Τα καλά νέα για την Τουρκία είναι ότι ο
ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας κατά το τρίτο τρίμηνο του 2015 έφθασε το
5,7%. Τα κακά νέα είναι όλα τα υπόλοιπα...
Η πολιτική αβεβαιότητα που προκλήθηκε
από την αποπομπή του Τούρκου πρωθυπουργού Ahmet Davutoğlu είχε άμεσα
παρατηρήσιμο κόστος, με απώλειες της τάξης του 8% μέσα σε μία εβδομάδα
για το Χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης, άνοδο των τουρκικών CDS κατά
3% την πρώτη εβδομάδα του μήνα και υποχώρηση του νομίσματος από 2,8
λίρες ανά δολάριο την 4η Μαϊου σε 2,97 την επομένη. Το κυριότερο όμως
είναι ότι οι εξελίξεις φρενάρουν μεσοπρόθεσμα τις διαρθρωτικές αλλαγές
που θα επιθυμούσαν να δουν οι επενδυτές για να ξεπεράσουν την επιφύλαξή
τους απέναντι στην τουρκική αγορά.
Οι αλλεπάλληλοι πολιτικοί κλυδωνισμοί
της τελευταίας τριετίας (διαδηλώσεις του Πάρκου Gezi, σκάνδαλα διαφθοράς
κυβερνητικών στελεχών, σύγκρουση ερντογανιστών-γκιουλενιστών, δημοτικές
και προεδρικές εκλογές το 2014, διπλή προσφυγή στις κάλπες για την
ανάδειξη νέου κοινοβουλίου το 2015, αναζωπύρωση της ένοπλης σύγκρουσης
με το ΡΚΚ από το περασμένο καλοκαίρι, αντιπαράθεση με τη Ρωσία,
τρομοκρατικές επιθέσεις, τριβές με την Ε.Ε. για το θέμα της βίζας
κ.ο.κ.) συμβαδίζουν με την ανάδειξη των ορίων μιας οικονομικής
στρατηγικής βασισμένης στην εγχώρια κατανάλωση με δανεικά, τις χαμηλές
αποταμιεύσεις, την εισροή τοποθετήσεων χαρτοφυλακίου από τον Περσικό
Κόλπο και την κυριαρχία του (στενά διαπεπλεγμένου με το κυβερνών κόμμα)
κατασκευαστικού τομέα.
Ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώνεται
την τελευταία τριετία στο 3%, έναντι 4,5% για την προηγούμενη
πεντηκονταετία, ενώ η ανεργία ξεπερνά το 11% και τα νοικοκυριά δαπανούν
ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για την αποπληρωμή
δανείων.
Ο Davutoğlu που υποσχόταν να
μεταρρυθμίσει τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό σύστημα και την
αγορά κεφαλαίων βρίσκεται εκτός παιδιάς – ενώ και ο αρμόδιος για την
οικονομική πολιτική αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Mehmet Şimşek, που
εξέπεμπε καθησυχαστικά προς τους επενδυτές μηνύματα, είναι αμφίβολο αν
θα συμμετέχει στο υπουργικό συμβούλιο το οποίο θα προκύψει μετά τις 22
Μαϊου. Η χάραξη οικονομικής στρατηγικής φαίνεται να περνά αποκλειστικά
στα χέρια μιας στενής ομάδας συμβούλων του προέδρου Erdoğan, για τον
οποίο η κύρια προτεραιότητα η τόνωση των ρυθμών ανάπτυξης μέσω της
εξασφάλισης χαμηλών επιτοκίων – μολονότι τα πραγματικά επιτόκια, με τον
πληθωρισμό στο 6,57% τον Απρίλιο, δεν ξεπερνούν το 2%.
Η αχίλλειος πτέρνα αυτής της πολιτικής
είναι εμφανής: κάθε άνοδος των ρυθμών ανάπτυξης, χωρίς αντιμετώπιση των
διαρθρωτικών προβλημάτων, απλώς οδηγεί σε νέο άνοιγμα το ισοζύγιο
τρεχουσών συναλλαγών, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά μπορούν σε
οποιοδήποτε εξωτερικό σοκ (λ.χ. νέα αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων)
να πέσουν θύματα της μόχλευσής τους. Η Özlem Özüner, επικεφαλής της
ασφαλιστικής Euler Hermes Turkey, δήλωσε προς το πρακτορείο Reuters ότι
αναμένει χρεωκοπία 14.800 επιχειρήσεων το 2016 (ετήσια αύξηση κατά 8%),
επικαλούμενη κυρίως τις χαμηλές τιμές εμπορευμάτων.
Αλλά για το επιτελείο Erdoğan οι
προτεραιότητες είναι άλλες: μετατροπή του πολιτεύματος σε προεδρικό
(ενδεχομένως και με νέες βουλευτικές εκλογές για την εξασφάλιση
υπερπλειοψηφίας, αφού ολοκληρωθούν οι διαδικασίες άρσης της ασυλίας των
βουλευτών του φιλοκουρδικού κόμματος HDP). Και στο βάθος προβάλλουν οι
δημοτικές, βουλευτικές και προεδρικές εκλογές του 2019.
Σε αυτό το τοπίο, η Τουρκία καλείται να
αντιμετωπίσει και το κόστος φιλοξενίας των Σύρων προσφύγων, το οποίο
βαίνει αυξανόμενο. Μέχρι τον Ιούλιο 2015 είχαν δαπανηθεί συνολικά 6 δισ.
δολάρια για τις ανάγκες στέγασης, σίτισης και εκπαίδευσης των
προσφύγων. Το Οκτώβριο του ίδιου έτους το ποσό είχε φθάσει κατά τον
Tayyip Erdoğan στα 7,5 δισ. δολάρια. Έκτοτε το κόστος παραμένει, σύμφωνα
με την τουρκική υπηρεσία αντιμετώπισης εκτάκτων καταστάσεων (AFAD),
περί τα 500 εκατ. δολάρια μηνιαίως – ήτοι οδεύει προς τα 6 δισ. ετησίως,
έναντι 1,8 δισ. την πρώτη πενταετία της συριακής κρίσης.
Η εκτίναξη του κόστους αποδίδεται στην
αύξηση του αριθμού των Σύρων της Τουρκίας στα 2,75 εκατομμύρια (αν και ο
αριθμός αυτός δεν συνυπολογίζει παραδόξως τις περίπου 800.000 ανθρώπων
που πέρασαν σε ευρωπαϊκό έδαφος από το περασμένο καλοκαίρι). Ενδέχεται,
ωστόσο (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα πρέπει να υποτιμηθούν οι
πραγματικές ανάγκες) οι υπολογισμοί να έχουν χαρακτήρα διαπραγματευτικό
απέναντι στην Ε.Ε. Σε κάθε περίπτωση, η συντριπτική πλειονότητα των
Σύρων προσφύγων δεν ζει σε καταυλισμούς, αλλά στα τουρκικά αστικά
κέντρα, όπου συγκροτεί ένα νέο προλεταριάτο της άτυπης εργασίας.
Προσπαθώντας να χαλιναγωγήσουν την ήδη
διαδεδομένη άτυπη απασχόληση, οι τουρκικές αρχές επιτρέπουν από τον
περασμένο Ιανουάριο, με την ενθάρρυνση και της Ε.Ε., την πρόσληψη Σύρων
που έχουν συμπληρώσει εξάμηνο παραμονής στη χώρα, σε ποσοστό 10% του
συνολικού προσωπικού κάθε επιχείρησης, με τον κατώτατο μισθό.
Η άλλη όψη είναι...