"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΑΛΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΤΑΛΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Νταλάρας εναντίον ακατοίκητων της "δημοσιογραφίας"

 Του ΣΩΚΡΑΤΗ ΠΑΠΑΧΑΤΖΗ

Το σωστό πρέπει να λέγεται – το ποιος, και πώς το λέει, είναι δευτερεύοντα.
 

Αυτό ισχύει ακόμα και για τον Γιώργο Νταλάρα, αντιμέτωπο με τα ακατοίκητα της “δημοσιογραφίας”, με αφορμή κάποια [περιττά] σχόλιά του περί Ρέμου, Αργυρού και διαφημίσεων.

Όχι ότι η γενιά του κυρίου Νταλάρα, στερείται ευθυνών για τη σημερινή “κατάντια”. Ο ίδιος υπήρξε απ’ τους πρωταγωνιστές της διαδικασίας “αλλαγής παραδείγματος”, μεταφοράς δηλ. του κέντρου βάρους από τον δημιουργό στον ερμηνευτή / μετατροπής του δεύτερου σε employer του πρώτου. 

Σύμφωνα με το σχέδιο των από μια εποχή και μετά ιθυνόντων της δισκογραφίας, δεν θα ήταν πλέον οι συνθέτες που διάλεγαν τους ερμηνευτές, αλλά το αντίθετο. Το πρόσωπο του τραγουδιστή θα κυριαρχούσε στο εξώφυλλο ενός δίσκου η δημιουργία του οποίου θα γινόταν συλλογική υπόθεση [δυο και τρεις συνθέτες – στιχουργοί κάθε φορά, τουλάχιστον]. Επόμενη πράξη, η βαθμιαία εγκατάλειψη του σκάφους από όσους θα μπορούσαν να το οδηγήσουν σε ασφαλή νερά, και η έφοδος σ’ αυτό ενός συνοθυλεύματος “δημιουργών” με τους οποίους ήταν φυσικό να μην καταδέχονται να συνεργαστούν άνθρωποι όπως …ο ίδιος ο Νταλάρας, ο οποίος είχε ξεκινήσει την καριέρα του με τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή.
 

Δεν “ήμουν εκεί” ώστε να μπορώ να μιλήσω για τον ρόλο του τραγουδιστή σε όλη αυτή τη θλιβερή υπόθεση. Ίσως από φιλοδοξία να την ενθάρρυνε, ίσως και να επιχείρησε ανιδιοτελώς να την περιορίσει. Το σίγουρο είναι ότι δεν τον έχω ακούσει να μιλά γι’ αυτήν, όσο καιρό εξελισσόταν, όσο υπήρχε θεωρητικά έστω μια πιθανότητα ανάκαμψης.

Με τη διπλή, χαριστική βολή του free downloading και των talent shows στη νέα χιλιετία, το πράγμα είναι συντελεσμένο, και είναι πλέον κωμικοτραγικά αργά για ο,τιδήποτε.
 

Η θεωρητική οντότητα “νέος Τσιτσάνης” θα έμενε σήμερα “ανεκμετάλλευτη”, ακόμα και αν κέρδιζε την εύνοια του …Κωνσταντίνου Αργυρού και του Αντώνη Ρέμου. Μεταξύ μας, το αυτό...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Νταλάρας και εκείνοι οι καθηγητές

 

Της ΡΕΑΣ ΒΙΤΑΛΗ

Μ’ άρεσε ο τόνος της φωνής,
ο τρόπος, το διφορούμενο χαμόγελο μιας εμφανούς έντονης προσπάθειας να κοντρολάρει τον θυμό του ώστε να βγει λόγος με ουσία. Τολμώ να πω με συγκίνησε, καθώς έφερνε ένα τεμάχιο παρελθόντος, τόσο όσο, που θεωρώ ότι πολύ θα μας ήταν χρήσιμο στις μέρες μας. Θα ευεργετούσε τους νέους. (Ελπίζω να προσέξατε το διευκρινιστικό «τεμάχιο» παρελθόντος γιατί δυσφορώ με τους νοσταλγούς). Και είναι αλήθεια ότι δεν θα μπορούσα εύκολα να σας μεταφέρω τα χαρακτηριστικά αυτού του «τεμαχίου», ήταν απόσταγμα μιας ολόκληρης «ατμόσφαιρας», αλλά να που ήρθαν τα λόγια του Γιώργου Νταλάρα ώστε να μπορώ να σας το δείξω και ίσως να μπορέσετε κάπως να διακρίνετε τι εννοώ.  

Ο Γ. Νταλάρας απευθύνθηκε σε μια ομάδα νέων επαγγελματιών δημοσιογράφων με τρυφερή αυστηρότητα. Κοιτώντας τους κατάματα, έντιμα, άφοβα. Όπως οι δάσκαλοι ενός «Κάποτε», αναμφίβολα και προς Θεού όχι όλοι, αλλά αυτούς που αφήναμε τον εαυτό μας να τους ακούει γιατί είχαν έναν τρόπο να κερδίζουν τον σεβασμό μας. Νοιώθαμε, ψυχανεμιζόμασταν ότι πίσω από το αυστηρό τους ύφος, με κάποιο δικό τους τρόπο μας αγαπούσαν βαθιά, μας νοιάζονταν αληθινά, πίστευαν στις δυνατότητές μας.  

Είχαν μια ενδιαφέρουσα δοσομετρία απόστασης. Δεν γινόμασταν ποτέ φιλαράκια μαζί τους. Ακόμα και όταν τελειώναμε το σχολείο. Δεν γνωρίζαμε για τη δική τους ζωή. Δεν συμφωνούσαμε με ό,τι έλεγαν αλλά μας άρεσε να διαφωνούμε γιατί στα μάτια τους βλέπαμε ότι μας καμάρωναν ότι παράγαμε επιχειρήματα για να διαφωνήσουμε. Μας ήθελαν…Πώς μας ήθελαν;  

Επαναστάτες με αιτία! Ο διάλογος μαζί τους μας άνοιγε το πεδίο. 

Χρόνια τώρα υποτιμούμε τους νέους κανακεύοντάς τους, κολακεύοντάς τους ανέξοδα. Ευνουχίζουμε ύπουλα, υπόγεια τις ικανότητές τους, τις αντοχές τους. Διαχέουμε την προσωπική τους ευθύνη, τις υποχρεώσεις που τους αναλογούν.

 Ήμαστε βαθιά ενοχικοί για όσα δεν έχει νόημα να ήμαστε «Τι κόσμο τους παραδίδουμε» και κάτι τέτοιες αρλούμπες και απολύτως αδιάφοροι για ότι έχει αληθινό νόημα. 

 Ανάμεσα σε τόσους και τόσους κενούς περιεχομένου που νταραβερίζονται ξεδιάντροπα, με καμάρι αγράμματα, τζουφιο-φιλήδονα, με μικρόφωνα που προτάσσονται μπροστά τους ώστε σαχλές ερωτήσεις να συναπαντηθούν με σαχλές απαντήσεις και να πορδο-πυρπολήσουν πάνελ και πάνελ, ας υπάρχει και ένας Γιώργος Νταλάρας να απλώσει χωρίς φόβο αλλά με διαχρονικό πάθος την δική του οπτική. 

Μόνο...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εχει δίκιο ο Νταλάρας - Οι δηλώσεις του ενόχλησαν πολύ, επειδή ήταν εύστοχες

 


Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΛΙΑΚΟΥ

Ναι, είναι γελοίο να ασχολούνται οι δημοσιογράφοι με κάτι ευτελές και τζούφιο -όπως οι έριδες ή οι μικροκαβγάδες καλλιτεχνών-, όταν μπροστά τους βρίσκονται μεγάλες, σοβαρές ειδήσεις
. Ναι, είναι αυτοϋπονόμευση να κυνηγάς το εφήμερο, όταν και πρέπει και μπορείς να ασχοληθείς με το διαχρονικό.

Ο Γιώργος Νταλάρας έχει βγει από ραδιοφωνικό στούντιο, όπου μίλησε σε εκπομπή για τη ζωή και το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη, και τηλεοπτικοί δημοσιογράφοι, αντί να τον ρωτήσουν για όσα είπε για τον Τσιτσάνη, ασχολήθηκαν με το πώς αντιδρά εκείνος στις αντιδράσεις επωνύμων που δεν τους άρεσαν δηλώσεις του της παρελθούσης εβδομάδας.

Και εκείνος απάντησε:
«Αυτό που κάνετε τώρα δεν το βρίσκετε αρκετά γελοίο; Για καθένα σας προσωπικά αλλά και για τα κανάλια που εκπροσωπείτε; Δεν είναι δημοσιογραφία αυτό, αγόρι μου. Δεν είναι καλό αυτό που κάνετε. Σε λίγο, αν τα δεις αυτά και δεις τον εαυτό σου, θα ντραπείς».

Ο Γιώργος Νταλάρας είπε όσα σκέφτονται εκατομμύρια Ελληνες και οι λέξεις του πίκραναν μερικούς, που δηλώνουν μεν δημοσιογράφοι, αλλά κάπου βαθιά μέσα τους νιώθουν ότι το έργο που παράγουν δεν είναι δημοσιογραφία, αλλά ξεκατίνιασμα, προσβολή της αισθητικής και υποβιβασμός του πολιτισμικού επιπέδου του ελληνικού λαού.

Η άμυνα που αντέταξαν αρκετοί από εκείνους που τσουρουφλίστηκαν από τις εύστοχες επισημάνσεις του Γιώργου Νταλάρα είναι ότι εκείνος επί σειρά ετών ταυτίστηκε με το σύστημα, το οποίο προωθεί αυτού του είδους τη «δημοσιογραφία». Ομως, με αυτό το επιχείρημα επιδεινώνουν τη δική τους θέση, όχι τη δική του. Αν ένας συστημικός φτάσει στο σημείο να επιτεθεί στην πηγή της ισχύος του συστήματος, που είναι η «δημοσιογραφία» της αποκολοκύνθωσης του λαού, τότε είναι θέμα χρόνου να το κάνουν κι άλλοι, εκατομμύρια άλλοι.

Τέλος, ο Νταλάρας δεν επιβλήθηκε από το σύστημα στον κόσμο. Τον επέβαλε το υψηλοτάτων, ποιοτικών προδιαγραφών προϊόν της εργασίας του. Δεν μπαίνεις στην καρδιά και στην ψυχή των Ελλήνων απρόσκλητος, επειδή σε δείχνανε τα κανάλια της παρακμής.  

Πρώτα ...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-"ΝΤΑΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ" ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ο Νταλάρας και οι ρεπόρτερ «με τα ματσούκια»

 


 

Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΟΥΣΗ

O Γιώργος Νταλάρας έκανε δηλώσεις στην εκπομπή «Χαμογέλα και πάλι!», την οποία παρουσιάζει η Σίσσυ Χρηστίδου στο Mega. Πρόκειται για μια εκπομπή «ελαφρού ρεπερτορίου», στην οποία πριν και μετά τη συνέντευξη του Γιώργου Νταλάρα θα βγει μία ή ένας ρεπόρτερ, από αυτούς που τη στήνουν στους δρόμους και περιμένουν τους διάσημους, και θα μας πει πού πήγε ποιος με ποια, ποιος χώρισε από ποια και ούτω καθεξής.  

Ολα καλά. Ή και όχι. Πάμε παρακάτω, όμως.  

Ο Νταλάρας είπε κάποια πράγματα για τους τραγουδιστές που «κάνουν διαφημίσεις για μπιφτέκια ή λουκάνικα», συνέκρινε τον Αργυρό και τον Ρέμο με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, μίλησε για ντροπή, για εκμετάλλευση, για καραγκιοζιλίκια, και τα λοιπά.  

Συμφωνείς ή δεν συμφωνείς, πάλι όλα καλά. Ή και όχι.  

Οι δηλώσεις του προκάλεσαν αντιδράσεις από τους ενδιαφερόμενους. Αναμενόμενο.  

Μετά έγινε το εξής:

  Ο Νταλάρας πήγε σε μια εκδήλωση για τον Βασίλη Τσιτσάνη και απ’ έξω τον περίμεναν οι ρεπόρτερ των πρωινάδικων και των μεσημεριανάδικων –όπως αυτό στο οποίο είχε δώσει συνέντευξη μία μέρα νωρίτερα, να θυμίσω– για να τον ρωτήσουν για τις δηλώσεις περί «τραγουδιστών που κάνουν διαφημίσεις για μπιφτέκια και λουκάνικα» και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. 

Και ο Νταλάρας «τα πήρε» και άρχισε να τους κράζει: «Δεν είναι δημοσιογραφία αυτό, αγόρι μου. Δεν είναι καλό αυτό που κάνετε. Σε λίγο, αν τα δεις αυτά και δεις τον εαυτό σου, θα ντραπείς. Δεν το κάνουμε αυτό» είπε σε έναν ρεπόρτερ. Σε μια άλλη είπε: «Κι εσύ, που είσαι χαριτωμένη, ο μπαμπάς σου ή ο θείος σου θα σου πει ότι είναι ντροπή αυτό που κάνεις. Μην το κάνεις». 

Να ξεπεράσουμε, με βαριά καρδιά, το «κι εσύ που είσαι χαριτωμένη» και τα περί μπαμπά και θείου, που είναι έτσι κι αλλιώς απαράδεκτα, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας.  

Ποιο είναι το θέμα μας; 

Το θέμα μας είναι ότι όταν δεν σου αρέσει κάτι, δεν το ταΐζεις. Δεν γίνεται τη μια μέρα να το ταΐζεις και την άλλη να το κράζεις. Κάτι δεν πάει καλά. 

Δεν μπορεί τη μια μέρα να βγαίνεις στο πρωινάδικο/μεσημεριανάδικο/απογευματάδικο και να κάνεις εμπρηστικές δηλώσεις περί συναδέλφων σου, που ξέρεις πάρα πολύ καλά τι ντόρο θα προκαλέσουν, και την επόμενη μέρα να σου φταίει το κοριτσάκι ή το αγοράκι με το «ματσούκι», που δουλεύει στην ίδια εκπομπή. 

Μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι από όλους εκείνους που έσπευσαν να υποστηρίξουν τον Γιώργο Νταλάρα και να καταδικάσουν στο πυρ το εξώτερο τη νεαρή «χαριτωμένη» ρεπόρτερ ως «τσογλάνι με ματσούκι», κανείς δεν σκέφτηκε ποιος, πώς και πού το ξεκίνησε όλο αυτό.  

Θυμήθηκα την Ελένη Μενεγάκη. Η Μενεγάκη είχε πάντα έναν κανόνα με τον οποίο διαμορφώθηκε η σχέση της με τα ΜΜΕ: «Θα γράφεις ό,τι θες για μένα, δεν με νοιάζει. Μόνο μην πειράξεις τα παιδιά μου». Και πράγματι, πολλά περιοδικά επιβίωσαν επί χρόνια γράφοντας ό,τι μπαρούφα τούς κατέβαινε για την Ελένη Μενεγάκη, αλλά τη μία φορά που ένα περιοδικό δημοσίευσε φωτογραφίες των παιδιών της, η Μενεγάκη το τιμώρησε με τον χειρότερο τρόπο: τους απαγόρευσε –δικαστικώς– να γράφουν για αυτήν. «Βουτιά» το περιοδικό. Η Ελένη Μενεγάκη ήταν ξεκάθαρη. Δεν επιτίθετο ποτέ στα ΜΜΕ, ακόμη και εκείνα που τη ζάλιζαν για τα πλέον απίθανα πράγματα, και έγραφαν γι’ αυτήν παραμύθια της Χαλιμάς. Τίμιο. Το είχε αποφασισμένο. Από αυτό ζούσε.  

Ο Γιώργος Νταλάρας, πάλι, δεν φαίνεται να το έχει αποφασισμένο. Εβγαλε νέο δίσκο, διαβάζω, και επειδή οι εποχές είναι δύσκολες, κάθε δημοσιότητα είναι καλή δημοσιότητα. Ακόμη και από ένα πρωινάδικο, από αυτά που ξέρει ο ίδιος –εκατό χρόνια στο κουρμπέτι είναι– ότι παίρνουν την τρίχα και την κάνουν τριχιά.  

Οτι ζουν από αυτό: από το κουτσομπολιό και το γαϊτανάκι του «μου είπε, του είπα». 

Οτι στέλνουν τα πιτσιρίκια που απασχολούν ως «ρεπόρτερ» να φέρουν την «είδηση», τη «δήλωση», πάση θυσία, να σαπίσουν έξω από τα θέατρα και να ξεροσταλιάσουν στις γωνίες των δρόμων, επειδή πρέπει να βγάλουν το μεροκάματο του μιντιακού τρόμου. Τα ξέρεις αυτά.  

Ξέρεις ότι θα γίνει της τρελής όταν θα κάνεις μια δήλωση και θα ονομάσεις και δυο-τρεις συναδέλφους. Μια βδομάδα θα τρέφονται τα κουτσομπολάδικα από αυτή τη δήλωση.  

Γιατί δεν τα είπε στη Σίσση Χρηστίδου αυτά, όταν της παραχώρησε συνέντευξη; «Ξέρεις, Σίσσυ μου, καλή η εκπομπή σου, αλλά θα έπρεπε να ντρέπεστε για τη δουλειά που κάνετε και θα ντρέπεται και ο μπαμπάς σας για λογαριασμό σας»; Που νόμιζε ότι πήγε, στην Κριστιάν Αμανπούρ; Τον ξεγέλασαν; 

Τον αιφνιδίασαν οι ρεπόρτερ των πρωινάδικων; Δεν το έχει ξαναδεί ποτέ να γίνεται αυτό; Ή θεώρησε ότι, ως τοτέμ της ποιότητας, τα κουτσομπολάδικα θα τον σεβαστούν και θα μείνουν μακριά του; 

Υπάρχουν καλλιτέχνες που δεν έχουν πάει ποτέ στη ζωή τους σε τέτοιες εκπομπές. Βγάλουν δεν βγάλουν δίσκο, παίξουν δεν παίξουν σε σίριαλ, ακλόνητα παραμένουν μακριά από αυτόν τον κόσμο της ανούσιας αναπαραγωγής του απόλυτου τίποτα. Από το μιντιακό βασίλειο της κενότητας. 

Σε τελική ανάλυση, το τέρας υπάρχει μόνο ένας τρόπος να το σκοτώσεις: να πάψεις να το τρέφεις. 

Οταν η κατάσταση είναι αλληλοτροφοδοτούμενη, όμως...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟ"-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Με τον Γιώργο Νταλάρα ξεκάθαρα

 

Του Νίκου Αρμένη

Πάνε χρόνια. Είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια... Εγώ τότε ήμουν στα πρώτα μου βήματα στον μαγικό κόσμο της τηλεόρασης, γεμάτος όνειρα και λαχτάρα! Όνειρα να μάθω στην πράξη καλά τη δουλειά του τηλεοπτικού συντάκτη και λαχτάρα για την ενημέρωση και την είδηση.

Είκοσι πέντε ετών ήμουν το 2001 όταν συνέβη αυτό που θα σας διηγηθώ. Το «ταξίδι» μου στο πιο δυνατό και επιδραστικό μέσο ενημέρωσης είχε ξεκινήσει δυο τρία χρόνια νωρίτερα σε μικρότερο κανάλι, αλλά πλέον μου είχε δοθεί η ευκαιρία να «τρέξω» σε μεγάλο γήπεδο.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν η εντολή του αρχισυντάκτη ήταν να πάω στη Λυρική Σκηνή, που τότε στεγαζόταν στο θρυλικό κτήριο της οδού Ακαδημίας, εκεί που σήμερα βρίσκεται το Δημοτικό Θέατρο Ολύμπια.

Ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σημίτης με τη σύζυγό του Δάφνη θα παρακολουθούσαν την παράσταση και ήταν πρώτης τάξεως ευκαιρία για τα κανάλια να αποσπάσουν μια δήλωσή του.

«Αφού μιλήσει για το έργο, θα τον ρωτήσεις. Μην κολλήσεις. Κι ας μην απαντήσει. Ρώτα εσύ, κι ας κάνει ό,τι θέλει», μου είπαν. Την ερώτηση ειλικρινά δεν τη θυμάμαι ακριβώς. Νομίζω ήθελαν να του ζητήσω να σχολιάσει άλλο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ για εντελώς άσχετο θέμα που όμως ήταν «πικάντικο» και βούτυρο στο ψωμί για τα κανάλια εκείνες τις ημέρες.

Πώς το είπε ο Νταλάρας;

Ναι, ντράπηκα που έπρεπε να κάνω αυτήν την ερώτηση. Έγινε μάχη μέσα μου. Το πάλεψα πολύ. Και δυστυχώς, την κρίσιμη στιγμή, την έκανα. Σχεδόν με σκυμμένο το κεφάλι, ρώτησα τον πρωθυπουργό αυτό που δεν έπρεπε να ρωτήσω. 

Γιατί δεν έπρεπε;  

Γιατί τη συγκεκριμένη ερώτηση δεν ήταν σωστό και πρέπον να την υποβάλλω εκείνη τη στιγμή, σε αυτόν τον χώρο. Αλλού μπορεί. Όχι εκεί και όχι εκείνη την ώρα.

Ο Σημίτης έβαλε τα χέρια του πάνω στα μικρόφωνα. «Είναι δυνατόν να με ρωτάτε εδώ για αυτό;» μου είπε και το βλέμμα του έσταζε λύπηση για την ύπαρξή μου. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Ντράπηκα από εδώ μέχρι το φεγγάρι και πίσω. 

Ο Κώστας Σημίτης ήταν, κατά τη γνώμη μου, ένας κάκιστος πρωθυπουργός, αλλά αυτό δεν αλλάζει τα δεδομένα. Ήταν ο πρωθυπουργός της χώρας και η ερώτησή μου ήταν σαφώς αντιδεοντολογική και στα όρια προσβλητική.

Εξυπνάκηδες θα σπεύσουν να πουν ότι στην Αμερική, που ανακάλυψε την τηλεόραση, δεν υπάρχουν αυτά τα ψιλά γράμματα και ρωτάς τον οποιονδήποτε, οτιδήποτε, οπουδήποτε. Και ποιος σας είπε ότι στην Αμερική τα έχουν κάνει όλα σωστά;

Με τον Νταλάρα λοιπόν ξεκάθαρα.
 

Γιατί δεν την είπε στα παιδιά που είχε μπροστά του, αλλά στους «καρχαρίες» πίσω από τους νέους συναδέλφους. 

Αν δεν αρέσει σε κάποιους επειδή τα είπε αυτός, άλλο θέμα. Επί της ουσίας, όμως...