"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΘΡΗΣΚΕΜΠΟΡΟ-ΕΠΙΣΚΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: H Γιορτή και οι ανέορτοι

Του αείμνηστου  ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Α​​λλο η γιορτή, άλλο η ευχαρίστηση, η τέρψη, η ευδιαθεσία – αδικούμε την ποιότητα της ζωής μας ισοπεδώνοντας τον βιωματικό πλούτο που κομίζουν οι λέξεις.

Eυχαρίστηση είναι για όλους μας η αργία, η σχόλη, το διάλειμμα στον εργασιακό μόχθο. Eίναι το οικογενειακό τραπέζι, η φιλική συντροφιά, τα παραδοσιακά εδέσματα, οι ευχές και τα δώρα που ανταλλάσσουμε.

Γιορτή είναι το πανηγύρι της χαράς, όταν κάτι αλλάζει ευφρόσυνα τη ζωή μας: Oταν μας χαριστεί ο έρωτας, όταν γεννηθεί ένα παιδί, όταν μια σημαντική επιτυχία μεταμορφώνει την καθημερινότητά μας.

Aλλο η εκκλησιαστική γιορτή, άλλο η θρησκευτική υποχρέωση.  
 
Στη θρησκευτική υποχρέωση η μετοχή είναι αναγκαστή συνέπεια «πεποιθήσεων» και οι «πεποιθήσεις» ατομική επιλογή ή εθισμός συμβατικά συντηρημένος. Iσως η μετοχή να λογαριάζεται και σαν αξιόμισθη πράξη, επένδυση που εξασφαλίζει προνομιακή μεταχείριση τού εγώ μας από τον (εμπειρικά άγνωστο) «υπερβατικό» παράγοντα. Oσο ζούμε, αλλά και στο αινιγματικό «μετά».

Aλλο η Eκκλησία, άλλο η θρησκεία – δυο αντίθετα, ασύμπτωτα, ασυμβίβαστα δεδομένα, το καθένα προϋποθέτει ριζική και συνεπή άρνηση του άλλου
 
H θρησκεία είναι ατομοκεντρικό, εγωτικής ιδιοτέλειας γεγονός, προϋποθέτει ατομικές πεποιθήσεις, ατομικές ηθικές επιδόσεις, ατομική συνεύρεση σε συλλογική λατρεία. 
 
H Eκκλησία είναι «κοινόν άθλημα» σχέσεων κοινωνίας: όπου η σχέση γίνεται εφαλτήριο ελευθερίας από το εγώ και η ύπαρξη ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.
 
Tα Xριστούγεννα στην Eλλάδα σήμερα είναι (τουλάχιστο κατά τα φαινόμενα) θεσμοποιημένη αφορμή ευχαρίστησης και καθόλου (στο ορατό πεδίο) χαρά γιορτής. 
 
Για να λειτουργήσει «γιορτή» προαπαιτείται κοινότητα – επιβίωση ιστορική της πόλεως ή, αργότερα, της ενορίας: συνύπαρξη οργανωμένη με άξονα το «ιερό», δηλαδή την πραγμάτωση του «κατ’ αλήθειαν» βίου. Mε την «αλήθεια» να είναι οι «κατά λόγον» (λογική κοσμιότητα) σχέσεις ή, μετά, οι σχέσεις αγαπητικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.
 
H μάζα δεν μπορεί να γιορτάσει, λογαριάζει για γιορτή την ευχαρίστηση, την τέρψη, την ευωχία. Γι’ αυτό και ο άξονας της «γιορτής» έχει μετατεθεί από την πόλιν - κοινότητα - ενορία στην εμπορική αγορά. Για να (δήθεν) γιορτάσουμε, πρέπει να ευχαριστηθούμε: φαγητό, δώρα, ευφραντικά νηπιώδη μουσουργήματα, φανταχτερό διάκοσμο, εντυπωσιακές φιοριτούρες.
 
Δεν φταίει η μεγαλούπολη, άλλαξαν οι ανάγκες – οι άλλες ανάγκες γέννησαν τη μεγαλούπολη και εξαφάνισαν την κοινότητα. H κοινότητα προϋπέθετε το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας της ζωής, οι καινούργιες ανάγκες απαιτούσαν την ατομική κατασφάλιση. Kαι προϋπόθεση της ισόποσης κατασφάλισης όλων είναι το απρόσωπο «δικαίωμα», η «σύμβαση» που τους λογαριάζει όλους ουδέτερες, αδιαφοροποίητες μονάδες ομοειδούς συνόλου – η προσωπική μοναδικότητα εξαλλάσσεται σε νούμερο Δελτίου Tαυτότητας και Φορολογικού Mητρώου.
 
Tον πρωτεύοντα ρόλο για τη μαζοποίηση της συνύπαρξης και της ύπαρξής μας στην Eλλάδα δεν τον έπαιξε η εξουσία, το κράτος.  
 
Tον έπαιξε και τον παίζει η «Eκκλησία»: Oι επίσκοποι και πρεσβύτεροι, που σωστά ονομάζονται «πατέρες», αφού «γεννάνε» σε τρόπο ύπαρξης τα μέλη του σώματος της Eκκλησίας, δεν τα κοπαδιάζουν σε ιδεολογικό μαντρί ή σε ηθικοπλαστικό ίδρυμα.  
 
Δυο αιώνες τώρα, οι μπροστάρηδες της Eκκλησίας στην Eλλάδα ανέχονται, σαν το φυσικότερο των πραγμάτων, να χαρακτηρίζεται η Eκκλησία στο Σύνταγμα του κράτους ως «η επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» (Aρθρο 3, § 1) και τα παιδιά στο σχολείο να διδάσκονται «θρησκευτικά» – όχι την πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και συνύπαρξης που γέννησε την Aγια-Σοφιά, την Eικόνα, την ιλιγγιώδη ποίηση της εκκλησιαστικής δραματουργίας.
 
Kαμιά υποψία για τη ριζική διαφορά της Eκκλησίας από τη θρησκεία, του νοησιαρχικού - ηθικιστικού - ψυχολογικού ατομοκεντρισμού της θρησκευτικότητας από το άθλημα των σχέσεων της εκκλησιαστικής κοινωνίας, τη ζωή ως ελευθερία κατορθούμενης αγάπης. H συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων έχουν αφομοιώσει σαν αυτονόητη μια παιδαριώδη θρησκειοποιημένη εκδοχή του εκκλησιαστικού γεγονότος: το μαρτυρούν τα κηρύγματά τους, τα κείμενα των εγκυκλίων και των εόρτιων μηνυμάτων τους, η μικρονοϊκή θρησκοληψία των εντύπων που καμαρώνοντας εκδίδουν ή των ραδιοφωνικών τους σταθμών.
 
Διερωτάται κανείς: Aυτοί οι άνθρωποι έχουν ταχθεί να διακονούν μια πρόταση ζωής, που τα πρότυπά της δεν είναι οι καθωσπρέπει «δίκαιοι» της ευσεβίστικης αυτάρκειας αλλά οι χοντρά αμαρτωλοί της αγαπητικής παλαβωμάρας – ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος.  
 
Oι εκπρόσωποι λοιπόν αυτής της πρότασης δεν έχουν, ούτε είχαν ποτέ, προσωπικά υπαρξιακά κενά, βασανιστικά ερωτήματα, δίψα για εμπειρικές, όχι νοητικές και ψυχολογικές απλώς βεβαιότητες; 
 
Tι απάντηση δίνουν στον εαυτό τους: τα κονσερβαρισμένα στερεότυπα που ρητορεύουν στους άμβωνες; Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Aυτοαιτία αιτιατό, για ηθικοπλαστικές σκοπιμότητες το έκανε; Kαι γιατί η ελευθερία του Θεού από τη θεότητά του ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον θάνατο, είναι αρλούμπα ή οντολογικός ρεαλισμός ότι ο θάνατος «πατείται θανάτω»;
 
Aν σήμερα πια δεν γιορτάζουμε Xριστούγεννα αλλά ψιλοευχαριστιόμαστε αργία
 
Aν «επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» είναι ο ευδαιμονιστικός μηδενισμός και καταναλωτισμός
 
Aν δεν κατορθώθηκε να σωθεί η ενοριακή εκκλησιαστική κοινότητα από το τσουνάμι της εκούσιας αποθήκευσης των ανθρώπων σε τερατουπόλεις
 
Aν η ενορία στην Eλλάδα σήμερα λογαριάζεται θεσμός ανάλογος με τα υποκαταστήματα του IKA (για την «εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού») – για όλα αυτά η κυρίως αιτία είναι μία:  

Oτι οι επίσκοποι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, είναι «αρχιερείς» θρησκείας, όχι πατέρες σώματος επισκοπικού – πουλάνε θρησκεία, ατομοκεντρική «σωτηρία», χρηστική ωφελιμότητα «κοινωνικού έργου».
 
H επιθανάτια παρακμή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα ψηλαφείται σε όλα τα πληθυσμικά στρώματα και σε όλες τις ηγέτιδες τάξεις. Oι εκτιμήσεις ίσως διαφοροποιούνται.  
 
Oμόφωνη μοιάζει μόνο η παραδοχή για...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Θεοποιούμε ψωνισμένα σούργελα και ξεχνάμε τους εθνικούς μας γίγαντες του πνεύματος σαν τον Χρήστο Γιανναρά για αυτό μας κυβερνούν οι κατσαπλιάδες που μας αξίζουν

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ : Χρήστος Γιανναράς (10/4/1935 - 24/8/2024) -- O τιτάνας του πνεύματος δεν μένει πια εδώ - Καλό σου ταξίδι Δάσκαλε...

 

 

Αν και ΔΕΝ νομίζω να υπάρχει αναγνώστης του ιστολογίου που να μην γνώριζε τον Δάσκαλο, στην ακραία περίπτωση που κάποιοι φίλοι δεν έχουν γνωρίσει τη δύναμη του πνεύματος και του λόγου του ας ρίξουν μια ματιά ΕΔΩ

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ακοινώνητοι στα ουσιώδη

ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ ΤO  ΣΑΒΒΑΤΟ 24/8/2024...   

Του Χρήστου Γιανναρά

Δίχως Αρχαία Ελληνικά στο σχολείο, πώς να συνειδητοποιήσει, ο περίπου ελληνόφωνος σημερινός Ελληνας, την καισαρική διαφορά που χωρίζει την ατομική κατανόηση από την κοινωνούμενη εμπειρία;

Δεν συν-εννοούμαστε οι άνθρωποι σήμερα, δεν θέλουμε να ομονοούμε, η γνώση γίνεται εργαλείο ή όπλο επιβολής, όχι θησαύρισμα και χαρά κοινωνίας.

Πάντοτε υπήρχαν πόλεμοι – ο ισχυρότερος να υποτάξει (δούλο του) τον ασθενέστερο. Ομως, ποτέ η υποταγή (δουλεία) δεν θεωρήθηκε προσόν και προτέρημα, που μεταμορφώνει την απανθρωπία σε αυτονόητη δικαιωματική κατάκτηση. Οι κατακτητικές φιλοδοξίες των ισχυρών πείθουν τη λογική ή τη φαντασία μας ότι αναχαιτίζονται, όταν τα θύματα συμφωνήσουμε να λέμε τον συμβιβασμό «αυτοάμυνα», την αδικία «πολιτικό ρεαλισμό», τη βάναυση απανθρωπία «στρατηγική ισχύος».

Κάποιοι ηγέτες υπερφίαλων εθνών συνοψίζουν στη φυσιογνωμία τους την παγερή αποφασιστικότητα του αδίστακτου μακελάρη. Με τέτοιους ηγέτες, η σύνολη ανθρωπότητα διολισθαίνει στη σύγχυση της αλογίας, στη φρίκη της διαστροφής, στον σαδισμό της ανωμαλίας. Πατριαρχεία χριστιανικών Εκκλησιών, Ακαδημίες «επιστημονικών» ερευνών, προσωπικότητες χαρισματικές στο πεδίο της μουσικής μεγαλουργίας και των εικαστικών τεχνών, συντηρούν τη βεβαιότητα ότι η ζωή είναι το ιλιγγιώδες προνόμιο (αποκλειστική μοναδικότητα) του ελάχιστου πλανήτη: της γης.

Δυσεξήγητο είναι το πώς και το γιατί: Να είναι νεκρή, άζωη ύλη το απεριόριστο χωρικά και αέναο χρονικά σύμπαν, να πραγματώνεται η ενσυνείδητη ζωή, μόνο και αποκλειστικά, πάνω στον ελάχιστο πλανήτη «γαία=γη» – το θάμβος της υπαρκτικής μοναδικότητας, η ελευθερία της αγαπητικής αυτοπροσφοράς. Η πορεία της ανθρωπότητας πάνω στον πλανήτη γη μοιάζει μια σχεδιασμένη φυγή από το ερώτημα για το «νόημα» (αιτία και σκοπό) της ύπαρξης, του κόσμου, της Ιστορίας.

Μάλλον για πρώτη φορά στην ιστορία του ανθρώπινου είδους η «νόηση» και οι λειτουργίες της μοιάζει να έχουν αυτονομηθεί από στόχους αιτίας και σκοπού, από κάθε συνάρτηση «Αιτιώδους Αρχής» και «προσδοκώμενου τέλους». Η αλογία συνιστά τα κίνητρα και τις επιδιώξεις της ατομικής ύπαρξης και της οργανωμένης συνύπαρξης, κάθε Ηθική είναι μόνο ματαιοπονία και ψευδαπάτη.

Ο μηδενισμός της αλήθειας, η υποκατάστασή της από τις εγωτικές, ενστικτώδεις προτιμήσεις και επινοήσεις, είναι σημάδια παλιμβαρβαρισμού, ασύδοτης υπαλλαγής του κοινωνικού αθλήματος από την τυφλή εγωπάθεια. Εκούσια και πανηγυρικά ετοιμάζουμε καινούργιο είδος ανθρώπου, άγευστου μητρικής στοργής και πατρικής βοήθειας, εκ προοιμίου θύματος της εγωπάθειας και της ακοινωνησίας.

Απέναντι στον μηδενισμό και αμοραλισμό, η ελληνική αναζήτηση αιτίας και σκοπού επιμένει ότι η ύπαρξη έχει νόημα, ο βίος του ανθρώπου στέρεο υφάδι, αν και τραγικά ανεπίγνωστο. «Οσοι, με τα αποπλύματα του παλαιοκομματισμού, δεν πετάμε και την πολιτική, γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η πολιτική παραμένει ο μόνος τρόπος που έχουμε για να ορίσουμε τις ζωές μας, να τους δώσουμε νόημα. Το επισημαίνω αυτό, γιατί συνήθως μπερδεύουμε την πολιτική με τη μασκαράτα της παρα-πολιτικής».

Αντιγράφω εδώ λόγια του κορυφαίου της πολιτικής γραφής στις μέρες μας, Θεόδωρου Παντούλα: «Στη Μεταπολίτευση κυριάρχησε η μασκαράτα, που υπηρετήθηκε από “οικογένειες”, “λόμπι” και παρατρεχάμενους. Το πελατειακό παρακράτος όμως δεν είναι πολιτική, είναι ευτελισμός της πολιτικής.

Οσοι πάλι θεωρούν ότι οι παραγιοί ή τα εξώγαμα της κομματοκρατίας μπορούν να απαντήσουν στα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν, δεν αυταπατώνται απλώς, αλλά καταδικάζουν στην αναξιοπρέπεια του παρασιτισμού εαυτούς και αλλήλους».

Η πιο ρεαλιστική βεβαιότητα καμουφλάρεται μεθοδικά, το διαφημιστικό ψεύδος εξαλείφει τα προφανή για χάρη του φαντασιώδους, κανάλια, ραδιόφωνα και Τύπος ζουν από το αδιέξοδο, με ψευδαισθήσεις και ρητορικές πομφόλυγες. Για τη ζωή μας πρόκειται, που…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΙΣΤIΚΟ ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Μικρονοϊκή ξιπασιά

 

Του Χρήστου Γιανναρά

Κάποτε, αν συνεχίσει να υπάρχει το ανθρώπινο είδος στον πλανήτη γη, οι νουνεχείς και γνωστικοί από τους ανθρώπους θα χαμογελούν, συγκαταβατικά και με οίκτο, για τον εκπεσμό της νοημοσύνης μας σήμερα. Μοιάζουν καθολικευμένα, σε πλανητική σχεδόν κλίμακα, τα φαινόμενα συλλογικής α-νοησίας και θριαμβικής παράνοιας – οι παραμικρές αντιγνωμίες, ασυμφωνίες ή ανικανοποίητες βουλιμικές ορέξεις, ακόμα και οι διαστροφές ζωτικών λειτουργιών του ανθρώπινου οργανισμού, θέλουν να κατασφαλίζονται σαν, νομικώς θωρακισμένα, «ατομικά δικαιώματα».

Ποιο Δίκαιο, με ποια αυθεντία, επενδυμένο σε ποια εξουσία, μπορεί να εξασφαλίσει το κύρος πανανθρώπινης παραδοχής;

Σήμερα, η λέξη «δικαίωμα» παραπέμπει, αποκλειστικά και μόνο, στη νομική (με συμβατικές διατάξεις) αναγνώριση και προστασία ενεργημάτων του ατόμου, όπως και πεποιθήσεων, απόψεων, γνωμών, προτάσεων οργάνωσης του συλλογικού βίου – στο σύνολο των νόμων, κανόνων, θεσμών, που επιτρέπουν σε μια συλλογικότητα να λειτουργεί.

Ο άνθρωπος, από τη φύση του και προκειμένου για την αναπαραγωγή του, διακρίνεται (βιολογικά και ψυχολογικά) σε θηλυκές και αρσενικές υποστάσειςυποστασιάζεται η διαφορά, αυτή καθορίζει όχι απλώς φαινόμενες ή χαρακτηρολογικές συντεταγμένες της ατομικής ύπαρξης, αλλά τρόπους της ύπαρξης. Το «αρσενικό» ή το «θηλυκό» παραπέμπουν σε δεδομένες διαφοροποιήσεις της φύσης του ανθρώπου, προϋποθέσεις του «γίγνεσθαι» της φύσης που κορυφώνεται στην ύπαρξη ως σχέση, στην αυθυπερβατική ολοκλήρωση της ατομικής ελευθερίας.

Η λέξη που συγκεφαλαιώνει την ασυναρτησία – σύγχυση – παραλυτική αδυναμία για ανθρώπινη συνεννόηση, είναι σήμερα η λέξη «δικαίωμα».

Ονομάζουμε «δικαίωμα» την κατασφάλιση που προσφέρει σε πράξεις – ενέργειες του ατομικού εγώ ένα «Δίκαιο», δηλαδή μια συμφωνημένη από την πλειονότητα των μελών της συλλογικότητας «αυθεντία». Η αυθεντία (κοινά παραδεκτή ορθότητα) δεν έχει αξιώσεις μετα-φυσικού χαρακτήρα, απλώς υπηρετεί συμβατικά τις αναγκαίες συνθήκες λειτουργίας της κοινωνίας των αναγκών.

Η «κοινωνία των αναγκών» είναι γνώρισμα ιδιαιτερότητας της ανθρώπινης συνύπαρξης, διαφοροποιεί την ανθρώπινη νοημοσύνη από την αλογία της κτηνώδους ορμής, τον ατομοκεντρισμό της αγέλης. Η αγέλη είναι προϊόν φυσικής αναγκαιότητας, ενώ η κοινωνία των σχέσεων, στην περίπτωση της ανθρώπινης συλλογικότητας, είναι προϊόν (κατόρθωμα) ελεύθερης αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Σίγουρα υπάρχει, ως ενστικτώδες δεδομένο, και στον άνθρωπο, η μητρική προστασία και στοργή, η πατρική προστασία και φροντίδα. Είναι η πρωτογενής καταβολή, απρόσωπη και ενορμητική, που εξασφαλίζει τη διαιώνιση των ειδών λειτουργώντας ως βιολογική αναγκαιότητα, δυνάμει αυθυπερβατική, δηλαδή μοναδική, ανόμοια, ανεπανάληπτη, άλλως προσωπική.

 

Στην περίπτωση του ανθρώπου και κάθε έμβιου όντος, η συνέχεια της ύπαρξης χαρίζεται με την ορεκτική (ευφρόσυνη) λειτουργία της τροφής και τη διαιώνιση του είδους – την επίσης συναρπαστικής ηδονής λειτουργία της σεξουαλικής σχέσης. Και στις δύο περιπτώσεις, τροφής και αναπαραγωγής, πρωτεύουσα είναι η ηδονή και, νομοτελειακά παρεπόμενη, η επιβίωση και η διαιώνιση. Από καταβολής του ανθρώπινου είδους μοιάζει να πρωτεύει ορμέμφυτη η δίψα της ηδονής και να ακολουθεί «παρεμπιπτόντως» η βιολογική σκοπιμότητα.

Η σοφία της ερωτικής ηδονής «πείθει» ότι το κυρίως ζητούμενο στη σεξουαλική σχέση είναι, ακριβώς, η βιωματική υπέρβαση της ετερότητας, η συνεύρεση ως υπαρκτικό γεγονός υπαρκτικής ενότητας «εις σάρκα μίαν».

Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν δίστασε, μέσα στους αιώνες, να εικονίσει τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό ως σχέση ερωτική. Η ενανθρώπηση του Θεού αποκαλύπτει τον Θεό ως «εραστήν μανικώτατον» του ανθρώπου, και ο έρως αυτός επιτρέπει να ορίζεται ο Θεός ως ο «νυμφίος» της Εκκλησίας. Αλλη γλώσσα, άλλα σημαινόμενα, αχρηστευμένο το λεξιλόγιο από τον χυδαίο ολοκληρωτισμό του ατομοκεντρισμού – πολιτισμού των ατομικών δικαιωμάτων.

Για τον Ελληνα (όσο κι αν ελαχιστοποιείται το είδος) η ελευθερία της σχέσης (αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά) θα παραμένει ο έρωτας, όπως τον κατάλαβε και τον έζησε η ελληνική κοινωνία – κοινότητα – ενορία.

Ο εισαγόμενος πουριτανισμός «της Αριστεράς ή Δεξιάς και της προόδου»…

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: «Kαι όμως κινείται...»

 
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Προσπαθώ να φανταστώ την εικόνα: όψεις, χειρονομίες, συμπεριφορές των «αρχόντων» (διακεκριμένων αφεντάδων της γνώσης, της εξουσίας, του πλούτου), όταν ο Galileo Galilei επιχειρούσε να τους πείσει ότι «η γη κινείται». Μια τέτοια δοξασία ανέτρεπε τις βεβαιότητες των αισθητών τους πιστοποιήσεων, τη λογική τους. Αλλαζε την κατεστημένη εικόνα της πραγματικότητας, τη δεδομένη «τάξη πραγμάτων», τάξη που θεμελίωνε όχι απλώς απόψεις, αλλά τρόπο συλλογικό σκέψης και βίου.

Ο Γαλιλαίος ήξερε ότι δεν υπερασπίζει αυθαίρετα δόγματα, εξουσιαστικές απαιτήσεις «αλαθήτου», πεποιθήσεις που θωρακίζουν την εγωτική του κατασφάλιση. Φώτιζε (μαρτυρούσε, κατάδειχνε) τη δεδομένη στη φυσική πραγματικότητα αλήθεια, που δεν κινδυνεύει να εξαλειφθεί αν την αρνηθούν ακόμα και οι υπερασπιστές της (πτοημένοι από το μένος της φανατισμένης αδαημοσύνης). 

Υπέγραψε λοιπόν ο Γαλιλαίος την αποκήρυξη της «πλάνης» του. Και φεύγοντας, λέει η «παράδοση», σιγοψιθύριζε την αταλάντευτη βεβαιότητά του για τη γη: «Και όμως κινείται»!

Σκέφτομαι, Χριστούγεννα σήμερα, το ανάλογο σκηνικό στους δικούς μας καιρούς, με αντεστραμμένους πια, ριζικά, τους όρους: Η επιθετική απαίτηση εξουσιαστικής επιβολής δεν φοράει τώρα τη λεοντή της μεταφυσικής αυθεντίας, έχει επενδυθεί στην ακαταμάχητη σαγήνη και αποτελεσματικότητα του Ιστορικού Υλισμού.

Είναι η Οικονομία σήμερα ο φορέας του «αλαθήτου», μέτρο αποτίμησης της οποιασδήποτε ορθότητας (αλήθειας και αξίας), απόλυτος εξουσιαστής της ύπαρξης και του βίου των ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα. Ερώτημα για το «νόημα» (την αιτία και τον σκοπό) του υπάρχειν είναι στην πράξη αδύνατο να τεθεί, θέση «νοήματος» επέχει μόνο η χρηστικότητα, η παραγωγική αποτελεσματικότητα

Ο Γαλιλαίος θα συνυπέγραφε και πάλι την κυρίαρχη εξουσιαστική ψευδαίσθηση, αλλά θα μονολογούσε αποχωρώντας: «Και όμως ο Θεός ενανθρώπησε, είναι γεγονός τα Χριστούγεννα».

Η Γιορτή των Χριστουγέννων δεν θεσμοθετήθηκε από κάποιο υπουργείο Εμπορίου ή Εργασίας – μια πάγκοινη γιορτή μόνο γεννιέται, και μόνο η χαρά γεννάει γιορτή. Αν ο Θεός είναι ελεύθερος και από τη θεότητά του, αν το βρέφος στη φάτνη της Βηθλεέμ είναι η αναίτια αιτία του υπάρχειν, τότε η ύπαρξη που ιδρύει αυτός ο ελεύθερος από κάθε προκαθορισμό θεότητας Θεός είναι η ανθρώπινη, προικισμένη με την ελευθερία του Αναίτιου.  

Με ποια γλώσσα, ποια «σημαίνοντα» (σήμερα θα λέγαμε: με ποια «μαθηματικά») μπορεί να σημανθεί η ύπαρξη ως ελευθερία, όχι βουλητική (επιλογών) αλλά υπαρκτική (τρόπου της ύπαρξης) ελευθερία; 

 Και έχουμε δεδομένη στη γλώσσα μας τη λέξη γι’ αυτόν τον τρόπο: είναι η αγάπη – όχι σαν ποιότητα συμπεριφοράς, αλλά ως τρόπος της ύπαρξης: Να υπάρχεις, επειδή ελεύθερα θέλεις να υπάρχεις, και να θέλεις να υπάρχεις, επειδή αγαπάς.

Η γλώσσα των Χριστουγέννων, με πλήρη επίγνωση της σχετικότητας και ανεπάρκειας των σημαινόντων, λέει: Ο πάντων Αίτιος υπάρχει, όχι επειδή είναι «Θεός» (υποχρεωμένος από τις προδιαγραφές της ουσίας ή φύσης του να είναι αυτό που είναι), αλλά επειδή είναι ο «Πατήρ»: Αυτός που «υποστασιάζει» (κάνει υποστάσεις, υπαρκτική πραγματικότητα) το υπάρχειν «γεννώντας» τον «Υιό» και «εκπορεύοντας» το «Πνεύμα». Υπάρχει η Αναίτια Αιτία, επειδή ελεύθερα «γεννά» και «εκπορεύει», ελεύθερα (αγαπητικά) «γεννάται» και «εκπορεύεται».

Στη γλώσσα των Χριστουγέννων, επίσης, ένα κορίτσι της Ναζαρέτ, ανθρωπινότατο, γεννάει ελευθερώνοντας τη φύση από την αναγκαιότητα της σποράς, μεταποιεί σε ελευθερία σχέσης την κύηση. Αυτή και ο προστάτης της Ιωσήφ και ο σταύλος της Βηθλεέμ και οι αγραυλούντες ποιμένες, όλα, είναι μια γλώσσα για να ειπωθεί η Γιορτή της Μεγάλης Χαράς. Οτι είναι ρεαλιστική δυνατότητα η «σωτηρία»: να γίνει ο άνθρωπος «σώος», υπαρκτικά ακέραιος, να γευθεί το πλήρωμα της ζωής, το «περισσόν» της ζωής, την ελευθερία από κάθε αναγκαιότητα, κάθε περιορισμό ή στέρηση. Η πληρότητα είναι πάντοτε ελευθερία, η ελευθερία πάντοτε έρωτας, επομένως πάντοτε δυνατότητα και ποτέ δικαίωμα, πάντοτε κατορθωμένο χάρισμα και ποτέ συνταγή.

Κάθε «Γαλιλαίος» και σήμερα νιώθει υπόδικος για τη λάμπουσα αλήθεια της Μεγάλης Γιορτής και μάταιο να την αντιτάξει στον πρωτογονισμό και απάνθρωπο ολοκληρωτισμό των «Αγορών», στα παραισθησιογόνα της «ελευθερίας» των καταναλωτικών επιλογών. Αρνείται να ιδεολογικοποιήσει την πίστη του στον έρωτα, στο άθλημα της αγαπητικής αυθυπέρβασης. Περιορίζεται στον ανάκουστο ψίθυρο: «και όμως ενανθρώπησε»! 

 Εχει την εμπειρική βεβαιότητα ότι η αλήθεια των Χριστουγέννων, η ενανθρώπηση της ελευθερίας, δεν χάνει ούτε ζημιώνεται από τον μυωπικό φανατισμό του «εκσυγχρονισμού» και της «προόδου». Η αλήθεια παραμένει ακέραιη και περιμένει τη συνάντησή της με την ελευθερία και δίψα του οποιουδήποτε εραστή της.

Καθόλου τυχαία, είτε για την «ακινησία» της γης πρόκειται είτε για την παγίδευση του μυαλού στα νηπιώδη στερεότυπα του ιστορικο-υλιστικού πρωτογονισμού, την αφύπνιση από τον λήθαργο την αποκλείουν τα κατεστημένα «ιερατεία». Δηλαδή, όσοι διαχειρίζονται κατ’ επάγγελμα τον μετα-φυσικό ρεαλισμό του «νοήματος»: Οι τάχα και πολιτικοί, από άκρη σε άκρη του κομματικού φάσματος, μαγαρίζουν μεθοδικά τη λέξη «Χριστούγεννα» για να «ευχηθούν» μόνο χυδαία καταναλωτική ευωχία, ωσάν να απευθύνονται, όχι σε κοινωνία λογικών υπάρξεων αλλά σε οριστικά ευνουχισμένες αγέλες χοιροστασίου. 

Διαβάστε και τα «διαγγέλματα» του ιερατείου της «εν Ελλάδι επικρατούσης θρησκείας», αρχιεπισκόπων, μητροπολιτών, πατριαρχών, που συναγωνίζονται το ΚΚΕ σε ιδεολογικό δογματισμό ριζικά αποκομμένον από κάθε γνησιότητα πάλης για «νόημα» και χαρά της ζωής και ψηλαφητή αλήθεια.

Ο Γαλιλαίος παραιτημένος σιγοψιθυρίζει: 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ρεαλισμός και ουτοπία στην πολιτική

 

Θέλω να μιλήσω για τις ουτοπίες εκείνες, που δεν έχουν σχέση με αφηρημένες ιδεολογικές προβολές ψυχολογικών επιθυμιών ούτε με ψευδαισθητικά υποκατάστατα της πραγματικότητας. 

Η «παγκόσμια ειρήνη», η «αταξική κοινωνία», η «αιωνία Ελλάς», η «επιστήμη» που θα λύσει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου, είναι ασφαλώς, οράματα που εμψύχωσαν πολλούς ανθρώπους, ίσως και μέχρις αυτοθυσίας. Δεν παύουν ωστόσο να απηχούν τη φυγή στο πλασματικό και ανεδαφικό, την ανάγκη για τυφλή εμμονή σε έναν άλογο ντετερμινισμό αισιοδοξίας.

Με ενδιαφέρει η συναρπαστική ουτοπία (ου-τόπος) εκείνων των πτυχών της ανθρώπινης εμπειρίας που είναι ανυπότακτες σε εντοπισμό, ενώ παραμένουν προσιτές στην άμεση πιστοποίηση. Ανεδαφικά δεδομένα που συγκροτούν την πραγματικότητα της ζωής μας, επαληθεύονται από όλους μας, δίχως να μπορούν να τιθασευθούν σε πάγια οριστική κατάδειξη, σε αντικειμενική οριοθέτηση. Ρεαλισμός της ουτοπίας ή απροσδιοριστία του υπαρκτικού γίγνεσθαι.

Πρώτο παράδειγμα η γλώσσα: Πραγματικότητα εμπειρικής αμεσότητας και όμως εντελώς ουτοπική. Οι γενετικές καταβολές της και η δυναμική των εξελίξεών της απρόσιτες σε συνεπή εντοπισμό. Ποιος πλάθει τη γλώσσα, πού και πώς πλουτίζεται ή φτωχαίνει η γλωσσική μας εκφραστική. Γραμματική και συντακτικό; Γραμματική και συντακτικό δεν παγιώνουν τη γλώσσα σε σταθερές ορισμών, επιχειρούν μόνο να καταγράψουν και να συστηματοποιήσουν τη δεδομένη δυναμική της λειτουργίας της, να διευκολύνουν την αποδοτικότερη χρήση της.

Προτού η σύγχρονη Φυσική μάς βεβαιώσει ότι η σχέση παρατηρητή και παρατηρουμένων συγκροτεί την πραγματικότητα, αυτή την ουτοπική απροσδιοριστία, την απολύτως ρεαλιστική, την πιστοποιούσε η κοινωνική εμπειρία. Γι’ αυτό και θεμελιώδης «επιστημολογική» αρχή στην παράδοση των Ελλήνων ήταν ο «αποφατισμός»: η άρνηση να εξαντλήσουμε την αλήθεια στη διατύπωσή της. Αλήθεια είναι η εμπειρική αμεσότητα της σχέσης, που μόνο σημαίνεται, δεν υποκαθίσταται από την κατανόηση της γλωσσικής σημαντικής. Το κριτήριο επαλήθευσης της γλωσσικής σημαντικής είναι μόνο κοινωνικό, «όταν πάντες ομοδοξούσι και έκαστος επιμαρτυρεί» – όχι κριτήριο αυθεντίας ή μεθόδου.

Η ουτοπία των σχέσεων κοινωνίας γεννάει τη δυναμική των ιστορικών μεταλλαγών, τα θεσμικά μορφώματα του συλλογικού βίου. Οι παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις, παρά τις προσπάθειες να οργανωθούν μηχανιστικά, διατηρούν πάντα μιαν απροσδιοριστία ουτοπική, ατίθαση. Η ίδια η γένεση του λογικού υποκειμένου δεν είναι προϊόν της βιολογίας, αλλά προϊόν της σχέσης. Η σχέση βρέφους – μητέρας συγκροτεί το λογικό υποκείμενο. «Το υποκείμενο γεννιέται στον τόπο του Αλλου», εκεί που εμφανίζεται το πρώτο σημαίνον ανταπόκρισης στην πρωτογενή επιθυμία της σχέσης.

Τέταρτο ενδεικτικό παράδειγμα: η ουτοπία του προσώπου. Τι είναι αυτό που με κάνει να ξεχωρίζω αμέσως ένα ποίημα του Καβάφη από ένα ποίημα του Σεφέρη, τη μουσική του Μότσαρτ από τη μουσική του Μπετόβεν, τη ζωγραφική του Βαν Γκογκ από τη ζωγραφική του Σεζάν – όσες βιογραφίες αυτών των δημιουργών κι αν μελετήσουμε, είναι αδύνατο να αντικειμενοποιήσουμε την ανόμοια και ανεπανάληπτη μοναδικότητα της προσωπικής τους δημιουργίας. Αυτή η μοναδικότητα μας είναι εμπειρικά και άμεσα προσιτή, ενώ παραμένει αντικειμενικά απροσδιόριστη, ουτοπική.

Ο,τι μπορεί να σημαίνει η έκφραση «δυναμική της ζωής» είναι ο ρεαλισμός της ουτοπίας. Οι άνθρωποι παλεύουμε πεισματικά να τον υποκαταστήσουμε με χωροχρονικούς εντοπισμούς, νοηματικές αναλύσεις, μεθοδικούς ορισμούς, αυθαίρετες αντικειμενοποιήσεις. Και μάλλον καταλήγουμε σε...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η ιερότητα της πολιτικής: πώς μηδενίζεται


Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Είναι δυνατό να υπάρξει πολιτικός βίος (ευθύνη αρχόντων και πολιτών, άθλημα κοινωνικής συνοχής) δίχως «σέβας θεών»;  

Ο ρεαλισμός των Ελλήνων θα απαντούσε: Οχι μάλλον και η πανανθρώπινη εμπειρία: Η άρθρωση και συγκρότηση του κοινωνικού γεγονότος, γύρω πάντοτε από έναν άξονα του «ιερού», ήταν το κοινό γνώρισμα της συλλογικής συμβίωσης των ανθρώπων, πάντοτε – ώς τη σύγχρονη εποχή, του πολιτισμού της «εκκοσμίκευσης».

Ο πολιτισμός μας σήμερα μοιάζει με την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να οργανώσει κοινωνίες και να ασκήσει πολιτική, παραιτημένος από κάθε μεταφυσική αναφορά. Και αυτή η παραίτηση πανηγυρίζεται σαν απελευθέρωση από δογματικές ιεροποιήσεις της εξουσίας, από θεοκρατικές τυραννίες, θρησκευτικούς εξωραϊσμούς της βίας. Ταυτίζεται η παραίτηση από τη μεταφυσική με την «πρόοδο» που πέτυχε ο άνθρωπος στους τελευταίους αιώνες, και συναρτάται με τις ιλιγγιώδεις κατακτήσεις του στην επιστήμη και στην τεχνολογία.

Ετσι, κάθε λόγος, έστω και άτολμο ψέλλισμα που επιχειρεί να θυμίσει ότι κανονιστικές αρχές συμβίωσης δεν είναι δυνατό να λειτουργήσουν όταν αντλούνται μόνο από ορθολογικές συμβάσεις, όπως δεν υπάρχει ήθος και ηθική δίχως οντολογικό θεμέλιο (κοινή βίωση νοήματος της ύπαρξης και του υπαρκτού), κάθε τέτοιος λόγος υποβλέπεται σαν σκοταδιστικός, ανασταλτικός της προόδου. Λόγος ύποπτος θεοκρατικών οραματισμών, θρησκόληπτης δουλοφροσύνης.

Ειδικά στη σύγχρονη Ελλάδα, όπου ο κοινωνικός προβληματισμός είναι κυρίως συνθηματολογικό αναμάσημα εισαγόμενων ιδεολογημάτων, θέλει πολύ κουράγιο για να υπενθυμίσει κανείς έστω τα αυτονόητα. Αν οι Αρχαίοι Ελληνες άφησαν πίσω τους κυρίως ναούς και αγάλματα θεών, δεν το επέβαλε κάποιος Χομεϊνί της τότε εποχής. Και αν η ελληνικότητα, στο λεγόμενο «Βυζάντιο», σημάδεψε την Ιστορία πάλι με αρχιτεκτονήματα λατρείας και Εικόνες ιερές, δεν το υπαγόρευσαν οι φονταμενταλιστές εκείνων των καιρών – ο αυταρχισμός δεν γεννάει ποτέ θαύματα τέχνης και κορυφώματα πολιτισμού.

Ο άνθρωπος έχει μπροστά του το αίνιγμα του θανάτου, ακόμα και μέσα στην ίδια τη βιοδομή του, όπως έλεγε ο μαρκήσιος ντε Σαντ, τη θηριώδη ορμή προς το έγκλημα. Μόνο αν υπερβεί την αλογία του θανάτου και το α-νόητο της θηριώδους ορμής, μόνο τότε εξουδετερώνει τη Σφίγγα και ψηλαφεί νόημα της ύπαρξής του και της ύπαρξης του κόσμου.

Η πανανθρώπινη εμπειρία θεμελίωνε πάντοτε το «κοινόν άθλημα» κοινωνίας και πολιτικής σε «νόημα» υπερβατικό. Ο Βίτγκενσταϊν συνόψισε μοναδικά:

«Το νόημα του κόσμου πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Στον κόσμο όλα είναι όπως είναι και όλα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν. Μέσα στον κόσμο δεν υπάρχει καμιά αξία – και αν υπήρχε, δεν θα είχε καμιά αξία. Αν υπάρχει μια αξία που να έχει αξία, πρέπει να βρίσκεται έξω από όσα συμβαίνουν· και έχουν – έτσι. Γιατί όλα όσα συμβαίνουν και έχουν – έτσι είναι συμπτωματικά. Αυτό που τα κάνει να μην είναι συμπτωματικά δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στον κόσμο, γιατί τότε θα ήταν και αυτό συμπτωματικό. Πρέπει να βρίσκεται έξω από τον κόσμο».

Ερωτήματα απλά, στοιχειώδη: Αν το ανθρώπινο λογικό υποκείμενο είναι μόνο μια συμπτωματική εξέλιξη των προηγμένων θηλαστικών· αν από μόνη της η ύλη, κάτω από ορισμένες συνθήκες, παράγει «πνεύμα»· αν η ίδια η δημιουργία του σύμπαντος από τη «Μεγάλη Εκρηξη» και ο ακριβέστατος συντονισμός των προϋποθέσεων για την εμφάνιση «έλλογης ζωής» είναι μόνο προϊόν ανερμήνευτης «τυχαιότητας», τότε, ποια ευθύνη «νοήματος» μπορεί να τιθασεύσει τα κτηνώδη ορμέμφυτα του ανθρώπου;

Πρέπει να είσαι ουτοπιστής για να δεχθείς ότι μπορεί να λειτουργήσει αρετή, αιδώς και δίκη, μόνο επειδή το επιτάσσει ο «ορθός λόγος» και το κοινό συμφέρον. Μοιάζει παράδοξο, αλλά ο μέγιστος εχθρός του λογικού ανθρώπου, ο θάνατος, είναι και μέγιστη πρόκληση που παράγει ποιότητα ζωής, δηλαδή πολιτισμό. Το κάλλος, ο έρωτας, κάθε μεγάλη Τέχνη μέσα στην Ιστορία, είναι τα μέτρα της υπαρκτικής αναμέτρησης του ανθρώπου με το «όντως υπαρκτό»: την ελευθερία από τον χρόνο και τη φθορά.

Ακούμε τους πολιτικούς να αγορεύουν από το βάθρο των μεθυστικών απολαύσεων που τους προσφέρει η εξουσία και να υπόσχονται «συνέπεια», «τιμιότητα», «αξιοκρατία». Και όσοι από μας διατηρούν ακόμη στοιχειώδη κριτική εγρήγορση, διερωτώνται: 

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εξ εθισμού αυτόχειρες

 

Toυ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Υπάρχουν επαγγέλματα σήμερα, που μοιάζει να μην μπορούν να λειτουργήσουν δίχως σχηματική πλαστογράφηση της ζωής και των γεγονότων. Εμφατικό παράδειγμα η πολιτική ή και η δημοσιογραφία: Δεν είναι δυνατό σήμερα να επαγγέλλεσαι τον πολιτικό, αν δεν υποκαθιστάς, λ.χ., την άδικη ανισοκατανομή του «κοινωνικού προϊόντος» και την ανεργία, με μακροοικονομικούς δείκτες καθολικής ευμάρειας. Πείθεσαι και ο ίδιος, να μη βλέπεις την ανυπαρξία εθνικής στρατηγικής στις διεθνείς σχέσεις της χώρας, γαντζώνεσαι στη λογική των περιστασιακών σχεδιασμών και των ευκαιριακών αντιδράσεων και τη λογαριάζεις σαν «υπερήφανη και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική».

Η πλασματική σχηματοποίηση είναι εργαλείο του επαγγέλματος, αυτονόητη προϋπόθεση για να το ασκείς. 

«Δεν βλέπεις» τη διάλυση της Παιδείας, τη γελοιοποίηση των θεσμών, το ατελέσφορο των μεταρρυθμιστικών «βελτιώσεων». Συνεχίζεις απτόητος να μιλάς για «εκπαιδευτικό σύστημα», για «λειτουργούς της Παιδείας», για «μόρφωση των παιδιών».  

Δεν υπάρχει η αθλιότητα των φυλακών για τον αρμόδιο υπουργό, υπάρχει το πλασματικό ιδεόγραμμα του «σωφρονιστικού συστήματος». 

Δεν υπάρχει η ράθυμη και υπονομευτική κάθε παραγωγικού δυναμισμού δημοσιοϋπαλληλία, υπάρχει η «κρατική μηχανή».

 Αν σε κάθε τομέα δεν λειτουργεί έτσι ο επαγγελματίας πολιτικός, αν δεν υποκαθιστά την πραγματικότητα με εξωραϊσμένες εικόνες, απλούστατα δεν ξέρει τη δουλειά του, δεν πρόκειται να επανεκλεγεί, πρέπει να ζητήσει άλλη δυνατότητα βιοπορισμού.

Ανάλογες εμφανίζονται οι προδιαγραφές και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος: Πολιτικά κόμματα και εσωκομματικές διεργασίες, προσωπικές απόψεις, δηλώσεις, αγορεύσεις, αλλά και ρεύματα ή τάσεις στη διανόηση, πρέπει όλα να αποκτήσουν προσδιοριστική ετικέτα, να ταξιθετηθούν σε προκαθορισμένα στεγανά. Αλλιώς δεν συγκροτείται δημοσιογραφική «είδηση», δεν μπορεί να λειτουργήσει «πληροφόρηση». Αν ξεμυτίσει πρωτότυπος πολιτικός λόγος ή λόγος ανένταχτης κοινωνικής κριτικής, καλλιτεχνικής καινοτομίας, φιλοσοφικής οξυδέρκειας, αυτονόητα θα παρακαμφθεί, θα αποσιωπηθεί ή θα αλλοτριωθεί βάναυσα, για να υπαχθεί σε εύπεπτες οριοθετήσεις. Δεν γίνεται αλλιώς, προτεραιότητα έχει η «εντύπωση», όχι η πραγματικότητα. Είσαι υποχρεωμένος να μεταποιήσεις την ενδιαφέρουσα πληροφορία σε «συναρπαστική είδηση», το θλιβερό συμβάν σε «συγκλονιστική τραγωδία».

Εμφατικά τα παραδείγματα της πολιτικής και της δημοσιογραφίας, αλλά είναι πάμπολλοι οι άνθρωποι που ο βιοπορισμός τους εξαρτάται από παρόμοιες αναγκαιότητες – από το «χρέος» να υποκαθιστούν την πραγματικότητα με πλασματικές «εντυπώσεις», διαφημιστές, οργανωτές και παραγωγοί τηλεοπτικών προγραμμάτων, δικηγόροι, συντάκτες φορολογικών δηλώσεων, κοινωνιολόγοι στην «επιστημονική» τους έρευνα, ίσως και κάθε υπάλληλος στη σχέση με τον προϊστάμενό του. Ο,τι και να πουλάει κανείς, αγαθά, υπηρεσίες, πληροφόρηση, ψυχαγωγία, γνώση, εκπαίδευση, επιμόρφωση, προστασία, υπεράσπιση συμφερόντων, οτιδήποτε, πρέπει να το συσκευάσει με περιτύλιγμα περισσότερο ή λιγότερο παραπλανητικό, για να το καθιστά ευπρόσιτο, πειστικό, εξωραϊσμένο.

Αν επιμείνει κανείς να ξεχωρίζει το πραγματικό από το σχηματικό και πλασματικό, αν αρνείται να υποτάξει την ετερότητα και ιδιομορφία στη συμβατική ομοιομορφοποίηση, δεν θα του αναγνωριστεί ρεαλισμός – θα χαρακτηριστεί «ιδεαλιστής», «ουτοπικός», «εξωπραγματικός». 

Η κοινωνική μας συνεννόηση λειτουργεί με αντεστραμμένους τους όρους της πραγματικότητας: Το φαντασιώδες παίρνει τη θέση του πραγματικού και το πραγματικό του φαντασιώδους. Την οντολογία έχει υποκαταστήσει η ψυχολογία, η υποκειμενική ψυχολογική προτεραιότητα. Ολα κρίνονται και αξιολογούνται στο επίπεδο της αρέσκειας και της απαρέσκειας, της ωφέλειας και της ανωφέλειας, της συναισθηματικής προτίμησης, της ψυχολογικής βεβαιότητας, της ευφραντικής αισιοδοξίας ή της ενοχλητικής απαισιοδοξίας.

Ενας πολιτισμός εκπληκτικών ρεαλιστικών επιτευγμάτων, που μοιάζει να μπαίνουν όλα στη ζωή του δημιουργού τους ανθρώπου σαν φαντασιώδη δεδομένα μιας καθολικής παραίσθησης.  

Δεν είναι τυχαίο που...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πολιτικά ασήμαντο το γλωσσικό

Toυ ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Το σύγχρονο ελλαδικό κράτος είναι πολιτειακό σχήμα με ιστορικό βίο μόλις διακοσίων ετών. Δημιουργήθηκε με την πρόθεση να μην είναι ελληνικό, να μιμείται «τα πεφωτισμένα και λελαμπρυσμένα της Εσπερίας γένη». Με δάνειους θεσμούς, μεταπρατικές λειτουργίες, εισαγόμενα ιδεολογήματα, πιθηκισμό των δυτικών αναγκών και προτύπων.

Ακόμα και η κατ’ όνομα «ελληνικότητα» του νεοπαγούς ελλαδικού κράτους υπήρξε εισαγόμενο από τη Δύση προϊόν. Αντέγραφε άκριτα τη στρεβλή πρόσληψη της αρχαιοκλασικής κληρονομιάς από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, Ουμανισμό, Νεοκλασικισμό. Αυτή η «ελληνική» παράδοση, με αντεστραμμένους τους ελληνικούς της όρους, παραμένει ενεργό εθνικό ιδεολόγημα του Ελληνισμού, πάντοτε ως χρηστικό αντίτιμο για την εξαγορά της εκτίμησης ή της συμπόνιας των αλλογενών.

Στην «εκσυγχρονιστική» εκδοχή του το ιδεολόγημα ταύτισε την ελληνικότητα με τα τυπικά γεννήματα της δυτικοευρωπαϊκής νεωτερικότητας: τη νοησιαρχία, τον ατομοκεντρισμό, τη φυσιοκρατία. Και στην «ελληνοχριστιανική» εκδοχή του το ιδεολόγημα άντλησε από τον νεοκαντιανό ηθικισμό, τη «σχολή των αξιών» του ευρωπαϊκού ιδεαλισμού. Δεν υπήρξε η παραμικρή υποψία, έστω, για την αβυσσαλέα διαφορά της σημασίας κρίσιμων λέξεων – για το χάσμα που χωρίζει το νόημα της δημοκρατίας από το νόημα της res publica, της κοινωνίας από τη societas, του λόγου από τη ratio, της αλήθειας από τη veritas, του νόμου από τη lex.

Η «αναπτυξιακή έκρηξη», μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο (το μπετόν, το πλαστικό, το αλουμίνιο), και η μονότροπη διαχείρισή της από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, ήρθε να αφανίσει και κάθε συνέχεια λαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Βύθισε τη χώρα σε έναν εφιάλτη εκβαρβαρισμού, σε ανήκεστη ομοιομορφία λατρείας της χρηστικότητας και χρησιμοθηρίας. Και μετά τη στρατιωτική δικτατορία (1967-1974) η εισαγωγή της μονοτονικής γραφής και οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις αποδιάρθρωσαν τελεσίδικα και τη γλωσσική συνέχεια του Ελληνισμού.

Ετσι, μια πορεία δύο περίπου αιώνων συνεχώς επιτεινόμενης έκπτωσης και αφελληνισμού, είχε προετοιμάσει την ελλαδική κοινωνία για τη δεύτερη μεγάλη μεταπολεμική καμπή: τον «κοινωνικό μετασχηματισμό», που προγραμματικά φιλοδόξησε και πέτυχε ο Ανδρέας Παπανδρέου.  

Οι επιφάσεις και τα προσχήματα εξευρωπαϊσμού σαρώθηκαν, για να επιβληθούν (και θεσμικά) τα γνωρίσματα μιας τριτοκοσμικής κοινωνικής ισοπέδωσης: κατάλυση κάθε αξιοκρατικής και λειτουργικής ιεραρχίας, αμοραλιστικός λαϊκισμός, διαφθορά λαϊκών στρωμάτων με παροχές δίχως αντίτιμο κοινωνικών υποχρεώσεων, συνδικαλιστική ασυδοσία τυραννική για τη συλλογική συμβίωση, ριζικός αφελληνισμός της Παιδείας.

Ο παπανδρεϊκός αμοραλισμός αποϊέρωσε την ίδια την έννοια του σοσιαλισμού στην Ελλάδα, αντέστρεψε το όραμα της Πολιτικής Αριστεράς. Τις κοινωνικές προτεραιότητες υποκατέστησε η υποταγή και του κράτους στον ατομοκεντρισμό της καταναλωτικής βουλιμίας των μαζών. Μετασχηματίστηκε το πολιτικό σκηνικό (νοο-τροπία, μέθοδοι, οργανωτικές δομές) – η άλλοτε «Δεξιά» και η άλλοτε «Αριστερά» ταυτίζονται σήμερα σε παιδαριώδη κέρδη «εντυπώσεων» ή διαπληκτίζονται για φανταστικές προνομίες που παρέχει η εξέλιξη της τεχνολογίας, δηλαδή η επιδεξιότητα «να μεταλλάσσωμεν τυράννους».

Η εξέλιξη των συνεπειών έχει τον χαρακτήρα και τη δυναμική αδυσώπητης συμφοράς – σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, η διαχείριση του πολιτισμού της απαιτεί αναστήματα εντελώς έκτακτων προσόντων και κατακτημένης αρετής. Αξίζει να καταγραφούν ανεξίτηλα τα ονόματα επαγγελματιών της πολιτικής, που επιλέχθηκαν (και δέχθηκαν) να υπουργεύσουν στο υπουργείο Παιδείας. Ποια τα τυπικά και ποια τα ουσιαστικά τους προσόντα, αν σε κάτι πέτυχαν και σε τι απέτυχαν, με ποια φυσικά και ποια επίκτητα προτερήματα δέχθηκαν να υπουργεύσουν;

Σε κάθε χρόνο που περνάει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Σύνεση, ταλέντο, ανιδιοτέλεια


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ανήκω σε μια γενιά που άκουσε πάμπολλες φορές κάτω από μπαλκόνια την κραυγή «Σώσε την Ελλάδα»!  

Συχνά η κραυγή ήταν υποβολιμαία (ίσως και πληρωμένη), κάποτε μπορεί να ξεπηδούσε και αυθόρμητα. Παραλλάζει με τους καιρούς η κραυγή, χωρίς να παύει η επένδυση των ελπίδων στον έναν ενσαρκωτή των προσδοκιών του πλήθους. «Μαζί σου, για μια Ελλάδα νέα»!

Αυτός ο ένας, κάθε φορά, είναι όλοι μαζί οι κρατικοί θεσμοί προσωποποιημένοι: τα υπουργεία και οι υπηρεσίες που θα λειτουργήσουν αποδοτικά, η οικονομία που θα ανακάμψει, η παιδεία που θα βγει από το τέλμα. Ο ένας, που ρητορεύει στο μπαλκόνι, είναι η ασφάλιση του αδύναμου μεροκαματιάρη, τα νοσοκομεία της ανθρωπιάς που μας λείπουν, η σύνταξη του εξευτελισμένου απόμαχου, η προστασία του αγρότη από τα μεσάζοντα αρπαχτικά του μόχθου του.

Παράξενο πάντρεμα της πίστης σε απρόσωπους θεσμούς με την προσήλωση στο πρόσωπο του ενός, του ηγέτη. Θέλουμε να έχει πρόσωπο το απρόσωπο κράτος, να επενδύσει ο ηγέτης την ετερότητα των χαρισμάτων του σε κάθε σπόνδυλο της παραλυμένης και διεφθαρμένης κρατικής μηχανής

Παλιμπαιδισμός κοινωνιών που προσβλέπουν στην εξουσία σαν σε υποκατάστατο του πατέρα-αφέντη, της μητέρας- τροφού. Χαμένη ολότελα η κοινωνική δυναμική και η κοινωνική ευθύνη, η επίγνωση ότι το κράτος είμαστε εμείς: εμείς και οι θεσμοί, η λειτουργία τους είναι οι δικές μας σχέσεις κοινωνίας ή ακοινωνησίας. Και κανένας ηγέτης δεν μπορεί να μας υποκαταστήσει σε αυτό το άθλημα, σε αυτή την ευθύνη.

Πώς να σώσει την Ελλάδα έστω και ο κορυφαίος των χαρισματικών; 

Εστω κι αν βρει να μαζέψει γύρω του τους πλέον ικανούς και αδιάφθορους επιτελείς, ποιος θα εφαρμόσει τους επιτελικούς σχεδιασμούς του; 

Πώς να λειτουργήσουν θεσμοί στην υπηρεσία του πολίτη, όταν σε κάθε κομβική άρθρωση των θεσμών φλεγμαίνει το σιχαμερό απόστημα των συνδικαλισμένων εγωκεντρισμών, ο αδιάντροπος χρηματισμός του εκτελεστή της κυβερνητικής πολιτικής, ο παγιωμένος εθισμός στη ραστώνη;

Κι όμως, η ανορθόλογη προσωποποίηση των θεσμών, η ταύτισή τους με τον έναν ηγέτη, που θα τους μεταμορφώσει σαν με ραβδάκι μαγικό, συνεχίζει να είναι ο άξονας του συλλογικού αποπροσανατολισμού μας. 

Στις γκρίνιες μας φταίνε, αόριστα και γενικά, οι θεσμοί – φταίει η Παιδεία, φταίει η οικογένεια, φταίνε οι πολιτικοί, φταίει η πνευματική ηγεσία. Στις ελπίδες μας οι θεσμοί ταυτίζονται με τον έναν ηγέτη.  

Ετσι ο εαυτός μας, το κοινωνικό μας σώμα, μένει πάντοτε απέξω και ξορκίζει φαντάσματα. Αποκλείεται κάθε ενδεχόμενο κοινωνικής αφύπνισης, συλλογικής ενεργοποίησης.

Ρουτίνα οι διαδηλώσεις στο κέντρο της Αθήνας: Εκατοντάδες (ή και μόνο δεκάδες) διαδηλωτές, πειθήνιο κοπάδι πίσω από κουρασμένες ή βαριεστημένες ντουντούκες. Η διαδήλωση δεν γεννάει κραυγή, δεν ανασταίνει έκρηξη διαμαρτυρίας. Η ντουντούκα υπαγορεύει χιλιοφθαρμένα συνθήματα και το κοπάδι τα μηρυκάζει: Είναι αιτήματα που αξιώνουν προστασία, κάποτε και υπαγορευμένη οργή για τον «σαδιστή πατέρα»: το κράτος. Ολες οι διαδηλώσεις ζητάνε να συναντήσουν τον υπουργό ή και τον πρωθυπουργό, τον ένα που προσωποποιεί τη θεσμική λειτουργία. Και όταν η πρόσβαση στο πρόσωπο αποκλείεται, τότε ξυπνάει το μένος για το φάντασμα του θεσμού: αορίστως το «κράτος».

Το φάντασμα είναι εκεί, απέναντι, θωρακισμένο με κράνος, ασπίδα και ρόπαλο – είναι το κράτος, ο θεσμός που κωφεύει στο αίτημά μας. Δεν είναι το παιδί το κοντινό μας, ο συμπολίτης ή ο γείτονας, που βγάζει κι αυτός πικρό μεροκάματο στην αστυνομία. Είναι το κράτος, που αρνείται να με «σώσει», δηλαδή να βολέψει την καταναλωτική μου σιγουριά, το κράτος, που διαπλέκεται με ικανότερους από μένα στην καταλήστευση του κοινού κορβανά.

Στο παραισθησιογόνο παιχνίδι, ταύτισης των θεσμών με τους διαχειριστές της λειτουργίας τους, εκβάλλει η κάθε ατομική ανασφάλεια: η ασυνείδητη ορμέμφυτη επιθυμία να καταβροχθίσει κανιβαλικά το νήπιο τη μητέρα-τροφό, ο «πολίτης» το κράτος. Η λογική παρακάμπτεται και καταργείται. Πόσων πολιτών τα δικαιώματα καταπατήθηκαν, για να διοριστεί με κομματική αυθαιρεσία ο συγκεκριμένος διαδηλωτής, που τώρα διαδηλώνει το «δικαίωμά» του να πληρώνεται ως υπεράριθμος από τον φορολογούμενο μόχθο των θυμάτων του;

Δεν ενοχλείται ο διαδηλωτής, που το συνδικαλιστικό αφεντικό του μισθοδοτείται και προάγεται χωρίς ποτέ να εργαστεί. Ούτε που χρησιμοποιεί τη διαδήλωση των υποτελών του, για να κερδίσει ο ίδιος κομματικά πόστα ή και το βουλευτικό αξίωμα. Αυτό που κυρίως ενοχλεί (ίσως και ανεπίγνωστα) τον κάθε εξεγειρόμενο «πολίτη», είναι η ατομική του ατυχία ή ανικανότητα να βρίσκεται κι αυτός στους «αποπάνω»: σε αυτούς που καρπώνονται τα εκατομμύρια από τα δημόσια έργα, τα ευρωπαϊκά «προγράμματα», από τις θέσεις «ειδικών συμβούλων» στους δημόσιους οργανισμούς, των μανδαρίνων που παρέχουν λαδωμένη «προστασία» στον βιοπαλαιστή φορολογούμενο.

Καημός η ευαισθησία για τη χαμένη δυνατότητα ιστορικής επιβίωσης του Ελληνισμού, έγνοια και πόνος για τα αναρίθμητα θύματα της κρατικής διαστροφής και διαφθοράς. Πίκρα των ανθρώπων που φεύγουν από τη ζωή με το σαράκι στα σωθικά της βασανιστικής εθνικής ανημπόριας, καημός για τα χιλιάδες Ελληνόπουλα που τα «μεταρρυθμίζει» κάθε τόσο ο κάθε επιβήτορας των θεσμών της εκπαίδευσης, τους στραμπουλάει την ψυχή, τα αποκόβει από τη γλώσσα, τη μέθεξη στον Αισχύλο, στον Ρωμανό τον Μελωδό, στον Παπαδιαμάντη.

Τελικά...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Εθνομηδενισμού πρωτεία


Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

ΑΡΘΡΑΡΑ 

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

 

Υπάρχει συλλογική ενοχή; 

Ή ο νομικός καταλογισμός και η ψυχολογική βίωση της ενοχής είναι μόνο και πάντοτε ατομικό γεγονός;  

Μπορούμε να αποδώσουμε έγκλημα, πταίσμα ή παράπτωμα συνολικά σε μια κοινωνία, σε ένα έθνος, σε έναν θεσμό – μπορεί να εντοπισθεί συλλογικά η ενοχή;

Στην περίφημη Δίκη της Νυρεμβέργης, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, καταδικάστηκαν είκοσι τέσσερα άτομα, εγκληματίες πολέμου, αλλά και οκτώ θεσμοί (ένας από τους θεσμούς ήταν η Γκεστάπο). Τότε το δικαστήριο δέχθηκε ότι ένας θεσμός μπορεί να είναι ένοχος καθεαυτόν – η δομή, η λειτουργία και οι επιδιώξεις του να έχουν εγκληματικό χαρακτήρα.

Και όταν ο θεσμός είναι ένοχος, πόσην ευθύνη υπέχει το επιμέρους άτομο που μετέχει στην υπαλληλική στελέχωση του θεσμού; 

Αν στην Ελλάδα σήμερα ένα δημόσιο νοσοκομείο, ή εφορία ή και το ίδιο το κοινοβούλιο είναι θεσμοί που παράγουν ελάχιστη ωφέλεια και μείζονα βασανισμό του πολίτη, πόσο ένοχος πρέπει και μπορεί να αισθάνεται όποιος κερδίζει το ψωμί του υπηρετώντας τον ένοχο θεσμό;

Αλλά το ουσιωδέστερο ερώτημα είναι: Με ποιες προϋποθέσεις μπορεί να λειτουργήσει καταλογισμός και επίγνωση ενοχής; 

 Η ενοχή έχει εξ ορισμού αναφορικό χαρακτήρα, είμαι ένοχος απέναντι σε κάποιον ή σε κάποιους – στην οικογένειά μου, στους συνεργάτες μου, στην τοπική κοινότητα, στην κοινωνία ευρύτερα. Οταν αυτή η αναφορά παύει να αντιπροσωπεύει πραγματικότητα σχέσεων, όταν γίνει αφηρημένη και θεωρητική, εκπίπτει και η ενοχή σε νομικό ρητόρευμα. Οταν απέναντι δεν υπάρχει κανείς, όταν ο «λαός», οι «συμπολίτες», η «πατρίδα» είναι λέξεις κενές, δίχως αντίκρισμα σχέσεων κοινωνίας, τότε και ο πιο σαδιστικός βασανισμός ανθρώπου από άνθρωπο, η αυθαιρεσία, η ακύρωση ανειλημμένων δεσμεύσεων δεν δημιουργούν ενοχές. Η λέξη λειτουργεί ως γυμνό και μόνο κέλυφος, δίχως επιπτώσεις ή συνέπειες.

Πριν από χρόνια, ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Κλίντον αποδέχθηκε ευθαρσώς συγκεκριμένη ενοχή του, που πήρε και πλανητική δημοσιότητα. Αλλά αυτή η ενοχή (και η αίτηση συγγνώμης που τη συνόδευσε) δεν θεωρήθηκε ασυμβίβαστη με το προεδρικό αξίωμα και την άσκηση της πλανηταρχικής εξουσίας του προέδρου των ΗΠΑ. Ανάλογα και ο άλλοτε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ανδρέας Παπανδρέου είχε αποδεχθεί την «πολιτική ευθύνη του σκανδάλου Κοσκωτά», αλλά και αυτός δεν διανοήθηκε να υποστεί την παραμικρή συνέπεια της ομολογημένης ενοχής του.

Σήμερα πια, στην πολιτισμική μας πραγματικότητα και νοοτροπία, τίποτα δεν δεσμεύει κανέναν, έχει ίσως πάψει να λειτουργεί άξονας κοινωνικής αναφοράς της ευθύνης. Ισως είναι η πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, που το αίσθημα της ευθύνης και η συνακόλουθη βίωση της ενοχής έχει τόσο ριζικά αμβλυνθεί. Από τον «πλανητάρχη» έως τον οδηγό ταξί και από τα «πνευματικά» καθιδρύματα έως τα συνδικαλιστικά σωματεία, όλοι δικαιούνται να ακυρώνουν τις δεσμεύσεις τους, αφού τα κριτήρια για τον καταλογισμό και την επίγνωση ενοχής συρρικνώνονται σε νομική κενολογία.

Αυτονόητο και το παιχνίδι της μεταφοράς των ευθυνών από τον κυρίως υπεύθυνο στον απλώς αυτουργό – ή το αντίστροφο, όταν ο αυτουργός καλύπτεται από απρόσωπο φορέα ευθύνης. Ο οδηγός της νταλίκας, που παίρνει εντολή να τρέχει τις περισσότερες και να κοιμάται τις λιγότερες κατά το δυνατόν ώρες, θεωρεί τον εαυτό του ανεύθυνο όταν προκαλέσει δυστύχημα, αλλά την ενοχή αποποιείται και ο εντολέας που εμπιστεύθηκε την ικανότητα ή την αντοχή του οδηγού.

 Ανεύθυνος είναι και κάθε υπάλληλος υπουργείου ή δημόσιου οργανισμού: βασανίζει δίχως ενοχές (συχνά και με φανερή ηδονή) τον πολίτη, αφού είναι «το σύστημα» που φταίει για όλα, ακόμα και για τη δική του βάναυση συμπεριφορά.

Οι εκτιμήσεις της αντικοινωνικής συμπεριφοράς υπακούουν σε ιδεολογικά προτάγματα, σε πολιτικές στρατηγικές ή σε διαπλεκόμενα συμφέροντα, δημιουργώντας κυκεώνα συγχύσεων, όπου χάνεται κάθε μέτρο ευθύνης και ενοχής. Η ελπίδα του Χέγκελ ότι η Ιστορία, ως συλλογική μνήμη και κρίση, είναι το υπέρτατο κοσμικό δικαστήριο, αποδεικνύεται, στον δικό μας κόσμο και πολιτισμό, ρομαντικό ιδεολόγημα. Στη σημερινή Ελλάδα, π.χ., εξακολουθούμε να συντηρούμε, με την ψήφο μας, στο ενεργό προσκήνιο κόμματα με εξόφθαλμη εγκληματική συμπεριφορά και ευθύνη για την οικολογική καταστροφή, την απάνθρωπη πολεοδομική χωροταξία, την αναπηρία εκπαιδευτικής κατάρτισης και καλλιέργειας χιλιάδων παιδιών, τον βασανισμό και εξευτελισμό ατέλειωτου αριθμού ανθρώπων στα δημόσια νοσοκομεία.

Υπήρξε ηθική και πολιτική ευθύνη της γερμανικής κοινωνίας του μεσοπολέμου για την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού στην εξουσία και για τη φρίκη των εγκλημάτων του;  

Υπάρχει εθνική και πολιτική ευθύνη της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα για την ανήκεστη κρατική μας διάλυση;  

Αλλά και αν γίνει συνειδητή η συλλογική μας ενοχή...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Εχθρός της κοινωνίας η μάζα

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ταυτότητα και περιεχόμενο της πολιτικής Αριστεράς είναι ο σοσιαλισμός – στα ελληνικά, κοινωνισμός. Σημαίνει την επιλογή και επιδίωξη κοινωνιοκεντρικών προτεραιοτήτων, την αντίθεση και αντίσταση στον ατομοκεντρικό ωφελισμό. Η πραγμάτωση κοινωνίας πολιτών, η ανάδειξη της δυναμικής των σχέσεων κοινωνίας της ζωής, η εναντίωση στις θωρακίσεις του εγωτικού συμφέροντος είναι η ταυτότητα της Αριστεράς. Οι στρατηγικές για την επιδίωξη των στόχων της μπορεί να μεταβάλλονται, όχι όμως και η ταυτότητα, ο καθοριστικός προσδιορισμός της.

Η μαρξιστική στρατηγική επέμεινε στον διεθνιστικό χαρακτήρα της Αριστεράς. Αυτό που πρωταρχικά την ενδιέφερε ήταν να ενωθούν οι προλετάριοι όλων των εθνών σε αγώνα για κοινωνικές κατακτήσεις, πέρα από σύνορα και πατρίδες. 

Η στρατηγική απέτυχε, γέννησε ιμπεριαλιστικούς ηγεμονισμούς και εφιαλτικά ολοκληρωτικά καθεστώτα, παραμόρφωσε το σοσιαλιστικό όραμα της κοινωνίας των αναγκών σε τυραννία κατεξουσιασμού, αστυνόμευσης και τρόμου, σε έσχατο εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης και συνύπαρξης.

Ο διεθνισμός της μαρξιστικής Αριστεράς ήταν τυπικό προϊόν μιας ανθρωπολογίας θεμελιωμένης στον Ιστορικό Υλισμό. Δεν έβλεπε (μόνο ο Λούκατς το κατάγγειλε απερίφραστα) ότι ο Ιστορικός Υλισμός ήταν πρωτίστως η αυτοσυνειδησία του καπιταλισμού. Υιοθετώντας η Αριστερά τον Ιστορικό Υλισμό, υποχρεωνόταν να παίξει στο γήπεδο του αντιπάλου και με τους όρους που επέβαλε ο αντίπαλος. Η κατάρρευση των καθεστώτων του «υπαρκτού» σοσιαλισμού επαλήθευσε την υπεροχή του πρώτου διδάξαντος. Ηταν το αποτέλεσμα της δυναμικής του καπιταλιστικού διεθνισμού και ο θρίαμβός του.

Σήμερα, η παγκοσμιοποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας μοιάζει να είναι η πιο χειροπιαστή απειλή που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα. Οι κοινωνικοί θεσμοί, οι πολιτικές διαδικασίες, οι δημοκρατικές κατακτήσεις φαντάζουν ανίσχυρες σκιές μπροστά στην κυριαρχική εξουσία του διεθνοποιημένου τζόγου των χρηματιστηρίων. Οι σημαντικότερες πολιτικές επιλογές υποτάσσονται στα κελεύσματα της νομισματικής οικονομίας, που την πορεία τους καθορίζουν παντελώς ανεξέλεγκτοι παράγοντες. Πολιτιστικές ιδιαιτερότητες και ιστορικές παραδόσεις, που συγκροτούν την προϋπόθεση της συνοχής των τοπικών κοινωνιών (την αφετηρία για το κατόρθωμα της πολιτικής κοινωνίας) σαρώνονται σήμερα από μια παγκοσμιοποιημένη υποκουλτούρα. Θάβονται στην ομοιομορφία, στον πιθηκισμό του «εκσυγχρονισμού», στον αισθητικό εκβαρβαρισμό.

Ομως, η ακόμα λεγόμενη «Αριστερά» δείχνει να μην καταλαβαίνει τίποτα από όσα συμβαίνουν στον πλανήτη μας, από τις καινούργιες ιστορικές απαιτήσεις που δημιουργούνται: Αν «Αριστερά» εξακολουθεί να σημαίνει κοινωνιοκεντρικές προτεραιότητες, κοινωνικό όραμα, ποιαν άλλη στρατηγική μπορεί να υιοθετήσει εκτός από την αντίσταση στον ισοπεδωτικό διεθνισμό του κυρίαρχου Ιστορικού Υλισμού; Και αντίσταση σημαίνει: καλλιέργεια της συνοχής κάθε τοπικής κοινωνίας, όπου συνοχή σημαίνει την ελευθερία αγαπητικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, καλλιέργεια των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, άρνηση της ομοιομορφίας που φτωχαίνει τη ζωή και την αναγκάζει να οπισθοδρομεί

Το πολιτικό πρόταγμα της Αριστεράς σήμερα απαιτεί την επαναθεμελίωση της στρατηγικής της με συνεπή άρνηση των ιστορικο-υλιστικών κριτηρίων. Απαιτεί ανθρωπολογική βάση, ικανή να αντιπαλέψει την απανθρωπία της καταναλωτικής «εξατομίκευσης»: την εκδοχή του ανθρώπου σαν αδιαφοροποίητης καταναλωτικής μονάδας.

Οι Ελληνες δεν είμαστε ένας χθεσινός λαός μέσα στην Ιστορία, ξέρουμε, από την πείρα αιώνων, ότι η συλλογική ιστορική παρουσία σώζεται, όταν η ζωή και η χαρά της ζωής κοινωνούνται, όχι όταν πρωτεύουσα συλλογική μέριμνα είναι ο θεσμικά θωρακισμένος ατομοκεντρισμός. Ο πολιτισμός (ποιότητα της ζωής) προϋποθέτει την προτεραιότητα του εμείς και όχι του εγώ, η πολιτική είναι άθλημα ατομικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, είναι κοινότητα και κοινοτικός βίος, γλωσσική καλλιέργεια, γιορτή και πανήγυρις.

Εστω και μόνο η πολιτισμική αυτή συνείδηση θεμελιώνει εγρήγορση ενεργού μετοχής στην Ιστορία. Οταν το παρελθόν βιώνεται ως αφορμή κενής καύχησης, χάνεται η ιστορική (κοινωνική) δυναμική της δεδομένης εμπειρίας. Είναι ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος των ιστορικών κοινωνιών: