"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΨΩΝΙΣΜΕΝΟΙ ΓΟΝΟΙ: Σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια;

Image  

Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος


H καλοκαιρινή συζήτηση για το σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια, η οποία ξεκίνησε όταν σε συναυλία του ο Μανώλης Μητσιάς απήγγειλε τον «Γιάννη τον φονιά», λέγοντας πως δεν έχει την άδεια των κληρονόμων του Μάνου Χατζιδάκι για να τραγουδήσει το γνωστό τραγούδι, είναι μια μικρή απόδειξη πως μπορούμε να κάνουμε πλέον περίπλοκα ακόμα και τα πιο απλά. 

 Πήραν μέρος στη δημόσια συζήτηση πολλοί – δεν έλειψαν οι υπερασπιστές της απόφασης του κληρονόμου του γνωστού συνθέτη, που ισχυρίστηκαν ότι έχει κι αυτός τα δίκια του, αφού οφείλει να προασπιστεί πνευµατικά δικαιώµατα που του ανήκουν.

Υπήρξαν παράλληλα και εκείνοι που επισήμαναν ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ήταν εξαιρετικά δύσκολος σε ό,τι είχε να κάνει με την παραχώρηση του έργου του και πολύ ακριβοδίκαιος ως προς την αξιολόγησή του – υπαινίχθηκαν δηλαδή πως όσα συμβαίνουν τώρα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί και με πρωταγωνιστή τον ίδιο.

Πράγμα που μοιάζει πιθανό, αν και αποκλείω ο μεγάλος συνθέτης να αρνούνταν στον Μητσιά να πει το εμβληματικό αυτό τραγούδι, αναγνωρίζοντας ότι στην επιτυχία του έχει συντελέσει πολύ και η εκτέλεσή του.

Χάθηκα ωστόσο καλοκαιριάτικα. Η βάση της συζήτησης δεν μπορεί να είναι το τι θα έκανε ο Μάνος Χατζιδάκις, διότι αυτό είναι, δυστυχώς, τόσο υποθετικό που ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το ερώτημα είναι σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια.

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. 

Ας πούμε πως ένας συνθέτης αποφασίζει να κάνει γνωστή ως τελική επιθυμία του, στη διαθήκη του, την απόλυτη εξαφάνιση των τραγουδιών του. Θεωρητικά, τουλάχιστον, έχει το δικαίωμα να το απαιτήσει.

Να ζητήσει, για παράδειγμα, να μην παίζονται στο ραδιόφωνο, να δρομολογήσει έτσι τα πράγματα ώστε να εξαφανιστούν οι δίσκοι και τα CD του και να απαγορεύσει την εκτέλεσή τους σε συναυλίες και εκδηλώσεις – αν έχει όρεξη, μπορεί μέσω της διαθήκης του να δημιουργήσει και ένα είδος οργανισμού με δικηγόρους κ.λπ. που να επιβλέπουν την «εξαφάνιση» του έργου του.  

Θα εξαφανίζονταν έτσι οι επιτυχίες του;

Μόνο τυπικά. Διότι, ουσιαστικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Θα υπήρχαν πάντοτε παιδιά στα ωδεία που θα μάθαιναν μουσική πάνω στις νότες τους. Θα υπήρχαν καλλιτέχνες του δρόμου που, αντιλαμβανόμενοι την έλλειψη αυτών των τραγουδιών, θα τα έβαζαν στο ρεπερτόριό τους. Θα υπήρχαν μουσικοί που σε παρέες θα τα έπαιζαν για τους φίλους τους και εκείνοι θα τα τραγουδούσαν.

Εντάξει, δεν είμαστε στη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπου οι ερωτευμένοι έκαναν καντάδες, αλλά, αν τα τραγούδια αυτά μιλούσαν για τον έρωτα, όλο και κάποιος θα έβρισκε έναν τρόπο να τα μοιραστεί με την αγάπη του.

Αν μιλούσαν για την επανάσταση ή την πίκρα ή τον πόνο, πάλι θα ήταν καλοδεχούμενα: όσοι πιστεύουν στις επαναστάσεις θα φρόντιζαν να μην εξαφανιστούν, όσοι κουβαλάνε πίκρες και πόνους θα τα χρησιμοποιούσαν ως καταπραϋντικό – για τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν δηλαδή.

Με μια προϋπόθεση βέβαια: ότι έχουμε να κάνουμε με μεγάλα τραγούδια, που έχουν κοινό. Κόσμο δηλαδή που τα έχει τραγουδήσει γιατί κάτι ψιθυρίζουν στην καρδιά, στο θυμικό και στο μυαλό του. Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους

Θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί η «Φραγκοσυριανή» του Βαμβακάρη; 

Γράφτηκε το 1935 – σε λίγο θα είναι εκατό χρόνων, ενώ και η σπουδαία επανεκτέλεσή της από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση είναι πάνω από 60 ετών: το 1960 έγινε. Αν την ακούς και θες να την τραγουδήσεις, δεν είναι γιατί παίζεται στα ραδιόφωνα κάθε μέρα – δεν παίζεται ποτέ.

Σπανίως ακούγεται πια σε συναυλίες.
Δεν γνώρισε επίσης άλλες σπουδαίες επανεκτελέσεις, εκτός από αυτή του «σερ Μπιθί». Αλλά όταν κάποιος γρατζουνάει τις νότες της όλοι σιγοντάρουν. 

 Ομοίως, δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί η «Απονη ζωή», η «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Αν θυμηθείς το όνειρό μου», το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» – τα αναφέρω ενδεικτικά.

Δόξα στην έμπνευση των δημιουργών τους, τα μεγάλα ελληνικά τραγούδια είναι πολλά. Και όλα έχουν μια ομοιότητα: είναι υπεράνω του χρόνου· δηλαδή υπεράνω απαγορεύσεων, υπεράνω δικαιωμάτων, ακόμα και υπεράνω των ίδιων των δημιουργών τους. Εχουν αποκτήσει τόση δύναμη και τόση αυτάρκεια και αυτοτέλεια, που πορεύονται, χρόνια τώρα, από στόμα σε στόμα.

Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους: θα τους έδινε μια ζωή ακόμα – θα τα έκανε να μοιάζουν με μικρές πράξεις αντίστασης, που τόσο πολύ, ως κάτοικοι αυτής της χώρας, αγαπάμε.

Σκεφτόμουν πως αν ο Μητσιάς τραγουδούσε τον «Γιάννη τον φονιά» στην πρόσφατη συναυλία και η αστυνομία – κατόπιν καταγγελίας των κληρονόμων του Χατζιδάκι – προχωρούσε στη σύλληψή του, το τραγούδι θα παιζόταν παντού και ίσως περισσότερο από τον καιρό της πρώτης του εκτέλεσης.

Η μουσική έχει μια τρομακτική δύναμη. Είναι αδύνατον να την τιθασεύσεις: κάτι που έχει γραφτεί πριν από χρόνια και μοιάζει ξεχασμένο μπορεί να επανέλθει μαγικά στην επικαιρότητα.

Ο Βιβάλντι εξέδωσε τις «Τέσσερις εποχές» το 1725. Τριακόσια ολόκληρα χρόνια αργότερα, καταπιάνονται μαζί τους πολλοί – οι περισσότερες ηχογραφήσεις τους έχουν γίνει μετά το 1950 –, το έργο αποτελεί μια διαρκή έμπνευση.  

Το ίδιο θα γίνει και με τη μουσική του Χατζιδάκι: είναι αδύνατον να την περιορίσεις – η έμπνευση του δημιουργού ανοίγει παράθυρα.

Ο «Γιάννης ο φονιάς» έχει δραπετεύσει από τον δημιουργό του, που όμως ήταν μάλλον περήφανος για αυτό. Αναλύθηκε ως τραγούδι όσο λίγα. Κουβαλάει μια μυθολογία. Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το σε ποιον ακριβώς αναφέρεται και τι ακριβώς περιγράφει.

Είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά ελληνικά τραγούδια – μια απόδειξη πως ακόμα και μια μελαγχολική σκηνή, χωρίς υπερβολές, μπορεί να γίνει ένα υπέροχο τραγούδι, αρκεί να υπάρξει η αποτύπωση των περιστατικών όπως τα διηγείται ο Νίκος Γκάτσος: «Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα».

Ολο αυτό λειτούργησε γιατί ο τρομερός Μάνος Χατζιδάκις βρήκε τη χαμηλόφωνη μελωδία που έδωσε στον στίχο μια υποβλητικότητα: για να μπεις στην ιστορία, το κλειδί είναι η μουσική της.

Και ο Μητσιάς έκανε τα υπόλοιπα: μας την είπε με τον τόνο που έπρεπε ώστε να μας βάλει κι εμάς στον πειρασμό να την τραγουδήσουμε.
Αλλά το τραγούδι δεν ανήκει σε κανέναν από τους τρεις, μολονότι όλοι τους ήταν απαραίτητοι στη δημιουργία του.

Το τραγούδι ανήκει...

 

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ιστορική διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο

 


Του Βασίλη Σ. Κανέλλη


 Στις 31 Ιανουαρίου 1949 ο Μάνος Χατζιδάκις δίνει μια διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» που έμεινε στην ιστορία. Κι αυτό έγινε γιατί ο τεράστιος Μάνος έκανε μια ανάλυση για το ρεμπέτικο τραγούδι, δείχνοντας το θαυμασμό του για το είδος αυτό. Για την ιστορία το Θέατρο Τέχνης στεγαζόταν τότε στο Θέατρον Αλίκης στην Πλατεία Καρύτση. Τίτλος της ιστορικής διάλεξης «Ερμηνεία και Θέσις του Σύγχρονου Λαϊκού Τραγουδιού»

Κι έμεινε στην ιστορία γιατί ένας νεαρός τότε συνθέτης, όχι ο σπουδαίος Μάνος που γνωρίσαμε λίγα χρόνια μετά, τόλμησε να κάνει ανάλυση για το ρεμπέτικο σε μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη και επικίνδυνη.

Ηταν μια εποχή όπου το ρεμπέτικο τραγούδι έβρισκε έκφραση στις λαϊκές γειτονιές, έβρισκε φανατικούς θαυμαστές και συνθέτες όπως ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαζαν τα θεμέλια για να ριζώσει το συγκεκριμένο είδος στην ελληνική κοινωνία, αμέσως μετά τον Εμφύλιο.

Η αστυνομία κυνηγούσε τους ρεμπέτες ανηλεώς, η αστική τάξη το περιφρονούσε, όμως, το δράμα μιας ολόκληρης μετεμφυλιοπολεμικής και μεταπολεμικής κοινωνίας εκφραζόταν μέσα από τους αμανέδες, κι όχι μόνο, που είχαν τις ρίζες τους στη Μικρά Ασία.

Κι έρχεται ο Μάνος Χατζιδάκις να δώσει αυτή τη διάλεξη, να βάλει το ρεμπέτικο στην καρδιά της ελληνικής μουσικής. Να αναδείξει τη σχέση του με τη βυζαντινή μουσική, να παρουσιάσει στο κοινό τον Τσιτσάνη, τον μεγάλο Μάρκο Βαμβακάρη, την σπουδαία Σωτηρία Μπέλλου.

Η αθηναϊκή κοινωνία μένει έκπληκτη από αυτή τη διάλεξη. Ποιος θα περίμενε ότι το… απαγορευμένο είδος του ρεμπέτικου θα έβρισκε έναν φανατικό φίλο ο οποίος θα είχε το θάρρος να το παρουσιάσει. Ο Μάνος Χατζιδάκις δέχεται ακόμη και απειλές. Τον ειδοποιούν ακόμη και να προσέχει στους δρόμους του Παγκρατίου όπου και ζει.

Πως ήταν δυνατόν ένας 24χρονος να αποθεώσει τα τραγούδια των αλητών;

Η διάλεξη… χάθηκε. Και για πρώτη φορά φέρεται να δημοσιεύτηκε το 2002.

Ενδιαφέρουσα η άποψη του μεγάλου Ηλία Πετρόπουλου για τη διάλεξη αυτή.

Στο ντοκιμαντέρ της Victory Media, με τίτλο Η Ιστορία του Ρεμπέτικου (2006) σε επιμέλεια Κώστα Φέρρη, ακούγεται να λέει:


«Εγώ κυνήγησα φοβερά τη διάλεξη του Χατζιδάκι (σ.σ. εννοεί πως έψαχνε να την βρει). Λοιπόν ο Χατζιδάκις μου είπε… «την έδωσα»… στου Φλόκα μου το είπε αυτό… «την έδωσα και μου τη φυλάει ο Φοίβος ο Ανωγειανάκης». Ερωτάω το Φοίβο μου λέει… «ποτέ δεν μου την έδωσε, την έχει αυτός». Εν πάση περιπτώσει έγινε αυτή η διελκυστίνδα… υποψιάζομαι ότι η διάλεξη είναι μάπα και δεν θέλουν να μου την δώσουν. Όταν βγαίνει το ’49 η Δημιουργία (σ.σ. πρόκειται για το περιοδικό Ελληνική Δημιουργία που διηύθυνε ο Σπύρος Μελάς) συμβαίνει το εξής αλλόκοτο. Η Δημιουργία βρίζει τον Χατζιδάκι… αυτός ο νεαρούλης… των αλητών τα τραγούδια… η διάλεξη… και για να γίνει πειστική η Ελληνική Δημιουργία παραθέτει αποσπάσματα. Είναι αρκετά μεγάλα τα αποσπάσματα, αλλά δεν σου δίνουν τη γενική εικόνα της διάλεξης. Ποιος ήταν ο άξονας της διάλεξης. Το άρθρο αυτό, το αντι-χατζιδακικό, είναι στολισμένο με σχέδια του Μίνου Αργυράκη, τα οποία σχέδια είναι υπέρ του Μάνου Χατζιδάκι! Αυτά τα τρελά, που μόνο στην Ελλάδα συμβαίνουν!».

Αναφορικά με τη διάλεξη του Μάνου, θα έλεγε κανείς, σύμφωνα και με τους αναλυτές, ότι ο Χατζιδάκις δεν μιλούσε περισσότερο για τα λεγόμενα «σκληρά» ρεμπέτικα, τα «χασικλίδικια», αλλά τα πιο… λαϊκά που μιλούσαν περισσότερο για την αγάπη, τον έρωτα, την ξενιτιά. Τραγούδια περισσότερο γνωστά σε σχέση με το πειραιώτικο ρεμπέτικο τραγούδι, με τα άσματα των τεκέδων.

Σε κάθε περίπτωση τα όσα είπε ένας 24χρονος, ο οποίος για άλλη μια φορά έσπασε τα ταμπού της εποχής έχουν μεγάλη σημασία. 

Ειδικά από τη στιγμή που ο Μάνος Χατζιδάκις δεν άνηκε στο χώρο της Αριστεράς, ήταν Δεξιός, που είχε πάρει θέση υπέρ του Εθνικού Στρατού στον Εμφύλιο, αλλά που τολμούσε να ασχοληθεί με ένα είδος τραγουδιού που ήταν μισητό στην τάξη του.

 
Ας διαβάσουμε τη διάλεξη:
 

ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΕΛΛΗΝΕΣ: Μάνος Χατζιδάκις 1925-1994


"Επίγεια σοφία" (25 χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδακι)

"Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις."

"Δύο είναι οι εχθροί της πολιτικής και του πολιτισμού: ο λαϊκισμός και ο ελιτισμός."

"Εγώ περιέχω και τον αριστερό. Ο αριστερός όμως δεν με περιέχει."


Ακολουθεί η  τελευταία συνέντευξη του Μάνου Χατζιδάκι, που δόθηκε στον Φώτη Απέργη και την Γιώτα Συκκά, τον Ιούνιο του 1994, μια εβδομάδα πριν φύγει από τη ζωή:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Θα επαληθευθεί τελικά η «προφητεία» του Μάνου Χατζιδάκι;



Ακούγοντας τον σπουδαίο έλληνα μουσουργό και διανοητή Μάνο Χατζιδάκι να δηλώνει απαισιόδοξα ότι δεν έχει πια μέλλον η Ελλάδα, τον ρώτησα έκπληκτος: «Δηλαδή, εσείς φρονείτε ότι δεν υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια διέξοδος;».



Απάντησε τελεσίδικα: «Τίποτα. Η πλήρης εξαφάνισή μας. Και θα γίνει. Είμαι βέβαιος».


 
Ηταν το 1989 όταν του πήρα μαζί με τον Παντελή Καψή μια ραδιοφωνική συνέντευξη που μας άφησε άναυδους (δημοσιεύθηκε στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» της 9ης Φεβρουαρίου 1989).  


Ποιος θα μπορούσε να πεισθεί τότε;  


Χρειάστηκε να περάσουν 25 χρόνια για να γίνει πια σχεδόν ολοφάνερο ότι «Finis Graeciae», με τη σφραγίδα της πρώτη φορά κυβέρνησης της Αριστεράς. Ηδη διαπραγματεύονται το μέλλον μας απευθείας οι ισχυροί της Ευρωπαϊκής Ενωσης και η Τουρκία. Η εθνική κυριαρχία και η εθνική αξιοπρέπεια βουλιάζουν στη θάλασσα του Αιγαίου και στις λάσπες της Ειδομένης. Απομένει να βάλουν τη σαρωτική σφραγίδα τους και οι μουσουλμάνοι του ISIS, οι οποίοι διέρχονταν ανενόχλητοι από την Ελλάδα, όπου διαθέτουν και κρησφύγετα.


 
Και ενώ οι πάντες αισιοδοξούσαν ότι περατούται η αξιολόγηση και καταλήξαμε σε συμφωνία με το κουαρτέτο έγιναν και πάλι όλα μπάχαλο με ένα ακόμη αυτογκόλ του κ. Τσίπρα: