"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΟΥΚΑΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΟΥΚΑΣ Μ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Τα Πρωτόκολλα της Φλωρεντίας (1913 και 1924) και τα 14 χωριά της Μακεδονίας που παραχωρήσαμε στην Αλβανία το 1924 - Πώς καθορίστηκαν τα ελληνοαλβανικά σύνορα


 ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΤΟ...

 
Από τη Συνθήκη του Λονδίνου στο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας – Το πλήρες κείμενό του – Η οριστική διευθέτηση των ελληνοαλβανικών συνόρων με το Δεύτερο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας – Τα χωριά της Φλώρινας που παραχωρήσαμε στην Αλβανία το 1924 και τα ζητήσαμε πίσω (!) λίγα χρόνια αργότερα – Τι έγραψαν ξένοι διπλωμάτες.




Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις, βρίσκονται διαρκώς στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια, κυρίως με τις ανιστόρητες και επικίνδυνες κορόνες των γειτόνων αλλά και τα οράματά τους για τη δημιουργία της λεγόμενης «Μεγάλης Αλβανίας».


Θα χαρακτηρίζαμε την Αλβανία, ένα «μικρό ταραξία των Βαλκανίων». O «μεγάλος ταραξίας των Βαλκανίων» βέβαια είναι χωρίς αντίπαλο η Τουρκία, υποκινητής και αρωγός συχνά των Αλβανών στα επεκτατικά σχέδιά τους.


Πώς όμως έγινε η χάραξη της ελληνοαλβανικής μεθορίου;


Από ποια έγγραφα καθορίζονται τα ελληνικά και τα αλβανικά εδάφη στην Ήπειρο;


Το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας (17/12/1913), ίσως για πρώτη φορά κάνει την εμφάνισή του στο διαδίκτυο. Για να ξέρουμε πού πατάμε και να βλέπουμε ότι για μία ακόμη φορά η Ελλάδα βρέθηκε «ριγμένη» και έγινε έρμαιο των διαθέσεων των, τότε, ισχυρών...


             Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΛΟΝΔΙΝΟΥ(30/5/1913) 
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΩΣ ΤΟ ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟ ΤΗΣ ΦΛΩΡΕΝΤΊΑΣ (17/12/1913)


Η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία, μεγάλες δυνάμεις των αρχών του 20ου αιώνα, έδειχναν έντονο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στη Χερσόνησο του Αίμου κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων.


Στις 31 Δεκεμβρίου 1912, υπόγραψαν μυστική συμφωνία για το διαμοιρασμό της Αλβανίας σε σφαίρες επιρροής. Αυτή η συμφωνία, επαναβεβαιώθηκε στη Ρώμη με τη σύμβαση της 8ης Μαΐου 1913. Η Αυστροουγγαρία, θεωρούσε την Αλβανία «ειδική ζώνη επιρροής», ενώ η Ιταλία έδειχνε ζωηρότατο ενδιαφέρον και για το στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Αυλώνας που δεσπόζει στην Αδριατική και απέχει 100 χλμ από τις ιταλικές ακτές.
Με βάση τη Συνθήκη Ειρήνης του Λονδίνου, της 30ης Μαΐου του 1913, ανατέθηκε στις Μεγάλες Δυνάμεις η ρύθμιση των συνόρων της Αλβανίας και στις 29 Ιουλίου του ίδιου χρόνου, η πρεσβευτική συνδιάσκεψη κατέληξε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου στην ανακήρυξη της Αλβανίας σε ανεξάρτητο κράτος, χωρίς όμως να καθορίσει τα όριά της.


Η Ελλάδα, αν και αρχικά αιφνιδιάστηκε και δεν παρουσίασε ολοκληρωμένες προτάσεις, επέμεινε στη συνέχεια για την άμεση ρύθμιση των ζωτικών εθνικών θεμάτων της Βορείου Ηπείρου. Τελικά, υπέκυψε στον στυγνό εκβιασμό του Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας Edward Grey (1862-1913), ο οποίος, όπως γράφει ο Σ. Αντωνόπουλος στο βιβλίο του «Οι Συνθήκες Λονδίνου, Βουκουρεστίου και Αθηνών», «... είπεν εις τους Βαλκανικούς πληρεξούσιους ότι όσοι εξ αυτών επιθυμούν να υπογράψουν, ως έχει, την Συνθήκην πρέπει να το πράξουν άνευ αργοπορίας. Οι μη διατεθειμένοι να υπογράψουν, το καλύτερο που μπορούν να κάνουν είναι να εγκαταλείψουν το Λονδίνο, διότι είναι ανωφελές να παραμένουν και να παρατείνουν τη συζήτηση, της οποίας το μόνο αποτέλεσμα είναι αναβολή ατέρμων. Όσοι υπογράψουν θα έχουν την ηθική ημών (ενν. των Βρετανών) συνδρομήν... »:
(Προσαρμόσαμε το κείμενο στα νέα ελληνικά).


Μπροστά στον κίνδυνο να δημιουργηθεί ανεξάρτητο αλβανικό κράτος σε βάρος βορειοηπειρωτικών εδαφών, οι κάτοικοι των περιοχών (της Β. Ηπείρου), κατέκλυσαν το Συνέδριο στο Λονδίνο με χιλιάδες τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας. Σχετικό υπόμνημα, κατατέθηκε στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου από αντιπροσώπους των Βορειοηπειρωτών και συγκεκριμένα τους: Θεμιστοκλή Μπαχίμα (Δέλβινο), Βλάση Λέκκα (Χειμάρρα), Βασίλειο Ζούστη (Αργυρόκαστρο), Ιωσήφ Μπένια (Πρεμετή) και Πέτρο Ζάππα (Τεπελένι).


Βαρυσήμαντα υπομνήματα, έστειλαν ακόμα οι εκπρόσωποι των περιοχών: Δυρραχίου, Αυλώνας, Κορυτσάς, Βιγλίστας, Μοσχόπολης και Κολωνίας Βορείου Ηπείρου.


Οι Βορειοηπειρώτες ζήτησαν να παρουσιάσουν οι ίδιοι το υπόμνημα, κάτι που δεν έγινε δεκτό, μετά από επίμονη άρνηση του Ιταλού και του Βρετανού εκπροσώπου. Στο υπόμνημα, οι Βορειοηπειρώτες αποδείκνυαν με ατράνταχτα στοιχεία την ελληνικότητα της Ηπείρου και πέρα από την Αυλώνα και επισήμαιναν τον κίνδυνο μελλοντικών περιπλοκών από τη δημιουργία αλβανικού κράτους σε βάρος ελληνικών εδαφών.


Οι εκπρόσωποι των «μεγάλων δυνάμεων», δεν έλαβαν υπόψη τους για ευνόητους λόγους, την εθνική ταυτότητα του ντόπιου πληθυσμού αλλά μόνο τη γλωσσική του σύνθεση, με αποτέλεσμα περιοχές που κατοικούνταν από Έλληνες βλαχόφωνους, αλβανόφωνους κλπ. να δοθούν στο (μελλοντικό) αλβανικό κράτος. 


Στο πλευρό της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας σε βάρος της χώρας μας, τάχθηκε και η Ρουμανία, ο πρεσβευτής της οποίας ζήτησε από τη Συνδιάσκεψη «... όπως πάσαι αι μεταξύ Ιωαννίνων, Μετσόβου, Γρεβενών, του όρους Γράμμου και Κορυτσάς χώρες, συσσωματωθούν μετά της Αλβανίας...». Τις θέσεις αυτές υποστήριξαν επίσης η Τουρκία και η Βουλγαρία...


Παράλληλα, η συνδιάσκεψη, αρνήθηκε την ελληνική πρόταση για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στις περιοχές της Β. Ηπείρου, προκειμένου ν' αποφασίσουν οι ίδιοι οι κάτοικοι για το μέλλον τους. Δέχτηκε μόνο τη σύσταση επιτροπής έρευνας για τη σύνθεση του πληθυσμού με κριτήριο τη γλώσσα και αποκλειστικά για το νομό Αργυροκάστρου. Παράλληλα, ξεκίνησε το έργο της η Επιτροπή για τον ακριβή καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων. Τα μέλη της, ήταν οι:
Tierry (Γερμανία), Billinsky και Buchberger (Αυστροουγγαρία), Lallemand και Krayer (Γαλλία), Doughty – Wylle και King (Αγγλία), Labia και Gastoldi (Ιταλία) και Goudim Len Kovitch (Ρωσία), η οποία θα τελείωνε τις εργασίες της στις 30 Νοεμβρίου.


Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής, υπήρχαν διαφωνίες για τον τρόπο εργασίας και την επιθεώρηση των καθορισμένων τόπων. Απ' όπου περνούσαν τα μέλη της Επιτροπής, οι κάτοικοι Χριστιανοί, Μουσουλμάνοι, ελληνόγλωσσοι, δίγλωσσοι και βλαχόφωνοι διαδήλωναν την ελληνικότητα και την επιθυμία για ένωσή τους με την Ελλάδα.


Κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου 1913, τα μέλη της Επιτροπής συγκεντρώθηκαν στο Μοναστήρι (σημ. Bitola της Fyrom) της Μακεδονίας για να πάρουν τις οριστικές αποφάσεις τους. Εκεί, προσπάθησαν να τους συναντήσουν αντιπροσωπείες από διάφορα μέρη της Β. Ηπείρου, όμως τα μέλη της Επιτροπής με το πρόσχημα ότι η αποστολή τους ήταν πολύ λεπτή, δεν δέχτηκαν καμία ελληνική αντιπροσωπεία.


Αντίθετα, δεν ήταν το ίδιο «λεπτή» η αποστολή της Επιτροπής, όταν επρόκειτο για αλβανικές αντιπροσωπείες. Συγκεκριμένα, ο Ιταλός Bittorio Labia, δέχτηκε τρεις φορές Αλβανούς με επικεφαλής τον τουρκικής καταγωγής Σουλεϊμάν Ντελβίνα (26, 28 και 29/9/1913), ενώ ο εκπρόσωπος της Αυστροουγγαρίας Billinsky, συναντήθηκε με την ίδια αντιπροσωπεία όπως και με δύο επιτροπές Τούρκων ψευτοαλβανών της περιοχής Κορυτσάς, υπό τον Σελίμ Μουσάι, απόγονο εξισλαμισμένων Σλάβων.


Την 1η Οκτωβρίου 1913, έφτασε στην Κορυτσά ο πρόεδρος της Επιτροπής, Άγγλος Doughty – Wylle και δύο μέρες αργότερα, πήγαν στην πόλη και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του. Η Κορυτσά είχε ήδη επιδικαστεί στην Αλβανία και τα μέλη της Επιτροπής αποφάσισαν να συνεχίσουν την έρευνά τους στην περιοχή της Κολώνιας.


Οι κάτοικοι της Κορυτσάς, αντιλήφθηκαν τις προθέσεις τους και τους ζήτησαν να παραμείνουν έστω μια μέρα για να εξετάσουν την εθνική τους συνείδηση. Οι αντιπρόσωποι, προσπάθησαν να φύγουν εγκαταλείποντας τις αποσκευές τους! Περικυκλώθηκαν όμως από αδιαπέραστο τείχος γυναικόπαιδων και κατευθύνθηκαν στο Διοικητήριο, όπου τους υποδέχθηκε ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής Παναγιώτης Κοντούλης.


Μπροστά από τον χώρο του Διοικητηρίου, στις 5/10/1913, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις του Ιταλού και του Αυστριακού αντιπροσώπου, τα μέλη της παρακολούθησαν την παρέλαση των 3.500 περίπου μαθητών των ελληνικών σχολείων της Κορυτσάς και στη συνέχεια την εντυπωσιακή παρέλαση 2.500 ενόπλων. Την ίδια μέρα όμως, οι εκπρόσωποι της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, ξέφυγαν από την προσοχή του κόσμου και πήγαν στην Ερσέκα. Λίγες μέρες αργότερα και τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπής, συνοδευόμενα από τον Έλληνα ίλαρχο Βασίλειο Μελά, έφτασαν στην Ερσέκα, όπου συνέχισαν τις εργασίες τους από τις 16/10/1913. Εκεί, τα μέλη της ίδιας Επιτροπής, βρέθηκαν μπροστά σε εκδηλώσεις χριστιανών και μουσουλμάνων που ζητούσαν την ένωσή τους με την Ελλάδα.


Την ίδια περίοδο, μεγάλα συλλαλητήρια έγιναν σ' όλες τις μεγάλες πόλεις της Βόρειας Ηπείρου για ένωση με την Ελλάδα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Πολλά μέλη της Διεθνούς Επιτροπής, εξέφραζαν την αγανάκτησή τους για τη συμπεριφορά και τις επιδιώξεις των εκπροσώπων της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίοι είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μια «μεγάλη» (για τα δεδομένα του 1913) Αλβανία, η οποία δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν ούτε ως έθνος, ούτε ως φυλή, ούτε ως κράτος. Ο Άγγλος συνταγματάρχης Murray, στις 25/11/1913 στην Κορυτσά, είπε προς τα μέλη της Επιτροπής, αγανακτισμένος και αηδιασμένος απ' όσα συνέβαιναν: «Δεν θέλω να γελοιοποιήσω τους κυρίους της Διεθνούς Επιτροπής, γιατί το σφάλμα δεν ήταν δικό τους αλλά των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες τους έφεραν σε τόσο δύσκολη κατάσταση».


Στις 27/11/1913, τα μέλη της Επιτροπής, συνεδρίασαν για τελευταία φορά στο Αργυρόκαστρο και στις 28/11/1913, αναχώρησαν για το Μπρίντεζι κι από εκεί για τη Φλωρεντία, όπου πάρθηκαν οι τελικές αποφάσεις για τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων.


Εκεί, οι εκπρόσωποι της Γαλλίας και της Ρωσίας, οι οποίοι είχαν πειστεί για την τεράστια αδικία σε βάρος της Ελλάδας αντέδρασαν έντονα. Όμως, η επιμονή της Αυστροουγγαρίας και της Ιταλίας με τη συνδρομή της Γερμανίας και η ανοχή της Μεγάλης Βρετανίας, είχαν σαν αποτέλεσμα να υπογραφτεί το περιβόητο Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, το οποίο παραθέτουμε αυτούσιο στη συνέχεια, ίσως για πρώτη φορά στο διαδίκτυο.


  Πρωτόκολλον Φλωρενδίας, τη 17η Δεκεμβρίου 1913:
       

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΤΟΥΡΚΙΑ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ: Η ολέθρια για την Ελλάδα συνεργασία Λένιν - Κεμάλ

Οι συνθήκες της Μόσχας και του Καρς (1921): Με ρωσικά χρήματα και όπλα ο Κεμάλ πολεμά τους Έλληνες στη Μικρά Ασία - Η Συνθήκη Φιλίας και Αδελφοσύνης της Μόσχας και η ενίσχυση των κεμαλικών από τους μπολσεβίκους - Η παραχώρηση εδαφών της Υπερκαυκασίας στους Τούρκους με τη Συνθήκη του Καρς και η πρόβλεψη για ανανέωσή της κάθε 25 χρόνια



 
Ακούμε τελευταία κυρίως, τον Ταγίπ Ερντογάν να μιλά για "σύνορα της καρδιάς" (των Τούρκων), για εδάφη που κατακτήθηκαν με αίμα κλπ. Θα αναφερθούμε σήμερα, σε κάποια εδάφη της Τουρκίας που αποτελούν το 30% περίπου της έκτασής της και αποκτήθηκαν "στα χαρτιά". Στο τέλος του άρθρου, θα γράψουμε και λίγα πράγματα για το πώς παραδόθηκε η Ανατολική Θράκη στους Τούρκους, ένα τεράστιο θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε μετά το Πάσχα.

Η Οκτωβριανή Επανάσταση – Η εκστρατεία στην Ουκρανία – Οι συνθήκες του Αλεξαντροπόλ και της Μόσχας
 
Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), η Ρωσία "αποσύρθηκε" από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και σταμάτησε τις εχθροπραξίες εναντίον της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τότε όμως "… οι Σύμμαχοι νικηταί ευρέθησαν εις την ανάγκην να αναχαιτίσουν την προέλευσιν των Μπολσεβίκων εις τα εκκενούμενα παρά των Γερμανών εδάφη της Ρωσίας, δια να δοθεί ούτω καιρός για νέα δημιουργούμενα κράτη, η Πολωνία και η Τσεχοσλοβακία και ανασυγκροτηθούν τα καταστραφέντα κράτη της Ρουμανίας και της Σερβίας. Οι κίνδυνοι της Ευρώπης ήταν μέγιστοι…" (Δημ. Βακάς).


Αποφασίστηκε λοιπόν να σταλούν στην Ουκρανία και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κριμαίας στρατεύματα για να ενισχύσουν τις αντικομμουνιστικές δυνάμεις που υπήρχαν εκεί. 
Ο φιλέλληνας Γάλλος πρωθυπουργός Κλεμανσό υποσχόμενος διπλωματική βοήθεια στη χώρα μας στα ζητήματα της Μικράς Ασίας και της Θράκης, ζήτησε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο να στείλει η Ελλάδα ένα Σώμα Στρατού στην εκστρατεία αυτή.

 
Ο Βενιζέλος δέχτηκε αν και έβλεπε ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη. Η εκστρατεία δεν ήταν καλά οργανωμένη, συμμετείχαν σ' αυτή πολύ λιγότερες δυνάμεις απ' ότι πιστευόταν αρχικά (12 γαλλικά τάγματα, αμφίβολης μαχητικής ικανότητας, ένα ρουμανικό σύνταγμα και δύο ελληνικές μεραρχίες). Το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, με 23.551 άνδρες, έφτασε στην Οδησσό στις 21 Ιανουαρίου 1919.

 
Είναι γνωστή η αποτυχία της εκστρατείας αυτής και η επικράτηση των μπολσεβίκων. Στα τέλη Απριλίου 1919 αποχώρησε από την Κριμαία η ελληνική δύναμη, η οποία πολέμησε με μεγάλη γενναιότητα και είχε σοβαρές απώλειες: 398 νεκρούς και 657 τραυματίες.
 
 
Το κακό όμως για τη χώρα μας δεν σταμάτησε εκεί. Το νέο σοβιετικό καθεστώς συμμάχησε κατά της Δύσης με τους Τούρκους εθνικιστές οι οποίοι πολεμούσαν εναντίον της δυτικής κυριαρχίας αλλά και της Οθωμανικής (σουλτανικής κυβέρνησης) που είχε συνθηκολογήσει με τους Δυτικούς Συμμάχους.

 
Οι διπλωματικές σχέσεις μεταξύ μπολσεβίκων και Τούρκων εθνικιστών (κεμαλικών) ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 1920. Στις 19 Νοεμβρίου 1920, με τη Συνθήκη του Alexandropol, οι δυο πλευρές μοίραζαν την Αρμενία και αποκτούσαν κοινά σύνορα.

 
Να υπενθυμίσουμε ότι τον Ιούλιο του 1920, είχε υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών, με την οποία γεννιόταν η Ελλάδα "των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών" ενώ την 1η Νοεμβρίου 1920, ο Βενιζέλος ηττήθηκε στις εκλογές που ο ίδιος προκάλεσε και τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, μετά από δημοψήφισμα, επέστρεψε στην Ελλάδα, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Η εξέλιξη αυτή δυσαρέστησε τους Συμμάχους που άλλαξαν στάση απέναντι στη χώρα μας με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.

 
Από τα τέλη Ιουλίου 1920, είχε αρχίσει η αποστολή όπλων και χρυσού σε πολύ μεγάλες ποσότητες από τους Σοβιετικούς προς τον Κεμάλ (M. Llewellyn-Smith, σελ. 297). Πρώτη αποστολή, όπως γράφει ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής, έγινε με τον Χαλίλ Πασά που μετέφερε στους κεμαλικούς χρυσό αξίας 100.000 οθωμανικών λιρών. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ο Γιουσούφ Κεμάλ (Τεγκισρέκ) παρέδωσε στον Κεμάλ 1.000.000 χρυσά ρούβλια.
 
 
Στις 16 Μαρτίου 1921, στη Μόσχα, υπογράφτηκε ανάμεσα στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας (Grand National Assembly of Turkey) και τη Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία (Russian Soviet Federative Socialist Republic - SFSR) η λεγόμενη Συνθήκη της Μόσχας (Treaty of Moscow) ή Συνθήκη Αδελφοσύνης (Treaty of Brotherhood).
 
Επικεφαλής της SFSR ήταν ο Βλαντιμίρ Λένιν και επικεφαλής της Μεγάλης Εθνοσυνέλευσης της Τουρκίας ήταν ο Κεμάλ Ατατούρκ. Να σημειώσουμε ότι ούτε η ΕΣΣΔ είχε ιδρυθεί τότε (αυτό έγινε το 1922) ενώ η διεθνώς αναγνωρισμένη τουρκική κυβέρνηση εκείνη την εποχή ήταν αυτή του σουλτάνου Μεχμέτ VI (6ου), ο οποίος είχε υπογράψει τη Συνθήκη των Σεβρών, που είχε αποκηρύξει ο Κεμάλ. Φυσικά, η επίσημη τουρκική κυβέρνηση δεν κλήθηκε στη Μόσχα.
 
Στο διαδίκτυο, ορισμένοι ταυτίζουν τη Συνθήκη της Μόσχας με τη Συνθήκη του Καρς που υπογράφτηκε αργότερα. Αυτό είναι εσφαλμένο. Η Συνθήκη του Καρς αποτελεί συνέχεια της Συνθήκης της Μόσχας αλλά ΔΕΝ είναι (η) ίδια μ' αυτή!



Σύμφωνα με τη Συνθήκη της Μόσχας, η Τουρκία παραχώρησε στη Γεωργία το Βατούμ και την περιοχή βόρεια του χωριού Σαρπ (Sarp) ενώ πήρε από τη Ρωσία το Καρς (το οποίο είχε περιέλθει στη Ρωσία το 1878 με τη Συνθήκη του Βερολίνου) και το Αρνταχάν. Παράλληλα, οι μπολσεβίκοι αναγνώρισαν την εθνικιστική ηγεσία υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, ως τη μόνη κυβέρνηση στην Τουρκία. 
Μεταφέρουμε αυτούσιο το τι γράφει στη συνέχεια η κορυφαία παγκοσμίως Εγκυκλοπαίδεια Britannica στη διαδικτυακή της έκδοση, στο λήμμα Treaty of Moscow, 1921.

"As a result of the treaty, the Soviets supplied the nationalists with weapons and ammunition which Turks used successfully in a war against Greece in 1921-22".
 
Κάνουμε μια πρόχειρη μετάφραση της παραγράφου.
"Ως (ένα) αποτέλεσμα της Συνθήκης, οι Σοβιετικοί προμήθευσαν τους εθνικιστές με όπλα και πυρομαχικά τα οποία οι Τούρκοι (τα) χρησιμοποίησαν με επιτυχία σε ένα πόλεμο ενάντια στην Ελλάδα το 1921-22".

 
Πρόκειται φυσικά για τη Μικρασιατική Εκστρατεία, όπου οι δυνάμεις του Κεμάλ, τροφοδοτούνταν με όπλα και πυρομαχικά από τους Σοβιετικούς. 
 Δυστυχώς, δεν είναι μόνο αυτό. Στο δίτομο βιβλίο του "Η Ιστορία του Ελληνικού Στρατού (1833-1949)", ο Ιωάννης Παπαφλωράτος (τον οποίο ευχαριστούμε θερμότατα γιατί με ιδιαίτερη ευγένεια και προθυμία μας έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από το έργο του), αναφέρονται τα εξής: "Μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Μόσχας, παραδίδονται στους Τούρκους 10.000.000 χρυσά ρούβλια, από τα οποία τα 4.000.000 μεταφέρονται από τον Γιουσούφ Κεμάλ, τον Απρίλιο του 1921. Το 1.400.000 μεταφέρεται από τον Φρούνζε (Mikhail Vasilyerich Frunze) τον Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου και η τελευταία αποστολή 3.500.000 παραδίδεται τον Μάιο του 1922. Δηλαδή συνολικά 11.000.000 χρυσά ρούβλια και 100.000 χρυσές οθωμανικές λίρες. Η βοήθεια αυτή αντιστοιχεί σε 80.000.000 περίπου τουρκικές χάρτινες λίρες της εποχής εκείνης" (Τόμος Ι, σελ. 649).



Ακολουθεί παραπομπή για τα παραπάνω στον μεγάλο Νεοκλή Σαρρή. Γράφει χαρακτηριστικά ο κ. Παπαφλωράτος: "Ο αείμνηστος πανεπιστημιακός προχώρησε έτι περαιτέρω προκειμένου να καταστήσει απολύτως κατανοητό το ύψος της βοήθειας των Μπολσεβίκων προς τον Κεμάλ". Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της ενίσχυσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο προϋπολογισμός του 1920 της κυβέρνησης της Άγκυρας ανερχόταν σε 63.018.354 λίρες Τουρκίας και του 1921 σε 79.160.058 λίρες Τουρκίας.

 

Με άλλη έκφραση η σοβιετική βοήθεια που παρασχέθηκε σε διάστημα λιγότερο από δύο χρόνια αντιπροσωπεύει ποσόν μεγαλύτερο από το σύνολο του ετησίου προϋπολογισμού της (κεμαλικής) Τουρκίας και το σύνολο των πολεμικών δαπανών δύο χρόνων!!!
 

Συνεχίζοντας, ο κ. Παπαφλωράτος γράφει:
"Μάλιστα, έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι οι μισθοί των κεμαλικών αξιωματικών κατεβλήθησαν με χρήματα, τα οποία προήλθαν από τον Λένιν. 
Παραπέμπει σχετικά στον συγγραφέα και Ακαδημαϊκό Τάσο Αθανασιάδη (1913 – 2006), ο οποίος είχε γεννηθεί στο Σαλιχλί της Μικράς Ασίας.



Αυτά ήταν λοιπόν ήταν τα… συμπαρομαρτούντα (επακόλουθα, συνέπειες) της Συνθήκης της Μόσχας, η οποία είναι μάλλον άγνωστη στη χώρα μας. Ας ελπίσουμε ότι στα αρμόδια Υπουργεία είναι γνωστή, τουλάχιστον στα πρόσωπα που πρέπει να τη γνωρίζουν.
 
Υπάρχει όμως και συνέχεια όπως αναφέραμε παραπάνω.
 
Είναι η Συνθήκη του Καρς (Treaty of Kars) η οποία...

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ :Ένα οδοιπορικό στην ιστορία για την αλήθεια απέναντι στην αλβανική προπαγάνδα περί Τσαμουριάς - Ιστορικές μαρτυρίες του Αγιου Παϊσιου



Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, αλλά κυρίως τα τελευταία χρόνια, ανακινείται από την αλβανική προπαγάνδα, ένα ανύπαρκτο κατά την άποψη μας, θέμα το λεγόμενο «Τσάμικο».

 
Η είσοδος του ανθελληνικού κόμματος PDIU στην αλβανική βουλή, η τοποθέτηση του προέδρου του Σπετίμ Ιντρίζι, στη θέση αντιπροέδρου της και οι εμπρηστικές δηλώσεις Αλβανών πολιτικών μετά το 2013, έχουν δυναμιτίσει περισσότερο την κατάσταση.
 

Και σαν κερασάκι στην τούρτα, ήρθαν οι ανιστόρητες αναφορές του Αλβανού πρωθυπουργού (τέως διεθνή μπασκεμπολίστα, τέως κοσμοπολίτη ζωγράφου και τέως δημάρχου Τιράνων) Έντι Ράμα, ότι «το μαντείο της Δωδώνης και ο Όλυμπος ακόμη, έχουν την αφετηρία τους στην Τσαμουριά! Δεν δίστασε μάλιστα, να ισχυριστεί ότι και ο Δίας, ήταν Τσάμης (!!!).
 

Ποια είναι όμως η, λεγόμενη, «Τσαμουριά» και ποιοι οι Τσάμηδες; 


Σύμφωνα με τους Αλβανούς, Τσαμουριά είναι η Θεσπρωτία και Τσάμηδες οι (εξισλαμισμένοι) κάτοικοί της. Οι Αλβανοί της Ηπείρου, σύμφωνα με ένα άλλο ορισμό της λέξης «Τσάμηδες» είχαν ως κέντρα τους Φιλιάτες, το Μαργαρίτι, την Παραμυθιά και την Ηγουμενίτσα.
 

Η σημερινή Αλβανία, αποτελεί τμήμα της αρχαίας Ιλλυρίας. Η Ήπειρος όμως και η Ιλλυρία δεν είχαν ούτε γεωγραφικά κάτι κοινό, όπως αναφέρουν έγκριτοι ξένοι επιστήμονες G. Bursian, Alfred Philippen, Giovani Virgilli, V.S. Cailard, Rene Pyux κα. Ο δε καθηγητής Σμιθ, έγραφε (19ος αιώνας), ότι οι Ηπειρώτες είναι «ό,τι ελληνικότερον, ηδε επαρχία της Ηπείρου, καθ’ολοκληρίαν ελληνική».

Ετυμολογία της λέξης Τσαμουριά
Η λέξη Τσαμουριά, που εμφανίζεται στα χρόνια της τουρκοκρατίας, προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τον ποταμό Θύαμη (Καλαμά), το «Νείλο της Θεσπρωτίας» κατά τον Πουκεβίλ, που τη διαρρέει Θυάμης-Θυαμουριά –Τσαμουριά ή Τζαμουριά. Υπάρχει το ενδεχόμενο, «συμμετοχή» στην ετυμολογία, να έχει και η βυζαντινή οικογένεια Τσαμάντουροι, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή στις αρχές του 13ου αιώνα.

 

(Περισσότερα στοιχεία στο σπουδαίο  δίτομο Ετυμολογικό Λεξικό των Νεοελληνικών Οικωνυμίων» του Χαράλαμπου Π. Συμεωνίδη, εκδ. 2010, λήμμα Τσαμαντάς).

 
Άλλες, λιγότερο πιθανές εκδοχές, είναι οι λέξεις Τσάμης –Τσαμουριά, να προέρχονται από κάποιον Ισάμ από το Λεσκοβίνι, που ήταν οι πρώτος που εξισλαμίστηκε και η ετυμολογία του Πουκεβίλ, ότι η ονομασία δόθηκε από τους Άραβες συγγραφείς, που ίσως μπέρδεψαν τους Καταλανούς, που για πολύ καιρό κατείχαν αυτή την περιοχή της Ηπείρου, με τους Πορτογάλους, που ονόμαζαν Chamorsis, απ΄όπου προήλθε το Chamori – Chamouris.
 

Η Θεσπρωτία στην αρχαιότητα
 
Στην αρχαιότητα, η Θεσπρωτία είχε έκταση πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του ομώνυμου νομού σήμερα. Στην εποχή του Χαλκού απλωνόταν από τον Αμβρακικό Κόλπο ως τον Θύαμη και από το Ιόνιο ως την Πίνδο. Ίχνη ανθρώπινης παρουσίας, διαπιστώνονται σ΄ αυτήν κατά τη Μέση και Νεότερη Παλαιολιθική Περίοδο (περ. 250.000 π.χ. έως 9,000 π.χ).
 


Το όνομά της, το οφείλει στους Θεσπρωτούς, που έκαναν την εμφάνισή τους εκεί, γύρω στο 2.000 πχ. Αρχαιότερη μνεία για τη Θεσπρωτία, γίνεται στην «Οδύσσεια»(ξ’314-316) και αναφέρεται μάλιστα ο βασιλιάς της χώρας, Φείδων. Η θρησκεία των Θεσπρωτών, ήταν η θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Πολέμησαν, όπως αναφέρει ο Ηρόδοτος, εναντίον των Περσών και υποτάχθηκαν στους Ρωμαίους του Αιμιλίου Παύλου, το 167 π.χ.
 


Σημαντικότερες θεσπρωτικές πόλεις που άκμασαν στην αρχαιότητα ήταν η Αμβρακία, το Βουχέτιον, η Ελάτεια, η Κασσιώπη, η Πανδοσία και η Εφύρα (αργότερεα Κίχυρος).
 

Βυζαντινά χρόνια - Η πολύπαθη Ήπειρος
 
Με τον χωρισμό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, (395), η Θεσπρωτία, όπως και όλη η Ήπειρος, έμεινε στο Ανατολικό, το Βυζαντινό κράτος. Τα επόμενα χρόνια, δέχθηκε πολλές βαρβαρικές επιδρομές  (Γότθοι, Σλάβοι, Ούννοι , Βούλγαροι κλπ). Τον 13ο αιώνα έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή της Ηπείρου οι Ενετοί, που απέκτησαν οχυρές θέσεις στις ηπειρωτικές ακτές. Το Δεσποτάτο της Ηπείρου (μετά το 1204), η προσάρτηση της Ηπείρου στην αυτοκρατορία της Νίκαιας (1252) και η εκ νέου προσάρτησή της στη βυζαντινή αυτοκρατορία, ήταν οι τελευταίοι σταθμοί, πριν την υποδούλωσή της τους Οθωμανούς, που ολοκληρώθηκε με τη κατάληψη των Ιωαννίνων (1431).
 

Τουρκοκρατία - Μερικά σημαντικά γεγονότα
 
Στα σκοτεινά χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπως αναφέρει ο Γάλλος γιατρός και περιηγητής Φ. Πουκεβίλ (1770-1838), που έζησε για 10 χρόνια κοντά στον Αλή Πασά (1805-1815), η διαφορά των θρησκειών, είχε ορθώσει ανυπέρβλητο τείχος ανάμεσα στους Τούρκους και τους Έλληνες. Είχε γίνει αδύνατη κάθε προσέγγιση και η υπεροψία των κατακτητών έκανε κάθε μέρα και πιο θλιβερή τη ζωή των χριστιανών… Οι βίαιοι εξισλαμισμοί ξεκίνησαν από τα μέσα του 15ου αιώνα, ωστόσο εντάθηκαν μετά την αποτυχημένη επανάσταση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Φιλοσόφου (1609-1611).