"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΑΚΥΡΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ποιος πιστεύει τους συνδικαλιστές;

Γράφει ο Σταύρος Τσακυράκης
Αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών.

«Οι άνθρωποι και οι ανάγκες τους πάνω από τις αγορές και τα κέρδη». Αυτό ήταν το κεντρικό σύνθημα της ΓΣΕΕ μόλις ξέσπασε η κρίση. Μόλις δηλαδή στέρεψαν τα δανεικά από τις αγορές και αποκαλύφθηκαν τεράστια ελλείμματα, η ΓΣΕΕ ξεσπάθωσε εναντίον των αγορών και των κερδών. 

Πάλι καλά που δεν πρότεινε ως λύση το μαρξιστικό ιδεώδες: κυνήγι το πρωί, ψάρεμα το απόγευμα, βοσκή την εσπέρα, κριτική το βράδυ. «Ας μην υπερβάλλουμε», θα αντιτείνει κανείς, «μια κουβέντα είπαν οι άνθρωποι για να εκφράσουν τη δοκιμασία των εργαζομένων, δεν πρότειναν να μιμηθούμε τον Κάστρο ή τον υιό Κιμ ιλ Σουγκ».

Το πρόβλημα με τους συνδικαλιστές στη χώρα μας είναι ακριβώς αυτό: λένε κουβέντες που όχι μόνον κανείς δεν πιστεύει, αλλά που στην πραγματικότητα ουδείς καλείται και να τις πάρει στα σοβαρά. Δεν είναι μόνον π.χ. ότι ουδείς πιστεύει ότι οι συνδικαλιστές στις συγκοινωνίες κόπτονται για το φθηνό εισιτήριο και όχι για την τσέπη τους. Οτι οι γιατροί καταλαμβάνουν το υπουργείο για την καλύτερη εξυπηρέτηση των ασθενών και όχι για τις απολαβές τους. Οτι οι δικαστές κατεβαίνουν σε στάση εργασίας γιατί υποβαθμίζεται η Δικαιοσύνη και όχι επειδή περικόπτεται το επίδομα ταχείας διεκπεραίωσης των υποθέσεων. Οτι η ΓΕΝΟΠ/ ΔΕΗ απειλεί να κλείσει τους διακόπτες για να έχουμε φθηνό ρεύμα και όχι επειδή θέλει να διατηρήσει τα προνόμιά της. Ουδείς καν αναρωτιέται αν εννοούν τις δικαιολογίες που προβάλλουν όταν διεκδικούν χρήματα. Ολοι γνωρίζουν ότι τα πιο ιδιοτελή συντεχνιακά συμφέροντα εκφράζονται στην Ελλάδα με μεγαλοστομίες για το κοινό καλό.

Προσωπικά πιστεύω ότι δεν είναι κακό πράγμα οι συνδικαλιστές να αγωνίζονται για τα συντεχνιακά συμφέροντα των σωματείων τους. Αυτή είναι η δουλειά τους και στον αγώνα αυτόν βρίσκεται η θεσμική τους αξία σε μια φιλελεύθερη κοινωνία. Οι δικοί μας όμως συνδικαλιστές όχι μόνον δεν μπαίνουν στον κόπο να εξηγήσουν για ποιο λόγο τα συμφέροντα του κλάδου τους έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων συμφερόντων, αλλά απροσχημάτιστα τα κρύβουν πίσω από μεγαλοστομίες για το κοινό καλό.

Ο συνδικαλιστικός λόγος στη χώρα μας συμβάλλει στην αδυναμία της κοινωνίας να ξεχωρίσει τις άδικες συντεχνιακές διεκδικήσεις από τις προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν. Η κοινή γνώμη βομβαρδίζεται από διάφορες μαγικές λύσεις που καλλιεργούν την ψευδαίσθηση ότι οι διάφορες παροχές είναι θέμα βούλησης. Στην πραγματικότητα όμως είναι πάνω από βέβαιο ότι για πολλά-πολλά χρόνια, με μνημόνιο ή χωρίς μνημόνιο, με αναδιάρθρωση του χρέους ή χωρίς αναδιάρθρωση, με την παρούσα κυβέρνηση ή με κάποια άλλη, οι παροχές του Δημοσίου θα συρρικνωθούν. Ελλείψει δανεικών οι περικοπές στις λειτουργικές δαπάνες, οι περικοπές σε μισθούς, οι περικοπές παντού είναι αναγκαστικές. Το ερώτημα δεν είναι αν στα χρόνια που έρχονται θα πέσει ή όχι το βιοτικό επίπεδο όλων μας. Το ερώτημα είναι αν αυτό θα συντριβεί ή όχι. Οι συνδικαλιστές μας δίνουν την εντύπωση ότι δεν καταλαβαίνουν την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε και σε αυτό μοιάζουν με εκείνους τους υπουργούς που υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να κόψουν παραπάνω τις δαπάνες. Εξακολουθούν να μιλούν τη γλώσσα περασμένων δεκαετιών και θαρρούν ότι όχι βεβαίως το καταραμένο χέρι των αγορών, αλλά κάποιο άλλο, αόρατο χέρι εξ ουρανού, θα προσφέρει παροχές ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός.

Οι οριζόντιες διεκδικήσεις οδηγούν με βεβαιότητα στην κάθετη εκθεμελίωση. Οι σημερινοί συνδικαλιστές είναι τόσο προσκολλημένοι στα εφήμερα προνόμιά τους που είναι πέρα για πέρα ουτοπικό να ελπίζει κανείς ότι μπορεί να αλλάξουν νοοτροπία, να αντιληφθούν ότι ο μόνος τρόπος για να υπερασπιστούν τους οικονομικά ασθενέστερους εργαζομένους και τους νέους είναι η μείωση αποδοχών των υψηλόμισθων και των μεγαλυτέρων

Πάρτε για παράδειγμα τη ΓΕΝΟΠ/ ΔΕΗ. Μόλις αποκαλύφθηκε ότι επιδοτούνταν με τα χρήματα των ελλήνων φορολογουμένων (για να αγωνίζεται για φθηνό ρεύμα εννοείται, το οποίο χάρις σε αυτόν τον αγώνα αυξήθηκε μόνο 17 φορές τα τελευταία τρία χρόνια) ανακάλυψε ότι οι εργαζόμενοι έχουν να παίρνουν 12 δισ. ευρώ από το Δημόσιο και σκέφτεται να τα διεκδικήσει δικαστικά. Οποιος περιμένει από αυτούς τους ανθρώπους να δώσουν κάποια μάχη για κοινωνική αλληλεγγύη, για υπεράσπιση των οικονομικά ασθενέστερων ή για ενίσχυση των νέων, είναι βαθιά νυχτωμένος.

Μνημόνιο για τη Δικαιοσύνη

Γράφει ο Σταύρος Τσακυράκης
Αναπληρωτής καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Το σύστημα απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα είναι υπό κατάρρευση. Τα δικαστήρια έχουν πνιγεί από εκκρεμείς υποθέσεις και βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία διεκπεραίωσής τους. Το χειρότερο είναι ότι ο αριθμός αυξάνεται καθημερινά, με αποτέλεσμα σε λίγο ο χρόνος εκδίκασης των υποθέσεων στην Ελλάδα να συναγωνίζεται τον προσδόκιμο χρόνο ζωής των διαδίκων. 
Νομίζετε ότι υπερβάλλω; Τα στοιχεία από τα Διοικητικά Δικαστήρια της Αθήνας είναι τρομακτικά. Οι εκκρεμείς υποθέσεις στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ξεπερνούν τις 149.000, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών τις 11.000 και στο Συμβούλιο της Επικρατείας τις 31.000. Καθένα από τα παραπάνω δικαστήρια διεκπεραιώνει κατ΄ έτος λιγότερες υποθέσεις από αυτές που εισάγονται, με αποτέλεσμα κάθε χρόνο να αυξάνονται οι εκκρεμείς υποθέσεις και ο απαιτούμενος χρόνος εκδίκασης. Σήμερα μία διοικητική διαφορά χρειάζεται πάνω από 17 χρόνια για να εκδικασθεί από όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Του χρόνου θα χρειάζεται 20, σε πέντε χρόνια 30.

Δεν πρόκειται απλώς για συστηματική παραβίαση του εύλογου χρόνου που θέτει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την εκδίκαση των υποθέσεων, αλλά για αρνησιδικία ευρύτατης κλίμακας. Τα ελληνικά δικαστήρια κινδυνεύουν να παύσουν να αποτελούν τον θεσμό επίλυσης των διαφορών της κοινωνίας μας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Η κοινή γνώμη δεν έχει αντιληφθεί το μέγεθος του προβλήματος. Πληροφορείται ότι οι δικαστές αντιδρούν σε κάθε πραγματική ή εικαζόμενη απόπειρα υποβάθμισης του ρόλου τους (όπως για παράδειγμα ο χαρακτηρισμός τους στην απογραφή ως απλών δημοσίων υπαλλήλων και όχι ως δημοσίων λειτουργών), σε κάθε μισθολογική περικοπή ή στην υπαγωγή τους στο ενιαίο ταμείο μισθωτών, αλλά δεν ακούει λέξη για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.δεν ακούει λέξη για μεταρρυθμίσεις που να περιορίζουν την αρνησιδικία. Αντίθετα κάθε μείωση της δικηγορικής ύλης απορρίπτεται ασυζητητί. Το ίδιο και η ιδέα επιμήκυνσης του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων ή αύξησης των δικαστικών εξόδων. Πληροφορείται ότι οι δικηγόροι απεργούν για την επιβολή ΦΠΑ, συμβάλλοντας έτσι στην περαιτέρω διαιώνιση των εκκρεμών υποθέσεων, αλλά

Το μόνο που ακούγεται, είναι μεγαλοστομίες για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης ή τη σημασία της δικαστικής προστασίας. Ισχύει δηλαδή και στον χώρο της Δικαιοσύνης ό,τι συμβαίνει σε πολλούς τομείς του Δημοσίου. Η χρεοκοπία καλύπτεται με τη ρητορεία περί δημόσιων αγαθών, η οποία με τη σειρά της επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει την άρνηση κάθε αλλαγής. Ενώ όμως σε άλλους τομείς του Δημοσίου το μνημόνιο μας υποχρέωσε (εκόντες άκοντες) να επανεξετάσουμε τι πραγματικά σημαίνει δημόσιο αγαθό (οι δημόσιες συγκοινωνίες, ο ΟΣΕ, π.χ., με τα τεράστια ελλείμματα, είναι αγαθό ή άγος), στον χώρο της Δικαιοσύνης δεν υπάρχει κάποιος διεθνής οργανισμός που να μας επιβάλλει τα αναγκαία μέτρα. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου αργά ή γρήγορα θα αναγνωρίσει το συστημικό πρόβλημα που έχουμε και θα επιβάλει κυρώσεις για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, δεν έχει όμως την αρμοδιότητα να υπαγορεύσει τις συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε.

Στο σημείο που φτάσαμε δεν αρκούν κάποιες διορθωτικές παρεμβάσεις,αλλά χρειάζεται μια πραγματική επανάσταση η οποία θα επιφέρει νέο σχεδιασμό στο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης και θα επανεξετάσει τα πάντα: τις αρμοδιότητες κάθε δικαστηρίου, τη στελέχωσή του, την αποδοτικότητα κάθε δικαστή, την επιμήκυνση του χρόνου λειτουργίας των δικαστηρίων, την απλοποίηση της εκδίκασης των υποθέσεων (με την κατάργηση, π.χ., της ακροαματικής διαδικασίας σε πολλές υποθέσεις ή με τον ορισμό χρονικών ορίων στην ακροαματική διαδικασία), την αναθεώρηση του κόστους άσκησης των ένδικων βοηθημάτων, την υποχρέωση του ηττημένου διαδίκου να πληρώνει τα πραγματικά έξοδα της δίκης, τον περιορισμό του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ να προσφεύγουν στα δικαστήρια, την απαγόρευση αλόγιστης άσκησης ενδίκων μέσων από το Δημόσιο, την υποχρέωση της διοίκησης να εφαρμόζει τις αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων και άλλα πολλά.

Με δεδομένη όμως τη νοοτροπία που επικρατεί, ακόμη κι αν υπάρξει η πολιτική βούληση, πολύ φοβάμαι ότι δικαστές και δικηγόροι δεν πρόκειται όχι να προωθήσουν, αλλά ούτε καν να αποδεχθούν κάποια αλλαγή. Αν δεν μας προκύψει κάποιο μνημόνιο για τη Δικαιοσύνη που να μας υπαγορεύσει άμεσα τις μεταρρυθμίσεις που χρειαζόμαστε, δεν μπορώ να δω με ποιο τρόπο θα αποφύγουμε την πλήρη κατάρρευση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στη χώρα μας

Παράνομη, ανήθικη, αδιάντροπη η άρνηση άρσης της βουλευτικής ασυλίας


ΑΡΘΡΟ  Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Του ΣΤΑΥΡΟΥ ΤΣΑΚΥΡΑΚΗ
(Αν. Καθηγητη Νομικής)

Πριν από λίγες μέρες η νεοεκλεγείσα Βουλή των Ελλήνων κλήθηκε να αποφανθεί επί αιτήσεων της Εισαγγελίας για άρση της ασυλίας 7 βουλευτών. Για τον βουλευτή κ. Θ. Καράογλου ζητήθηκε η άδεια προκειμένου να προχωρήσει η δίωξη για παράνομη είσοδό του σε γήπεδο κατά τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικού αγώνα. Για τον βουλευτή κ. Αρ. Ντινόπουλο ζητήθηκε η άρση της ασυλίας του για αδικήματα που φέρεται να διέπραξε πριν ακόμη γίνει βουλευτής, όταν ήταν δήμαρχος Βριλησσίων. 193 βουλευτές επί 241 παρόντων ψήφισαν κατά της άρσης ασυλίας του πρώτου και 237 επί 241 κατά της άρσης ασυλίας του δεύτερου.


Φαντάζομαι να μην είναι κανείς τόσο αφελής ώστε να εξεπλάγη με την απόφαση της Βουλής των Ελλήνων. Είναι τόσο ριζωμένη η αντίληψη των βουλευτών ότι είναι υπεράνω των νόμων, ώστε όχι για κατηγορίες χουλιγκανισμού, αλλά ούτε για κατηγορίες κανιβαλισμού δεν πρόκειται να παραιτηθούν από την ασυλία τους.


Ο κ. Αρ. Ντινόπουλος μάλιστα ζήτησε να θεσμοθετηθεί ένα είδος ασυλίας και για την αυτοδιοίκηση, ώστε να μη σύρονται οι άνθρωποι στα δικαστήρια. Γιατί να μη θεσμοθετηθεί ασυλία και για τους προέδρους των αθλητικών συλλόγων ή για τους φίλους των βουλευτών ή τους συγγενείς τους ή για όποιον τέλος πάντων επιθυμούν;

Η άρνηση άρσης της ασυλίας βουλευτών για αδικήματα που δεν σχετίζονται με τα καθήκοντά τους είναι βεβαίως παράνομη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου με την απόφασή του Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας έχει καταδικάσει τη χώρα μας διότι αρνήθηκε να άρει την ασυλία του κ. Κ. Τασούλα για αδικήματα που φερόταν να έχει διαπράξει πριν γίνει βουλευτής, όταν ήταν δήμαρχος. Υπάρχει δηλαδή προηγούμενο που φαίνεται να είναι ακριβώς όμοιο με την περίπτωση του κ. Α. Ντινόπουλου και, αντί της αυτονόητης συμμόρφωσης, ακούγεται πρόταση επέκτασης της ασυλίας και στους δημάρχους. Δεν πρέπει να υπάρχει προηγούμενο δημοκρατίας στην ιστορία της ανθρωπότητας που το νομοθετικό σώμα να επιδεικνύει παρόμοια περιφρόνηση προς την ισονομία.

Υποθέτω ότι αποτελεί στοιχειώδη ηθική επιταγή να επιδιώκει κανείς να ξεκαθαρίσει το όνομά του από κατηγορίες για ποινικά αδικήματα. Εκτός λοιπόν από την περιφρόνηση της ισονομίας, επιδεικνύεται και αφάνταστη αδιαντροπιά με την κάλυψη πίσω από την ασυλία, η οποία φυσικά επιτείνει το κλίμα σήψης και διαφθοράς που επικρατεί σε όλη τη κοινωνία. Με ποιο ηθικό κύρος, αλήθεια, οι ίδιοι άνθρωποι, που αποφεύγουν να λογοδοτήσουν στη Δικαιοσύνη, θα ερευνήσουν τα μεγάλα σκάνδαλα; Αντί για εξεταστικές επιτροπές για το Βατοπέδι ή τα ομόλογα ας κάνουν μια μεγάλη εξεταστική επιτροπή που να ερευνήσει τον καθρέφτη με τα πρόσωπά τους.

Θέλω να είμαι ειλικρινής. Δεν έχω καμιά προσδοκία ότι το σκάνδαλο της βουλευτικής ασυλίας μπορεί να τερματιστεί με κάποια αλλαγή νοοτροπίας των ίδιων των βουλευτών. Είναι τόσο εθισμένοι στο να αποφεύγουν να λογοδοτήσουν και έχουν αναπτύξει τέτοια συντεχνιακή αλληλεγγύη, ώστε ακόμη και καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν πρόκειται να τους ταρακουνήσουν.
Η λύση φαίνεται να βρίσκεται στην εξουσία του Τύπου. Μόνο μια μεγάλη καμπάνια, που θα στηλιτεύει συχνά το φαινόμενο και θα εκθέτει τους βουλευτές, μπορεί να συμβάλει σε αλλαγή. Προτείνω να καθιερωθεί μια ειδική στήλη στις εφημερίδες με τις φωτογραφίες όσων κρύβονται πίσω από την ασυλία και με σημείωση του αδικήματος για το οποίο χρωστούν να λογοδοτήσουν. Κάτι παρόμοιο, δηλαδή, με τις φωτογραφίες καταζητουμένων για σοβαρά εγκλήματα, έτσι ώστε ο αναγνώστης να βλέπει καθημερινά με ποιους έχει να κάνει.