Τον Απρίλιο του 1932, η Ελλάδα κήρυξε στάση πληρωμών, ξεκινώντας έτσι τη μακρά πορεία προς τον πολιτικό γολγοθά της 4ης Αυγούστου 1936, της «πτώχευσης» δηλαδή και αυτού του κοινοβουλευτικού συστήματος διακυβέρνησης. Περίπου ενάμιση μήνα πριν τη δήλωση στάσης πληρωμών, η καθημερινή εφημερίδα Πρωία, που διευθυνόταν από τον Στέφανο Πεσματζόγλου άρχισε να δημοσιεύει σειρά συνεντεύξεων του δημοσιογράφου Κ. Μπαστιά, με σημαντικά πρόσωπα της ελληνικής κοινωνίας, (μεταξύ των οποίων τους Παπαναστασίου, Γληνό, Κονδύλη, Λούβαρη κλπ.) και αντικείμενο, τι άλλο, την οικονομική κρίση, τα αίτια και τις συνέπειές της. Διαβάζοντας αυτές τις συνεντεύξει , που ανακάλυψε και αναδημοσίευσε ο γνωστός ιστορικός Μ. Ψαλιδόπουλος στο βιβλίο του «οικονομολόγοι και οικονομική σκέψη στη σύγχρονη Ελλάδα», φτάνουμε σε δύο ενδιαφέροντα συμπεράσματα:
Όλο αυτό το κράμα ηθικολογίας, αντικαπιταλισμού και εξάρτησης από το «διεθνή παράγοντα», φαίνεται να ακολουθεί και να στοιχειώνει την κυρίαρχη πολιτική σκέψη επί δεκαετίες. Σήμερα, καθώς διασχίζουμε μια βαλτώδη προεκλογική περίοδο με αβέβαια αποτελέσματα και θεμελιώδη διακυβεύματα, οι επίδοξοι ηγέτες παραμένουν εγκλωβισμένοι στον τρόπο σκέψης των πολιτικών τους προγόνων. Τα κόμματα εξουσίας επιμένουν λοιπόν πως η ανάκαμψη θα έλθει μέσα από την... καλωσύνη των ξένων, και όχι από τις «νεοφιλελεύθερες συνταγές» της λιτότητας και της ελεύθερης αγοράς. Μια καλωσύνη που, αν πιστέψουμε τους ηγέτες μας, πρόκειται να φτάσει τα όρια της λατρείας: η περίφημη «αναπτυξιακή ατζέντα» της κεντροδεξιάς, καθώς και η καταγγελία του Μνημονίου που ευαγγελίζονται οι «προοδευτικοί» προϋποθέτουν αμφότερες ότι οι ευρωπαίοι εταίροι μας θα θυσιάσουν μυθώδη ποσά από τις τσέπες των φορολογουμένων τους, προκειμένου να αναστηθεί η θνήσκουσα ελληνική οικονομία. Τα σχέδια εξόδου από την κρίση, καταστρώνονται δηλαδή με κύρια υπόθεση εργασίας την άνευ σοβαρού ανταλλάγματος παροχή οικονομικής βοήθειας από την υπόλοιπη ευρωζώνη προς τη χώρα μας, υπό μορφή μάλιστα «αναπτυξιακών» επιδοτήσεων. Το πολιτικό κλίμα όμως παρά τα όσα γράφονται και λέγονται, δε φαίνεται να ευνοεί τέτοιες γενναιόδωρες «συμφωνίες». Η χάραξη πολιτικής στρατηγικής πάνω σε ένα τόσο εύθραυστο βάθρο, υποδηλώνει όχι μόνο την απελπισία των κομματικών επιτελείων, αλλά και την ηθική τους χρεοκοπία.
Αν το καλοσκεφτούμε, η αριστερά και η δεξιά συμφωνούν σχεδόν απόλυτα ως προς τη στοχοθέτηση και τον ευρύτερο προσανατολισμό της διπλωματικής μας πολιτικής. Ο -σχεδόν αποκλειστικός- στόχος τους, είναι ο τερματισμός της πολιτικής της λιτότητας και η αντικατάστασή της, από ένα ευμενές διακρατικό σύστημα χρηματοδότησης, με εν δυνάμει αόριστη διάρκεια ζωής, πρόθυμους χορηγούς και, ούτως ειπείν, «τζάμπα γεύματα». Η ενοχλητική για την εθνική μας υπερηφάνια ρητορική των ξένων ΜΜΕ που αντιμετωπίζει την Ελλάδα σαν τον λαθρεπιβάτη της Ευρώπης, ερείδεται ουσιαστικά σε αυτή την ανόσια ελπίδα των Ελλήνων πολιτικών, και της ελληνικής κοινωνίας εν γένει: Μια πίστη που όπως είδαμε ήταν βαθιά ριζωμένη στις πολιτικές μας ελίτ εδώ και δεκαετίες. Ας μην ξεχνούμε ότι το 1985 ο Α. Παπανδρέου εισέπραξε δύο δισ. δολλαρίων ως ευρω-δάνειο με αντάλλαγμα τη μείωση του ελλείμματος στο 11% και την εφαρμογή του σταθεροποιητικού προγράμματος του τότε υπουργού εθνικής οικονομίας, Κ. Σημίτη. Τα λεφτά εισέρευσαν στα δημόσια ταμεία, αλλά ο Παπανδρέου αύξησε το έλλειμμα στο 20%, και οδήγησε το Σημίτη σε παραίτηση, το δε σταθεροποιητικό του πρόγραμμα «ανεστάλη». Κάτι παρόμοιο ονειρεύονται και οι μελλοντικοί μας ηγέτες. Μόνη διαφορά μεταξύ τους, ότι οι μεν επιθυμούν να αποσπάσουν τη συναίνεση των εταίρων μας, ενώ οι δε προτιμούν πιο άμεσες και «δραστικές» λύσεις.
Σύμφωνα λοιπόν με την άποψη των κομμάτων εξουσίας, η περικοπή εισοδημάτων, η πτώχυνση των νοικοκυριών και εν γένει η λιτότητα, περιορίζοντας τη ζήτηση, καταδικάζουν την οικονομία σε ένα υφεσιακό σπιράλ. Μοναδική συνταγή ανάκαμψης, μας λένε οι πολιτικοί μας, είναι η τόνωση της ζήτησης μέσα από αναπτυξιακά «πακέτα» ώστε να πέσει «ζεστό» χρήμα στην αγορά. Αυτή όμως η τρόπον τινά «κεϋνσιανή προσέγγιση» αποδεικνύεται εν προκειμένω διπλά αστοχη. Κατ΄ αρχάς σε καθαρά ευρωπαϊκό επίπεδο, το παράδειγμα της αέναης επιδότησης των ελληνικών ελλειμμάτων θα προκαλούσε ανάλογες τάσεις και στις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Όπως όμως είναι ήδη γνωστό, με τεχνικούς όρους, σε τελική ανάλυση, το οριακό όφελος της δημοσιονομικής επέκτασης είναι ίσο με το οριακό κόστος κάλυψής της με αυξημένους φόρους. Συνεπώς, για να δεχτούμε έστω και ως υπόθεση τα αντίστοιχα «σχέδια σωτηρίας» πρέπει να θεωρήσουμε δεδομένο πως οι κυβερνήσεις των ισχυρών χωρών θα αντλήσουν μέρος της ευημερίας των λαών τους προς όφελος της ευημερίας των προβληματικών κρατών της ευρωζώνης. Όμως, ακόμα κι αν οι ηγέτες της ευρωζώνης έχουν τις αγνότερες των προθέσεων, ακόμα κι αν λειτουργήσουν κυνικά, ως πράκτορες των ελληνικών συμφερόντων, είναι μάλλον αμφίβολο ότι μεσοπρόθεσμα οι λαοί της Ευρώπης θα δείξουν τέτοιας κλίμακας αλληλεγγύη. Κάθε παρόμοιο μεγαλόπνοο σχέδιο, είτε θα απαιτούσε ένα εξίσου μνημειώδες τίμημα (πχ την αποχώρηση της Ελλάδος από την ευρωζώνη και την απαλλαγή αυτής από την ενοχλητική παρουσία μας), είτε θα κατέρρεε λίαν συντόμως υπό το βάρος των εξαγριωμένων ευρωπαϊων ψηφοφόρων.
Έστω όμως ότι τέτοια αλληλεγγύη επιδεικνύεται.
Έστω ότι η Ευρώπη υιοθετεί κάποια μορφή αναπτυξιακού «ευρωομολόγου» συμμετέχοντας ως ενιαία οντότητα στο ελληνικό δράμα.
Τι δέον γενέσθαι λοιπόν;

