"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΛΕΥΘΕΡΟΠΛΕΟΥΜΕΝΑ ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Η "Αυτής Μεγαλο-Σουργελότης" ως pop culture

 

Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Φαντάσου να μπαίνεις σε κλαμπ και εκεί που πίνεις το ποτό σου χορεύοντας, να βλέπεις σκηνές από τη Βουλή. Πάνω σε έναν τοίχο όπου συνήθως ένας προτζέκτορας προβάλλει σκηνές από ταινίες ή βιντεοκλίπ, παίζει μια κοινοβουλευτική αντιπαράθεση.

Αυτό ακριβώς έζησαν θαμώνες ενός γνωστού κλαμπ της Αθήνας, όταν είδαν τη σύγκρουση της Ζωής Κωνσταντοπούλου με τον «Φραπέ» στην Εξεταστική της Βουλής, με τις χαρακτηριστικές ατάκες της να διατρέχουν τον χώρο σαν ένα δρώμενο ή, καλύτερα, σαν μια καλλιτεχνική εγκατάσταση με εικόνα και ήχο.

Θα παραδεχτώ ότι είναι ευφυέστατο, από την πλευρά ενός χώρου διασκέδασης όπου τα ποτά πάνε κι έρχονται, να προβάλει το στιγμιότυπο στο οποίο η Ζωή ρωτάει «πού είναι να πάω για ποτό;», σαν να έχει ξεπηδήσει απευθείας από κάποιο τρισδιάστατο μιμίδιο. Σύμφωνα με τις αναρτήσεις, το θέαμα μονοπώλησε την προσοχή, κάτι που βρίσκω απολύτως λογικό. Μια τέτοια συνθήκη είναι ιδανική για βίντεο στο TikTok, από αυτά που ο αλγόριθμος τα κάνει ανάρπαστα.

Γελάμε, αλλά στο βάθος αυτό είναι ίσως το καλύτερο παράδειγμα που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένας ιστορικός του μέλλοντος για να δείξει πώς η πολιτική στην Ελλάδα του 2025 έχει γίνει πιο επιδραστική στην ψυχαγωγία μας παρά στην πολιτική μας καλλιέργεια. Οχι με τον τρόπο που λειτουργεί η πολιτική καρικατούρα ή η σάτιρα, αλλά σαν ένα αυθύπαρκτο σύμπαν που θυμίζει κονφερασιέ. Βγαίνει στη σκηνή, πετάει ατάκες και με τον λόγο του συναρμολογεί ένα διαφορετικό είδος playlist.

Την περασμένη εβδομάδα καθόμουν σε ένα καφέ που έχει δίπλα του μπαρμπέρικο, από αυτά τα μοντέρνα που έχουν κατακλύσει τις γειτονιές. Ο μπαρμπέρης βγήκε κάποια στιγμή έξω για τσιγάρο και έβαλε στο κινητό του αυτή την playlist. Ενα σερί με τις καλύτερες ατάκες της Κωνσταντοπούλου από πρόσφατες συνεδριάσεις και ομιλίες, δυνατά μάλιστα, ώστε να τις ακούμε όλοι. Η φωνή της αντηχούσε στη γειτονιά, σαν κάποιος να είχε βάλει την τηλεόραση στη διαπασών, στην αγαπημένη του κωμική σειρά. Αυτό ακριβώς έκανε και ο μπαρμπέρης. Εβαλε την αγαπημένη του κωμική περσόνα για να ευθυμήσει στο διάλειμμά του ανάμεσα στα κουρέματα. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για μια άλλη μορφή απόλαυσης.

 Το ίδιο φαίνεται και στα κοινωνικά δίκτυα. Αποσπάσματα από τις ομιλίες της Ζωής μετατρέπονται σε μιμίδια, ρεπλίκες, ακόμη και ρεμίξ που δεν παίζουν μουσική αλλά λέξεις.

Δεν είναι μόνο δικό της κατόρθωμα, όμως αυτή την περίοδο είναι σίγουρα η πρωταγωνίστρια αυτής της ιδιότυπης διασκέδασης που αντλεί από την πολιτική κουβέντα τα σκετς και το περιεχόμενό της.

Πώς φτάσαμε στο σημείο να μετατρέπουμε τις κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις σε σχήματα ποπ κουλτούρας, που προβάλλονται σε τοίχους κλαμπ και ακούγονται από τα ηχεία των κινητών σαν podcast με ανέκδοτα;

Μια πρώτη ανάγνωση λέει ότι έχουμε κουραστεί από τις παραδοσιακές φόρμες πολιτικής εκπροσώπησης και επικοινωνίας. Ποιος κάθεται σήμερα να παρακολουθήσει ενημερωτικές εκπομπές, να διαβάσει εφημερίδες ή να παρακολουθήσει αναλύσεις στα δελτία ειδήσεων, όταν ο πολιτικός λόγος ταξιδεύει αστραπιαία μέσα από TikTok, reels, highlights και stories, ακόμη και μέσα από τα ηχεία ενός κλαμπ;

Η πολιτική γίνεται περισσότερο παιχνίδι και λιγότερο δόγμα. Και λιγότερο από ποτέ, ιδεολογία.

Σε μια κοινωνία όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς έχει υποχωρήσει, τα πολιτικά πρόσωπα μετατρέπονται σε φιγούρες ενός σύγχρονου θεάτρου σκιών. Κάποιοι τα χρησιμοποιούν για να κράξουν, άλλοι για να υποστηρίξουν κόμματα, αλλά οι περισσότεροι τα θέλουν για να διασκεδάσουν. Η παρουσία τους στη δημόσια σφαίρα λειτουργεί πλέον περισσότερο ως πολιτισμικό γεγονός παρά ως πολιτική θέση ή πράξη.

Δεν εμπνέεσαι από τους πολιτικούς για να τοποθετηθείς ιδεολογικά, αλλά για να σχολιάσεις, να καυτηριάσεις, να γελάσεις, να κάνεις πλάκα.

Αυτό δείχνει ευθέως την ποιότητα του πολιτικού λόγου που παράγει σήμερα το πολιτικό σύστημα. Μια μίξη εντυπωσιασμού και λαϊκισμού, που …

 

NoυΔο-γαλαζαίικο ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Γκρινιάζουμε άδικα για το Μετρό Θεσσαλονίκης;

 

Tης ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Φανταστείτε να τελειώνει αγώνας ποδοσφαίρου και να κατεβαίνουν χιλιάδες φίλαθλοι στο Μετρό για να φύγουν. Κι εσείς να είστε ένας από αυτούς που πρέπει να βγάλουν εισιτήριο, ενώ δεν λειτουργούν όλα τα μηχανήματα. Ο φίλος που το έζησε, γυρνώντας από αγώνα στη Θεσσαλονίκη, μάλλον θα το διηγείται για καιρό. Οχι για τον χαμό, που φυσιολογικό είναι να συμβεί ύστερα από έναν αγώνα όπου όλο το γήπεδο φεύγει, αλλά για το γεγονός ότι όλοι αυτοί έπρεπε να περιμένουν για να βγάλουν εισιτήριο σε ένα-δύο μηχανήματα που λειτουργούσαν όλα κι όλα. «Εξι λεπτά διαδρομή και 30 λεπτά αναμονή στο μηχάνημα για εισιτήριο», μου είπε στο τέλος και γελούσαμε, γιατί θυμήθηκα ότι είχα κι εγώ πάθει το ίδιο, στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Μόνο δύο μηχανήματα έβγαζαν εισιτήρια για το λεωφορείο που σε μεταφέρει στην πόλη, και λειτουργούσε μόνο το ένα. Μια ατελείωτη ουρά ταξιδιωτών από την πτήση που μόλις είχε φτάσει περίμενε μπροστά τους, δυσφορώντας γιατί το λεωφορείο θα έφευγε σύντομα και ποιος ξέρει σε πόση ώρα θα ερχόταν το επόμενο.

Δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν αυτά, ούτε σε αεροδρόμια ούτε σε Μετρό. Και αν υποθέσουμε ότι το αεροδρόμιο είναι παλιότερο και κάποια πράγματα μπορεί να δυσλειτουργούν (δεν θα έπρεπε), το Μετρό Θεσσαλονίκης είναι του κουτιού, από τα πλέον σύγχρονα και όμορφα της Ευρώπης, όπως λένε.

Δικαιολογείται να λειτουργούν από τα έξι μηχανήματα τα δύο, στον σταθμό της «Βούλγαρη»;

Δικαιολογείται στον σταθμό «Νέα Ελβετία» να λειτουργεί μόνο ένα μηχάνημα και στον σταθμό «Αγία Σοφία» κανένα, και αυτό να συμβαίνει επί ένα δεκαήμερο μετά τα εγκαίνια;

Μετά τα προβλήματα με τα εισιτήρια, ήρθε και μια εκκένωση επιβαινόντων.

Το απόγευμα του Σαββάτου, ο συρμός ακινητοποιήθηκε λόγω διακοπής στην ηλεκτροδότηση μεταξύ των σταθμών «Ανάληψη» και «Φλέμινγκ». Ολοι οι επιβάτες βγήκαν σώοι, ευτυχώς, καθοδηγούμενοι από συνοδούς, διανύοντας μια απόσταση 70 μέτρων στον πεζοδιάδρομο της σήραγγας και εξήλθαν από πλατφόρμα εξόδου. Βεβαίως, αυτά συμβαίνουν σε όλα τα Μετρό του κόσμου, και το θετικό είναι ότι τηρήθηκαν τα πρωτόκολλα ασφαλείας και δεν υπήρξε καμία δυσάρεστη συνέπεια. Δεν ξέρω, όμως, αν υπάρχει άλλο Μετρό που να εγκαινιάστηκε με τόσα προβλήματα, και στις μόλις δύο βδομάδες λειτουργίας του να συμβαίνει το ένα ευτράπελο μετά το άλλο.

Ασφαλώς, πρόκειται για ένα έργο που αλλάζει τον χαρακτήρα της πόλης και εξυπηρετεί τους πολίτες της. Κανείς δεν το αρνείται. Οι λεπτομέρειες όμως κάνουν τη διαφορά σε όλα, κι εδώ φαίνεται ότι πρέπει να δοθεί λίγο περισσότερη σημασία στις λεπτομέρειες, για να μιλήσουμε για μια άρτια εξυπηρέτηση του επιβατικού κοινού και όχι ταλαιπωρία του στα σημεία.

Αν περνάς την οδύσσεια της ουράς για να βγάλεις εισιτήριο, κι αν αυτό συνεχιστεί για πολύ ακόμα, μπορεί να αποφασίσεις και πάλι να πάρεις το αυτοκίνητο για να μετακινηθείς.

Η εταιρεία που έχει αναλάβει τη διαχείριση του Μετρό Θεσσαλονίκης υπόσχεται ότι όλα θα λυθούν σύντομα. Μακάρι, γιατί είναι κρίμα ένα έργο τέτοιας σπουδαιότητας για τη λειτουργία μιας πόλης, να σχολιάζεται με τόσο αντιφατικούς τρόπους. Από τη μία να προκαλεί το θαυμασμό σε όσους το επισκέπτονται, όλοι να μιλάνε για ένα καταπληκτικό έργο και για σταθμούς που σου κόβουν την ανάσα, και από την άλλη να γεμίζουν τα κοινωνικά δίκτυα με κοροϊδευτικά σχόλια και γκρίνια για τις μικρές, αλλά καίριας σημασίας, δυσλειτουργίες.

Στη ροή της καθημερινότητας, αυτές οι λεπτομέρειες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Γιατί …

 

ΕΘΝΙΚΑ ΕΜΕΤΙΚΑ "ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΚΑ" ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ: Ενας θάνατος, μια έπαυλη και η κλειδαρότρυπα

 

Tης ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

O ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού Τζορτζ Μπάλντοκ βρέθηκε νεκρός στην πισίνα του σπιτιού του.

«Πνιγμός εντός ύδατος» το πόρισμα του ιατροδικαστή που εξέτασε τη σωρό του. Ηταν μόλις 31 χρόνων. Ενα θλιβερό νέο για το οποίο δεν έχεις να πεις πολλά, πέρα από το ότι ένας άνθρωπος έφυγε από τη ζωή τόσο νέος. Διάσημος ή όχι δεν έχει σημασία. Εφυγε. Οι τοξικολογικές εξετάσεις που θα βγούν αργότερα ίσως ρίξουν περισσότερο φως και στο πώς κατέληξε να πνιγεί. Τι άλλο να πεις γι’ αυτή την ιστορία, αλήθεια;

Βέβαια, στον θαυμαστό κόσμο της τηλεόρασης πολλά μπορείς να πεις.

Δεν θα μεταφέρουν απλώς την είδηση, κάνοντας ίσως και ένα αφιέρωμα στον ποδοσφαιριστή και στην πορεία του στον αθλητισμό. Το νέο ενός θανάτου θα το διανθίσουν με περιττές πληροφορίες. Σάλτσες που θα μετατρέψουν την είδηση σε ταμπλόιντ, ρίχνοντας πάνω της λίγο γκλάμουρ, λίγο γκλίτερ, λίγη σαπουνόπερα. Αποκρουστικό, τουλάχιστον.

«Μέσα στο σπίτι που πνίγηκε ο Μπάλντοκ». Ο τίτλος είναι ενδεικτικός και δεν είναι ο μόνος που κυκλοφορεί εκεί έξω. Ενας σωρός ακόμα τίτλοι, μαζί και τηλεοπτικά ρεπορτάζ, αλλά και βίντεο που προσπαθούν να δείξουν εικονικά το ακίνητο, έρχονται για να παρουσιάσουν την έπαυλη όπου το τραγικό συμβάν έλαβε χώρα. Για να μας πούνε πώς είναι μέσα, πότε κατασκευάστηκε, πόσα τα τετραγωνικά της, τα μπάνια, οι όροφοι, και πόσο το ενοίκιο. Αν έχει θέα στη θάλασσα, πόρτες ασφαλείας και κουφώματα αλουμινίου. Και δεν κάνω καθόλου πλάκα, τα είπαν όλα αυτά και πολλά ακόμα. Μέχρι και ο μεσίτης του συγκροτήματος στο οποίο ανήκει το σπίτι βγήκε στα κανάλια για να μιλήσει, και κάπως έτσι το ακίνητο ξαφνικά έγινε πρωταγωνιστής της ιστορίας.

Γιατί;

Μα γιατί είναι μια βίλα, φυσικά.

Αν ο ποδοσφαιριστής είχε πεθάνει σε ένα δυαράκι, σε ένα σπίτι χωρίς πολυτέλεια, θα ήθελε να μπει η κάμερα μέσα;

Αμφιβάλλω. Εκεί θα έψαχνε άλλα πράγματα, όχι απαραιτήτως ουσιαστικά βεβαίως. Είναι σουρεαλιστικό το πώς ο πλούτος εδώ έγινε θέαμα με φόντο τη σορό ενός διάσημου προσώπου. Ή το αντίθετο, το ίδιο είναι. Εγινε θέαμα η σορός με φόντο της τον πλούτο.

Εφτασαν στο σημείο να παρουσιάζουν το σκηνικό του θανάτου περισσότερο και από τον ίδιο τον θάνατο, επειδή είναι ένα σκηνικό χλιδής και πουλάει. Και να φτιάχνονται κάρτες επί της οθόνης για να δει ο τηλεθεατής το εμβαδόν και το εσωτερικό ενός σπιτιού, σαν να πρόκειται για ρεπορτάζ ενοικίασής του. Η κλειδαρότρυπα στην πιο τερατώδη εκδοχή της, στην πιο κίτρινη απόχρωση, να ρίχνει τον προβολέα σε εντελώς λάθος σημεία, εκεί όπου η ανθρώπινη αξία χάνεται, καταπλακώνεται κάτω από μπετά πολυτέλειας.

Επαναλαμβάνω, αν δεν ήταν έπαυλη το σπίτι, πάλι κάτι θα έβρισκαν για να ανοίξουν την κλειδαρότρυπα. Γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούν, όπως φαίνεται. Είναι το απαραίτητο στοιχείο της συνταγής τους, η οποία διαμορφώνει μια «δημοσιογραφία» που μόνο σε εισαγωγικά μπορεί να μπει, γιατί προσβάλλει τον όρο.

Δεν έχει ούτε μέτρο ούτε αισθητική και ενίοτε ούτε ηθική.

Κι όμως, αυτή η «δημοσιογραφία»…

ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΨΩΝΙΣΜΕΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: «Δεν επιθυμούμε δημοσιότητα»: αργά το θυμήθηκε…

 

Tης ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Ενας γάμος είναι μια ιδιαίτερη στιγμή, που ο καθένας έχει δικαίωμα να τη ζήσει όπως θέλει. Μπορεί να θέλεις πεντακόσιους καλεσμένους, μπορεί να θέλεις να είσαι μόνο με τον άνθρωπο σου και λιγοστά αγαπημένα σου πρόσωπα. Μπορεί να θέλεις να γλεντήσεις χορεύοντας ως το πρωί, μπορεί να θέλεις να απομονωθείς, μπορεί να θέλεις να μοιραστείς με όλους τη χαρά σου, μπορεί να θέλεις να εξαφανιστείς από τον κόσμο. Και αν είσαι δημόσιο πρόσωπο, μπορεί να θέλεις κάμερες στον γάμο σου, μπορεί και όχι.

Τα media λατρεύουν τους γάμους διασήμων. Είναι το τέλειο πεδίο για να χτίσουν θεματολογία και να καλύψουν τηλεοπτικούς χρόνους και διαδικτυακές σελίδες. Πολύ πριν συμβεί το γεγονός, ξεκινάει η παπαρατσική ανασκαφή: πώς θα ντυθούν οι μελλόνυμφοι, πού θα παντρευτεί το ζευγάρι, τι έχει κανονίσει για μετά, τι περιλαμβάνει το μενού της δεξίωσης κ.ο.κ. Ολα θα γίνουν τίτλοι και περιεχόμενο, και η κούρσα της γαμήλιας ενημέρωσης θα κορυφωθεί στο ευτυχές γεγονός. Στο οποίο θα υπάρχει μια δημοσιογραφική κάλυψη, θες δεν θες. Το βέβαιο είναι ότι θα στηθούν οι κάμερες κάπου. Τι κι αν πάρεις τα κινητά των καλεσμένων, τι κι αν βάλεις αντι-drone συστήματα για να αποφύγεις κάθε καταγραφή πλάνου από τον γάμο σου, μια κάμερα θα στηθεί σε κάποιο σημείο, έστω για να πάρει δηλώσεις από κάποιον καλεσμένο που θα είναι πρόθυμος να τις δώσει.

Θα ξαναπώ ότι είναι απολύτως φυσιολογικό να θες να ενωθείς με τον άνθρωπο σου κεκλεισμένων των θυρών, όποιος κι αν είσαι, όσο γνωστός κι αν είσαι. Αλλά θα πρέπει να συμφωνήσουμε ότι όταν αφήνεις τις κάμερες να μπουν στον προσωπικό σου χώρο, και όταν έχεις γίνει το χρυσό παιδί της δημοσιότητας, και με τη δική σου θέληση πολλές φορές, θα πρέπει να περιμένεις ότι η επιθυμία για ιδιωτικότητα θα δημιουργήσει δυσαρέσκεια και ειρωνεία.

Ειδικά όταν την απαιτήσεις με ανακοινώσεις όπως η παρακάτω. «Ο ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία ζητά από όλα τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης να σεβαστούν τις προσωπικές και οικογενειακές στιγμές του Προέδρου του Κόμματος τις επόμενες μέρες στην Κρήτη. Δεν επιθυμούμε οποιουδήποτε είδους δημοσιογραφική κάλυψη ενός γεγονότος που δεν αφορά την πολιτική δραστηριότητα του Προέδρου, αλλά είναι αμιγώς προσωπικό και προγραμματίστηκε πριν από έντεκα μήνες».

Ας είμαστε ειλικρινείς. Η κάμερα έχει σταθεί πολλές φορές μπροστά σου σε περιπτώσεις που δεν είχαν καμία σχέση με την πολιτική σου δραστηριότητα. Εχει μπει στο σπίτι σου για να το δείξει, αν μη τι άλλο, με τη συγκατάθεσή σου. Είναι ένα παιχνίδι στο οποίο παίζεις κι εσύ συνειδητά και ξέρεις πολύ καλά πώς παίζεται: δίνεις υλικό και παίρνεις δημοσιότητα.

Γνωρίζεις, επίσης, ότι στο συγκεκριμένο παιχνίδι η πολιτική αυτή κάθε αυτή, μένει στα μετόπισθεν. Δεν είναι το υλικό που τους ενδιαφέρει περισσότερο να προβάλουν. Στο πλάνο μένει η παραπολιτική και το γκόσιπ.

Οταν γίνεσαι πρόσωπο παραπολιτικής και γκόσιπ, λοιπόν, δεν φταίει μόνο η μία πλευρά. Δεν φταίει μόνο η κάμερα και ο παπαράτσι. Φταις κι εσύ που τους αφήνεις να εισχωρήσουν τόσο πολύ στη ζωή σου και να σε κάνουν πρωταγωνιστή τίτλων που καμία σχέση δεν έχουν με το πολιτικό σου γίγνεσθαι.

Οταν τα media λυσσάνε μαζί σου τόσο καιρό, κυρίως για τα προσωπικά σου, είναι γιατί…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ "ΔΗΚΕΩΣΙΝΙ-ΠΑΝΤΟΥ"πληκτο ΚΟΥΛΟ-ΧΑΝΕΙΟ: Ούτε καν χειροπέδες!


 Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Οσα διαδραματίζονται τις τελευταίες ημέρες με το περιστατικό ξυλοδαρμού της Σοφίας Πολυζωγοπούλου από τον σύζυγό της, Απόστολο Λύτρα, επιβεβαιώνουν ότι ζούμε στον αστερισμό ενός θλιβερού σουρεαλισμού. Μέσα στη βασική πλοκή αυτής της ιστορίας υπάρχουν πολλές μικρότερες παράλληλες πλοκές που μπορείς να σχολιάσεις. Μία από αυτές είναι η είσοδος του θύτη στο δικαστήριο.

Ο Απόστολος Λύτρας κρατούσε ένα σακάκι που έκρυβε τα χέρια του. Το λογικό είναι να υποθέσει κανείς ότι κάτω από το σακάκι τού είχαν φορέσει χειροπέδες. Πρόκειται για ένα πρωτόκολλο που ακολουθεί η αστυνομία στις προσαγωγές ατόμων που κατηγορούνται για κακουργηματικές πράξεις, σύμφωνα με όσα ανέφερε και ο Σταύρος Μπαλάσκας.

Πολύ γρήγορα, βέβαια, η κάμερα κατέγραψε, και φανέρωσε, την παράκαμψη του πρωτοκόλλου στη συγκεκριμένη περίπτωση. Οταν τα χέρια του Λύτρα ξεσκεπάστηκαν από το ύφασμα, λίγο πριν μπει στα δικαστήρια, η χειροπέδηση φάνηκε ότι ήταν ανύπαρκτη.

Θέατρο;

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που το χαρακτήρισαν έτσι, κατηγορώντας τον κατηγορούμενο για μια ηθελημένη παραπλάνηση, μια σκηνοθετημένη είσοδο που σκοπός της ήταν να μας κάνει να πιστέψουμε ότι κάτω από το σακάκι τα χέρια του ήταν δεμένα. Ασφαλώς, ό,τι και να ζητήσει ένας κατηγορούμενος, ό,τι και να θέλει ο ίδιος, υποθέτει κανείς ότι τον τελικό λόγο τον έχει η αστυνομία. Η οποία οφείλει να ακολουθεί τους κανόνες, έτσι; Και να τους ακολουθεί για όλους, χωρίς εξαιρέσεις.

Εδώ, λοιπόν, έχουμε μια παραβίαση του πρωτοκόλλου εκ μέρους των οργάνων του Νόμου. Και σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί.

Γιατί το άτομο που προσάγουν είναι ο Απόστολος Λύτρας, ένας πετυχημένος, γνωστός τοις πάσι δικηγόρος;

Αν είναι έτσι, πολύ φοβάμαι ότι αυτά που ακούσαμε να λένε περί καριέρας και καταστροφής της, περί γκρεμίσματος φήμης του θύτη, παρ’ όλο που βρήκαν ισχυρό αντίλογο και αρνητικό σχολιασμό ως άκυρα και άστοχα επιχειρήματα υποστήριξης ενός ατόμου που ξυλοφόρτωσε τη γυναίκα του, μια χαρά λειτουργούν στη συνείδησή μας.

Αν κάποιος αποφάσισε ότι ο Λύτρας δεν χρειάζεται χειροπέδηση, παρά ένα σακάκι να καλύπτει τα χέρια του, τι τα θέλουμε τα πρωτόκολλα; Τι τους θέλουμε τους κανόνες αν καταργούνται κατά βούληση;

Είναι εξοργιστικό να σκέφτεσαι ότι μπορεί έτσι να συνέβη, και είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι δεν συνέβη έτσι όταν το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, στα πλάνα που οι κάμερες έχουν καταγράψει.

Σε άλλα νέα, εκ του εξωτερικού, ο τραγουδιστής Τζάστιν Τίμπερλεϊκ συνελήφθη στα Χάμπτονς γιατί αγνόησε μια πινακίδα «Στοπ» και όταν τον σταμάτησαν αρνήθηκε να κάνει αλκοτέστ. Οι φίλοι του παρακάλεσαν τις Αρχές να τον αφήσουν, αλλά το αίτημα δεν έγινε δεκτό και οι αστυνομικοί τού πέρασαν χειροπέδες, αναφέροντας ότι ήταν σε κατάσταση μέθης. Οι φωτογραφίες με τον Τίμπερλεικ να μπαίνει και να βγαίνει στα δικαστήρια με χειροπέδηση έχουν κάνει από το πρωί της Τρίτης τον γύρο του διαδικτύου.

Ας υποθέσουμε ότι ο Τζάστιν Τίμπερλεϊκ έφτανε στα ελληνικά δικαστήρια με τις κατηγορίες για παράβαση «Στοπ» και άρνηση αλκοτέστ. Θα είχε χειροπέδες στα χέρια; Ή, επειδή είναι σταρ, οι χειροπέδες θα κρίνονταν αχρείαστες;

Δυστυχώς, όταν τα φαινόμενα σε κάνουν να αμφισβητείς το σύστημα, όταν σε προδιαθέτουν να θεωρήσεις ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο, ούτε καν οι νόμοι, αισθάνεσαι ότι όλα μπορούν να συμβούν. Και λες, σιγά μην έβαζαν χειροπέδες στον σταρ βεληνεκούς, στον άνθρωπο που τον ξέρει όλη η υφήλιος. Εδώ δεν έβαλαν στον δικηγόρο που τον ξέρει μόνο το πανελλήνιο.

Και μετά…

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΨΩΝΙΣΜΕΝΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Αλλο η Επίδαυρος και άλλο η Eurovision, Ζερόμ (Αυτός ο απερίγραπτος τύπος έχει ταξιδιωτική εκπομπή στην δημόσια τηλεόραση με την οποία μας "μαθαίνει" τη χώρα μας!!!)

 

Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Ας ξεκινήσουμε από το ότι οι περισσότεροι θεατές της Eurovision, ειδικοί και μη, θεώρησαν ότι η παρουσίασή της φέτος δεν ήταν καλή, από το δίδυμο Θανάση Αλευρά και Ζερόμ Καλούτα. Αντικειμενικά να το πάρεις, με όση συμπάθεια και αν τρέφεις για τους δυο ανθρώπους που βρέθηκαν στη συγκεκριμένη θέση, έγιναν αρκετά λάθη που τους εξέθεσαν. Δεν γίνεται να λες ότι το Σαν Μαρίνο είναι νησιωτική χώρα στα σοβαρά και να μην εισπράξεις καζούρα.

Εν πάση περιπτώσει, όμως, δεν θα καταστραφεί και ο κόσμος επειδή το σχολιαστικό δίδυμο της EΡΤ για τη Eurovision ήταν μέτριο. Το κουνήσαμε το δάχτυλο, φτάνει. Μπορούμε να επιστρέψουμε στην κανονικότητά μας, που έχει απείρως μεγαλύτερα προβλήματα από το κάπως άνοστο χιούμορ και μερικές αστοχίες στη γεωγραφία και στην παρουσίαση ζωντανών τηλεοπτικών προγραμμάτων. Και αν συμφωνήσουμε ότι η συνταγή δεν πέτυχε, είναι μια ευκαιρία και ένα κίνητρο για να γινόμαστε καλύτεροι.

Βέβαια, όλοι σε αυτή τη χώρα ξορκίζουμε την αποτυχία και αδυνατούμε να την αποδεχτούμε. Βασικά, γινόμαστε έξαλλοι! Κουνάμε το δάχτυλο σε όποιον αποτυγχάνει, σαν δασκαλίτσες με έλλειψη ενσυναίσθησης και κατανόησης. Και ο αποτυχών είτε πέφτει να πεθάνει από στενοχώρια και χάνει την αυτοπεποίθησή του είτε αρχίζει να δικαιολογείται, αδυνατώντας να αποδεχτεί τη μετριότητά του.

Θα υπερασπιζόμουν με πάθος τον Ζερόμ Καλούτα αν έλεγε ότι έκανε την προσπάθειά του όσο καλύτερα μπορούσε, ότι λυπάται για τις όποιες αστοχίες και τα λάθη (που έγιναν, δεν γίνεται να τα αγνοήσεις) και ότι έμαθε πολλά μέσα από αυτή την εμπειρία. Θα ήταν μια σοφή και ψύχραιμη τοποθέτηση μπροστά στα μικρόφωνα που ήρθαν καταπάνω του για δηλώσεις και θα βούλωνε τα στόματα σε όσους κράζουν σαν τα κοράκια, λες και είναι έγκλημα να μην τα πας τόσο καλά σε μια παρουσίαση.

Εκείνος, όμως, μπροστά στα μικρόφωνα και τις κάμερες υπεραμύνθηκε της κριτικής και άρχισε να αραδιάζει δικαιολογίες. «Εμείς δεν πήγαμε εκεί ούτε σαν δημοσιογράφοι ούτε σαν eurofans, πήγαμε σαν καλλιτέχνες, εγώ έχω παίξει στην Επίδαυρο…» είπε.

Ας συμφωνήσουμε ότι το να είναι κανείς καλλιτέχνης και να τον καλέσουν ως τέτοιο να παρουσιάσει τη Eurovision δεν έχει καμία σχέση με ό,τι αυτό το σόου χρειάζεται στην παρουσίαση του. Είναι μια εντελώς διαφορετική θέση, με άλλες απαιτήσεις. Καμία σχέση δεν έχει, επίσης, αν έχεις περάσει ή όχι από τη σκηνή της Επιδαύρου ή οποιουδήποτε θεάτρου, νέου ή αρχαίου. Ακόμα και αν η Eurovision παρουσιαστεί κάποτε στην Επίδαυρο, πάλι θα χρειάζεται έναν παρουσιαστή με τα κατάλληλα προσόντα για να κάνει σωστά τη δουλειά. Μπορεί να είναι καλλιτέχνης και να έχει ταλέντο και ως παρουσιαστής, αλλά μπορεί και όχι. Δεν κάνουν όλοι για όλα, πώς να το κάνουμε;

Αν, πάλι, οι περισσότεροι θεατές σού λένε ότι ήσουν αδιάβαστος ή, έστω, όχι όσο έπρεπε προετοιμασμένος, σημαίνει ότι δεν ικανοποιήθηκαν από το αποτέλεσμα. Το να ανταπαντάς λέγοντας ότι διάβασες πιο πολύ από ό,τι στις Πανελλαδικές και ότι εσύ είχες έναν άλλο τρόπο που δεν κατάλαβε ο θεατής και ότι θες να πας σπίτι όποιου θεωρεί ότι δεν είχες χιούμορ και να σε κάνει πιο έξυπνο, είναι μια στάση που σε εκθέτει περισσότερο. Αν μη τι άλλο, ένας καλλιτέχνης που ανεβαίνει στο σανίδι θα έπρεπε να ξέρει ότι το κοινό δεν το ενδιαφέρει τι έχει προηγηθεί και πόσο έχει κουραστεί κάποιος για έναν ρόλο, τον ρόλο του παρουσιαστή της Eurovision εν προκειμένω. Το αποτέλεσμα βλέπει και από αυτό κρίνει. Ή θα το απολαύσει ή όχι.

Ετσι συμβαίνει στα θεάματα, και όχι μόνο. Απλώς δεν πέτυχε η παράσταση, Ζερόμ.

Ή μήπως…

ΠΑΣΧΑ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το Πάσχα μιας περίεργης

 

Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Θρησκευόμενη δεν είμαι, αλλά κάποια θρησκευτικά έθιμα γεννούν ένα σκίρτημα και στη δική μου καρδιά
. 
Η ατμόσφαιρα κατάνυξης του Πάσχα, για παράδειγμα, ακόμα και για κάποιον που δεν πιστεύει, έχει μια συναισθηματική δυναμική σε ορισμένες εκφάνσεις της. 
 
Οι πένθιμες καμπάνες της Μεγαλοβδομάδας. Ο Επιτάφιος που περνάει στις γειτονιές με χορωδίες, τελετουργικά. Το τσούρμο των γειτόνων, που σαν Χορός αρχαίας τραγωδίας ξεκινούν με αναμμένες λαμπάδες να κατευθύνονται στις εκκλησίες για την Ανάσταση. Η στιγμή του «Χριστός Ανέστη», όπου οι καμπάνες χτυπούν με όλη τους τη φόρα και αγκαλιάζεις και φιλάς τους οικείους σου. Ολα τα παραπάνω είναι το Πάσχα που με συγκινεί.  
 
Είναι το εκκλησάκι που θα συναντήσω στον δρόμο μου, όσο πιο μικρό, τόσο πιο όμορφο, και θα μου έρθει να μπω να ανάψω ένα κεράκι. Είναι το Πάσχα που κρατάω και που στην πορεία της ζωής έχω διαπιστώσει ότι μου αρέσει. 
 
Αλλά υπάρχει και το Πάσχα που έχω αφήσει πίσω μου και μήτε θέλω να το ξαναδώ. Μπορεί να είμαι η περίεργη, αλλά κάτι μου λέει ότι δεν είμαι η μόνη. Θα ξεκινήσω με τη μαγειρίτσα μετά την Ανάσταση. Η παράδοση λέει ότι είναι το ενδιάμεσο διατροφικό στάδιο μεταξύ της νηστείας της Σαρακοστής και του πασχαλιάτικου τραπεζιού, το οποίο έχει μια λογική, αν νηστεύεις. Το ότι πρέπει να τη φας μεταμεσονύχτια, όμως, να φορτώσεις δηλαδή απότομα και λίγο πριν πέσεις για ύπνο το στομάχι σου με ένα φαγητό που δεν το λες και ελαφρύ, δεν έχει καμία λογική, από διατροφικής άποψης τουλάχιστον. Στο δικό μου Πάσχα η μαγειρίτσα έχει τοποθετηθεί σε μια λογική ώρα δείπνου. Για να τη φάω χωρίς τύψεις, να την ευχαριστηθώ και να γλιτώσω τη δυσπεψία βραδιάτικα. Και μετά να πάω στην Ανάσταση.  
 
Ή να μην πάω, εξαρτάται από τα βαρελότα. Θα κάνω μια μικρή έρευνα εκκλησίας και αν μου πουν ότι υπάρχει κάποια με λίγα βαρελότα ή, ακόμα καλύτερα, καθόλου βαρελότα, θα πάω. Αλλιώς, μια χαρά θα την κάνω την Ανάσταση και στη βεράντα μου, από απόσταση ασφαλείας. Τα φοβάμαι τα βαρελότα, εκεί που σκάνε ακριβώς πάνω από το κεφάλι σου το ένα μετά το άλλο, και ακούς παράλληλα όλα τα ζώα της γειτονιάς να ουρλιάζουν πανικόβλητα, είναι ένας μικρός εφιάλτης. Την επόμενη μέρα διαβάζεις και πόσοι την έπαθαν και σκιάζεσαι περισσότερο. Γιατί κάθε χρόνο κάποιοι θα την πάθουν, είναι πλέον παράδοση. Θα χάσουν κάνα δάχτυλο, θα τους καεί το χέρι, θα σκάσει στα μούτρα τους το πυροτέχνημα και θα ψάχνουν το μάτι τους ή θα πέσει επάνω σε κανέναν αμέριμνο, που δεν θα φταίει σε τίποτα ο άνθρωπος, αλλά θα πληρώσει τον παραλογισμό μερικών που κάθε Πάσχα κάνουν διαγωνισμό ρίψης κρότου – βλακείας. 
 
Να πω και για το παραδοσιακό πασχαλινό τραπέζι;  
 
Τις τριακόσιες σούβλες που στήνονται σε κάτι πλατείες και φέτος θα έχουν ανάμεσά τους και μπόλικους υποψήφιους για την προεκλογική κοινωνικοποίηση;  
 
Το πανηγύρι ζωικής πρωτεΐνης και χοληστερίνης συνοδεία δημοτικών τραγουδιών και κλαρίνων, που περισσότερο σαν ενοχλητικό βουητό φτάνει στα αφτιά σου παρά σαν μουσική υπόκρουση;  
 
Το ότι κάνεις τρεις μέρες να χωνέψεις το φαγητό ενός μεσημεριού, το οποίο έχουμε αποφασίσει, σχεδόν ψυχαναγκαστικά, ότι πρέπει να είναι ένα τσιμπούσι κρεατοφαγίας άνευ προηγουμένου; 
 
Για να είμαι ειλικρινής...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τα τρένα που φύγαν και οι μπάρες που δεν κατέβηκαν

 


Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Να περιμένεις στη διασταύρωση ενός δρόμου με τις ράγες του τρένου, να είναι οι προστατευτικές μπάρες σηκωμένες, να περνάνε τα μπροστινά οχήματα κανονικά και το τρένο να έρχεται σφυρίζοντας.

Οι μπάρες να κατεβαίνουν με καθυστέρηση την τελευταία στιγμή, και ένα αμάξι μάλιστα, που τις έχει περάσει, να σταματά μπροστά στις γραμμές γιατί, προφανώς, και ευτυχώς, ο οδηγός είδε την αμαξοστοιχία να έρχεται από τα δεξιά του. Η οποία, και πάλι ευτυχώς, πήγαινε με μικρή ταχύτητα και μπόρεσε να σταματήσει.

Θα μπορούσε να είναι σκηνή από ταινία δράσης. Αλλά όχι, είναι σκηνή από το κέντρο της Αθήνας και συγκεκριμένα από τη διασταύρωση της οδού Ανδρομάχης με τη λεωφόρο Κωνσταντινουπόλεως, στο Μεταξουργείο.

Συνέβη την Κυριακή 11/2 και ο οδηγός που είδε μπροστά του το στιγμιότυπο, έβγαλε το κινητό και το κατέγραψε, όσο πρόλαβε μέσα στην έκπληξη και την απορία του, υποθέτω. Γιατί όσο να πεις, όταν βλέπεις τέτοιες σκηνές, μέσα στην πόλη όπου κυκλοφορείς με το αμάξι, τους φίλους, τους συντρόφους, τα παιδιά σου, θέλεις μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσεις ότι πράγματι συμβαίνουν και ότι δεν βλέπεις κάποιον εφιάλτη στον ύπνο σου.

Βέβαια, τους εφιάλτες εμείς έχουμε φτάσει να τους βλέπουμε στον ξύπνιο μας. Και ευτυχώς που υπάρχουν τα κινητά, που αντανακλαστικά σηκώνουμε για να τους καταγράψουμε και να τους δείξουμε σε όλο τον κόσμο. Να ξέρουν και οι άλλοι τι μπορεί να σου τύχει στα καλά καθούμενα. Μια ράμπα που δεν κατεβαίνει στον χρόνο που πρέπει, ενώ ένα τρένο κοντοζυγώνει.

Ο οδηγός και αυτόπτης μάρτυρας που ανήρτησε το βίντεο, μίλησε σε πρωινή εκπομπή στο Mega και σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο υπεύθυνος ισοπεδοφύλακας δεν φαινόταν να είναι στο πόστο του, ενώ στο βίντεο φαίνεται να τρέχει: «Είμαστε σε μια χώρα που ζούμε από τύχη», κατέληξε ο οδηγός.

Ο ΟΣΕ από την πλευρά του έβγαλε μια ανακοίνωση στην οποία εξηγούσε ότι εκείνη την ημέρα είχε σπάσει η μπάρα στη γραμμή καθόδου, αλλά λειτουργούσε η μπάρα στη γραμμή ανόδου. Και ότι η δυσκολία της κυκλοφορίας λόγω της ζημιάς «έγινε μετά από προσπάθεια του ισοπεδοφύλακα να εξασφαλίσει πρώτα την ελεύθερη κυκλοφορία επί της γραμμής καθόδου που υπήρχε το σπασμένο από όχημα δύφρακτο, ακινητοποιώντας τα οδικά οχήματα, και ακολούθως πηγαίνοντας γρήγορα στο φυλάκιο το οποίο απέχει 50 μέτρα, για να κατεβάσει το εν λειτουργία δύφρακτο επί της γραμμής ανόδου, με το μπουτόν».

Μα, τι μας λένε; 

Οτι έτρεχε ένας άνθρωπος 50 μέτρα να κατεβάσει μπουτόν σε σπασμένη διάβαση; Και τα αυτοκίνητα που συνέχιζαν να περνάνε;

Προφανώς, μιλάμε για ένα συμβάν χωρίς θύματα, χωρίς τραυματισμούς. Αλλά δεν μπορείς να μη σκεφτείς τι θα γινόταν αν η τύχη δεν ήταν με το μέρος μας.

Βλέποντας το βίντεο, διαπιστώνεις ότι…

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Oι αθυροστομίες Κασσελάκη ως καθρέφτης αισθητικής


Tης ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Ο Στέφανος Κασσελάκης βρέθηκε στο Βόλο και χαιρέτησε μια παρέα που καθόταν σε καφετέρια.

«Ωραίος ο Βόλος;» τον ρώτησε ένας.

«Πολύ ωραία πόλη, αλλά πρέπει να την κάνουμε να ακμάσει», απάντησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ.

«Εγώ είμαι με τον Μπέο, ε; Πρόσεχε πώς μιλάς», του ανταπάντησε ο πολίτης.

Ας υποθέσουμε ότι είχαμε τη δυνατότητα να δώσουμε εμείς το φινάλε στο μικρό διάλογο που εκτυλίχτηκε μεταξύ πολιτών και Στέφανου Κασσελάκη, σε εκείνη την καφετέρια. Τι θα βάζαμε τον τελευταίο να πει στον υποστηρικτή του Αχιλλέα Μπέου; Ξέρουμε ότι δεν συμφωνεί με τη φιλοσοφία του, ξέρουμε ότι δεν τρέφει καμία εκτίμηση στο πρόσωπό του.

Προσωπικά, θα ήθελα κάτι έξυπνο, ένα ευφυολόγημα ίσως, μια παροιμία, ένα μειδίαμα έστω, χωρίς λόγια. Η σιωπή πολλές φορές είναι απάντηση από μόνη της, και μάλιστα δυνατή, όταν δεν συμπαθείς ένα πρόσωπο.

Σίγουρα, δεν θα ήθελα ο μικρός αυτός διάλογος να τελειώσει όπως τέλειωσε, με τη φράση: «Χέστηκα, τον έχω χεσμένο τελείως. Πιο χεσμένο δεν μπορούσα να τον έχω», ειπωμένη από το στόμα ενός ανθρώπου που είναι ο πρόεδρος του κόμματος της προοδευτικής Αριστεράς και ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Αν καθόμασταν και πίναμε καφέ με τους φίλους μας, όπως η παρέα στο Βόλο, θα μπορούσαμε να λέμε ό, τι θέλουμε. Αλλά εδώ μιλάμε για μια συνθήκη με ορθάνοικτες κάμερες και μικρόφωνα, μιλάμε για μια επικοινωνία που καταγράφεται επί τούτου και η οποία ξέρουμε ότι θα αναπαραχθεί σαν το μικρόβιο σε κλειστό δωμάτιο. Ξέρουμε ότι όσα ειπωθούν είναι δημόσιος λόγος, τον οποίο θέλουμε να είναι δημόσιος, μιλάμε συνειδητά για να μας ακούσουν οι πολίτες.

Τι δημόσιο λόγο θέλουμε, λοιπόν;

Ιδού η απορία ενός ανθρώπου που άκουσε αυτή τη συνομιλία. Και ένιωσε κάπως αμήχανα, όχι γιατί είναι σεμνότυφος και δεν χρησιμοποιεί τη λέξη «χέστηκα» ποτέ. Αλλά γιατί θα ήθελε ο δημόσιος λόγος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να είναι ανώτερος από αυτόν που χρησιμοποιούμε στην παρέα. Επίσης, θα ήθελε η προοδευτική Αριστερά να μην εξισώνεται με επίπεδα έκφρασης κατώτερων ενστίκτων. Όπως αυτά που υιοθετεί ο δήμαρχος του Βόλου στον δημόσιο λόγο του, χωρίς να αισθάνεται καμία ντροπή, προσβάλλοντας κατ’ επανάληψη ανθρώπους και προβάλλοντας μια αισθητική ύφους που ουκ ολίγες φορές έχει χαρακτηριστεί τραμπουκισμός.

Θέλεις, αλήθεια, να εκφράζεσαι όπως ο Αχιλλέας Μπέος;

Αν ναι, μάλλον έχεις συνηθίσει το τέρας και αρχίζεις να του μοιάζεις, όπως είχε πει ο Μάνος Χατζιδάκις. Και ασφαλώς, παίρνεις και την, ανάλογης αισθητικής, απάντηση: «Ενημερώθηκα για μια αηδιαστική δήλωση του Κασσελάκη, τόσο αηδιαστική όσο και ο ίδιος, που αναφερόμενος στο πρόσωπό μου είπε ότι “χέστηκε” και πως “με έχει χεσμένο”. Καμία έκπληξη. Δεδομένης της ιδιαιτερότητας του φυσικό είναι να χεστεί», ανέφερε ο δήμαρχος του Βόλου με τη σειρά του.

Μια σκυταλοδρομία ευτελών εκφράσεων από δύο πρόσωπα με θεσμικούς ρόλους στην κοινωνία. Από τον ένα, βέβαια, το περιμέναμε. Το συνηθίζει και μάλιστα κομπάζει ότι έτσι είναι, αυτό είναι το στυλ του. Από τον άλλο, όμως, περιμέναμε κάτι καλύτερο από το να κάνει καθρεφτάκι αυτό το στυλ.

ΥΓ. Και κάτι τελευταίο. Το να δηλώνεις ότι «χέστηκες» για ένα δήμαρχο τον οποίο δεν εκτιμάς είναι λάθος. Αντιθέτως, θα έπρεπε να σε ενδιαφέρει το ότι…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΣ ΟΡΘΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η χοντρή στον «Αδωνι» είναι Ιστορία

 

Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Η υπόθεση γνωστή.
 

Η Αλκηστις Πρωτοψάλτη, σε μια εμφάνισή της στο θέατρο Παλλάς μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα τραγούδησε τον «Αδωνι» αφαιρώντας τη λέξη «χοντρή» από τους στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. 

Ηταν μια συνειδητή απόφαση εκ μέρους της, με την οποία ήθελε να καταδικάσει το body shaming. Ο Σταμάτης Κραουνάκης, συνθέτης του τραγουδιού, μετά τον ντόρο που προκάλεσε η απόφαση της τραγουδίστριας, πήρε θέση υποστηρίζοντας ότι κάθε ερμηνευτής έχει δικαίωμα να πειράζει οτιδήποτε σε μια ζωντανή μετάδοση των τραγουδιών, και ότι για να το κάνει η Πρωτοψάλτη, προφανώς θεωρεί ότι κάτι φταίει. Ανέφερε, επίσης, ότι η χοντρή νευρική του τραγουδιού είναι υπαρκτό πρόσωπο, ότι το τραγούδι αυτό είναι σαράντα χρόνων και είναι αθώο. 

Είναι λυπηρό να αναγκάζονται οι καλλιτέχνες να δικαιολογούν το έργο τους. Ειδικά όταν μιλάμε για κάτι που δημιουργήθηκε σε μια άλλη εποχή, σε μια άλλη συνθήκη, με πολύ διαφορετικά δεδομένα από αυτά που συγκροτούν τη δική μας πραγματικότητα.  

Και είναι κάπως αμήχανο, ένας καλλιτέχνης με του οποίου τη φωνή ντύθηκαν οι συγκεκριμένοι στίχοι και τραγουδήθηκαν από τόσο κόσμο, να τους αλλάζει. 

Οι προθέσεις είναι καλές, ασφαλώς, κανείς δεν μπορεί να πει στην Αλκηστη Πρωτοψάλτη ότι κάνει λάθος που θεωρεί τη λέξη «χοντρή» έναν άχαρο χαρακτηρισμό προς ανθρώπους που είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι. Οχι γιατί η λέξη αυτή καθεαυτή είναι κακή. Κανένα λεξικό δεν γράφει από δίπλα ότι πρόκειται για βρισιά ή προσβολή. Οι λέξεις, όμως, κουβαλούν και τα στερεότυπα της νοοτροπίας εκείνων που τις χρησιμοποιούν. Και εμείς τη χρησιμοποιούμε για να προσβάλλουμε, είναι ένα επίθετο που πληγώνει. 

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια παγκόσμια συζήτηση γύρω από την τάση να παρεμβαίνουμε σε παλαιότερα έργα τέχνης προκειμένου να αφαιρέσουμε από αυτά κάθε τι που στην εποχή μας φαίνεται υποτιμητικό, προσβλητικό και ενοχλητικά αναχρονιστικό. 

Διορθώνουμε, όμως, κάτι επί της ουσίας ή μήπως το μόνο που καταφέρνουν τέτοιου είδους παρεμβάσεις είναι να δημιουργούν μια επιφανειακή αντίδραση και έναν εντυπωσιασμό; 

 Εχω την αίσθηση ότι τελικά συμβαίνει το δεύτερο. Σαφώς και ξέρουμε πια ότι το να πεις κάποιον χοντρό είναι άσχημο. Οταν, όμως, ο Πάνος Τζαβέλλας τραγουδούσε «Πατάω ένα κουμπί και βγαίνει μια χοντρή», είχε στο μυαλό του μια ευτραφή κυρία του Ερυθρού Σταυρού που μοίραζε φαγητό στα λιπόσαρκα παιδάκια της Κατοχής. Οταν η ομάδα της ελληνικής ταινίας «Τον Αράπη κι αν τον Πλένεις» έβαφε το πρόσωπο του Κώστα Βουτσά μαύρο, δεν καταλάβαινε ότι έκανε την αμφιλεγόμενη πρακτική του «blackface», με την οποία παριστάνεται ένα μαύρο άτομο σαν καρικατούρα. Και όταν ο Γιώργος Ζαμπέτας έγραφε τον «Αράπη τον ταμ ταμ ταμ», επίσης δεν καταλάβαινε την αρνητική χροιά της λέξης «αράπης». Αν ζούσε τώρα, ο Ζαμπέτας δεν θα χρησιμοποιούσε αυτή τη λέξη, όπως και η Λίνα Νικολακοπούλου πιθανότατα δεν θα χρησιμοποιούσε τώρα τη λέξη «χοντρός» στους στίχους της. 

Την Τέχνη πρέπει να την εξετάζουμε χωροχρονικά. Βεβαίως, μπορούμε να σχολιάσουμε πόσο λάθος ήταν κάποιες νόρμες τις οποίες βλέπουμε σε τραγούδια, ταινίες, θεάματα και αναγνώσματα του παρελθόντος. Αλλά αν αρχίσουμε να βάζουμε χέρι σε όσα μας ενοχλούν, θα έπρεπε να αλλάξουμε τη μισή καλλιτεχνική κληρονομιά της ανθρωπότητας. 

Το ζητούμενο είναι εμείς να προχωράμε μπροστά και να έχουμε την παιδεία να φιλτράρουμε το περασμένο, βλέποντάς το σε συνάρτηση με την εποχή όπου γεννήθηκε. Και να το απολαμβάνουμε χωρίς τύψεις, επειδή ακριβώς αντιλαμβανόμαστε τις διαφορές.  

Δεν έχει κανένα νόημα να το αλλάξουμε ή να το παραλλάξουμε εν είδει καταγγελίας για τα στερεότυπα του τότε.  

Αυτό μάλλον δείχνει...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟ-ΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τηλεοπτική ψυχαγωγία του θυμού

 


Tης ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Αν αποσυνθέσεις τις τηλεοπτικές ψυχαγωγικές εκπομπές, θα σου μείνουν μια συνέντευξη, μια τοποθέτηση προϊόντος και ένας καβγάς. Για την ακρίβεια, πολλοί καβγάδες. 

Παλιότερα, ήταν οι ενημερωτικές εκπομπές που είχαν αυτό το συνήθειο. Ηξερες, για παράδειγμα, ότι αν βάλεις πρωινή ενημέρωση, είναι πολύ πιθανό να πέσεις πάνω σε δύο εκπροσώπους αντίθετων κομμάτων και ιδεολογιών που έχουν την ενέργεια, πρωί-πρωί και με την τσίμπλα στο μάτι, να τσακώνονται στο αέρα. Να φωνάζουν, να προσβάλλουν ο ένας τον άλλο, να κοκκινίζουν από νεύρα, να σηκώνονται και να αποχωρούν από τα πλατό. 

Τώρα, το συνήθειο έχει μεταφερθεί στην ψυχαγωγία. Το ζάπινγκ μπορεί να σε φέρει μπροστά σε έναν Ανδρέα Μικρούτσικο, ο οποίος ωρύεται για έναν τράπερ που συμμετέχει σε ριάλιτι σόου, επειδή ο τελευταίος είπε κάτι που τον ενόχλησε, ή μπορεί να δεις μια παρουσιάστρια ψυχαγωγικού μαγκαζίνο να επιτίθεται σε μια άλλη παρουσιάστρια, της οποίας τα λεγόμενα την προσέβαλαν.  

«Κόψτε μόνο Σκορδά. Δεν πειράζει. Πρόμο τους κάνουμε, 5% κάνει, θα την ανεβάσουμε λίγο σήμερα», είπε έξαλλη η Κατερίνα Καινούργιου, γιατί η Φαίη Σκορδά υποστήριξε ότι η θεματολογία της εν λόγω εκπομπής του Alpha στηρίζεται στις τηλεοπτικές διαμάχες για να κάνει νούμερα. Και επειδή η αυτοαναφορικότητα των ψυχαγωγικών εκπομπών έχει ανέβει πίστες, οι καβγάδες που ξεκινούν σε κάποιες εκπομπές μεταξύ συμμετεχόντων στο πάνελ, ή μεταξύ πάνελ και παρουσιαστών, ή μεταξύ εκπομπών ή μεταξύ συνεργατών της εκπομπής και τραγουδιστών, ηθοποιών που κάνουν δηλώσεις κ.τ.λ. (οι συνδυασμοί πλέον ατελείωτοι), ανακυκλώνονται ασταμάτητα από τις υπόλοιπες εκπομπές. Ακόμα και από εκείνες που καμώνονται ότι δεν προσφεύγουν στην πρακτική του θεάματος της διαμάχης καθώς είναι ανώτερες. Αν πράγματι ήταν, δεν θα έπρεπε να ασχολούνται καθόλου. Το κάνουν, όμως. Βάζουν τη διαμάχη των άλλων να παίξει και μετά κρίνουν και κατακρίνουν, σχολιάζουν, κάνουν τους διαιτητές, «παίρνουν θέση» όπως λένε. Αποδεικνύοντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι οι τηλεοπτικοί τσακωμοί, ο θυμός εν γένει, είναι ένα προϊόν που πουλάει και θέλουν όλοι να το εκμεταλλευτούν. Και όσοι τον παράγουν και όσοι τον αναπαράγουν. 

Τα τελευταία χρόνια, είναι προφανές ότι τα ψυχαγωγικά μαγκαζίνο ψάχνουν τον εαυτό τους. Προσπαθούν να υπάρξουν μέσα σε ένα δυστοπικό πλαίσιο επικαιρότητας, απέναντι σε έναν τηλεθεατή που δεν περνάει καθόλου καλά την καθημερινότητά του. Κι ενώ αναζητά να ελαφρύνει τη σκέψη του με κάτι χαλαρό όταν ανοίγει τη μικρή οθόνη, δεν υποφέρει πια το χαζοχαρούμενο και το πολυφορεμένο.  

Η ψυχαγωγία του πρωινάδικου και μεσημεριανού έβαλε στη σκαλέτα της βαριά θέματα που άλλοτε ούτε αναφορά δεν θα έκανε σε αυτά. Προσπάθησε να αναλύσει την πολιτική και οικονομική επικαιρότητα, μίλησε για εγκλήματα, έδειξε πολέμους. Βούτηξε το ψυχαγωγικό σκαρί της στη μαύρη μπογιά του πόνου και της δυστυχίας για να ταιριάξει με τους καιρούς.  

Τώρα βρήκε ένα νέο μοτίβο θεματολογίας που προκύπτει από την ίδια και μεταφέρεται από το πλατό της μιας εκπομπής στο άλλο: «Θα σου πω, θα μου πεις, θα εκνευριστώ, θα εκνευριστείς, θα μας πούνε, θα τους πούμε, θα σχολιάσουν, θα απαντήσουμε». Εύκολο, ανέξοδο, γρήγορο. Γεμίζει τη σκαλέτα. Γιατί πόση δυστυχία να δείξεις και πόσες ακόμα συνεντεύξεις να αναπαράγεις διάσημων προσώπων, που λένε τα ίδια και τα ίδια σε μια σουρεαλιστική περιστροφή από κανάλι σε κανάλι; 

 Οι τσακωμοί που γίνονται σίριαλ είναι μια ακόμα απεγνωσμένη προσπάθεια της ψυχαγωγικής τηλεόρασης να προσδιορίσει τον εαυτό της, σε σχέση με...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οποια πέτρα κι αν σηκώσεις, ένας υποψήφιος

 

Της Λίλας Σταμπούλογλου

 Τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους. Στις αυτοδιοικητικές εκλογές της 8ης Οκτωβρίου κατεβαίνουν 1.222 δημοτικοί συνδυασμοί και 78 περιφερειακοί. Οι υποψήφιοι ανέρχονται συνολικά σε 151.766. Μεταξύ αυτών, 63.906 είναι οι υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι, 80.465 είναι οι υποψήφιοι στις δημοτικές κοινότητες και 7.395 είναι υποψήφιοι περιφερειακοί σύμβουλοι. Μπορεί να βρεις στα ψηφοδέλτια και δεκαοχτάρη, μπορεί και υπέργηρο, 102 ετών. Περίπου το 2% των Ελλήνων θα διεκδικήσει την ψήφο μας την Κυριακή. 

Πέντε εκατομμύρια ευρώ καταβλήθηκαν συνολικά για τα παράβολα που πληρώθηκαν και η καρδιά κάθε δήμου και περιφέρειας χτυπάει στον ρυθμό των απανταχού υποψηφίων. 

Σε κάθε μαγαζί που θα μπεις, από το ψιλικατζίδικο μέχρι το κομμωτήριο και το βιβλιοπωλείο, βλέπεις στοίβες τις κάρτες τους αραδιασμένες στον πάγκο. Θα σε πλησιάσουν να σου πιάσουν κουβέντα στο συνοικιακό καφέ. Να σε ενημερώσουν ότι θα κατεβούν υποψήφιοι και με ποιον. Επικοινωνιακοί σίφουνες γεμάτοι οράματα και υποσχέσεις, με θεαματικά πλάνα τετραετίας, τα οποία τους ακούς να αναλύουν κοιτώντας με συγκατάβαση. Δεν λέω για φίλους και γνωστούς υποψήφιους, με τους οποίους έτσι κι αλλιώς έχεις μια σχέση και θα σου μιλήσουν και για την υποψηφιότητά τους. Μιλάω για τους αγνώστους και σχεδόν γνωστούς σου, πρόσωπα που κάτι σου θυμίζουν, κάπου τα βλέπεις στη γειτονιά, αλλά δεν λέτε και πολλά ή δεν λέτε τίποτα. Τώρα θα θυμηθούν ότι υπάρχεις. Θα σε χαιρετήσουν. Θα σε πάρουν τηλέφωνο. Θα τους δεις να έρχονται καταπάνω σου χαμογελαστοί και φιλικοί, σαν να τα λέγατε από πάντα. 

«Παλιός συμμαθητής, γείτονας. Δεν μου έλεγε ούτε “καλημέρα”, αλλά τώρα που κατεβαίνει με τον τάδε κοντοστέκεται στον δρόμο όταν με βλέπει, ρωτάει “τι κάνει η οικογένεια;”, μου πρότεινε να πάμε και για καφέ» ωρυόταν ένας φίλος τις προάλλες. Εξαλλος. Τον καταλαβαίνω. Αχαρο πράγμα να σε θυμούνται όταν τους συμφέρει. Και είναι τόσο προφανές ότι έτσι γίνεται, που απορείς πού βρίσκουν το θράσος μερικοί να το κάνουν. 

Τα αστεία για τους υποψηφίους πάνε κι έρχονται στις παρέες της ζωής και του διαδικτύου. Η αλήθεια είναι ότι βλέπεις πολλά διαμαντάκια να ζητούν την ψήφο σου. Και οι προεκλογικές καμπάνιες αρκετών είναι για γέλια και για κλάματα. Ασφαλώς και θα κάνεις πλάκα με όλη αυτή την ασυναρτησία που σε καλεί να την ψηφίσεις. Και αναζητάς ανάμεσά της εκείνους που, όντως, κάτι μπορούν να προσφέρουν. Δύσκολο έργο όταν έχεις απέναντί σου τόσο πολλές επιλογές. 

Σε κάθε αυτοδιοικητικές εκλογές το έργο επαναλαμβάνεται. Εμφανίζονται οι Μεσσίες της τοπικής κοινωνίας ζητώντας να τους σταυρώσεις στο ψηφοδέλτιο για τη σωτηρία σου.  

Κάποιοι το αξίζουν. Αγαπούν τον τόπο τους, θέλουν να φτιάξουν πράγματα στον δήμο τους, έχουν τις καλύτερες των προθέσεων. Βλέπεις στα μάτια τους τη θέληση και την ειλικρίνεια. Το τι θα κάνουν μετά, βέβαια, αν εκλεγούν και μπουν στις τοπικές αίθουσες των θρόνων, είναι άλλη ιστορία. Εκεί οι προθέσεις θα μετρηθούν με την πραγματικότητα και πολύ πιθανόν να τους ποδοπατήσει.  

Σε κάποιους, όμως, βλέπεις μόνο δύο λέξεις να διαγράφονται στο μέτωπό τους: συμφέρον και φιλοδοξία. Σε αρκετούς άλλους βλέπεις μια απελπισία. Αισθάνεσαι ότι είπαν: δεν βαριέσαι, ας κατεβώ. Μπας και πάει καλύτερα η δουλειά, μπας και κάνω καμια γνωριμία, μπας και βγω από τη μιζέρια μου. Δεν το κάνουν για τον τόπο τους, το κάνουν για τον εαυτό τους. 

Για να επανέλθουμε στους αριθμούς, η Βόρεια Ελλάδα έχει μεγάλη προεκλογική δραστηριότητα. Ο Δήμος Θεσσαλονίκης αριθμεί τους περισσότερους συνδυασμούς, με την Κεντρική Μακεδονία να έρχεται δεύτερη. Οι άνδρες και σε αυτές τις εκλογές έχουν μεγαλύτερη συμμετοχή, με 59,07% έναντι 40,93% των γυναικών. Και καθώς ο νέος νόμος έφερε μεγαλύτερο αριθμό υποψηφίων φέτος, στα εκλογικά κέντρα οι ψηφοφόροι θα μπουν πίσω από τα παραβάν με ψηφοδέλτια-παπύρους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Δήμου Ηρακλείου, όπου το ψηφοδέλτιο φθάνει τα 98 εκατοστά.  

Είναι πολλά τα ονόματα, δόλιε ψηφοφόρε. Ας ελπίσουμε να βρεις ανάμεσά τους τούς άξιους. Εκείνους που θα συνεχίσουν να σου λένε «καλημέρες» και μετά την Κυριακή. 

Γιατί είναι σίγουρο ότι...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΟ-ΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η εκλογική ήττα της «διασημότητας»


 Της ΛΙΛΑΣ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΓΛΟΥ

Διάσημος. Αχαρη λέξη. 

Σελέμπριτι. Ακόμα πιο άχαρη, αυτή κι αν είναι ενοχλητικά κενή περιεχομένου ουσίας. 

Και όμως, αν την έχεις μπροστά από το όνομα σου ως συνοδευτικό, σου ανοίγει πόρτες που ένας άσημος δεν μπορεί εύκολα να διαβεί. Δηλαδή μπορεί, αλλά πρέπει να καταβάλει προσπάθεια. Να αποδείξει αυτό που εσύ, ο διάσημος, δεν χρειάζεται τις περισσότερες φορές να αποδείξεις. Το φιλοθέαμον κοινό σε βλέπει και λιώνει, βγάζει την καρδιά του στο πιάτο και σου την προσφέρει. 

Κράχτης. Αλλη μια άχαρη λέξη. Οι διάσημοι ως κράχτες. Τους μετράς στα ψηφοδέλτια, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Διάσημοι από τον χώρο του θεάματος, του αθλητισμού, των πάνελ, της σκηνής, της πίστας. Ονόματα που φωσφορίζουν με νέον ανάμεσα στα υπόλοιπα. Είναι βέβαιο ότι κάποιοι ψηφοφόροι δεν ξέρουν άλλον υποψήφιο στα ψηφοδέλτια, εκτός από τον διάσημο. Τον τάδε που παίζει στο πετυχημένο σίριαλ, τον δείνα που τραγουδάει το αγαπημένο σουξέ, τον άλλο που αποθεώνεται στα γήπεδα. Το είδωλο, το ίνδαλμα, την αφίσα στο παιδικό δωμάτιο, το αυτόγραφο μέσα στο συρτάρι, τη σέλφι στο κινητό που τη δείχνεις με καμάρι στην παρέα.  

Ξέρει από πολιτική; 

Μπορεί να προσφέρει στα κοινά, αν εκλεγεί; 

 Το ερώτημα δεν ισχύει μόνο για τον διάσημο που αποφασίζει να πολιτευτεί και να διεκδικήσει την ψήφο του λαού. Μπορεί να είναι ικανός και να το αξίζει, όπως αντίστροφα, μπορεί να είναι ανίκανος ο άλλος που δεν κάνει τίποτα άλλο στη ζωή του από το να πολιτεύεται.  

Ας είμαστε όμως ειλικρινείς, οι περισσότεροι διάσημοι που βλέπουμε να έρχονται μπροστά μας ξαφνικά με την ιδιότητα του πολιτευτή, δεν θα εκπληρώσουν τις προσδοκίες. Απλώς θα πάρουν την ψήφο γιατί τους ξέρουμε. Και αρκετά συχνά, θα πάρουν και δική τους έδρα στη Βουλή. Την οποία μετά δεν θα ξέρουν τι να την κάνουν, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. 

Η επομένη των εκλογών της 21ης Μαΐου έβγαλε και τις λίστες των διάσημων υποψηφίων που δεν τα κατάφεραν. Δεν θα αναφερθώ σε κείνους που κατέβηκαν με κόμματα που δεν μπήκαν στη Βουλή, θα αναφερθώ στους άλλους. Ο πρώην ποδοσφαιριστής και πρωταθλητής Ευρώπης, Γιούρκας Σεϊταρίδης, ο ηθοποιός Σταύρος Νικολαΐδης, ο στιχουργός και ραδιοφωνικός παραγωγός Ποσειδώνας Γιαννόπουλος, όλοι τους υποψήφιοι με τη Νέα Δημοκρατία, έμειναν εκτός. Ακόμα και η Νόνη Δούνια, υποψήφια επίσης με τη Νέα Δημοκρατία, δεν κατάφερε να επανεκλεγεί. Ο ηθοποιός Μάριος Αθανασίου και η σεναριογράφος Αννα Χατζησοφιά, υποψήφιοι με τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτός. Εκτός και ο Μιθριδάτης των «Ημισκουμπρίων», ο οποίος ήταν υποψήφιος με τον ΣΥΡΙΖΑ στον Νότιο Τομέα Αθηνών. Ο μουσικός παραγωγός dj Rico, Βαγγέλης Σερίφης, όπως και οι ηθοποιοί Ελένη Γερασιμίδου, Παύλος Ορκόπουλος και Λίλα Καφαντάρη, υποψήφιοι με το ΚΚΕ, επίσης εκτός.  

Τι έπαθε το φιλοθέαμον κοινό σε αυτές τις εκλογές;  

Δεν θυμάμαι να έχει αφήσει άλλη φορά τόσα διάσημα ονόματα εκτός.  

Μήπως δεν είναι αρκετά διάσημοι; Μήπως δεν είναι αρκετά πρωταγωνιστές; 

Εως τώρα ήταν κάτι σαν παράδοση να μπερδεύουμε τον θαυμασμό που νιώθουμε για το ταλέντο με την προσδοκία της πολιτικής σωτηρίας. Μήπως αυτό έχει πια αλλάξει; 

Λέτε ο ψηφοφόρος – κοινό να έχει απεξαρτηθεί από τον εύκολο εντυπωσιασμό και την κίβδηλη φαντασμαγορία του ματαιόδοξου της διασημότητας και να προσπαθεί να κρίνει την ικανότητα, τη συγκρότηση, την ανιδιοτέλεια της διάσημης περσόνας που θα τον εκπροσωπήσει και θα εργαστεί για τη σωτηρία τη δική του και της πατρίδας;  

Μπορεί, βέβαια, και...