"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το στυλ και η πρακτικότητα

 

Toυ Πάσχου Μανδραβέλη

Οταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, πρωτοπήγα στην Αμερική, ένα από τα πράγματα που μου έκαναν εντύπωση ήταν η ελευθεριότητα στο στυλ.

Στην Ευρώπη είχαμε αυστηρές προδιαγραφές στην ένδυση. Τα γήινα χρώματα συνδυάζονταν μόνο με γήινα χρώματα, τα μπλε με γκρι και οπωσδήποτε μαύρο σκαρπίνι. Αντιθέτως, στις ΗΠΑ κάποιος μπορούσε να φορέσει λαδί σακάκι, σιέλ πουκάμισο, μπλουτζίν και στον πάτο Τίμπερλαντ, που τότε φάνταζαν σαν γουρουνοτσάρουχα. Αν μάλιστα πρόσθετε και μια κατακόκκινη γραβάτα, εθεωρείτο «well dressed», καλοντυμένος…

Στην Ελλάδα των μικρών σπιτιών είχαμε ένα δωμάτιο που παρέμενε 360 ημέρες τον χρόνο κλειστό, το σαλόνι· άνοιγε στις ονομαστικές γιορτές και δεν νοείτο να έχουν διαφορετικό ύφασμα ο καναπές με τις πολυθρόνες.

Αντιθέτως, στις ΗΠΑ υποδέχονταν τους επισκέπτες στα καθημερινά «living rooms», όπου ο καναπές μπορούσε να είναι λαδής, μία πολυθρόνα μαύρη, η άλλη γκρι κ.ο.κ.

Ο λόγος της παρδαλότητας ήταν πρακτικός. Ο Αμερικανός καμάρωνε για την (μαύρη) «La-Z-Boy πολυθρόνα» που αγόρασε κοψοχρονιά σε ένα σπιτικό παζάρι (yard sale), την απίστευτη τύχη να αποκτήσει τον (καφέ) καναπέ σε κάποια Black Friday κ.λπ. Η ελληνική ομοιοχρωμία στα ρούχα και ομοιομορφία στα έπιπλα εθεωρείτο περιττός κόπος και περιττή σπατάλη.

Σιγά σιγά και λόγω της πολιτιστικής κυριαρχίας των ΗΠΑ (κάποιοι το είπαν «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό») η παρδαλότητα ήρθε στην Ευρώπη, αλλά με μία διαφορά: Εδώ εισήχθη σαν στυλ και όχι ως προϊόν πρακτικότητας. Εξ ου και το γεγονός ότι πουκάμισα που πουλιόνταν στα «πανέρια της Αμερικής» έφταναν στα καταστήματα του Κολωνακίου σε αστρονομικές τιμές.

Από την άλλη μεριά, όμως, οι ελίτ (πρωτίστως της ανατολικής ακτής) υιοθετούσαν πολλά από τα χούγια της Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ορκωμοσίες –μέχρι και του Τζον Κένεντι, το 1961– πρόεδροι, αντιπρόεδροι και άλλοι αξιωματούχοι έπρεπε να φορούν ημίψηλα καπέλα. Η ορκωμοσία αυτή καθαυτή γινόταν μέχρι το 1816 μέσα σε ένα δωμάτιο και σιγά σιγά άρχισαν να προστίθενται μπιχλιμπίδια. Η παρέλαση προστέθηκε το 1881, οι δημόσιες προσευχές το 1937, το γεύμα το 1953 και φέτος προστέθηκε η αναγγελία κατά την είσοδο των αξιωματούχων, κάτι που θύμιζε βασιλική αυλή.

Το πρακτικό πνεύμα –λαού και ηγεσίας– ήταν ένας από τους λόγους που έκανε μεγάλη την Αμερική.

Αυτό σταδιακά άρχισε να εκλείπει, κάτι που φαίνεται στην...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Γκλίτσες Armani

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

Βλέποντας ταινίες του 1970, γελάμε ειρωνικά με τον εαυτό μας παρατηρώντας πόσο γελοία ντυνόμασταν τότε, πριν από μόνο πενήντα χρόνια: κοντοκάβαλα παντελόνια καμπάνα, μεσάτα σακάκια με πλάγιες τσέπες, στενά πουκάμισα με γιακάδες-αεροπλάνα, πετσετί κάλτσες. Ασε τα χτενίσματα των γυναικών, κάτι μπανάνες και κάτι καούκες θαμνοειδείς, ενώ το θεαματικό μίνι αναπόφευκτα έκανε καριέρα σε ελάχιστες. Ηταν μια απαίσια μόδα, αλλά τότε όλοι φορούσαμε εκείνα τα καρακίτς ρούχα με επιδεικτικό καμάρι.

Το ανάλογο μπορεί να πει κανείς και για τη μόδα των αρχών του 20ου αιώνα, κυρίως στη Δύση με τους κορσέδες, τα μακριά φορέματα-ενδύματα επιπλώσεων, τα απερίγραπτα θεόρατα καπέλα-τούρτες των γυναικών, τα κομψευόμενα μεσάτα πανωφόρια των κυρίων, τους βουλευτικούς πίλους, τα μπαστούνια και τις αλυσίδες στο γιλέκο, τα αγκιστροειδή μουστάκια - όλα αυτά λίγο πριν από την έλευση της Κοκό Σανέλ στο Παρίσι.

Κάθε εποχή φτιάχνει το δικό της κιτς (μαζί ίσως με ενδυματολογικά αριστουργήματα) και είναι βέβαιο πως τα ρούχα που φορούμε όλοι τώρα με την πεποίθηση ότι είμαστε κομψοί και όμορφοι, πιθανότατα θα φαντάζουν γελοία μετά από εκατό χρόνια: θα μας βλέπουν σε παλιές ταινίες και θα αναρωτιούνται πώς ήταν δυνατόν να ντυνόμαστε τόσο κακόγουστα και τι μανία ήταν αυτή που είχαμε να φορούμε όλοι μπλουτζίν, ακόμα και σε επίσημες προσκλήσεις, μήπως και δεν φαινόμαστε επαρκώς ατημέλητοι κι επαναστάτες του γλυκού, εμφιαλωμένου νερού.

Το κιτς, το κακό γούστο, επομένως, είναι κάτι πολύ σχετικό και συναρτάται συνήθως με τον Χρόνο: αυτό που σήμερα φαντάζει έξοχο, σε πενήντα χρόνια φαίνεται γραφικό, ή γελοίο. Κατά συνέπεια είναι ακατανόητο γιατί αρκετοί βρίσκουν «γραφική» μόνο τη στολή του εύζωνα, του τσολιά, αλλά βλέπουν με δουλικό θαυμασμό το κιλτ που φορούσε ο σκωτσέζος συνοδός του πρίγκιπα Καρόλου στην παρέλαση. Είναι περίπου ίδιας φιλοσοφίας ένδυμα και το φορούν ακόμα οι σημερινοί Σκωτσέζοι στις δικές τους επίσημες εκδηλώσεις (και όχι μόνο) με επιθετική αυταρέσκεια και καλώς κάνουν.

Είναι σύμβολο, δεν είναι ρούχο, συναξάρει την ιδιαιτερότητα και την ιστορία της πατρίδας τους και το βλέπουν με θαυμασμό και δέος. 

Λοιπόν; Τι μας ενοχλεί στη στολή του τσολιά - μήπως είναι ωραιότερα τα πέτσινα κοντοβράκια και τα πράσινα καπέλα που φορούνε οι Βαυαροί;  

Μήπως μας ενοχλεί, όταν πάμε στο Βατικανό και βλέπουμε τους ιταλούς φρουρούς να είναι ντυμένοι σχεδόν σαν αρλεκίνοι; 

 Δεν μας ενοχλούν οι άραβες ηγέτες όταν έρχονται εδώ με τις κελεμπίες τους και τα σαρίκια, οι παλαιστινιακές μαντήλες-τραπεζομάντιλα, οι μαοϊκές φόρμες - από πού προκύπτει αυτή η απόρριψη της ευζωνικής στολής; 

 Μήπως επειδή διατρίψαμε επ' ολίγον στη Λόντρα (εκεί δεν μας σκανδάλισαν οι εξεζητημένες στολές εγγλέζων στρατιωτικών και το ντύσιμο της βασίλισσας;), ή στο Παρίσι, και πλέον οφείλουμε να βλέπουμε ειρωνικά τη στολή του εύζωνα, που τίμησε και φόρεσε επίτηδες και προκλητικά ο Γιάννης Τσαρούχης και παλιότερα, με συγκινητική αφέλεια, ο ζωγράφος Θεόφιλος;  

Ο Τσαρούχης που ήταν όντως κοσμοπολίτης, βαθιά εγγράμματος και καθόλου ξιπασμένος, ζώντας και διαπρέποντας αρκετά χρόνια στο Παρίσι, ήξερε τι έκανε όταν ντύθηκε τσολιάς και τι μήνυμα ήθελε να στείλει. (Δήλωσε: «Δεν με παρηγορεί, πια, ο αφηρημένος εξπρεσσιονισμός». Και ξανάψαξε τις ρίζες του στη βυζαντινή αγιογραφία, στον Καραγκιόζη, στον Αθω και στον Θεόφιλο, στις ώχρες και στο μπλε του κοβαλτίου. Ξανάπιασε το νήμα).

Η εθνική μας στολή είναι αυτή του εύζωνα, τι να κάνουνε τώρα; 

 Και δεν μπορούμε να την αντιμετωπίζουμε αισθητικίστικα, διότι η αξίωσή της όταν φοριέται δεν είναι αισθητικής τάξεως, αλλά συμβολικής-ιστορικής. Εχει ηρωική-συγκλονιστική φόρτιση, είναι συνδεδεμένη με την Επανάσταση του '21, τους βαλκανικούς πολέμους αλλά και τον πόλεμο 1940-41, το ύψωμα 731 και λοιπά.  

Δεν είναι κάπως εύκολος ψευδο-σνομπισμός αυτή η αισθητική αυτομεμψία και το επιχείρημα περί γραφικότητας - μα, κάθε τι που φοριέται έξω από τον χρόνο του είναι γραφικό και σε όλα τα κράτη. Και με τι, δηλαδή, πρέπει να παρελαύνουν οι Ελληνες της προεδρικής φρουράς, με τη στολή του Γαριβάλδη;  

Με ρεντικότες, ως ψαλιδόκωλοι; Ρεγγο-γραβατωμένοι, με κουστουμάκι executive manager; Με μπλουτζίν Λιβάις και φορώντας Αdidas με αερόσολα, αντί για τσαρούχια;  

Ο,τι και να προτείνει κάποιος, πάλι σε λίγες δεκαετίες θα φαντάζει γραφικό, ή κιτς.  

Ή, μήπως να αλλάζουμε εθνική στολή ανά δεκαετία, ρωτώντας κάθε φορά τον Λάκη Γαβαλά;

Εδώ θεοποιήσαμε το μπλουτζίν και τη στολή του καουμπόι - που, εντέλει, τι σημαίνει καουμπόι; Αγελαδάρης. Αμερικάνος αγελαδάρης

Η στολή του με τα πέτσινα, να τζιν και τα εξάσφαιρα μυθοποιήθηκε από τα γουέστερν-σπαγγέτι του Σέρτζιο Λεόνε, ενώ δεν είναι κατ' αναλογίαν παρά ένας παγουρόβλαχος του Ουέστ.

Ωστόσο, εδώ, εμείς, γελοιοποιήσαμε αρκούντως τους συμπαθείς έλληνες ορεσίβιους μέσω του Κώστα Χατζηχρήστου, ενώ βλέπεις στη Γερμανία οι τσομπάνηδες είναι εκλεπτυσμένοι, κρατούνε γκλίτσες Armani και ακούνε νυχθημερόν Μότσαρτ.

Το κιτς, παιδιά, δεν είναι η στολή του εύζωνα. 

Το κιτς, σε μέγιστο βαθμό, είναι...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ενδύματα πολιτικής

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Tου Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Ο τσάρος Μέγας Πέτρος (1672-1725), αφού πρώτα περιόρισε την ισχύ των Βογιάρων (που ήταν η αμέσως πιο ευνοημένη τάξη μετά τους πρίγκιπες και ήθελαν να διακρίνονται από τους λοιπούς αφήνοντας διακριτά, μακριά γένια), αμέσως μετά επέβαλε τον περίφημο και βαρύ «φόρο της γενειάδας». Δηλαδή όποιος Βογιάρος επέμενε να καλλιεργεί μακριά μπάρμπα θα έπρεπε να την πληρώνει ακριβά. (Σε αντίθεση, σήμερα, πληρώνεται η μεταμόσχευση μαλλιών, αλλά για λόγους ερωτικής κι όχι πολιτικής ισχύος.)

Με άλλα λόγια φορολόγησε στους Βογιάρους το σύμβολο, αλλά και τους ταπείνωσε γελοιοποιώντας το. 

Κατανόησε κι εκείνος την ιδεολογική σημασία που έχουν τα γένια, τα ρούχα, τα πέδιλα, τα άμφια, οι στολές, οι αρβύλες, οι τίτλοι, τα ονόματα και τα διάφορα διάσημα, ταινίες, σιρίτια, αστέρια, τιάρες, όπως και οι ομοιόμορφες φόρμες, τα φέσια, τα πηλήκια, τα κράνη, τραγιάσκες και λοιπά - κανένα ρούχο δεν είναι απολύτως αθώο. (Ούτε εσώρουχο - αλλ' αυτό το ήξερε καλύτερα η Μεγάλη Αικατερίνη.)

Αυτά τα επικυρώνει και το άσμα:  

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, 
μη μου μιλάς με μάσκα (όχι χειρουργική, εν προκειμένω) 
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, 
τι κι αν φορώ τραγιάσκα. 

Κι εδώ «φορώ τραγιάσκα» εννοεί πως είμαι φτωχός, με βάση το βαρετό, μελό κλισέ των τραγουδιών της εποχής (που απόγινε με τον Στελλάρα), περί του έντιμου φτωχού με το καθαρό κούτελο και της άκαρδης πλούσιας. (Μια ζωή τα ίδια - πλην όλοι ήθελαν να γίνουν πλούσιοι και άκαρδοι.)

Μέχρι κι εμάς, στο Λύκειο, τη δεκαετία του '60, μας κούρευαν εν χρω, διότι δεν θεωρούνταν εύτακτος ένας μαθητής με γιεγιέδικες μαλλούρες και μακριές φαβορίτες. Βέβαια, μικρό το κακό αν σκεφτείς πως περί το 1974-76 στην Καμπότζη σε τουφέκιζαν εν ψυχρώ αν απλώς φορούσες γυαλιά οράσεως, διότι η λαϊκή εξουσία (Πολ Ποτ) θεωρούσε πως διοπτροφόρος σημαίνει πιθανώς διανοούμενος, άρα επικίνδυνος για τη σταλινική πάκτωση που είχε υποστεί το μυαλό του πρωτοπόρου κόμματος. Σε εκτελούσαν επίσης αν φορούσες ένα απλό σκουλαρίκι ή αν ήσουν φοιτητής της Νομικής, διότι η δικηγορία θεωρούνταν παρακμιακό, αστικό επάγγελμα. Και φυσικά όλοι (όσοι επιβίωσαν) αναγκάζονταν να φορούν ολόιδιες, γελοίες φόρμες για να κατακτήσουν την ομαδική ευτυχία της πείνας σπέρνοντας ρύζια στους αγρούς. (Συν το ότι αποκτούσαν ταξική συνείδηση - αυτό πού το βάζεις;)

Γενικώς οι ολοκληρωτισμοί επιβάλλουν ομοιομορφία στο ντύσιμο, στο κούρεμα, στη χρήση του λόγου, στα ήθη, στην Τέχνη, παντού. Γι' αυτό και οργανώνουνε τελετές και παρελάσεις-υπερπαραγωγές με χιλιάδες χιλιάδων σοβαροφανείς επαναστατικές τσιρλίντερ που κάνουν επιδείξεις ανατριχιαστικής ακριβείας υμνώντας το μεγαλείο μιας αυτιστικής εξουσίας.

Τα ρούχα είναι πολιτική. Ποιον να πρωτοθυμηθείς; Τους Sans- culottes, τους λεγόμενους «αβράκωτους» της Γαλλικής Επανάστασης, που ήταν οι πιο φτωχοί και δεν φορούσαν τις εφαρμοστές φόρμες των ευγενών αλλά φαρδιά παντελόνια, σχεδόν σαν τα δικά μας, και εξ αυτών έλαβαν και το πολιτικό τους προσωνύμιο; Ή τους κόκκινους σκούφους που φορούσαν γενικά οι γάλλοι επαναστάτες; 

 Το τσεμπέρι και την μπούργκα που ακόμα είναι χαρακτηριστικά αξεσουάρ (για να το πούμε ευγενικά) των μουσουλμανίδων και αφορμή διαμάχης, ακόμα στην Ευρώπη, αν και δεν ενοχλούν, βέβαια, μια ορισμένη ποικιλία διανοουμένων της ισλαμοαριστεράς με επιλεκτική ευαισθησία στα φεμινιστικά θέματα και όχι μόνο. (Το ιδανικό είναι ο συνδυασμός μπούργκας με μαύρο στρινγκ.)

Τι να θυμηθείς;  

Τις μακριές φούστες του δικτάτορα Παγκάλου; 

Τα κουρέματα των Ναζί, τα σαρίκια των Τουρκαλάδων, τα πράσινα μπερέ, ή τα πορφυρά πέδιλα των βυζαντινών αυτοκρατόρων; 

Τις ίδιες φόρμες που φορούσαν οι Κινέζοι του Μάο, για να μην τους κατακτήσει ο καπιταλισμός με τον Πιερ Καρντέν; 

Τα φτερά των Ινδιάνων της φυλής των Νέμα-Νέμα ή τα φτερά του Μουσολίνι; (Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του - με όλα τα φτερά.) Ή τα πτίλα και τα πούπουλα του Pride;  

Ολα έχουν τη σήμανσή τους, όλα παίρνουν τη σημασία τους (και) απ' το πτέρωμα.

Τα ρούχα σίγουρα κάνουν τον παπά, είτε αυτός είναι εμβολιομάχος είτε κοβιντόβλητος - εκτός αν μιλάμε για μεταμφίεση. Κι εξίσου σημαντικά είναι και τα-μη ρούχα, δηλαδή η γυμνότητα που αποτελεί άλλον έναν κλάδο του διεθνούς εμπορίου αλλά και της προσωπικής ισχύος (εξαρτάται απ' το κάλλος). Πόσος κόσμος ευεργετήθηκε με τεράστιες αμοιβές για να ποζάρει χωρίς ρούχα; Αν και συχνά στην πολιτική η έλλειψη ενδυμάτων δείχνει και τον βαθμό αδυναμίας, εξού και η έκφραση «ο βασιλιάς είναι γυμνός».

Το ρούχο, ως σημαίνον-σημαινόμενο, όχι μόνο υπονοεί αλλά συχνά προβάλλει και ιδεολογία (είτε υπάρχει είτε όχι) - για θυμηθείτε την εμμονή των προηγούμενων κατά της γραβάτας, τα κιτς-λαχουρέ πουκάμισα του Γιάνη μέσα στη Βουλή, τα πέδιλα του Ζουράρι: όλοι αυτοί πίστευαν πως ενδυόμενοι μη ευπρεπώς μέσα στο Κοινοβούλιο, κάνουνε εξέγερση και ρίχνουν τον καπιταλισμό. Οτι μη φορώντας γραβάτα φαίνονται πιο λαϊκοί κι ότι έτσι θα πάρουνε τους αρμούς της εξουσίας - δηλαδή ο Ροβεσπιέρος που φορούσε μεταξωτά πουκάμισα με μαρουλάτα μανίκια, λευκές περούκες περμανάντ και βυσσινί βελούδινα πατούμενα δεν ήταν επαναστάτης;

Μια βουλευτίνα της αντιπολίτευσης διαμαρτυρήθηκε, λοιπόν, γιατί συνάδελφοί της σχολίασαν αρνητικά το κασκορσέ του κ. Τσιόδρα. 

Δεν κριτικάρουμε τα ρούχα των άλλων, είπε, αλλά μόνο τη συμπεριφορά τους. 

Κι όμως, αν και ίσως κάποιοι δεν κατάλαβαν, εκείνο το σύνηθες κασκορσέ του κ. Τσιόδρα και η εικόνα του κατά τον εμβολιασμό ήταν κάτι το συγκλονιστικό: 

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ιλουστρασιόν ραφές


 Δεκαετία του 1960. Τα παιδιά μιας εποχής κατά την οποία το παρόν δεν φοβόταν να καλωσορίσει το μέλλον

Tης ΠΕΠΗΣ ΡΑΓΚΟΥΣΗ

Στα παιδικά μου χρόνια, όχι απλώς δεν ήξερα «τι θα γίνω όταν μεγαλώσω», αλλά ούτε καν γνώριζα τι σημαίνει «δημοσιογράφος».  

Η μόνη ένδειξη ήταν η μανία μου με τα περιοδικά. Σαν παλαβό έκανα μόλις τα έπιανα στα χέρια μου. Εκείνα των αρχών της δεκαετίας του 1970 που είχαν μεγαλύτερες διαστάσεις από τα σημερινά. Το αγαπημένο μου παιχνίδι μάλιστα δεν ήταν να ράβω ρούχα για τις κούκλες μου, όπως έκαναν οι φίλες μου, αλλά να ράβω… περιοδικά. Εκοβα από διάφορα τις σελίδες που μου άρεσαν περισσότερο, τις ταίριαζα στη σειρά (όπως νόμιζα ότι ταίριαζαν) και έραβα τη «ράχη» με κηροκλωστή. Κατατρυπούσα βέβαια τα δάχτυλά μου, αλλά ήμουν πολύ περήφανη για το αποτέλεσμα.

Κάνα δυο έχουν διασωθεί από τις διάφορες εκκαθαρίσεις. Το «εξώφυλλό» τους, πανομοιότυπο. Γυναικείες φιγούρες με μαλλιά πιασμένα πίσω ή καρέ με φράντζα (α λα Μιρέιγ Ματιέ, όπως λέγαμε τότε), οπάκ χρωματιστό καλσόν, καπέλο χωρίς γείσο σαν κεσέ και κάτι φορέματα σαν παράξενα κουτιά από αυτά που δεν φορούσε η μαμά μου. Ηταν τα κορίτσια του Πιερ Καρντέν. Και ο Πιερ Καρντέν, ο πρώτος σχεδιαστής μόδας που έμαθα το όνομά του.

Οταν αναλογίζομαι σήμερα εκείνη την εποχή, διαπιστώνω – τι παράξενο! – ότι παρά τα ελάχιστα, σε σχέση με τώρα, μέσα πληροφόρησης, γνωρίζαμε, τελικά, καλύτερα τι συνέβαινε στον κόσμο. Να, εγώ, για παράδειγμα, από εκείνα τα περιοδικά ήξερα τον Πιερ Καρντέν πριν κλείσω τα δώδεκα. Διάβαζα για την επανάσταση που έφερε με το πρετ α πορτέ, αν και ρωτούσα τους μεγαλύτερους τι ακριβώς ήταν το πρετ α πορτέ και γιατί ήταν επανάσταση (δεν θυμάμαι αν μου το εξήγησε ποτέ κανείς). Στα περί εκδημοκρατισμού της μόδας κολλούσα, αλλά αντιλαμβανόμουν τι σημαίνει «φουτουριστικό ρούχο», έστω και αν δυσκολευόμουν να προφέρω τη λέξη.

Το μέλλον του παρελθόντος μας
 

Ο φουτουρισμός ήταν όμως η λέξη της εποχής. Ο Αρμστρονγκ είχε ήδη περπατήσει στο φεγγάρι, τα περιοδικά έγραφαν πώς θα ήταν τα σπίτια μας το μακρινό, τότε, 2000 (τα περιέγραφαν κάπως σαν φούσκες και εμάς ντυμένους με ρούχα που παρέπεμπαν σε στολές αστροναύτη), ονειρευόμασταν διαπλανητικά ταξίδια, διακοπές στον Αρη και ότι το Γη – Σελήνη θα έμπαινε πολύ γρήγορα στη γραμμή Κολιάτσου – Παγκράτι.

Τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε. Πενήντα χρόνια μετά, εδώ στη Γη είμαστε ακόμη, να βουρλιζόμαστε και να ποθοπλαντάζουμε. Και ο θάνατος, πριν λίγες μέρες, του Πιερ Καρντέν, σε ηλικία 98 ετών, θύμισε – σε εμένα τουλάχιστον – πως, κάποτε, ακόμη και η μόδα δεν αποτύπωνε το παρόν αλλά οραματιζόταν το μέλλον. 

Ξέρω ότι υπήρξε φαινόμενο ως «επιχειρηματίας του στυλ», σχεδίασε ό,τι μπορούσε να σχεδιαστεί, από εσώρουχα έως αυτοκίνητα, ήταν ο πρώτος που έβαλε στη ζωή μας τα σινιέ αντικείμενα (ποιος θυμάται τα ρολόγια Pierre Cardin;), αντιγράφηκε όσο κανείς (με μια τόση δα γραμμούλα το Cardin γινόταν Gardin και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε).

Εγώ, ωστόσο, θα θυμάμαι, πάνω απ’ όλα...

 

ΚΟΣΜΟΣ: Γιατί γίνονται στάχτη κάθε χρόνο απούλητα ρούχα Burberry αξίας άνω των 28 εκ. λιρών?

Και φέτος η βρετανική εταιρεία ρούχων πολυτελείας Burberry έκανε στάχτη ρούχα αξίας άνω των 28 εκατομμυρίων λιρών (31 εκατομμυρίων ευρώ) προκειμένου να εμποδίσει το στοκ της να καταλήξει στην «γκρίζα αγορά» και να αγοραστεί από τους «λάθος ανθρώπους».


Η Burberry, γνωστή για τις  καμπαρτίνες των 1.600 ευρώ και το καρό ντιζάιν, βλέπει την αξία των «περισσευούμενων» ρούχων να αυξάνεται κατά 50% τα τελευταία δύο χρόνια εν μέσω μιας συνεχιζόμενης πτώσης των πωλήσεων της.



Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν καταστραφεί προϊόντα της Burberry αξίας άνω των 90 εκατομμυρίων λιρών, σύμφωνα με στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα από τη βρετανική Daily Mail. 


Το γεγονός αυτό έχει δυσανασχετήσει τους μετόχους της εταιρείας, που αναρωτιούνται γιατί δεν τους προσφέρθηκε μέρος των επιπλέον ρούχων, αντί να καταλήξει στη φωτιά.


Εκπρόσωποι της Burberry, η αξία της οποίας εκτιμάται στα 10,8 δισεκατομμύρια ευρώ από το Forbes, παραδέχτηκαν στους Times ότι το στοκ που μένει απούλητο αποτεφρώνεται, προκειμένου...

ΝΕΑ ΤΑΞΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η απάντηση δόθηκε από τον Ζούλια



Είδα τις μαυροφορούσες στις Χρυσές Σφαίρες 2018 και διάβασα και το απολαυστικό κείμενο του Κοσμά Βίδου στο Protagon. Η ζωή είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι. Και σε αυτό συμμαχούν και οι μικρές ή και οι μεγάλες μάχες που καλείται ο καθένας μας να δώσει. Οπως για παράδειγμα, το πώς θα αντιμετωπίσεις, πώς θα σταθείς απέναντι, σε ανθρώπους «με σπασμένα φρένα».


Ετσι τους έχω ονομάσει εγώ. Η δική μου τουλάχιστον γενιά το αντιμετώπιζε στο έπακρον. Το να «σου βάλει χέρι» κάποιος ήταν μέσα στην καθημερινότητα. Το να σε πειράξουν στον δρόμο, ήταν στα ζωτικά. Η απελευθέρωση της γυναίκας, η επαγγελματική της απασχόληση εκτός σπιτιού, οι σπουδές, η αυτοεκτίμηση, ακόμα και τα διαζύγια άρα και οι περισσότερες ατομικές ευθύνες, άλλαξαν τα πράγματα. Κι έτσι, περάσαμε την εφηβεία μας και προβάραμε τη σεξουαλικότητά μας, σε άνδρες με λαρύγγια…  


Τι έγιναν άραγε τα λαρύγγια των ανδρών;  


Εκείνο το κουμπί στο λαιμό, που φαινόταν σε όλο του το μεγαλείο, όταν το ανδρικό κεφάλι έπεφτε πίσω και παραδίδονταν σε ηδονές ή όταν έπρεπε να ονειρευτεί ηδονές, καθώς υπήρχε και ένα άτσαλο «μη» στα δικά μας χρόνια. Τι να έγινε κι εκείνο το «μη»; (Ασχέτως αν δεν καταδεχόμουν προσωπικά το μιξοπαρθενίστικό του χαρακτήρα).  


Οπως και να το δεις… Χαρήκαμε άνδρες με λαρύγγια στα μικράτα μας και αξιωθήκαμε, επίσης εν ζωή, να δούμε και άνδρες με βυζάκια, αν και γεμάτοι μούσκουλα. Και δεν έχουν νόημα οι συγκρίσεις, ούτε οι εύκολες κρίσεις. Η ζωή ξέρει καλύτερα από μας. Αρκεί που ζούμε και τα ζούμε… Και εν προκειμένω τα καταγράφουμε.


Είδα τις μαυροφορούσες στις Χρυσές Σφαίρες. Και παρακολουθώ και τη «συζήτηση» των δυο στρατοπέδων. Με τη διαχρονικά υπέρ-γοητευτική Κατρίν Ντενέβ, σε μια «απέναντι όχθη», σοφής επιείκειας. Λείπει, αν θέλετε τη γνώμη μου, στην «ανοιχτή συζήτησή» μας, και ο φωτισμός της πλευράς των διάσημων και η «επίθεση» σεξουαλικής διαθεσιμότητας που δέχονται από θαυμάστριες ή επίδοξες σταρλετίτσες που ονειρεύονται αναρρίχηση… Εκεί να δεις επιθέσεις! Αλλά κι αυτό δεν είναι του παρόντος καθώς απλώνει τη συζήτηση.


Τελικά ίσως αναρωτηθείτε, αγαπητοί μου αναγνώστες, τι είναι εν τέλει του παρόντος;  


Το κοστούμι της Αλισον Μπρι, σχεδιασμένο από τον Βασίλη Ζούλια, τον σημαντικότερο σήμερα, σχεδιαστή μόδας στη χώρα μας και με διεθνή απόδειξη πλέον. Καθώς το ρούχο της Αλισον βραβεύτηκε, ως το πιο εμπνευσμένο της βραδιάς των Χρυσών Σφαιρών, με ποσοστό ψήφων 100%.  


Το θεωρείτε απλό; Συνυπολογίστε παρακαλώ, πόσα μεγάλα ονόματα-φίρμες-οίκων μόδας διεκδικούν να ντύσουν σταρ στις Χρυσές Σφαίρες, πόσα χρήματα τζιράρονται, πόσο αιματώνεται η βιομηχανία και η κατανάλωση από ανάλογες εμφανίσεις και βραβεύσεις, πόσες εταιρείες-κολοσσοί σφάζονται.


Κι έρχεται ο εμπνευσμένος Ελληνας, «από το πουθενά», κάποιος μαχητής που ζει και δημιουργεί και παλεύει εν Αθήναις… Μιλάμε για χοντρή πάλη η επιχειρηματικότητα σε τούτα τα μέρη… Και δρέπει δάφνες!  


Και πιο πολύ από αυτό, έρχεται ο άτιμος και δίνει με ένα ρούχο, την απάντηση στο θέμα που «συνταράζει» το έρμο Χόλιγουντ!… Σχεδιάζει ένα ρούχο, όπως έχει κάθε άνδρας στο μυαλό του, για μια γυναίκα που θέλει να την αγκαλιάσει, να τη χορέψει! Μια γυναίκα που ονειρεύεται να την αγγίξει, όχι να την πιάσει. Για την πεμπτουσία του θηλυκού-γυναίκα μιλάω, για αυτή τη διαχρονικά γοητευτική γυναίκα σχεδιάζει εμμονικά ο Βασίλης Ζούλιας… Και στο βαθύ σκίσιμο της τουαλέτας της, εκεί που έχει συνηθίσει το ανδρικό μάτι να επιζητά ηδονικά ένα θελκτικό πόδι να αναδευτεί τόσο δα, εκείνος εμφανίζει ένα παντελόνι.


Γιατί αγαπητοί μου, η δική μας γενιά, είχε επίσης μια φράση «κατεύθυνση» για για την αυτοεκτίμηση και την αδιαπραγμάτευτη προσωπική αξιοπρέπεια. Ηταν το...

ΝΕΑ ΤΑΞΗ: Κάτι το ωραίον και κάτι ωραιότατον

Η μηχανή του κατεστημένου χάνει λάδια στην αισθητική και ρετάρει όποτε αποπειράται να τρέξει στις λεωφόρους της λογικής





Στη φωτογραφία Νο1 βλέπουμε στα αριστερά τη Λιν Γιέετζερ, η οποία είναι συντάκτρια μόδας στο περιοδικό «Vogue» (στην αμερικανική έκδοση). Στα δεξιά είναι η Μελάνια Τραμπ, σύζυγος του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ.  


Η Λιν Γιέετζερ, στο μίνι βιογραφικό της στο Vogue.com, καμαρώνει ότι είναι... «αυτόχθων Νεοϋορκέζα» και ότι, όποτε δεν γράφει περί μόδας, «στοιχειώνει υπαίθριες αγορές σ' ολόκληρο τον κόσμο» (κάτι το οποίο είναι πασιφανές). Η αμφίεσή της και το όλον της θυμίζουν κάτι ανάμεσα σε κακιά μάγισσα του παραμυθιού και τρακάρισμα διαστημοπλοίου με ημιφορτηγό Αθίγγανου entepreneur, περιπλανώμενου λιανεμπόρου, που μοσχοπουλά χαλιά, κιλίμια, τσίτια, τραπεζομάντιλα, ρετάλια, πλεκτά και φλοκάτες.

 
Η Λιν Γιέετζερ, ως «ειδική» στα περί μόδας, κριτίκαρε σφοδρά τη Μελάνια Τραμπ για τις δωδεκάποντες γόβες της. Σύμφωνα με το κατεστημένο του αμερικανικού Τύπου, η Λιν Γιέετζερ είναι αυθεντία στη μόδα και η Μελάνια Τραμπ θα ωφελείτο αν ακολουθούσε τις συμβουλές της. Το κατεστημένο του ευρωπαϊκού και -τελευταίο και καταχρεωμένο και καταϊδρωμένο- αυτό του ελληνόφωνου -και όχι τόσο ελληνικού- Τύπου αντιγράφουν την αμερικανική μητρόπολη των ορισμών τού τι είναι καλό και τι κακό, του τι είναι ωραίο και τι άσχημο.
 

Συνελόντι ειπείν, η κυριούλα που ντύνεται σαν εξωγήινο μπάλωμα συγκαθορίζει το παγκόσμιο στιλ! 
 

Φωτό Νο2: 25 Αυγούστου 2017: 

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Πόσο κοκέτης ήταν ο Παλιός Αθηναίος;



Κάθε λίγο και λιγάκι οι εφημερίδες της παλιάς εποχής κορόιδευαν τις γυναίκες με την κοκεταρία τους –κλπ ξέρετε εσείς-. Είναι ευνόητο ότι κάθε τέτοιο δημοσίευμα ξεσήκωνε θύελλα αντιδράσεων εκ μέρους του «ασθενούς φύλου», με τις εφημερίδες να κατακλύζονται από έγγραφες διαμαρτυρίες.


Σας έχω λοιπόν σήμερα μια τέτοια επιστολή -«Εβδομάς» του 1928- για να μπείτε λίγο και σεις στο κλίμα εκείνων των ημερών…


«Αγαπητέ κύριε,


Γράψατε ό,τι θέλατε για τις γυναίκες, της καταδικάσατε όπως σας άρεσε, κρίνατε και επικρίνατε με το γούστο σας –γούστο ανδρικό πάντοτε.


Αλλά δεν έχετε δίκηο –όπως δεν έχουν πάντοτε δίκηο οι άνδρες όταν γράφουν για γυναικεία ζητήματα όσο κι’ αν διακηρύττουν, κι’ όσο κι’ αν προσπαθούν να γράψουν αμερόληπτα.


Και την απόδειξι σας την δίδω στης παρακάτω γραμμές.


Λέτε ότι δεν υπάρχει μεγαλύτερο βασανιστήριο από του να συνοδεύετε μια κυρία στα ψώνια. 


Βέβαια δεν μπορώ να πω το ίδιο και για μας γιατί συνήθως δεν συνοδεύουμε κυρίους. Αλλά ετύχατε ποτέ σε κανένα κατάστημα ανδρικών νεωτερισμών την ώρα που ψωνίζη ένας κύριος; 


Δεν το πιστεύω γιατί τότε δεν θα γράφατε όσα γράψατε.


Θα σας πω λοιπόν εγώ τι γίνεται.


Και πρώτα-πρώτα στους κυρίους παρατηρείται το εξής περίεργο: όσο πιο γέρος είναι τόσο πιο μοντέρνα πράγματα ζητά. Ένας απ’ αυτούς για να ψωνίση μια φορά μια μόνη γραβάτα επήγε σε δεκατέσσερα καταστήματα και θα είδε τουλάχιστον εκατό γραβάτες. Και το αποτέλεσμα; Δεν πήρε καμμιά γιατί λέει τα χρώματά της δεν πήγαιναν στα μάτια του!


Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Για παρακολουθήστε με λιγάκι και θα δήτε πόσο έχω δίκηο. Πάρτε τα ρούχα σας. Αλλάζουν πιο γρήγορα από τα δικά μας. Σ’ ένα μόνο χειμώνα μπορεί νάχετε δέκα διάφορες μόδες. Η μια θέλει στενό πανταλόνι, γκέττα, και ζάφες. Η άλλη το θέλει σακουλωτό, φαρδύ και ανοιχτόχρωμο. Η μία ρεβέρ, η άλλη όχι. Η μια σειρίτι στο πλάι, η άλλη όχι. Το σακκάκι πάλι –άλλη φασαρία- σταυρωτό με κουμπιά γυαλιστερά, σμόκιν με κουμπιά ματ, φαρδειά πέττα, στενά πέττα, κλειστό και φαρδύ γιλέκο.


Κ’ ύστερα σεις όταν αλλάζετε κάτι απ’ τη μόδα, εννοείτε να τα αλλάζετε όλα, αρχίζοντας από το καπέλλο και φτάνοντας ίσαμε το σχέδιο των παπουτσιών.


Κολλάρο, γραββάτα, πουκάμισο, κάλτσες, καρφίτσες, σκαρπίνια, γκέττες, ρούχα, παλτά, μπαστούνια, γάντια, ποσσέτες… όλα αυτά πρέπει ν’ αλλαχθούν ταυτόχρονα.


Και βλέπει κανείς τον δυστυχισμένο υπάλληλο να ιδρώνη ώσπου να κατορθώση να ευχαριστήση τον κομψό κύριο με το μονύελο και το σκυλλάκι στην αμασχάλη -άλλη μόδα αυτή! Δεν μπορώ βέβαια να ξέρω τι γίνονταν πριν λίγα χρόνια, πάντως όμως στην σημερινή εποχή –πιστέψτε με- είναι πιο προβληματικό να ντυθή ένας δανδής παρά μια δεσποινίδα. Όσο εμείς απλοποιούμε την τουαλέττα μας τόσο σεις, θαρρείς προσπαθήτε να την περιπλέξετε.


Γνωρίζω κάποιον κύριο που όταν παραγγέλει ρούχα, παίρνει το ύφασμα και πηγαίνει και παραγγέλει ταυτόχρονα μεταξωτό πουκάμισο του ιδίου χρώματος, γραβάτα την ίδια, ποσέττα, κι’ όλα τα υπόλοιπα της τουαλέττας του.

Κι’ ο κύριος αυτός –δεν είναι εξαίρεσις  αλλά ένας από τους πολλούς- μπορεί να μην φορέση μια καινούρια φορεσιά έτοιμη και πληρωμένη γιατί τυχόν ο τόνος του χρώματος του πουκαμίσσου του έτυχε νάναι λίγο πιο ανοικτός απ’ ότι έπρεπε.


Βλέπετε λοιπόν φίλε μου, ότι αν η γυναίκα –και πολύ δικαιολογημένα άλλωστε γιατί εξακολουθεί πάντα νάναι γυναίκα που εκ φύσεως είναι προικισμένη με περισσότερη δόσι φιλαρέσκειας- χάνει μια ώρα την ημέρα για την τουαλέττα της, υπάρχουν άνδρες που χάνουν δύο και τρείς!...


Και για να μην νομίσετε ότι όλα αυτά που σας γράφω είνε χωρίς βάσι, σας φέρνω ένα απλούστατο παράδειγμα μα δικαιότατο συνάμα για να σας πείσω.


Αν υποβληθήτε στον κόπο να περάσετε την οδό Σταδίου, θα μετρήσετε ασφαλώς περισσότερα καταστήματα ανδρικών νεωτερισμών παρά όσα γυναικεία έχει η οδός Ερμού που φέρνετε παράδειγμα.


Και τα καταστήματα αυτά, σημειώστε ότι...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Aν υπήρχε ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΜΟΔΑΣ θα σας είχαν κλείσει μέσα! Σύντροφοι - Ντενεκέδες το να είσαι καλοντυμένος δεν είναι θέμα χρημάτων αλλά θέμα στυλ και επιλογών

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


«Πού πας μαρή βλαχάρα;»
 

Η παρέλαση του κιτς και της βλαχιάς σε όλο της το μεγαλείο στην ορκωμοσία της κυβέρνησης, που αν υπήρχε fashion police θα σας είχαν κλείσει μέσα.
 

Γιατί το να είσαι καλοντυμένος δεν είναι θέμα χρημάτων αλλά θέμα στυλ και επιλογών που σαφώς λείπει από τις κυρίες και τους κυρίους του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι και θέμα σεβασμού των θεσμών αλλά και του κόσμου που σας ψήφισε και τρώει στην μάπα την δήθεν άνεση σας με τις επιλογές στο ντύσιμο που αγγίζουν την βλαχιά (χωρίς διάθεση να θίξουμε κανέναν από την περιφέρεια, μία χαρά είναι οι βλάχοι κι έχουν καλύτερη αισθητική από την δική σας και είναι και προκομμένοι).




Στην προκειμένη περίπτωση το βλαχιά έχει να κάνει με την ερμηνεία στο λεξικό Μπαμπινιώτη όπου είναι «η άξεστη, απολίτιστη συμπεριφορά, τόσο σε επίπεδο γλώσσας όσο και εξωτερικής εμφάνισης».
 

Τα παπούτσια τους; 


 Ε, εδώ μιλάμε για το τέλειο στιλιστικό έγκλημα, στα σαλόνια του Προεδρικού Μεγάρου. «Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε-γέλασε», που έλεγε και ο Εγγονόπουλος, ε αυτό μας επιβεβαιώνετε και μας αποτελειώνετε!
 

Ένα μάτσο κακοντυμένοι μεταφέρουν ως παλιάτσοι και στην πολιτική σκηνή της χώρας και κατ’ επέκταση και στην ζωή μας την έλλειψη αισθητικής τους με το «χύμα» όχι μόνο των στιλιστικών τους επιλογών αλλά και των πολιτικών αποφάσεων.
 

Ένα «χύμα» που αντανακλά και στις αποφάσεις και κινήσεις τους για την τύχη της χώρας και του έρημου του λαού μας. Και είναι γνωστό ότι οι ενδυματολογικές επιλογές μας ασυνείδητα καθρεφτίζουν τον εσωτερικό μας κόσμο.
 

Το «έρριξα κάτι έτσι επάνω μου» και πάω να ορκιστώ Υπουργός σαν να πηγαίνω για καφέ για τον φίλο ή την φίλη μου ή σαν να πηγαίνω σε βραδινή δεξίωση με δαντέλες είναι δύο άκρα που σας καθιστούν γελοίους στα μάτια του κόσμου.
 

Κι αυτό το χύμα στο ντύσιμο σας στυλ καφενείου που θέλετε να μεταφέρετε σε όλα τα επίπεδα της ζωής μας είναι σαν να πηγαίνεις απροετοίμαστος σε ένα Eurogroup θυμίζει…ή «δεκάρα δεν δίνω για την γνώμη σας και για το πρωτόκολλο, εγώ θα ντύνομαι όπως γουστάρω».
 

Άσχημο πράγμα η μιζέρια σας κι ακόμα πιο άσχημο που προσπαθείτε να μας την μεταφέρετε με την εικόνα σας.  


Μπορεί να νομίζετε ότι φοράτε ότι βρείτε μπροστά σας, αλλά στην πραγματικότητα φοράτε αυτό που εκφράζει την ψυχική σας κατάσταση εκείνη τη στιγμή. Τρικυμία εν΄κρανίω -όπως και η συμπεριφορά σας απέναντι στον δύστυχο Ελληνικό λαό.
 

Φοράτε την μιζέρια και την κακομοιριά του…μυαλού σας.
 

Κανένα ρούχο πάνω μας δεν είναι τυχαίο. Η επιλογή του οποιουδήποτε ρούχου συνδέεται άμεσα και με το στυλ ανθρώπου που είμαστε –λένε επίσης οι ειδικοί.
 

Το αν σας αρέσει να κυκλοφορείτε σαν βλάχοι μπορείτε να το κάνετε στα σπίτια σας και στις ιδιωτικές σας κοινωνικές εκδηλώσεις, γιατί –δημόσια- «με το μάτι» κινδυνεύουμε “να συνηθίσει ο νους” μας. Και να κάνετε μόδα το «χύμα» ….Και γιατί οφείλετε να μην μας προσβάλλετε και να μας δείχνετε ότι μας απαξιώνετε και μας έχετε «γραμμένους».
 

Και πολύ περισσότερο οφείλετε...

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΙ και ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η παρ’ ολίγον καλοντυμένη Περιστέρα



Θα ήθελα να ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου το ενδυματολογικό στυλ δεν θα μετρούσε τόσο, όπου θα νιώθαμε ελεύθεροι να πηγαίνουμε σε γκαλά φορώντας τη φόρμα μας. Δεν ζούμε όμως σ’ έναν τέτοιο κόσμο. Αντιθέτως, ο κόσμος που ζούμε έχει στυλιστικούς νόμους και κανόνες. Και με το που σε βλέπει, βγάζει στυλιστικά συμπεράσματα.


Αν είσαι η Μαιρούλα απ’ την Κυψέλη μπορείς να αγνοήσεις κανόνες και συμπεράσματα και να συνεχίσεις να πηγαίνεις στη λαϊκή με ρούχα για κλαμπ. Και τι έγινε; Το πολύ-πολύ να σου σφυρίξει ο ψαράς και να  σε σχολιάσουν οι γειτόνισσες. 


Αν όμως είσαι η Περιστέρα Μπαζιάνα θα σε σχολιάσει όλο το Πανελλήνιο. Ποιο Πανελλήνιο; Ολος ο πλανήτης θα σε σχολιάσει.


Αμα είσαι η Περιστέρα Μπαζιάνα, εμφανίζεσαι σε επίσημη εκδήλωση και την επόμενη κάνουν τη στυλιστική επιλογή σου φύλλο και φτερόΚαι, πίστεψέ με, δεν τους ξεφεύγει τίποτα. Μεγεθύνουν τη φωτογραφία και βλέπουν το λεκέ στη μπλούζα σου, ανακαλύπτουν τη φόδρα που κρέμεται λίγο και υποδηλώνει ένα κακοραμμένο φόρεμα και διασταυρώνουν αν έχεις ξαναφορέσει τα παπούτσια. Κι αφού τεμαχίζουν την εμφάνισή σου σαν ιατροδικαστές, βγάζουν πόρισμα: καλοντυμένος, κακοντυμένος.


Το πόρισμα για την Περιστέρα Μπαζιάνα είναι ότι η γυναίκα το παλεύει. Είναι εμφανές ότι τελευταία κάνει προσπάθεια να ευθυγραμμιστεί με τους βασικούς κανόνες του αστικού στυλ που υπαγορεύει ο πρωθυπουργικός θώκος. Πρώτη Κυρία είμαι σου λέει, δεν μπορώ να πηγαίνω σ’ επίσημες εκδηλώσεις με το τζινάκι μου σαν αριστερή πασιονάρια, πρέπει να φοράω ένα καλό φόρεμα. Και το φοράει.


Εγώ της βγάζω το καπέλο της Περιστέρας. Δεν κάνει χαζά πείσματα, όπως κάτι άλλοι δίπλα της που αρνούνται να φορέσουν γραβάτες, σαν δείγμα τάχα μου δήθεν επαναστατικής συμπεριφοράς, τη στιγμή που έχουν φέρει μνημόνια (η σημειολογία της μη γραβάτας δεν δηλώνει επανάσταση, αλλά επαρχιωτισμό). Η Περιστέρα δεν κατεβαίνει απ’ το αεροπλάνο να υποδεχτεί αξιωματούχους Κινέζους με κοντομάνικα, ούτε φοράει αμπέχονα στο Μαξίμου.


Η Περιστέρα έχει κάνει ένα βήμα μπρος, κατανοώντας πώς παίζεται το παιχνίδι. Φοράει το καλό φορεματάκι της και εμφανίζεται δίπλα στο πρωθυπουργό σύζυγό της. Το πρόβλημα είναι ότι μάλλον δεν έχει κατανοήσει ότι είναι ρίσκο να διαλέγει φόρεμα μόνη της, ότι καλό είναι να της το διαλέγει ένας καλός στυλίστας.


Αμα μπεις στο παιχνίδι και θέλεις να το παίξεις σωστά, καλό είναι να χρησιμοποιήσεις τις γνώσεις ενός ειδικού της εικόνας. Αλλιώς, θα έχεις το αποτέλεσμα που είδαμε στην Κίνα: ένα φόρεμα καλό μεν, αλλά που δεν σου πήγαινε πολύ και που φαινόταν κάπως αταίριαστο με την περίσταση. Και θα τους κάνει να πουν: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΜΟΔΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Oταν η Πολιτική παίζει κρυφτό με την... γραβάτα!



Ο Ντόναλντ Τραμπ, ο επίδοξος διεκδικητής του χρίσματος, είναι ένα αουτσάιντερ όχι μόνο για τη μεταναστευτική πολιτική που πρεσβεύει, το Twitter, την ιστορία του γάμου του, αλλά και για την εικόνα του. 


Κι αυτό δεν είναι σύμπτωση, αλλά κάτι πολύ προφανές. 


Ασφαλώς δεν αναφέρομαι στην παράδοξη κόμη του ή το χρώμα του δέρματός του. Μιλάω για τις γραβάτες του. Κι όχι επειδή, όπως ανέφερε το CNN, οι γραβάτες του φτιάχτηκαν στην Κίνα, κάτι που αντιτίθεται στη ρητορική του για επιστροφή των θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ. Ούτε επειδή οι γραβάτες του οι φωτεινές, με τα έντονα χρώματα και τους μεγάλους κόμπους, είναι ιταλικές του οίκου Brioni. Το εντυπωσιακό είναι ότι επιμένει να φοράει γραβάτα, αν και στην αρχή της εκστρατείας του εμφανίστηκε χωρίς γραβάτα κάποιες φορές.


Αυτή η διαρκής «παρουσία» της γραβάτας στην πραγματικότητα υποδεικνύει ότι υπάρχει μία άβυσσος που χωρίζει τον Τραμπ από τους άλλους πολιτικούς, για πολλούς εκ των οποίων η γραβάτα δεν θεωρείται πλέον απαραίτητο μέρος της «στολής».


«Ο πρόεδρος εμφανίζεται με γραβάτα όλο και πιο σπάνια», λέει η Τάμι Χαντάντ, πρώην διευθύντρια του MSNBC. «Αποτελεί μία κίνηση που αποδεικνύει ότι ο Λευκός Οίκος προσπαθεί να κάνει τα πράγματα πιο ανθρώπινα». Ενδεικτικά, ήδη από το 2013 το περιοδικό Business Insider είχε δημοσιεύσει άρθρο με τίτλο «Ο πρόεδρος Ομπάμα προσπαθεί να σκοτώσει τη γραβάτα;».  


Ο πρόεδρος δεν φορούσε γραβάτα κατά τη συνάντησή του με τους πρίγκιπες Ουίλιαμ και Χάρι, στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Βρετανία. (Ούτε οι δύο νεαροί άνδρες φορούσαν γραβάτα.) Επίσης δεν φορούσε γραβάτα στη συνέντευξη Τύπου για τον θάνατο του δικαστή Σκαλία τον Φεβρουάριο, ούτε στο δείπνο με τον πρόεδρο της Κίνας, Σι Τζινπίνγκ, όταν ο Κινέζος πολιτικός επισκέφθηκε την Ουάσιγκτον επισήμως τον περασμένο Σεπτέμβριο. Ούτε ο Σι φορούσε γραβάτα, ούτε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, ούτε ο υπ. Εξωτερικών, Τζον Κέρι. Ούτε ο Τζεμπ Μπους, όταν ανακοίνωσε ότι θα διεκδικήσει το προεδρικό χρίσμα.


Κι αυτό δεν είναι μία αποκλειστικά αμερικανική εξέλιξη


Το Σάββατο ο Σαντίκ Καν, όταν ορκίστηκε νέος δήμαρχος του Λονδίνου, φορούσε κοστούμι και λευκό πουκάμισο, αλλά όχι γραβάτα. Την περασμένη εβδομάδα, αυτός και ο αντίπαλός του, Ζακ Γκόλντσμιθ, όταν πήγαν να ψηφίσουν φορούσαν μπλε κοστούμια, λευκά πουκάμισα, αλλά όχι γραβάτες. Ηταν πιθανώς μία από τις κοινές αποφάσεις των αντιπάλων γι’ αυτό που οι Βρετανοί συμφωνούν ότι ήταν η πιο ανεπίσημη προεκλογική εκστρατεία μέχρι σήμερα.


Αλλά η αντιπάθεια του Καν για τη γραβάτα δεν μπορεί να παρομοιασθεί με αυτή του Αλέξη Τσίπρα, που έκανε την άρνησή του να φορέσει γραβάτα μέρος της προεκλογικής του εκστρατείας. Τόσο ο Καν όσο και ο Τσίπρας εκπροσωπούν αριστερά κόμματα και αυτό μπορεί να έχει κάποια σημασία.  


Ωστόσο, στη Βρετανία ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον κατά τη διάσκεψη του G8 είπε ότι ο ενδυματολογικός κώδικας πρέπει να είναι «ανεπίσημος», όπερ σημαίνει... στο πυρ το εξώτερον η γραβάτα.


«Η γραβάτα είναι ένα θέμα που κυριαρχεί στη σκέψη των υποψηφίων, των συζύγων τους, αλλά και των συμβούλων τους επί ώρες», εξηγεί ο Μπένετ Ράτκλιφ, πολιτικός σύμβουλος και ιδρυτής της εταιρείας Thaw Strategies. «Κάποτε ένας πρόεδρος μου μίλησε επί 15 λεπτά για τη γραβάτα του, όταν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κάποια ειρηνευτική συμφωνία».


Αν, όμως, η απόφαση είναι τόσο περίπλοκη και δύσκολη, φανταστείτε πόσο δύσκολη θα είναι η συζήτηση για την απουσία της. 


Τέτοιες επιλογές δεν συμβαίνουν τυχαία:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Στον αστερισμό της γραβάτας


Στη γνωστή ρήση του Οσκαρ Ουάιλντ «μια καλοδεμένη γραβάτα είναι το πρώτο σημαντικό βήμα στη ζωή ενός άνδρα» αντιτείνουμε το «η μεταξωτή γραβάτα που μου χάρισες, θηλιά θα γίνει και θα με πνίξει, αφού μ’ άλλον βρε μπαμπέσα με παράτησες». Ετσι ξεκινάει «Η γραβάτα», το τραγούδι του Χρήστου Νικολόπουλου που το 2001 είχε μελοποιήσει άγνωστους στίχους του Τσιτσάνη. Και συνέχιζε: «Τη μεταξωτή γραβάτα θα την κάνω κομματάκια, κι απ’ το νου θα σε βγάλω και γραβάτα άλλη θα βάλω και γραβάτα άλλη θα βάλω κι ας πνιγώ»


«Εδώ» του καθόταν η γραβάτα τού Τσιτσάνη που ως γνωστόν δεν φόραγε ποτέ. «Συριζαίο πριν την ώρα του» τον χαρακτήρισε με το γνωστό σκωπτικό του ύφος ο Στάθης Παχίδης των Αγαμων Θυτών σε πρόσφατο άρθρο του στο Protagon, ένα από τα δεκάδες δημοσιεύματα για το ακανθώδες πλέον θέμα «γραβάτα».


Αλλά γι’ αυτό υπάρχουν τα τραγούδια, για να αποσυμφορίζεται η ατμόσφαιρα. «Ακουγα εσένα άκουγα, κάτι σαν αντίο ή παράκουγα, ύστερα είπες κι άλλα, αλλά δεν άκουγα, μονάχα θυμάμαι καθαρά μια ροζ γραβάτα» έγραφε ο Κραουνάκης για την Πρωτοψάλτη το 2002. Στην ιστορία έχει μείνει φυσικά ο «κοντός με τη γραβάτα», στίχος του Καρβέλα που τραγούδησε η Ρίτα Σακελλαρίου το 1986, αλλά και η αποστροφή της Αφροδίτης Μάνου στο «Χαιρετίσματα» (σ.σ. στην εξουσία), σουξέ του Βασίλη Παπακωνσταντίνου (1988): «Εγώ δεν θέλω τον αρμόδιο να παίξω, να αποφασίζω κεκλεισμένων των θυρών, είμαι απ’ αυτούς που πάντα μένουνε απ’έξω, γιατί δεν έχω ούτε γραβάτα ούτε παπιγιόν».


Σαν το δαχτυλίδι
Αχ αυτή η γραβάτα... Oπως και το δαχτυλίδι στα χέρια της γυναίκας, το υπ’ αριθμόν ένα ανδρικό αξεσουάρ χιλιοτραγουδήθηκε στο ελληνικό ρεπερτόριο, αλλάζοντας μορφή ανάλογα με τη σκοπιά του δημιουργού, από σύμβολο στάτους σε θηλιά και πάλι πίσω.


Η τάση μας για δραματοποίηση δεν ήταν δυνατό να στερέψει τώρα. «Θα βάλω γραβάτα όταν “κουρευτεί” το χρέος» είπε τον περασμένο Ιανουάριο ο Αλέξης Τσίπρας και έντεκα μήνες μετά, ακόμα τον κοιτάμε στον λαιμό: τελικά θα στολιστούμε ή θα κρεμαστούμε; Για να τα λέμε όλα, την τάση της μόδας είχε διαβλέψει ο Θεόδωρος Πάγκαλος ήδη από το ’12. «Σιγά σιγά, τα τελευταία χρόνια, ξεκινώντας από τον Συνασπισμό, διάφοροι εμφανίζονταν χωρίς γραβάτα, ελάχιστοι και χωρίς σακάκι» είχε γράψει σε άρθρο του στα «Νέα». «Δεν φοβόνταν κανέναν. Δεν υπήρχαν πια οι τρομεροί πρόεδροι, ο Αλευράς, ο Τσαλδάρης που θα σε ειρωνεύονταν από το ύψος της έδρας εξαναγκάζοντάς σε σε μια "ευπρεπή συμπεριφορά" που οπωσδήποτε περιελάμβανε ως πρώτο και αναντικατάστατο συστατικό τη γραβάτα». Και συνέχιζε: «Είναι τόσο μεγάλη η δίψα για τη νεωτερικότητα, είναι τόσο μεγάλο το μίσος για κάθε τι παλιό και καθιερωμένο ώστε ακόμα και πρώην υπουργοί με δεκαετείς και βάλε θητείες πέταξαν στον αέρα το ντεκολτέ τους για να μαζέψουν ψήφους». Ο ίδιος –λέει– απεχθανόταν πάντα τις γραβάτες αλλά ξεκίνησε να τις φοράει όταν βγήκε βουλευτής το ’81 ως ένδειξη σεβασμού σε αυτούς που τον είχαν στείλει εκεί. Δεν δείχνει πάντως εξ ορισμού έλλειψη στυλ.


Τα ράσα και ο παπάς
Ο άνθρωπος που έχει γράψει ιστορία στην ελληνική μόδα, ο μετρ Γιάννης Τσεκλένης, επίσης δεν φοράει ποτέ γραβάτα. «Δεν θεωρώ τη γραβάτα απαραίτητη, εδώ και 39 χρόνια δεν φοράω, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι με ενοχλούσε όταν χειρουργήθηκα κάποια στιγμή σοβαρά» λέει . «Ενδυματολογικά είμαι εναντίον του κομφορμισμού. Το σακάκι του Βαρουφάκη, για παράδειγμα, με την κόκκινη ρίγα το θεωρώ πολύ ωραίο. Το παράπονό μου είναι ότι στο μεν δικαστήριο οι δικηγόροι δεν μπορούν να δικάσουν αν δεν είναι ευπρεπώς ντυμένοι, ενώ στη Βουλή που νομοθετεί πηγαίνουνε με τα γιλέκα. Η αφαίρεση της γραβάτας είναι ένδειξη αντικομφορμισμού, απείθειας στο κατεστημένο, το έχουν εκμεταλλευτεί γι’ αυτό τον συμβολισμό. Ο Αντρέας φορούσε το ζιβάγκο –λάθος λέξη για το ρούχο, αλλά τέλος πάντων–, αλλά όταν μπήκε στη Βουλή το έβγαλε. Δυστυχώς τα ράσα κάνουν τον παπά. Η στολή πειθαρχεί τις ομάδες, μπορεί να ’ναι χαλαρή αλλά τις πειθαρχεί, ενώ έτσι αναγνωρίζεις τον εργαζόμενο. Αν βγει ένας παπάς από το ιερό ντυμένος βατραχάνθρωπος, δεν θα πας να μεταλάβεις. Αν ο δικηγόρος σου φορά κίτρινο κοστούμι και ροζ παπιγιόν, πάει, την έχασες τη δίκη. Η ομοιογένεια διαταράσσεται όταν μπαίνει ο Τσίπρας στη Σύνοδο Κορυφής και είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα».


Για όλα πάντως «φταίνε» οι Κροάτες. Ο μετρ της γλώσσας Νίκος Σαραντάκος (που σημειωτέον επίσης δεν φοράει γραβάτα) μας πληροφορεί: «Τον 17ο αιώνα, στη Γαλλία χρησιμοποιούσαν σώματα ελαφρού ιππικού από Κροάτες μισθοφόρους, π.χ. στον Τριακονταετή πόλεμο. Αυτοί οι Κροάτες ιππείς είχαν, ως εξάρτημα της στολής τους, και έναν λαιμοδέτη, ο οποίος φαίνεται πως έκανε εντύπωση. Τους μισθοφόρους τούς έλεγαν Cravates, δηλαδή Κροάτες (που ίσως είναι δάνειο κατευθείαν από το hrvat το κροατικό, ίσως όμως μεσολάβησε και το γερμανικό διαλεκτικό Krawat), κι έτσι ονομάστηκε cravate και ο λαιμοδέτης». Οπως γράφει, η γραβάτα ανήκει στη μεγάλη ομάδα λέξεων της ένδυσης που πήραν την ονομασία τους από κάποιο τοπωνύμιο, όπως το τζιν από τη Γένοβα ή η μουσελίνα από τη Μοσούλη (επίσης το ντένιμ από τη Νιμ της Γαλλίας).

KOINΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Θα πουλήσω το Καγιέν και θα πάρω 7 Μπαλμέν!



Βρε, δε πα να χάνεται ο κόσμος! Τύπου σταρ κυρίες, σε ειδικούς χώρους VIP και αφιερωμένη σ αυτές μέρα, ξεχωριστή απ το άλλο κοινό, αγόραζαν μοντελάκια πρέτα πορτέ σε τιμές ακριβές για το είδος, από έναν σχεδιαστή που λέγεται μάλλον Μπαλμέιν, αλλά δε μου κάνε ρίμα για τίτλο!


Τι να πω; «Ήρθα απ το Ελ Αλαμέιν για να πάρω ένα Μπαλμέιν»; Χαζό (λες και το άλλο, είναι πανέξυπνο δηλαδή)!


Σαν από άλλο τόπο, διάφορες αναγνωρίσιμες της πίστας και της τηλεόρασης, σπρώχτηκαν για βρεθούν σε ειδική εκδήλωση – πάρτι για να δουν και να αγοράσουν πρώτες τα μοντέλα, που δεν ήξεραν από χθες, αλλά αφού τα θέλανε οι άλλες, τα ποθούσαν κι αυτές!


Άσε που τα μοντέλα τα χουν όλα οι αδελφές Καρντάσιαν, άρα πώς να μη τα βάλουν κι εδώ οι ομόλογες τους! Στιλίστες ντιβών, λέει, όπως η Φουρέιρα, έβγαλαν εξατμίσεις στα τακούνια για να προμηθεύσουν την συνάδελφο της Κάλλας ρούχα για την πίστα! Ποια Τουραντο μανούλα μου, άμα έχει κορμάκι τορνευτό! Και ποια είναι αυτή η Κάλλας σε τελευταία ανάλυση! Μια που επειδή δεν της πήγαιναν τα Μπαλμέιν, τραγουδούσε την Τουραντο γιατί ήταν από παιδάκι τροφαντό! Ενώ οι κορμάρες, τα δίνουν όλα στα φο μπουζούκια!


Η Καίτη Γαρμπή, ντυμένη με μια προβιά σαν τον Αστραπόγιαννο στο Θεσσαλικό κάμπο, ενάντια στους κοτζαμπάσηδες, σε χρώμα μαύρο - μπλε σα να κούρεψε τον Πασχάλη και την Αλίκη Αρβανιτίδη, μαζί, όπως έγραψε η Espresso, προκειμένου να εξασφαλίσει μοντελάκι της αρεσκείας της ανέκραξε, κοψοχολιάζοντας πιθανή αγοράστρια: «άσε κάτω το φουστάνι, μαντάμ! Αυτό είναι για την πίστα»! Διότι, άλλωστε, πρώτα θα το φορέσει η επαγγελματίας και μετά αυτές που το θέλουν για να το βάλουν ως θαμώνες!



Η Τάμτα, η Σταματίνα Τσιμτσιλή, η Μαρία Μπεκατώρου, η Μαρία Ηλιάκη, η Βίκυ Καγιά, που είδαμε και πάθαμε να την γνωρίσουμε σε πόζα με κλειστό στόμα, αλλά και η πιο έντεχνη Μελίνα Ασλανίδου, φορώντας σατέν, βελούδα, παγιέτες και χάντρες προφανώς του οίκου, πόζαραν πασίχαρα στο φωτογραφικό φακό! Και ήταν τόση η ικανοποίηση τους, που θες να τις πιάσεις απ τους ώμους και να τις κοιτάξεις με κατανόηση στα μάτια, ρωτώντας τρυφερά: «Παιδάκι μου, ζεις σ αυτόν τον κόσμο»;…


Πολύ ωραία όλα αυτά, με γεια τους, με χαρά τους! Αλλά σε αυτό το τώρα, των σκοτεινιασμένων πρόσωπων, των ανθρώπων που παραμιλούν στους δρόμους, στο χαλασμό ζωών και στην αβεβαιότητα, στην πικρία και στα αδιέξοδα, ποιοι θα θαυμάσουν τα μοντελάκια που εξασφάλισαν οι κυρίες, αν όχι οι ίδιες μεταξύ τους, που θα φοράνε σχετικά ρουχάκια!


Κάποιος αμερικανός κωμικός είχε πει κάποτε πως στο Χόλυγουντ οι άνθρωποι ξοδεύουν λεφτά που δεν έχουν, για να αγοράσουν πράγματα που δεν θέλουν, για να εντυπωσιάσουν ανθρώπους που δεν χωνεύουν. Στην Αθήνα των capital control, πάλι… ποιος νοιάστηκε!


Α! Δεν διατρανώνουμε πως είμαστε «ζωντανά αγάλματα αρετής», όπως ο Κάτωνας ο Νεώτερος, έκανε, λίγο πριν αυτοκτονήσει στην ίδια ηλικία με την δική μας τώρα, εις το όνομα της δημοκρατίας που δεν επιθυμούσε να γίνει τυραννία!


Απλά, το να κάνουν οι δικές μας σταρ, τις Καρντάσιαν στα στούντιο των Σπάτων και της Παιανίας ή στα μπουζούκια στην παραλιακή και να μιμούνται τα σουσούμια των ξένων, τάχα ως κοσμοπολίτισσες, είναι θλιβερά αστείο, ή αστεία θλιβερό! Διαλέξτε…
 

Και επειδή ο Κάτωνας, μας έπεσε και εμάς, που τον γράψαμε, βαρύς, ας το πούμε κι πιο απλά σε όλες αυτές τις λουσάτες κυρίες, πως: