Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ Ε.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η αβάσταχτη ελαφρότητα της νεολαγνείας
Σε μια οικονομικά, πολιτικά και πολιτισμικά καθημαγμένη κοινωνία σαν την ελληνική, οι ποικίλες εκδηλώσεις της παραίτησης, της απόσυρσης στον «εαυτό» και της παρασιτοποίησης των δικαίως δυσφορούντων νέων ανθρώπων ήταν αναμενόμενες. Έχουν περάσει αιώνες, όμως, από την εποχή που γραφόταν το «Κοριτσάκι με τα Σπίρτα» και οι «Περιπέτειες του Όλιβερ Τουίστ».
Ο δυτικός και -τεχνολογικά τουλάχιστον- προηγμένος κόσμος, μοιάζει να έχει αφήσει οριστικά πίσω του την εποχή που η παιδική ηλικία θεωρείτο απλώς μια περίοδος προετοιμασίας για την ενηλικίωση. Τότε που τα παιδιά νοούνταν ως «μικροί και ανώριμοι ενήλικες», που «βιάζονταν να μεγαλώσουν» για να αποκτήσουν τα δικαιώματα του ενήλικου κοινωνικού περιβάλλοντος στην ελευθερία, στον αυτοπροσδιορισμό, στην αυτενέργεια και στην αυτονομία.
Η δύσκολη, κάποτε μάλιστα και σκληρή, περίοδος της παιδικής ηλικίας είχε ακόμα τότε πολλές υποχρεώσεις και σχεδόν καθόλου δικαιώματα. Οριζόταν ως ένα στάδιο προετοιμασίας και δοκιμασιών για όλα ανεξαιρέτως τα κοινωνικά στρώματα, αλλά, βεβαίως, με διαφορετικούς όρους για το καθένα. Το παιδί ζούσε κάτω από την εξουσία και την κηδεμονία του ενηλίκου, χωρίς δικαίωμα αντίδρασης. Ή τουλάχιστον, γνωρίζοντας πως η αντίδραση συνοδευόταν από ποινές και τιμωρίες. Το παιδί, δηλαδή, δεν είχε πραγματικό δικαίωμα να έχει γνώμη και, κυρίως, δεν είχε δικαίωμα να «κάνει ό,τι του αρέσει».
Η κουλτούρα της νεολαγνείας
Προοδευτικά, από τα μέσα ιδίως του 20ου αιώνα και ύστερα, άλλαξε η ιδεολογική και πολιτισμική παράσταση της παιδικής ηλικίας. Η παιδική ηλικία αυτονομήθηκε και θεωρήθηκε μια διακριτή ηλικιακή φάση, μέχρι ενός σημείου απολύτως δικαιολογημένα και ορθά. Έφτασε, όμως, σήμερα στο άλλο άκρο: εκείνο της εξιδανίκευσης της παιδικής ηλικίας.
Η εξιδανίκευση αυτή διήλθε προηγουμένως από την εξιδανίκευση της νεότητας, στο πλαίσιο της συστηματικής καλλιέργειας μιας κουλτούρας «νεολαγνείας», η οποία αναφύεται μέσα από την ροκ κουλτούρα, τις εξεγέρσεις τύπου Μάη του ’68, την ανάδειξη του ριζοσπαστισμού των φοιτητικών κινημάτων, και λοιπά. Περάσαμε έτσι σταδιακά από το «για πάντα νέος» σε μια «ηλικιακή παλινδρόμηση» που εισήγαγε το «μένουμε πάντα παιδιά».
Ας αναλογιστούμε, λοιπόν, κάποιες φράσεις που ακούγονται πλέον συχνά. Είναι ενδεικτικές, όχι μόνο του ιδεολογήματος «μένουμε πάντα παιδιά», αλλά επίσης μιας υποβόσκουσας ψυχοπαθολογίας, που συχνά υποκρύπτεται πίσω από κυρίαρχες ιδεολογίες και φράσεις του συρμού. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: «Μετά τα 18 τι νόημα έχει η ζωή; Όλο ευθύνες και υποχρεώσεις! Τι ωραία που είναι η ζωή για τα παιδιά…» ή «Δεν θέλω να μεγαλώσω!».
Τα «παιδιά»
Παρατηρούμε παράλληλα, όλο και πιο συχνά, την αντίδραση των ανθρώπων στα γενέθλια τους, ήδη όταν μπαίνουν στη δεκαετία των τριάντα. Θεωρούν ότι «πια μεγάλωσαν» και βιώνουν αγχωτικά αυτό ακριβώς το βάρος της ηλικίας, βλέποντας, μάλιστα, το επερχόμενο γήρας! Ο εκ των προτέρων φόβος των νέων ανθρώπων για την επέλαση του χρόνου και την αύξηση της ηλικίας είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη δαιμονοποίηση της ενηλικίωσης από αυτές τις κοινωνικές ομάδες και την αντίστοιχη εξιδανίκευση της παιδικότητας.
Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι όλο και περισσότεροι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν ξεπεράσει κατά πολύ το τυπικό νομικό όριο ενηλικίωσης των 18 ετών, συνεχίζουν να αποκαλούνται, από το οικογενειακό και ευρύτερο ενήλικο κοινωνικό περιβάλλον τους, «παιδιά». Ας θυμηθούμε φράσεις που όλοι λίγο ή πολύ έχουμε χρησιμοποιήσει μιλώντας για νέους 20, 22, 25 και 30 ετών: «Τα “παιδιά” που καίνε τα Εξάρχεια», «Τα “παιδιά” που σπουδάζουν», «Τα σημερινά “παιδιά” που δεν βρίσκουν δουλειά»...
Επίσης, οι συνθήκες ζωής πολλών σημερινών νέων ανθρώπων προσιδιάζουν όλο και περισσότερο στη συνθήκη ζωής ενός παιδιού. Μένουν με τους γονείς τους. Δεν είναι οικονομικά ανεξάρτητοι. Δεν έχουν ενταχθεί στις εργασιακές σχέσεις και ασχολούνται πολύ περισσότερο με την εκπαίδευσή τους, μέσω της παράτασης που δίνεται στον χρόνο που αφιερώνεται στις σπουδές, παρά με το να κερδίζουν τα προς το ζην.
Καθήλωση στην «παιδικότητα»
Από ψυχοκοινωνικής άποψης, η κατάσταση που περιγράψαμε παραπάνω και η στάση των ίδιων των ατόμων απέναντι στη βιολογική και ψυχολογική ηλικία τους, αλλά και του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος, συμβάλλει στην εμφάνιση διαφόρων ψυχολογικών διαταραχών.
Η απόσυρση στον κόσμο του φανταστικού, η καλλιέργεια της εγωκεντρικής σκέψης (χαρακτηριστικής στα παιδιά), η ελλιπής κοινωνικοποίηση, η εξάρτηση από την φροντίδα και τις παροχές των άλλων ακόμα και σε στοιχειώδη ζητήματα καθημερινής επιβίωσης, η αδυναμία να πάρουν τα νέα άτομα τη «ζωή τους στα χέρια τους» και να αισθανθούν υπεύθυνοι για τις πράξεις τους (καθώς και να είναι). Όλα τα παραπάνω συμβάλλουν στην εμφάνιση διαφόρων, άλλοτε ελαφρύτερων, άλλοτε αρκετά σοβαρών ψυχοπαθολογικών καταστάσεων.
Παρατηρούμε, επομένως, να εκδηλώνονται διαταραχές που προσιδιάζουν σε οριακές καταστάσεις με στοιχεία παντοδυναμίας σκέψης και διαταραγμένης σχέσης με τον εαυτό. Ακόμα και κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού, αποσύνδεση από τμήματα του εαυτού ή συναισθηματική απόσυρση. Εκδηλώνονται, επίσης, ψυχοσωματικά συμπτώματα, διαταραχές άγχους, συναισθηματικές διαταραχές. Πολύ συχνά οι ανωτέρω ψυχικές καταστάσεις ξεκινούν με φοβίες γύρω από την υγεία, τη σωματική ακεραιότητα και συνοδεύονται κάποτε από σκέψεις και φόβους θανάτου.
Με απλά λόγια και χωρίς να επικαλεστούμε κλινικά παραδείγματα, ας αναλογιστούμε ένα άτομο που «δεν μεγαλώνει» και που συναισθηματικά και διανοητικά «παραμένει παιδί».
Ποιες οι συνέπειες μιας τέτοιας κατάστασης όχι μόνο σε ψυχοδιανοητικό, αλλά ακόμα και σε σωματικό επίπεδο;
Ποιες οι συνέπειες αυτής της εμμονής και συγχρόνως, της εξιδανίκευσης της παιδικότητας στην εξέλιξη και ανάπτυξη των ατόμων;
Η «Ανωτάτη Πεζοδρομιακή»:
Ετικέτες
ΔΙΕΘΝΗ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΝΕΑ ΤΑΞΗ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ Ε.
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: H κουλτούρα του Άρπα Κόλλα
Είναι κοινός τόπος η απουσία επαγγελματισμού ή αλλιώς η νοοτροπία του Άρπα Κόλλα (κεντρικό τμήμα της σύγχρονης ελληνικής παθογένειας), όπως αυτή εμφανίζεται σχεδόν σε όλα τα αντικείμενα, τα επιστημονικά πεδία, τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα.
Επίσης, είναι κοινός τόπος η πρακτική της κοινωνικής σύγκρισης (ενδεχομένως μέχρι και το βαθμό της μνησικακίας), ιδιαίτερα δημοφιλή στην Ελλάδα, όπως αυτή διαμορφώνεται σήμερα στις συνθήκες πολιτισμικής, οικονομικής, δημογραφικής, πολιτικής και παραγωγικής παρακμής. Ας θυμηθούμε το γνωστό ανέκδοτο με τον γάιδαρο του γείτονα. .
Τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με μια νεοφιλελεύθερη ανταγωνιστική
λογική που καλλιεργείται συστηματικά, χαρακτηρίζουν το αξιακό σύστημα
μιας σύγχρονης «κοινωνίας της ορθοπεταλιάς».
Για να εξηγήσουμε καλύτερα
τι εννοούμε με τον όρο επαγγελματισμός, ας θυμηθούμε τη λέξη που
χρησιμοποιείται στις μέρες μας όλο και λιγότερο και αφορά αυτό που
κάποτε λεγόταν «μεράκι». Με την λέξη αυτή εννοούσαμε ότι κάποιος βάζει
στην εργασία του, για παράδειγμα, ένα κομμάτι του εαυτού του, της ψυχής
του.
Το παράγωγο αυτής της εργασίας ήταν αποτέλεσμα του κόπου, της
φιλότιμης προσπάθειας, της μελέτης και της συστηματικής ενασχόλησης με
κάτι το οποίο, το άτομο υποτίθεται ότι αγαπούσε. Ως εκ τούτου, το
αποτέλεσμα της εργασίας του ήταν ζωντανό, δυναμικό, εξελισσόμενο και
εξέφραζε «κάτι από τον ίδιο». Με άλλα λόγια, μέσα σε κάθε κατασκευασμένο
αντικείμενο ενυπήρχε ο κατασκευαστής και το μεράκι του.
Επιπλέον, σε αυτή την κατηγορία του επαγγελματία, δηλαδή «του
εργαζόμενου που κάνει τη δουλειά του με μεράκι», θα πρέπει να
προσθέσουμε την κατηγορία του ευσυνείδητου και εργατικού δημόσιου
λειτουργού, όπως αυτός περιγράφεται από την παραδοσιακή Βεμπεριανή
κοινωνιολογία, χωρίς να κινητοποιείται για την εκτέλεση των καθηκόντων
του, άμεσα και εξωτερικά τουλάχιστον, από ένα σύστημα ανταμοιβών –
ποινών.
Ο ίδιος επαγγελματισμός, αναφερόμενος πλέον στους ιδιώτες
επαγγελματίες, εκθειάζεται από τον Ινδιάνο σκηνοθέτη Σαμ Πέκενπα, σε
ταινίες, όπως «Η Άγρια Συμμορία» και «το Κομβόι», στις οποίες η
αξιοπρέπεια του επαγγελματία και η ευθύνη να φέρει εις πέρας το έργο που
αναλαμβάνει φτάνει υπερβατικά, μέχρι ακόμα και το βαθμό της αυτοθυσίας.
Βόλεμα στη ρουτίνα
Όμως, η υποβάθμιση της εργασίας ως βιοποριστικού μέσου και η
προσπάθεια εξεύρεσης άλλων «ευφυέστερων μέσων πλουτισμού» καθιστά την
επαγγελματική επιδεξιότητα όλο και πιο άσχετη από την ιδέα της
επιτυχημένης επαγγελματικής ζωής. Αυτό «αποθαρρύνει την προσκόλληση
στη συγκεκριμένη θέση εργασίας και ωθεί τους ανθρώπους προς την βαρεμάρα
και την απόγνωση, δηλαδή να αντιμετωπίζουν την εργασία με αυτοκριτική
απόσταση» (Λας, Κ. 2002, Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού, εκδ.
Νησίδες, σ. 99). Μπορούμε λοιπόν, στη συνέχεια του Λας, να αναρωτηθούμε:
πού μπορεί να οδηγήσει άραγε «η ειρωνική και κυνική απόσταση του καθενός από την καθημερινή του ρουτίνα»;
Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα το «βόλεμα στη ρουτίνα γίνεται
σταδιακά ολοένα και πιο δυσεπίτευκτο… Η μαζική κουλτούρα της ρομαντικής
φυγής γεμίζει το κεφάλι των ανθρώπων με οράματα για εμπειρίες πέραν από
τα οικονομικά μέσα τους – και πέρα από τις συναισθηματικές και
φαντασιακές τους ικανότητες (εμείς θα προσθέταμε και επιθυμίες) – και
έτσι συντελεί στην περαιτέρω υποβάθμιση της ρουτίνας. Η ασυμφωνία
ανάμεσα σε ρομάντζο και πραγματικότητα … σακατεύει τη θέληση να
αλλάξουμε τις κοινωνικές συνθήκες και να ξαναδώσουμε νόημα και
αξιοπρέπεια στην καθημερινή ζωή». (στο ίδιο, σ. 100)
Έτσι, παρατηρείται η τάση τα άτομα να επιθυμούν να διαθέτουν
ταμπέλες, οι οποίες δεν αντανακλούν τις πραγματικές τους προθέσεις και
βαθύτερες επιθυμίες τους. Διότι, όταν επιθυμώ κάτι πάρα πολύ, είμαι
διατεθειμένος να καταβάλλω την προσπάθεια που απαιτείται για να το
πετύχω, να διαχειριστώ τις απογοητεύσεις που συνοδεύουν μια τέτοια
προσπάθεια και να μην αγωνιώ (χωρίς να σημαίνει ότι αδιαφορώ), για την
κοινωνική αναγνώριση που θα μπορούσε να έπεται κάποιας επιτυχίας.
Άλλωστε, για να είμαστε ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, θα πρέπει να
σημειώσουμε ότι η ίδια η νεοελληνική οικογένεια καλλιεργεί συστηματικά
την ανταγωνιστική διάθεση και την κοινωνική σύγκριση, ως συμπεριφορές
κινητοποίησης της φιλοδοξίας του ατόμου. Πολλές φορές τα νεαρά άτομα
μαθαίνουν να αναρωτιούνται «γιατί δεν είμαι σαν τον Α ή τον Β»; Ή
διανύουν τη σχολική τους ζωή ακούγοντας «γιατί ο συμμαθητής σου πήρε 20 και εσύ 17; Να είσαι ο καλύτερος! Να είσαι ο πρώτος!» κλπ.
Δήθεν αντιστάσεις στις σχέσεις εκμετάλλευσης
Για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι, θα αναφέρουμε δυο παραδείγματα, χαρακτηριστικά των παραπάνω νοοτροπιών
:
- Παράδειγμα Α: Κύριος με πτυχία και μεταπτυχιακό έρχεται και ζητά εργασία σε Κυρία με αντίστοιχα τυπικά προσόντα, ηλικία και κοινωνικό προφίλ, η οποία διατηρεί κάποια μικρή επιχείρηση στον τομέα της. Συμφωνούν σε όλες τις λεπτομέρειες της εργασίας και όταν έρχεται η ώρα να αναφερθούν στο κομμάτι των οικονομικών απολαβών, η εν δυνάμει εργοδότρια ζητά από τον εν δυνάμει εργαζόμενο να της πει πόσα ο ίδιος θεωρεί ότι πρέπει να παίρνει. Και εκείνος με μεγάλη φυσικότητα απαντά: «Από τις μεικτές εισπράξεις θα ήθελα το 50% για να δουλεύουμε σε ένα ισότιμο κλίμα συνεργασίας!»…
- Παράδειγμα Β: Ιδιοκτήτης μεταφορικής εταιρείας στέλνει έναν οδηγό υπάλληλο να κάνει ένα δρομολόγιο εκτός Αττικής. Ο υπάλληλος, ο οποίος λόγω συγγένειας είχε κάποια οικειότητα με τον εργοδότη του, σκέφτεται το εξής: «Αυτός (ο ιδιοκτήτης της μεταφορικής) μόνο σε ένα δικό μου δρομολόγιο βγάζει πέντε φορές περισσότερα από όσα μου δίνει εμένα μισθό το μήνα (ένα πολύ καλό μισθό για τα δεδομένα της εποχής). Δεν είναι δίκαιο αυτό! Δεν θα έπρεπε να παίρνω κάποιο ποσοστό ανά είσπραξη πέραν του μισθού μου;» Έτσι, συγκρινόμενος με τον εργοδότη του, στη φαντασία του καθίσταται από μισθωτός, συνέταιρος και «καταργεί τον καπιταλισμό»…
Συνεπώς, θα πρέπει να επισημάνουμε την ικανότητα των νέων
μικροαστικών και μεσοαστικών στρωμάτων, που έστω και άθελά τους έχουν
παρασιτοποιηθεί και εξοικειωθεί με την προοπτική μιας «επιβίωσης μέρα με
τη μέρα», συνήθως μέσω μικρών ή μεγάλων επιδομάτων, είτε από το κράτος
πρόνοιας (όσο εξακολουθεί να υπάρχει), είτε από την οικογένεια, να
εκλογικεύουν τη θέση τους και την πραγματική τους κατάσταση με
κοινωνιοοικονομικούς όρους. Να ταυτίζουν την μισο-παρασιτική τους ζωή με
στομφώδεις ηθικές ή κοινωνιοπολιτικές αρχές που δίνουν έμφαση σε
κάποιες συνήθως φανταστικές «ατομικές ελευθερίες επιλογής τρόπων ζωής» ή
σε κάποιες εικονικές «προσωπικές αντιστάσεις τους στην εργοδοτική
εκμετάλλευση».
Αυτές οι δήθεν αντιστάσεις στις σχέσεις εκμετάλλευσης σπανιότατα
εμφανίζονται βεβαίως όταν ο εργοδότης είναι μια ανώνυμη πολυεθνική
εταιρεία, ικανή να δώσει «τα παπούτσια στο χέρι» με τον πιο αυταρχικό
και απρόσωπο τρόπο σε όποιον τολμήσει να αμφισβητήσει, έστω εμμέσως,
τους ρυθμούς ή τα ωράρια εργασίας των υπαλλήλων ή τις τεράστιες
ανισότητες στις αμοιβές τους. Σε αυτές τις συνθήκες, απέναντι στον
απρόσωπο μηχανισμό μιας πολυεθνικής εταιρείας και των μετόχων της, η
κοινωνική σύγκριση, ως συμπεριφορά και κοινωνική πρακτική, δεν θα είχε
κανένα νόημα.
Απολύτως συμβιβασμένοι:
Ετικέτες
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΣΑΡΗΓΙΑΝΝΙΔΗ Ε.,
ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ
ΚΟΙΝΩΝΙΑ , ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το «δικαίωμα» στην άκοπη ευημερία
Γράφει η Ευγενία Σαρηγιαννίδη
Ο «αδικημένος και αποστερημένος δικαιωματούχος» είναι μια πρόσθετη διάσταση των καθημερινών νοοτροπιών και συμπεριφορών, που απαρτίζουν την «κουλτούρα των χαμένων κορμιών», για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει σε προηγούμενα άρθρα.
Τα «χαμένα κορμιά» ζουν σε ένα κόσμο που χαρακτηρίζεται από απουσία νοήματος και επιζητούν άκοπη ευημερία.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Μάμφορντ «Ένας κόσμος μεστός νοήματος είναι ένας κόσμος που κρατά ένα μέλλον, το οποίο εκτείνεται πέρα από την ατελή προσωπική ζωή του ατόμου˙ έτσι ώστε μια ζωή που θυσιάζεται τη σωστή στιγμή είναι μια ζωή που έχει ξοδευτεί καλά, ενώ μια ζωή που την φυλάγουμε υπερβολικά προσεκτικά, τη διατηρούμε υπερβολικά ντροπιαστικά είναι μια ζωή τελείως υποταγμένη» (Λας Κ. 2006, Ο Ελάχιστος Εαυτός. εκδ. Νησίδες, σ. 67)
Πιο συγκεκριμένα, η «υποταγμένη» ζωή του «ελάχιστου εαυτού», που περιγράφει ο Λας, είτε φαντασιώνεται ότι εξεγείρεται, είτε αποδέχεται σταδιακά την προσαρμογή και τους όποιους συμβιβασμούς, αποτελεί ψυχολογικό υπόβαθρο ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να περιγραφεί ως ο «ούτε καν δούλος».
Εισηγείται αυτήν την έννοια ο Γιάννης Παπαμιχαήλ («Ανυπόφορο Βουητό του Κενού – Όψεις της Μετανεωτερικότητας στην Νεοελληνική Κοινωνία», από κοινού με τον Κώστα Μελά, εκδόσεις Αγγελάκη, 2016, σ.333):
«Οι ατομικές χειραφετήσεις των νέων δουλικών συνειδήσεων από κοινωνικές δεσμεύσεις και συλλογικούς καταναγκασμούς, συνόδευαν την πολύπλευρη φαντασιακή θέσμιση του καταναλωτικού και ανταγωνιστικού καπιταλισμού, όπως η κάλτσα μπορεί να “πηγαίνει γάντι” σε ένα χέρι που έχει “απελευθερωθεί” από τα δάχτυλά του. Ήταν, όμως, τόσο το πάθος για “εκσυγχρονισμό”, για ισότητα στις καταναλωτικές απολαύσεις, για κοινωνική αναγνώριση, για ατομική διάκριση μέσα από την τυφλή ιδεολογική συμπόρευση με όλες τις αντισυνεκτικές και αντικανονιστικές ιδεολογίες που επέβαλε παντού η νεοφιλελεύθερη πολιτική και πολιτισμική αντεπανάσταση, που με μπόλικη “οικονομία”, με άλλη τόση “ψυχολογία” – και άφθονη “θετική σκέψη”, που συχνά υποστηρίζεται από ουσίες και φάρμακα, οι περισσότεροι δικαιωματούχοι “πολίτες”, άλλοτε εξακολουθούσαν να παίρνουν τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα, άλλοτε πάλι να ταυτίζουν την ορατή πραγματικότητα με αυτό που είχαν πραγματικά επιθυμήσει».
Οι επιθυμίες και η πραγματικότητα
Η τελευταία αυτή φράση από το προαναφερθέν απόσπασμα μοιάζει να επιβεβαιώνει απόλυτα την παροιμιώδη σκωπτική λαϊκή αφήγηση για την αλεπού και τα σύκα: [Παροιμιακός μύθος, σε διάλογο (Γιάννινα). Ό,τι λαχταράει κανείς, το φαντάζεται εύκολο. Βλ. Ν.Γ. Πολίτου. Παροιμίαι τόμ. Α΄(1899) σελ.178,24. Από «Νεοελληνικά Λαογραφικά Κείμενα, Βασική Βιβλιοθήκη, Επιμέλεια: Δημήτριου Λουκάτου, Αθήνα»]
«Ή αλεπού έλεγε μια φορά:
-Του χρόνου θα γένουν πολλά σύκα!
-Που το ξέρεις;
-Γιατί τ’ αγαπάει η κοιλιά μου, είπε»
Θα συμπληρώναμε ότι σήμερα ψυχολογικά πολλά άτομα βρίσκονται στην κατάσταση να παίρνουν την ισχύουσα πραγματικότητα, όποια και αν είναι, για επιθυμία τους, με την πεποίθηση ότι σκεπτόμενοι έτσι, έχουν βελτιωθεί ηθικά, μορφωτικά και πολιτισμικά. Είναι η αναστροφή και ταυτοχρόνως η επιβεβαίωση των ορίων του παλαιού συνθήματος του Μάη του ’68 «Πάρτε τις επιθυμίες σας για πραγματικότητα»!
Όπως επισημαίνεται στο ίδιο βιβλίο από τον Παπαμιχαήλ (σ. 300), ο τρόπος λειτουργίας των ατόμων που «παίρνουν την πραγματικότητα για επιθυμία τους», (που αισθάνονται ή επιθυμούν να είναι «χειραφετημένοι» από τα βάρη και τις όποιες δεσμεύσεις του κοινωνικού ατόμου και διακρίνονται από την πολιτική ιδιότητα των «ούτε καν δούλων» κλπ.), περιγράφεται ως εξής:
«Tα άτομα επιβιώνουν – όταν επιβιώνουν, κάπου ανάμεσα στις καταναλωτικές προσδοκίες της αυτοπραγμάτωσής τους, στα καθημερινά άγχη τους ως προς τη διατήρηση της “ποιότητας” ζωής τους, στις κρίσεις πανικού, στα πολυάριθμα νέα ψυχιατρικά συμπτώματα που σκηνοθετούνται στον καθρέφτη των υπαρξιακών αναζητήσεων του εαυτού, στις ουσίες και στα σκευάσματα που συντηρούν σε μια βιώσιμη και αποδεκτή κανονικότητα τους ρυθμούς και τα ψυχολογικά περιεχόμενα του βίου.
»Παραγράφεται έτσι η αίσθηση ότι η μαζικοδημοκρατική, διεθνοποιημένη καπιταλιστική κοινωνία διαθέτει για τους ιδιώτες – τους υπερφίαλους και στερημένους μετανεωτερικούς της καταναλωτές, τα τυπικά προτάγματα της απόλυτης ψυχοπολιτικής και πολιτισμικής τους υποδούλωσης σε μια κατάσταση μόνιμης διέγερσης και εκνευρισμού, διανθισμένης από “ατομικές ελευθερίες” κομμένες και ραμμένες στα μέτρα των φαντασιώσεων των, χωρίς καμία εξασφάλιση ή προστασία “ούτε-καν-δούλων”, των οποίων η ζωή είναι, όπως το αναφέρει ο Α. Μεταξόπουλος (2005) στο βιβλίο του Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, (εκδ. Λιβάνη, σ.335): «μια σειρά επεισοδίων, βιωμένων από ένα Εγώ αυτοσκηνοθετούμενο, σε μια πολλαπλότητα ρόλων, η υπόδυση των οποίων επάλληλα ή ταυτοχρόνως κατά τρόπον ανυπερθέτως σχιζοφρενή συνιστά την αυτοπραγμάτωση».
Ψευδεπίγραφη επιβιωτική συνείδηση
Μέσα σε μια τέτοια κοινωνιοπολιτική συνθήκη, η ψυχολογία ως, όχι μόνον επιστήμη της κοινωνίας και του ανθρώπου, αλλά ως πολιτική επιστήμη της χειραγώγησης των μαζών, παίζει τεράστιο ρόλο. Συνεισφέρει σε ένα κλίμα «αυτιστικής» ενασχόλησης με έναν «μη κοινωνικό» εαυτό, απορρόφησης από εκείνον και καλλιέργειας μιας ψευδεπίγραφης επιβιωτικής συνείδησης και ενός κούφιου ναρκισσισμού, που εγκλωβίζει τα άτομα στον εγωκεντρικό τους κόσμο.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο, ο Άλλος εισάγεται σε πολλές περιπτώσεις μόνον επιφανειακά και με κύριο σκοπό την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων. Παρατηρούμε με άλλα λόγια την ανάδειξη ενός οικονομικού ανθρώπου σε όσμωση με τον εξατομικευμένο «ψυχολογικό» άνθρωπο σε mainstream ανθρωπολογική εκδοχή.
Παράλληλα, η ψυχολογία ως επιστήμη διαμέσου των ειδικών που την εφαρμόζουν (είτε για εμπορικούς λόγους, είτε για λόγους άγνοιας), όχι μόνον δεν καταγγέλλει αυτή την κατάσταση, αλλά αναλαμβάνει και την ιδεολογική επιστημονοφανή πιστοποίησή της. Εμμέσως, μια τέτοια πιστοποίηση δικαιολογεί οποιαδήποτε έκφραση της «κουλτούρας των χαμένων κορμιών» ως «φυσική» και αυτονόητη σε μια εποχή δυσκολιών και κρίσης.
Με άλλα λόγια, μια τέτοιου είδους «ψυχολογία» λειτουργεί ιδεολογικά ως εκλογικευτική επιχειρηματολογία, όχι τόσο ερμηνείας, αλλά κυρίως δικαιολόγησης της «κουλτούρας των χαμένων κορμιών». Οι περισσότερες από τις προαναφερθείσες συμπεριφορές, ιδίως σε συνδυασμό μεταξύ τους και σε υψηλή ένταση και συχνότητα, μπορεί να θεωρηθούν από τα ίδια τα άτομα ή πιο συχνά από τους οικείους τους, ως ενδείξεις κάποιου ψυχολογικού ζητήματος που χρήζει εξειδικευμένης ψυχολογικής εκτίμησης και αντιμετώπισης.
Υποκουλτούρες και αντιστάσεις
Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο ναρκισσιστικός – ελάχιστος εαυτός (που αναφέραμε στο αμέσως προηγούμενο άρθρο μας, όπως περιγράφεται από τον Κρίστοφερ Λας), καλείται να αντιμετωπίσει στην προσπάθειά του για ταυτόχρονη επιβίωση, αλλά και διάκριση το συναίσθημα της μετάβασης. Το συναίσθημα που θα ένιωθε κάποιος που ευρισκόμενος πάνω σε μια γέφυρα, καλείται να επιλέξει όχθη για να ζήσει, να «εγκατασταθεί» και να «χτίσει το σπίτι του».
Η όχθη από την οποία προέρχεται του φαντάζει μικρή και λίγη για τον ίδιο, αναντίστοιχη με τις προσδοκίες του εαυτού του και τις δυνατότητες του, φανταστικές ή πραγματικές. Η άλλη όμως όχθη, στην οποία μην έχοντας ζήσει, την έχει εξιδανικεύσει, φαντάζει πολύ μεγάλη γι’ αυτόν και ο δικός του εαυτός, ανεπαρκής για να ζήσει εκεί.
Ως «ψυχολογικός νομάς» παραμένει λοιπόν εγκλωβισμένος στη γέφυρα, δηλαδή στη διαρκή μετάβαση από έναν «κόσμο-όχθη», τον οποίο αφενός απαξιώνει, αφετέρου κουβαλάει μέσα του ως ταυτότητα, προς έναν «νέο κόσμο», ο οποίος «γυαλίζει κι ας μην είναι χρυσός», γεμάτος «ίσες ευκαιρίες» υποσχέσεις αυτοπραγμάτωσης, κοινωνικής διάκρισης, αναγνώρισης, διασημότητας, πλούτου κλπ.
Σε μια αποικία χρέους, όπως η Ελλάδα, τα μεσαία στρώματα τείνουν ταχύτατα να εξαθλιωθούν και οι κοινωνικές πρόνοιες τείνουν να εκμηδενιστούν.
Σε μια τέτοια χώρα, τελικά, ίσως, ένα από το κεντρικότερα ερωτήματα που αναφύονται είναι...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






