"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΤΟΥΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΝουΔο-γαλαζαίικο "ΕΠΙΤΕΛΙΚΟ" ΚΟΥΛΟΧΑΝΕΙΟ: Μην είν’ οι κάμποι; Μην είναι τα βουνά; Μια μπαρμπουτιέρα είναι

2023: Ατμομηχανή της ελληνικής οικονομίας ο ΤΖΟΓΟΣ !! - Κίνημα Υπέρβαση

 


Γράφει ο  Θεόδωρος Παντούλας

Ο πύργος του «Ελληνικού» δεν είναι απλώς το ψηλότερο κτίριο της χώρας. Είναι ένα καθόλα εμβληματικό κτίριο.

Συμβολίζει «τη στροφή της Ελλάδος», τον νέο της προσανατολισμό.

Ένας Υπουργός –και καλά αρχαιομαθής–  προσδιόρισε τον πύργο, «κατ’ αναλογίαν», ως τον σύγχρονο Παρθενώνα! Αυτό, μας εξήγησε, «θα είναι το νέο πρόσωπο της χώρας στο εξωτερικό». Επιπλέον, στο εσωτερικό θα δημιουργηθούν χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.

Κι αν η αμετροεπής σύγκριση με τον Παρθενώνα αμφισβητείται από πολλούς, τις θέσεις εργασίας ουδείς τις αμφισβητεί.  Θα γεμίσει η Αθήνα μεσίτες, σεκιουριτάδες, σερβιτόρους, παρκαδόρους και κρουπιέρηδες.

Και όλα αυτά θα λάβουν χώρα σε μια περιοχή που λέγεται «Ελληνικό» – δεν πρόκειται για φάρσα, αλλά για ειρωνεία της ιστορίας. Στην παραγωγικά αποψιλωμένη γωνιά μας προτεραιότητα της Πολιτείας είναι, όσος τόπος μένει ανεκμετάλλευτος από ξαπλώστρες και φωτοβολταϊκά, να γίνει ένα γιγαντιαίων διαστάσεων καζίνο! 

Να γίνει, δηλαδή, ένα ευρύχωρο στέκι χαρτοκλεπτών, παρότι ο τζόγος είναι υπαίτιος για ουκ ολίγα στραπάτσα με εκτεταμένες κοινωνικές επιπτώσεις που επί των ημερών μας δεν αφορούν μόνο πλούσιους χασομέρηδες ή επίδοξους τυχοδιώκτες.  Αφορούν τους πάντες αφού το τζογάρισμα από έθος του περιθωρίου συστήνεται σαν δημοφιλής δραστηριότητα, σαν διασκεδαστική αναψυχή, σαν πρόξενος χαράς.  Σαν ένα πάνδημο «παιχνίδι».

«Παίξτε υπεύθυνα», μας προτρέπει ακαταπαύστως ο διαφημιστικός καταιγισμός που ενδύεται τα πέπλα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, μιας ανοιχτοχέρας ευθύνης που παρέργως «χρηματοδοτεί» ανώνυμες εταιρίες, οι αγωνιστικές επιδόσεις των οποίων είναι στοιχηματικού μάλιστα ενδιαφέροντος! 

Η Ελλάδα πιά δεν αναστενάζει στα γήπεδα που αδειάζουν από φιλάθλους, αλλά στις οθόνες που οι ταλαίπωροι παίζουν τα ρέστα τους. Και το ποντάρισμα από δυσπρόσιτη δραστηριότητα των ολίγων, γίνεται ευπρόσιτη ενασχόληση των πολλών μέσω των εφαρμογών που έρχονται και σε βρίσκουν 24/7 στο τηλέφωνό σου.

Ο ετήσιος τζίρος αυτής της δραστηριότητας ξεπερνά τα 30 δισεκατομμύρια και αυτοί που τον κατορθώνουν δεν είναι συγγενείς του Τζον Τάραμας. Είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Και για τον αριθμό τους και για τα ποσά που «επενδύουν» υπάρχουν δεδομένα και, δυστυχώς, υπάρχουν και ελληνικές πρωτιές, οι οποίες, όλως παραδόξως, μας αφήνουν αδιάφορους, θεωρώντας ανοήτως πως αν δεν μιλάμε για το κακό, αυτό παύει και να υπάρχει.

Εξαίρεση σε αυτή τη συμπεφωνημένη (και λαλέουσα) σιωπή ο Σταύρος Ξαρχάκος.  Αγνοώ τι χρωστά ο ίδιος στην Ελλάδα, αλλά γνωρίζοντας τι του χρωστάμε οι επίλοιποι, εκτιμώ ότι δεν είναι να πέφτουν κάτω οι μετρημένες κουβέντες του. Ο συνθέτης, κατά την πρόσφατη βράβευσή του από το Ελληνικό Κοινοβούλιο, έκανε έκκληση στον Πρωθυπουργό να σώσει τη νεολαία από τον τζόγο.

Κι επειδή στον δημόσιο βίο, συνήθως, υποληπτόμαστε τους μανατζαραίους κι όχι τους δημιουργούς, δεν ξέρω αν τον πήρε στα σοβαρά ο Πρωθυπουργός. Αυτό που ξέρω είναι ότι, λίγες ημέρες μετά τη βράβευση του συνθέτη, κυβερνητικός παράγοντας σε σχετική ημερίδα, αφού επιβεβαίωσε ότι ο κλάδος των ηλεκτρονικών παιγνίων πάει τρένο κι έχει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης, ξεθηκάρωσε κατά του παράνομου τζόγου που –άκουσον, άκουσον– στερεί έσοδα από τον νόμιμο, αλλά και από την Πολιτεία, που οφείλει μέσω των μηχανισμών της να τον κάνει ντα και να επιβάλει την «τάξη».

–Και τι θες να γίνει, ακούω ήδη τις ενστάσεις σας. Να μείνει παράνομη κι αφορολόγητη αυτή η δραστηριότητα;

Όχι. Θέλω όμως να προηγηθούν δύο άλλα πράγματα.

Πρώτον, η Πολιτεία να μην κρατάει φανάρι σε επιβλαβείς δραστηριότητες και δεύτερον, να ενημερωθούν οι προαγωγοί της σύννομης λωποδυσίας ότι στην χώρα υπάρχουν κι άλλες έκνομες δραστηριότητες που δεν φορολογούνται, ακριβώς επειδή η Πολιτεία τις αφήνει στις παρυφές της, μιας και μέχρι σήμερα δεν διανοήθηκε να τις ξεπλύνει με το φτηνό επιχείρημα της απώλειας εσόδων. Άλλωστε, όπως ορθοτόμησε ο Θανάσης Βέγγος, ως θυμόσοφος «Θρασύβουλας», «όλα είναι ατμός και διαλύονται. Το χρήμα είναι ατμός και φεύγει».

Άλλα είναι τα κεφαλαιώδη:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δημοκρατία που μπάζει από παντού

Uploaded Image 

 

Toυ Θεόδωρου Παντούλα

«Οι νόμοι ισχύουν για τους εχθρούς· για τους φίλους (οι νόμοι) ερμηνεύονται». Αυτός ο αφορισμός αποδίδεται σε πρωθυπουργό ξένης χώρας και ελέχθη πολύ πριν θεωρηθεί κανονικότητα ο μπερλουσκονισμός.

Τον θυμήθηκα όμως συλλογιζόμενος ότι και στα μέρη μας η διάκριση των εξουσιών κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Δεδομένη είναι η ομοφωνία ότι «η δημοκρατία είναι το χειρότερο πολίτευμα, εξαιρουμένων όλων των άλλων».

 Το χειρότερο, όμως, είναι ότι δεν κουβεντιάζουμε ούτε για το περιεχόμενό της ούτε για την ποιότητά της.

Εάν μείνουμε στην ετυμολογία, η «διακυβέρνηση από τον δήμο», θα τάραζε πολλούς «δημοκράτες».

Μην τους ταράξουμε. Ας μείνουμε στον Νορμπέρτο Μπόμπιο, που την προσδιόρισε πρωτίστως σαν «ένα σύνολο κανόνων και διαδικασιών για τη λήψη συλλογικών αποφάσεων, στο πλαίσιο του οποίου προβλέπεται και διευκολύνεται η όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή των ενδιαφερομένων».

Απόληξη όλων αυτών των διεργασιών είναι οι εκλογές. Θεωρητικά όλοι έχουμε το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι. Για να πολιτευτεί όμως κάποιος δεν αρκεί η επάρκεια και η διάθεση προσφοράς. Οι υποψηφιότητες συχνάκις κληροδοτούνται και πάντοτε εγκρίνονται από τον, μάλλον άσφαλτο, αρχηγό.

Επιπλέον, όλοι γνωρίζουμε ότι όποιος δεν διαθέτει μηχανισμούς στήριξης και προβολής, τον τρώει η μαρμάγκα. Δεν ξεκινούν, δηλαδή, όλοι από την ίδια αφετηρία.

Επειτα, η ίδια η λειτουργία των κομμάτων, που ως οργανωμένες μειοψηφίες υπερτερούν των ανοργάνωτων πλειοψηφιών, απαιτεί κεφάλαια που, ακόμη κι αν παριστάνουμε τους ανήξερους, όλοι πάλι γνωρίζουμε ότι δεν μαζεύονται από εισφορές μελών. Ακόμη και τα εμφανή κεφάλαια της κρατικής χρηματοδότησης είναι φιλοδωρήματα, και μάλιστα καταφανώς άνισα κατανεμημένα. Και πάλι, δηλαδή, δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.

 

Τέλος, η εκκλησία του δήμου, στην οποία, υποτίθεται, θα διαβουλεύονταν οι πολίτες, έχει αντικατασταθεί από τις τηλεοπτικές οθόνες και τους παράλληλους μονολόγους τους. Η πρόσβαση σε αυτές, παρότι οι συχνότητες είναι δημόσιος χώρος, δεν ελέγχεται από τον δήμο. Εδώ, δηλαδή, κι αν δεν ξεκινούν όλοι από την ίδια αφετηρία.

Εντέλει οι πολίτες, καταπονημένοι από τους ψευτοκαβγάδες που γίνονται στο όνομά τους, αλλά ερήμην τους και αποστερημένοι των κοινωνικών δεσμών τους, φτάνουν σαν καταϊδρωμένοι singles στις κάλπες και απρόσκοπτα συνδεδεμένοι με τον κυβερνοχώρο δεν επιλέγουν κυβέρνηση, αλλά υποκύπτουν στον εκβιασμό μεταξύ της κακής και της χειρότερης εφαρμογής. Κι αν επιλέξουν κάτι «λάθος» –ανθρώπινα τα λάθη, ανθρώπινα και τα δημοψηφίσματα, για παράδειγμα–, οι σέρβερ των κομμάτων βρίσκουν τρόπους έγκαιρης «διόρθωσης».

Τα αποτελέσματα της εκλογικής διαδικασίας –την οποία επ’ εσχάτων κι αυτή τη διεκπεραιώνουν ιδιωτικές επιχειρήσεις– είναι υπαγορευμένα εν πολλοίς από τις δημοσκοπήσεις, τις οποίες πραγματοποιούν επίσης ιδιωτικές επιχειρήσεις, που έχουν και εργοδότες και εντολοδότες.

Ολα τα παραπάνω κι άλλα που δεν χωρούν στην επιφυλλίδα δημιουργούν και καλλιεργούν τη δυσπιστία του εκλογικού σώματος που, προϊόντος του χρόνου, αποδοκιμάζει κάθε ενασχόληση με την πολιτική και υιοθετεί την πολλαπλώς επιβλαβή (και δημοφιλή) διάδοση ότι «δεν γίνεται τίποτα», «όλοι ίδιοι είναι», «δεν είμαστε άνθρωποι», «έτσι είναι το ρωμαίικο» κ.λπ.

Και ενώ το Σύνταγμα ορίζει υποχρεωτική τη συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία, η αποχή, με τη σιωπηλή ανοχή όλων των κομμάτων που αρκούνται στην προσέλευση των ακολούθων τους, δεν έχει πλέον καμία κύρωση. Και, προφανέστατα, και καμία έκπληξη. Οι επιφυλακτικοί δεν είναι απλώς χωρίς εκπροσώπηση. Είναι αόρατοι.

Ετσι, την επομένη των εκλογών, έχοντας εμπεδώσει τη μετασκευή του λαού σε «κοινή γνώμη», καταλήγουμε…

 

ΔΙΕΘΝΗ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Oταν η φάρσα περνιέται για πρωτοπορία

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Θεόδωρου Παντούλα

Η ζωή ανέκαθεν είχε βάσανα. Λέρωνε τα χέρια της και ίδρωνε τη φανέλα της. Δεν έρχονται όλα όπως τα θες. Πέφτεις, σηκώνεσαι και φτου κι από την αρχή για την επόμενη αναποδιά. Αλλά έχει και χαρές – μικροχαρές το περισσότερο, αλλά χαρές. Μπορεί να μην έρχεται ο κόσμος στα ίσα του, αλλά κάθε φορά που τελειούται ένα εργόχειρο, παρά τον κάματο, κάπως αλλιώτικα λαμποκοπάνε οι βιοτές κι εκείνοι που τις πήραν στα χέρια τους.

Η τέχνη πάλι, ιδίως στα τελευταία της, έχει, εκτός από μπόλικο αλισβερίσι, μπόλικη χλίδα. Ενα ποτήρι ανά χείρας και σπουδαιοφανές υφάκι, ώστε οι εμπλεκόμενοι να δείχνουν αρκούντως προβληματισμένοι, μέχρι και οριακά χολιασμένοι – δεν βλέπεις και πολλούς χαρούμενους στις εκθέσεις.

Και είναι αποδεκτό ότι, παρά τα θρυλούμενα για εκατέρωθεν αντιγραφές, οι δρόμοι της τέχνης και της ζωής είναι ασύμπτωτοι – χωρισμένα τα τσανάκια τους, χωριστά και τα σουσούμια τους.

Οι πολλοί εκδέχονται την τέχνη σαν μια (πολυτελή) ενασχόληση που δεν τους αφορά· εμπίπτει στη δικαιοδοσία αυτοαναφορικών ομάδων που, κατά κύριο λόγο, πάσχουν από υπεροψία.

Οι γκρούπες αυτές έχουν μια δυσκόλως συγκαλυμμένη περιφρόνηση για την πλέμπα, που τη θεωρούν αγεώργητη και αμέτοχη αισθητικών αξιώσεων. Η πλέμπα, λένε, δεν καταλαβαίνει από τέχνη – σε αντίθεση με τους ίδιους που εκστασιάζονται με κάθε (κακόγουστη) παραδοξότητα.

Η νεοφανής φυλή των φιλότεχνων και των μεσαζόντων της επιμένει να αγνοεί ότι ο χωρισμός της τέχνης από τη ζωή είναι πρόσφατος. Για αιώνες όμως ήσαν αχώριστες. Ο μάστορας ήταν ένας από την κοινότητα. Διατελούσε εσθίων και πίνων εντός της – η μοίρα της ήταν μοίρα του. Στην καθημερινότητα απευθυνόταν η μαστορική του και αυτή καταξίωνε ή απαξίωνε τα έργα του. Το ξεχώρισμα από την καθημερινότητα –ο «προβιβασμός» του μάστορα σε καλλιτέχνη– ξεκίνησε από την Αναγέννηση και δώθε. Και, για να μην ξεχνιόμαστε, ήταν θέλημα της εξουσίας που, κοντά στους σαλτιμπάγκους, ήθελε και καλλιτέχνες στις αυλές της.

Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Και, κατά την κρίση μου, και πολλά απόνερα. Οι καλλιτέχνες ξεκόρμισαν από την κοινότητα και οι κοινότητες έγιναν συνομαδώσεις εγωισμών.

Το αποτέλεσμα;

 

Αρκεί, νομίζω, ένα παράδειγμα. Τη δεκαετία του 1960 ένας ευρηματικός(;) Ιταλός συσκεύασε τα καλοδιατηρημένα απόβλητα του γαστρεντερικού του συστήματος σε δεκάδες μικρές κονσέρβες, αποτιμώντας το βάρος των περιττωμάτων του σε χρυσό! Μία εξ αυτών, μάλιστα, πριν από λίγα χρόνια δημοπρατήθηκε για 275.000 ευρά!

Στην πραγματικότητα, το ακριβές περιεχόμενο των «έργων» δεν το γνωρίζουμε, διότι ουδείς θα κατέστρεφε ένα κονσερβοκούτι – έργο τέχνης του πανακρίβου ανοίγοντάς το. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ενέπνευσε κάποιους ομοτέχνους και εις εξ αυτών τη δεκαετία που διανύουμε κονσερβοποίησε τα ούρα του, αποτιμώντας το βάρος τους σε ασήμι!

Επικαλέστηκα δύο ευρέως γνωστές προκλήσεις που, παραδόξως, αρκετοί θαυμάζουν σαν τολμητίες αυτούς που τις διέπραξαν, αφού με την αντισυμβατική χρήση των εκκρίσεών τους και την οικολογική, οπωσδήποτε, επανάχρησή τους αμφισβήτησαν, λένε, την παραδοσιακή αντίληψη για την τέχνη και, παρά την αλμυρή κοστολόγηση, την εμπορευματοποίησή της!

Νομίζω ότι εδώ τα σοφίσματα δεν φελάνε και πολύ. Τα όρια καλλιτεχνίας και παρωδίας δεν είναι απλώς δυσδιάκριτα· είναι παντελώς ανύπαρκτα. Και δεν είμαι διόλου αντίθετος στην παραβίαση των ορίων. Μόνο που εκτιμώ πως αυτή έχει νόημα όταν τα γνωρίζεις κι όχι όταν τα αγνοείς.

Πώς αλλιώς να γίνει;

Τα καλφάδια, δίχως μαθητείες, τεχνίτες δεν γίνονται. Γίνονται και παραγίνονται όμως αυθάδεις περφόρμερ που μπερδεύουν τη ζωή με την ταρίχευση των αναπαραστάσεών της.

Οσο η τέχνη απομακρύνεται από τη ζωή, έχοντας πανωπροίκι τα εύσημα αμφισβήτησης της αστικής συνθήκης (που κατά τα λοιπά απολαμβάνει του θεωρητικού και πρακτικού σπρωξίματος ειδημόνων, γκαλερί, συλλεκτών, μουσείων, ιδρυμάτων και υπουργείων) τόσο στομώνουν τα κριτήρια εκείνων που υφίστανται τη φούσκα της.

Αντιλαμβάνομαι πολύ καλά ότι και οι φάρσες είναι μέρος της ζωής, αλλά…

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΨΩΝΑΡΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΞΙΠΑΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η «πονεμένη» κι η ξιπασμένη Ρωμιοσύνη

 

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Ο όρος Ρωμιοσύνη είναι δημοτικός, δηλαδή παρακατιανός – ταυτίζεται με το ελληνόφωνο ορθόδοξο τμήμα της πάλαι ποτέ Ρωμανίας. Είναι ενδώνυμο εθνωνύμιο που αναφέρεται σε μια κληρονομιά την οποία αποστρέφεται το ελλαδικό κράτος και αδυνατεί εισέτι να την εντάξει στη γενεαλογία του.

Ο Φώτης Κόντογλου τύπωσε τη δική του «Ρωμιοσύνη» το 1963 προσθέτοντάς της τον προσδιορισμό «πονεμένη».

Και γιατί «πονεμένη»;

Γιατί έχει περάσει διά πυρός και σιδήρου κι έχει καθαρθεί «όπως καθαρίζεται το χρυσάφι με φωτιά μέσα στο χωνευτήρι».

Υπομνηματίζω: η δεκαετία του ’60 είναι η περίοδος που η χώρα εξάγει φτωχούς και εισάγει νεωτερισμούς. Που φτύνει το γάλα της μάνας της και μπουκώνει εβαπορέ.

Μάντης κακών ο Κόντογλου σ’ αυτή τη συντυχία, θυμίζει πως δέντρο χωρίς ρίζες το παίρνει ο άνεμος. Δεν είναι μόνο ότι «η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί», είναι που καταπλακώνεται από τα μπλαστρώματα των κλινέξ, στρωματέξ, καρπέξ, αφρολέξ, πλυντηρέξ, συρτέξ κ.λπ. για να καταντήσει στο τέλος Ελλαδέξ.

Ο Κόντογλου σ’ αυτό το αλμπάνικο γιατροπόρεμα ήταν βραχνός προφήτης. Σήμερα τον γνωρίζουμε κυρίως σαν τον ζωγράφο που επανέφερε τη λεγόμενη «βυζαντινή» τεχνοτροπία εντός κι εκτός των εκκλησιών. Κοντά στο εικονογραφικό έργο του ωστόσο υπάρχει και το συγγραφικό που, εν πολλοίς, μένει αθησαύριστο. Το δεύτερο δεν λειτουργεί επικουρικά αλλά παραπληρωματικά.

Η ελληνομάθειά του δεν καταδέχεται τις ελληνικούρες. Η λαγαρή γλώσσα του ακουμπάει σε βάθος αιώνων έχοντας μια αμφίστομη προφορικότητα που δεν ξεπέφτει σε μανιέρα. Οι δηθενιές είναι για άλλους και αλλού. Εδώ τα σύκα είναι σύκα και η σκάφη, σκάφη.

Και το ότι δεν πόνταρε όλα του τα χαρτιά στη συγγραφή τον απελευθέρωσε, τρόπον τινά, από ματαιοπονίες και συρμούς. Γι’ αυτό μόνο χλιαρός δεν υπήρξε. Συνεργάστηκε με διάφορα έντυπα και από το 1948 ώς τον θάνατό του έγραφε επιφυλλίδα στην «Ελευθερία» – η ΕΣΗΕΑ παρά ταύτα του απέρριψε την αίτηση μέλους!

Η δημοσιογραφία του όσο πάθος κι αν είχε, μέτραγε τις κουβέντες της.

Ο πληθωρικός Κόντογλου έγραφε ακολουθώντας μια πνευματική αποστολή κι όχι μια επαγγελματική υποχρέωση. Και έγραφε χωρίς εκπτώσεις σοδιάζοντας το περισσότερο εχθρούς παρά φίλους. Η αναμέτρηση με την επικαιρότητα θέλει τσαγανό. Κι αυτός το είχε σε περίσσευμα. Αλλωστε δεν λογοδοτούσε στο δύστροπο σινάφι των συγγραφέων – δεν απευθυνόταν καν σε αυτό. Απευθυνόταν σε κανονικούς ανθρώπους – απευθυνόταν, δηλαδή, στον Δήμο και όχι στους σοφιστές. Οι «σοφιστές» είναι τσιγκούνηδες και δεν χρωστούν καλή κουβέντα. Ασε που έχουν και δυσανεξία στο λιβάνι. Ποιος να συγκινηθεί από τα «κονισαλέα συναξάρια» του;

Η δυσκολία κατάταξης του Κόντογλου δεν είναι σημερινή. Και οι συγκαιρινοί του δεν ήξεραν τι να τον κάνουν. Στη σπουδαία γενιά του ’30 δεν χωράει. Αυτή μας έβαζε μουσαφιραίους στην Ευρώπη κι ο μαστρο-Φώτης μας ήθελε νοικοκυραίους στη μονιά μας. Αν έμενε στα «εξωτίκ» και στα «κουλέρ λοκάλ», μάλιστα, άλλη θα ήταν η τύχη του. Αλλά ήταν στενοκέφαλος κι εργαζόταν όχι προς δόξα του εαυτού του αλλά Αλλου. Να το πούμε με λόγια δικά του: «καπνός είναι η κοσμική δόξα και σκορπά, ενώ της ευσέβειας τα νοήματα θρέφουνε με θροφή καθαρή, όχι μονάχα εκείνους που τ’ ακούνε, αλλά και κείνον που τα γράφει, μη έχοντας ανάγκη από τα παινέματα τα μάταια των ανθρώπων». Ψωμί δεν είχε να λημερίσει ο ξενηστικωμένος, ήθελε κι ελεημοσύνες! Κάρφος στους οφθαλμούς μας οι αλάδωτες ημέρες του. Αυτές όμως του υπέβαλαν η τέχνη του να μην καταλήξει καπρίτσιο ή άνοστες γλυκεράδες, αλλά στάση ζωής που γίνεται προσευχή.

Τι είναι ετούτη, θα με ρωτήσετε;

Εχετε δίκιο! Ας μείνουμε στις επιφάνειες. Ενας που σπατάλησε το ταλέντο του ήταν, αντί να αγοράζει οικοσκευές με δόσεις όπως οι υπόλοιποι.

Και τα βιβλία του, όσες καλές κουβέντες κι αν πούμε (εκ των υστέρων), δυσεύρετα μένουν στην αγορά, παρά τη σταθερή εμπορική τους ζήτηση.

Καλύτερα λοιπόν που έμεινε στην μπάντα. Γλίτωσε τις απρέπειες και τις αγνωμοσύνες μας.

Αλλωστε τι να πούμε εμείς οι ευρωεπαρχιώτες για τον Φώτη Κόντογλου;

Το ανάστημά του υπερβαίνει κατά πολύ το δικό μας μπόι. Είναι ένας από τους τελευταίους Ρωμιούς, δηλαδή ένας από τους τελευταίους οικουμενικούς Ελληνες.

Αλλά…

ΕΛΛΗΝΕΣ ΗΡΩΕΣ και ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ ΡΑΓΙΑΔΕΣ: Κάποτε σ’ έκλαιε λαός – τώρα ούτε που σε ξέρει

 

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Πολλοί θα τον ζήλευαν. Κανονικό, και όχι τάχα μου, αρχοντόπουλο. Είχε μπροστά του μια ζωή στρωμένη.

Ο Παύλος Μελάς, καλής γενιάς παραβλάσταρο, εύπορος, γιος Ηπειρώτη μεγαλέμπορου, μικροπαντρεμένος με τη Ναταλία, θυγατέρα του Στέφανου κι αδελφή του Iωνος Δραγούμη, πατέρας δυο παιδιών. Γιος πολιτικού, δηλαδή, και γαμπρός κατοπινού πρωθυπουργού.

Και όμως, άφησε τις ανέσεις και τις νοικοκυροσύνες και βγήκε κλαρίτης στις ράχες της Μακεδονίας. Αμαθος στις κακοτοπιές, αλλά δεν πισωπάτησε. Και ήταν ένας αλλιώτικος καπετάνιος αυτός. Γλυκομιλούσε στους χωρικούς και δεν μακέλευε τους αντιπάλους του.

Στις 13 Οκτωβρίου 1904 στάθηκε με τους άνδρες του στη Στάτιστα της Καστοριάς ν’ αναπαυθούν για λίγο και ο ίδιος εκεί αναπαύθηκε για πάντα, ίνα πληρωθή η παραδοξολογία ότι αυτός «δεν πήγε στη Μακεδονία για να σκοτώσει αλλά για να σκοτωθεί» (Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος).

Τον σταυρό του ο Παύλος Μελάς παράγγειλε να τον δώσουν στη γυναίκα του και το τουφέκι του στον γιο τους με τη διαβεβαίωση ότι έκανε το καθήκον του.

Ηταν μόλις 34 ετών. Αλλού ταφιάστηκε το κορμί κι αλλού η κεφαλή του – μην πέσει στα χέρια των εχθρών το σεπτό σκήνωμά του. Και κοντά εβδομήντα χρόνια μετά, πήγε να τον ανταμώσει στο κιβούρι του η Παύλαινα, η υπεραιωνόβια κυρα-Ναταλία (που αν με άφηναν οι διορθωτές, όλα τα γράμματα του ονόματός της θα τα έγραφα κεφαλαία), η οποία όλο της τον καιρό πορεύτηκε ανδροπατώντας, ισόβιο ψυχοκέρι στη μνήμη εκείνου του αμνού που έγινε όχι το ψοφίμι αλλά το σφαγάδι της Μακεδονίας – της σκέτης Μακεδονίας, άνευ ετέρου προσδιορισμού τότε.

Ο Παύλος Μελάς δεν άφησε περιουσία στην οικογένειά του, άφησε όμως αυτό που και ο ίδιος κληρονόμησε από τον πατέρα του: «Αθικτον, όνομα τίμιον και αγαπητόν».

Το φόνεμα του νεαρού αξιωματικού τάραξε τη φρόνιμη Αθήνα των Μελούνων και η αντρειά του έγινε σύμβολο μιας φιλοπατρίας που πορευόταν χωρίς να εμπορεύεται το ιερό της ελευθερίας αγαθό. Και κοντά στα «κορίτσια από την Καστοριά κι απ’ τη Μακεδονία» μαυροφορέθηκε σύμπας ο ελληνισμός που για χρόνια φύλαγε ή φίλαγε (εδώ αμφότερες οι γραφές είναι ολόσωστες) στα εικονοστάσια του την τίμια μορφή του.

Υπήρχαν ενδεείς πρόγονοί μας που δεν είχαν λάδι να φάνε, αλλά το καντήλι τους δεν σταμάτησε να φεγγοβολάει τη δυσβάσταχτη απουσία του χλωρού παλικαριού – ο Γέροντας των Εξαρχείων μάλιστα, ο παπα-Ανανίας Κουστένης, είχε εικόνα του όχι μόνο στο εικονοστάσι του σπιτιού του, αλλά και στον ναό που λειτουργούσε.

Μετά άλλαξαν άρδην τα πράγματα και οι νεότεροι Ελληνες, παρότι συχνάκις τα επικαλούνται, σταμάτησαν να ανάβουν τα καντήλια. Κοιτάνε ήσυχα ήσυχα τις δουλειές τους, απολησμονώντας όσους για χάρη τους άφησαν στη μέση τις δικές τους. Ξεχάστηκε και ο Μελάς, πάψαν και τα τραγούδια. Γι’ αυτό, και σε αντίθεση με τον κοσμάκη, η αποκοτιά του ελάχιστα συνάρπαξε τον πνευματικό μας κόσμο που τον άφησε, εντέλει, παντελώς ανυπεράσπιστο.

Το ίδιο, νομίζω, συνέβη και με την πολιτική. Η μεν Αριστερά αμηχανούσε με την καταγωγή και τη φιλοπατρία του, η δε Δεξιά προτιμούσε να ξεσκολίζει πλησίον των ευρωπαϊκών πόρων και όχι των επιχώριων μνημάτων. Στις μέρες μας, μάλιστα, εμφανίστηκαν και ευάριθμοι τυμβωρύχοι που ένθεν κακείθεν λιθοβόλησαν μέχρι και τον ίσκιο του.

Ας είναι. Μάταιος είναι ο κόπος τους. Δεν κολλάν οι μαγαρισιές στους ίσκιους και στους μύθους.

Γιατί ο καπετάνιος Παύλος Μελάς, ερήμην της λήθης και της ακηδίας μας, ανήκει στον νεοελληνικό Μύθο, «γιατί ο μύθος είναι η αλήθεια, αυτό που μένει όταν ξεχνάμε τα πάντα» (Ν. Γ. Πεντζίκης, «Υδάτων υπερεκχείλιση»).

Πριν λίγες μέρες ήταν η επέτειος του θανάτου του Παύλου Μελά. Η επέτειος πέρασε στα μουλωχτά.

Το κατανοώ. Μη σας πω ότι χαίρομαι κιόλας.

Γλίτωσε τη…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μονάχη έγνοια οι σαγιονάρες μας στις αμμουδιές του Ομήρου


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

ΑΡΘΡΑΡΑ !!!

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας
(Συγγραφέας)


Χειρότεροι, νομίζω, από τους καθ’ έξιν μεμψίμοιρους είναι οι καθ’ έξιν ξέγνοιαστοι, αυτοί που αδιαφορούν για τον γλωσσικό κορδακισμό και την απαξίωση της Ελληνικής.


Ερχόμαστε από πολύ μακριά.  Δεν πρόκειται για κομπασμό. Η λαλιά μας βαστά από τον Ομηρο, τους Τραγικούς και την Καινή Διαθήκη. Ο Διονύσιος Σολωμός διάλεξε πού θα ξεσκολίσει. Και το γάλα που βύζαξε δεν το έφτυσε. Ούτε το νόθευσε. Κατά κύριο λόγο στο δικό του «μήγαρις» χρωστάμε και τη μιλιά και τα γραφτά μας.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Ερχόμαστε πεζοπορώντας και λάμνοντας – πάντως όχι έρποντας. «Ελληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν τον δρόμο». Κι όπου μας έβρισκε το κακό μνημονεύαμε τα πατερημά μας και συνεχίζαμε. Σήμερα δεν έχουμε πατερημά. Δεν μνημονεύουμε απολησμονημένους μπαρμπα-Γιάννηδες και δυσκατάληπτους κυρ-Αλέξανδρους. Μας στοιχειώνει μια λαλέουσα αλαλία.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Ημασταν αγρότες, ναυτικοί, πραματευτάδες, καπεταναίοι και καλοτεχνίτες. Τώρα δεν είμαστε τίποτε από αυτά. Είμαστε, κατά κύριο λόγο, εμπορικοί αντιπρόσωποι – χάντρες, καθρεφτάκια, παπατζηλίκι και επιδοτήσεις ανύπαρκτων χορτολιβαδικών εκτάσεων ως επί το πλείστον.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Αλλά δεν «πηγαίνουμε πολύ μακριά». Αφηνόμαστε στη ροή των διαφημίσεων που μας λένε καταλεπτώς πού να σταθούμε και πώς να γίνουμε. Δεν μοχθούμε για τίποτε – ντιλ κάνουμε, κι αυτά όχι πάντοτε συφερτικά.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Εχουμε λογόρροια, αλλά κανένα λόγο. Ο λόγος στα μέρη μας δεν ήταν μήτε «ορθός» μήτε «πλάγιος». Ηταν ευθύς. Γι’ αυτό κι εύκολα δεν τον έδινες κι όταν τον έδινες, αυτός αρκούσε και περίσσευε. Σήμερα, «σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες», που τις σπουδάζουμε από την προσχολική ηλικία!


Ερχόμαστε από πολύ μακριά. «Θόη θόη θμός». Αλλο κι ετούτο! Τι είναι αυτά; Κάνε ντιλίτ και ριστάρτ. Κάνας ιός θα ‘ναι. Εξόριστοι στα ράφια των ποιητών οι στίχοι. Εμείς ακούμε τους λογιστές.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Κι αν γράφω αυτά που γράφω, δεν είναι επειδή χαριέντως πανθομολογούμε από χρόνια απράγμονες την ανημπόρια μας να διαβάσουμε Παπαδιαμάντη και Ροΐδη.  

Τα γράφω πρωτίστως μπας και γίνει αντιληπτό πως το ζήτημα της ένδειάς μας δεν είναι αμιγώς αισθητικό. Η λειψή γλώσσα τροφοδοτεί τη λειψή σκέψη κι αυτή με τη σειρά της την κριτική παρόπλιση, που δεν ξεμακραίνει και πολύ από τον πρωτογονισμό του δημοφιλούς διπόλου «μ’ αρέσει – δεν μ’ αρέσει».  

Πώς να γίνει, όμως, διαφορετικά;  

Χωρίς τους απελευθερωτικούς δεσμούς της συγκρότησης, έχουν το πάνω χέρι τα δεσμά του κενού, που με όση ψηφιοποίηση κι αν το μπουκώσουμε, αυτό δεν χαμπαριάζει από ποίηση. Αλλέως ειπείν, άμα ψευτίζει η ζωή, ψευτίζει κι η φωνή μας και οι ιερεμιάδες με τις οποίες την αποχαιρετούμε είναι ολότελα ανώφελες.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά. Η «εξευτελισμένη, πολύσπερμη και ασπόνδυλη» γλώσσα που ο Γ. Σεφέρης προφήτευε το 1964 είναι ήδη εδώ – πιο εδώ δεν γίνεται. Εδώ είμαστε κι εμείς και δεν ξέρουμε τι μας μέλλει. Και αν κάτι μας μένει, αυτό είναι να φυλάξουμε τη ζωή μας, μήπως ποτίζοντάς την με όσες ελληνίδες λέξεις μας απόμειναν, βλαστήσει και πάλι ο οικείος τρόπος που σε όλων των καιρών τα αινίγματα επιμένει να απαντά: ο άνθρωπος. Οχι ο άνθρωπος σαν ιδεολόγημα, αλλά ακέριος ο άνθρωπος με τη σωματοψυχή του – αυτή που ιδρώνει και ξεϊδρώνει, αυτή που ζαρώνει, αλλά κι αυτή που δεν αλέθεται στης αγάπης τις μυλόπετρες.  

Διότι η ανθρωπιά δεν είναι φυσική συνθήκη, αλλά επίτευγμα κοινωνίας. Και ανέκαθεν αυτή στέλνει αδιάβαστα όλα τα τέρατα που μας γυροφέρνουν.

Ερχόμαστε από πολύ μακριά κι είμαστε ανομολόγητα κουρασμένοι. 

Γι’ αυτό ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΙΣΛΑΜΟ-ΨΩΝΑΡΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κάτι μισόλογα (και κάτι ζοριλίκια) κομίσαμε «εις την Τέχνη»

 

Toυ Θεόδωρου Παντούλα

Ενας βουλευτής πήγε στην Εθνική Πινακοθήκη και τα έκανε γυαλιά-καρφιά διαταράσσοντας (εκ του ασφαλούς) τον εκθεσιακό καθωσπρεπισμό. Είναι αυτό είδηση;

Σαφώς και είναι.

Αν αφήσουμε κατά μέρος την ετοιμότητά μας να τσακωθούμε για οτιδήποτε (λες κι έχουμε εξαντλήσει τα σοβαρότερα που μας ταλανίζουν), έχουμε έναν ακόμη αχρείαστο στρατωνισμό: οι «φιλότεχνοι» και οι «θεούσοι».

Υπερτερούν καταφανέστατα οι πρώτοι και απολαμβάνουν, νομίζω, τη μεγαθυμία τους που χωράει τους πάντες, εκτός από τους δεύτερους.

Οι δεύτεροι, πάλι, βρίσκονται στη δυσχερή θέση να απολογούνται που δεν είναι τόσο «ανοιχτόμυαλοι» και καταδεχτικοί όσο αυτοί που τους επιπλήττουν.

Από τη μεριά μου, ζητώ αμφιπλεύρως συγγνώμη. Και από τους πολυπληθείς υπερμάχους της ελευθεριότητας και από τους θρησκόληπτους (και από τους φίλους του κόμματος Νίκη, το οποίο συνιστά να αντιδρούμε «με κάθε νόμιμο μέσο και όχι με αυτοδικίες»).

Δεν ξέρω πώς, ετούτες τις μέρες του σκυλοκαβγά, ήρθε στον νου μου ο τρυφερός Νικηφόρος Βρεττάκος που έκανε τα κουμάντα του κι είχε τα θάρρητά του δίνοντας λόγο στον Χριστό: «Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα. / Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό,τι μου δίνεις / […] Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι / το βράδυ μου, Κύριε, και πρέπει / να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά / για τους τσοπάνηδες της αγάπης».

Σε δίβουλους καιρούς, καλό είναι να απαγκιάζουμε σε όσους μεριμνούν να μη μείνουν άστεγοι οι διάκονοι της αγάπης. Και οι (καλοί) ποιητές έχουν τέτοιες φροντίδες. Και καλογνωρίζουν ότι είναι διαφορετικής τάξεως φερσίματα να κάνεις την καλύβα σου εκκλησιά από το να την κάνεις λαμπόγυαλο.

Εμείς πάλι και η σπουδαιοφάνειά μας αγνοούμε ότι τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου έχουν, ή θα έπρεπε να έχουν, διαφορετικά κριτήρια από τα εμπορεία της τέχνης που λέγονται «γκαλερί». Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου. Επιτρέψετε μου κάποιες τηλεγραφικές, λόγω χώρου, παρατηρήσεις.

Η τέχνη έχει και κανόνες και όρια. Η γόνιμη παραβίασή τους προϋποθέτει ότι τα γνωρίζουμε. Πρόβλημα λογοκρισίας (και αυτολογοκρισίας) βεβαίως και υπάρχει και το βεβαιώνουν όλοι όσοι έχουν κομίσει στης τέχνης την περιοχή κάτι περισσότερο από άσκοπους θορύβους.

Σε έναν αποϊερωμένο κόσμο, ο εμπαιγμός και η καθύβριση του ιερού είναι σαν να παίζεις (εν ου παικτοίς) και μάλιστα χωρίς αντίπαλο – χώρια που οι απρέπειες θεωρούνται περίπου διαπιστευτήρια καλλιτεχνικής πρωτοπορίας και χαίρουν ασυλίας. Αλλά και πάλι δεν είναι ολότελα ειλικρινείς οι χριστιανομάχοι – οι άλλες μεταφυσικές παραδόσεις είναι σεβαστές. Χλιαροί σε όλα τους, επικαλούνται παρόλες για ανοχή.

Αλλά η ανοχή τους είναι διάτρητη από εξαιρέσεις και όσα δημόσια έργα υπομνηματίζουν το συλλογικό μας πρόσωπο μπορούν να κακοποιούνται χωρίς στο ελάχιστο να σκανδαλίζονται οι προασπιστές της καλλιτεχνικής έκφρασης – αφήστε το ιερό, δεν θυμάμαι λ.χ. η «Βόρειος Ηπειρος» του Κώστα Σεφερλή στην Τοσίτσα, που έχει κατ’ επανάληψη βανδαλιστεί, να τους έβγαλε από τα ρούχα τους.

Τώρα βγήκαν στα κεραμίδια υπεραμυνόμενοι της καλλιτεχνίας. Οποιος όμως γνωρίζει έργα του Χριστόφορου Κατσαδιώτη νομίζω ότι αναγνωρίζει ότι τα επίμαχα αδικούν την εργασία του – προσωπικά, τα βρίσκω φθηνά ακόμη και ως πρόκληση. Υποθέτω επίσης ότι δεν περιποιεί τιμή σε κανέναν αντισυμβατικό καλλιτέχνη να υπεραμύνονται της ελευθερίας του οι άνθρωποι της εξουσίας και του έργου του οι «τεχνοκριτικοί» των πρωινάδικων.

Ολα αυτά τα υποθέτω.

Είμαι βέβαιος, όμως, ότι συχνάκις οι βλαστήμιες των ανθρώπων, όταν δεν είναι του συρμού και του διασυρμού, δεν είναι παρά σπαρακτικές κραυγές πίστης, τις οποίες παρακούν τα άμαθα αυτιά μας. Ας το κρατήσουμε αυτό, τουλάχιστον όσοι λέμε ότι νοιαζόμαστε για τους πεσμένους.

Από την άλλη, όσα συνέβησαν στην Πινακοθήκη μπορούν να θεωρηθούν σαν συνομιλία του ίδιου του έργου τέχνης με το κοινό. «Διαδραστικότητα» που λένε και οι φιλότεχνοι. Υπ’ αυτή την έννοια, ο βανδαλιστής βουλευτής μπορεί να λογιστεί σαν ένας παρεξηγημένος και ζωηρός περφόρμερ.

Πάντως, ετούτη την εβδομάδα δεν κρίθηκε, κατά τη γνώμη μου, η ελευθερία έκφρασης κανενός, αλλά το μπόι ολωνών μας. Και βρεθήκαμε χαμηλοϋψείς και κρυπτόμενοι πίσω από τα προσχήματα προσβολής είτε της «ελευθερίας» είτε της «θρησκείας».

Η Παναγία είναι μάνα. Είναι μάνα όλων –και αυτών που σιωπούν και αυτών που ξεθηκαρώνουν και αυτών που ασχημονούν.

Ξέρει το μπόι μας και…

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟΠΑΡΤΑΚΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο φιλοτομαρισμός δεν είναι κατόρθωμα – είναι εκπεσμός

 

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Η πολιτική, για να μην εκτραπεί του προορισμού της, θέλει εκτός από όραμα, ευρύτητα γνώσεων, επιτελικά χαρίσματα και γερό στομάχι. Δεν διαθέτω τίποτε από αυτά κι όσες φορές ανακατώθηκα με τις σκοτούρες της περδικλώθηκα κι έφαγα τα μούτρα μου.

Η ακαταλληλότητα της στόφας μου όμως δεν σημαίνει επ’ ουδενί πως πιστεύω ότι υπάρχει πέραν της πολιτικής τρόπος άλλος για να φέρουμε βόλτα τους πολλούς και ποικίλους ταλανισμούς των βιοτών μας.

Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι κάθε υπέρ της πολιτικής συνηγορία γεννά εύλογες επιφυλάξεις και δημιουργεί –στην καλύτερη των περιπτώσεων– δύσκαμπτες υποψίες. Λογικό μου φαίνεται. Οποιος κάηκε στον χυλό της Μεταπολίτευσης φυσάει και τη γιαούρτη της Μεταδημοκρατίας.

Κι εμείς καμένοι από χέρι είμαστε, αλλά εδώ δεν αναφέρομαι στον θίασο της άτολμης διαχείρισης που παριστάνει την πολιτική.

Δεν μιλώ για τακτοποιήσεις ημετέρων, για διευθέτηση μικρών ή μεγάλων συμφερόντων από ανθρώπους που η μόνη τους σκευή είναι η ευδόκιμη προϋπηρεσία τους στην κομματική καμαρίλα. Δεν αναφέρομαι ούτε σε φωτογενείς δημοκόπους ούτε σε παραπολιτικές παλλακίδες. Οικεία –αλίμονο– είναι βεβαίως όλα αυτά τα κακά της εμπράγματης ιταμότητας, αλλά δεν αναφέρομαι σε αυτά. Αν έχει κάποιο νόημα η υπόμνησή τους δεν είναι γιατί μου αρέσει να γίνομαι δυσάρεστος, αλλά για να μη θεωρήσουμε στο τέλος-τέλος τα εγκαύματά μας σαν ενδείξεις υγείας.

Διότι αυτό συμβαίνει: των οικιών ημών εμπιμπραμένων, ημείς άδομεν! Και μαλθακοθυμοσοφούμε: «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε»! Και μπουκωμένοι τον αγλέουρα πανηγυρίζουμε επειδή μας δεξιώνονται με συφερτικά επιτόκια οι αγορές εμπεδώνοντας την ειλωτεία μας!

Αυτές οι σολομωνικές όμως είναι δουλειά παραπειστικών πραματευτάδων (νεοελληνιστί: ντίλερ) κι όχι στιβαρών πολιτικών. Και, μην προς κακοφανισμό μας, αυτό είναι που μας συγκροτεί πλέον: οι μεσιτείες. Αυτές είναι το αιτούμενο του κοινού μας βίου: οι απερίσταλτες δυνατότητες αγοραπωλησιών!

«Τι δίνω, τι μου δίνουν, και περισσεύει το άδικο» πάει η δουλειά.

Αλλά έργο της πραγματικής πολιτικής δεν είναι να κάνει πλάτες σε καμιά αδικοπραγία.

Εργο της πραγματικής πολιτικής δεν είναι η διευκόλυνση των πωλητών αλλά η διακονία των πολιτών. Η Πολιτική προϋποθέτει αφιλόκερδη και εργώδη υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος.

Ξέρω, αυτά σας τα είπαν κι άλλοι και τα ακούτε κάπως βερεσέ.

Εντούτοις, το πρόβλημα –κατά την επισφαλή κρίση μου– δεν είναι ότι όλα αυτά είναι τζαμπατζήδικες παρόλες, αλλά το ότι όλα αυτά τα εκδεχόμαστε ως τέτοια. Το πρόβλημα είναι ότι ξενίζουν – ότι μας φαίνονται ξένα. Βρίσκονται, δηλαδή, εκτός των απαιτήσεων και των προσδοκιών μας. Φιλιώσαμε, δηλαδή και με το λίγο και με τους λίγους που διαφεντεύουν ερήμην των πολλών.

Η εκλογική αποχή (των αποκαρδιωμένων κι όχι των βλαμμένων) θα μπορούσε να είναι ένα πρώτο παρήγορο βήμα συνειδητοποίησης του ξεστρατίσματός μας. Μόνο που αυτή η συνειδητοποίηση, το μέγα χάσμα μεταξύ του κοινωνικού σώματος και των πολιτικών, δεν είναι χειρονομία ευθύνης. Είναι συμπερασμός κοινής λογικής που θωπεύει το κενό μεταξύ της στερημένης απ’ όσα τη συνέχουν κοινωνίας και της αποστεωμένης κοινωνικότητας που δεν έχει να κρατηθεί από έναν κοινό τόπο, από έναν τόπο που θα αντλεί νόημα από μια ζείδωρη παράδοση και μια συγκεκριμένη ιστορική διαδρομή.

Και εδώ είναι που ως Ελληνες –έστω σε κατάπτωση, πάντως Ελληνες– πλεονεκτούμε. Ο «ιδιώτης» δεν είναι ένας φιλήσυχος αργόσχολος αλλά ένα περίτριμμα. Με άλλα λόγια ο τρόπος των Ελλήνων είναι στις παρατημένες αποσκευές μας. Που είναι δικές μας όχι ως σφετερισμός, αλλά ως ακριβή κληρονομιά που, αν δεν την αποποιηθούμε, το κενό μεταξύ πολιτικής και πολιτών θα πληρωθεί.

Πώς;

Μα με …

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Κατά τον δάσκαλο και τα δασκαλούδια

 

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Λένε ότι η γκρίνια χαρακτηρίζει όσους κακογερνάνε κι όσους δυσκολεύονται να φιλιώσουν με το περιβάλλον τους. Εύχομαι να ανήκω μόνο στη δεύτερη κατηγορία.

Ξεκίνησε το σχολικό έτος και, ενώ χαίρομαι με τη χαρά της πιτσιρικαρίας που επιστρέφει στα θρανία, με δυσκολεύει η συμφωνημένη εθιμική επιτήδευση των ενηλίκων – γονιών κι εκπαιδευτικών. Απαντες εύχονται «καλή σχολική χρονιά», αλλά κανένας στην πραγματικότητα δεν πιστεύει ούτε στο σχολείο ούτε στην καλοσύνη του. Επιμένουμε, τρόπον τινά, να είμαστε «τραγικά αυτοδίδακτοι» όλοι μας.

Δεν πάνε μάλιστα πολλά χρόνια που γνωστή πανεπιστημιακός παρατήρησε ότι «ο απόφοιτος δημοτικού […] πριν από 40 χρόνια ήξερε πολύ περισσότερα από πολλούς αποφοίτους λυκείου σήμερα» (Μαρία Ευθυμίου, «Καθημερινή», 7/1/2018), χωρίς να ιδρώσει κανενός το αυτί – ούτε των συναδέλφων της ούτε και των φοιτητών της.

Μολαταύτα, κάθε άλλο παρά λείπουν οι άνθρωποι που νοιάζονται το σχολειό. Κάθε τόσο κάποιος φιλόδοξος πολιτικός ή συνδικαλιστής όλο και μας ταλαιπωρεί με το εκπαιδευτικό όραμά του: νέα μαθήματα, διεπιστημονικές προσεγγίσεις, συμπεριλήψεις κι άλλοι νεωτερισμοί που «βελτιώνουν» τη σχολική εμπειρία.

Τη βελτιώνουν μάλιστα τόσο πολύ που πλέον όλοι ανεξαιρέτως οι μαθητές κρίνονται άξιοι προαγωγής και αποφοίτησης!

Οι μόνοι που δεν κρίνονται είναι οι κρίνοντες που, εδώ και καιρό, συνταξιοδοτούνται βρίσκοντας λογικό να μην έχει αξιολογηθεί ούτε μία φορά η δική τους επίδοση!

Ομως, παρά τις επιμέρους «βελτιώσεις», παρατηρώ ότι οι παιδαγωγοί έχουν μετατραπεί σε παιδονόμους και τα σχολεία, παρά τα αβέρτα αριστεία, σε κέντρα μιας, συνήθως, ελάχιστα δημιουργικής απασχόλησης. Οι οθόνες τα κερδίζουν κατά κράτος. Για τα υπόλοιπα της διδασκαλίας φροντίζουν τα φροντιστήρια. Σε αυτά, λόγου χάριν, μαθαίνουν ξένες γλώσσες οι μαθητές – τα δώδεκα χρόνια διδακτικού πασατέμπου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ούτε γνώση ούτε μια ελάχιστη πιστοποίηση στοιχειώδους γνώσης παρέχουν.

Σε αυτή την περίπτωση (και σε αρκετές άλλες) αυτό που λείπει δεν είναι προφανέστατα η υλικοτεχνική υποδομή, αλλά το φιλότιμο. Στα φροντιστήρια επίσης προγυμνάζονται καθ’ ημέραν τα μαθητούδια όχι μόνο στη δεξιότητα της αποστήθισης που τους εξασφαλίζει πρόσβαση στην επόμενη βαθμίδα, αλλά και για τα μαθήματα της επόμενης ημέρας!

Εν προκειμένω η μισή αλήθεια είναι ότι στα φροντιστήρια βρίσκουν απάγκιο οι «αδιόριστοι εκπαιδευτικοί» – δεν ξέρω αν σε άλλη γλώσσα υπάρχει ανάλογη ιδιότητα, αλλά σε εμάς κάνει στράκες. Η άλλη μισή είναι ότι όλα αυτά τα παρασχολικά μειώνουν την ανεργία αλλά είναι άσχετα με την παιδεία.

Διότι η παιδεία για να είναι παιδεία… παιδεύει. Παιδεύει χωρίς να ετοιμάζει ούτε χασομέρηδες ούτε μπίζνες αντμινιστρέιτορ. Αποστολή της είναι οι εκπαιδευόμενοι να αξιωθούν το απολησμονημένο καλό και αγαθό, δηλαδή το ψυχικό και σωματικό κάλλος.

Οι δικοί μας μαθητές (συχνάκις και οι συχνάκις απαράσκευοι δάσκαλοί τους) διακρίνονται, μεταξύ άλλων, στην… παχυσαρκία! Είναι μπουκωμένοι με πληροφορίες αλλά αγνοούν τις αξίες. Αμφότεροι ασκούνται στη συλλογή μορίων για την επαγγελματική αποκατάστασή τους και, κατά τα λοιπά, χαζεύουν – κυριολεκτώ. Γι’ αυτό και αδυνατούν, συνήθως, να συγκεφαλαιώσουν μια συζήτηση ή ένα κείμενο που έχει περισσότερες απαιτήσεις από αυτές της φτωχής σε περιεχόμενο καθημερινότητάς τους. Αδυνατούν, δηλαδή, να διακρίνουν το ουσιώδες από το επουσιώδες. Η επισήμανση αυτή μπορεί ευκόλως να πιστοποιηθεί ή να αγνοηθεί (όπως και τα αποτελέσματα της PISA) σαν υπερβολή ενός αργόσχολου επιφυλλιδογράφου.

Στην απίθανη περίπτωση που δεν συμβεί το δεύτερο, καλό είναι να καταλάβουμε ότι τα μερεμέτια των μεταρρυθμίσεων λειτουργούν όπως οι ασπιρίνες στις σοβαρές παθήσεις.

Καλό επίσης θα είναι να καταλάβουμε ότι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Γράφει ο Θεόδωρος Παντούλας

Υπάρχουν στον τόπο και στις μέρες μας πολλές αφορμές και λόγοι δυσφορίας, αλλά έχουμε κι άλλες τόσες ευλογίες και παρηγοριές.

Μία από αυτές –η σπουδαιότερη κατά την επισφαλή κρίση μου– είναι η γλώσσα μας. Εχουμε το μοναδικό προνόμιο να έχουμε μια αδιάλειπτη στους αιώνες, «χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές», ποιητική παραγωγή υψηλών επιδόσεων.

Ξέρετε, η ποίηση για χιλιετίες ήταν μια δραστηριότητα που αφορούσε πρωτίστως το κοινωνικό σώμα. Σε αυτό απευθυνόταν κατά κύριο λόγο, σε αυτό λογοδοτούσε και αυτό την καταξίωνε ή την απαξίωνε: η πόλις και οι πολίτες. Ηταν, δηλαδή, η ποίηση μια εξόχως πολιτική δραστηριότητα, μια πλήρους απασχόλησης δραστηριότητα και όχι μια μερικής απασχόλησης συντεχνιακή ιδιοτροπία στην οποία εμπλέκονται αυτάρεσκα κάποιοι «ειδικοί».

Τον Διονύσιο Σολωμό, που σεμνυνόμεθα (όσοι, τέλος πάντων, σεμνυνόμεθα) ότι είναι ο γενάρχης μας, πριν μας τον επανασυστήσει ο Ιάκωβος Πολυλάς (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, είναι ένας από τους λίγους βουλευτές στους οποίους οφείλουμε χάριτες), τον είχαν δεξιωθεί και τον είχαν τραγουδήσει οι άνθρωποι που βύζαξαν το ίδιο με αυτόν γάλα. Ο Νικόλαος Μάντζαρος, δηλαδή, ήρθε δεύτερος σε αυτή την υπόθεση – για να μη θυμηθούμε την επιφυλακτικότητα των εκδοτών έναντι και του Σολωμού και του έργου του.

Από τότε κύλησε πολύ νερό (και πολλά απόνερα) στο αυλάκι και την αυλακιά της ποίησης για να καταλήξουμε (ή μήπως για να καταντήσουμε) στο ξεκόρμισμα και των ποιητών και της ποίησης από το κοινωνικό σώμα, της ποίησης που έγινε μια επί το πλείστον αυτοαναφορική απασχόληση, σχεδόν περίκλειστη κι αδιάφορη για τα τόσα που την περιβάλλουν.

Μετά τη δεκαετία του ’70, μάλιστα, η κατάσταση απόγινε και η ποίηση αυτονομήθηκε ακόμη περισσότερο από τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Αφησε κατά μέρος τη γλώσσα και τις σκοτούρες του ήθους της και με την εύκολη πρόφαση του «ελεύθερου στίχου» υιοθέτησε αχρείαστες ευκολίες που για την αποτόλμησή τους αρκούσαν και περίσσευαν η ακηδία και η θρασύτητα. Περιφρονήθηκαν με ασύγγνωστη ελαφρότητα οι παιδεμοί στο ξέφωτο της γλώσσας και οι μαθητείες στους τρόπους της ποιήσεως, οι οποίοι –πώς να το κάνουμε– διέπονται από συγκεκριμένους κανόνες και η παραβίασή τους είναι θεμιτή μόνον όταν τους γνωρίζεις και σε περιορίζουν, όχι όταν τους αγνοείς και σε ζορίζουν.

Και για να μην απομακρυνθούμε από τη Σολωμική επικράτεια, εντέλει, δεν αρκούν η φαντασία και το πάθος. Προαπαιτούμενα όλα αυτά, αλλά χρειάζεται να υποταχθούν «με καιρό και με κόπο εις το νόημα της τέχνης». Αλλιώς μένουν τσαλίμια των κατά φαντασίαν ποιητών.

Το αντιφατικό στην περίπτωσή μας είναι ότι όσο οι προχειρογραφίες εκτόπιζαν τη μαστορική, ο λαός μας στις χαρές και στις λύπες του τραγουδούσε των μεγάλων ποιητών τα λόγια! Και όσοι τουλάχιστον καβατζάραμε τα πενήντα «σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει». Αυτά ήσαν η δημόσια περιουσία μας. Η «νεοελληνική κοινή». Και, ειλικρινά, δεν ξέρω αν άλλος λαός ξεσεκλετίστηκε, λόγου χάριν, τραγουδώντας:

Τα δυο σου χέρια πήρανε / βεργούλες και με δείρανε / βεργούλες και με δείρανε / και τη χαρά μου πήρανε. […]. Μ’ αυτά τα χέρια σου τα δυό / σκάψε τη γη βαθιά να μπω, / σκάψε τη γη βαθιά να μπω / να μη σε βλέπω και πονώ.

Σήμερα βεβαίως σπανίζουν οι γιορτές και αφθονούν τα πάρτι(ς)! Κι όταν βρισκόμαστε σε αυτά δεν τραγουδάμε ούτε Μάρκο ούτε πολύ περισσότερο «Τα κατά Μάρκον» του απ’ αλλού φερμένου Νίκου Γκάτσου. Παίζουμε μπαρμπούτι και τραυλίζουμε τα-τα-τα-τα, παντελώς ανίδεοι και για την έκπτωση και για την αναπηρία μας να συλλαβίσουμε τα πάθια και τους καημούς μας χωρίς να προσβάλουμε ούτε τον κόσμο ούτε την κοσμιότητα.

Τελικώς, το πέρασμα από την κατάφαση της ζωής στη βλαστήμια της ήταν…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΤΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Να κάνουμε τα ζώπυρα φωτιά»

ΑΡΘΡΑΡΑ !!!

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Αντιγράφω από αδημοσίευτο κείμενο του Θεόδωρου Παντούλα: 

«Στη φετεινή επέτειο του Πολυτεχνείου (17 του Νοέμβρη) κανόνιζαν φίλοι μου προσυγκέντρωση, για την καθιερωμένη πορεία. Ζήτησα από τους νεώτερους να έχουν μαζί τους σημαίες – made in China, βεβαίως, αλλά ελληνικές σημαίες. Αντέδρασαν ομοθύμως: “Οχι σημαίες, θα μας την πέσουν” – ήσαν κατηγορηματικοί στην άρνησή τους.

Τις μέρες που προηγήθηκαν της επετείου, σε ένα ατελιέ γραφικών τεχνών, παρακολούθησα μιαν ακόμη λαλέουσα απρέπεια. Ενας εκπαιδευτικός ετοίμαζε την αφίσα για τον σχολικό εορτασμό του Πολυτεχνείου, ζητώντας από την γραφίστρια να μεγαλώσει την ιστορική εικόνα της πύλης του Πολυτεχνείου, τόσο όσο να μην φαίνονται οι σημαίες που βρίσκονταν αμφιπλεύρως της πύλης – “να μην μας πούνε και εθνίκια”, όπως δικαιολογήθηκε. Εμεινα ενεός και μετανιώνω για την αμηχανία μου. Εξομολογήθηκα το περιστατικό σε φίλη, που ήταν επίσης υπεύθυνη για τον εορτασμό στο σχολείο της. Κι αυτή με τη σειρά της μου επιβεβαίωσε τον σκανδαλισμό των συναδέλφων της, όταν τους ανακοίνωσε ότι η γιορτή θα έκλεινε με τον εθνικό ύμνο: “Ε, όχι και τον εθνικό ύμνο στην επέτειο του Πολυτεχνείου”! αντέδρασαν ομοφώνως.

Ολα αυτά τα αναφέρω για να σας θυμίσω ότι την ώρα που το τανκ έριχνε την πόρτα του Πολυτεχνείου, ο νεαρός εκφωνητής του παράνομου ραδιοσταθμού του απήγγειλε τον εθνικό ύμνο –λυπάμαι που σας κακοκαρδίζω, αλλά δεν απήγγειλε ούτε τα “Στρουμφάκια” ούτε τη “Διεθνή”. Διονύσιο Σολωμό απήγγειλε ο άνθρωπος.

Αυτά το ’73. Σήμερα σκιαζόμαστε μην “μας την πέσουν”.  

Ποιοι θα μας την πέσουν, ποιοι είναι αυτοί που μας την πέφτουν; Ποιοι είναι οι πορτιέρηδες, οι νταβατζήδες του Πολυτεχνείου; 

 Τους μνημόνευσα πριν από λίγο. Οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας είναι. Και κάποιοι νέοι, που είναι λιγότερο κομψοπρεπείς και πολύ πιο ειλικρινείς στην αρνησιπατρία τους: “στο Διάολο η οικογένεια, στο Διάολο η πατρίς, η Ελλάδα να πεθάνει, να ζήσουμε εμείς”.

    Νεολαία παγιδευμένη στην αναπότρεπτη αρνησιπατρία.

Αν πίστευα ότι όλα αυτά είναι υπερβολές μιας βολεμένης νεότητας, δεν θα τα ανέφερα. Αν πίστευα ότι ανήκουν σε ένα περιθώριο, δεν θα τα κουβέντιαζα. Δεν ανήκουν όμως.  

Ενα “παλιόπανο” είναι η σημαία μας, που όταν δεν το παίρνει ο άνεμος, το κάνουμε προσάναμμα μόνοι μας! Ξέρετε γιατί σας μιλώ. Οι μαρτυρίες δεν λείπουν. Οι διαψεύσεις, ναι, λείπουν. Οπως λείπει και η ντομπροσύνη να παραδεχτούμε πως η πατρίδα κι ο πατριωτισμός μπορεί να μην είναι ακριβώς στον Διάολο, που τη στέλνουν τα καλόπαιδα, αλλά είναι, μετά βεβαιότητας, καθ’ οδόν. Αμφότερα βρίσκονται σε αποδρομή…

…Επί των ημερών μας, απλώς ολοκληρώνεται η τυμβωρυχία. Λογαριάστε πόση Ελλάδα μας απέμεινε και, κυρίως, ποια –αναφέρομαι στη μεταβίβαση της δημόσιας και της ιδιωτικής περιουσίας σε ξένα χέρια… στη διακομματική, αριστεροδεξιά φιλοδοξία να γίνει το Ελληνικό, το εκθαμβωτικό διαμάντι της Αττικής, ναός του τζόγου, να γίνει μπαρμπουτιέρα. 

Και τι μένει των Ελλήνων;  

Τους μέλλει να γίνουν γκρουπιέρηδες, παρκαδόροι και δανειολήπτες… 

Λοιπόν, σε ποια ακριβώς πατρίδα να ακουμπήσει ο πατριωτισμός;  

Κατάπιαμε πολύ ευρωπαϊσμό και δυσκολευόμαστε στη χώνεψή του. Κάθε τρεις και λίγο ρευόμαστε την αποστροφή μας για τον εαυτό μας και όχι για την έκπτωσή μας. Θέλουμε να ανήκουμε στη Δύση, όχι στη Γεωγραφία και στην Ιστορία μας. Αλλά, όποιος δεν ανήκει στην Ιστορία και στη Γεωγραφία, είναι φτερό στον άνεμο, άθυρμα, έρμαιο στον μεταμοντέρνο χυλό, που κατά τα λοιπά αυτορυθμίζεται μια χαρά, πουλώντας κι αγοράζοντας τα πάντα.

Τι μας μένει να υπερασπίσουμε; 

Την εθνική μας μοναξιά ή τον ΑΦΜ μας; 

Ποιων βωμών και ποιων εστιών να υπεραμυνθούμε; Θυμάστε τα λεβεντόπαιδα της ΕΟΚΑ, που πήραν τις ανηφοριές και η αποικιοκρατία τούς πήρε τα κεφάλια;  

Λοιπόν, αυτή η λεβεντιά τους, σήμερα μένει ακατάληπτη. Ενα όραμα κονόμας και ευζωίας και ανόδου έγινε το μέτρο ολονών μας.

…Ο πατριωτισμός δεν είναι ανιστόρητος κομπασμός, είναι ...