"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΟ-ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι πολλοί όμηροι των λίγων

Image

 

 Photo: Ιδιοκτήτης λεωφορείου - θύμα των Σταμουλοκολλάδων αρχές της δεκαετίας του '90 (1992-1993)

33 χρόνια μετά τα καθάρματα συνεχίζουν να ζουν ανάμεσά μας με άλλο όνομα... 

 

Του Άγη Βερούτη

agissilaos@gmail.com

 

Στην Ελλάδα αρκούν μερικές εκατοντάδες καλά οργανωμένα άτομα για να κρατήσουν ομήρους εκατομμύρια.

Ένας κλειστός επαγγελματικός κλάδος, μια συνδικαλιστική ηγεσία, μερικοί τοπικοί παράγοντες ή μια αλυσίδα προσφυγών μπορούν να παγώσουν μια επένδυση, να αδειάσουν έναν νόμο από το περιεχόμενό του και να μεταθέσουν μια μεταρρύθμιση για την επόμενη κυβέρνηση.

Οι πολλοί μπορεί να περιμένουν την αλλαγή χρόνια. Έχουν δουλειές, παιδιά, υποχρεώσεις, λογαριασμούς και μια καθημερινότητα που πρέπει να συνεχιστεί.

Οι λίγοι έχουν έναν σκοπό: να μη χάσουν αυτό που κρατούν. Οργανώνονται, πιέζουν βουλευτές, κλείνουν δρόμους, εμφανίζονται στα κανάλια, προσφεύγουν στα δικαστήρια και υπόσχονται πολιτικό κόστος σε όποιον τολμήσει να τους αγγίξει. Συνήθως κερδίζουν, γιατί το όφελος της ακινησίας συγκεντρώνεται στους ίδιους, ενώ το κόστος σκορπίζεται σε εκατομμύρια ανθρώπους.

Εκείνος που κινδυνεύει να χάσει ένα προστατευμένο εισόδημα χιλιάδων ευρώ θα κινητοποιήσει όλο τον κλάδο του. Ο πολίτης που θα γλιτώσει δέκα ευρώ τον μήνα από το άνοιγμα μιας αγοράς δύσκολα θα αφήσει τη δουλειά του για να διαδηλώσει υπέρ της μεταρρύθμισης. Ο πρώτος γνωρίζει ακριβώς τι χάνει. Ο δεύτερος συνήθως αγνοεί ακόμη και τι πληρώνει.

Για χρόνια, το καθαρότερο παράδειγμα ήταν ο συνδικαλιστικός φορέας των εργαζομένων στη ΔΕΗ, η ΓΕΝΟΠ/ΔΕΗ. Στις μεγάλες συγκρούσεις της με τις κυβερνήσεις και τις διοικήσεις της ΔΕΗ, η απειλή ήταν γνωστή: μονάδες θα έβγαιναν εκτός λειτουργίας και η χώρα θα μετρούσε διακοπές ρεύματος. Το 2011, ενώ η απεργία βρισκόταν σε εξέλιξη, μονάδες βγήκαν εκτός συστήματος και η χώρα μπήκε σε περικοπές ηλεκτροδότησης.

Μερικές χιλιάδες εργαζόμενοι κρατούσαν το χέρι στον διακόπτη που έδινε ρεύμα στα σπίτια, στα εργοστάσια και σε ολόκληρη την οικονομία.

 

Τα αιτήματά τους μπορεί κάθε φορά να είχαν μικρότερη ή μεγαλύτερη βάση. Η πραγματική τους ισχύς προερχόταν από τη ζημιά που μπορούσαν να προκαλέσουν σε όλους τους υπόλοιπους.

Όσο μεγαλύτερο το κομμάτι της κοινωνίας που μπορείς να ταλαιπωρήσεις, τόσο πιο σοβαρά σε παίρνει το κράτος.

Ο νομοταγής πολίτης που πηγαίνει κανονικά στη δουλειά του, πληρώνει τους φόρους του και δεν απειλεί κανέναν βρίσκεται πάντα τελευταίος στη σειρά. Δεν έχει τρόπο να τρομάξει την κυβέρνηση. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πληρώσει.

Παρόμοια ήταν για δεκαετίες η κατάσταση στο κέντρο της Αθήνας. Μέσα σε μία δεκαετία καταγράφηκαν στην πρωτεύουσα περίπου 45.000 συγκεντρώσεις και πορείες. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολλές ολιγάριθμες συγκεντρώσεις εκατό ανθρώπων ή και λιγότερων, οι οποίες μπορούσαν να κλείσουν κεντρικούς δρόμους και να κάνουν απροσπέλαστη τη μισή πόλη.

Εκατό άνθρωποι αποκτούσαν δωρεάν προβολή και ισχυρό μέσο πίεσης.

Χιλιάδες εργαζόμενοι καθυστερούσαν στη δουλειά, επαγγελματίες έχαναν πελάτες, καταστήματα άδειαζαν και οδηγοί έλιωναν μέσα στην κίνηση.

Το δικαίωμα στη διαμαρτυρία είναι αυτονόητο. Η δυνατότητα εκατό διαδηλωτών να ακινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες άλλους είχε γίνει εθιμικό προνόμιο.

Το αίτημα ήταν ιδιωτικό. Η ζημιά κοινωνικοποιημένη.

Για την πολιτεία ήταν ευκολότερο να παραδοθεί σε εκατό αποφασισμένους ανθρώπους παρά να εξηγήσει σε εκατομμύρια σιωπηλούς γιατί πλήρωναν ξανά τον λογαριασμό.

Ο άνθρωπος που θα ωφεληθεί σε πέντε χρόνια από μια επένδυση σήμερα είναι άγνωστος. Μπορεί να είναι ένας νέος μηχανικός, ένας μικρός προμηθευτής ή μια οικογένεια που θα ζήσει από εισόδημα το οποίο ακόμη δεν υπάρχει.

Ο τοπικός παράγοντας που εμφανίζεται με αρκετές ψήφους στο χέρι έχει όνομα, τηλέφωνο και πρόσβαση. Κλείνει ραντεβού και διαθέτει τις κομματικές διασυνδέσεις που θα βαφτίσουν το προσωπικό του συμφέρον κοινωνική αγωνία.

Ο υπουργός υπολογίζει πολύ περισσότερο τον δεύτερο.

Έτσι οι κυβερνήσεις ξεκινούν με μεγάλες μεταρρυθμίσεις και καταλήγουν να πανηγυρίζουν για ρυθμίσεις που αφήνουν σχεδόν ανέγγιχτη την πραγματικότητα. Το σχέδιο ψαλιδίζεται, ο νόμος γεμίζει εξαιρέσεις και η εφαρμογή μετατίθεται.

 

Η μεταρρύθμιση επιβιώνει στον τίτλο του δελτίου Τύπου. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι προχώρησε, οι αντιδρώντες ότι την ανάγκασαν να υποχωρήσει και ο πολίτης μένει με την υπόσχεση πως η πραγματική αλλαγή θα γίνει την επόμενη φορά.

Κάθε υποχώρηση επιβεβαιώνει ότι η μέθοδος αποδίδει. Η επόμενη οργανωμένη ομάδα μαθαίνει ότι ο νόμος είναι μόνο η αρχή του παζαριού.

Η επένδυση που δεν έγινε και η δουλειά που δεν δημιουργήθηκε σπάνια εμφανίζονται ως ζημιά. Μένουν οι χαμηλοί μισθοί, η ακριβή καθημερινότητα και οι νέοι που φεύγουν.

Πιο δύσκολο είναι όμως να παραδεχτούμε ότι η χώρα μας συχνά αδυνατεί να πάρει μια απόφαση και ακόμη περισσότερο να την εφαρμόσει μέχρι τέλους. Η καθυστέρηση έχει γίνει φόρος για την κοινωνία χωρίς όμως έσοδα για το κράτος.

Τον πληρώνουν οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και τα παιδιά μας. Το κράτος εισπράττει μηδέν. Οι οργανωμένες μειοψηφίες κρατούν τα κεκτημένα τους και το πολιτικό σύστημα παίρνει ανάσα επειδή απέφυγε άλλη μία δύσκολη απόφαση.

Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Η μόνιμη ομηρία της κοινωνίας είναι προνόμιο που χάρισε το πολιτικό σύστημα σε όσους έμαθαν να προκαλούν τη μεγαλύτερη ζημιά.

Η πολιτεία πρέπει να ακούει τους πάντες. Κάποια στιγμή όμως η συζήτηση οφείλει να τελειώνει. Η πολιτεία να αποφασίζει και να εφαρμόζει τον νόμο.

Διαφορετικά, …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΙΣΛΑΜΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αριστερή τρομοκρατία, δημοκρατία και κράτος

Image 

 

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Tο 1957, στο δοκίμιό του σε δύο μέρη «Πορτρέτο του Αποικιοκρατούμενου – Πορτρέτο του Αποικιοκράτη» (με πρόλογο του Σαρτρ), ο Albert Memmi διερεύνησε τη σχέση της αριστεράς με την τρομοκρατία.

Ο Μemmi, που, ως Τυνήσιος Εβραίος, είχε οδηγηθεί στον σοσιαλιστικό σιωνισμό και στο αντιαποικιοκρατικό κίνημα, επέμενε ότι η αριστερά «καταδίκαζε την τρομοκρατία και τις πολιτικές δολοφονίες ως ενέργειες ασταθών, ύποπτων και ανεξέλεγκτων στοιχείων» που φαίνονταν «ακατανόητες, σκανδαλώδεις και πολιτικά παράλογες», ειδικά όταν αφορούσαν «τον θάνατο παιδιών ή ατόμων άσχετων με τον ταξικό αγώνα». Αλλά αυτή η υπόθεση ήταν ήδη ξεπερασμένη όταν την έγραφε ο Memmi. Είχε ήδη συναφθεί στενή σχέση μεταξύ της αριστεράς και της τρομοκρατίας: όχι η παλιομοδίτικη παραλλαγή της που είχε στόχο τσάρους και εκπροσώπους της αυτοκρατορικής εξουσίας, αλλά εκείνη με «συμβολικό» σκοπό που στρεφόταν εναντίον άοπλων πολιτών.

Στην πραγματικότητα, αυτή η σχέση ξεκίνησε με τον πόλεμο της Αλγερίας και θα επιταχυνόταν στη διάρκεια των δεκαετιών του 1960 και 1970 και πέραν αυτών, με τη δράση των Ερυθρών Ταξιαρχιών, της Συμμορίας Μπάαντερ-Μάινοφ, του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (μαζί με τα παρακλάδια του), του Ιαπωνικού Ερυθρού Στρατού, των Weathermen, καθώς και ενός φάσματος ομάδων που συνέθεταν την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης. Όπως διακήρυττε εκείνη την εποχή ο Αιγύπτιος κομμουνιστής διανοούμενος Μοχάμεντ Σιντ-Αχμέντ, η Παλαιστινιακή Υπόθεση ενέπνεε την αριστερή τρομοκρατία στη Δύση και στην Ανατολή, τόσο με τις επιδιώξεις της όσο και με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε.

Πράγματι, οι παλαιστινιακές ομάδες αναβάθμισαν με θεαματικές αεροπειρατείες και σφαγές την αριστερή τρομοκρατία η οποία είχε ταυτιστεί με αναρχικούς τύπου Ravachol, Auguste Vaillant, Émile Henry και Gaetano Bresci· οι Παλαιστίνιοι προσέδωσαν στην τρομοκρατία αύρα ιερότητας. Αυτό το στοιχείο έλειπε από τις βομβιστικές επιθέσεις και τις δολοφονίες που διέπρατταν οι υποστηρικτές της «προπαγάνδας της πράξης» του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, αλλά όχι από τους ίδιους τους δράστες οι οποίοι αναδεικνύονταν σε ήρωες επειδή τιμωρούνταν σκληρά για τις πράξεις τους. Οπωσδήποτε, η προπολεμική ιδέα για τον Νόμο και την Τάξη διέφερε ριζικά από τη σημερινή.

Οι τρομοκράτες του μεταπολεμικού κόσμου συνδύαζαν τον ταξικό με τον αντιαποικιακό αγώνα και πρόβαλλαν υπαρκτά πρότυπα κοινωνικής οργάνωσης: αν και εμπνέονταν από την ιδέα της Συμμορίας του Bonnot ότι οι ένοπλες ληστείες λειτουργούν ως «επαναστατική απαλλοτρίωση» του πλούτου των αστών, πολλοί ήταν κινεζόφιλοι μαοϊκοί, οπαδοί του Φιντέλ Κάστρο και διεθνιστές που όφειλαν αλληλεγγύη στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα του επονομαζόμενου τότε Τρίτου Κόσμου.

Αν και δεν συμφωνούσαν όλοι οι αριστεροί με τις τρομοκρατικές πρακτικές, οι επιφυλάξεις τους βασίζονταν συνήθως σε ωφελιμιστικά κριτήρια —στο ότι, για παράδειγμα, η τρομοκρατία εναντίον μεμονωμένων πολιτών αποξενώνει τους λαούς και τους ωθεί προς τα δεξιά. Καθώς φοβούνταν μήπως χαρακτηριστούν συντηρητικοί και ηθικολόγοι, μερικοί χαρακτήριζαν τους αριστερούς τρομοκράτες «προβοκάτορες», ρίχνοντας, βολικά, το φταίξιμο στο δεξιό Κατεστημένο που συνωμοτούσε για να αφαιρέσει από την αριστερά το ηθικό πλεονέκτημα.

Στη συνέχεια, οι αριστερές τρομοκρατικές ομάδες του 20ού αιώνα εξαρθρώθηκαν, ενώ η αριστερά κατήγγελλε τον «αυταρχισμό» του κράτους, δικαιολογούσε «υπό όρους» τις τρομοκρατικές πράξεις και εξήρε τον ηρωισμό των ανταρτών πόλεων. Στο μεταξύ, ενισχύθηκε και επεκτάθηκε η ισλαμιστική τρομοκρατία, η οποία, αν και δεν σχετίζεται με τον μαρξισμό, κέρδισε την ανοχή και τη συμπάθεια του μαρξιστικού και αναρχικού χώρου: Ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου.

Μολονότι οι αριστεροί υποστηρικτές της Αλ Κάιντα, του ISIS, των Ταλιμπάν ή της Μπόκο Χαράμ δεν εκφράζονται ανοιχτά, αντιμετωπίζουν τη Χαμάς, την Ισλαμική Τζιχάντ και τη Χεζμπολάχ ως αντιστασιακή και αντιαποικιοκρατική απάντηση στη «δεξιά» τρομοκρατία του Ισραήλ.

Αυτή η εξελικτική γραμμή από τον αναρχισμό στην άκρα αριστερά και στη θρησκευτική τρομοκρατία δεν περιλαμβάνει ούτε την κρατική τρομοκρατία —όπως εκείνη που ακολούθησε τη Γαλλική Επανάσταση, την Οκτωβριανή Επανάσταση, την επικράτηση των Ναζί στη Γερμανία— ούτε την κοινωνική τρομοκρατία όπως εκείνη της Κου Κλουξ Κλαν· παρ’ όλ’ αυτά, όλες οι τρομοκρατικές ομάδες υψηλής δυναμικότητας μοιράζονται την ίδια στρατηγική εκφοβισμού. Άλλωστε, οι εσωτερικές δομές αυτών των ομάδων είναι όμοιες: ο Ιαπωνικός Ερυθρός Στρατός, αν και τα μέλη του δήλωναν αριστεροί επαναστάτες, ήταν ακραίος φασιστικός, πουριτανικός, μισογυνικός μηχανισμός — όπως οι ισλαμιστικές οργανώσεις. Όσο για τους ισλαμιστές, τους επονομαζόμενους μοναχικούς λύκους, που μαχαιρώνουν τυχαία άτομα στις δυτικές χώρες, μοιάζουν με τους αναρχοκομμουνιστές που σκότωναν επιχειρηματίες και πολιτικούς εξίσου «τυχαία», βάσει κάποιας ιδεοληψίας χωρίς αντιστοιχία με την πραγματικότητα.

Εφόσον για τους αναρχικούς το ζητούμενο είναι η δικαιοσύνη και η κοινωνική ισότητα, ενώ για τους ισλαμιστές είναι η καταστροφή της Δύσης και η επιβολή της Σαρία, αν βρίσκονταν μαζί σε ένα δωμάτιο, ίσως, παρά την αναγνώριση του κοινού εχθρού, να σκότωναν ο ένας τον άλλον. Πράγμα που δεν αίρει το γεγονός ότι μοιράζονται την πεποίθηση της μανιχαϊστικής διαίρεσης μεταξύ του απόλυτου Καλού και απόλυτου Κακού· το ότι η ανατροπή της τάξης του κόσμου είναι ιερός σκοπός· ότι μόνο η βία μπορεί να φέρει πραγματική αλλαγή· ότι οι ηθικές υποχρεώσεις είναι μέρος της δόλιας δυτικής μυθολογίας. Αμφότερες οι παραλλαγές τρομοκρατών προβάλλουν ένα αποκαλυπτικό όραμα στο οποίο αυτός ο κόσμος αντικαθίσταται από έναν άλλον μέσω της αφοσίωσης που επιτρέπει την προσωπική θυσία και μέσω της πίστης ότι όσοι δρουν επαναστατικά θα γίνουν μάρτυρες.

Οι εξτρεμιστές αντιπροσωπεύουν πάντοτε μια μικρή μειονότητα. Ωστόσο κινητοποιούν τεράστιο αριθμό ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους καταφεύγουν σε βιαιοπραγίες για να επιβάλουν στους άλλους την ιδεολογία τους. Εξάλλου, υπάρχει πάντοτε το πρόβλημα της παθητικής και ενεργητικής ανοχής, της συστηματικής θώπευσης εκ μέρους των αριστερών διανοουμένων και της μυθοποίησης του κοινωνικού περιθωρίου στο οποίο οι τρομοκράτες συνωθούνται μαζί με κάθε λογής παραβάτες και τους ακτιβιστές συνηγόρους τους. Αλλά ακόμα και όταν τα άτομα εμφανίζονται ως «μοναχικά», παραμένουν συνδεδεμένα με όσους συμμερίζονται τις πεποιθήσεις τους· το να μιλάμε για μοναχικούς λύκους υπονοεί αγέλη λύκων. Οι τρομοκράτες μαθαίνουν από άλλους τρομοκράτες.

Στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες τα όρια της νομιμότητας έχουν ξεχειλώσει. Αν και στις περισσότερες δεν υφίσταται πλέον φαινόμενο αριστερής τρομοκρατίας τύπου Ερυθρών Ταξιαρχιών ή 17ης Νοέμβρη, το μαύρο μπλοκ δραστηριοποιείται σε όλες ανεξαιρέτως τις μαζικές εκδηλώσεις υποδαυλίζοντας ταραχές, ενώ ταυτοχρόνως, η άκρα αριστερά, είτε συμμετέχει στα κοινοβούλια είτε όχι, επωφελείται της προσοχής των ΜΜΕ: η δράση της με ακραία συνθήματα και βανδαλισμούς αποκτά δυσανάλογη ορατότητα, με τις κρατικές αρχές να βρίσκονται μονίμως σε θέση απολογητικής άμυνας για δήθεν κατάχρηση εξουσίας και άσκηση αστυνομικής βίας.

Διαδοχικά κύματα μικροτρομοκρατίας παρατηρούνται ιδιαίτερα στην Ελλάδα και στη Γαλλία όπου ομάδες ultras οργανώνουν «δράσεις» εναντίον προσώπων, συγκρούονται με την αστυνομία, καταστρέφουν δημόσια και ιδιωτική περιουσία (χωρίς κίνδυνο να τους ζητηθεί αποζημίωση) και συνεργάζονται με ληστές και ναρκεμπόρους —όλα είναι εύκολα στο πλαίσιο της δημοκρατίας όπου σπανίως διώκεται η προτροπή σε βία, η ηθική αυτουργία, η κατοχή εμπρηστικών υλικών, οι επιθέσεις σε αστυνομικούς και η διατήρηση της «εξεγερσιακής κατάστασης». Αυτή την κατάσταση απολαμβάνουν πρωτίστως νεαροί με διαταγμένο ψυχισμό, αλλά και ηλικιωμένοι που τους αναθέτουν τον ακτιβισμό χειροκροτώντας από το θεωρείο του Μάπετ Σόου.

Η ελληνική περίπτωση εμφανίζει χαρακτηριστικά στασιμότητας. Μεγάλο μέρος των Ελλήνων φαίνεται να μην επιθυμεί συναίνεση και κοινωνική συνοχή, ενώ ταυτοχρόνως, σύμφωνα με τις σχετικές δημοσκοπήσεις, πιστεύει ότι οι θεσμοί είναι ανούσιοι και διεφθαρμένοι. Η εύλογη διαπίστωση περί δυσλειτουργικού κράτους διαφέρει ριζικά από την απαξίωση της ιδέας του κράτους: αυτή η τελευταία στάση συνιστά, πάνω-κάτω, το περιεχόμενο του μηδενισμού, ο οποίος εκδηλώνεται με ριζοσπαστικό σκεπτικισμό όχι μόνον έναντι οποιασδήποτε διακυβέρνησης αλλά γενικότερα έναντι της οργανωμένης κοινωνίας —πράγμα που σημαίνει μισανθρωπισμό (ακραία εκδήλωση του οποίου ήταν οι δολοφονίες στη Marfin), κατεδάφιση και χορό επί των ερειπίων. Πολλοί Έλληνες είναι ανεπίγνωστα ή και συνειδητά, μηδενιστές, που, αν και δεν έχουν ιδέα ούτε για την ιδεολογία των Ρώσων υπερεπαναστατών του 19ου αιώνα, ούτε για την ιστορική τους συνέχεια, επιδιώκουν την κατάρρευση της πολιτικής και κοινωνικής τάξης —κι όπου βγει. Όσο για τις συμμορίες, όπως προκύπτει από την ποικιλία των συνθημάτων τους, φρονούν ότι «η κοινωνία είναι βόθρος» και ότι ζουν υπό χουντική τυραννία.

Συμφωνεί μαζί τους, ρητά ή υπόρρητα, η αριστερά και πολλοί φιλοσοφίζοντες που εγκωμιάζουν τον παραλογισμό και το χάος. Ίσως δεν το εννοούν πραγματικά· ίσως πρόκειται για μια από τις πόζες εκείνων των διανοουμένων με ακαταμάχητη ροπή προς το λάθος που δεν συνειδητοποιούν τις συνέπειες των υποδείξεών τους.

Ούτε οι αρχές έχουν σαφή εικόνα της πραγματικότητας: ότι δηλαδή η άκρα αριστερά και γενικότερα ο εξτρεμισμός έχει κατακτήσει εδάφη —τα Εξάρχεια, τα πανεπιστήμια, τις ΜΚΟ— ασκώντας βία, προωθώντας ισλαμοφιλία και αντισημιτισμό, επιβάλλοντας μετριότητα και παραβιάζοντας τους νόμους του κράτους.

Ο μηδενισμός παρεισφρέει σε αμφότερα τα πολιτικά άκρα, αλλά συνήθως η άκρα δεξιά τιμωρείται και περιθωριοποιείται.

Αντιθέτως, η άκρα αριστερά…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Θεσσαλονίκη-Μαρφίν: Το ηθικό πλεονέκτημα και οι άτυχοι «κυρ-Παντελήδες»

https://www.protagon.gr/wp-content/uploads/2026/07/thessaloniki-marfin-hypocrisy-pr.jpg

 

Του ΑΡΓΥΡΗ ΠΑΠΑΣΤΑΘΗ

Δεν εννοώ τα ορυχεία του Μάντσεστερ. Εννοώ την Αντίπαρο και τα ακριβά εστιατόρια της Αίγινας. Δεν έφτασε ποτέ για unboxing στη ζώνη του Περάματος το πολυτελές πακέτο που φέρει την επιγραφή «ηθικό πλεονέκτημα».

Στη Φιλοθέη και στο Ψυχικό όμως έφτασε και ταίριαξε με πολλά. Υπάρχει ωραιότερο πράγμα στον κόσμο από το να έχεις και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη, από το να απολαμβάνεις την «καλή ζωή» αλλά να είσαι και με «το δίκιο»;

Τι ωραίοτερο από το να καταχεριάζεις τους μικροαστούς «που κοιτάζουν τη δουλίτσα τους» κάτω από το αρμυρίκι στη Σέριφο με παρεό των 900 ευρώ: «Τι να κάνουμε αν βρέθηκαν στη λάθος μεριά όταν έπεφταν μολότοφ;»

Αυτό είναι το πλήρες πακέτο.

Η πατρίδα μας το προσφέρει και, δόξα τω Θεώ, υπάρχουν άνθρωποι που δεν είναι καθόλου χαζοί για να αγνοήσουν τα προνόμια. Γι’ αυτό και παραμένουν ενεργοί συνδρομητές.

Μεταξύ μας, τώρα που η «κανονικότητα» αποδείχθηκε για μια ακόμη φορά χίμαιρα, μετά από τόσα σκάνδαλα και εν μέσω κυβερνητικά τροφοδοτούμενης (εδώ) πληθωριστικής κρίσης, αυτή είναι και η μόνη συνταγή ευδαιμονίας που διατίθεται. Ολα τα υπόλοιπα (όπως το να στριφογυρνάς ματαιωμένος στον κενό χώρο του Κέντρου ανάμεσα σε ηθικά υπερέχοντες από αριστερά και ακροκεντρώους από δεξιά) είναι για τους λάτρεις της ταλαιπωρίας.

Ενα απαραίτητο, λοιπόν, αξεσουάρ του εγχώριου πακέτου ευδαιμονίας που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα» είναι η βαθιά ενόχληση όταν ερευνώνται εγκλήματα (κανονικές δολοφονίες) που σχετίζονται με δήθεν κοινωνικούς αγώνες.

Το ξαναβλέπουμε (γιατί δεν είναι προφανώς κάτι καινούργιο) το τελευταίο διάστημα στα ΜΜΕ, στην πολιτική και στα social με αφορμή τη Θεσσαλονίκη και τη Μαρφίν. Είναι άραγε παραλογισμός να θεωρούνται a priori ύποπτες έως καταγέλαστες (και προφανώς αφορμή για καζούρα στα social) οι έρευνες της αστυνομίας για την εξιχνίαση δολοφονικών ενεργειών;

Καθόλου, είναι κάτι απολύτως συνεπές με τους συνδρομητικούς κανόνες του πακέτου ευδαιμονίας που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα». Το πακέτο αυτό είναι ιδανικό για τη χώρα μας διότι, εκτός από καλή ζωή και αίσθημα ηθικής ανωτερότητας, προσφέρει και το αντικειμενικό πλεονέκτημα της ασφάλειας. Διότι συντάσσεσαι με την πλευρά από την οποία εκτοξεύεται η μολότοφ και όχι με αυτή των «συμβιβασμένων μικροαστών – παράπλευρων απωλειών» στους οποίους ενίοτε καταλήγει το κύμα της φωτιάς στερώντας τους τη ζωή. «Αλλωστε τι σχέση έχουμε εμείς με τους μικροαστούς; Tough luck».

Αυτό είναι το πνεύμα των ημερών, και εξηγείται, καθώς αποτελεί ζωτικό τμήμα του lifestyle του ηθικού πλεονεκτήματος. Το οποίο παραγγέλνεις εγκαίρως αν δεν θες να ανήκεις στους «βλάκες» που ταλαιπωρούνται μια ζωή – και κάνει τη ζωή σου αμέσως καλύτερη.

Αλλωστε το «πακέτο» έχει ένα χαρακτηριστικό που καθιστά πολύ εύκολη την «είσοδο σε έναν κόσμο προνομίων»:

 Δεν απαιτείται να σου αποδώσει κάποιος άλλος τα εύσημα του «ηθικού πλεονεκτήματος». Δηλώνεις μόνος σου ότι «είσαι με το δίκιο», και όχι φυσικά με τους (άτυχους) «κυρ-Παντελήδες». Αυτό ήταν. Είσαι πλέον συνδρομητής.

Στη συνέχεια, ακόμη κι αν δεν έχεις χιούμορ, τα αστεία σου θα θεωρούνται ξεκαρδιστικά, ενώ ακόμη κι αν δεν έχεις δράμι ταλέντου θα θεωρείσαι σημαντικός καλλιτέχνης. Είναι τόσο απλό. Και διαρκεί για πάντα.

Με μια προϋπόθεση:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΦΑΣΙΣΤΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Η Αριστερά θέλει να σε βρίζει κι εσύ να είσαι μούγκα στη στρούγκα»

 

Toυ ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ 

Αυτά και άλλα πολλά απολαυστικά είπε ο γνωστός ηθοποιός Χάρης Ρώμας στην «Ομάδα της Αλήθειας».

Δεν πρωτοτύπησε στις διαπιστώσεις του, η επιθετικότητα της πλειοψηφίας των αριστερών στην άλλη άποψη είναι γνωστή, ιδίως στον χώρο των καλλιτεχνών. Όποιος καλλιτέχνης ξεφεύγει από τις γνωστές νόρμες, δηλαδή δεν στέκεται δίπλα στον «Άνθρωπο», δεν είναι κατά του «γενοκτονικού» κράτους, δεν είναι υπέρ μια «ανώτερης κοινωνίας», δε στηρίζει το ηρωικό καθεστώς της Κούβας, και όλα αυτά με την υπογραφή του, τότε δέχεται μια ανελέητη επίθεση τόσο από επώνυμα στελέχη της Αριστεράς όσο και από έναν όχλο στο Διαδίκτυο.

Όπως είπε ο Χάρης Ρώμας, η καλή του φίλη και συμπατριώτισσα η Νατάσσα Μποφίλιου έχει κάθε δικαίωμα να θέλει να ανέβει στο βουνό, όμως θα πρέπει να είναι σεβαστή και η θέση όσων δε θέλουν να ανέβουν στο βουνό. Τι να κάνουμε; Σε μια δημοκρατία όλες οι γνώμες θα πρέπει να ακούγονται χωρίς κατάρες και κραυγές.


Όμως, όταν κάποιοι πιστεύουν πως αυτοί εκφράζουν την πρόοδο και το απόλυτο καλό για τον Άνθρωπο, είναι επόμενο να κηρύσσουν πόλεμο στην αντίθετη άποψη.

Η λέξη «αντιδραστικός», με το ιδιαίτερα αρνητικό φορτίο, δεν προέκυψε τυχαία στην Ιστορία.

Ούτε προέκυψε τυχαία το διαβόητο «ηθικό πλεονέκτημα» το οποίο δίνει αίγλη και κύρος σε όσους διατείνονται πως είναι φορείς και κοινωνοί του. Διότι όταν είναι με τον «Άνθρωπο»-πάντα με «άλφα» κεφαλαίο - και υπέρ της «ειρήνης και κατά του πολέμου», είναι επόμενο να είναι ηθικά ανώτεροι από τους άλλους που είναι κατά του «Ανθρώπου» και υπέρ των πολέμων ή δε θέλουν να ανέβουν στο βουνό, στα περήφανα βήματα του Δου - Σου - Ε.

Στον καλλιτεχνικό χώρο - τα έχουμε πει και γράψει - η αριστερή ταυτότητα είναι το διαβατήριο για μια επιτυχημένη καριέρα ακόμα και για τους ατάλαντους, για τις μετριότητες. Είναι μεγάλο πράγμα, από το μηδέν, να σε καλούν να τραγουδήσεις σε ένα αριστερό φεστιβάλ μπροστά σε 20.000 κόσμο. Αρκεί να έχεις βάλει την υπογραφή σου στο σωστό κείμενο και να σήκωσες τη σωστή σημαία σε εκδήλωση ενός «προοδευτικού» Δήμου. Τα υπόλοιπα έρχονται από μόνα τους.

Στους διαφωνούντες σε όλο αυτό το σκηνικό που έχει στηθεί από την Μεταπολίτευση και μετά, το μόνο δικαίωμα που τους αναγνωρίζεται είναι στη σιωπή. Όπως το είπε ο Χάρης Ρώμας «μούγκα στη στρούγκα».

Είδαμε τι έπαθε ο Αθερίδης που τόλμησε να εκθειάσει την ΕΛΑΣ του Χρυσοχοΐδη για τις πρόσφατες συλλήψεις. Ή να θυμηθούμε τα όσα υπέστη η Γλυκερία, πριν από δύο χρόνια, επειδή δεν ακύρωσε προγραμματισμένη συναυλία της στο «γενοκτόνο» Ισραήλ.

Τα πιστόλια που εκτελούν συμβόλαια είναι πολλά και με άμεσα αντανακλαστικά. Σε πυροβολούν σε χρόνο dt. Η «προοδευτική» σφαίρα έχει άλλη χάρη.

Μια και βρισκόμαστε στον καλλιτεχνικό χώρο, όλοι αυτοί οι «πιστολέρο» του Διαδικτύου μας θυμίζουν…

 

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι «δεύτερες ζωές» της Μεταπολίτευσης

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Κωστής Κορνέτης

Κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

 

Γιατί κάποιες ιστορικές στιγμές αρνούνται να περάσουν στο παρελθόν;

Γιατί, ενώ οι επαναστάσεις, οι πόλεμοι ή οι μεταβάσεις τελειώνουν ως γεγονότα, συνεχίζουν να ζουν ως πολιτικά παρόντα;

Η δική μας Μεταπολίτευση ανήκει αναμφίβολα στην παραπάνω κατηγορία, εφόσον εξακολουθεί να είναι τόσο παρούσα πενήντα δύο χρόνια μετά.

Αν τη δούμε συγκριτικά, η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε τον ισχυρό ιδρυτικό μύθο της πορτογαλικής Επανάστασης των Γαριφάλων ούτε τον θεσμοποιημένο μνημονικό αναστοχασμό της Ισπανίας των τελευταίων χρόνων όσον αφορά τη δική της μετάβαση. Διαθέτει όμως μια δημοκρατική μνήμη που εξακολουθεί να οργανώνεται περισσότερο γύρω από την αντίσταση παρά γύρω από την αποκατάσταση.

Το γεγονός ότι η συλλογική μας φαντασία επιστρέφει αυθόρμητα περισσότερο στο Πολυτεχνείο ως αφετηριακή στιγμή εκδημοκρατισμού, παρά στην 24η Ιουλίου, αποκαλύπτει μια βαθύτερη ανάγκη ηθικής νομιμοποίησης της δημοκρατίας από την εξέγερση και όχι από τους θεσμούς. Ενώ η επίσημη επέτειος της δημοκρατίας είναι η 24η Ιουλίου, η ημερομηνία που εξακολουθεί να συγκινεί βαθύτερα και να γιορτάζεται μαζικά είναι η 17η Νοεμβρίου.

Η Μεταπολίτευση απέκτησε όμως και μια παράξενη αυτονομία: έπαψε να υποδηλώνει αποκλειστικά μια ιστορική περίοδο και μετατράπηκε σε πολιτική έννοια. Αν στρέψουμε τη ματιά μας από την ιστορία του γεγονότος στη ζωή της ίδιας της λέξης, θα δούμε πως κυκλοφορεί στον δημόσιο λόγο σαν να είναι ακόμη παρούσα. Τη συναντά κανείς παντού: στο «μεταπολιτευτικό κράτος», στην καημένη «μεταπολιτευτική γενιά», στο «τέλος της Μεταπολίτευσης», στις καταγγελίες για τις «παθογένειες της Μεταπολίτευσης». Από την οικονομική δε κρίση και μετά, σχεδόν κάθε πολιτικός χώρος επικαλέστηκε κάποια στιγμή την ανάγκη μιας νέας ιδρυτικής αρχής, μιας «Νέας Μεταπολίτευσης».

Η έκφραση πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά, εμφανίστηκε σε διαφορετικές εκδοχές στον λόγο του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επανέρχεται σήμερα στις εξαγγελίες της ΕΛΑΣ. Η μετάβαση επιστρέφει ως γλώσσα της πολιτικής αναγέννησης.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό παράδοξο. Η Μεταπολίτευση παραμένει ταυτόχρονα μνήμη και υπόσχεση. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να περιγράψει ένα παρελθόν, αλλά για να φανταστούμε ένα μέλλον.

Η ίδια λέξη που υποδηλώνει την πολιτική αλλαγή του 1974 εξακολουθεί να επιστρατεύεται ως πολιτικό εργαλείο κάθε φορά που η κοινωνία αναζητάει ένα νέο ξεκίνημα.

 Ισως εδώ να βρίσκεται εν μέρει και η εξήγηση για τη μακροβιότητά της. Η Μεταπολίτευση δεν έγινε απλώς το όνομα μιας περιόδου· έγινε το λεξιλόγιο μέσα από το οποίο η ελληνική δημοκρατία μιλάει για τον εαυτό της. Οταν θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί, επικαλείται τη Μεταπολίτευση. Οταν θέλει να αυτοκαταδικαστεί, πάλι τη Μεταπολίτευση επικαλείται. Οταν αναζητάει μια νέα αρχή, δανείζεται ξανά το ίδιο όνομα.

Εξ ου και όλες οι αλληλοσυγκρουόμενες αποτιμήσεις της: υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία της μεταπολεμικής Ελλάδας ή η μήτρα των προβλημάτων που οδήγησαν στην κρίση;

Ηταν δημοκρατικός θρίαμβος ή χαμένη ευκαιρία;

Αναμφίβολα, δεν υπάρχει άλλη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας που να έχει γνωρίσει τόσες διαδοχικές και αντιθετικές αναγνώσεις, εξιδανικεύσεις και δαιμονοποιήσεις.

Η ιστοριογραφία έχει προ πολλού μετατοπίσει το ενδιαφέρον της πέρα από τέτοιου είδους διλήμματα.

Αρχικά αναγνώρισε πως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν γεννήθηκε μέσα σε μία ημέρα, αλλά συγκροτήθηκε σταδιακά ως «μακρά μετάβαση», μέσα από συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Σταδιακά η έρευνα μετακινήθηκε από τις μεγάλες πολιτικές αφηγήσεις, τους θεσμούς, τα πολιτικά κόμματα και τις αποφάσεις των ηγετών, στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στην καθημερινότητα και στις εμπειρίες των ανθρώπων. Το διεισδυτικό πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Καραβίδα «Η περιπέτεια των ιδεών» (εκδ. Πόλις) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της μετατόπισης. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον οι ιδέες, οι πολιτικές διαδρομές, τα συναισθήματα μιας ολόκληρης εποχής, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις τους.

Μια περαιτέρω ιστοριογραφική πρόκληση είναι η μετάβαση από την εμπειρία στη μνήμη και από το πώς έζησαν οι άνθρωποι τη Μεταπολίτευση, ή πώς τη μεταβόλισαν διανοητικά, στο πώς τη θυμούνται σήμερα.

Βεβαίως η γενιά που έζησε τη Μεταπολίτευση δεν είναι πλέον η μόνη που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε γι’ αυτήν. Για όσους γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1990, η περιπέτεια του ελληνικού εκδημοκρατισμού δεν αποτελεί προσωπική ανάμνηση, αλλά αφήγηση. Αποτελεί μια ιστορία που άκουσαν από τους γονείς και τους παππούδες τους, μια εικόνα που συνάντησαν στα σχολικά βιβλία, στα μουσεία, στα ντοκιμαντέρ, στις τηλεοπτικές σειρές, στις επετειακές τελετές ή, πλέον, ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Μεταπολίτευση παύει σταδιακά να είναι βιωμένη εμπειρία και μετατρέπεται σε πολιτισμική μνήμη.

Από την άλλη, οι αφετηρίες των δημοκρατιών δεν παύουν ποτέ να παράγουν πολιτική. Δεν πρόκειται για μια παθητική κληρονομιά, αλλά για μια μνήμη που ενεργοποιείται, επιστρατεύεται και επανανοηματοδοτείται, ανάλογα με τις ανάγκες του παρόντος. Το είδαμε έντονα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που οι ιδρυτικές αυτές στιγμές επιστρατεύτηκαν για να νοηματοδοτήσουν, σωστά ή λάθος, τις αιτίες της πολιτικής κατάρρευσης.

Αντίστοιχα, δεν καλούμαστε πλέον μόνο να ανασυνθέσουμε τι συνέβη το καλοκαίρι του 1974 ή στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Καλούμαστε να κατανοήσουμε πώς αυτή η εμπειρία μεταδίδεται, πώς μετασχηματίζεται, ποια στοιχεία διατηρούνται, ποια λησμονούνται και ποια αποκτούν νέο νόημα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να μελετήσουμε τη Μεταπολίτευση ως ιστορικό γεγονός· χρειάζεται να μελετήσουμε και τις δεύτερες πολιτικές ζωές της, «βιογραφώντας» την.

Αυτός είναι, νομίζω, ο λόγος για τον οποίο η Μεταπολίτευση εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις. Είναι επειδή έχει πάψει να αποτελεί ιστορία και έχει γίνει ένα βασικό πεδίο μέσα από το οποίο διαδοχικές γενιές διαπραγματεύονται τη σχέση τους με τη δημοκρατία. Οι δε επέτειοι δεν είναι απλές αναμνήσεις του παρελθόντος. Είναι μηχανισμοί παραγωγής νοήματος. Κάθε φορά που μια κοινωνία αποφασίζει ποιες ιστορίες θα αφηγηθεί, ποιους θα συμπεριλάβει στη συλλογική της μνήμη και ποιους θα αφήσει έξω από αυτήν, μιλάει τελικά περισσότερο για το παρόν και το μέλλον της παρά για το ίδιο το παρελθόν.

Ισως, λοιπόν, πενήντα δύο χρόνια μετά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν η Μεταπολίτευση υπήρξε επιτυχημένη ή αποτυχημένη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι …

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η αφύπνιση της δημοκρατίας

 

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Αναρωτιέμαι ποια σημασία μπορεί να έχει για έναν σημερινό νέο η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974. Είναι και περίοδος σχολικών διακοπών, οπότε δεν έχει την ευκαιρία να ακούσει καν τους δεκάρικους που εκφωνούνται στα σχολεία για τις εθνικές εορτές. Οπότε είναι μάλλον φυσιολογικό τα νέα παιδιά, και τα όχι και τόσο νέα πια, να θεωρούν ότι τη χούντα την έριξε το Πολυτεχνείο το οποίο, αν μη τι άλλο, το εορτάζουν με τις δέουσες τιμές. Εκείνος ο Ιούλιος του 1974 που σημάδεψε τη ζωή μας παραμένει μια θαμπή περιοχή της μνήμης με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Το πραξικόπημα στην Κύπρο, η απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου, η τουρκική εισβολή, η κατάρρευση του καθεστώτος Ιωαννίδη στην Αθήνα και η θριαμβευτική επιστροφή του Καραμανλή είναι θέμα αν ανήκουν στην παρακαταθήκη της Ιστορίας που μαθαίνουν οι νεότερες γενιές. Πολλώ δε μάλλον η συνέχεια, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Καραμανλής να αποκαταστήσει ένα διαλυμένο κράτος, με τον τουρκικό στρατό να προελαύνει στην Κύπρο και τον στόλο να απειλεί τα αφοπλισμένα νησιά μας στο Αιγαίο.

Πόσοι ξέρουν ότι την ίδια εκείνη εποχή η κυβέρνηση Νίξον κλυδωνιζόταν λόγω Γουοτεργκέιτ και ότι για τον Κίσινγκερ δεν ήταν προτεραιότητα η αναταραχή και το ενδεχόμενο της σύγκρουσης δύο χωρών του ΝΑΤΟ.

Ο Αγγελος Βλάχος στην αφήγησή του με τον τίτλο «Αποφοίτηση» περιγράφει το χάος που αντιμετώπιζε ο Καραμανλής.

Αναζητούσε διεθνή στηρίγματα τα οποία και βρήκε στον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν.

Πόσοι ξέρουν τον καταλυτικό ρόλο του για την αποφυγή μιας σύρραξης στο Αιγαίο η οποία τότε θα ήταν καταστροφική για την Ελλάδα, και πόσοι ξέρουν τον ρόλο του στην εδραίωση της δημοκρατίας στη χώρα μας.

Πόσοι ξέρουν ακόμη τον ρόλο που διαδραμάτισαν υπουργοί του Καραμανλή, όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Σόλων Γκίκας, στην εκκαθάριση του χουντικού καθεστώτος, το οποίο είχε μεν καταρρεύσει, αλλά δεν είχε πεθάνει.

Τις προάλλες ακόμη, γνωστή μου επέμενε ότι την Ελλάδα την έβαλε στην τότε ΕΟΚ ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και υποψιάζομαι ότι πολλοί πιστεύουν ότι τη δημοκρατία στη χώρα μας την έφερε το Πολυτεχνείο και ο Παπανδρέου.

Πώς να το κάνουμε;

Το πνεύμα της μεταπολίτευσης είναι «αριστερό» και γι’ αυτό θεωρεί ότι μεγάλος ευεργέτης της Ελλάδας ήταν ο Μιτεράν και όχι ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν, στον οποίο η Ελληνική Δημοκρατία θα όφειλε να έχει αφιερώσει έναν ανδριάντα.

Πού να τολμήσει όμως;

Ο Ντ’ Εστέν ήταν δεξιός.

Oλα αυτά τα λέω, όχι για να υπηρετήσω τη νοσταλγική μου διάθεση. Ναι, τότε ήμουν νέος και πίστευα ότι η πτώση της χούντας θα άλλαζε οριστικά τη ζωή μου και τη χώρα μου.

Oμως, αν έχει σημασία η γνώση αυτής της πρόσφατης Ιστορίας, ειδικά για τις νεότερες γενιές που δεν την έχουν ζήσει, είναι για να αντιληφθούν ότι η δημοκρατία δεν μας προσφέρθηκε ως δώρο ούτε είναι δεδομένη.

Oσο κι αν βαυκαλιζόμαστε ότι είναι δυνατή και ατρόμητη, οφείλουμε να μην ξεχνάμε πόσο εύθραυστη υπήρξε και με ποιο κόστος την κατακτήσαμε.

Η δημοκρατία είναι κατάκτηση και ως κατάκτηση πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Και να τη σεβόμαστε ως μια από τις σπάνιες κατακτήσεις της ανθρώπινης κοινωνίας. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στην ανθρώπινη Ιστορία, από τον 5ο αιώνα π.Χ. που κάποιοι την επινόησαν ώς σήμερα για να διαπιστώσει ότι μέσα σε όλους αυτούς τους αιώνες η δημοκρατία δεν ήταν ο κανόνας. Ηταν πάντα η εξαίρεση.

Αν αντιληφθούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη, όπως τείνουν να τη θεωρούν όσοι τη βρήκαν έτοιμη, θα καταλάβουμε και ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι του κόσμου που ζούμε.

Εμείς οι Ελληνες είχαμε την τύχη να βρεθούμε στην πλευρά της όταν μοιράστηκε ο σύγχρονος κόσμος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι γειτονικές μας χώρες έπεσαν στα χέρια της κομμουνιστικής απολυταρχίας. Συν Αθηνά και χείρα κίνει.

Την τύχη μας την κυνηγήσαμε και την πληρώσαμε με βαριές θυσίες στη διάρκεια του εμφυλίου που προκάλεσαν οι κομμουνιστές.

Την εδραιώσαμε με την είσοδό μας στην τότε ΕΟΚ. Πιστέψαμε ότι η συμμετοχή μας είναι δωρεάν, ώσπου καταλάβαμε, στα χρόνια της κατάρρευσης και της κρίσης πως έπρεπε να καταβάλουμε ένα σοβαρό τίμημα.

Σήμερα η δημοκρατία μοιάζει ένα κουρασμένο πολίτευμα με αργά αντανακλαστικά και κινδύνους, που γεννάει ακόμη και η ίδια.

Η διείσδυση του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά που προκαλεί δεν είναι ο μικρότερος κίνδυνος. Ας προσθέσουμε σ’ αυτόν την επεκτατική νοοτροπία μιας Ρωσίας που νοσταλγεί την αυτοκρατορική της εποχή και τον κυνισμό μιας Αμερικής η οποία μοιάζει να έχει ξεχάσει τα ιδεώδη που της επέτρεψαν να γίνει κυρίαρχος του κόσμου μας. Μένει η Ευρώπη, κουρασμένη από τον εαυτό της, «γηραιά» ήπειρος, πλην όμως προσηλωμένη στις δημοκρατικές της αρχές. Αυτές που μέχρι πρότινος τις θεωρούσε δεδομένες και τώρα αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να προσπαθήσει για να τις κρατήσει ζωντανές.

Ο αγώνας των Ουκρανών είναι ένα παράδειγμα.

Η αφύπνιση της δημοκρατίας είναι …

 

Υπαρκτου σουργελο-κηφηνο-κατσαπλιαδο-ξεφτιλαρά ελληνισμού κωμωδία


Ελληνόφωνου ισλαμο-αριστερολάγνου "δημοοσιογραφικού" σκουπιδαριού κωμωδία (Γυναίκες μαχαιρώνονται, βιάζονται, χέρια πόδια στη γραμμή σε όλη την Ευρώπη και το opentv ανησυχεί για το νερό στο μύλο της ακροδεξιάς)

 

Δυτικών ψυχοπονιάρηδων ισλαμοκαθαρματόπληκτων χρησίμων ηλιθίων κωμική τραγωδία

Σαν σήμερα (28/7/ΧΧΧΧ)

 

1586: Ο σερ Φράνσις Ντρέικ φέρνει στην Ευρώπη την πατάτα, την οποία εισάγει από την Κολομβία.

1828: Ο Ιωάννης Καποδίστριας καθιερώνει ως νομισματική μονάδα το «φοίνικα».

1913: Λήξη του Β Βαλκανικού πολέμου με την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου από τις αντιμαχόμενες δυνάμεις (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο, Ρουμανία εναντίον Βουλγαρίας). Μεγάλη χαμένη η Βουλγαρία, καθώς μέρος της Μακεδονίας προσαρτάται στην Ελλάδα.

1914: Η Αυστροουγγαρία κηρύσσει τον πόλεμο στη Σερβία. Αρχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

1948: Μία μέρα πριν από την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου, διοργανώνονται αγώνες για βετεράνους αθλητές - θύματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, με πρωτοβουλία του σερ Λούτβιγκ Γκούτμαν. Οι αγώνες αυτοί αποτέλεσαν το προοίμιο των Παραλυμπιακών Αγώνων, που θα γίνουν για πρώτη φορά το 1960 στη Ρώμη.

1836: Γεννιέται ο Εμμανουήλ Ροΐδης

1741: Πεθαίνει ο συνθέτης Αντόνιο Βιβάλντι

1750: Πεθαίνει ο συνθέτης Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ

1794: Πεθαίνει ο Ροβεσπιέρος (Μαξιμιλιέν Ρομπεσπιέρ), ηγετική μορφή της γαλλικής επανάστασης.
 
 
 
 
 
 
2021
Πέθανε  στην Ψέριμο όπου κατά καιρούς διέμενε, σε ηλικία 94 χρονών ο Αντώνης Βεζυρόπουλος ο οποίος ήταν γνωστός ως ο «βοσκός των Ιμίων».

ΕΛΛΑΔΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ: Ενας ευσυνείδητος δημοσιογράφος-πολίτης

Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα 

Γράφει ο Άλκης ο Ευσυνείδητος 

Ευτυχώς που δεν είναι όλοι οι δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ σαν τον Λώλο

Τις φωτογραφίες χάρη στις οποίες έγινε η ταυτοποίηση των κατηγορούμενων* για τις στυγνές δολοφονίες στη Μαρφίν παρέδωσε στην Αστυνομία ο δημοσιογράφος (της Ελευθεροτυπίας μάλιστα), Ηλίας Προβόπουλος.

Ευτυχώς που υπάρχουν στην κοινωνία μας ευσυνείδητοι δημοσιογράφοι και πολίτες σαν τον Προβόπουλο.  

Θέλουμε να πιστεύουμε ότι αυτοί είναι περισσότεροι από τους Λώλους.

Μιλώντας στο «Μανιφέστο» ο δημοσιογράφος Ηλίας Προβόπουλος είναι απολύτως ξεκάθαρος και κατηγορηματικός: «Ηταν 4 η ώρα το μεσημέρι όταν οι αστυνομικοί που με είχαν δει να βγάζω φωτογραφίες με πήραν με ένα μηχανάκι έξω από τον “Ιανό” και με πήγαν στη ΓΑΔΑ. Εδωσα τις φωτογραφίες, έδωσα και κατάθεση και με γύρισαν στο ίδιο σημείο».

«Δεν είμαι χαφιές. Πολίτης είμαι. Ενας πολίτης που ήταν αυτόπτης μάρτυρας σε μια πολλαπλή δολοφονία.  

Γιατί το έκανα, λοιπόν; 

Το έκανα ως πολίτης πρώτα. Ο δημοσιογράφος εδώ έρχεται δεύτερος. Είδα κάτι το οποίο δεν μου άρεσε ως πολίτη, ως δημοσιογράφος έκρινα ότι δεν ήτανε καλό αυτό που συνέβη και είχε τρομερές συνέπειες. Και έτσι το έδωσα στην Αστυνομία εγώ ο ίδιος. Κάηκαν ζωντανοί άνθρωποι εκεί μέσα. Από τότε...

 

ΠΑΣΟΚικά ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Της κακομοίρας

 

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

Το ξέρουμε ότι ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν είναι χαρισματικός, όπως επίσης ξέρουμε ότι είναι τραχύς και άκαμπτος στο ύφος.

Αυτά είναι ελαττώματα για έναν επαγγελματία στην πολιτική, όπως την έχει διαμορφώσει στην εποχή μας η σύγχρονη τεχνολογία. Όσο καλό μήνυμα και αν έχεις, πρέπει να το υποστηρίζει και η εικόνα.

Θα μπορούσε ωστόσο ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ να εξουδετερώσει τα ελαττώματα στην εικόνα του, να τα κάνει δηλαδή να μην έχουν σημασία. Θα μπορούσε, αν κατάφερνε να τα αντισταθμίσει με σοβαρότητα και συγκρότηση.

Δυστυχώς για το ΠΑΣΟΚ και γενικότερα για το κομματικό σύστημα, ο κ. Ανδρουλάκης δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο επίπεδο της σοβαρότητας που απαιτεί ο ρόλος του στην πολιτική – πόσω μάλλον δε ο ρόλος τον οποίο διεκδικεί.

Δεν νοείται να ανοίγεις διάλογο με τον πρωθυπουργό που φιλοδοξείς να αντικαταστήσεις, διάλογο στη Βουλή και μάλιστα για πρόταση δική σου, και να μην έχεις έτοιμο στην άκρη της γλώσσας σου το κόστος της πρότασής σου.

Δεν νοείται!

Όμως, αυτό ακριβώς συνέβη την  Παρασκευή 11/7 στη Βουλή.

Ο Πρωθυπουργός ζήτησε από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να προσδιορίσει επακριβώς το κόστος της 13ης σύνταξης, που έχει προτείνει το ΠΑΣΟΚ.

Εκείνος δεν ήξερε ή δεν θυμόταν και παρέπεμψε στα έγγραφα που συνόδευαν την πρόταση. Δεν απαντούσε και επέμενε ότι η απάντηση βρίσκεται στα χαρτιά που θα καταθέσει.

Οι δικοί του άρχισαν μανιασμένα να ψάχνουν το επίμαχο νούμερο για να το πει ο πρόεδρος, δεν το έβρισκαν, ακούστηκε μέχρι και ένα αξιοθρήνητο «δώστε μας δέκα λεπτά».

Ήταν ένα πανδαιμόνιο, που σε έκανε να νομίζεις ότι βλέπεις μια πρωτότυπη διασκευή του «Μπακαλόγατου», που εκτυλίσσεται στο περιβάλλον της πολιτικής.

Όταν επιτέλους βρέθηκε το νούμερο, ο Πρωθυπουργός, που ήταν έτοιμος, δήλωσε το πραγματικό κόστος του μέτρου, που βασιζόταν στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και ήταν σχεδόν εξαπλάσιο εκείνου που παρουσίαζε ο κ. Ανδρουλάκης.

Ακολούθησε σύντομη επανάληψη του πανδαιμόνιου, όπου μεταξύ άλλων ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέρριψε τα νούμερα του Γενικού Λογιστηρίου ως «μπακάλικα»…

Δεν είναι αυτονόητο ότι σε μια τέτοια αναμέτρηση δεν πας ποτέ αδιάβαστος;

Δεν είναι αυτονόητο και ιδίως σε θέματα που είναι δικές σου προτάσεις;

Εκπλήσσομαι και το εννοώ, γιατί τέτοιου είδους ελαφρότητα προσιδιάζει μάλλον στον Καπετάν Καραμήτρο παρά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, όποιος και αν είναι.

Μια και το έφερε η κουβέντα, επειδή στο διπλανό κόμμα (ΣΥΡΙΖΑ) η θέση του αρχηγού άδειασε, μήπως…