Μετά τον «πόλεμο» στα σούπερ μάρκετ, βγάζουν τα κλιματιστικά στη... μαύρη αγορά στη Γαλλία: Τα αγόρασαν 179 ευρώ και τα μεταπωλούν στα 700! https://t.co/s6FL8B3p0R
— Miltiadis Benakis (@BenakisM) July 4, 2026
Της Rym Momtaz / Carnegie Europe
Επιμέλεια - Απόδοση: Νικόλας Σαπουντζόγλου
Η Δυτική Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τρίτο κύμα καύσωνα εξαιρετικής έντασης από τις 27 Μαΐου.
Οι περισσότεροι κλιματολόγοι αναμένουν ότι αυτό θα εξελιχθεί σε μια πολύ πιο συνηθισμένη κατάσταση τα επόμενα χρόνια.
Κι όμως, οι περισσότερες χώρες της Δυτικής Ευρώπης παραμένουν τραγικά απροετοίμαστες. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς τις έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από τα κλιματιστικά που κυριάρχησαν την τελευταία εβδομάδα στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Παρότι το πρώτο κύμα καύσωνα αυτού του είδους έπληξε την ήπειρο πριν από 23 χρόνια, οι χώρες αυτές, όπως και άλλες, εξακολουθούν να δυσκολεύονται να προσαρμοστούν ακόμη και στα πιο βασικά δεδομένα.
Η συζήτηση μπορεί να μοιάζει με μια ασήμαντη παρέκβαση, σχεδόν διασκεδαστική, με τον τρόπο που η Ευρώπη συχνά παραμένει πεισματικά προσκολλημένη στις παλιές της συνήθειες. Όμως, αποτυπώνει ένα κεντρικό χαρακτηριστικό που παραλύει την προσπάθειά της να εδραιώσει την ισχύ της στη νέα παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα: μια συστημική αντίσταση στη γρήγορη, αποτελεσματική και συνολική μεταμόρφωση, ακόμη και απέναντι σε ζωτικής σημασίας απειλές.
Πουθενά αυτό δεν έχει γίνει πιο εμφανές από ό,τι στην προσαρμογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην κλιματική αλλαγή και στο τέλος της τάξης ασφαλείας που εγγυούνταν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Όπως αποδεικνύεται, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και οι σκληρές μέθοδοί του υπήρξαν πιο αποτελεσματικοί στο να κάνουν ηλεκτροσοκ τους Ευρωπαίους ώστε να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά τους, απ’ ό,τι οι θάνατοι από καύσωνες στο να τους ωθήσουν στη ριζική προσαρμογή που απαιτεί η κλιματική κρίση. Και τα δύο είναι εξίσου επείγοντα.
Μια ένωση της οποίας οι πλουσιότερες και ισχυρότερες χώρες παραλύουν εξαιτίας μιας πραγματικότητας που διαμορφώνεται εδώ και πάνω από δύο δεκαετίες δεν είναι έτοιμη να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Αυτή η έλλειψη προετοιμασίας δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα δημόσιας πολιτικής ή δημόσιας υγείας· συνιστά και μια σημαντική γεωπολιτική ευαλωτότητα.
Γιατί να μην επιτεθεί ένας αντίπαλος όπως ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν σε μια χώρα του ΝΑΤΟ, τη στιγμή που η Δυτική Ευρώπη καταρρέει εξαιτίας ενός κύματος καύσωνα;
Όταν οι επίσημες οδηγίες του γερμανικού υπουργείου Περιβάλλοντος υποστηρίζουν ότι τα κλιματιστικά "δεν ψύχουν αποτελεσματικά" και όταν οι επίσημες οδηγίες του γαλλικού υπουργείου Υγείας περιορίζονται στο να συμβουλεύουν τους πολίτες "να μην βγαίνουν έξω τις πιο ζεστές ώρες της ημέρας (11 π.μ.–9 μ.μ.)", γεννώνται σοβαρές αμφιβολίες για την ικανότητα αυτών των κυβερνήσεων να αποτρέψουν και να αποκρούσουν αποτελεσματικά έναν πόλεμο. Καμία από τις δύο δεν εμπνέει εμπιστοσύνη.
Γιατί να τους εμπιστευθεί κανείς για τη διαχείριση της άμυνας, όταν δεν μπορούν να διαχειριστούν σωστά ούτε έναν καύσωνα;
Κατά τη διάρκεια αυτού του επταήμερου κύματος καύσωνα, κρίσιμες υποδομές διπλής χρήσης δέχθηκαν τεράστια πίεση.
Οι σιδηροδρομικές γραμμές παραμορφώνονταν από τη ζέστη, τα τρένα που κυκλοφορούσαν είχαν καθυστερήσεις και πολλά αντιμετώπιζαν προβλήματα με τον κλιματισμό ή τον εξαερισμό, αναγκάζοντας τους επιβάτες να στοιβάζονται σε ασφυκτικά γεμάτα βαγόνια. Τα περισσότερα δωμάτια νοσοκομείων, όπως και τα περισσότερα σχολεία και βρεφονηπιακοί σταθμοί, έγιναν επικίνδυνα λόγω της έλλειψης κατάλληλων συστημάτων ψύξης, καθώς οι εσωτερικές θερμοκρασίες ξεπερνούσαν τους 30 βαθμούς Κελσίου. Οι αγρότες υπέστησαν τεράστιες απώλειες, με τα ζώα τους να υποφέρουν ή ακόμη και να πεθαίνουν, ενώ οι καλλιέργειες καίγονταν. Ακόμη και η αστική οικονομία, όπου τα συστήματα ψύξης είναι πιο διαδεδομένα, διαταράχθηκε, καθώς εργαζόμενοι με παιδιά και ηλικιωμένους συγγενείς αναγκάστηκαν να αυτοσχεδιάσουν για τη φροντίδα τους.
Πρόκειται για μια παραλυτική αλληλουχία γεγονότων, την οποία μια ένωση που αντιμετωπίζει τη στρατιωτική απειλή της Ρωσίας, την οικονομική επίθεση της Κίνας και την επιθετική αναδίπλωση των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχει την πολυτέλεια να υποστεί.
Τίποτε από όλα αυτά δεν ήταν αναπόφευκτο.
Αντιθέτως, όλα ήταν προβλέψιμα — και πράγματι είχαν προβλεφθεί — από χρόνια επιστημονικής έρευνας και κλιματικών μοντέλων. Όμως, στην ήπειρο του Διαφωτισμού, η επιστημονική έρευνα και η λογική χρειάστηκε να συγκρουστούν με την εσωστρέφεια, τον δογματισμό και τη νοοτροπία του μηδενικού αθροίσματος.
Οι δημόσιες συζητήσεις στη Γαλλία ή τη Γερμανία σχετικά με τον καύσωνα και τους καλύτερους τρόπους προσαρμογής σε αυτόν έχουν σχεδόν πλήρως παραλείψει την παγκόσμια διάσταση του κλίματος. Δημιούργησαν την εντύπωση ότι η αυστηρή ευρωπαϊκή ρύθμιση για την πράσινη μετάβαση, σε συνδυασμό με λίγη υπομονή απέναντι στη ζέστη, αρκεί για να προστατεύσει την ήπειρο από μελλοντικές κλιματικές κρίσεις. Τίποτε δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την επιστήμη. Απαιτείται μια ανανεωμένη παγκόσμια στρατηγική για τον περιορισμό των καταστροφικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Όσα συμβαίνουν στο Νέο Δελχί, το Πεκίνο, το Άμπου Ντάμπι ή την Ουάσινγκτον επηρεάζουν επίσης την αλυσιδωτή επίδραση των καιρικών συστημάτων.
Τα νέα νοσοκομεία, σχολεία, βρεφονηπιακοί σταθμοί και σιδηροδρομικοί σταθμοί που κατασκευάστηκαν μετά τον φονικό καύσωνα του 2003 σχεδιάστηκαν σκόπιμα χωρίς κλιματισμό. Το δόγμα ήταν ότι η εγκατάστασή του θα ενθάρρυνε τους πολίτες να εγκαταλείψουν τα μέτρα της πράσινης μετάβασης, στην οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτοστάτησε παγκοσμίως.
Ωστόσο, απαιτείται μια ολιστική προσέγγιση. Με δεδομένες τις υψηλές θερμοκρασίες, τα κλιματικά μοντέλα προβλέπουν ότι τα επεισόδια ακραίας ζέστης θα γίνονται ολοένα και συχνότερα τις επόμενες δεκαετίες. Η αναβλάστηση, τα καλύτερα μονωμένα κτίρια και τα παντζούρια δεν θα επαρκούν. Ύστερα από μία εβδομάδα συνεχόμενων υψηλών θερμοκρασιών, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, αυτές οι μέθοδοι δεν μπορούν να μειώσουν επαρκώς τη θερμοκρασία στους εσωτερικούς χώρους ώστε να παραμένουν κατοικήσιμοι, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους, τους ασθενείς και τα παιδιά. Ο κλιματισμός καθίσταται αναγκαίος και σώζει ζωές στις περιόδους ακραίας ζέστης. Επιπλέον, δεν είναι πιο ρυπογόνος από τα ψυγεία ούτε παράγει περισσότερη αστική θερμότητα από τα αυτοκίνητα. Όλες αυτές οι μέθοδοι πρέπει να συνδυαστούν, μαζί με ευρύτερες κοινωνικές και γεωγραφικές προσαρμογές.
Σε μια χώρα όπως η Γαλλία, η οποία διαθέτει ένα από τα ενεργειακά μείγματα με τις χαμηλότερες εκπομπές άνθρακα χάρη στην πυρηνική της ενέργεια, η ανάλυση κόστους-οφέλους για τον κλιματισμό θα έπρεπε να είναι αυτονόητη, εφόσον ληφθεί υπόψη το ανθρώπινο κόστος των θανάτων που σχετίζονται με τη ζέστη, καθώς και το γεωπολιτικό μήνυμα που εκπέμπεται.
Οι Ευρωπαίοι δεν είναι εντελώς ανίκανοι να προχωρήσουν σε μετασχηματισμούς. Ορισμένες χώρες έχουν επιδείξει μεγάλη ευελιξία και ευρηματικότητα έπειτα από σοβαρές κρίσεις. Η επανάσταση του δημοσιονομικού και κοινωνικού μοντέλου της Σουηδίας τη δεκαετία του 1990, ο συνολικός ψηφιακός μετασχηματισμός της Εσθονίας μετά το 2007 και η πρόσφατη αναμόρφωση του μακροχρόνιου μοντέλου ασφάλειας της Φινλανδίας αποδεικνύουν ότι οι αλλαγές ιστορικής κλίμακας είναι εφικτές.
Ακόμη και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρξαν ορισμένες ελπιδοφόρες ενδείξεις. Το Ταμείο Ανάκαμψης μετά την πανδημία της Covid-19 και η δημιουργική αξιοποίηση του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη ως απάντηση στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία αποτέλεσαν ιστορικές καμπές.
Το επαναλαμβανόμενο πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι κανένα από αυτά τα ενθαρρυντικά πρώτα βήματα δεν προωθήθηκε αρκετά μακριά ή αρκετά γρήγορα ώστε να είναι ουσιαστικό ή αποτελεσματικό απέναντι στις κρίσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη.
Η διπλή κρίση του κλίματος και της ασφάλειας είναι ήδη εδώ.
Και οι δύο απαιτούν τοπική και παγκόσμια δράση από την Ένωση και τα κράτη-μέλη, καθώς και από πρόθυμες ομοϊδεάτισσες χώρες-εταίρους, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και άλλες.
Σε τοπικό επίπεδο, ο μόνος τρόπος να αντιμετωπιστεί η κρίση, διατηρώντας παράλληλα τον ευρωπαϊκό τρόπο ζωής και τις αξίες της Ευρώπης, είναι…









