπτικό κάδρο.

Ο Παλαμάς είχε απέναντί του την Κατοχή.

Ο Παπανδρέου είχε απέναντί του τη δικτατορία.

Ο Μαζωνάκης είχε απέναντί του… κάποιους κομπογιαννίτες (και τους δικούς του προσωπικούς δαίμονες).

Και αυτό από μόνο του δεν είναι λίγο.

Δεν χρειάζεται όμως να μετατρέψουμε έναν λαϊκό αποχαιρετισμό σε μια δεύτερη 28η Οκτωβρίου…

Δεν χρειάζεται να ακούσουμε ότι «η Ελλάδα γονάτισε».

Δεν γονάτισε η Ελλάδα, απλά πήγε πολύς κόσμος, και πολλοί αργόσχολοι, σε μια κηδεία, ενός διάσημου.

Και καλά έκανε.

Δεν χρειάζεται όμως κάθε πλήθος να μετατρέπεται σε «λαϊκό ποτάμι που πλημμύρισε τους δρόμους, αποτίνοντας φόρο τιμής σε έναν σπουδαίο Έλληνα».

Δεν χρειάζεται κάθε χειροκρότημα να βαφτίζεται «συγκλονιστικό μήνυμα μιας ολόκληρης κοινωνίας».

Μπορεί να είναι απλώς χειροκρότημα.

Και δεν χρειάζεται κάθε νεκρός, όσο δημοφιλής ή καλός ερμηνευτής κι αν ήταν, να ανακηρύσσεται «σύμβολο μιας εποχής», πριν καν προλάβει να κρυώσει το… κερί.

Γιατί τότε η λέξη «σύμβολο» θα πάθει υπερκόπωση.

 

Το πιο κωμικό, βέβαια, είναι η περίφημη σύγκριση με τις μεγάλες κηδείες του παρελθόντος.

 

Έχουμε λοιπόν

Παλαμάς.

Παπανδρέου.

Μαζωνάκης…

Και κάπου εδώ ο ιστορικός μέσα μας θέλει να βάλει τα γέλια, ενώ ο τηλεοπτικός μαϊντανός θα τρίβει τα χέρια του.

«Τρεις μεγάλες κηδείες! Τρία τεράστια πλήθη! Τρεις εποχές! Μείνετε μαζί μας για να αποκαλύψουμε ποια κηδεία είχε τη μεγαλύτερη… τηλεοπτική εικόνα»!

Μη γελάτε, ο Αλέξης είχε πει πως ούτε οι Ναζί δεν είχαν κλείσει την ΕΡΤ επί κατοχής…

Αυτό όμως δεν είναι ιστορική σύγκριση.

Είναι ντέρμπι λαοθάλασσας.

Με VAR.

Με ριπλέι.

Με εναέρια πλάνα.

Και στο τέλος, ειδικό γραφικό:

«ΠΑΛΑΜΑΣ 1943 – ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ 1968 – ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ 2026: Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ»

Μόνο που οι κηδείες δεν είναι πρωτάθλημα.

Και η ιστορία δεν απονέμει κύπελλο σε όποιον είχε περισσότερους περαστικούς…

Η κηδεία του Παλαμά είχε τη δύναμη μιας κοινωνίας που αντιστεκόταν μέσα στην Κατοχή.

Η κηδεία του Παπανδρέου είχε τη δύναμη μιας κοινωνίας που ασφυκτιούσε κάτω από τη δικτατορία.

Η κηδεία του Μαζωνάκη είχε τη δύναμη ενός απαίδευτου κοινού, που απλά έχασε έναν τραγουδιστή, τον οποίο αισθανόταν δικό του.

 

Και οι τρεις εικόνες έχουν τη σημασία τους. Απλώς δεν έχουν την ίδια σημασία.

Κι έτσι, μέσα σε λίγες ώρες, η τηλεόραση καταφέρνει το ακατόρθωτο:

Nα πάρει μια αληθινή στιγμή λαϊκής συγκίνησης και να τη σερβίρει σαν τελικό Champions League, με μπόλικες διαφημίσεις.

Ο Μαζωνάκης αγαπήθηκε.

Και ο κόσμος πήγε να δει την ταφή του.

Αυτό αρκεί.

Δεν χρειάζεται να γίνει Παλαμάς.

Δεν χρειάζεται να γίνει Παπανδρέου.

Και κυρίως δεν χρειάζεται …