Της ΜΑΡΙΑΣ ΔΕΔΟΥΣΗ
Προσπαθώ, εναγωνίως, τις τελευταίες ημέρες να καταλάβω τι ακριβώς συνέβη στο Σαρακήνικο της Μήλου με το ελικόπτερο που προσγειώθηκε στα βράχια.
Δεν είμαι η μόνη. Ούτε καν η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας έχει καταλάβει, η οποία διαπίστωσε «νομοθετικό κενό».
Ο πιλότος, στο μεταξύ, είχε ρωτήσει τον πύργο ελέγχου του αεροδρομίου Μήλου «να το παρκάρω στα βράχια;» και του είπαν «ναι μπρο, δημόσια έκταση είναι, κάνε ό,τι θες».
Οσο εμείς φωνάζουμε, ωρυόμαστε, γράφουμε οργισμένα σεντόνια διαμαρτυρίας, ο μπρο κατέβασε το ελικόπτερο, έκαναν οι επιβάτες τα μπανάκια τους κι έφυγε ανενόχλητος.
Σε ένα σημείο μοναδικής φυσικής ομορφιάς αλλά και ευθραυστότητας, το οποίο τον τελευταίο καιρό έχει υποστεί τα πάνδεινα: Μπουλντόζες, μπιτσόμπαρα, τσιμέντα, ελικόπτερα, μόνο ο Γκοτζίλα δεν έχει εμφανιστεί.
Γιατί διαμαρτυρόμαστε, όμως, όλοι εμείς;
Επειδή θεωρούμε ότι τα αυτονόητα σε αυτήν τη χώρα είναι και θεσμοθετημένα. Οτι, για παράδειγμα, κανένας δεν μπορεί να κάνει ό,τι γουστάρει στους δημόσιους χώρους. Ιδιαιτερα σε τέτοιους δημόσιους χώρους. Οτι το κράτος μας προστατεύει τον φυσικό του χώρο. Οτι, τέλος πάντων, όλα έχουν ένα όριο. Γενικώς έχουν. Ειδικώς όμως, όταν δηλαδή πρόκειται περί της ιερής μας αγελάδας, του τουρισμού μας, το παιχνίδι παίζεται free style. Ο τουρισμός στην Ελλάδα είχε την εξέλιξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Τη μια ημέρα λέγαμε «αχ, έτσι όπως πάει, σε δέκα χρόνια θα έχουν διαλυθεί τα πάντα» και το επόμενο πρωί ξυπνήσαμε και είχαν διαλυθεί ήδη. Με πρώτα θύματα τα σημεία «παρθένας φυσικής ομορφιάς», που ουτε παρθένα είναι πλέον, ούτε φυσικά, αλλά ούτε και ιδιαίτερα όμορφα.
Δεν θα αρέσει σε ορισμένους αυτό που θα πω, αλλά εδώ υπάρχουν διάφοροι συνένοχοι.
Ο πρώτος, φυσικά, είναι το κράτος και οι πολιτικές του. Αμεσες και έμμεσες.
Το άμεσο είναι οι διαρκείς προσπάθειες να παρακαμφθούν νομοθετικά οι περιορισμοί και να τσιμεντωθεί το σύμπαν. Αυτό είναι προφανές και ελαφρώς αντιμετωπίσιμο, διότι μέρος της κοινωνίας αντιδρά.
Το έμμεσο είναι πιο ύπουλο και καταστροφικό: οι κανονισμοί και οι περιορισμοί υπάρχουν, αλλά οι ελεγκτικοί μηχανισμοί κοιτάνε το φεγγάρι.
Εάν πραγματικά ήθελε το κράτος να βάλει μια τάξη, στις παραλίες ας πούμε, όπου καταστρατηγούνται 30 νόμοι το νανοδευτερόλεπτο, θα το έκανε σε χρόνο μηδέν. Οπως μας έκοψε, σε χρόνο μηδέν, την κακή συνήθεια να πίνουμε και να οδηγούμε. Οσο, όμως, οι αρμόδιες αρχές ρεμβάζουν, οι μπιτσομπαράδες και οι ξενοδόχοι κλείνουν δημόσιες παραλίες, πετάνε ξαπλώστρες και μέσα στη θάλασσα, ρυπαίνουν με κάθε τρόπο, αισχροκερδούν, φτιάχνουν παράνομες κατασκευές, και άλλα διάφορα.
Οι καταγγελίες, δε, που συνήθως περνάνε από το τοπικό επίπεδο των μηχανισμών ελέγχου, σπανίως έχουν αποτέλεσμα. Διότι το τοπικό επίπεδο πολύ συχνά είναι προστατευτικό προς τους τοπικούς επιχειρηματίες. Εκατοντάδες τα παραδείγματα κατ’ εξακολούθηση παρανομούντων που κάποιος πάει μια φορά τον χρόνο, τους λέει «δεν είναι σωστά πράγματα αυτά Μήτσο μου» και μετά φεύγει κι αυτοί συνεχίζουν να λειτουργούν παρανομώντας.
Εδώ μπαίνει στη σκηνή ο δεύτερος συνένοχος: Αυτοί που εισπράττουν. Και όχι μόνο απ’ ευθείας.
Εάν δεν υπήρχε η σιωπηλή συναίνεση μεγάλου μέρους της τοπικής κοινωνίας στη Μήλο, όχι ελικόπτερο δεν θα πήγαινε στο Σαρακήνικο, αλλά ούτε κουνούπι. Για μπουλντόζες δεν το κουβεντιάζουμε καν. Οταν διαμαρτύρεσαι, όμως, που ο άλλος έχει κανιβαλίσει την παραλία, η απάντηση που παίρνεις είναι «έλα μωρέ, δύο μήνες θα δουλέψει ο καψερός, άστον να ταΐσει τα παιδάκια του». Ολοι οι άλλοι που ταΐζουν τα παιδάκια τους δουλεύοντας 12 μήνες τον χρόνο και χωρίς να παρανομούν, είναι προφανώς κουτοί.
Κάπως έτσι, παραλίες, δάση, βουνά, λόγγοι και φυσικοί πόροι, όλα καταλήγουν να μεταφράζονται σε ευρώ για όποιον είναι πιο ξύπνιος ή έχει τα καλύτερα «κονέ». Η κοινωνική τους αξία, ως δημόσια αγαθά εκμηδενίζεται εντελώς. Γράφουμε κι εμείς οι δημοσιογράφοι και οι απλοί πολίτες στα σόσιαλ, παρουσιάζουμε τεκμήρια παρανομιών και καταπατήσεων και δεν κουνιέται φύλλο.
Σε δεκάδες ομάδες στο facebook οι πολίτες ανεβάζουν φωτογραφίες από επιχειρήσεις που παρανομούν εξώφθαλμα και τις βλέπουν εκατομμύρια μάτια, εκτός από εκείνα που πρέπει να τις δουν. Ηθελημένη τύφλωση.
Και κάπως έτσι, η κατάχρηση και η παρανομία κανονικοποιούνται. Σκέφτεσαι «γιατί, αν κάνω καταγγελία θα γίνει κάτι;» κι απλώς κάθεσαι στη γωνιά σου. Οι ειπράττοντες εισπράττουν, οι άλλοι παραγκωνίζονται όλο και περισσότερο, ο φυσικός χώρος καταστρέφεται και το κράτος ποντάρει στην «ανάπτυξη» από τη μια και σ’ αυτούς που επωφελούνται από την άλλη.
Ο τουρισμός πάει καλά κι αυτό μας αρκεί.
Το μακροπρόθεσμο κόστος αυτής της κατάστασης δεν απασχολεί κανέναν.
Αν το Σαρακήνικο κάποια ημέρα καταρρεύσει, αν το νερό στερέψει, αν τα σκουπίδια μας παίρνουν φωτιά και καίνε το μισό νησί, κανένα πρόβλημα. Αν οι τουρίστες σιχαθούν τη ζωή τους με τον τόπο που καταλήξαμε να τους πουλάμε, επίσης κανένα πρόβλημα. Οι ειπράττοντες θα έχουν εισπράξει και οι υπόλοιποι θα κοιταζόμαστε στα αποκαΐδια και τα τσιμέντα.
Οπως έλεγε κι εκείνος ο...









