"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΑΣΟΥΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Η Ρένα και η άλλη



Κάτω απ' το βαρύ πένθος των τελευταίων ημερών μια ισχνή αχτίδα φάνηκε να φωτίζει το λασπωμένο εδώ και χρόνια πολιτικό τοπίο.
Μια νότα πολιτισμού, σαν ο θάνατος να έδωσε τον τόνο, διαπέρασε τους πολιτικούς μας. Ισως είναι η πρώτη φορά που μια καταστροφή δεν έδωσε αφορμή για κομματική ή όποια άλλη εκμετάλλευση.
Σκέφτεσαι πρέπει να ανοίξουν τόσα μνήματα, δεκαέξι μέχρι αυτή τη στιγμή, για να κλείσουν τόσα στόματα και να πάψουν να φτύνουν λάσπη.
Κι ίσως μέσα στον πόνο να έσκαγε μύτη και μια μικρή ελπίδα αν δεν άρχιζε αυτό το Φεστιβάλ Αναρχικών στο πολύπαθο Πολυτεχνείο. Το και Μετσόβιο αποκαλούμενο κατ' άλλους δε και μαρτυρικό.
Δεν ξέρω ποιους ωφελεί αυτή η Διεθνής καρακατάληψη. Γιατί περί αυτού πρόκειται.
Φαντάζομαι για κάποιους θα είναι τουλάχιστον βολική.
Κυβερνητικούς περισσότερο. Βλέπεις είναι και πολλές οι νεραντζιές που κάνουν τα νεράντζια. Κι όσο να 'ναι μια φωτογραφία του Πρωθυπουργού με, στο ένα χέρι το γαρίφαλο και στο αφτί νεράντζι, και μάλιστα ώριμο, μισολιωμένο και αρκούντως juicy, δεν λέει.
Ή μάλλον λέει πολλά.
Για να μη σου πω τα λέει όλα.
Διότι αυτή η κυβέρνηση, όπως πολλάκις έχουμε γράψει στα μνημειώδη αυτά εβδομαδιαία κείμενα, είναι και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ. Και μ' αυτόν που καταθέτει το στέφανο και μ' αυτόν που το απαγορεύει.
Ντούμπλουφάς και αφοδράριστο.
Υπάρχει ένας δυϊσμός. Τι; Να κρυβόμαστε πίσω απ' το δάχτυλό μας τώρα;
Εδώ η Κυρία Ρένα Δούρου, πήγε κι έκανε μήνυση στον εαυτό της.
Μάλιστα. Υπέβαλε μηνυτήρια αναφορά στην εισαγγελέα Ξένη Δημητρίου, «ώστε επιτέλους να συνδράμει προκειμένου αυτή τη φορά, κάποιοι και κάποιες να τιμωρηθούν».
Και συνεχίζει απτόητη και καταγγελτικοτάτη. «Εκ του θεσμικού μου ρόλου, αισθάνομαι την ευθύνη να αναζητήσω τις ευθύνες και τις αιτίες που αυτές τις ώρες συμπολίτες μου θρηνούν ανθρώπινες ζωές και περιουσίες. Θα ήθελα να μην είμαι ένας κρίκος σε μια αλυσίδα παθογενειών όπου τα μπαζωμένα ρέματα, τα σπίτια που έχουν παράνομα κτιστεί στις κοίτες ποταμών, με μια νομοθετική ρύθμιση, κάποια στιγμή, νομιμοποιούνται... Θέλω λοιπόν να συνδράμω ως επικεφαλής της ΠΑΤΤ ώστε για αυτές τις ζωές που θρηνούμε και τις περιουσίες που καταστράφηκαν να αποδοθούν επιτέλους ευθύνες».
Πού να αποδοθούν οι ευθύνες;
Ρένα: πρώτα πρώτα στον Περιφερειάρχη;
Δούρου: Ποιος είναι ο Περιφερειάρχης;
Ρένα: Εγώ κυρία Δούρου.
Δούρου: Μπράβο Ρένα.
Ρένα: Ευχαριστώ κυρία Δούρου.
Δούρου: Το δικαστήριο δηλώνει ακατάλληλον για την εκδίκασην της υποθέσεως λόγω πρώτου βαθμού συγγενείας της εναγούσης με την εναγομένην.

Αυτά στην Ευελπίδων, γιατί στα κανάλια το τι είπε η Περιφερειάρχης - κάντε όλοι ένα βήμα πίσω - δεν περιγράφεται. Να χάνει υποκείμενο το ρήμα, και το ρήμα το αντικείμενο.
Σε μια στιγμή δε θρησκευτικού παροξυσμού μίλησε για το ρέμα της αγίας Αικατερίνης, προσθέτοντας με χάρη, «Μεγάλη η Χάρη της».
Μην το κοροϊδεύετε μαντάμ, μην κάνει κι έρθει κατά δω το σκήνωμα της ως άνω αγίας και τρέξετε να το υποδεχθείτε με τιμές αρχηγού κράτους. Και ως Ρένα και ως Δούρου.
Πάντως εδώ που τα λέμε κυρίες Δούρες μου είναι που έχετε πιάσει το μαλλί ψηλά, λίγο ριχτό να το 'χατε, ίδια η Μαρινέλλα με τον Χατζή από δίπλα να το λαλάτε στη διαπασών:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενα φοντάν στο παραβάν


Πού οι καιροί με τις πλαστικές σημαίες να κροταλίζουν στον αέρα και τα Κάρμινα Μπουράνα να παιανίζουν στις πλατείες.
 
Τα πλάνα τα αεροπλανικά (αν και από ελικόπτερο) του Τάσου Μπιρσίμ που πιάναν την ανηφόρα της Αλεξάνδρας, στρίβανε για Χίλτον, τρέχανε την Βασιλίσσης Σοφίας, μπαίνανε με τα μπούνια στο Σύνταγμα, τίγκα στο εξ επαρχίας πασοκοδίαιτο κοινό, κατεβαίνανε φουλαριστά την Πανεπιστημίου, ρίχναν ένα πανοραμίκ στην Ομόνοια και μετά από Πατησίων μεριά καταλήγανε και πάλι στο Μπαλκόνι της Πλατείας Αιγύπτου με τον Αντρέα («Εμπρός Ανδρέα για μια Ελλάδα Νέα»), όπου ο Ηγέτης εξεφώνιζε το αλήστου μνήμης: «Τσοβόλα δώσ' τα όλα».
 
Και φαίνεται τον άκουσε Τσοβόλας, τότε υπουργός Οικονομικών (αλλά δικηγόρος το επάγγελμα, άσχετο) και τα 'δωσε όλα, γι' αυτό δεν έχει μείνει τίποτα τώρα.
 
Μια άλλη άποψη για την κρίση.
 
Και για να δεις τους κύκλους που κάνει η ζωή, τον Τσοβόλα μετά τον πήγανε σε δίκη για κάτι που μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή, αλλά αθώος ο κατηγορούμενος, ο οποίος επειδή δεν τον υπερασπίστηκε το τότε βαθύ ΠαΣοΚ (και νυν ελαφρύ ΣΥΡΙΖΑ) έφυγε ένα βράδυ που 'βρεχε, που 'βρεχε μονότονα, απ' το κόμμα κι άνοιξε δικό του μαγαζί που το βάφτισε ΔΙΚΗ με γιώτα για να θυμίζει τη δίκη με ήτα. Αλλά μετά από δύο τρεις εκλογές έφαγε μεγάλη ήττα και το διέλυσε το κίνημα.
 
Ενας όμως από το ΔΙΚΗ από μόνος του μια μέρα εκεί που καθότανε έγινε Συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ.  
 
Ονομάζεται Γιώργος Πάντζας και θα τον δείτε σε πλάνο από την ταινία «Μικροί και μεγάλοι εν δράσει» να χορεύει μαζί με την Ελένη Ανουσάκη, άλλη πρωτεργάτρια του βαθέος ΠαΣοΚ, να χορεύουν «Σείλι - Σείλι», χορό που χορεύτηκε για πρώτη και τελευταία φορά παγκοσμίως στην εν λόγω ταινία.
 
Επίσης τον Γιώργο Πάντζα στην τωρινή του μορφή μπορείτε να τον απολαύσετε σε κάθε πλάνο του ηγέτη του ΣΥΡΙΖΑ, κυρίου Αλέξη Τσίπρα. Λίγη υπομονή να έχετε και δεν αλλάξετε κανάλι στο δευτερόλεπτο, εκεί που μιλάει ο πρόεδρος, πίσω απ' το δεξί του αφτί κάνει «Τζα» το «Πάντζα».
 
Αλλά αρκετά με το Παρόν.
 
Ξαναγυρνώντας στα παλιά αξίζει να θυμηθούμε αυτήν την ατέλειωτη πουλμαναρία που γέμιζε την Αθήνα. Καθώς και τις αφίσες μπλάστρι σε τοίχους, κολόνες, βιτρίνες, όλη η πόλη ένα τεράστιο αφισοκολλητήριο.
 
Τώρα μόνο οι φάτσες του Γαβριήλ Σακελλαρίδη και της Ρένας Δούρου ξεκουράζουν το βλέμμα μας.
 
Και καλά, το παιδί δεν το ξέραμε. Επρεπε να το μάθουμε, να ησυχάσουμε. Η κυρία Δούρου, γνωστή για την περιβαλλοντική της ευαισθησία, τι ανάγκη είχε να αυτοκολληθεί στον τοίχο;  
 
Γνωρίζουμε την καλλιτέχνιδα. Χρόνια στα κανάλια περιφερόμενη, ευειδής, αρκούντως εκνευριστική, ευγενής, γλωσσομαθής και γλωσσοκοπάνα.  
 
Επρεπε να λερώσει όλη την Αθήνα με το αγέρωχό της βλέμμα, το θεληματικό πιγούνι και το ξανθό 975 της Κoleston;
 
Και όπου υπάρχει «ζήτα» στην αφίσα το κάνει κεφαλαίο και το βάφει κόκκινο. Να ένα «Ζ». Το Ζήτα του Ζορό.
 
Παντού Ζ. Στο μαΖί, στο αρχίΖουμε, στο αποφασίΖουμε. 
 

Πρωθυπουργός γηπέδου; Με καμία κυβέρνηση

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Φοβάμαι ότι ο κύριος Σαμαράς έθεσε το θέμα στην έδρα του. Μιλώντας για τις ερχόμενες εκλογές και κοιτάζοντας στα μάτια την κάμερα, εκστόμισε το «όταν μπαίνω στο γήπεδο, δεν μπαίνω ούτε για να χάσω ούτε για ισοπαλία, μπαίνω για να νικήσω».

Κι εγώ που ανησυχούσα ότι θα εισέλθει στη Βουλή ως πρωθυπουργός. Οχι, στο γήπεδο θα πάει, που εκτός απ' το αθλητικό πνεύμα ο χώρος διαθέτει και όλη αυτή την ωραία ατμόσφαιρα με χούλιγκαν, κροτίδες, πλιάτσικα, καταστροφές, λεηλασίες, τραυματισμούς, κοινώς σακατέματα, και πολύ ωραία ηχητική κάλυψη με ουρανομήκεις κραυγές, πλούσιας τεστοστερόνης και άφατης καφρίλας, του τύπου: «Είμαστε σκαστοί από την κλινική», «Παναθηναϊκοί ρουφιάνοι και κομπλεξικοί, θα σας γαμάμε κάθε Κυριακή», «Ετσι γαμάει ο Πειραιάς» και το υπέροχο εκείνο που ακούστηκε αμέσως μετά τον θάνατο του Μάικλ Τζάκσον: «Τη μισή ζωή σου μαύρος, τη μισή ζωή λευκός, Μάικλ ΖΕΙΣ για πάντα ΠΑΟΚτσής».

Ετσι και το κλίμα της εκλογικής του εκστρατείας καθόρισε και τον γηπεδικό τρόπο της ποθητής ακυβερνησίας του φωτογράφισε.

Εμαθα, δε, ότι ερίζουν τα κανάλια (άλλη κερκίδα αυτά, άλλο υψηλόν πνεύμα πολιτικής ανάλυσης κοπράνων) για το ποιος θα πάρει την πρωτιά της αναμετάδοσης του αγώνα.

«Είμεθα άτυχος λαός», που λέει και μια γηραιά κυρία της Δεξιάς στο λούσιμο του «Αγγελου». «Είχαμε τον προηγούμενο που κυβερνούσε από το γυμναστήριο, τώρα θα 'χουμε τον δικό μας να μας κυβερνάει, πρώτα ο Θεός, από το γήπεδο. Αλήθεια, στο γήπεδο το τακούνι επιτρέπεται; Ή μόνο φλατ όπως Ηρώδειο και συναφή ιδρύματα;».


Εμπρός των Ελλήνων γελοία παιδιά

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Τι γίνεται; Πού βρισκόμαστε; Εμπρός; Ποιος είναι; Ποιος είμαι; Σε ποια χώρα; Τι ώρα; Ποιος είναι ο Σόιμπλε; Ποιος είναι ο Βάσκο Ντε Γκάμα; Ποιος είναι ο κύριος Βορίδης; Ποιος είναι ο ταξιτζής; Ποιο το βυτίο; Ποιος το κλειστό επάγγελμα, ποιο το ανοιχτό και τι ανάμεσό τους; Ποια χάπια δεν πήρα; Γιατί αργεί το τρένο; Τι έργο παίζει ο κύριος Πελεγκρίνι; Σε ποιο θέατρο;  

Πόσο ημερών υπουργός είναι ο κύριος Μπαμπινιώτης και πέρασε απ' τη φρουτόκρεμα στον μπακαλιάρο σκορδαλιά;  

Εγώ τον προαναφερθέντα μια χαρά λεξικογράφο τον ήξερα. Για να μην πω πως στην Ελλάδα αυτό που συνέβη με τον Μπαμπινιώτη χρόνια έχει να συμβεί. Να έχει συνυφάνει το όνομά του με το έργο του σε σημείο που να λες «φέρ' τον Μπαμπινιώτη» και να εννοείς φέρ' το λεξικό. Απ' τον καιρό του Τσελεμεντέ έχει να εμφανιστεί τέτοιο φαινόμενο. Ολες οι γενιές προ Βέφας το όποιο βιβλίο με συνταγές Τσελεμεντέ το ανεβάζανε, Τσελεμεντέ το κατεβάζανε.

Και τώρα δεν πρόλαβε να ορκιστεί και όρμησε να καταργήσει αυτό που η Βουλή είχε υπερψηφίσει διότι «Αφήστε με παρακαλώ να κάνω τη δουλειά μου και μη μ' ενοχλείτε γιατί θα παραιτηθώ».  

Τι λες; Θα χάσει η Βενετιά βελόνι.

Ο βοριάς που τα αρνάκια παγώνει

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Είναι ώρα τώρα γι' αστεία; Αμ δεν είναι. Ας όψεται το στοίχημα που έβαλα με τον μικρό μου εαυτό. «Δεν θα χάσεις το χιούμορ σου», «Δεν θα χάσεις το χιούμορ σου», «Δεν θα χάσεις το χιούμορ σου». Κάπου μέσα στη φράση έτρεχε κι ένα «μαλάκα» αλλά το απέσυρα κατόπιν γενικής απαιτήσεως του πολυπληθούς κοινού μου.

Τώρα λοιπόν που δεν χάσαμε το χιούμορ μας, καιρός να βρούμε και τη σοβαρότητά μας. Πού να τη βρούμε όμως; Κάτι άκουσα ότι υπάρχει άφθονη στην Κόστα Ρίκα. Αλλωστε αυτός ήταν κι ο βαθύτερος λόγος που ο Αρχηγός του ΠΑΣΟΚ (άλλα γέλια πάλι) κύριος Γεώργιος Παπανδρέου (κατά κόσμον Γιωργάκης και πολύ του πάει) άφησε την Ελλάδα με το αγγούρι στο γνωστό σημείο κι έτρεχε στις εξωτικές αμμουδιές με τους κοκοφοίνικες και τις ιγκουάνες να βρει μια κάποια σοβαρότητα σε καλή τιμή γιατί εδώ τη βρίσκεις μόνο στη μαύρη αγορά. Απ' ό,τι φαίνεται όμως, μάλλον δεν τη βρήκε και γύρισε πίσω (μαύρη η ώρα κι η στιγμή) άπραγος. Οπως πάντα.

Μετά το τράβελ γκρουπ είχε στο πρόγραμμα Βρυξέλλες. Είχα καιρό να τον δω. Αγνώριστος. Πολύ καταβεβλημένος. Απ' τον παλιό του εαυτό είχε μείνει μόνο το κόκκινο κασκόλ. Απ' αυτό τον γνώρισα. Οπως αναγνώρισε κάποτε από το σταυρουδάκι η Ελένη Ζαφειρίου τον Νίκο Ξανθόπουλο στην «Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου». Βέβαια στην ανταπόκριση εκ Βρυξελλών έγραφε από κάτω στο πλάνο η λεζάντα: «Πρόεδρος ΠΑΣΟΚ». Αλλά δεν είχε τα δύο ερωτηματικά για να το σιγουρέψω. Κανονικά έπρεπε να γράφει «Πρόεδρος; ΠΑΣΟΚ;». Οπότε αμέσως αναφωνείς «Αααα ο Χρήσιμος». 

Κυβέρνηση εθνικής κενότητας

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Κι ό,τι λέγαμε «Να! Συνεννοηθήκανε τα δυο μεγάλα κόμματα, τα βρήκανε επιτέλους». Βγαίνει προχθές το βράδυ στην «Ανατροπή» ο κύριος Παναγιωτόπουλος (το μικρό του Πάνος) κι αρχίζει έναν εξάψαλμο στην ατυχή κυρία Διαμαντοπούλου (Αννα το όνομά της το μικρό). «Που εσείς που κλέψατε. Που για όλα εσείς τα φταίτε. Που τον δικό σας τον παραιτήσατε και καλά του κάνατε» και «Σας παρακαλώ να ανακαλέσετε αυτή τη στιγμή κυρία Διαμαντοπούλου» - τι να ανακαλέσει -, δεν είχε ανοίξει το στόμα της η γυναίκα, και «Μη νομίσετε ότι τώρα επειδή συναινέσαμε θα είμαστε όλο αγκαλίτσες και φιλάκια». 

Οπα. Αμα ακούω εγώ υποκοριστικό, τη μυρίζομαι τη δουλειά. Το ξέρω απ' το θέατρο. Με το δεύτερο υποκοριστικό που θα πέσει στην παράσταση, αρχίζει το ακουστικό του βαρήκοου στην πλατεία να τσινάει. Στο τρίτο αρχίζει ένα σφύριγμα. Αυτό το παρατεταμένο που σπάει όχι μόνο νεύρα αλλά και άλλα πιο ευαίσθητα όργανα του ανθρωπίνου σώματος. Εδώ μας τα 'κανε σμπαράλια. Τα «φιλάκια» πηγαίνανε κι ερχόσαντε, στο μπάσο ηχείο του κυρίου Πάνου με ταχύτητα μυδραλιοβόλου. Το δε μάτι να γυαλίζει πιο πολύ κι απ' το μαλλί του το βερνικωμένο. Και λες αυτό εννοούν συναίνεση; Αυτό είναι, θα μαζευτούμε να σώσουμε την Ελλάδα; Αυτοί ακόμα κυβέρνηση δεν κάνανε κι αρχίσανε την προεκλογική εκστρατεία. Αντί να στρωθούνε να μαζέψουνε τα ασυμμάζευτα, αρχίζουν να μαζεύουν ψήφους.

Ενώ η Αριστερά η διπλοφτέρουγη απαξιοί διότι δεν θέλει λέει να αισθάνεται οπωροκηπευτικό. Δυστυχώς είχα την ατυχία να ακούσω με τα ίδια μου τα αυτιά την κυρία Παπαρήγα με ένα γουνάκι ανέμελα στο σβέρκο να διαλαλεί «Δεν είμαστε μαϊντανός. Δεν είμαστε μαϊντανός». Λύσσα κακιά με τον μαϊντανό. Τι τους έφταιξε το μυριστικό; Ισως είναι εκνευρισμένη η προσφάτως αναστυλώσασα τον Στάλιν διότι όπως εξήγησε (με το ίδιο γουνάκι στα ακρόμαλλά της) «Εμείς αρχίζουμε Πόλεμο. Εχουμε Πόλεμο». Κλούβια η ώρα. Η γρουσούζα. Δεν μας φτάνει η φτώχεια μας πρέπει να ζωστούμε τα φισεκλίκια να βγούμε και στα χαρακώματα. «Ο άνθρωπος τελικά είναι περίεργο ζώο». Αυτό μου έλεγε η φίλη μου η Μαργιέττα τελειώνοντας μια κάλτσα που έπλεκε για τα κρυοπαγήματα του αυριανού στρατιώτη.

Η ώρα της μεγάλης κρίσεως

Toυ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Είναι εντυπωσιακό τις μέρες αυτές της μεγάλης κρίσης το πόσο οι πάντες γνωρίζουν επακριβώς τι πρέπει να γίνει για να βγούμε στην επιφάνεια ως έθνος, ως οικονομία, ως πνευματικοί συνεχιστές ενός υψηλού πολιτισμού. (Τον οποίον και αγνοούμε παντελώς διότι, άμα τον έχεις στο αίμα σου, τι να τον διαβάζεις τώρα τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, αυτά είναι για τους ξενέρωτους τους Γερμανούς, τους Νιμπελούγκεν και άλλα μεσευρωπαϊκά καθοίκια).

Γυναίκες µόνες βρίσκουν

Του Σταματη Φασουλή

Σπάνια τρώω έξω τα βράδια. Τελευταία, δεν ξέρω πώς έτυχε και βρέθηκα πάνω από τρεις φορές να προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτό που τρώω σε σάλες µε άθλιο φωτισµό ή σε τραπεζάκια έξω, κάτω από υπαίθριες σόµπες να σου ζεσταίνουν τον σβέρκο και ο λαιµός κασάτος. 

Εκτός όµως από τον άψυχο περίγυρο που ήταν φτιαγµένος ειδικά για να σου κόβει την όρεξη, εκείνο που πρόσεξα ήταν οι γυναίκες.  

Μάλλον οι µεγάλες παρέες γυναικών, αυτό που θα ‘λεγε η θεία µου η Ευπραξία «ασυνόδευτες». Λίγα τραπέζια διέθεταν έστω και έναν άντρα, έτσι για να αποκτάει και κάποια αγαρµποσύνη το τραπέζι. Τα περισσότερα ήταν γεµάτα µε γυναίκες, ούτε µεγάλες ούτε µικρές ούτε κραυγαλέα ντυµένες ούτε αδιάφορα. Χαµογελαστές, έδειχναν χαρούµενες χωρίς να φωνασκούν ή να χειρονοµούν εντόνως. Ούτε για µια στιγµή δεν σταµάτησαν. Πάντα είχαν κάτι να πουν, να θυµηθούν, να διηγηθούν, να περιγράψουν. Και κάτι που δεν θα βρεις πια σε καµιά παρέα αντρών. Λέγανε το αίσθηµά τους. Ακουγες «στενοχωρήθηκα», «το φχαριστήθηκα», «γέλασα», «πολύ λυπήθηκα», «µε πήραν τα κλάµατα». 


Οι Μούντζες στο Σύνταγμα και η Μπουγάδα της Αλέκας στον Παρθενώνα

Toυ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Δεν υπάρχει σωματείο, κόμμα, άνθρωπος, παρέα που να μην κάνει αυτό ακριβώς που δεν πρέπει για να μην καταστραφούμε. Ή, αλλιώς, για να μη γεμίσουμε την πρόταση αρνήσεις: έχουν βαλθεί οι πάντες, κόμματα, σωματεία, παρέες και πολίτες τώρα που κινδυνεύει σοβαρά ο τόπος να του δώσουμε μια να πάει πιο βαθιά, στον πάτο.

Βρήκε τώρα δουλειά να κάνει το Κουκουέ. Οποτε του καπνίσει ανεβαίνει στην Ακρόπολη και κρεμάει τα κουρέλια του ν' ανεμίζουν στα τείχη, να το βλέπουν οι τουρίστες να το φωτογραφίζουνε, μπας και μεταλαμπαδεύσουνε και την επανάσταση της κυρίας Αλέκας και στην υπόδουλη αλλοδαπήν. Διότι είναι δίγλωσσα τα πανό του ξεσηκωμού και της εξέγερσης. «The peoples have the power and never surrender» αγγλιστί. Και εις άπταιστον Ελληνικήν «Οι λαοί έχουν τη δύναμη δεν παραδίδονται ποτέ» κι από κάτω φαρδιά πλατιά «Οργάνωση - Αντεπίθεση» να το διαβάσει ο Ελληνας (που πάει, ως γνωστόν, οπωσδήποτε μια φορά τη βδομάδα στην Ακρόπολη να προσκυνήσει το παρελθόν του), να τρέξει αμέσως στον Περισσό να οργανωθεί και ατάκα ν' αρχίσει την αντεπίθεση.

Αλλά γιατί να τρέχει στου διαόλου τον κώλο (σχήμα λόγου), δεν ανεβαίνει μέχρι τα Προπύλαια. Κι αυτά ιδιοκτησία της Κυρίας Αλέκας είναι. Το βλέπεις. Οτι παράπονο έχει από την κοινωνία, βγαίνει στο μπαλκόνι της προς την Διονυσίου Αρεοπαγίτου κι απλώνει την μπουγάδα της τη διγλωσσογραμμένη.

Αυτά το Κόμμα. Μη ρωτάτε ποιο. Ενα είναι το Κόμμα κι ο Λουμίδης στους καφέδες.

Οσον αφορά τώρα τον πολιτικό και δημοσιογραφικό κόσμο δεν έχει με τι άλλο να ασχοληθεί παρά με το τι μπαρούφα είπε ο Πάγκαλος. Κάθονται με τις ώρες καραούλι μην του ξεφύγει καμιά, να την πιάσουνε στον αέρα. Δεν κοιτάμε που η χώρα παραλύει και δεν ξέρουμε αν θα υπάρχουμε αύριο, διότι... Αααα ο Πάγκαλος είπε «Τανκς». Α, ο Πάγκαλος είπε «Κοπρίτες». Α, ο Πάγκαλος είπε «Πεινάω». Δεν είμαστε καλά.

Τα σωματεία πάλι έχουνε τη δική τους άποψη για τον κόσμο. Εν ώρα κρίσης βγαίνει η ΓΕΝΟΠ / ΔΕΗ και αρχίζει τις διακοπές ρεύματος (τουριστική η περίοδος, αλλά αυτοί έχουν στόχο το καλό του τόπου) γιατί τον Αύγουστο θα πουληθεί η ΔΕΗ κι αυτοί κλαίνε από τώρα που θα χάσουνε την επιδότηση. Γιατί ποιος αγοραστής θα δεχτεί να πληρώνει το Σωματείο 30 εκατομμύρια για να κάνει κρουαζιέρες.

Οσον αφορά στον λαό τώρα, ο λαός τη βρήκε τη λύση. Στο Σύνταγμα με φάσκελα. Ετσι λύνεται το θέμα. Είναι επιστημονικώς αποδεδειγμένο. Εχει μια χώρα πρόβλημα; Κατεβαίνει στην πλατεία, ανοίγει τα δάχτυλα πενταφυλλία και λύνονται τα πάντα.

Υπάρχουν δε και πολλοί που με γνώση περισσή διατείνονται ότι το μέλλον είναι «οι Αγανακτισμένοι και η Μούντζα».

Και, δυστυχώς, έχουν δίκιο. Το μέλλον είναι η Μούντζα και το παρελθόν ο Πολιτισμός και η Δημοκρατία.

Ποια η Βουλή και ποια η βούληση των Νεοελλήνων

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Εδώ ο κόσµος καίγεται και η Βουλή ακκίζεται. Εξω οι «Αγανακτισµένοι», χρησιµοποι ώντας τις ανοικτέςπαλάµες και τις ανοικτές πάντα ιδέες τους, διατείνονται ότι κατέχουν και προτείνουν λύσεις. Ακόµα παραέξω, εκτός συνόρων, σφίγγουν οι εταίροι τα λουριά, κι έξω, έξω, έξω (από µας) στην άλλη µεριά του Ατλαντικού προειδοποιούν ότι η Ελλάδα µπορεί να είναι η αιτία παγκόσµιας ύφεσης, και µέσα...

Μέσα, εντός του Κοινοβουλίου, η ατµόσφαιρα είναι εντελώς «Το καφενείονη Ελλάς». 

Εµεινα κεραυνόπληκτος και µε το στόµα χάσκον βλέποντας στην προχθεσινή συνεδρίαση (;) της Βουλής (;) των Ελλήνων (;) τους αρχηγούς τωνκοµµάτων να διαπληκτίζονται σαν πρόεδροι ποδοσφαιρικής οµάδας τρίτης εθνικής κατηγορίας και να ανταλλάσσουν ύβρεις, λεκτικές ακροβασίες µε ανεκδοτολογικές αναφορές, λαϊκές παροιµίες και πολλά Γαλλικά εις την Ελληνικήν βέβαια πάντα.

Ηταν κάτι σαν το παιδικό παιχνίδι «Σας πήραµε, σαςπήραµε φλουρί Κωνσταντινάτο», «Μας πήρατε, µας πήρατε βαρέλι δίχως πάτο» στην πιο χυδαία του βέβαια εκδοχή. Στο στόµα τους ο «πάτος» διατηρούσε όλες του τις ερµηνείες, φτάνοντας µέχρι και του αποπάτου.

Το θλιβερό δε του όλου θεάµατος ήταν τα έδρανα που έχοντας ανθρώπινη µορφή σε κάθε δευτεροχυδαιολογία χειροκροτούσαν, ποδοκροτούσαν, γελούσαν χαιρέκακα µε το στόµα ορθάνοικτο τις εµφυτεύσεις σε κοινή θέα, σε µερικούς δε που η κάµερα έφερνε ανυπόφορα κοντά έβλεπες στο βάθος της στοµατικής κοιλότητας και τη σταφυλή να πάλλεται πορφυρά. 

Οταν βλέπεις λοιπόν στη χειρότερη στιγµή από συστάσεως του ελληνικού κράτους, τον λαό να µουντζώνει και τους πολιτικούς αρχηγούς να µαλλιοτραβιούνται σαν διαγωνιζόµενοι σε ριάλιτι, καταλαβαίνεις ότι πρέπει να ψάξεις για µαύρη γραβάτα, γυαλιά ηλίου και πολλά χαρτοµάντιλα για τον ιδρώτα γιατί µεσηµέρι θα γίνει η κηδεία και το πιάνει πολύ ο ήλιος το µέρος.

Κι είναι αυτός που λένε «Ο ήλιος του Θανάτου».

«Ασµα µεταναστευτικό, ειρωνικό και πένθιµο»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Toυ ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Τώρα που ζούµε όλοι µακριά από την Ελλάδα, τώρα καταλαβαίνουµε τις χάρες που είχε ο τόπος µας. Κι όσο περνάει ο καιρός η νοσταλγία γίνεται πιο σκληρή. Αµείλικτη. Δεν σε ρωτάει, δεν σου χτυπάει την πόρτα, µπαίνει από παντού γυµνή η µνήµη. Μέσα από τοίχους κι επτασφράγιστα παράθυρα, διαρρηγνύει κλειδωµένες πόρτες ασφαλείας, παραµερίζει τον χρόνο, εισβάλλει στο παρόν µε εικόνες ανάγλυφες και ολοζώντανες, µε δυνατές οσµές, ακούσµατα κι αισθήµατα που ανθούσαν παλιά και τώρα κείτονται στη µέση της σάλας σαν ξεραµένα άνθη µιας συνεχούς κηδείας.

Κάποτε σε ξεκούραζε µια βόλτα στο αττικό φως, ένας καφές στο Θησείο µε δροσερό νερό και πάµφωτο τον Παρθενώνα. Ενα τηλέφωνο που έφτανε αν και αργά σε έκανε να καρδιοχτυπάς και να ελπίζεις σε κάτι πιο ερωτικό από τη φωνή της τράπεζας και του εντεταλµένου για την είσπραξη δανείου. Στις ειδήσεις όλοι Ιούνιο µήνα περιµέναµε τον καιρό, να δούµε αν µας αντέξει η θάλασσα, κι όχι την έγκριση της Γερµανίας για τη δόση της ζητιανιάς µας. 

Ακόµα και στον σκουπιδότοπο της τηλοψίας έβλεπες να πετάνε κάτι γλάροι που φλυαρούσαν άσκοπα αλλά τόσο κιτς σχεδόν χαριτωµένα. Τώρα κι η τηλεόραση σαν έγχρωµο φάντασµα του εαυτού της τρέφεται από τις ίδιες της τις σάρκες. Βλέπεις το ξεραµένο αίµα στο παρκέ µπροστά στη συσκευή. Στα γραφεία – τεράστιες αίθουσες χωρισµένες σε κυψέλες, κάθε κελί κι υπάλληλος –δεν κοιτάει κανείς µπροστά. Ολοι στην πόρτα, ποιος θα µπει, τι θα πει, ποιον απολύουν σήµερα.

Θυµάµαι, δεν πάει πολύς καιρός, φεύγαµε από την πρόβα άνετοι µε τις σκέψεις, την κούραση, την αγωνία για τον ρόλο ή τη χαρά που τέλειωσε η δουλειά. Τώρα µαζεύονται παρέες να µην είναι κανείς µόνος του. Κρύβουν µαχαίρια πια οι φυλλωσιές της νύχτας. Οχι ότι µε γέµιζαν χαρά κι ευτυχία που όλα τα ισόγεια της Πατριάρχου Ιωακείµ έβαλαν τζάµια στους τοίχους και γίναν µαγαζά πολυτελείας µε φύκια για µεταξωτές κορδέλες στη βιτρίνα. Αλλά πάλι και να βλέπεις πόρτα παρά πόρτα το άδειο σκοτάδι και την ταµπέλα ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ - ΚΛΕΙΣΑΜΕ - ΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ - ΠΩΛΕΙΤΑΙ δεν είναι ό,τι ονειρεύτηκες.

Στις σχέσεις πάλι έχουν αλλάξει όλα. Στο καλύτερο δεν ξέρω, αλλά πιο στενές, πιο της ασφάλειας, πιο πιάσε µε γιατί έξω είναι ΦΟΒΟΣ.

Βλέπω τα νέα παιδιά στην πρόβα. Χείλια σφιχτά. Το αστείο σκοτεινό, σχεδόν απεγνωσµένο. Τα µάτια κοιτάνε όλα προς τα µέσα. Κάποτε τα γέλια σπάζαν τζάµια. Οι καρδιές τους χορεύανε τον πιο τρελό χορό.

Ηταν ωραία κάποτε στην πατρίδα. Πόσο την έχω πιθυµήσει. Πότε θα ξαναγυρίσουµε; Εστω για διακοπές. Ενα καλοκαίρι. Δεκαπέντε µέρες. Μια βδοµάδα. Ενα Σαββατοκύριακο. Μια µέρα. Ενα απόγευµα. Ενα απόγευµα έστω. Εστω µια µικρή στιγµή.

Κοίταξα όλα τα ταξιδιωτικά γραφεία. Δεν έχει πτήση. Δεν έχει τρένο, δεν έχει πλοίο, δεν έχει οδό. Πάει, τέλειωσε. Για πάντα εδώ. Στην ξενιτιά. Για πάντα µετανάστες.

Ψάξε ψάξε, δεν θα το βρεις

Του ΣΤΑΜΑΤΗ ΦΑΣΟΥΛΗ

Και νόµιζα πως µε ξέρω καλά. Μέγα το λάθος. Ηρθα µε όλα τα εφόδιά µου σ’ αυτήν την ηλικία, έστρωσα σε µια γωνιά, δεν λέω, µε καλή θέα και φρέσκο τον αέρα, κι είπα να έχω κι εγώ ένα µέρος να εκπέµπω και να λαµβάνω στα νέα µήκητων κυµάτων. Λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. ∆εν έχω σήµα. Ή µάλλον σήµα έχω, να το επεξεργαστώ δεν µπορώ.

Κάτι µου λείπει. Ας πάω στο Μνήµη. Μνήµη, µνήµη, µέµορι. Ωραία. Εδώ είµαστε.

Πάµε τεστ. 
Ποιος είναι ο κύριος στην αφίσα κι από κάτω του φαρδιά πλατειά Η ΕΛΛΑ∆Α ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ; 
 Απάντηση: Παπανδρέου Ανδρέας, πρωθυπουργός Ελλάδος 1981-1989 και 1993-1996. Ωραία. Καλά πάµε.

Τεστ Νο 2. 
«Ποια είναι η κυρία ντυµένη νυφούλα που κατεβαίνει τα σκαλιά της εκκλησίας µε γαµπρό έναν αξιωµατικό του Ναυτικού και της κάνουνε µε τα σπαθιά αψίδα οι ένστολοι συµµαθητές του;»  
Απάντηση: Οχι, δεν είναι «Η Αλίκη στο Ναυτικό», είναι η κυρία µε τα χαλιά και η εφευρέτρια του «κανελοµπορντοκεραµιδοκόκκινο». Συγχαρητήρια, κερδίσατε.

Τεστ Νο 3, για δύσκολους λύτες. 
Ποιος πολιτικός άνδρας που εξεδιώχθη κακήν κακώς από την κυβέρνηση και το κόµµα µε αιτιολογία τούς κάκιστους χειρισµούς του ως υπουργός εξωτερικών, κατόπιν ίδρυσε δικό του κόµµα, το οποίο και απέτυχε οικτρά, επέστρεψε στο παλιό σαν τη βρεγµένη γάτα, έβαλε υποψηφιότητα και εξελέγη ως διά µαγείας αρχηγός του κόµµατος που είχε καταπολεµήσει;  
Απάντηση: Ο κύριος Αντώνης Σαµαράς. Συγχαρητήρια, κερδίσατε.

Πάµε στο Λογική τώρα. Κλικάρω. Λογική. Μάλιστα. 
 Τεστ Νο 1. 
«Ενας πολιτικός ανεξαρτήτως κόµµατος συλλαµβάνεται επ’ αυτοφώρω να κλέπτει όρνιθας σε ξένον ορνιθώνα. Τι κάνουµε;». 
Απάντηση: «Τον πάµε σε δίκη». Χάσατε. Η σωστή απάντηση είναι «Τον αφήνουµε ελεύθερο διότι διαθέτει βουλευτική ασυλία». 

Πάµε στην πολιτική συνείδηση τώρα
Τεστ Νο 1. 
«Ο λαός έχει ψηφίσει µια κυβέρνηση. Η κυβέρνηση αναλαµβάνει να διαχειριστεί το αδιαχείριστο. Υπογράφει ένα Μνηµόνιο µε αβάσταχτους όρους. Ο λαός διαφωνεί. Βγαίνει επί καθηµερινής βάσεως σε δρόµους και πλατείεςκαι ζητάει την αποχώρηση των κυβερνώντων. ∆εν προτείνει όµως αντικαταστάτη. Ποία η θέση σας;» 
Απάντηση: «…………. ». «Χάσατε, κύριε Φασουλή. Πολύ επικίνδυνο. Χάσατε το χιούµορ σας».

Εχασα το χιούµορ µου; Χάθηκα. Εχασα τα πάντα.

Πού πήγαν ’κείνα τα Καγιέν;

Του Σταµάτη Φασουλή

Μέρες τώρα, µήνες µάλλον, έχω να δω στους δρόµους της Αθήνας αυτά τα ογκώδη δυσκίνητα τετράτροχα που είχαν γίνει τον τελευταίο καιρό η απαραίτητη συντροφιά στο βλέµµα µου. Το δίδυµο Τσερόκι και Καγιέν είχανε γίνει ένα µε τους δρόµους της πόλης. Περισσότερα ακόµα κι από τα τρόλεϊ, σεργιάνιζαν νυχθηµερόν δίνοντας στους οδηγούς τους έναν αέρα υπεροχής, πλούτου, δύναµης, αυτοπεποίθησης και άφατης αναισθησίας.

Πληροφορίες εκ του εξωτερικού κατέφθαναν η µία µετά την άλλη και κατέτασσαν την Ελλάδα στην πρώτη θέση όσον αφορά την πώληση και κυκλοφορία Καγιέν στην Ευρώπη. Και ξαφνικά, εκεί που τα ‘βλεπες να σε κυκλώνουν σε κάθε σου βήµα, ως διά µαγείας εξαφανίστηκαν όλα µεµιάς. Σπάνια να δεις κανένα πια. Μόνο νύχτα και µεταµφιεσµένο. Ινκόγκνιτο το λατρεµένο παιδί της Πόρσε. Επίσης θύµα µυστηριώδους εξαφάνισης έχουν πέσει και τα Τσερόκι. Αλλο απαραίτητο αξεσουάρ του κάθε Αθηναίου Αττικής και περιχώρων.

Και στη Θεσσαλονίκη βέβαια την οποία επισκέφτηκα δυο τρεις φορές για επαγγελµατικούς λόγους και ‘κεί παρατήρησα µεγάλη άνθηση των ως άνω αυτοκινήτων. Στην Τσιµισκή δε που την πέτυχα µια νύχτα Σαββάτου µποτιλιαρισµένη κάργα, βγήκα απ’ το ταξί και περιδιάβαινα στην άσφαλτο σαν σε έκθεση της Πόρσε και της Κράισλερ. Εκεί είδα και ακινητοποιηµένο ένα ωραιότατο Χάµερ, το απαύγασµα του µινιµαλισµού, να το έχουνε στριµοκωλιάσει δυο Τσερόκι και να ασθµαίνει το τέρας αχνίζοντας µέσα στο χάος.  

Πού πήγαν τώρα όλα αυτά; Ποια µοίρα τα εξαφάνισε, ποιος κόρφος τα ‘κρυψε; Ποιο λαγούµι τα δέχτηκε στην αγκαλιά του; Ανοιξε η γη και τα κατάπιε; Κι οι ιδιοκτήτες, πού πήγαν όλοι αυτοί;

Διότι όλοι τώρα κυκλοφορούν αδιάφοροι, χαµηλοβλεπούσες σε στυλ: Ποιο Καγιέν; Ποιο 4 επί 4; Λάθος κάνετε, εγώ είµαι του Μετρό και του «Δεν πληρώνω - δεν πληρώνω». Α, Ελληνας. Τώρα µάλιστα. Κατάλαβα.  

Πάντως δεν λέω, ήταν µια οικεία βαρβαρότης. Ηταν µια γεύση από Λος Αντζελα στο Κολωνάκι. Ηταν µια χλιδή που πέρδεται στη Σέκερη. Αυτά τα νοσταλγικά σκεφτόµουνα καθώς κατέβαινα για τη δουλειά στην Πανεπιστηµίου. Οσο µας παίρνει κι αυτή η βόλτα γιατί όπως ανακοίνωσε και η (αν)αρµόδια υπουργός σύντοµα θα µετατρέψει την Πανεπιστηµίου σε πεζόδροµο. Ετσι θα έχουµε την εξάπλωση του σεβαστού κοινού της Πλατείας Οµονοίας µέχρι το Σύνταγµα. Οπότε θα έχουµε και το πραγµατικό κέντρο µιας αβίωτης πόλης. Κατά τα άλλα, Καλή Ανάσταση και να πετύχει στα αυγά καλό το χρώµα. Γυαλιστερό, κρουστό και χωρίς ραγάδες. Ολα τα άλλα διορθώνονται.

Ο Πεταλωτής τη νύχτα

Του Σταµάτη Φασουλή

Ούτε καιµε την κήρυξη πολέµου την 28η 1940 δεν βγήκε άγρια µεσάνυχτα πολεµικόν ανακοινωθέν. Περιµένανε οι άνθρωποι να ξυπνήσει ο κόσµος, να ρίξει λίγονερό στο πρόσωπό του, να συνέλθει από τον άγριο κι ανίερο κόσµο των ονείρων και µετά να του το ανακοινώσουν.

Στη συγκεκριµένη δε περίπτωση του ΟΧΙ είναι γνωστό ότι ο κλήρος της δακτυλογράφησης πέφτει στον εργαζόµενο στο υπουργείο τότε Γιώργο Σεφεριάδη, κατά ποιητικόν κόσµο Γιώργο Σεφέρη. Αγουροξυπνηµένος πάει µε τα πόδια απ’ την Αγιά Σωτήρα στο γραφείο αλλά η γραφοµηχανή είναι (όπως πάντα, όλα στην Ελλάδα) χαλασµένη. Αντε πάλι πίσω στο σπίτι τής Κυδαθηναίων να γράψει στη δικιά του µηχανή το µεγάλο ΟΧΙ και την κήρυξη του πολέµου. Ξηµέρωµα πια, περνώντας απ’ το Σύνταγµα και µε το ανακοινωθέν στην τσέπη, βλέπει τον κόσµο να πηγαίνει αµέριµνος στις δουλειές του, σκέφτεται «Κρατάω τη µοίρα αυτών των ανθρώπων στα χέρια µου».

Αυτά επί δικτατορίας Μεταξά. Τώρα επί ∆ηµοκρατίας δεν περιµέναν την αυγή. Μας πιάσανε στον ύπνο. Οχι προχθές. Χρόνια τώρα. 

Βέβαια, οι διαφορές είναι πολλές. Τότε οι πατέρες µας (και οι φυσικοί και οιτου έθνους) είχανε να αντιµετωπίσουνε µια πολεµική µηχανή όπως της Ιταλίας, αρκετά δυνατή. Εµείς έχουµε ∆ουνουτού. Το ίδιο επικίνδυνο, αλλά σε άλλο πιο απάνθρωπο επίπεδο. Σε επίπεδο µπεζαχτά. Μου χρωστάς δεν σου χρωστάω κι άµα θέλω σε πηδάω.

Οταν άνοιξαν το στόµα τους οι Τροϊκανοί και µίλησαν για το ξεπούληµα όλων µας, ζώντων και νεκρών, η ευέλικτη κυβέρνησή µας αντέδρασε όπως πάντα άµεσα και καταιγιστικά. Στρώθηκε στο τραπέζι, στο ΟΝ τα λάπτοπ και κατά τις 2 το πρωί «πριν αλέκτορα φωνήσαι τρεις» (και η κακή του µέρα) έβγαλε τον κυβερνητικό εκπρόσωπο µε την τσίµπλα στοµάτι να απαντήσει τα αναπάντητα.Τον κοίταγα, τον κοίταγα την άλλη µέρα. Απ’ τον Σεφέρη στον Πεταλωτή. Μµµ, δεν είναι κι άσχηµα. Μια χαρά κατάντια είναι. Μόνο που εγώ δεν θέλω να κρατάει ο Πεταλωτής τη µοίρα µου στα χέρια του. Ούτε να την πιάνει στο στόµα του. Ακόµα κι όταν µιλάει για µένα, φοβάµαι µε λερώνει. Αλλά µπορεί να είναι και προσωπική εκτίµηση.

Αφήνω το γράψιµο, βάζω ένα CD, µια παλιά µελωδία του Χατζιδάκι φωτίζει το δωµάτιο. Τραγουδάει η ∆ήµητρα, οι στίχοι είναι της Λίνας.

«Κι απ’ του Παράδεισου το φως 
Γυρνάει του Κάιν ο αδελφός 
Και λέει της πίκρας ο ανθός 
Στη γη µονάχα βγαίνει».

∆εν νοµίζω ότι ταιριάζει µε το κείµενο. Το υποκαθιστά. Ευτυχώς.

Μια συκιά περιµένει τον Ιούδα της.

Του Σταµάτη Φασουλή

Τα µεσηµέρια κάνω µια βόλτα _ συνταγή γιατρού. Παίρνω το δροµάκι δίπλα στο ξερό ποτάµι κι ανηφορίζω για Πεντέλη. Στην οποία βέβαια ποτέ δεν φτάνω γιατί µόνο το πνεύµα σε µένα είναι πρόθυµο. Τα υπόλοιπα… Ο δρόµος αρχίζει ως Αµαζόνων και τελειώνει ως Βριλησσού. Δεν ξέρω τι συµβαίνει ενδιαµέσως και τον έκανε ν’ απαρνηθεί το βαφτιστικό του, πάντως ούτε Αµαζόνες είδα στις όχθες του, και για Βριλησσό ούτε κουβέντα. Ο βοσκός που είχα δίπλα (όταν πρωτόρθα είχα γειτόνισσα µια στάνη, τώρα ένα µπουκέτο µεζονέτες) µου το ξεκαθάρισε µια και καλή. Ο Βριλησσός ήτανε από την άλλη µεριά. «Αλλούθε».

Πάντως όπως και να το λένε το ξερό το ποταµάκι, που τον χειµώνα λίγο να βρέξει κάνει κι αυτό το κοµµάτι του σαν ρυάκι κελαριστό, είναι µια παρηγοριά. Εχει τις καλαµιές του απ’ τη µια µεριά, να λικνίζονται στο πρώτο φύσηµα, τις φούντες πάντα λίγο γυρτές κι ένα θρόισµα σαν αντίλαλος απ’ τις παλιές µέρες. Με τα χρόνια δεν ξέρω ποιος καλαίσθητος δήµαρχος τις περισσότερες καλαµιές τις ξερίζωσε και στη θέση τους φύτεψε αυτά τα σαν έλατα κάτι. Αυτά τα σταχτοπράσινα ταχείας αναπτύξεως σαν τσιµέντο µε κλαδιά. Το αίσχος της διασταύρωσης του γεωπόνου.

Τελευταία όµως άρχισαν ν’ αρρωσταίνουν τα µορφώµατα, από άγνωστης προέλευσης αρρώστια, µήπως κι αυτά τα ίδια ήταν προέλευσης γνωστής; τέλος πάντων, κι έτσι βλέπεις κάθε δύο δέντρα από στάχτη ένα να µαραγκιάζει και να παίρνει ένα χαλκοκόκκινο κάνοντας τη συστάδα ριγέ, σαν πιτζάµα µε κινητικά προβλήµατα, γιατί σε άλλο ρυθµό κινείται το ξερό σε άλλο το χλωρό µε αποτέλεσµα το ασύγχρονο της καταστάσεως. Οπως και να ‘χει, το δροµάκι χαίρει µεγάλης εκτιµήσεως και αγάπης απ’ τους φιλόζωους κατοίκους, απόδειξη η άσφαλτος διάστικτη κοπράνων µικρών οικόσιτων ζώων. Από την άλλη πάλι η οδός µε τα δύο ονόµατα γέµισε σπίτια µε αυλές που τις κοσµούν τρόπον τινά φυτά εξωτερικού χώρου. Ολα άγνωστα σε µένα τουλάχιστον, δηλαδή καµία σχέση µε γιασεµί, τριαντάφυλλο, πανσέ, κατιφέ, µπιγκόνια, ορτανσία.

Οχι είναι εντελώς πρωτότυπα. Δεν ανθίζουν ποτέ. Γιατί το λουλούδι είναι βρώµα έτσι και πέσει στο πλακάκι το πατάς και κάνεις µουντζαλιές.

Ενώ αίφνης το «λιγούστρο» κι ένα άλλο ακατονόµαστο για µένα, ούτε λουλούδια ούτε τίποτα, του ρίχνεις κι ένα κούρεµα και το κάνεις ό,τι σχήµα θες. Είδα πολλούς καλλωπιστικούς θάµνους κουρεµένους µπάλες, τρίγωνα (κάλαντα µες στη γειτονιά) τιρµπουσόν ανάποδα αλλά και πιο πρωτότυπες συνθέσεις. Μια πρασινάδα µε πολύ προχωρηµένη κουπ όπου ενώ στη βάση είναι κύβος, µάλιστα κύβος, µετά ο κορµός ελεύθερος κι όταν φουντώνει γίνεται το ολοστρόγγυλο της µπάλας για τις πιλάτες. Επίσης πολλά πήλινα αγαλµατίδια σε ζωάκια, έρωτες και ξεράσµατα. Εκεί την παράσταση κλέβει ένας γυπαετός που στον φούρνο του αγγειοπλάστη πήρε λίγο δεξιά, κατακάθησε, κι έγινε ο γυπαετός µια κλώσα και µισή. Βέβαια µπορεί να ‘χουν όλοι αυλή αλλά δεν έχουν όλοι λουλούδια. Υπάρχει κάποιος που µάλλον το ζώδιο και ο ωροσκόπος του θα είναι του νερού, γιατί έκανε όλη την αυλή τοίχο τοίχο πισίνα. Ανοίγεις τη βεράντα και µε το που κάνεις το βήµα πέφτεις στο χλώριο.

Στα χρώµατα τώρα τα σπίτια στην αρχή ήταν ήσυχα, όλα στο άσπρο τους άντε λίγο σπασµένο. Με τον καιρό ξανοίχτηκαν προς το ανοιχτό κίτρινο τα περισσότερα, σαν να ‘χαν βγάλει τη χρυσή, τον ίκτερο. Τελευταία προς µεγάλην έκπληξη του τοπίου είδα να ορθώνει το ανάστηµά του ένα µεζονόσπιτο κατακόκκινο. Το κόκκινο της Πυροσβεστικής. Πήραν φωτιά τα µάτια µου. Ξαναγύρισα το βλέµµα στις καλαµιές, τα άρρωστα έλατα και τη χορταριασµένη κοίτη. Πού και πού και καµιά συκιά περιµένει τον Ιούδα της. Φαίνεται στη γειτονιά έχουµε πολλοί τριάκοντα αργύρια.

Μετακοµίσαµε παραπλεύρως. Βουλής και Ηττας γωνία

(πάνω απ' τα λουλουδάδικα)

Του Σταµάτη Φασουλή

Αυτοί που νοµίζαµε ότι το «Καφενείο» όχι ως χώρος, αλλά το «Καφενείο» ως ιδέα, ως έννοια χάθηκε από το πρόσωπο της Ελλάδος πλανηθήκαµε πλάνην οικτράν.

Το καφενείο ζει και βασιλεύει. Μόνο που µετακόµισε. Στην τηλεόραση, στον Τύπο, στη Βουλή, στα κόµµατα, στο ταξί, στην αγορά, στα καθιστικά των επαύλεων µε τις αδήλωτες πισίνες, στον ακάλυπτο µε τους δηλωµένους επαναστάτες, το καφενείο ανθεί, γιγαντώνεται και από γραφική εικόνα µετατρέπεται σε εφιαλτική κοινή ιδεολογία, ένα άµορφο κι αµόρφωτο εξάµβλωµα µε εισαγγελικές εξουσίες και µε ορέξεις κάφρου.

Λίγο να ανοίξεις την τηλεόραση, να διαβάσεις συνεντεύξεις πολιτικών στον Τύπο, να µπεις σε ένα ταξί να σ αρχίσει την ανάλυση ο ταρίφας, να δεις τις αντεγκλήσεις και το επίπεδο ασυνεννοησίας στη Βουλή, θα πεις τώωρα; Αυτή η χώρα έχει πτωχεύσει εδώ και χρόνια. Μόνο που δεν το ήξερε.

Είναι απίστευτη η εικόνα του πλήθους να ορµάει στη Βουλή αποκαλώντας την «µπουρδέλο» που πρέπει να καεί, πιο κάτω να καίγονται ανθρώπινες ζωές κι αυτοί µέσα να διαπληκτίζονται σε επίπεδο µπουγάδας. Εδώ πια δεν πας στο Ευρωπαϊκό Ταµείο, πας και παραδίδεσαι στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και λες «µπαγλαρώστε µε τάχιστα γιατί είµαι επικίνδυνος για τα Δηµόσια και την Υγεία».

Οσο για τους αναλυτές-παρουσιαστές-εισαγγελείς του τηλεοπτικού, εδώ χρειάζεται διεθνές συνέδριο ψυχαναλυτών ψυχιάτρων και νευρολόγων κοινωνιολόγων για να παρακολουθήσει το Μόρφωµα. Το τι λέει το στόµα και το σώµα τους… Διότι ο λόγος τους, ο σχεδόν άναρθρος, συνοδεύεται από κινήσεις χεριών που υψώνονται στον ουρανό άλλοτε µε τη µορφή γροθιάς επαναστατικής υπερδύναµης, άλλοτε µε τις παλάµες να κοιτάει η µία την άλλη µε τα δάχτυλα κλειστά υπό µορφήν ικεσίας, άλλοτε, και πιο συχνά, µε το δάχτυλο (τον δείκτη συγκεκριµένα) σηκωµένο σε στυλ υπέρτατου τιµωρού που κατακεραυνώνει το Κακό.

Και λόγια, λόγια, λόγια… ό,τι του φανεί του Λολοστεφανή. «Φέρτε πίσω τα λεφτά». Χριστιανέ µου, είσαι µε τα καλά σου; Σε κλέψανε ποτέ, και σήκωσες πανό στη βεράντα να γράφει «κύριε κλέφτη, φέρε τα λεφτά µου πίσω, επίσης και το κόκκινο το βραχιολάκι που έχει για µένα συναισθηµατική αξία γιατί µου το δωσε µια γκόµενα µια νύχτα στην Ανάφη»; Ενας άλλος πάλι βγαίνει και κραυγάζει πρωί πρωί «Βαστάτε Ελληνες. Βα στάτε Ελληνες», ο απόγονος του Κολοκοτρώνη µε την άσπρη τούφα της Παναγιωταρέα στο κεφάλι. Από κοντά κι οι πολιτικοί να µη χάσουνε.

Είδα έναν κοµουνιστή βουλευτή να απευθύνεται στον Λαό του και να λέει: «Σύντροφοι και συντρόφισσες, αυτή η συγκέντρωση µου θυµίζει τη Μεγάλη Συγκέντρωση του 1945». Τι να πω και γω;

Ο,τι θυµάται χαίρεται. Επίσης ο Γοργοπόταµος κι η Αλαµάνα σου στέλνουν περήφανο χαιρετισµό. Τα φιλιά µου στην Αλέκα και κουράγιο να της πεις γιατί έµαθα πως έχει πόλεµο.

Κι ύστερα µου λες γιατί γράφω έτσι.

Γιατί ακούω εσένα, καφενόβιε εχθρέ µου κι εαυτέ µου. Γιατί εσύ σαι που µ έµαθες έτσι να τα λέω.
Να γελάω για να µην κλαίω.



ΥΓ: Η Μαργιέττα µου έστειλε µήνυµα στο κινητό. «Θα δούµε τη φρίκη της Χλιδής απ την ανάποδη, αφοδράριστη και µε τις ραφές στα µούτρα».

Γκουντ μπάι Ντουμπάι

Του Σταμάτη Φασουλή

Αυτό το ξενοδοχείο στο Ντουμπάι σκέφτομαι, που ήτανε σαν ανοιχτό πανί στη θάλασσα αλλά στο έξτρα, έξτρα λαρτζ του. Στο υπερφυσικό. Το απάνθρωπο. Που έξυνε τον ουρανό της ερήμου και της αμετροέπειας. Πως θα ρημάζει. Που ήταν όλο επενδεδυμένο με φύλλα χρυσού, γιατί και ο τοίχος δεν μπορεί να είναι σκέτο ντουβάρι.
Με τι μούτρα θα υποδεχθεί τον πλουτοκράτορα ο σκέτος ο σοβάς; Θα μας πάρουνε για ανθρώπους κανονικούς και μετά ποιος θα γυρίσει να μας κοιτάξει;
Και καλά, ο πλουτοκράτωρ λεφτά έχει (πώς τα έχει; Από πού τα έχει;), θέλει κάπου να τα ξοδέψει. Να κάνει ένα «σόπινκ θέραπι» κάτι, ένα «θα τα κάψω τα ρημάδια τα λεφτά μου».
Οι άλλοι όλοι όμως που τους ακολουθούν; Κάτι ψιλοσελέμπριτι της πυρκαγιάς, κάτι ντεκαπαρισμένες, δημοσιογράφους δεν τις λες, γιατί δεν το ΄χουν καβαλήσει καλά το μετερίζι. Πρέσβειρες του πολιτιστικού γίγνεσθαι και της κοινωνικής ενημέρωσης πάλι να τις κατονομάσεις, σαν υπερβολή το βρίσκω, διότι οργανώνουν και διάφορα ιβέντς στο όρθιο με πλαστικά ποτήρια και καναπεδάκια. Κάτι σαν παράσιτες πολυτελείας, που ούτε και όμορφες μπορείς να τις πεις. Ομοιόμορφες μάλλον, λόγω κοινού πλαστικού γιατρού. Σούργελα θα τις πεις να ησυχάσεις. Και δίπλα οι καβαλιέροι- εξώφυλλα που περπατάνε, μιλάνε, γελάνε, πέρδονται Πράντα.

Όλος αυτός ο θίασος που νομίζει ότι έχει πιάσει τη χλίδα απ΄ τ΄ αρχίδια. Και με συγχωρείτε που μιλάω χυδαία, αλλά θέλω να είμαι ασορτί με το θέμα μου και το θέαμα του Ντουμπάι.

Και τώρα; Πώς γκρεμίστηκε έτσι το όνειρο του Βάνδαλου; Πώς έσβησε η ελπίδα των γκόλντεν κάουμπόι;
Και να σκεφθείς με τι πνοή ξεκίνησε αυτό το όλον έκτρωμα. Τι τεχνητά νησιά σε σχήμα γεροφοίνικα, τι χιονοδρομικά κέντρα στη μέση της ερήμου τώρα ε; Όχι Αράχωβες αηδίες και ξεράσματα. Εκεί με το αυγό να ψήνει ο ήλιος έξω και συ μέσα στον θόλο να παίζεις τις χιονόμπαλες στο έλκηθρο καβάλα. Όνειρο.
Τι το θες το Σέσι; Ποιος αδειάζει να το χέσει.
Πετάγεσαι μέχρι το Ντουμπάι και... δεν σ΄ αρέσει το χιόνι; Δίπλα έχει Νέα Υόρκη, Λονδίνο, Παρίσι, Μιλάνο σε συσκευασία του ενός. Όλα τα μαγαζά στα πόδια σου. Επίσης, στου ξενοδοχείου τη σουίτα ανοίγεις την κουρτίνα στο παράθυρο και έρχεσαι μούρη με μούρη μ΄ έναν καρχαρία ίσαμε δέκα μέτρα το θαλάσσιο κτήνος. Γιατί το πολυτελές κατάλυμα βλέπει σε ενυδρείο. Καλά, θέλει πολύ νοσηρή τη φαντασία το κατασκεύασμα της Ερήμου. Δεν είναι έτσι χάιντε χάιντε τον στήσαμε τον μαχαλά. Έχουνε εμπνευσθεί οι άνθρωποι. Γιατί αυτοί οι αρχιτέκτονες - μηχανικοί εργολάβοι- μεταπράτες, μη σας φαίνετε παράλογο, είναι άνθρωποι. Όχι εγώ είμαι αντικειμενικός. Την αλήθεια θα την πω. Όσο σκληρή και να ΄ναι.

Επίσης φοβερό είναι, ήτανε μάλλον, το πλήθος του εξυπηρετικού προσωπικού. Υπήρχε άνθρωπος σου λέει μέχρι να σου αερίζει τις Βενέτα Μποτέγκα κάθε τέσσερις ώρες γιατί και το μπαγκάζ θέλει τη φροντίδα του, αλλιώς θα πιάσει μάκα.

Πάνε πια όλα αυτά. Τέλειωσαν. Όχι δεν είναι ψέμα. Είναι η σκληρή πραγματικότης. Το διάβασα (στο ίδιο περιοδικό που πέρσι με παρότρυνε μετά μανίας να κουβαληθώ στου διαβόλου τον κώλο για να ριλαξάρω στο μέγιστο αυτό κατόρθωμα του Χόμο Σάπιενς, με τα ίδια στοιχεία γραμμένο) ότι καταρρέει, λέει, το άθλιο αυτό κατασκεύασμα του διεστραμμένου ανθρώπινου νου που πήγε να ξεπεράσει τον Θεό κάνοντας την κόλαση του πυρός να μοιάζει με παράδεισο δροσιάς και απόλαυσης. Είχε μάλιστα και φωτογραφίες. Τα ίδια μέρη, αλλά πλέον έρημα και σκοτεινά να τα τρώει η μαύρη η άμμος, η οποία: «Ως ιθαγενής θα βγει και νικήτρια τελικά».

Αλησμόνητη φράση- κλειδί του ρεπόρτερ που πήγε επιτόπου διαδικτυακώς (σε απ΄ ευθείας σύνδεση με το λάπτοπ του) και ενημερώθηκε καταλλήλως .

Τι να πεις. Εγώ λέω να το ρίξω στο τραγούδι, πριν με ρίξει η γρίπη κάτω και να κελαηδήσω το λαϊκό ου μην αλλά και σοφό εκείνο «Είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα στα κάνει συντρίμμια κομμάτια».
πηγη ΤΑ ΝΕΑ