"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ" ΝΕΟ-ΝΤΑΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οταν ο φόνος υπακούει στους κανόνες της κοινότητας

 

Γράφει ο Μάικλ Χέρτσφελντ

(Ανθρωπολόγος και ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ στις ΗΠΑ. Το βιβλίο του για τον ανδρισμό στην Κρήτη, «Η Ποιητική του Ανδρισμού», κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια» το 2012.)

Με αφορμή την εσχάτη πράξη δολοφονίας στην ορεινή Κρήτη, στην Κίσσαμο Χανίων, αναρωτιέται κανείς γιατί τέτοια επεισόδια συμβαίνουν ιδιαίτερα στην ορεινή δυτική Κρήτη.

Εκεί, προφανώς, ο ανδρισμός απαιτεί την οπλοφορία. Δεν απαιτεί όμως, και οι άνθρωποι δεν εγκρίνουν, την ανεύθυνη χρήση των όπλων. Αντιθέτως, σε αυτές τις κοινωνίες η κατοχή όπλων συνεπάγεται αυστηρές ηθικές αρχές. Ο παραβάτης θεωρείται, με μια λέξη, άνανδρος.

Η γενική κοινή γνώμη, έξωθεν της Κρήτης, εύκολα καταφεύγει στο στερεότυπο του ένοπλου ληστή. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται κανείς, κάποιοι άνθρωποι να συμπεριφέρονται τόσο αντικοινωνικά;

Πολλές φορές οι αιτίες είναι κοινωνικές. Στην Κρήτη η βία ελέγχεται αυστηρά. Καθ’ όλα τα διαστήματα που πέρασα στο χωριό Ζωνιανά Μυλοποτάμου, πάντα άοπλος, δεν φοβήθηκα ποτέ. Για τους Ζωνιανούς, το να επιτεθεί κάποιος κατά αόπλου θα ήταν επίδειξη ανανδρείας που υποβαθμίζει τη συλλογική τιμή.

Στην Κρήτη, όμως, κάθε τόσο, οι άνδρες εμπλέκονται σε αιματηρά επεισόδια εξαιτίας κάποιας διαφωνίας ή προσβολής. Οι αντιδράσεις τους ακολουθούν ένα σύστημα αξιών που τους υποχρεώνει να υπερασπίζονται διαρκώς και επιδεικτικά την ανδρειoσύνη τους. Σε περίπτωση βεντέτας, ο δράστης γνωρίζει το θύμα και θεωρεί ότι το θύμα αδίκησε και εκείνον και τους δικούς του, γι’ αυτό αισθάνεται την υποχρέωση να του αντισταθεί, ακόμη και μέχρι ανθρωποκτονίας. Εάν στη συνέχεια εξαπλωθεί η ένοπλη βία, ακολουθεί αυστηρά δομικές –δηλαδή οικογενειακές– γραμμές και η υποχρέωση να υποστηρίζουν τον αρχικό «φονιά» οι δικοί του καθορίζεται από την απόσταση σε όρους συγγένειας, συνήθως από την πατρική πλευρά.

Aρα πρόκειται για ένα σύστημα κοινωνικών αξιών. Υπάρχουν οπωσδήποτε εξαιρέσεις, αλλά τον δολοφόνο, ο οποίος δεν έχει τέτοια σχέση με το θύμα ή επικαλείται το στερεότυπο της κρητικής ανδρειοσύνης για να δικαιολογήσει μια καθαρά κερδοσκοπική ή τελείως άσκοπη πράξη βίας, οι υπόλοιποι τον αποδοκιμάζουν.

Αν κλέψει ένα πρόβατο, φέρ’ ειπείν, ακολουθεί μια καθιερωμένη διαδικασία, η οποία αποσκοπεί στη δημιουργία σχέσεων συνεργασίας με το «θύμα», και οι χωριανοί του αφήνουν να κυλήσει ο κύκλος αμοιβαίων κλοπών μέχρι την επιθυμητή κατάληξη σε «σασμό» (τελετή συμφιλίωσης). Εάν, αντιθέτως, προσπαθήσει να διαρρήξει το σπίτι κάποιου γείτονα, όλοι οι γνωστοί του θα τον αποδοκιμάσουν.

Το ίδιο ισχύει για τις δολοφονίες. Αν κάποιος σκοτώσει εξαιτίας σοβαρής προσβολής ή επίθεσης, οι χωριανοί δείχνουν κατανόηση και προσπαθούν να περιορίσουν τις συνέπειες. Αν λείπει μια τέτοια δικαιολογία, αντιδρούν αρνητικά.

Θεωρούν, εξάλλου, ότι εάν απουσίαζε ο κοινωνικός έλεγχος, θα γίνονταν πολύ περισσότεροι «αθέμιτοι» φόνοι. Ισχυρίζονται, μάλιστα, ότι η αναλογία φόνων είναι πολύ χαμηλότερη στα ορεινά κρητικά χωριά σε σύγκριση με τις μεγάλες πόλεις, ακριβώς γιατί σε αυτές τέτοιος κώδικας δεν υπάρχει.

Σίγουρα έχουν δίκιο σε σχέση με τις ΗΠΑ, όπου μια ιστορικά αδικαιολόγητη «ερμηνεία» του συντάγματος φέρει ως απαράγραπτο το δικαίωμα του κάθε πολίτη να οπλοφορεί. Εκεί διαπιστώνουμε μια όλο και επιταχυνόμενη αύξηση φόνων από άτομα που δεν γνωρίζουν τα θύματα και συχνά ανοίγουν πυρ και σκοτώνουν για να ικανοποιήσουν κάποια ψυχολογική ανάγκη τους, για λόγους ιδεολογίας ή γιατί αισθάνονται, ως άνδρες (ως επί το πλείστον), ότι η κοινωνία δεν τους σέβεται και μάλιστα υποβαθμίζει την ανδρειοσύνη τους χάρη στις τεράστιες οικονομικές ανισότητες που διαβρώνουν διαρκώς την αμερικανική κοινωνία. Γι’ αυτόν τον λόγο, η συνήθεια κάποιοι Ελληνες παρατηρητές να χαρακτηρίζουν τις πράξεις ένοπλης βίας στην Κρήτη «Φαρ Ουέστ» δεν αναγνωρίζει τη μεγάλη διαφορά: δηλαδή ότι στην Κρήτη την τελευταία λέξη την έχει η κοινωνία. Μια κοινωνία που ελέγχει, κρίνει και τιμωρεί εκείνους που δεν σέβονται τον κώδικα αξιών και αναγνωρίζει ως ενόχους εκείνους που σκοτώνουν «άσκοπα» ή μπαίνουν επίτηδες σε περιπτώσεις όπου ένας πράγματι «καλανδρειωμένος» θα έλειπε από την κακή ώρα από σεβασμό για την κοινωνία.

Ασφαλώς δεν δέχομαι τη λογική της εκδίκησης. Αλλά…

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΝΝΗΜΕΝΟΣ" ΝΕΟ-ΝΤΑΗΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: "Παιχνίδια" ! Η μετάβαση από την τελετουργική στην παρανοϊκή βία.

 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Χρειάστηκε η μεταφραστική παρέμβαση των media για να εξηγηθεί η σημασία του ρήματος «παίζω» στα κρητικά. Με τη χρήση του «πυροβολώ» το ρήμα είναι τόσο κοινό που έχει πια χειραφετηθεί από το αντικείμενό του. Λέγεται «παίζω» σκέτο και όχι «παίζω μπαλωθιές».

Κάπως έτσι το γλωσσικό χάσμα δημιουργεί το παράδοξο των ενόπλων με τα καλάσνικοφ να «παίζουν» θάνατο.

Να ενορχηστρώνουν ένα «παιχνίδι» που δεν είναι ακριβώς εντός των αρχαϊκών κανόνων της κοινότητάς τους – είναι ένας ίλιγγος στην πολιτισμική της μεθόριο. Μια παραφθορά του εθίμου που υποκλέπτει μόνο τα όπλα του και το μετατρέπει από τελετουργική σε παρανοϊκή βία.

Η αλήθεια είναι ότι πήξαμε στις ανθρωπολογικές αναλύσεις, που επιχειρούν να γενεαλογήσουν το μακελειό των Βοριζίων. Η παράδοση εξηγεί ίσως κάποιες συμπεριφορές, που για την πλειονότητα μοιάζουν πρωτόγονες. Αλλά η εξήγηση καταλήγει να ακούγεται ως δικαιολόγηση. Το έγκλημα, διαθλασμένο από τα κάτοπτρα της μιντιακής του δραματοποίησης, γίνεται αντιληπτό ως στοιχείο εξωτισμού.

Οι πρωταγωνιστές του, με τα προσωδιακά ελληνικά τους, που ακούγονται σαν τραγούδι ακόμη και στον θρήνο, ενισχύουν αυτή τη γοητεία της άγριας –άρα και ανόθευτης– κοινοτικής ζωής. Ο μαυροντυμένος θίασος· το σπαρακτικό μοιρολόι· οι βλοσυροί άνδρες με τα μυστακοφόρα στόματα μανταλωμένα από την ομερτά· οι καταιγιστικές αρές της χήρας του Φανούρη Καργάκη («κι επήγα εκειά και φώνιαζα και τον εγύρευγα. Και τον ευρήκα μέσα στ’ αμάξι τελειωμένο»): Ολα αυτά τα «εξωτικά» στοιχεία ενθαρρύνουν έναν αστικό οριενταλισμό έναντι της συνήθως αθέατης κρητικής ενδοχώρας, η οποία καθίσταται ορατή στον Αθηναίο τηλεθεατή μόνο όταν ξεσπούν οι ανθρωποκτονικές –βλέπε και αυτοκτονικές– εξάρσεις της.

Ομως, ο κόσμος αυτός δεν είναι (μόνο) αρχαϊκός. Κρατάει τις δομές του παλιού και τις εξοπλίζει με επιτήδειες πατέντες επιβίωσης στον σύγχρονο κόσμο.

Η παλαιά, ένοπλη αυτονομία –η έμπρακτη άρνηση του νεωτερικού κράτους και του μονοπωλίου της βίας– έχει κάνει μετάσταση σε σύγχρονες εγκληματικές επιχειρήσεις. Σε κανονικές μαφίες που ελέγχουν τη νύχτα, καταπατούν ακίνητα, διακινούν ναρκωτικά. Σε πελατειακά δίκτυα που συντηρούνται με ενδημικές απάτες απομύζησης ευρωπαϊκών κονδυλίων. (Αρκεί κανείς να δει τα αυτοκίνητα των Βοριζίων, για να καταλάβει πόσο απατηλό είναι το παραμύθι του χωριού που ζει τάχα στεγανό από τον πολιτισμό.)

Οχι, αυτή η αιματηρή κουλτούρα –που στερεί από τα παιδιά της ακόμη και τη στοιχειώδη εκπαίδευση, που τους δίνει από την εφηβεία τους όπλο και νευρικό τιμόνι– χάνει τη «γραφικότητά» της, καθώς διαπλέκεται με συστήματα ντόπιας εξουσίας.

Ποιος φροντίζει οι πυρήνες αυτής της παραβατικότητας να επιδοτούνται τυφλά;

Ποιος εξασφαλίζει ότι τα δικαστήρια θα τους ρίξουν στα μαλακά;

Ποια πολιτική και επιχειρηματική ελίτ κάνει ότι δεν βλέπει τα ποίμνιά της και εξαντλείται σε ηθικολογικά κλισέ, μέχρι να περάσει η μπόρα;

Ποιος …

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: "Kalanta"

Toυ Βασίλη Αγγελικόπουλου

Καληνημέραν άρχοντες
κι αν είναι ορισμός σας
τα πρώτα μου Χριστούγεννα
ψάλλω στ’ αρχοντικό σας.

Τότε πού ‘μουν παιδόπουλο
παρθένες ηλικίες
και με ξυπνούσαν μυρωδιές
μάνας τελετουργίες.

Σηκώνονταν μεσονυχτίς
και «έπιανε ζυμάρι»
μες σε λεκάνη πήλινη
– μένει· προσκυνητάρι.

Μαχλέπι, βούτυρο, μαγιά,
βανίλιες κι άλλα μάγια
ζυμάρια μοσχομύριστα
φουσκώναν στα σκοτάδια

διπλοτριπλοκουκούλωτα
με πάπλωμα, κουβέρτες,
να «γίνουνε» ως το πρωί,
και να τα κόβει φέτες

για να τις πλάθει διάφορα
σχήματα κουλουράκια,
– στρόγγυλα, μισοφέγγαρα
κι άλλα σαν κοτσιδάκια.

Στα άλλα, της παράδοσης,
σχήματα δεδομένα,
τα κουραμπιε-μακάρονα,
μου έδινε κι εμένα

κι έπλαθα εγώ μικρότερα
–έτσι τα θέλω ακόμα–
Και κάθε πέντε πού ‘πλαθα
Εχωνα ένα στο στόμα.

Εκείνη στοίχιζε σειρές
μέσα στις λαμαρίνες
πού ‘χαμε φέρει αποβραδίς
–σπούργοι και καρδερίνες–

από το φούρνο Μαυρουδή,
της γειτονιάς καμάρι,
που έψηνε και φαγητά,
και γιορτινό ζυμάρι.

Το σπίτι μοσχομύριζε
κι εγώ, σα με φτερούγες,
«τά ‘λεγα» την παραμονή
με τρίγωνο στις ρούγες.

Κι ανήμερα πρωί πρωί
–χάραζε στο τζαμάκι–
«Σήκω να βάλεις τα καλά
για το Χρυσό Δοντάκι».

Απ’ όλα τα Χριστούγεννα...

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο

 


Του Βασίλη Σ. Κανέλλη


 Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις δίνει μια διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» που έμεινε στην ιστορία. Κι αυτό έγινε γιατί ο τεράστιος Μάνος έκανε μια ανάλυση για το ρεμπέτικο τραγούδι, δείχνοντας το θαυμασμό του για το είδος αυτό. Για την ιστορία το Θέατρο Τέχνης στεγαζόταν τότε στο Θέατρον Αλίκης στην Πλατεία Καρύτση. Τίτλος της ιστορικής διάλεξης «Ερμηνεία και Θέσις του Σύγχρονου Λαϊκού Τραγουδιού»

Κι έμεινε στην ιστορία γιατί ένας νεαρός τότε συνθέτης, όχι ο σπουδαίος Μάνος που γνωρίσαμε λίγα χρόνια μετά, τόλμησε να κάνει ανάλυση για το ρεμπέτικο σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη.

Ηταν μια εποχή όπου το ρεμπέτικο τραγούδι έβρισκε έκφραση στις λαϊκές γειτονιές, έβρισκε φανατικούς θαυμαστές και συνθέτες όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαζαν τα θεμέλια για να ριζώσει το συγκεκριμένο είδος στην ελληνική κοινωνία, αμέσως μετά τον Εμφύλιο.

Η αστυνομία κυνηγούσε τους ρεμπέτες ανηλεώς, η αστική τάξη το περιφρονούσε, όμως, το δράμα μιας ολόκληρης μετεμφυλιοπολεμικής και μεταπολεμικής κοινωνίας εκφραζόταν μέσα από τους αμανέδες, κι όχι μόνο, που είχαν τις ρίζες τους στη Μικρά Ασία.

Κι έρχεται ο Μάνος Χατζιδάκις να δώσει αυτή τη διάλεξη, να βάλει το ρεμπέτικο στην καρδιά της ελληνικής μουσικής. Να αναδείξει τη σχέση του με τη βυζαντινή μουσική, να παρουσιάσει στο κοινό τον Τσιτσάνη, τον μεγάλο Μάρκο Βαμβακάρη, την σπουδαία Σωτηρία Μπέλλου.

Η αθηναϊκή κοινωνία μένει έκπληκτη από αυτή τη διάλεξη. Ποιος θα περίμενε ότι το… απαγορευμένο είδος του ρεμπέτικου θα έβρισκε έναν φανατικό φίλο ο οποίος θα είχε το θάρρος να το παρουσιάσει. Ο Μάνος Χατζιδάκις δέχεται ακόμη και απειλές. Τον ειδοποιούν ακόμη και να προσέχει στους δρόμους του Παγκρατίου όπου και ζει.

Πως ήταν δυνατόν ένας 24χρονος να αποθεώσει τα τραγούδια των αλητών;

Η διάλεξη… χάθηκε. Και για πρώτη φορά φέρεται να δημοσιεύτηκε το 2002.

Ενδιαφέρουσα η άποψη του μεγάλου Ηλία Πετρόπουλου για τη διάλεξη αυτή.

Στο ντοκιμαντέρ της Victory Media, με τίτλο Η Ιστορία του Ρεμπέτικου (2006) σε επιμέλεια Κώστα Φέρρη, ακούγεται να λέει:


«Εγώ κυνήγησα φοβερά τη διάλεξη του Χατζιδάκι (σ.σ. εννοεί πως έψαχνε να την βρει). Λοιπόν ο Χατζιδάκις μου είπε… «την έδωσα»… στου Φλόκα μου το είπε αυτό… «την έδωσα και μου τη φυλάει ο Φοίβος ο Ανωγειανάκης». Ερωτάω το Φοίβο μου λέει… «ποτέ δεν μου την έδωσε, την έχει αυτός». Εν πάση περιπτώσει έγινε αυτή η διελκυστίνδα… υποψιάζομαι ότι η διάλεξη είναι μάπα και δεν θέλουν να μου την δώσουν. Όταν βγαίνει το ’49 η Δημιουργία (σ.σ. πρόκειται για το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία που διηύθυνε ο Σπύρος Μελάς) συμβαίνει το εξής αλλόκοτο. Η Δημιουργία βρίζει τον Χατζιδάκι… αυτός ο νεαρούλης… των αλητών τα τραγούδια… η διάλεξη… και για να γίνει πειστική η Ελληνική Δημιουργία παραθέτει αποσπάσματα. Είναι αρκετά μεγάλα τα αποσπάσματα, αλλά δεν σου δίνουν τη γενική εικόνα της διάλεξης. Ποιος ήταν ο άξονας της διάλεξης. Το άρθρο αυτό, το αντι-χατζιδακικό, είναι στολισμένο με σχέδια του Μίνου Αργυράκη, τα οποία σχέδια είναι υπέρ του Μάνου Χατζιδάκι! Αυτά τα τρελά, που μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!».

Αναφορικά με τη διάλεξη του Μάνου, θα έλεγε κανείς, σύμφωνα και με τους αναλυτές, ότι ο Χατζιδάκις δεν μιλούσε περισσότερο για τα λεγόμενα «σκληρά» ρεμπέτικα, τα «χασικλίδικια», αλλά τα πιο… λαϊκά που μιλούσαν περισσότερο για την αγάπη, τον έρωτα, την ξενιτιά. Τραγούδια περισσότερο γνωστά σε σχέση με το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι, με τα άσματα των τεκέδων.

Σε κάθε περίπτωση τα όσα είπε ένας 24χρονος, ο οποίος για άλλη μια φορά έσπασε τα ταμπού της εποχής έχουν μεγάλη σημασία. 

Ειδικά από τη στιγμή που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν άνηκε στο χώρο της Αριστεράς, ήταν Δεξιός, που είχε πάρει θέση υπέρ του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο, αλλά που τολμούσε να ασχοληθεί με ένα είδος τραγουδιού που ήταν μισητό στην τάξη του.

 
Ας διαβάσουμε τη διάλεξη:
 

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Παλια επαγγελματα


ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Η έγχρωμη Ελλάδα του 1965 (By Charles W. Cushman Collection / Indiana University Archives)

Την καθημερινή ζωή σε πόλεις και χωριά, όπως η Αθήνα, η Ρόδος, η Κρήτη, η Αράχωβα και η Λιβαδειά τη δεκαετία του 60, καταγράφει ο αμερικανός εραστιτέχνης φωτογράφος Τσαρλς Κούσμαν. 
 
Ο Κούσμαν, εργαζόμενος της τότε Standard & Poor’s, ταξίδευε ανά τον κόσμο αξιολογώντας επιχειρήσεις. Ετσι ανακάλυψε και την αγάπη του για την φωτογραφία. Οι εικόνες του φανερώνουν έναν άνθρωπο με καλή φωτογραφική ματιά, αίσθηση της ιστορίας και της κοινωνικής δυναμικής κάθε τόπου και το σημαντικότερο, περιέργεια. 
 
Η Ελλάδα του 1965 μέσα από το Kodachrome φιλμ του αποπνέει μια νοσταλγική διάθεση, αλλά επίσης αποκαλύπτει πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά τα τελευταία 50 χρόνια…

 Πρωινός καφές στην πλατεία Συντάγματος 


 Εχοντας ψωνίσει φρέσκα ψάρια στο Ηράκλειο, ένας Κρητικός με βράκα και μαντήλι στο κεφάλι ποζάρει στον φακό του Κούσμαν 


 Η ζωή στην οδό Αδριανού, στο Μοναστηράκι, τη δεκαετία του 60 


 Η ρομαντική βιτρίνα του καταστήματος «Cinderella» (Σταχτοπούτα), στο κέντρο της Αθήνας 


 Τα «κοινωνικά δίκτυα» της εποχής... Γυναίκες όλων των ηλικιών και παιδιά σχολιάζουν, διασκεδάζουν και παρατηρούν σε ένα σοκάκι της Ρόδου 


 Το ζαχαροπλαστείο «Η Κυψέλη» στο Ηράκλειο της Κρήτης και οι θαμώνες του 


 Η πλατεία Συντάγματος μπροστά από τα γνωστά ξενοδοχεία, γεμάτη με τραπεζάκια 


 Η πολύχρωμη και παιχνιδιάρικη πρόσοψη μίας ταβέρνας στην οδό Βάκχου της Πλάκας, με διακοσμητικές κούκλες στα μπαλκόνια, τοιχογραφίες και ένα κλουβί πουλιού με ταμπέλα «Νανά Μούσχουρη» 


 Πριν κατακλυστεί από σκιέρ και εκδρομείς, στους δρόμους της Αράχωβας κυκλοφορούσαν πρόβατα και γαϊδουράκια


 Ενας σφουγγαράς προσπαθεί να πουλήσει την πραμάτεια του σε περαστικούς στην οδό Αιόλου

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Πρίν γίνουμε Μπουρδελιστάν...

 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΘΑΛΑΣΣΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ: Φωτεινοί... άγγελοι των ναυτικών

Είναι τα φωτεινά σημάδια που οδηγούν με ασφάλεια τα πλοία και τους ναυτικούς σε όλα τα πελάγη του κόσμου. Πρόκειται για τους φάρους, με τις πρώτες αναφορές για τη λειτουργία των τότε «πυρσών», που άναβαν με διάφορα εύφλεκτα υλικά, να ανατρέχουν στα ομηρικά έπη.

Στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα συνολικά 1.300 φάροι, από τους οποίους οι 120 είναι πέτρινοι και από αυτούς οι 34 έχουν χαρακτηριστεί ιστορικά διατηρητέα μνημεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. 

Κάθε χρόνο την τρίτη Κυριακή του Αυγούστου γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Φάρων.

Η ημέρα αυτή καθιερώθηκε το 2003 με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Φαροφυλάκων, κατά την οποία οι φάροι είναι ανοιχτοί για το κοινό, με την πραγματοποίηση διαφόρων εκδηλώσεων. 

Η ονομασία φάρος θεωρείται ότι προέρχεται από το όνομα της νησίδας «Φάρος» δίπλα στην Αλεξάνδρεια, επί της οποίας κατασκευάστηκε τον 3ο αι. π.Χ. Ο ομώνυμος φάρος από τον περιώνυμο αρχιτέκτονα Σώστρατο τον Κνίδιο, όπως περιγράφει η Υπηρεσία Φάρων. Ο φάρος της Αλεξάνδρειας ήταν ο πλέον φημισμένος της αρχαιότητας και ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου. Ύστερα από διαδοχικούς σεισμούς, όμως, ο φάρος της Αλεξάνδρειας καταστράφηκε ολοσχερώς και ξεκίνησε η επισκευή του στη διάρκεια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Στη χώρα μας, από το 1822 η Μεγάλη Βρετανία, στη δικαιοδοσία της οποίας βρισκόταν τότε η Ιόνιος Πολιτεία, προχώρησε στην κατασκευή φάρων σε επιλεγμένες θέσεις. Έτσι, κατασκευάστηκαν φάροι στην Κέρκυρα, στο Αργοστόλι και τη Ζάκυνθο, οι οποίοι στη συνέχεια με την προσάρτηση των Επτανήσων στην Ελλάδα πέρασαν στα χέρια του ελληνικού κράτους.

Ο πρώτος φάρος στον ελλαδικό χώρο χτίστηκε πάντως στην Αίγινα το 1829, όταν ο Καποδίστριας την ανακήρυξε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Λίγα χρόνια μετά λειτούργησαν άλλοι δύο, ένας στο λιμάνι της Κέας και ένας στις Σπέτσες, ενώ το 1834 υπήρξε η πρώτη συστηματική μέριμνα για την οργάνωση του φαρικού δικτύου της Ελλάδας, με έκδοση τότε Βασιλικού Διατάγματος.

Σταδιακά άρχισε η ανάπτυξη του δικτύου και το 1887 ιδρύεται η Υπηρεσία Φάρων, με τους φάρους να αριθμούν εκείνη την περίοδο τους 49. Το 1913, όπως αναφέρει η Υπηρεσία Φάρων, με την προσάρτηση της Μακεδονίας, της Κρήτης και των νήσων του Αιγαίου, προστίθενται στο ελληνικό φαρικό δίκτυο και άλλοι 18 φάροι που είχαν κατασκευαστεί για λογαριασμό των Τούρκων από γαλλική εταιρεία. Μέχρι το 1917 λειτουργούσαν στο δίκτυο 214 πυρσοί και 38 σταθεροί φανοί. Στα χρόνια του Μεσοπολέμου το φαρικό δίκτυο επεκτείνεται και το 1934 αριθμεί 331 πυρσούς.

Ωστόσο, ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε καταστρεπτικός για το φαρικό δίκτυο, με αποτέλεσμα να καταστραφούν πολλοί φάροι και να απομείνουν το 1945 να λειτουργούν μόνον 28. 

Μετά τον πόλεμο, αρχίζουν οι εργασίες αποκατάστασης και στα τέλη του 1953 η χώρα διαθέτει 445 φάρους ή πυρσούς όπως λέγονται.

«Σβήνουν» οι φαροφύλακες

«Κάποιοι μας λένε “πώς αντέχετε τόση μοναξιά;”. Εμείς τους κοιτάζουμε και τους ρωτάμε: “Εσείς πως αντέχετε να ζείτε στην πόλη με τόσο θόρυβο και φασαρία;''». Με αυτά τα λόγια απάντησε ένας φαροφύλακας για τον τρόπο με τον οποίο βιώνει το επάγγελμά του. Σήμερα, στη χώρα έχουν απομείνει 61 φαροφύλακες, καθώς η εξέλιξη της τεχνολογίας οδήγησε στην αυτόματη λειτουργία των φάρων.

Μέχρι τη δεκαετία του 1980 η Υπηρεσία Φάρων απασχολούσε περί τους 320 φαροφύλακες. Όμως, τότε...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δάκρυα για μια ζεϊμπεκιά (Αποχαιρέτα το το ζεϊμπέκικο που χάνεις)

 

Του Μπάμπη Καλογιάννη


Ένα ζεϊμπέκικο τις προάλλες στο Ζάππειο έχει την αποκλειστικότητα να είναι το πρώτο που γυρνάει μπούμερανγκ για τον δημοφιλή χορευτή του. Πολιτικά μιλώντας και με όρους επικοινωνίας. Και ακόμα κανείς δεν έχει καταλάβει ότι αυτό έγινε διότι ο χορός ο ίδιος, έχει χάσει εδώ και καιρό το νόημα του. 

”Η χώρα καίγεται κι αυτός χορεύει ζεϊμπέκικο”. Κοινώς χαίρεται. Πόσο λάθος προσέγγιση για έναν χορό με τέτοια ιστορία, πόση μετάλλαξη γνώρισε και αφομοίωσε το ζεϊμπέκικο στο πέρασμα των δεκαετιών.

Από την πλέον προσωπική γυροβολιά, με τους πιο σκληρούς να προβαίνουν σε ακραία βία αν τους ενοχλούσες εκείνη την ώρα, ο χορός κατήντησε φτηνό πανηγυράκι για παλαμάκια και επίδειξη ενός που είναι πιο ίσος από τους άλλους, όταν όλοι οι από κάτω είναι ίσοι.  

Για προβλήματα, νταλγκάδες, αδιέξοδα, ούτε κουβέντα. Για έναν χορό που ξεκίνησε ως αποτύπωση των έσχατων σημείων της απελπισίας, και της μη επαφής με το περιβάλλον, λόγω οδύνης φυσικά, η διαδρομή στο άλλο άκρο ολοκληρώθηκε. Κι ο ασθενής απέθανε.

Φυσικά και δεν είμαστε στο 1960 να συμβαίνουν τα προαναφερθέντα. Δεν είμαστε καν στη σκληρή μνημονιακή περίοδο όπου μια βαριά ζεϊμπεκιά ενός ταλαιπωρημένου αλλά πεισματάρη βιοπαλαιστή, θα μπορούσε να δικαιολογήσει πλήρως την ύπαρξη της. Ωστόσο, τη σταδιακή υποβάθμιση και γελοιοποίηση του χορού, τη ζήσαμε από την πρώτη στιγμή, όταν και άρχισαν να αλλάζουν οι αφορμές για να χορέψει κάποιος. Στις εποχές της ευμάρειας, επίπλαστης ή μη, τότε που ο κάθε τυχάρπαστος που έμαθε από το θειο του να ρίχνει δυο στροφές παραπάνω, κατάφερνε και κέρδιζε τα βλέμματα και τα παλαμάκια γύρω του, παίζοντας το κατατρεγμένος από τη ζωή, προφανώς γιατί είχε σκάσει το λάστιχο στο παπάκι του ή γιατί το παράνομο φλερτ του αποκοιμήθηκε χωρίς να του στείλει μήνυμα. Ενίοτε τον ξεφτίλιζε και κανένας κορίτσαρος που σηκωνόταν και χόρευε πολύ καλύτερα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.  

Μετά ήρθαν και τα τηλεοπτικά ζεϊμπέκικα που δεν είχαν να ζηλέψουν τίποτα από παραδοσιακό Ιρλανδικό χορό, και κάπως έτσι δικαιολογήσαμε και αγαπήσαμε τον Φλωρινιώτη με τα μπαλέτα του.

Αποχαιρέτα το το ζεϊμπέκικο που χάνεις. Κανονικά θα έπρεπε να το έχεις κηδέψει εδώ και πολύ καιρό. Για όσους τολμούσαν και το χόρευαν, θέλοντας από τον κόσμο να αποθεώσει τη χαρά τους. Με το χορό εξ ορισμού να χρησιμεύει ακριβώς στο αντίθετο, την απομόνωση της στεναχώριας και την ανάδειξη της απόγνωσης.  

Η φύση του ζεϊμπέκικου εκδικήθηκε κατά κάποιον τρόπο. Δήλωσε ευθαρσώς στον κόσμο πως δεν είναι εδώ για να εξωτερικεύει τη χαρά και την ανωτερότητα του κόσμου. Ας είναι η αφορμή να επιστρέψει στην αρχική του αποστολή. Αν δοθούν ποτέ ανάλογες αφορμές, αντίστοιχες με αυτές του (πολύ μακρινού) παρελθόντος.

Ο Διονύσης Χαριτόπουλος φυσικά τα έχει πει πολύ καλύτερα εδώ και καιρό. Το παρόν κείμενο είναι η συμπληρωματική ματιά ενός εκπροσώπου της γενιάς που είδε τη ζεϊμπεκιά να μετατρέπεται σε...

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ: Πώς ο Άγιος Νικόλαος έγινε Santa Claus

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ταγαράς

Ο Άγιος Βασίλης, ο αγαπημένος Άγιος μικρών και μεγάλων, εύκολα κατατάσσεται στη λίστα των Αγίων διφορούμενης προέλευσης.

Το διαχρονικό ερώτημα για την ύπαρξή του δεν αφορά μόνο την προσφορά των δώρων αλλά και τη σχέση του κοκκινοφορεμένου με την άσπρη γενειάδα παππού, με την ελληνική χριστιανική παράδοση.

Σήμερα θα κάνουμε ένα ξεχωριστό ταξίδι σε χώρες και πολιτισμούς, για να δούμε πώς «γεννήθηκε» ο Αϊ-Βασίλης.

 Ένας νέος άγιος που ενσωματώνει ιστορίες και μύθους διάφορων λαών, είναι ο Αϊ-Νικόλας που «ταξίδεψε» στον κόσμο και ταυτίστηκε με τον Οντιν των Γερμανών, τον Sinter Klaas των Ολλανδών, τον Nisse των Σουηδών, τον «πατέρα των Χριστουγέννων» των Άγγλων, τον «καλό γερο-πατέρα» των Κινέζων, τον Pere Noel των Γάλλων, ενώ κατά την επιστροφή του στον τόπο του ταυτίστηκε με τον Μέγα Βασίλειο.
 
Ο εκ Λυκίας ορμώμενος Άγιος
 
Ο ορθόδοξος Άγιος ούτε με δώρα έχει σχέση, ούτε με χιόνια και έλκηθρα. Αντίθετα, αυτά που κρατάει στα χέρια του είναι «χαρτί και καλαμάρι» και βέβαια καθόλου χρήματα. Πατρίδα του θεωρείται η βιβλική Καισάρεια της Καππαδοκίας, το σημερινό Kayseri της Τουρκίας. Ο θρύλος όμως γεννήθηκε αλλού, κοντά στο Ντεμρέ της σημερινής Νότιας Τουρκίας. Η ιστορία ξεκινάει τον 4ο αιώνα, όταν η περιοχή ήταν γνωστή ως Μύρα της Λυκίας. Αρχαία ερείπια μαρτυρούν τη σημασία της πόλης: ένα ρωμαϊκό αμφιθέατρο και λαξευτοί τάφοι στο βουνό, τόποι ταφής των πλούσιων κατοίκων.
Εκεί λοιπόν έζησε ο Νικόλαος, Επίσκοπος Μύρων, γνωστός και αγαπητός για τις καλές του πράξεις. Ο θρύλος λέει ότι ο Νικόλαος βοήθησε τρία παιδιά όταν πήγε ένας χασάπης να τα σκοτώσει για να τα πουλήσει για κρέας. Οι προσευχές του Αγ. Νικολάου ανέστησαν τα παιδιά, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί αργότερα ο προστάτης των παιδιών.
 
Έγινε άγιος αμέσως μετά τον θάνατό του και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου δεσπόζει σήμερα στο κέντρο του Ντεμρέ. Πιστοί έρχονται από όλον τον κόσμο για να προσκυνήσουν στον εορτασμό της μνήμης του το Δεκέμβριο. Ιστορίες για την καλοσύνη του Νικολάου εξαπλώθηκαν μετά τον θάνατό του. Τόσο αγαπητός ήταν που τα οστά του εκλάπησαν από τα Μύρα το 1087 και μεταφέρθηκαν στην Ιταλία για να μην πέσουν στα χέρια των Τούρκων εισβολέων.
 
Στην ορθόδοξη παράδοση έγινε ο προστάτης άγιος των παιδιών και των ναυτικών. Ο Νικόλαος είχε την συνήθεια να προσφέρει μυστικά δώρα στους ανθρώπους, ενώ μερικές φορές έβαζε νομίσματα στα παπούτσια των ανθρώπων. Σε μία από τις πιο διάσημες ιστορίες που αναφέρονται σε αυτόν, ο Νικόλαος έμαθε για έναν φτωχό άνθρωπο, ο οποίος είχε τρεις κόρες αλλά δεν μπορούσε να πληρώσει για την προίκα τους. Με τον κίνδυνο να καταφύγουν στην πορνεία, ο Νικόλαος αποφάσισε να καλύψει ο ίδιος το απαραίτητο χρηματικό ποσό, πετώντας τρία πορτοφόλια γεμάτα χρυσά νομίσματα, ένα για την καθεμία από το παράθυρο του σπιτιού τους. Αυτή η μυστική προσφορά δώρων στα σπίτια των άλλων ανθρώπων μέσα στο σκοτάδι διαμόρφωσε την παράδοση του Άγιου Βασίλη. Αλλά χρειάστηκαν αιώνες για να μεταμορφωθεί η εικόνα του καλού επισκόπου στον Αϊ-Βασίλη με τα κόκκινα.
 
Το «ταξίδι» του Αγίου Νικολάου
 
Η ιστορία του Αγίου Νικολάου ταξίδεψε και ρίζωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Άγιος Νικόλαος έγινε προστάτης της Μόσχας και της Γεωργίας στη Ρωσία και του Ναυτικού στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου, παρά την απαγόρευση αναγνώρισης αγίων που επέβαλλε ο προτεσταντισμός, επέζησε με το όνομα Σίντερ Κλάας, ο οποίος την ημέρα της εορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου, παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο να μοιράζει δώρα στα παιδιά.
Αυτή είναι μάλλον η πιο καθαρή μορφή του Αγίου Νικολάου που απέμεινε σήμερα, αν και στην Ολλανδία παρουσιάζεται να έχει ως βοηθό του και ένα αγόρι από την Αιθιοπία, τον Μαύρο Πιτ, που η παράδοση θέλει να τον είχε απελευθερώσει ο Σίντερ Κλάας στα Μύρα και ο οποίος από ευγνωμοσύνη έμεινε για πάντα μαζί του ως βοηθός. Ευρωπαίοι άποικοι, κυρίως Ολλανδοί, μετέφεραν μαζί τους τον μύθο στον Νέο Κόσμο.
 
Η συνέχεια γράφτηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Αμερικανοί άρχισαν να ψάχνουν τρόπους για να δημιουργήσουν νοσταλγικές παραδόσεις και στράφηκαν προς τον Άγιο Νικόλαο, ο οποίος γιορτάζεται λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα.
 
Το όνομα Saint Nikolaus ταξίδεψε και ρίζωσε στην Ευρώπη όπου οι χριστιανοί παρέλαβαν τις ελληνικές δοξασίες για τον Άγιο Νικόλαο. Στα ρωσικά δημοτικά τραγούδια αναφέρεται ότι βοηθά όσους στη θάλασσα κινδυνεύουν. Σε βουλγαρικό τραγούδι, που αφηγείται τον επιμερισμό αρμοδιοτήτων που έκανε ο θεός στους αγίους του, λέει για τον άγιο: «Kαι τι πήρε ο Άγιος Νικόλας;/ Πήρε της θάλασσας τα καράβια/ κι όποιος με καράβι ταξιδεύει/ πρώτ’ απ’ όλ’ ας κάνει το σταυρό του, και ας παρακαλεί τον Αϊ-Νικόλα».

Στο γερμανικό λαό ο Άγιος Νικόλαος συνταυτίστηκε με την προχριστιανική θεότητα Όντιν που επισκεπτόταν τα παιδιά με το οκτάποδο άλογό του που πεινούσε και γι’ αυτό έπρεπε εκείνα να έχουν κοντά στην καπνοδόχο ή στο τζάκι τις μπότες τους γεμάτες άχυρο. Με τον εκχριστιανισμό των Γερμανών φεύγει ο μύθος του Όντιν και έρχεται ο Άγιος Νικόλαος που παριστάνεται να ιππεύει άσπρο άλογο και θεωρείται προστάτης των ναυτών. Μένουν όμως οι μπότες, οι κρεμασμένες κάλτσες στο τζάκι, το στολισμένο έλατο, όλα τους έθιμα ειδωλολατρικά.

Ο ορθόδοξος Μέγας Βασίλειος
 
Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς ο Αϊ Βασίλης είναι ο Μέγας Βασίλειος, ένας εκ των τριών Ιεραρχών, ο οποίος έζησε στην Καισαρεία της Καππαδοκίας και αφιέρωσε τη ζωή του και την περιουσία του στους φτωχούς ανθρώπους. Μεριμνούσε πάντα για όσους είχαν ανάγκη, χτίζοντας νοσοκομεία, γηροκομεία, ορφανοτροφεία και η μνήμη του τιμάται από την εκκλησία την 1η Ιανουαρίου, που εορτάζεται η Κοίμηση του Αγίου Βασιλείου. Έφευγε από τα βάθη της Ασίας και ταξίδευε στα πέρατα του κόσμου, δεν είχε σάκο με δώρα, ούτε έλκηθρο, αλλά «χαρτί και καλαμάρι».
Ο Άγιος Βασίλειος στην βυζαντινή εικονογραφία δεν θυμίζει και πολύ την στρουμπουλή φιγούρα με τα λευκά γένια που έχει καθιερωθεί, αντιθέτως απεικονίζεται ψιλόλιγνος με μαύρα μαλλιά και γένια. Αλλά και ο Άγιος Νικόλαος απεικονίζεται αδύνατος με αραιά λευκά μαλλιά και κοντή γενειάδα

Ο Άγιος στην Αμερική
Το 1821 το πρώτο λιθογραφημένο βιβλίο στην Αμερική, «Ο φίλος των παιδιών», συμπεριλάμβανε μια ιστορία για τον Santa Claus και εκτιμάται ότι είναι η πρώτη που θέλει τον Άγιο να επισκέπτεται τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων. Το ποίημα «The night before Christmas» ή «A visit from St. Nicholas», όπως έγινε στην αρχή γνωστό, συνέβαλε προς αυτή την δοξασία. Το ποίημα, το οποίο είναι χαρακτηριστικό των Χριστουγέννων, ήθελε τον Άγιο Νικόλαο να επισκέπτεται τον κόσμο και να προσφέρει δώρα.
Στις ΗΠΑ, ο Normal Percevel Rockwell, ένας από τους πιο αγαπημένους καλλιτέχνες, κάνει πιο δημοφιλή τη φιγούρα του Santa Claus. Η πρώτη απεικόνιση γίνεται το 1913 στο περιοδικό «Boys’ Life» και σε ένα σκίτσο του 1922 παρουσιάζει κατάκοπο τον Santa Claus την ώρα που φτιάχνει παιδικά παιχνίδια.
 
Το χωριό του Αϊ-Βασίλη
Το υποτιθέμενο, επίσημο χωριό του Santa Claus είναι το Κορβατουντούρι (Korvatunturi) και βρίσκεται μόλις οκτώ χιλιόμετρα βόρεια του Ροβανιέμι της Λαπωνίας, στον Αρκτικό Κύκλο. Κορβατουντούρι σημαίνει «το ύψωμα του αυτιού» (Ear Fell). Επειδή λοιπόν, η περιοχή είχε κάπως το σχήμα του αυτιού, θεωρήθηκε ότι ο Άγιος Βασίλης ζούσε εκεί και «άκουγε» τις επιθυμίες των παιδιών. Ωστόσο, το Ροβανιέμι θεωρείται πατρίδα του Αϊ-Βασίλη μόλις από τα τέλη του 19ου αιώνα.
Καθώς οι θρύλοι γύρω από το πρόσωπο του Santa Claus πλήθαιναν, όλοι ήθελαν να μάθουν πού μένει. Κι επειδή γκρι τάρανδοι ήταν δύσκολο να υπάρξουν στο Βόρειο Πόλο, οι εφημερίδες το 1927 αποκάλυψαν ότι ο Αϊ-Βασίλης μένει στη φινλανδική Λαπωνία. Ο γκρι τάρανδος είναι, άλλωστε, το εθνικό ζώο της Λαπωνίας. Το μυστικό αποκαλύφθηκε σε εκπομπή του φινλανδικού ραδιοφώνου του 1927: ο Santa Claus μένει στο Κορβατουντούρι.
Το Κορβατουντούρι το οποίο καθιερώθηκε ως το χωριό του Άγιου Βασίλη το 1927, άρχισε να αξιοποιείται τουριστικά μόλις στις αρχές του 1980. Καθώς οι υπόλοιπες τουριστικές περιοχές της Φιλανδίας δεν έφερναν αρκετά έσοδα, η Φιλανδική κυβέρνηση αποφάσισε να προωθήσει τον Άγιο Βασίλη. Χωρίς την ύπαρξή του, η Λαπωνία δε θα είχε καμιά διαφορά με τις υπόλοιπες περιοχές του αρκτικού κύκλου. Με τη δημιουργία του όμως η Λαπωνία απόκτησε ιδιαίτερη τουριστική και οικονομική άξια. Το χωριό προσφέρει στους ενήλικες τη «νοσταλγία» της παιδικότητας, τη «ρομαντικότητα» του να γίνουν και να παραμείνουν παιδιά.

Τα υπόλοιπα τα ανέλαβαν οι εφημερίδες που αναπαρήγαγαν τον μύθο, ενώ η Coca Cola με τη γνωστή διαφήμιση έβαλε την τελευταία πινελιά: η εικόνα του Santa Claus με την κόκκινη στολή και τη λευκή γενειάδα είναι κατασκευή της αμερικανικής εταιρείας. Τον έφτιαξε έτσι για τη διαφήμιση του δημοφιλούς ποτού το 1931. Ενώ, λοιπόν, η Coca Cola χρησιμοποιεί την εικόνα του Santa Claus για να αυξήσει την κατανάλωσή της κατά την χειμερινή περίοδο, μετά από εβδομήντα χρόνια «συνεργασίας» διαπιστώνεται ότι και ο Santa Claus διαδόθηκε χάρη στη διαφήμιση.
 
Η κυρίαρχη εικόνα του Santa Claus πια είναι...

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ TEXNH και ΠΑΡΑΔΟΣΗ: Ελληνικά παραδοσιακά σκάφη


Το καραβόσκαρο
Ελληνικό σκαρί με επιρροές από την Ιταλία, αλλά και τα αμερικανικά schooners. Εμφανίστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν άρχισε να εφαρμόζεται η μέθοδος της σάλας στη ναυπήγηση και κυριάρχησε στο Αιγαίο τον 19ο αιώνα, μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Το καραβόσκαρο είναι ένα από τα στενότερα και πολυπλοκότερα στην κατασκευή ελληνικά σκαριά. Το μήκος του έφτανε πολλές φορές τα 40 έως 50 μέτρα και η χωρητικότητά του τούς 400 έως 500 τόνους. Τον 19ο αιώνα τα περισσότερα από τα μεγάλα πλοία στο Αιγαίο ήταν καραβόσκαρα, τα οποία ναυπηγήθηκαν κυρίως στη Σύρο, το Γαλαξίδι και αργότερα στο Πέραμα. Ξεκίνησε ως αλιευτικό, αλλά γρήγορα επεκτάθηκε η χρήση του ως φορτηγού, πολεμικού και αργότερα σαν ακτοπλοϊκού ή πλοίου αναψυχής.

Ο βαρκαλάς
Εμφανίζεται την ίδια περίοδο με το καραβόσκαρο, με το οποίο αποτελούσαν τα δύο μεγαλύτερα σκαριά της Ελλάδας του 19ου αιώνα. Χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Τα χαρακτηριστικά αυτού του σκαριού είναι η μορφή της πρύμνης, η οποία σταματά απότομα σαν να κόβεται εγκάρσια ως προς τον άξονα του σκάφους. Αυτό το κομμάτι της πρύμνης ονομάζεται «ντάκος» ή «καθρέπτης» και κατασκευάζεται άλλοτε εντελώς κάθετα και άλλοτε με μικρή κλίση προς τα πίσω. Το πλωριό ποδόσταμα είναι συνήθως ίσιο με κλίση λοξά προς την πλώρη. Οι βαρκαλάδες κατασκευάζονταν στους ταρσανάδες των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Σάμος, η Λέσβος, η Σύμη και η Κάλυμνος.

Το λίμπερτι
Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Ιστορίας Ναυτιλίας και Λιμενικού Σώματος, έτσι ονομάστηκε ένας τύπος φορτηγού πλοίου 10.000 τόνων περίπου, ο οποίος ναυπηγήθηκε μαζικά στις ΗΠΑ και στον Καναδά, κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά τον πόλεμο η αμερικανική κυβέρνηση παραχώρησε στην Ελλάδα έναντι χαμηλού τιμήματος εκατό τέτοια πλοία. Το λίμπερτι αποδείχθηκε ένα αξιόπιστο σκαρί και γρήγορα έβαλε στον πειρασμό τους Ελληνες ναυπηγούς να το αντιγράψουν.

Το τρεχαντήρι
Είναι οξύπλωρο και οξύπρυμνο σκαρί. Παλιότερα εξοπλιζόταν με μονό ή διπλό κατάρτι και τα πανιά που χρησιμοποιήθηκαν σε αυτό ήταν το λατίνι, η σακολέβα, η μπούμα, η ψάθα και ο φλόκος. Σήμερα το τρεχαντήρι κινείται αποκλειστικά με πετρελαιοκινητήρες, ενώ το κατάρτι, που εξακολουθεί να υπάρχει σε ορισμένα, έχει μάλλον διακοσμητικό ρόλο, αν και είναι πολύ εύκολο με ένα μικρό λατίνι να κινηθεί και χωρίς κινητήρα. Το τρεχαντήρι σήμερα είναι το σκαρί που κυριαρχεί στην παράκτια αλιεία και το βρίσκουμε από πολύ μικρά μεγέθη, της τάξης των 5,5 με 6 μέτρων, μέχρι και 12 μέτρα. Εχει αποδειχθεί το πιο αξιόπιστο σκαρί για τα νερά του Αιγαίου, έχει εξαιρετική πλεύση στις άσχημες καιρικές συνθήκες, λόγω του χαμηλού κέντρου βάρους, και γι' αυτό το λόγο είναι το κυρίαρχο σκαρί του ελληνικού αλιευτικού στόλου.

Ο μπότης
Σκαρί-παραλλαγή του τρεχαντηριού. Η διαφορά του από το τρεχαντήρι είναι ότι το ποδόσταμα στην πλώρη ανεβαίνει ίσια (σχεδόν κάθετα προς την καρίνα) κι όχι καμπυλωτά, όπως στο τρεχαντήρι. Παλιότερα, ο μπότης χρησιμοποιούνταν ως εμπορικό σκάφος. Σήμερα τον συναντάμε μόνο ως μικρό αλιευτικό, με το μέγεθός του να κυμαίνεται μεταξύ 6,5-7 μέτρα. Πολλές φορές τον μπότη τον συναντάμε με πρύμνη καθρέπτη, όπως οι παπαδιές, αλλά ο καθρέπτης περιορίζεται στο πάνω μέρος του ποδοστάματος. Ο μπότης είναι ένα σκαρί που προσφέρεται για κωπηλασία, γι' αυτό και παλαιότερα, όταν όλα τα σκάφη ήταν κωπήλατα, ο μπότης ήταν ένα πολύ δημοφιλές σκαρί. 
 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ελληνική φέτα και το ιταλικό πεκορίνο

Αρχισυντάκτης του «Γαστρονόμου»

 Αν ξεφυλλίσατε τον «Γαστρονόμο» Ιουνίου, με το μεγάλο αφιέρωμα στη γαστρονομία της Ρώμης, αν ρίξατε μια ματιά στα μαγαζιά που επισκεφτήκαμε και στα φαγητά που καταγράψαμε, είναι πιθανό να διαπιστώσατε το εξής: η κουζίνα της Ρώμης τιμά τις καταβολές της, είναι μια κουζίνα των λίγων υλικών, με ελαφράδα, όχι ιδιαίτερα ελαμπορέ, με γεύσεις διακριτές, με ζηλευτή σαφήνεια. Στην κουζίνα της Ρώμης συναιρείται το λαϊκό με το αριστοκρατικό με τρόπο πρωτόφαντο. 

Οι καρμπονάρες, οι κάτσιο ε πέπε, οι αγκινάρες και οι σαλτιμπόκες μαγειρεύονται από τα ψηλά στα χαμηλά και προσφέρονται με την ίδια ζέση παντού, με την ίδια σιδερένια περηφάνια.

Το πεκορίνο ρομάνο, το τυρί που παράγεται στην περικλείουσα τη Ρώμη περιφέρεια του Λάτσιο, δίνει και παίρνει. Το ίδιο και το εθνικό τους τυρί, η παρμεζάνα, και όλα τα ιδιοπαραγόμενα προϊόντα. Η ιταλική, η ρωμαϊκή κουζίνα είναι πρίμα ντόνα στην ιταλική πρωτεύουσα, δεν τη σνομπάρουν, την καμαρώνουν και την αποθεώνουν. Επαγγελματίες και κοινό.

Και κάτι ακόμη: η ποιότητα είναι σταθερό ζητούμενο, από τα ψηλά στα χαμηλά η πίτσα είναι χειροποίητη, φτιαγμένη με καλό αλεύρι, καλά τυριά, καλά αλλαντικά. Εντάξει, υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά είναι ακριβώς αυτό: εξαιρέσεις. Η συντριπτική πλειονότητα των μαγαζιών πασχίζει για το καλό, κάθε τι άλλο θα ήταν μάλλον προσβλητικό απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό.

Προσγείωση στα καθ’ ημάς: πού τρώμε φέτα έξω στην Αθήνα; Αν εξαιρέσουμε τις ταβέρνες, πόσα μοδάτα εστιατόρια δουλεύουν με το εθνικό μας τυρί; Τη φέτα που αγαπούν μάγειρες και καταναλωτές σε όλο τον κόσμο, και όχι κάποιο εκκεντρικό τυρί με ιδιότυπη γεύση.

Είναι πολλοί οι λόγοι που η ιταλική κουζίνα είναι εκεί που είναι εντός και εκτός Ιταλίας. Που τα ιταλικά προϊόντα είναι φαμόζα σε όλο τον ντουνιά. Ιστορικοί λόγοι, πολιτικοί λόγοι, οικονομικοί, κοινωνικοί. Την κουζίνα τους οι Ιταλοί την ερεύνησαν, την όρισαν, τη δούλεψαν και τη δουλεύουν αιώνες τώρα. Τα προϊόντα τους τα ανέδειξαν, τα περιφρούρησαν, επένδυσαν σε αυτά. Εφτιαξαν τον μύθο τους νωρίς, η ιταλική γαστρονομία είναι μέρος της εθνικής τους ταυτότητας και αιχμή του δόρατος της τουριστικής τους πολιτικής: δεν είναι δυνατόν να σκεφτείς ταξίδι στην Ιταλία χωρίς να ονειρευτείς συνειρμικά μακαρονάδες, πίτσες, παρμεζάνες και μοτσαρέλες. Και τι πίτσες, ε! 

Οχι σαν το εθνικό μας σουβλάκι, που...

 

ΠΑΣΧΑ - ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ: Τα Λαμπροήμερα των Ποντίων

 

Εγώ ατέν εφίλεσα
τη Λαμπρής την ημέραν·
α σα γλυκέα τα χείλοπα τ’ς
κάτ’ έκοφτα κι επαίρνα.

Οι τρεις ημέρες του Πάσχα, από το Μεγάλο Σάββατο μέχρι και τη Δευτέρα, είναι πιο εορταστικές για τους Πόντιους, τα Λαμπροήμερα. Μετά τη μακρά περίοδο της αυστηρής νηστείας όλα τα σπίτια (που καθαρίζονται σχολαστικά τη Μεγάλη Πέμπτη) ανοίγουν για συγγενείς και φίλους.

Σύμφωνα με την παράδοση, το Μεγάλο Σάββατο γίνονται τα ψώνια της τελευταίας στιγμής. Στην κουζίνα των σπιτιών υπάρχει… απεργία, και η οικογένεια καταναλώνει ό,τι νηστίσιμο είναι ήδη έτοιμο.

Πριν από τον ξεριζωμό, στις αρχές του 20ού αιώνα, όσοι δεν είχαν πάει στο χαμάμ λούζονταν στη σκάφη και έπεφταν για ύπνο νωρίς, μιας και στις 3 τα ξημερώματα περίμεναν το χτύπημα του ζαγκότζ’ στην πόρτα προκειμένου να πάνε στην εκκλησία – η συνήθεια αυτή ήταν κατάλοιπο από την περίοδο που οι Οθωμανοί απαγόρευαν τις καμπάνες και τα σήμαντρα.

ekklisia samsountas
Το εσωτερικό της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας στην Σαμψούντα

Η Ανάσταση γινόταν στο προαύλιο της εκκλησίας και είχε χαρακτήρα εκκωφαντικό. Τα τζιαρτζιφελέκια ήταν τα πυροτεχνήματα της εποχής που έπεφταν μετά την ανάγνωση του Ευαγγελίου και το «Χριστός Ανέστη». Η απόλυση γινόταν τα ξημερώματα και οι χριστιανοί γύριζαν στα σπίτια τους με αναμμένες λαμπάδες.

Στο πρώτο αναστάσιμο τραπέζι συνήθως σέρβιραν κοτόσουπα και βραστή κότα. Τη δε Λαμπρή το έθιμο ήθελε μοσχάρι βραστό αντί για αρνί στη σούβλα, και λαμπροκουλούρες.

Το τσούγκρισμα των αυγών δεν ήταν πάντα… τίμιο, καθώς πολλοί προκειμένου να κερδίσουν την αυγομαχία έφτιαχναν τεχνητά, τα τζιχτζιρίνα. Με τα δε σπασμένα έπαιζαν μικροί και μεγάλοι, άντρες και γυναίκες, το λεγόμενο «κύλημαν τ’ ωβού».

Οι οικογένειες δεν δέχονταν μόνο επισκέψεις από τους συγγενείς αλλά και από παρέες φίλων, με αποτέλεσμα τα γλέντια να διαδέχονται το ένα τ’ άλλο μέχρι αργά το βράδυ, είτε το σπίτι ήταν φτωχικό είτε πλούσιο. Και ενώ στις επισκέψεις που γίνονταν τις άλλες μέρες συνήθως πρόσφεραν ρακή, στο πασχαλινό τραπέζι οι μεζέδες καταναλώνονταν μόνο με κρασί.

glenti
(Πηγή: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Όσο καλή και αν ήταν η παρέα, όμως, και όσο και αν οι γλεντοκόποι ήταν κουρασμένοι (ή και μεθυσμένοι) κανείς δεν έχανε τον εσπερινό την Κυριακή του Πάσχα.

Ο Μιλτιάδης Νυμφόπουλος είχε γράψει στην Ποντιακή Εστία ότι στη Σάντα μόλις ξεκινούσαν τ’ Απόστιχα γινόταν η λιτανεία της Ανάστασης: μπροστά πήγαινε ο Ιούδας φτιαγμένος από σακιά με άχυρο και καρφωμένος σε ένα ξύλο. Η πομπή κατέληγε στην πλατεία, όπου πυροβολούσαν τον Ιούδα και του έβαζαν φωτιά. Από εκεί και μετά τα γλέντια συνεχίζονταν.

Το Πάσχα μόνο στους αρραβωνιασμένους έκαναν δώρα, ενώ σε οικογένειες που είχαν πένθος ή ένδεια οι γείτονες και οι συγγενείς φρόντιζαν να στέλνουν τσουρέκια και αυγά.

Το ίδιο πεσκέσι έστελναν και σε τουρκικές οικογένειες, οι οποίες κατά το μπαϊράμι ανταπέδιδαν με μπακλαβάδες και άλλα γλυκίσματα.

Τα Λαμπροήμερα τα μαγαζιά και οι βιοτεχνίες των Ελλήνων δεν άνοιγαν, με αποτέλεσμα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Να σταματήσουμε επιτέλους την απαξίωση του Καραγκιόζη!..

 

Γράφει ο Καθηγητής Γιώργος Πιπερόπουλος
 

     Ελπίζω ότι οι φίλες και φίλοι αναγνώστες δεν θα προσβληθούν από το σημερινό μου άρθρο όχι επειδή περιέχει χυδαιότητες και βωμολοχίες, αλλά επειδή κίσως δεν συνάδει με την ιδιότητα ενός, έστω συνταξιούχου, Καθηγητή Πανεπιστημίου...

     Υποθέτω ότι όσοι και όσες με συμπαθούν ως πρώην φοιτητές και φοιτήτριές μου ή  τωρινοί αναγνώστες μου εδώ στο αγαπημένο Blog, θα αντιτάξουν δρώντας με καλοπροαίρετη αίσθηση προστασίας μου, ότι κάποιες αλήθειες εκφράζονται καλύτερα μέσα από Αριστοφανικά κείμενα οπότε το σημερινό κείμενο δεν συνιστά υποβάθμιση της ιδιότητας του Πανεπιστημιακού «δασκάλου»...

     Παίρνω, λοιπόν, θάρρος και εκστομίζω, «βροντοφωνάζω» είναι η πιο ορθή έκφραση, με το σημερινό κείμενό μου: 

     Να σταματήσουμε επιτέλους την απαξίωση του Καραγκιόζη!...

Να σταματήσουμε να χαρακτηρίζουμε «Καραγκιόζηδες» τον τέως συμφοιτητή και την συμφοιτήτρια που ήταν στην απέναντι από τη δική μας ιδεολογική θέση και Κομματική ταυτότητα, αλλά με δύο-τρεις εντυπωσιακές κυβιστήσεις (ο Λαός μας απλοϊκά αλλά σοφά τις αποκαλεί «κωλοτούμπες») όχι μόνο βρέθηκαν στο δικό μας χώρο αλλά τους έχουν παραχωρηθεί προνομιακές θέσεις που εμείς ακόμη τις βλέπουμε με τηλεσκόπιο!...

Να σταματήσουμε να χαρακτηρίζουμε ως «Καραγκιόζηδες» εκείνους τους πολιτικούς (άνδρες και γυναίκες) που η συμπεριφορά τους μας προσβάλει και μας αναστατώνει...

     Να σταματήσουμε να χαρακτηρίζουμε ως «Καραγκιόζηδες» εκείνα τα αποκαλούμενα «Δημόσια πρόσωπα» που τα βλέπουμε στις τηλεοράσεις κάθε λίγο και λιγάκι εκφράζοντας απόψεις και δημοσιοποιώντας θέσεις οι οποίες μας προξενούν κάποιες μέρες θυμηδία, κάποιες μέρες έντονο θυμό, κάποιες στιγμές απέχθεια και ενίοτε την επιθυμία (ευτυχώς όχι αδήριτη) να τους τιμωρήσουμε «σπάζοντας» την τηλεόρασή μας.

     Να σταματήσουμε να αποκαλούμε «Καραγκιόζηδες» εκείνα τα πρόσωπα της χλιδής, της φιγούρας και της απάθειας του «οικονομικού κατεστημένου» που παραμένουν επιδεικτικά ανάλγητα στα πάθη του Λαού μας.

     Να σταματήσουμε να αποκαλούμε «Καραγκιόζηδες» εκείνους τους επιστήμονες (άνδρες και γυναίκες» που ενστικτωδώς αντιλαμβανόμαστε ότι δεν μας τα λένε καλά ή, για να γίνω πιό άκομψα ειλικρινής, άλλαξαν (προφανώς με αντίστοιχα ανταλλάγματα) την ακαδημαϊκή τους τήβεννο με «Κομματικούς μανδύες» αντιπαρατασσόμενοι με σφοδρότητα και ένταση σε τηλεοπτικά πάνελ ώστε να «πείσουν» τους «εντολείς» τους ότι εκτελούν ορθά το έργο που τους έχει ανατεθεί «ένθεν-κακείθεν» του πολιτικού φάσματος και των πτερύγων της Βουλής.

     Να σταματήσουμε να αποκαλούμε «Καραγκιόζηδες» τους επιβήτορες μοτοσακό και μοτοσυκλετών που καβαλούν τα πεζοδρόμια όπου περπατούμε ως πεζοί κρατώντας το χέρι  ενός παιδιού ή του συντρόφου μας.

     Σίγουρα θα αντιπαρατάξουν κάποιοι φίλοι και κάποιες φίλες αναγνώστες το εύλογο ερώτημα:

«Δηλαδή πώς να τους χαρακτηρίζουμε εφεξής κ Πιπερόπουλε;»

     Απαντώ υπενθυμίζοντας ότι στο κλασικό θέατρο σκιών ο «Καραγκιόζης» ήταν η δεσπόζουσα φιγούρα αλλά πλαισιωνόταν και από άλλες «προσωπικότητας και χαρακτήρες» που είχαν και έχουν όνομα και είναι οιΧατζηαβάτης, Μπαρμπα-Γιώργος, Δερβέναγας ή Βεληγκέκας, Βεζύρης, Πασάς, Νιόνιος ή Σιορ-Διονύσιος, Εβραίος, Σταύρακας, Μορφονιός, Κολλητήρης, Καραγκιόζαινα ή Αγλαΐα και Βεζυροπούλα.

Κυκλοφορούν δεκάδες βιβλία με θέμα τον Καραγκιόζη και το Θέατρο Σκιώναλλά καλώ την προσοχή σας στο βιβλίο με τίτλο «Οι σκιές του Καραγκιόζη σκιές της ιστορίας μας» που δημιουργήθηκε με την συμμετοχή των μαθητών της Α και Β Τάξης του 2ου Γυμνασίου Νίκαιας στη διάρκεια του σχολικού έτους 2002-2003 και μπορείτε να το διαβάσετε δωρεάν στο διαδίκτυο στον παρακάτω σύνδεσμο:

https://skieskaragiozi.blogspot.com/p/3.html

     Από το συγκεκριμένο βιβλίο δανείζομαι και παραθέτω επιλεκτικά μερικές περιγραφές χαρακτήρων:

Ο Καραγκιόζης,Θεόφτωχος, μα πάντα ζωηρός και κεφάτος άνθρωπος του λαού, που μένει με την οικογένειά του σε μια ετοιμόρροπη καλύβα, Απέναντι λάμπει το σαράι του πασά. Είναι κακομούτσουνος και με καμπούρα. Δεν ξέρει καμιά τέχνη, όμως είναι πρόθυμος να καταπιαστεί με οποιαδήποτε δουλειά. Κι αν αποτύχει, δεν έχει να χάσει τίποτε. Το πολύ-πολύ να φάει ξύλο, που κι αυτό το έχει συνηθίσει. Είναι πανέξυπνος και συχνά επειδή πάντα πεινάει αυτός και η οικογένειά του καταφέρνει με τις πονηριές του να τα βγάλει πέρα.

    Ο Μπάρμπα–Γιώργος είναι το κορυφαίο ελληνικό δημιούργημα του Γιάννη Ρούλια, μαθητής του Μίμαρου. Εκπροσωπεί το Ρουμελιώτη που είναι πρωτόγονος και αφελής αλλά γνήσιος Έλληνας στην ψυχή θείος του Καραγκιόζη, αλλά δεν έχει καθόλου καλή ιδέα για τον ανιψιό του που του λέει συνεχώς «λουμποδύτ’» τον δέρνει αλλά δέρνει και τον Δερβέναγα, το όργανο του πασά.

Ο Χατζηαβάτης, Στην εμφάνιση Τουρκοφέρνει. Είναι λίγο κουλός απ’ το αριστερό χέρι γι’ αυτό και εικονίζεται να κρατάει το γενάκι του. Είναι ο κόλακας, ο δουλοπρεπής, που πάντα συμβιβάζεται και συνεργάζεται με τις δυνάμεις της εξουσίας, όποιες κι αν είναι. Γι’ αυτό ο άρχοντας του έχει πάντα εμπιστοσύνη και τον πληρώνει για τις μεσιτείες του.

     Ο Δερβέναγας η Βεληγκέκας , Αντιπροσωπεύει το μισθωτό όργανο του πασά, Αλβανός στην καταγωγή, δημιούργημα του Μίμαρου. Ήταν ο παλικαράς του Σαραγιού, γι’ αυτό στην αρχή έδερνε μονάχα. Όταν εμφανίστηκε ο μπάρμπα-Γιώργος άρχισε κι αυτός να τις τρώει από κάποιον. Μ’ αυτό ήθελαν να δείξουν το ξύπνημα του ελληνικού λαού και τη διάθεσή του για αντίσταση.  

Ο Νιόνιος (Σιόρ-Διονύσιος), Είναι ελληνικό δημιούργημα, τον έπλασε ο μεγάλος καραγκιοζοπαίχτης Μίμαρος. Κατάγεται απ’ τη Ζάκυνθο και είναι ξεπεσμένος ή κατά φαντασίαν αριστοκράτης. Έλληνας που θαυμάζει όμως τη Δύση. Ένας κομψευόμενος λιμοκοντόρος που κάνει τον ευγενικό και συγχρόνως αραδιάζει τις πιο σπάνιες βρισιές.

Ο Εβραίος είναι πλούσιος, τσιγκούνης, πονηρός και κρυψίνους, είναι Σαλονικιός, μιλάει άσχημα τα ελληνικά με μακρόσυρτη ισπανική προφορά, λέει ακατανόητα τραγούδια και είναι αντιπαθής.

   Ο Σταύρακας, Δημιούργημα του καραγκιοζοπαίχτη Γιάννη Μώρου. Είναι ο μάγκας, ο κουτσαβάκης του θιάσου των σκιών. Μιλάει, σκέφτεται και φέρεται μάγκικα. Κάνει τον μάγκα, αλλά άμα δει τα σκούρα στρίβει τεχνηέντως, γιατί κατά βάθος είναι δειλός. Ο Καραγκιόζης, που τον έχει καταλάβει, του ρίχνει δυο τρεις καρπαζιές για να τον συνεφέρει, όταν αρχίζει τις απειλές του κι εκείνος το γυρίζει στ’ αστείο για να τον αντιμετωπίσει.

Ο Μορφονιός, Δημιούργημα του Μόλλα. Κοντός με πελώριο κεφάλι και τεράστια μύτη. Είναι κομψευόμενος νέος. Η φωνή του είναι έρρινη και μακρόσυρτη. Είναι μαμμόθρεφτος, την ερωτύλος και πολύ φαντασμένος. Νομίζει ότι είναι ιδιαίτερα ωραίος και με τίποτε δεν καταλαβαίνει την αλήθεια. Γενικά έχει άγνοια της πραγματικότητας και είναι λαίμαργος.

Ξεκινώντας το 2022 σας παρακαλώ: