"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΛΑΓΝΟΣ ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αμετανόητοι… σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα!

 

Του Strange Attractor

Είχα να δω τον Σούλη χρόνια… από την εποχή του αγαναΧτισμού, όπου πρωτοστατούσε ζώντας σε αντίσκηνο μπροστά από τον Λευκό Πύργο, πολεμώντας, μαζί με άλλους σαλεμένους  τους «κακοί κσαίνοι τοκογλύφοι».

Αργότερα έγινε μετακλητός «σύμβουλος» σε υπουργό του Σύριζα, και από το ’19 και μετά χάθηκαν τα ίχνη του ακόμη και από το φέσιμπουκ όπου καθημερινά στηλίτευε την ΕΕ, τον κακό καπιταλισμό, τους τοκογλύφους, τους γερμανοντυμένους σαμαροβενιζέλους, και κάθε τόσο ανέβαζε τραγούδια της… Πάολα!

Τον είδα χθες βράδυ, φρεσκαδούρα, να αναλύει σε παρέα, σε μπαράκι της Χαλκιδικής, το όραμά του για μια νέα αριστερή και ελεύθερη Ελλάδα, με τον ανανεωμένο Αλέξη στο πηδάλιο!

Με τους συνδαιτυμόνες του να τον ακούν με ευλάβεια… έκθαμβοι!

Δεν επενέβην… απλά τον άκουγα.

Και στον βαθμό που ζούμε όλη αυτή τη λαίλαπα του «υπαρκτού μητσοτακισμού», με τους πιο διεφθαρμένους πολιτικάντηδες έβερ στο Μαξίμου, ο Σούλης είχε ένα δίκιο, δεν λέω.

Μετά όμως στο σπίτι, με πνίξανε αναμνήσεις, σκέψεις, και μπόλικα συναισθήματα για την «αριστερή ελπίδα», που είπα να τα μοιραστώ μαζί σας.

Τα πράγματα λοιπόν είναι απλά.

 Όπου προσπάθησε να κυβερνήσει ή κυβέρνησε η Αριστερά, ο λαός υπέφερε. Καλές οι θεωρίες του Μαρξ, αλλά στην πράξη δεν περπατάνε.

Το αντίθετο θα έλεγα…

Το είδαμε στην ΕΣΣΔ του Λένιν, και αργότερα του Στάλιν, στην οποία οι στερήσεις, η πείνα, οι ουρές, και η μιζέρια ήταν καθημερινό φαινόμενο επί πολλές δεκαετίες. Χώρια οι διώξεις, οι εκτοπισμοί, οι φυλακίσεις, και οι εκτελέσεις…

Πολιτικά, οι αριστεροί κομπάζουν για τη δημοκρατικότητά τους, αλλά όπου κυβέρνησαν απαγόρευσαν διά ροπάλου τη δημοκρατία, την πολυφωνία, τον αντίλογο, τον συνδικαλισμό, κλπ. κλπ.

 

Ιδεολογικά, αρέσκονται να μιλάνε για ισότητα, για φιλανθρωπία, για ισονομία, για κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά όπου έκαναν κουμάντο οι διακρίσεις ήταν πολύ σκληρότερες απ ότι και επί φεουδαρχίας.

Οικονομικά, ό,τι και να λέμε, σελίδες ολόκληρες να γράφουμε, είναι περιττό. Δείτε τις ελλείψεις και την οικονομική πενία σε όλα τα κράτη όπου υπήρξε αριστερή κυβέρνηση… και θα καταλάβετε.

Δεν χρειάζονται περισπούδαστες οικονομικές αναλύσεις. Ακούστε ένα πεντάλεπτο τον αμετανόητο Μπαρουφάκη, ή κάποιον άλλο εξίσου φαντασμένο, και θα αντιληφθείτε περί τι επικίνδυνων πρόκειται.

Δείτε τι συνέβη στα κράτη δορυφόρους της ΕΣΣΔ μέχρι που αυτή κατέρρευσε (από μόνη της), και οι λαοί τους επιτέλους συνήλθαν, ζώντας σήμερα χιλιάδες φορές καλύτερα από τις εποχές του κομμουνισμού (και από εμάς, που ζούμε το όνειρο της «αριστείας»)..

Δείτε τη σημερινή Κούβα, δείτε τη Βόρειο Κορέα, και μετά αναλογιστείτε, τι ακριβώς πέτυχε ο κομμουνισμός στην πράξη.

Δείτε τη Ρουμανία, ή τη Βουλγαρία, που σήμερα «πετάνε», ενώ πριν από μερικές μόνο δεκαετίες, οι περήφανοι Ελληναράδες «κανόνιζαν» τις γυναίκες τους με μια… ΚΟΛΥΝΟΣ.

Και ενώ η ιστορία προχωράει, οι λαοί ξυπνάνε και αναπτύσσονται, υπάρχει μια μικρή νησίδα βλακείας, ένα γαλατικό χωριό, που έχοντας ζήσει όλα τα καλά του δυτικού καπιταλισμού επί δεκαετίες, ένα μέρος όπου μέχρι πριν από κάποια χρόνια οι κατά κεφαλήν ΠΟΡΣΕ ήταν οι περισσότερες στον πλανήτη, όπου ξάφνου ο λαός της ανακάλυψε ότι θέλει να τον κυβερνήσουν… κομμουνιστές!

Ήθελε, λέει, νέους και άδολους, άφθαρτους, αριστερούς «αγωνιστές» για να πάρουν το τιμόνι της χώρας και να την οδηγήσουν στην ευημερία. Για τόση απύθμενη βλακεία μιλάμε.

Και μάλιστα αυτό έγινε εν έτει 2015, που όσο ντουγάνι κι αν ήταν κάποιος, με ένα δυο κλικ στο διαδίκτυο μπορούσε να μάθει τα πάντα όλα χωρίς να χρειάζεται να ανοίξει βιβλίο. Και όμως…

Και τι έκανε αυτός ο (αυτοαποκαλούμενος) σοφός λαός;

Έβγαλε με τα ίδια του τα χέρια τα μάτια του, στέλνοντας στην κυβέρνηση ένα απείθαρχο ασυνάρτητο τσούρμο ιδεοληπτικών, υπό την ηγεσία ενός ημιαγράμματου επαγγελματία πολιτικάντη, τα μέλη του οποίου όμως είχαν την εγγύηση-σφραγίδα του άφθαρτου αριστερού.

 

Είχαν δηλαδή το άλλοθι, ότι ουδέποτε κυβέρνησαν, άρα αν τους δοθεί η ευκαιρία θα τα λύσουν όλα και ο λαός θα τους ευγνωμονεί αιώνια.

Έτσι χτίστηκαν σημαντικές πολιτικές καριέρες στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, και έτσι κάποιοι ουκ ολίγοι ξεγάνωτοι τενεκέδες έζησαν τον μύθο τους με το φωτοστέφανο του άφθαρτου αγωνιστή πάνω από το κλούβιο τους κεφάλι.

Μέχρι που εκλήθησαν να κυβερνήσουν…

Και τι συνέβη στην πράξη μόλις ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της χώρας την αποφράδα εκείνη μέρα του Γενάρη του 2015; 

Στάχτη και μπούρμπερη.

Η απόλυτη διάλυση των πάντων, φόροι επί φόρων, μειώσεις μισθών, κόψιμο συντάξεων, χαράτσια, λουκέτα, ανεργία, κλειστές τράπεζες, κάπιταλ κοντρόλς, απόλυτο ξεπούλημα των πάντων, ακόμη και της Μακεδονίας,  διαλυμένα νοσοκομεία, ανίκανο δημόσιο, αναποτελεσματική (για να μη πω τίποτα άλλο) δικαιοσύνη, δεκάδες χιλιάδες λαθρομετανάστες, καθεστωτισμός, και γενική μιζέρια.

Πλην όμως με επίκεντρο τον άνθρωπο, που έλεγε κι ο σπινθηροβόλος Στρατούλης.

Και πάλι τυχεροί ήμασταν, λέω εγώ ο ποταπός,  αφού ο Τσε Παπάρα τρόμαξε, έκανε την κωλοτούμπα, και τα δεινά μας περιορίστηκαν στα οικονομικά ζητήματα και μόνο.

Μπερεκέτ να λέμε δηλαδή, αφού αν δεν ήταν η ΕΕ σήμερα οι συριζαίοι θα είχαν ξεδιπλώσει το πλήρες όραμά τους, και θα αλληλοσφαζόμασταν στα πάρκινγκ των άδειων σούπερμαρκετ, για ένα γάλα εβαπορέ, ή θα διαγκωνιζόμασταν στα χωράφια για το ποιος θα πρωτοπιάσει τα πακέτα βοήθειας που θα μας έριχναν οι κακοί ξένοι τοκογλύφοι από τα αεροπλάνα της ανθρωπιστικής βοήθειας.

Αυτούς λοιπόν ήθελε ο λαός να τον κυβερνήσουν και αυτούς εξέλεξε… και μάλιστα δυο φορές… όμορφα και δημοκρατικά (μαζί μάλιστα με τον εθνεγέρτη και μπεσαλή Μπάνο).

Αγνοώντας ότι στα διάφορα αντίστοιχα κομμουνιστικά καθεστώτα τα κόμματα, οι εκλογές, τα δημοψηφίσματα, κλπ. κλπ. ήταν απαγορευμένα. Όπως απαγορευμένη ήταν και η ελεύθερη ενημέρωση.

Λεπτομέρειες όμως, για έναν πληθυσμό βουτηγμένο στην ιστορική άγνοια, φανατικό θαυμαστή των πρωινάδικων, και έρμαιο των τζούφιων υποσχέσεων των λαϊκιστών.

 

Δείτε για παράδειγμα τους αγρότες, που εν χορώ ψήφισαν τον Μαρξιστή(!) Αλέξη, και στη συνέχεια πανηγύριζαν.

Αγνοώντας τις απόψεις του Μαρξ, του Λένιν, κλπ. για την αγροτιά, και για το ότι αυτή αποτελεί το πιο αντιδραστικό τμήμα του λαού, που θα πρέπει να παταχθεί. Κάτι που τελικά κατάφερε ο Στάλιν με τα κολχόζ, τις κολεκτιβοποιήσεις, κλπ., με αποτέλεσμα τον θάνατο ή την εξορία εκατομμυρίων αγροτών στην Ουκρανία και αλλού.

Στα καθ’ ημάς, οι αγρότες έκθαμβοι ανέβαζαν στα τραχτέρια τους τον αριστερό ήρωα Αλέξη, για να τους υποσχεθεί την επερχόμενη επουράνια βασιλεία…

Αυτούς ήθελε ο λαός να τον κυβερνήσουν: Τη Γαϊτάνη, τον Σκουρλέτη, τον Φίλη, τον Κυρίτση, τη Δούρου, τον Μιχελογιαννάκη, τον Βαρεμένο, ακόμη και τη Ραχήλ… που από ακροδεξιά εθνικίστρια στους πσαικαζμένους, ξάφνου δήλωσε αριστερή, και κατέβηκε με τον Σύριζα (που μέχρι και μαοϊκές συνιστώσες είχε), και ο λαός την ψήφισε!!!!

Μιλάμε για υπαρκτό σουρεαλισμό, όχι αστεία.

Έπονται όμως και χειρότερα… Γιατί;

Διότι, αν κρίνω από τον Σούλη, από την ενθουσιώδη επιστροφή και υποδοχή του ανανεωμένου Αλέξη, αλλά και τις δημοσκοπήσεις, ο λαός θέλει κι άλλο.

Πονάω αλλά μ’ αρέσει, βαράτε με κι ας κλαίω, είναι το σύνθημα που βγαίνει.

Σύνδρομο της Στοκχόλμης και βάλε.

Μαζοχισμός στη θεωρία και στην πράξη.

Γι’ αυτό, ό,τι και να λέμε, όσο κι αν προειδοποιούν κάποιοι, το παιχνίδι είναι χαμένο, αφού ο λαός θα συνεχίσει την αυτοχειρία του, και μετά τη λαίλαπα Μητσοτάκη, οι μπουτούδες μάλλον θα επανέλθουν δριμύτερες, και θα ξαναχορέψουν πολλές φορές στην πλατεία Συντάγματος… κι ας κλαίει ο απλός κοσμάκης… αρκεί που το ’15 ξεφορτωθήκαμε τον «μπροδώτη» Σαμαρά.

Αρκεί που …

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Φυσικά και συγκρούστηκε με τα συμφέροντα ο Αλέκσης (Και πιο συγκεκριμένα με τα συμφέροντα της πλειονότητας των κατοίκων της χώρας)

 

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες που στο άκουσμα της φράσης «δεν συνδιαλλάχθηκα με συμφέροντα, δεν εξυπηρέτησα συμφέροντα, συγκρούστηκα με τα συμφέροντα όσο κυβέρνησα, πολλές φορές και μετωπικά» θυμήθηκαν τη μοναδική ικανότητα του ηγέτη της Κουφονικολάκου να χαρίζει το (ακούσιο μεν, σπαρταριστό δε) γέλιο.

Χωρίς να θέλω να αμφισβητήσω την κωμική φλέβα του παλιού συνεταίρου του Καμμένου θα προσπαθήσω να σας εξηγήσω γιατί στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απολύτως ειλικρινής και αυτό που είπε μόνο αστείο δεν είναι.

Γιατί ο Αλέκσης και πριν γίνει πρωθυπουργός και όσο ήταν πρωθυπουργός αλλά και μετά, ως ηγέτης της αντιπολίτευσης, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να συγκρούεται με τα συμφέροντα. Και πιο συγκεκριμένα με τα συμφέροντα της πλειονότητας των κατοίκων της χώρας.

Δεν ήταν ενάντια στα συμφέροντα των περισσότερων Ελλήνων το παραμύθι που σκόρπισε την περίοδο των πρώτων μνημονίων;

Δεν ήταν ενάντια στο συμφέρον της χώρας το μίσος με το οποίο πότισε την κοινωνία;

Η τοποθέτηση στο υπουργείο Οικονομικών του Γιάνη «το Παγόνι» Βαρουφάκη και η «περήφανη διαπραγμάτευση» -το τέλος της οποίας βρήκε την Ελλάδα με την ουρά στα σκέλια- ποιον συνέφεραν;

Δεν ήταν κόντρα στο συμφέρον των πολλών που εναποθέτουν τις ελπίδες τους για μόρφωση στη δημόσια παιδεία η διάλυση των σχολείων και των πανεπιστημίων;

Ποιους συνέφερε η οικονομική πολιτική ακόμα και στη μετά Γιάνη εποχή;

Οι επιθέσεις των συντρόφων στη δημοκρατία, είτε με σκευωρίες είτε με την προσπάθεια να κλείσουν μέσα ενημέρωσης που δεν έσκυβαν το κεφάλι στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έκαναν κακό στους περισσότερους;

Ή μήπως συνέφεραν κανέναν, πέραν των λίγων ποινικών και όσων είχαν συγκεκριμένα τρεχάματα με τη δικαιοσύνη, οι διαβόητες αλλαγές στον ποινικό κώδικα;

 

Θα μπορούσα να συνεχίσω για πολύ αλλά νομίζω ότι με τα λίγα αυτά παραδείγματα αποδεικνύω ότι ο Αλέκσης όντως συγκρούστηκε, συγκρούεται και θα συγκρούεται με τα συμφέροντα των περισσότερων από μας.

Το μόνο συμφέρον που με συνέπεια προσπάθησε και προσπαθεί να υπηρετήσει ο Αλέκσης είναι το προσωπικό του. Ακόμα και τους ιδίους τους συντρόφους του, ακόμα και τους φίλους του και τους κολλητούς του δεν δίστασε να τους ρίξει στα σκυλιά όταν έκρινε ότι αυτό τον εξυπηρετεί.   

Με λίγα λόγια…

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: ΑλέΚσης Τζοκόντος: Νόμιζε πως το έκανε καλύτερο!

Toυ ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ 

«Το 2015 ήξερα τι θέλω να κάνω και τι θέλω να γίνει, αλλά δεν ήξερα πώς ακριβώς μπορεί αυτό να γίνει». Δήλωσε στη γνωστή συνέντευξή του ο πρώην πρωθυπουργός. «Σήμερα, όχι μόνο ξέρω τι θέλω, αλλά και πώς να το κάνω.» 

Έτσι, πίστεψε πως μας καθησύχασε, προβάλλοντας την κτηθείσα εν τω μεταξύ γνώση. 

Όμως το πρόβλημα του 2015, το οποίο λίγο έλειψε να καταστρέψει την Ελλάδα, βρισκόταν σε αυτό που δηλώνει σήμερα πως «ήξερα τι θέλω να κάνω». 

Ήθελε να σκίσει τα μνημόνια με έναν νόμο και ένα άρθρο. Και σήμερα αισθάνεται ικανοποιημένος για τον στόχο του και κάνει την αυτοκριτική του για τα μέσα που χρησιμοποίησε. Όμως το σκίσιμο των μνημονίων, η ρήξη με τους δανειστές, δηλαδή το μείζον, δεν επιδεχόταν πολλές τακτικές κινήσεις οι οποίες, σε τελική ανάλυση, αποτελούν το έλασσον. Όταν ο Α. Τσίπρας, μετά από τόσα χρόνια, δεν επανεκτιμά αυτό που ήθελε να κάνει, το στρατηγικό του στόχο, αυτό σημαίνει πως δεν κατάλαβε τίποτα από τα όσα συνέβησαν. 

Αν όντως θα ήθελε να καθησυχάσει για τις σημερινές του προθέσεις ένα κοινό που τον βλέπει με δικαιολογημένη καχυποψία, θα έπρεπε να παραδεχθεί πως ο αντιμνημονιακός λόγος και η επιμονή σε αυτόν ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο του 2015 ήταν η βασική αιτία του 3ου, βαρύτερου και αχρείαστου μνημονίου

Αντί αυτής της παραδοχής, δίνοντας εξετάσεις στο αριστερό ακροατήριο, δήλωσε πριν από τρεις μήνες, πως θα έπρεπε να κλείσει τις τράπεζες από την πρώτη μέρα, προσχωρώντας στη λογική Βαρουφάκη. 

 Φαίνεται πως αυτό εννοούσε όταν προχθές στη συνέντευξή του είπε πως «δεν ήξερε πώς θα γίνει αυτό.» 

Το έχω γράψει πολλές φορές πως η σιωπή είναι χρυσός, όταν κάποιο δημόσιο πρόσωπο επιχειρεί να δικαιολογήσει αυτά που η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών θεωρεί αδικαιολόγητα. Και τα όσα διέπραξε η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ εκείνη την «ηρωική» περίοδο, όταν καταλάγιασε ο αντιμνημονιακός οίστρος, εκτιμήθηκαν αρνητικά όπως φάνηκε από τις εκλογικές αναμετρήσεις του 2019.  

Συνεπώς, στον βαθμό που ο Α. Τσίπρας δεν είναι πειστικά αυτοκριτικός για το 2015, αφήνει πολλά ερωτηματικά για το σήμερα και κυρίως το αύριο

Άραγε με τι εφόδια θέλει να πείσει ένα κοινό, πέρα από το 12-15% που τον ακολουθεί, πως «σήμερα όχι μόνο ξέρει τι θέλει, αλλά και πώς να το κάνει;» 

Και για να γίνω πιο σαφής. Στις δημοκρατίες αυτό που μετρά είναι το πρόγραμμα. Δηλαδή, το τι θέλει ένας ηγέτης. Το πώς θα το κάνει ρυθμίζεται από τους θεσμούς του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αν όμως εννοεί πως η «δεύτερη φορά Αριστερά θα είναι αλλιώς», ελέγχοντας όλους τους αρμούς της εξουσίας, τότε ...

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίοι ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Βλέποντας τη συνέντευξη Τζοκόντου

 

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΥΘΥΜΑΚΗ

Μισό λεπτό Αλέξη μου, γιατί δεν σε καταλαβαίνουμε.

Μας μπέρδεψες με αυτά που είπες στη συνέντευξη σου στο in.gr.

Τι σημαίνει «το 2015 ήξερα τι ήθελα να κάνω, αλλά δεν ήξερα πώς να το κάνω, ενώ τώρα έμαθα και ξέρω»;

Μυστήρια πράγματα μας ξεφουρνίζεις καλοκαιριάτικα. Εσύ δεν μας λες –και έγραψες 700 τόσες σελίδες στην «Ιθάκη» σου– ότι το 2015-19 τα πήγες περίφημα, ότι μας έβγαλες απ’ τα μνημόνια, ότι μας άφησες «μαξιλάρια» γεμάτα λεφτά και ότι τότε οι Ελληνες ζούσαν καλύτερα απ’ ό,τι σήμερα με τον Μητσοτάκη;  

Ε, τότε, μας εξηγείς τι ακριβώς δεν ήξερες όταν κυβερνούσες;

Είτε τότε τα ‘κανες μαντάρα και έμαθες σήμερα απ’ τα λάθη σου, είτε εκείνο τον καιρόν τα ‘κανες όλα σωστά, οπότε θέλεις να έρθεις για να τα ξανακάνεις.

Και «όλα καλά τα έκανα» και «σήμερα πια ξέρω» δεν πολυταιριάζουν δίπλα-δίπλα, πώς να το κάνουμε; Αδικο έχουμε; 

Εντάξει, να σου αναγνωρίσουμε ότι τότε ήσουν νέος και είχες ορισμένες ελλείψεις στην κατάρτισή σου. Και ο χειρουργός που λέει ο λόγος, στην πρώτη του εγχείρηση, θα το κάνει το λαθάκι του.

Ναι, αλλά έχει επίγνωση και δεν ξεκινά με μεταμόσχευση καρδιάς. Ενώ εσύ το 2015 άνοιξες ολόκληρο καρδιοχειρουργικό κέντρο και ας μην είχες πιάσει όχι νυστέρι αλλά ούτε γάζα στο χέρι σου. 

Θα αντιτείνεις, ότι δεν φταις που μας πετσόκοψες, εμείς που ξαπλώσαμε στο χειρουργικό σου τραπέζι οικειοθελώς φταίμε. Ναι, να τα λέμε κι αυτά, μην τα ρίχνουμε όλα πάνω σου. Εσύ ήσουν απλά αδίστακτος και για να πάρεις την εξουσία φώναζες «εδώ οι καλές εγχειρήσεις». Αλλά κι εμείς που σου απλώσαμε το στέρνο μας δεν έχουμε ευθύνη;

Τα γράφουμε γιατί ξαναφαίνεσαι έτοιμος με τα νυστέρια. Επισημαίνουμε τα αυτονόητα…

Επίσης αυτό με το GPS που είπες στην ίδια συνέντευξη, τι το ‘θελες;

Το GPS του πολιτικού είναι το ένστικτό του, μας εξήγησες. Και εδώ λάθος τα είπες. Άλλο το GPS κι άλλο το ένστικτο. Το GPS αναβαθμίζεται, ενημερώνει τους χάρτες του, τελειοποιείται. Το ένστικτο το κουβαλάμε αυτούσιο εκ γενετοίς. Είναι στο DNA μας, δεν βελτιώνεται, μήτε χειροτερεύει. 

Εχεις ένστικτο παραβατικού;

Παραβατικός θα σαι πάντα.

Έχεις ένστικτο κακομοίρη;

Κακομοίρης θα μείνεις σε όλη σου τη ζωή.

Για παράδειγμα. Τι έκανες την προηγούμενη φορά που έπιασες το τιμόνι μας και το GPS σου σε οδήγησε να μας τρακάρεις στην κολώνα;

Πλάκωσες στις κλωτσιές όλους τους συνοδηγούς υπουργούς σου ως υπεύθυνους του τρακαρίσματος και εσύ πήγες να παραλάβεις καινούργιο αμάξι λες και δεν έφταιγες σε τίποτα.

Ε, και τώρα, το ίδιο θα κάνεις, μην το ψάχνεις.

Το ένστικτο σου λέει ότι πάντα οι άλλοι φταίνε, εσύ ποτέ. 

Όσο για το κρεσέντο της συνέντευξης σου ότι εσύ κυβέρνησες χωρίς να υπηρετήσεις συμφέροντα, καλό είναι …

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίου rebrand-ισμένου εθνικού σουργελο-αληταρο-ξεφτιλαρά κωμωδία


Image 

Image 

ΝουΔο-γαλαζαίικου αριστερο-φασιστο-καθαρματόπληκτου Κουλο-χανείου κωμωδία

Υπαρκτού ξυλολιοκίνητου κβαντικού Καρυστιανισμού κωμωδία

Σαν σήμερα (12/8/ΧΧΧΧ)

 

1851: Ο μηχανικός Άιζαακ Σίνγκερ πατεντάρει την ποδοκίνητη ραπτομηχανή. Λίγο αργότερα, με κεφάλαιο 40 δολαρίων, θα ιδρύσει την εταιρία που φέρει το όνομά του.
1908: Κυκλοφορεί στους δρόμους του Ντιτρόιτ το πρώτο αυτοκίνητο της Ford με την ονομασία «Model T». Κοστίζει 900 δολάρια και θεωρείται το πρώτο λαϊκό αυτοκίνητο.
1953: Η Σοβιετική Ένωση πραγματοποιεί με άκρα μυστικότητα την πρώτη δοκιμή βόμβας υδρογόνου.
1981: Η ΙΒΜ κυκλοφορεί στην αγορά τον πρώτο προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή (PC), στην τιμή των 1.565 δολαρίων.
1949: Γεννιέται ο κιθαρίστας και τραγουδιστής των «Dire Straits» Μαρκ Νόπφλερ,
1964: Πεθαίνει ο άγγλος δημοσιογράφος, συγγραφέας και άνθρωπος των μυστικών υπηρεσιών, που έγραψε σειρά μυθιστορημάτων με ήρωα τον Τζέιμς Μποντ, Ίαν Φλέμινγκ
2005: Πεθαίνει ο Γιώργος Ζωγράφος, ηθοποιός και τραγουδιστής, εμβληματική μορφή του «Νέου Κύματος».








2014: Φεύγει από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών η διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιός, Λορίν Μπακόλ.

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Είναι άχρηστη η ορθογραφία;

Αγιο Όρος και Μητσοτάκης: Αξιολόγηση και Αντίκτυποι

 

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ 

Το γαλλικό υπουργείο Παιδείας αποφάσισε ότι τα ορθογραφικά λάθη θα υπολογίζονται σε όλα τα μαθήματα του Μπακαλορεά – των απολυτηρίων εξετάσεων.

Η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση της προοδευτικής κοινότητας των εκπαιδευτικών, οι οποίοι, συνεπικουρούμενοι και από διάφορες γλωσσολογικές θεωρίες, θεωρούν το μέτρο συντηρητικό. Εισάγει, ισχυρίζονται, μία ακόμη αξιακή παράμετρο στη μαθητική κοινότητα, η οποία διαχωρίζει τους «ικανούς» από τους «ανίκανους».

Η ακραία εκδοχή της οδηγεί σε πολιτισμική κρίση: ο καθένας μπορεί να γράφει τα γαλλικά ανάλογα με την κουλτούρα του.

Δεν ξέρω τι προβλέπεται για όσους θέλουν να γράφουν γαλλικά με ελληνικούς ή, ακόμη καλύτερα, με ιαπωνικούς χαρακτήρες.

 Ο εντοπισμός των ορθογραφικών λαθών θεωρείται ότι στιγματίζει τους πιο αδύναμους μαθητές. «Γράφω όπως γουστάρω γιατί αυτή είναι η ταυτότητά μου».

Αυτοί, βέβαια, οι οπαδοί της ισότητας δεν σκέφτονται ότι έτσι δημιουργούνται δύο διακριτές τάξεις πολιτών, αυτοί που μπορούν να εκφράσουν οργανωμένα και πειθαρχημένη τη σκέψη τους και αυτοί που την παραδίδουν στις παρορμήσεις της άγνοιάς τους.

Η αλήθεια είναι ότι χάρη σ’ αυτήν την υπόθεση έμαθα ότι τα ορθογραφικά λάθη δεν μετρούν σε όλους τους τομείς της ύλης. Κρίμα, γιατί νόμιζα πως και σε αυτόν τον τομέα εμείς πρωτοτυπούμε. Ως γνωστόν, παρ’ ημίν καταλογίζονται τα λάθη στην έκθεση, στα αρχαία, ώς ένα σημείο στην Ιστορία, όμως δεν υπολογίζονται στη βιολογία, στη φυσική ή στα μαθηματικά.

Oπως μου είπε φίλη εκπαιδευτικός, σε αυτούς τους τομείς είναι δύσκολο να βρεθούν διορθωτές που θα εντοπίζουν τα ορθογραφικά λάθη.

Αυτό σημαίνει ότι ο γιατρός ή ο μαθηματικός δικαιούται να είναι ανελλήνιστος.

Θυμάμαι αυτό που μου είχε πει φίλος μαθηματικός στη μέση εκπαίδευση: Ακόμη και οι καλύτεροι μαθητές, αυτοί που λύνουν τις εξισώσεις, δυσκολεύονται να εξηγήσουν τη μέθοδο που ακολούθησαν για να τις λύσουν.

Η ορθογραφία είναι ο σκελετός της πειθαρχίας της γραπτής έκφρασης. Το αν γράψεις τη λέξη ιπποδρομία με ένα ή δύο πι δεν είναι παραξενιά που σου επιβάλλουν κάποιοι για να σε βασανίσουν. Είναι μια άσκηση που σου επιτρέπει να οργανώσεις ένα κείμενο, να ξεχωρίσεις τις πτώσεις, το της από το τις ή να αναγνωρίσεις μ’ εκείνο το ωμέγα του πρώτου προσώπου το ρήμα που θα σε οδηγήσει στην ονομαστική του υποκειμένου του και στην αιτιατική του αντικειμένου.

Ας μην ξεχνάμε ότι πριν από μερικές δεκαετίες, αρκετές για να διαμορφώσουν τουλάχιστον δύο γενιές, αντιμετωπίζαμε ως πρόοδο οποιαδήποτε απλούστευση της γλώσσας. Ετσι κάποιοι φωστήρες επέβαλαν το μονοτονικό στη γραφή. Ηταν και το πρώτο βήμα για τη μετατροπή της ορθογραφίας σε ένα είδος ιδιοτροπίας άχρηστης για την, ούτως ή άλλως, κεκτημένη σοφία μας.

Πάρτε, για παράδειγμα, τη λέξη «αφοπλίζω». Παράγεται από την πρόθεση από και το ρήμα οπλίζω, το οποίο στην κανονική ελληνική γραφή δασύνεται και ως εκ τούτου το πι του μετατρέπεται σε φι. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν γράφεις το αφοπλίζω με ωμέγα. Το επιχείρημα ήταν ότι τα πνεύματα και οι τόνοι είχαν χάσει τη φωνητική αξία τους. Εξακολουθούσαν, όμως, να διατηρούν την ορθογραφική αξία τους. Η λέξη «ήττα» περισπάται για κάποιο λόγο.

Η ορμή της απλοποίησης ήταν τέτοια που οδήγησε στην αλλοίωση ενός μεγάλου μέρους της ορθογραφίας. Ποιο θεωρείται σωστό σε ένα γραπτό;

Το «αυγό» που γεννούν οι κότες και το ξέραμε από τα κείμενα της νέας ελληνικής γραμματείας ή το «αβγό» που γέννησε το μυαλό ενός γλωσσολόγου για να μας διευκολύνει, απαλλάσσοντάς μας από το ψυχικό βάρος του ύψιλον.

Ασε πια εκείνο το «ορθοπαιδικός» που με μπέρδεψε, διότι όταν έσπασα το χέρι μου στην ηλικία μου είπα ότι ο ιατρός δεν κάνει για μένα. Εγώ θα πρέπει να βρω κάποιον γιατρό που ασχολείται με τα πόδια και την πέδηση και όχι με τις παιδικές ασθένειες.

Ποια από τις δύο εκδοχές θα επιλέξει ο διορθωτής της έκθεσης;

Ή μήπως και τις δύο, έτσι για να μπερδέψουμε τους εχθρούς του ελληνισμού;

Η ορθογραφία είναι εξίσου σημαντική με τη σύνταξη στη γραφή. Και θα πρέπει να ξεχάσουμε όλες τις προοδευτικές μπούρδες των τελευταίων δεκαετιών που μας οδήγησαν στη σημερινή αγλωσσία, όπου ούτε να μιλήσουμε σωστά μπορούμε ούτε να γράψουμε σωστά.

Και για να εξηγηθώ: η ανάγκη για σωστή ομιλία και γραφή είναι ανάγκη για σωστή έκφραση.

Τα ελληνικά κινδυνεύουν από εμάς τους ίδιους και από τον τρόπο που τα διδάσκουμε στα παιδιά μας. Ναι, ορθογραφία από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, όπως και αντιγραφή και καλλιγραφία. Επονται όλα τ’ άλλα.

Ας σκεφτούμε ότι τα ελληνικά δεν θα συνεχίσουν να ζουν επειδή βρέθηκαν κάποιοι για να τα απλουστεύσουν.

Θα συνεχίσουν να ζουν επειδή …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟΠΛΗΚΤΟΣ ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η Ελλάδα που κληρονομήσαμε και η Ελλάδα που δεν μπορούμε πια να κληροδοτήσουμε

Μπορεί να είναι εικόνα κουστούμι

 

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο 

ΑΡΘΡΑΡΑ... 

Γράφει ο ΜΑΝΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ

Το σοβαρότερο πρόβλημα της σημερινής Ελλάδας δεν είναι ότι κινδυνεύει να χάσει το παρελθόν της. Είναι ότι κινδυνεύει να διαμορφώσει ανθρώπους ανίκανους να το παραλάβουν.

Εξακολουθούμε να μιλάμε για την Ελλάδα σαν να πρόκειται για μια αδιάσπαστη πολιτισμική πραγματικότητα που διασχίζει τους αιώνες και μεταβιβάζεται σχεδόν αυτοδικαίως από γενιά σε γενιά.

Επικαλούμαστε την αρχαία σκέψη, τη γλώσσα, το Βυζάντιο, την Ορθοδοξία, την κοινοτική παράδοση, την Επανάσταση, τη νεότερη πνευματική δημιουργία, σαν η επιβίωση των ονομάτων, των μνημείων και των συμβόλων τους να εγγυάται και τη δική μας οργανική σχέση μαζί τους.

Μόνο που κανένας πολιτισμός δεν κληροδοτείται όπως ένα ακίνητο, ένα οικόπεδο ή ένα οικογενειακό κειμήλιο.

Για να μεταδοθεί χρειάζεται ανθρώπους ικανούς να τον διαβάσουν, να τον ερμηνεύσουν, να αναμετρηθούν μαζί του, ακόμη και να τον αμφισβητήσουν δημιουργικά, ώστε να τον μεταφέρουν παραπέρα ως ζωντανό νόημα και όχι ως μουσειακό κατάλοιπο. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ελληνική κρίση.

Δεν αντιμετωπίζουμε απλώς μια κοινωνία περισσότερο καταναλωτική, λιγότερο μορφωμένη, δημογραφικά εξαντλημένη, θεσμικά δύσπιστη ή πολιτικά απογοητευμένη. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια γνωσιακή και πολιτισμική μετάλλαξη, σε μια αναδιάταξη των ίδιων των όρων με τους οποίους ο άνθρωπος προσέχει, θυμάται, διαβάζει, επιθυμεί, πιστεύει, κρίνει, σχετίζεται και παράγει νόημα.

Η Ελλάδα που κληρονομήσαμε εξακολουθεί να στέκεται γύρω μας. Στα μάρμαρα, στις εκκλησίες, στις λέξεις, στα τοπία, στις τελετές, στα οικογενειακά αφηγήματα, ακόμη και στις αντιφάσεις μας.

Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι αν θα διασωθούν όλα αυτά.

Είναι αν θα διασωθεί η ανθρώπινη δυνατότητα να κατανοούμε τι σημαίνουν.

Δεν χάνουμε ακόμη την παράδοση.

Χάνουμε σταδιακά τον άνθρωπο που μπορεί να την αναγνώσει.

Η γνωσιακή μετάλλαξη είναι ήδη εδώ και αποδεικνύεται βαθύτερη από την τεχνολογική αλλαγή που την κατέστησε ορατή.

Ο ψηφιακός άνθρωπος δεν πληροφορείται απλώς διαφορετικά από τον άνθρωπο προηγούμενων γενεών. Εκπαιδεύεται να σκέφτεται διαφορετικά.

Η προσοχή του τεμαχίζεται σε αλληλοδιαδεχόμενες προσκλήσεις διέγερσης, η αναμονή εκλαμβάνεται ως δυσλειτουργία, η σιωπή ως αμηχανία που πρέπει αμέσως να πληρωθεί, η δυσκολία ως τεχνικό πρόβλημα που οφείλει να παρακαμφθεί, η γνώση ως πληροφορία διαθέσιμη κατά παραγγελία και ο άλλος ως παρουσία που μπορεί ανά πάσα στιγμή να αντικατασταθεί από την επόμενη εικόνα.

Η νέα εξουσία δεν χρειάζεται πάντοτε να απαγορεύει, να λογοκρίνει ή να καταστέλλει.

Της αρκεί να διαχειρίζεται την προσοχή, να προλαβαίνει την επιθυμία και να μετατρέπει την ελευθερία της επιλογής σε ατέρμονη περιήγηση μεταξύ ήδη προδιαμορφωμένων δυνατοτήτων.

Η τεχνητή νοημοσύνη εισάγει πλέον κάτι ακόμη ριζοσπαστικότερο. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος μπορεί να εκχωρεί στη μηχανή όχι μόνο τη χειρωνακτική εργασία ή την αποθήκευση δεδομένων, αλλά λειτουργίες που μέχρι χθες θεωρούσαμε συστατικές της ίδιας της νόησης. Τη σύνθεση, την ανάκληση, τη διατύπωση, τη σύγκριση, την αξιολόγηση, την επιλογή, ακόμη και την παραγωγή επιχειρήματος.

Το πραγματικό δυστοπικό ενδεχόμενο, επομένως, δεν είναι μια μηχανή που θα αποκτήσει κάποτε ανθρώπινη συνείδηση και θα εξεγερθεί εναντίον μας. Είναι ένας άνθρωπος που θα παραιτείται αθόρυβα από την άσκηση της δικής του συνείδησης επειδή η παραίτηση θα είναι ταχύτερη, ευκολότερη και αποτελεσματικότερη.

Δεν χρειάζεται η μηχανή να γίνει άνθρωπος.

Αρκεί ο άνθρωπος να συνηθίσει να απουσιάζει από τη διαδικασία της ίδιας του της σκέψης.

Και τότε η τεχνολογία δεν θα έχει κατακτήσει τον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος θα της έχει εκχωρήσει, οικειοθελώς και σχεδόν ευχάριστα, τον χώρο μέσα στον οποίο κάποτε συγκροτούσε την κρίση, την επιθυμία και την ελευθερία του.

Αυτή η μεταβολή αποκτά στην ελληνική περίπτωση σχεδόν δραματική ένταση, επειδή όσα ισχυριζόμαστε ότι συγκροτούν την πολιτισμική μας κληρονομιά προϋποθέτουν ακριβώς τις ανθρώπινες ικανότητες που η νέα συνθήκη αποδυναμώνει.

Η αρχαία φιλοσοφία απαιτεί χρόνο, απορία, διάλογο, πειθαρχία της έννοιας και παραμονή μέσα στο δύσκολο ερώτημα.

Η τραγωδία απαιτεί αντοχή στην αμφισημία και επίγνωση ότι η ανθρώπινη σύγκρουση δεν εξαντλείται στην παιδαριώδη ταξινόμηση του κόσμου σε απολύτως καλούς και απολύτως κακούς.

Η βυζαντινή τέχνη απαιτεί συμβολική όραση, την ικανότητα δηλαδή να βλέπεις στην εικόνα κάτι περισσότερο από την εικόνα.

Η Ορθοδοξία προϋποθέτει μια εντελώς διαφορετική οικονομία του χρόνου και της επιθυμίας, λειτουργικό χρόνο, άσκηση, σιωπή, κοινότητα, μετάνοια και κυρίως την αποδοχή ότι ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται διά της αδιάκοπης ικανοποίησης του εαυτού του, αλλά διά της εξόδου από την αυτάρκειά του.

Η ίδια η ελληνική γλώσσα, με τα ιστορικά βάθη και τις αλλεπάλληλες σημασιολογικές επιστρώσεις της, προϋποθέτει τη διάρκεια της ανάγνωσης, τη βραδύτητα της ερμηνείας και την ικανότητα παραμονής μέσα στην πολυσημία, ακριβώς δηλαδή εκείνες τις γνωσιακές λειτουργίες που η κουλτούρα της ακαριαίας επικοινωνίας αποδυναμώνει συστηματικά.

Κι έτσι φτάνουμε σε ένα παράδοξο που πριν από λίγες δεκαετίες θα φαινόταν σχεδόν αδιανόητο.

Διαθέτουμε μεγαλύτερη πρόσβαση από οποιαδήποτε προηγούμενη γενιά στο παρελθόν μας και συγχρόνως κινδυνεύουμε να διαθέτουμε μικρότερη εσωτερική ικανότητα συνομιλίας μαζί του.

Μπορούμε να φωτογραφίζουμε τον Παρθενώνα χωρίς να μπορούμε να αναγνώσουμε τον κόσμο που τον κατέστησε δυνατό.

Να υπερασπιζόμαστε την αρχαιότητα χωρίς να έχουμε διαβάσει τα κείμενά της.

Να ακούμε τη Θεία Λειτουργία χωρίς να μπορούμε να παραμείνουμε μέσα στον χρόνο της.

Να επικαλούμαστε το Βυζάντιο χωρίς να γνωρίζουμε τη θεολογία του.

Να μιλάμε αδιάκοπα για την ελληνική γλώσσα και να χάνουμε σταδιακά την ικανότητα σύνθετης έκφρασης μέσα στην ίδια τη γλώσσα που υπερασπιζόμαστε.

Το παρελθόν δεν εξαφανίζεται. Μετατρέπεται σε εικόνα του εαυτού του.

Το αρχείο σώζεται.

Ο αναγνώστης του εξαφανίζεται.

Ένας πολιτισμός δεν πεθαίνει μόνο όταν γκρεμίζονται οι ναοί του, καίγονται τα βιβλία του ή λησμονούνται τα ονόματα των δημιουργών του.

Μπορεί να επιβιώνει εξωτερικά και να αδειάζει εσωτερικά.

Να αναπαράγει τις τελετουργίες του έχοντας απολέσει τη συμβολική τους πυκνότητα, να διατηρεί τις λέξεις έχοντας αποσυνδέσει τις λέξεις από το βάθος των σημασιών τους, να συντηρεί τα μνημεία ενώ αδυνατεί να συντηρήσει την παιδεία που τα καθιστά αναγνώσιμα.

Τότε η παράδοση ακολουθεί δύο φαινομενικά αντίθετους αλλά βαθιά συγγενικούς δρόμους.

Από τη μία εμπορευματοποιείται και γίνεται τουριστικό προϊόν, αισθητικό αντικείμενο, φωτογραφικό φόντο, πολιτισμική βιομηχανία.

Από την άλλη εξιδανικεύεται και γίνεται καταφύγιο ταυτότητας, ένα ένδοξο παρελθόν που επιστρατεύεται για να αποζημιώσει την αδυναμία του παρόντος.

Και στις δύο περιπτώσεις παύει να μας κρίνει και να μας δεσμεύει.

Μπορούμε έτσι να υπερασπιζόμαστε με πάθος την Ορθοδοξία και να οργανώνουμε ολόκληρη τη ζωή μας σύμφωνα με τη λογική της αυτοπροβολής, της κατανάλωσης και της αδιάκοπης αυτοεπιβεβαίωσης.

Να επικαλούμαστε τους αρχαίους και να αδυνατούμε να αντέξουμε δέκα σελίδες απαιτητικού λόγου.

Να μιλάμε για οικογένεια ενώ η δημογραφική αποσύνθεση βαθαίνει.

Να υμνούμε την κοινότητα ενώ οικοδομούμε μια καθημερινότητα ακραίου ατομικισμού.

Να απαιτούμε αξιοκρατία και ταυτόχρονα να αναζητούμε τον άνθρωπο που θα εξασφαλίσει τη δική μας εξαίρεση.

Να φοβόμαστε την τεχνητή νοημοσύνη ενώ έχουμε ήδη παραδώσει στους αλγορίθμους τεράστιο μέρος της προσοχής, της επιθυμίας και της δημόσιας συμπεριφοράς μας.

Η πολιτισμική ταυτότητα γίνεται τόσο εντονότερα διακηρυκτική όσο ασθενέστερα βιώνεται.

Η παράδοση τότε παύει να αποτελεί τρόπο υπάρξεως και μετατρέπεται σε περιεχόμενο προς επίδειξη.

Δεν κατοικούμε πλέον μέσα της. Την εκθέτουμε.

Γι’ αυτό και το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με τη διαρκή αυτοϋποτίμηση μιας χώρας που έχει μάθει να περιγράφει τον εαυτό της ως μόνιμη αποτυχία ούτε με τη ναρκωτική εξιδανίκευση ενός παρελθόντος που επιστρατεύεται για να αναπληρώσει όσα αδυνατούμε να δημιουργήσουμε στο παρόν.

Και οι δύο στάσεις αποτελούν διαφορετικές τεχνικές αποφυγής της ευθύνης.

Η πρώτη παράγει παραίτηση.

Η δεύτερη αυταρέσκεια.

Στο μεταξύ, η ουσιαστική αποσύνθεση προχωρεί πολύ πιο πεζά και ακριβώς γι’ αυτό πολύ πιο αποτελεσματικά.

Στην κανονικοποίηση του ημετερισμού, στην υποχώρηση της αξιοκρατίας, στη μετατροπή του δημόσιου αγαθού σε πεδίο ιδιωτικής ιδιοποίησης, στη φυγή μορφωμένων νέων, στη δημογραφική εξάντληση, στην απαξίωση της παιδείας όταν αυτή δεν μεταφράζεται αμέσως σε οικονομική απόδοση, στην αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και στην ολοένα βαθύτερη εξάρτηση της δημόσιας συζήτησης από μηχανισμούς θυμού, ταχύτητας και αλγοριθμικής διέγερσης.

Θα ήταν, ωστόσο, υπερβολικά βολικό να αποδώσουμε ολόκληρη αυτή την κατάσταση σε κάποια διεφθαρμένη πολιτική τάξη, σε κάποια ξένη επιβολή ή σε κάποια απρόσωπη τεχνολογική εξουσία. Η κοινωνία που καταγγέλλει τον ημετερισμό αλλά αναζητεί το δικό της μέσο, που απαιτεί κανόνες αλλά επιθυμεί την προσωπική εξαίρεση, που οργίζεται με τη διαφθορά αλλά αποδέχεται τη μικρή συναλλαγή όταν την εξυπηρετεί, δεν είναι αθώος παρατηρητής της κρίσης της.

Την αναπαράγει.

Η εξουσία δεν κατοικεί μόνο στα υπουργεία, στους θεσμούς ή στους αλγορίθμους.

Εγγράφεται και στις μικρές καθημερινές οικονομίες της επιθυμίας, ακριβώς εκεί όπου το κοινό αγαθό υποχωρεί μπροστά στην απαίτηση του καθενός να εξαιρεθεί από όσα θεωρεί αναγκαία για όλους τους άλλους.

Μια κοινωνία δεν αποσυντίθεται μόνο από όσα ανέχεται στην κορυφή.

Αποσυντίθεται και από όσα μαθαίνει να θεωρεί φυσιολογικά στη βάση της.

Το μεγάλο ερώτημα, επομένως, για την επόμενη Ελλάδα δεν είναι αν θα διατηρήσουμε τα μνημεία, τις επετείους, τις εικόνες, τις εκκλησίες, τα μουσεία και τα σύμβολά μας. Μπορούμε να τα διατηρήσουμε όλα υποδειγματικά και παρ’ όλα αυτά να έχουμε χάσει εκείνο που θα έπρεπε να μεταφέρουν.

Το ερώτημα είναι αν θα εξακολουθήσουμε να διαμορφώνουμε ανθρώπους ικανούς να παραλάβουν όσα ισχυριζόμαστε ότι θέλουμε να τους παραδώσουμε.

Αν στα παιδιά που έρχονται θα κληροδοτήσουμε μόνο ψηφιοποιημένα αρχεία ενός πολιτισμού ή και τα γνωσιακά, γλωσσικά, ηθικά και πνευματικά εργαλεία που απαιτούνται για να τον κατανοήσουν.

Αν θα γνωρίζουν ότι κάποτε γράφτηκε η Αντιγόνη ή αν θα μπορούν ακόμη να ταραχθούν από το ερώτημά της.

Αν θα αναγνωρίζουν μια βυζαντινή εικόνα ή αν θα μπορούν να αντιληφθούν γιατί δεν είναι απλώς ζωγραφική.

Αν θα επισκέπτονται μια εκκλησία ως διατηρητέο μνημείο ή αν θα διαθέτουν ακόμη την εσωτερική δυνατότητα να κατανοήσουν τι σημαίνει λειτουργικός χρόνος.

Αν θα χρησιμοποιούν την ελληνική ως αποτελεσματικό κώδικα ανταλλαγής πληροφοριών ή αν θα μπορούν να ακούσουν μέσα στις λέξεις της το βάθος αιώνων ανθρώπινης εμπειρίας.

Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι λοιπόν ότι κάποιος θα μας αφαιρέσει την κληρονομιά μας. Είναι ότι μπορεί να την έχουμε ολόκληρη μπροστά μας και να μην μπορούμε πλέον να την αναγνώσουμε.

Να έχουμε τα μάρμαρα αλλά όχι το βλέμμα, τα κείμενα αλλά όχι την ανάγνωση, τις εικόνες αλλά όχι το σύμβολο, τη γλώσσα αλλά όχι το βάθος της, την πίστη αλλά όχι την εμπειρία της.

Και τότε δεν θα χρειαστεί να καταστραφεί τίποτε για να έχει συντελεστεί η απώλεια.

Μπορεί τελικά να μη γίνουμε η γενιά που έχασε την Ελλάδα.

Μπορεί να γίνουμε κάτι πολύ πιο παράξενο και πολύ πιο τραγικό: