"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΟΖΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΤΟΥΡΚΙΑ: Οι τουρκικές διεκδικήσεις και το Δίκαιο της Θάλασσας

Ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 
Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας χάρτης με τις τουρκικές διεκδικήσεις, οι οποίες καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο του χώρου του βορείου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, σε συνέχεια με τις παραχωρήσεις που είχε κάνει η γειτονική μας χώρα στην τουρκική εταιρεία πετρελαίων. Τα ελληνικά νησιά που έχουν ακτογραμμές στην περιοχή αυτή είτε αγνοούνται πλήρως, είτε η υφαλοκρηπίδα που θεωρητικά αποδίδεται σε αυτές από τις τουρκικές αρχές, είναι μηδαμινή.  


Φυσικά ο χάρτης αυτός έχει περιορισμένη, μηδενική θα έλεγα, αξία, γιατί είναι αποτέλεσμα μιας μονομερούς ενέργειας της γείτονος, που δεν παράγει έννομα αποτελέσματα, καθώς η οριοθέτηση απαιτεί συμφωνία με τα εμπλεκόμενα μέρη, εν προκειμένω την Ελλάδα προς τα δυτικά, την Κύπρο προς τα ανατολικά, και την Αίγυπτο προς τα νότια.


Η χάραξη, ωστόσο, των οριοθετικών γραμμών στην περιοχή έχει έναν προορισμό, καθώς καταδεικνύει τα όρια των διεκδικήσεων της γείτονος στην Ανατολική Μεσόγειο, και αποτελεί, θεωρητικά, μια πρόσκληση προς τους ενδιαφερομένους να επιζητήσουν μιαν άρση της προκληθείσας διαφοράς με διαπραγματεύσεις, που μπορούν να καταλήξουν σε δικαστική επίλυση – αν οι διαπραγματεύσεις αποβούν άκαρπες, ή αν το αντικείμενό τους είναι εξαρχής η σύναψη ενός συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο. Ιδιαίτερα αν λάβουμε υπόψη ότι η περιοχή που καλύπτει η εικαζόμενη ως τουρκική υφαλοκρηπίδα περιλαμβάνει και περιοχές για τις οποίες η Ελλάδα έχει εκδηλώσει, σε προγενέστερο χρόνο, την πρόθεσή της να είναι στην ελληνική αρμοδιότητα, και να έχει επ’ αυτών κυριαρχικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων της. Σε κάθε περίπτωση, και ξεχνώντας τις ελληνικές διεκδικήσεις και το εύρος τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το γεγονός ότι η Τουρκία αγνοεί σχεδόν ολοκληρωτικά την ελληνική υφαλοκρηπίδα που παράγεται από τις γραμμές βάσης των ακραίων ελληνικών νησιών (Ρόδος, Κάρπαθος, Κρήτη), που με τα ανατολικά παράλιά τους έχουν σαφώς προβολή στη θάλασσα αυτήν, έστω με περιορισμένη επήρεια, δίνει την αφορμή στην Ελλάδα να αναζητήσει την επίλυση της διαφοράς μέσω διαπραγματεύσεων ή προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.

 
Τα πράγματα θα δυσκολέψουν αν η Τουρκία επιχειρήσει να θέσει σε εφαρμογή το σχέδιό της να στείλει πλοίο στην περιοχή και να προχωρήσει σε γεωτρήσεις στον βυθό της θάλασσας, που ταυτόχρονα διεκδικείται και από την Ελλάδα, ως δική της υφαλοκρηπίδα. Και δεν θα πρόκειται, βεβαίως, για πράξη που εξομοιώνεται με εισβολή στο εθνικό έδαφος, απλούστατα γιατί η υφαλοκρηπίδα δεν αποτελεί εθνικό έδαφος, αλλά συνιστά περιοχή, που το παράκτιο κράτος έχει αποκλειστικά  λειτουργικά δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του, και που η ενέργεια του τουρκικού κράτους συνιστά αγνόηση της αποκλειστικότητας χρήσης, που το Διεθνές Δίκαιο έχει αποδώσει στην Ελλάδα. Οι συνθήκες δεν αλλάζουν κι αν ακόμα θεωρήσουμε ότι η περιοχή είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), γιατί και εκεί το παράκτιο κράτος έχει λειτουργικά δικαιώματα, πιο εκτεταμένα ratione materiae, είναι η αλήθεια, από αυτά της υφαλοκρηπίδας, αλλά πάντως περιορισμένα από το γεγονός της λειτουργικότητας που προσδιορίζεται από το Δίκαιο της Θάλασσας.

 
Σε κάθε περίπτωση, η Ανατολική Μεσόγειος δεν έχει οριοθετηθεί ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία, έτσι ώστε να επιλυθεί το ζήτημα του τι ανήκει στον καθένα. Η Ελλάδα στηριζόμενη στην υπόθεση ότι το Καστελλόριζο της προσφέρει, με την προβολή των ακτών του, ένα μεγάλο τμήμα ΑΟΖ διεκδικεί μια περιοχή που εξικνείται ώς την ΑΟΖ της Κύπρου, ενώ η Τουρκία στηριζόμενη στο μήκος των ακτών της διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος στη θάλασσα αυτήν. Και όπως είπαμε παραπάνω, οι διεκδικήσεις αυτές πάσχουν από μια μονομέρεια, που δεν δημιουργεί δίκαιο. 


Μόνον η επίλυση του προβλήματος με διαπραγματεύσεις, πράγμα απίθανο, αν λάβουμε υπόψη μας την οξύτητα των σχέσεων και τις διαμετρικά αντίθετες και συγκρουόμενες θέσεις των δύο μερών, ή –κάτι που δείχνει ως μονόδρομος, υπό τις σημερινές συνθήκες– η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο για μια συνολική λύση, που να περιλαμβάνει και το Αιγαίο, είναι δυνατόν να τερματίσει μια επικίνδυνη εκκρεμότητα. Η οποία παίρνει διαστάσεις, και μπορεί, μέσα από την απουσία ουσιαστικής επικοινωνίας, να εκφύγει του ψύχραιμου ελέγχου των αντιτιθέμενων μερών.

 
Το ζήτημα, λοιπόν, είναι να πεισθεί η Τουρκία για μια προσφυγή στη Χάγη, κάτι που θα έχει ως συνέπεια την έναρξη διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συνυποσχετικού για την παραπομπή, και, συνακόλουθα, όσο θα διαρκούν αυτές, τη συνομολόγηση μιας συμφωνίας –η οποία είναι αυτονόητη– ότι τα δύο μέρη θα απέχουν από οποιαδήποτε ενέργεια στην κρίσιμη περιοχή, που θα δυσχεράνει την ειρηνική εξεύρεση της επιθυμητής λύσης. Πράγμα που θα παρεμποδίσει την Τουρκία στα σχέδιά της να στείλει πλωτά μέσα και να ξεκινήσει εξερεύνηση του υποθαλάσσιου πλούτου στην περιοχή.

 
Το κρίσιμο θέμα είναι πώς θα πεισθεί η Τουρκία να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού τόσα χρόνια δεν το έχει πράξει. Μόνη εξαίρεση ήταν το Ελσίνκι, αλλά τότε οι συνθήκες ήταν διαφορετικές, αφού τόσο η Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και η Τουρκία σφόδρα επιθυμούσαν την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της δεύτερης με την πρώτη. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, και ο μόνος λόγος που μπορεί να πείσει την Τουρκία, είναι...

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - Η Μεγάλη Χίμαιρα: Οι συντεταγμένες και το Δίκαιο της Θάλασσας

Ομότιμος καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του ΕΚΠΑ.


Ο​​ταν εκφέρεται στον δημόσιο λόγο μια άποψη, αυτή κινδυνεύει να γίνει πέτρωμα για την κοινή γνώμη και να νομιμοποιηθεί, εάν δεν εναντιωθεί κανείς σε αυτήν με επιχειρήματα. Αυτό το αξίωμα με αναγκάζει να γράψω αυτή την απάντηση στον αξιοσέβαστο συνάδελφο κ. Αγγελο Συρίγο, που στο φύλλο της κυριακάτικης «Καθημερινής» της 26ης Νοεμβρίου, δημοσίευσε άρθρο με τον τίτλο «Πράγματα που γίνονται και δεν λέγονται».


Στο άρθρο αυτό, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνεται και η άποψη ότι η Ελλάδα θα πρέπει να προχωρήσει σε κατάθεση, στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, συντεταγμένων θαλασσίων ζωνών (υφαλοκρηπίδα, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη [ΑΟΖ]), που σε συνδυασμό με αντίστοιχες ενέργειες της Κύπρου θα προσέφεραν, επιτέλους, στην Ελλάδα την πολυπόθητη οριοθέτηση των ζωνών αυτών στην Ανατολική Μεσόγειο. Εστω εμμέσως, έστω de facto.


Η άποψη αυτή ενέχει τεράστιους κινδύνους και φέρνει τη χώρα μας σε αμυντική θέση και σε θέση παραβάτη του Διεθνούς Δικαίου. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (η λεγόμενη Σύμβαση του Montego Bay, του 1982), την οποία η Ελλάδα έχει επικυρώσει και που η Τουρκία είναι υποχρεωμένη να σέβεται, ως εθιμικό δίκαιο, ως προς τις ουσιαστικές διατάξεις της, απεχθάνεται μονομερείς ενέργειες σε περιπτώσεις θαλάσσιας στενότητας. Στις περιπτώσεις που το πλάτος των θαλάσσιων περιοχών είναι μικρότερο των 400 ν. μιλίων (δηλ. το διπλάσιο από το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο επέκτασης της υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ, που κάθε παράκτιο κράτος δικαιούται να διεκδικεί), τότε η οριοθέτηση των ζωνών αυτών πρέπει να γίνεται με συμφωνία των ενδιαφερομένων μερών.  


Αυτό ορίζουν τα άρθρα 83 (Οριοθέτηση της ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας μεταξύ κρατών των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες) και 74 (Οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης μεταξύ κρατών των οποίων οι ακτές είναι παρακείμενες ή αντικείμενες). 


Τα άρθρα αυτά τονίζουν ότι η οριοθέτηση θα πρέπει να γίνεται με βάση το Διεθνές Δίκαιο και να καταλήγει σε ένα δίκαιο αποτέλεσμα. Επειδή οι διατάξεις αυτές μεταβάλλουν το Διεθνές Δίκαιο, κατά το μέτρο που αυτό είχε διαμορφωθεί από τη Σύμβαση της Γενεύης για την υφαλοκρηπίδα (1958) και η οποία προέβλεπε οριοθέτηση με βάση τη μέση γραμμή/γραμμή ίσης απόστασης, το Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται στα χέρια και στη σοφία του Διεθνούς Δικαστηρίου, το οποίο με την πλούσια νομολογία του, έχει πια προσδιορίσει ποιο είναι το δίκαιο και τι είναι δίκαιο αποτέλεσμα. Πάντως, όπως το ίδιο το Δικαστήριο έχει αποφανθεί, κάθε περίπτωση οριοθέτησης είναι μοναδική και δεν ισχύουν κανόνες γενικοί που να την προκαθορίζουν.


Με βάση τα παραπάνω λεχθέντα, είναι σαφές ότι η Ελλάδα, αν προχωρήσει σε οριοθέτηση μονομερώς, αγνοώντας την Τουρκία, η οποία έχει κι αυτή δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο, λόγω του μήκους των ακτών της –που είναι ένα από τα νομολογιακά κριτήρια του Διεθνούς Δικαστηρίου, κι ίσως το σοβαρότερο– θα βρίσκεται σε...

ΤΟΥΡΚΙΑ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Διεθνές Δίκαιο περί ΑΟΖ και "αβλαβών διελεύσεων" και... Mπαρμπαρός!

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ομότιμου καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Τα γεγονότα είναι γνωστά: η Τουρκία, με το πρόσχημα της εγγυήτριας δύναμης, και με βάση το δεδομένο ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προχωρήσει στην ανάθεση ερευνών και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της ΑΟΖ -που είναι αποτέλεσμα της οριοθέτησης της ζώνης αυτής με τις γειτονικές της χώρες, την Αίγυπτο και το Ισραήλ- χωρίς τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων, προχώρησε στην αποστολή του «Μπαρμπαρός» στην περιοχή της κυπριακής ΑΟΖ, για έρευνες, συνοδευόμενο, μάλιστα, από τουρκικά πολεμικά πλοία για την προστασία του.
Αυτή η τουρκική ενέργεια είναι σαφώς αντίθετη με το Διεθνές Δίκαιο

Πρώτον, γιατί δεν στηρίζεται στη Συμφωνία Εγγύησης, που, κι αν είναι ακόμα ισχυρή, προϋποθέτει διαβούλευση των μερών πριν από κάθε ενέργεια, και τέτοια διαβούλευση μεταξύ της Τουρκίας και των άλλων εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο) δεν έλαβε χώρα. Στο σημείο αυτό πρόκειται για επανάληψη της ίδιας συμπεριφοράς με αυτήν της εισβολής του 1974, όπου πάλι η Τουρκία προχώρησε σε πολεμικές ενέργειες παραλείποντας τη διαβούλευση με τις υπόλοιπες εγγυήτριες δυνάμεις.
Δεύτερον, γιατί παραβιάζει κατάφωρα τα κυριαρχικά δικαιώματα που έχει η Κύπρος στην ΑΟΖ της. Η περιοχή της ΑΟΖ είναι sui generis περιοχή, δηλ. είναι περιοχή που δεν αποτελεί ανοιχτή θάλασσα (όπου το κάθε κράτος μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματα της ελευθερίας των θαλασσών, περιλαμβανομένης και της θαλάσσιας έρευνας), αλλά μια περιοχή όπου το παράκτιο κράτος ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα στην εξερεύνηση και εκμετάλλευση του θαλάσσιου και υποθαλάσσιου πλούτου αποκλειστικά, επιτρέποντας, μόνον, την άσκηση του δικαιώματος της ναυσιπλοΐας στα ξένα πλοία.

 Προφανώς το «Μπαρμπαρός» δεν ασκεί εκεί το δικαίωμα της ελεύθερης ναυσιπλοΐας.
Ούτε είναι δυνατόν η Τουρκία να επικαλεστεί ότι έχει δικαιώματα αυτοτελή στην ΑΟΖ ή στην υφαλοκρηπίδα, γιατί ο γήινος όγκος του νησιού διακόπτει την πρόσβαση προς τον Νότο της τουρκικής ΑΟΖ ή υφαλοκρηπίδας

Η υφαλοκρηπίδα έχει, εξάλλου, οριοθετηθεί με τη συμφωνία που υπέγραψε η Τουρκία με το ψευδοκράτος, και η οποία μοιράζει την υφαλοκρηπίδα του βορείου θαλασσίου τμήματος ανισομερώς (προς όφελος της Τουρκίας), με μια γραμμή η οποία αποτελεί το θαλάσσιο όριο των τουρκικών διεκδικήσεων

 Κατά συνέπεια, η Τουρκία δεν έχει δικαιώματα εξερεύνησης και εκμετάλλευσης στην περιοχή, που να προκύπτουν από το Διεθνές Δίκαιο.
Προφανώς οι τουρκικές ενέργειες μπορεί να αποδοθούν στην διάθεση του κ. Ερντογάν να δείξει πως η κρίση στη χώρα δεν τον εμποδίζει από το να ασκεί μια δυναμική εξωτερική πολιτική, στηριγμένη στις κανονιοφόρους, και πως το κουρδικό πρόβλημα δεν του αφαιρεί τη δυνατότητα να ασκεί πολιτική σε άλλους κρίσιμους τομείς.Ταυτόχρονα αποτελεί μια απάντηση προς την Κύπρο και την Ελλάδα για τη συνάντηση της τριμερούς Ελλάδας-Κύπρου-Αιγύπτου.

Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για τον πλου του τουρκικού πολεμικού στο Αιγαίο
Το πολεμικό πλοίο έκανε μια ανορθόδοξη διαδρομή, πλέοντας μέσα από στενά που αναμφίβολα αποτελούσαν ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη. Αν και μια τέτοια ενέργεια δεν παραβιάζει, καταρχήν, το Διεθνές Δίκαιο, γιατί η αβλαβής διέλευση στην αιγιαλίτιδα ζώνη αποτελεί δικαίωμα κάθε κράτους για τα εμπορικά και πολεμικά πλοία που φέρνουν τη σημαία του, ωστόσο η διαδρομή που ακολούθησε το πολεμικό γεννάει ερωτήματα γύρω από τη σκοπιμότητα της ενέργειας:  

ΤΟΥΡΚΙΑ και ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ: Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής οι Πασάδες και το Διεθνές Δίκαιο

Καθηγητή Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η πάροδος δεκαπέντε χρόνων από τον θάνατο του Κωνσταντίνου Καραμανλή έφερε στο προσκήνιο, μέσα από δημόσιες εκδηλώσεις και δημοσιεύσεις, το πολυσχιδές έργο του σημαντικού αυτού πολιτικού. Αν και τονίστηκαν, στις περισσότερες από αυτές, όλες σχεδόν οι εκφράσεις της πολιτικής του, περιέργως υποβαθμίστηκε μία από τις σημαντικότερες:
  Η ριζική απομάκρυνση από μιαν ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία, σε περίοδο αιχμηρής έξαρσης της κρίσης, και η υποκατάστασή της με μια διαδικασία ειρηνικής επίλυσης των διαφορών, στη βάση του Διεθνούς Δικαίου.

Η επιτυχία αυτή, εν μέσω της κυπριακής τραγωδίας και της συνολικής αμφισβήτησης του καθεστώτος του Αιγαίου από τη γειτονική χώρα, οφείλεται σε σειρά εύστοχων και ψύχραιμων διπλωματικών χειρισμών, τη χρήση των ερεισμάτων της χώρας και του διεθνούς παράγοντα, αλλά και την ετοιμότητα της χώρας να συζητήσει, παρά τις τουρκικές ακρότητες, τα ζητήματα που ανέκυπταν από τις νεόφερτες διεκδικήσεις. Να συζητήσει, όχι να συναινέσει στην ουσία τους. Και το κυριότερο, να τα συζητήσει με χρήση του Διεθνούς Δικαίου, που σε όλη τη διάρκεια των διμερών ανταλλαγών της περιόδου 1975-81 χρησιμοποιήθηκε όχι ως πρόσχημα, με χρήση «ιδιοσυγκρασιακών» ερμηνειών, αλλά με αυθεντική προσήλωση στο γράμμα του διεθνούς νόμου και του τρόπου που αυτό είχε καθιερωθεί από την πρακτική των κρατών και τη διεθνή νομολογία. 

Σε αυτό συνέτεινε και η βαθιά γνώση του αντικειμένου από την πλευρά των Ελλήνων διαπραγματευτών (Β. Θεοδωρόπουλος, Ι. Τζούνης κ.ά.), που κινήθηκαν με άνεση μέσα στις συμπληγάδες σημαντικά διαφορετικών θεμάτων. Και διατήρησαν σε όλα αυτά, διαδικαστικά και ουσιαστικά, το Διεθνές Δίκαιο στο επίκεντρο των συζητήσεων.

Από πλευράς διαδικασίας –και ας αρχίσουμε από αυτήν, γιατί αυτό ήταν το κύριο ζητούμενο, που θα διαμόρφωνε τη μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων–, η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε τη διαπραγμάτευση «εφ’ όλης της ύλης», στη βάση πάντοτε του Διεθνούς Δικαίου. 

Αποδέχθηκε την ύπαρξη διαφορών για διαπραγμάτευση, ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις του Διεθνούς Δικαίου, σύμφωνα με το οποίο μια διαφορά υφίσταται από τη στιγμή που προκύπτουν αντίθετες απόψεις γύρω από ένα νομικό θέμα ή ένα πραγματικό γεγονός, και ότι η αποδοχή της διαφοράς δεν ισοδυναμεί με νομιμοποίηση της ουσίας των θέσεων του κράτους που την επικαλείται. Αποδέχθηκε, επίσης, τη μέθοδο των διαπραγματεύσεων, που αποτελεί το πρώτο στάδιο για την ειρηνική επίλυση των διαφορών, έτσι όπως ορίζεται από το άρθρο 33 του Χάρτη του ΟΗΕ, το οποίο προβλέπει τους τρόπους επίλυσης. Ενα στάδιο, μάλιστα, που σύμφωνα με τη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου (υπόθεση της Βόρειας Θάλασσας, 1969) είναι υποχρεωτικό και πρέπει να εξαντληθεί με ουσιαστικές συζητήσεις, πριν από την προσφυγή σε άλλα μέσα επίλυσης. Και σε αντίθεση με ορισμένες πάγιες αντιλήψεις που ισχύουν στη χώρα μας, διαπραγμάτευση δεν σημαίνει απεμπόληση του Διεθνούς Δικαίου, αλλά κατάλληλη χρήση του, ως βάσης επίλυσης.

Αλλά η πολιτική Καραμανλή δεν περιορίστηκε στις διαπραγματεύσεις. Θεωρώντας, και ορθώς, ότι το κύριο πρόβλημα ήταν η διαφορά για την υφαλοκρηπίδα, προσπάθησε να την απομονώσει με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Σε μια δύσκολη, μάλιστα, στιγμή, όπου η νομολογία περνούσε ένα στάδιο μετάβασης και όπου η πρόγνωση ήταν εξαιρετικά δυσχερής. Η υπαναχώρηση της Τουρκίας και η απόρριψη από το Δικαστήριο της μονομερούς προσφυγής που ακολούθησε την υπαναχώρηση δεν επέτρεψαν την επίλυση της υπόθεσης, κάτι, βέβαια, που μπορεί να αποδοθεί και σε ένα λάθος τακτικής της ελληνικής πλευράς, η οποία, παράλληλα με την προσφυγή, κατέφυγε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας και, μεταγενέστερα, συμφώνησε για τη συνέχιση των διαπραγματεύσεων, με το Πρακτικό της Βέρνης κι ενώ διαρκούσε η εκκρεμοδικία.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και ΕΛΛΑΔΑ: Γιατί η χώρα μας ΔΕΝ πρέπει να φοβάται το αγγλικό δίκαιο

Toυ ΧΡΗΣΤΟΥ ΡΟΖΑΚΗ

Ενα από τα κεντρικά ερωτήµατα που επανέρχονται στη δηµόσια συζήτηση για το ελληνικό χρέος αφορά την κυριαρχία της χώρας, η οποία, κατά µία άποψη, τραυµατίζεται από τον παρεµβατικό ρόλο της ΕΕ και του ∆ΝΤ στα εσωτερικά της. Ξεχνούµε όµως ότι αυτές οι παρεµβατικές εκδηλώσεις είναι το αποτέλεσµα της κυρίαρχης, ακριβώς, βούλησής µας να ενταχθούµε σε δύο απαιτητικούς οργανισµούς, οι οποίοι, και µε τη συγκατάνευσή µας, επιτελούν ένα έργο βαθµιαίας οικουµενικής ή περιφερειακής ολοκλήρωσης. Συµµετοχή σε τέτοιους µηχανισµούς αποτελεί έκφραση της κυριαρχίας – όπως και οι παραχωρήσεις εθνικών αρµοδιοτήτων –, αφού το κράτος που αποφασίζει µια τέτοια διεθνή δια δροµή συνήθως προσµετρεί τα κέρδη και τις απώλειες, και ανάλογα πράττει. Εξάλλου πολλά από τα µέτρα που έχουν επιβληθεί από αυτούς τους οργανισµούς ή θα έπρεπε εγκαίρως να είχαν αυτοβούλως εφαρµοστεί από την Ελλάδα ή θα έπρεπε εγκαίρως να τα είχαµε διαπραγµατευθεί πριν συµφωνήσουµε σε αυτά. 

Είναι βέβαιο ότι αν ο χρόνος που παρήλθε άπρακτος είχε ορθά χρησιµοποιηθεί – στα πρώτα στάδια της διαπίστωσης των προβληµάτων –, η βιαιότητα των µέτρων θα είχε σε µεγάλο βαθµό µετριαστεί

Μια ειδική περίπτωση εικαζόµενης µείωσης της κυριαρχίας µας, µέσα στο πολύπλοκο πλέγµα των νέων υποχρεώσεών µας, είναι και η υπαγωγή της συµφωνίας για το PSI στο αγγλικό δίκαιο.  

Κατά µιαν άποψη, και πάλι, µια τέτοια απεµπόληση της εθνικής δικαιοδοτικής ικανότητας, όπου κάθε διαφορά σχετικά µε την τήρηση των υποχρεώσεών µας απέναντι στους δανειστές θα κρίνεται από αλλοδαπό δίκαιο – και µάλλον από αλλοδαπά ή διεθνή όργανα – αποτελεί άλλη µια εκδήλωση µείωσης της κυριαρχίας.

Αν και κανένας δεν µπορεί να αµφισβητήσει αυτή την πραγµατικότητα, σκόπιµο θα ήταν να διερευνήσουµε τις ακριβείς διαστάσεις της. Με τις παρακάτω παρατηρήσεις:

Πρώτον, η ρήτρα εφαρµογής του αγγλικού δικαίου σχετικά µε διαφορές για τις δανειακές υποχρεώσεις µας προς ιδιώτες είναι τµήµα µιας εξαιρετικά ευνοϊκής συµφωνίας, που αν συναφθεί απαλλάσσει την Ελλάδα από ένα σηµαντικό µέρος του χρέους της. Χωρίς, µάλιστα, τις επώδυνες εξελίξεις µιας διαφορετικά τραγικής χρεοκοπίας. Για να συναινέσουν οι δανειστές µας σε αυτό, είναι εύλογο να ζητήσουν ορισµένες εγγυήσεις ότι το υπόλοιπο του χρέους θα καταβληθεί ή ότι, σε κάθε περίπτωση, θα υπάρχει ένα αντικειµενικό σύστηµα επίλυσης διαφορών, που δεν µπορεί να επηρεαστεί από τα συµφέροντα του δανειολήπτη. Λογικό αίτηµα, αν λάβει κανείς υπόψη του τη ζηµία των δανειστών, όπως και, δυστυχώς, την αναξιοπιστία µας, ως σήµερα, στην εξυπηρέτηση του χρέους. 

ΣΥΓΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΝΕΣ: Εθνικά κυριαρχικά δικαιωματα και ΑΟΖ

Η έννοια της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης και η ελληνική εξωτερική πολιτική

του Χρήστου Ροζάκη

Θα ξεκινήσω την αναλυση μου με μια σύντομη ιστορική αναδρομή, η οποία, πιστεύω, ότι βοηθάει στην καλύτερη κατανόηση των λόγων που οδήγησαν τη διεθνή κοινότητα στην σχετικά πρόσφατη καθιέρωση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ). Σε ένα γενικότερο επίπεδο, το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου σηματοδοτεί την εγκατάλειψη της κυρίαρχης προπολεμικής –και διαχρονικά κραταιής- αντίληψης ότι η βασική χρήση των θαλασσών συμπίπτει με τη ναυσιπλοΐα, και δευτερευόντως με την αλιεία. Μια τέτοια αντίληψη είχε δώσει προτεραιότητα στην αρχή της ελευθερίας των θαλασσών, περιορίζοντας τα παράκτια κράτη σε περιορισμένες ζώνες αιγιαλίτιδας, μέσα στις οποίες και ασκούσαν κυριαρχία, σχεδόν ισοδύναμη με αυτήν του χερσαίου εδάφους, κι εξυπηρετούσαν, έτσι, βασικά μελήματά τους, κυρίως αυτό της ασφάλειας.

Η διαπίστωση, όμως, μέσα από τις επιστημονικές εξελίξεις, ότι η θάλασσα κρύβει πλουτοπαραγωγικούς πόρους στο βυθό και το υπέδαφός της, σε συνδυασμό με τις τεχνολογικές προόδους που κατέστησαν δυνατή την εκμετάλλευσή τους, οδήγησαν, βαθμιαία σε μια αναθεωρηση αυτής την σχετικά μοναδικής προτεραιότητας, και στη δημιουργία νέων νομικών καθεστώτων στο Δίκαιο της θάλασσας. 

Καθεστώτα, τα οποία διευρύνουν τη δικαιοδοσία των κρατών στη θάλασσα, πέρα από την αιγιαλίτιδα, παρέχοντας δυνατότητες στα κράτη, κι αργότερα στην ίδια τη διεθνή κοινότητα να νομιμοποιήσει την αποκλειστική εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πόρων του βυθού και του υπεδάφους του –όπως και σε άλλες θαλάσσιες περιοχές-, αλλά και τα οποία επιχειρούν να συμβιβάσουν τη διατήρηση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας με τα νέα δικαιώματα χρήσης των θαλασσών. Η πρώτη ζώνη που διαμορφώνεται με αυτές τις νέες αντιλήψεις είναι, βέβαια, η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα.