"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΛΑΓΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΟΛΕΤΗΡΕΣ: Ο Ανδρέας Παπανδρέου και η Εγγύς Ανατολή --- Πενήντα χρόνια από τη φιλοαραβική στροφή της ελληνικής πολιτικής και διπλωματίας

Image

 

Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, μια εποχή όχι λιγότερο ταραγμένη από τη σημερινή —στασιμοπληθωρισμός, εμφύλιος Λιβάνου, τρομοκρατία παλαιστινιακών και φιλοπαλαιστινιακών οργανώσεων (αεροπειρατείες, σφαγές της Αλ-Φατάχ και του Μαύρου Σεπτέμβρη), αριστερή τρομοκρατία, Κόκκινοι Χμερ— ο Ανδρέας Παπανδρέου, αρχικά επικεφαλής του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια πρωθυπουργός, άρχισε να αναπτύσσει όλο και στενότερες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο και ιδιαίτερα με το σοσιαλιστικό κόμμα Μπάαθ («Αραβική αναγέννηση»).

Το Μπάαθ, όπως όλα τα κινήματα του αραβικού σοσιαλισμού, είχε πολλά στοιχεία εκσυγχρονισμού και υποσχόταν να ανασύρει τον αραβικό κόσμο από την καθυστέρηση και την ισλαμική θεοκρατία. Αλλά οι εσωτερικές τους διαιρέσεις, όπως εκείνη του 1966 μετά το πραξικόπημα της 23ης Φεβρουαρίου στη Συρία, το οποίο προκάλεσε μόνιμη ρήξη ανάμεσα στον συριακό και ιρακινό κλάδο, εξασθένησαν τη δημοκρατική τους φυσιογνωμία: ο αραβικός σοσιαλισμός ταυτίστηκε με μονοκομματικά κράτη, μηχανισμούς ασφαλείας και προσωποπαγείς διοικήσεις που διέφεραν πολύ από τις αρχικές διακηρύξεις.

Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή

Ήταν στραβό το κλήμα, το έφαγε κι ο γάιδαρος. Ο αραβικός σοσιαλισμός από τους κομματικούς σχηματισμούς του Νάσερ στην Αίγυπτο (Κόμμα της Απελευθέρωσης και Εθνική Ένωση) μέχρι το Μπάαθ στη Συρία και στο Ιράκ μπήκε στο στόχαστρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ως ζήτημα του Ψυχρού Πολέμου: η Ουάσιγκτον φοβόταν ότι ο ριζοσπαστικός αραβικός εθνικιστικός σοσιαλισμός θα επέτρεπε τη σοβιετική επιρροή, θα απειλούσε το εμπόριο πετρελαίου και θα διετάρασσε τις στρατιωτικές βάσεις, τις θαλάσσιες οδούς, τις συμμαχίες και τη σταθερότητα γύρω από το Ισραήλ. Γενικά, οι ΗΠΑ διατελούσαν σε αμηχανία, δεν προσπάθησαν αρκετά να προσεταιριστούν τα εν λόγω καθεστώτα και έκαναν τις συνηθισμένες γκάφες: η απόσυρση της αμερικανο-βρετανικής χρηματοδότησης για το φράγμα του Ασουάν τον Ιούλιο του 1956 συνδέθηκε με την αμερικανική ανησυχία γύρω από τις πρωτοβουλίες του Νάσερ προς το σοβιετικό μπλοκ και οδήγησε μέσα σε λίγες ημέρες στην εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ. Τότε, παρότι οι ΗΠΑ ήθελαν να περιορίσουν τον Νάσερ, αντιτάχθηκαν στη στρατιωτική επιχείρηση της Βρετανίας, της Γαλλίας και του Ισραήλ, παίζοντας διπλό παιχνίδι, με σκοπό την ανάσχεση του αραβικού ριζοσπαστισμού αλλά και την απόρριψη της παλαιο-αποικιακής πολιτικής που τροφοδοτούσε τον αντιδυτισμό στον αραβικό κόσμο.

Το 1957, με το Δόγμα Αϊζενχάουερ, οι ΗΠΑ θέσπισαν πλαίσιο οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης «κατά του διεθνούς κομμουνισμού» στη Μέση Ανατολή, και ένα χρόνο αργότερα η αμερικανική επέμβαση στον Λίβανο (Operation Blue Bat) εντάχθηκε σε αυτό το σχήμα: στήριξη «φιλικού» καθεστώτος απέναντι σε εσωτερική κρίση που διασταυρωνόταν με τον αραβικό εθνικισμό και τον Ψυχρό Πόλεμο.

Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούσαν επανειλημμένως τέσσερα εργαλεία έναντι του αραβικού σοσιαλισμού. Παρουσίαζαν μεγάλο μέρος του ως Δούρειο Ίππο του σοβιετικού μπλοκ· στήριζαν «συντηρητικές» και φιλοδυτικές πολιτικές δυνάμεις (όπλα, διπλωματική κάλυψη)· εφάρμοζαν πολιτική καρότου-μαστίγιου με χρηματοδοτήσεις, δάνεια, τεχνική βοήθεια και κυρώσεις· προχωρούσαν σε έμμεσες ή άμεσες επεμβάσεις όταν έκριναν ότι διακυβεύονταν στρατηγικά συμφέροντα. Με λίγα λόγια, στις χώρες όπου αναπτύχθηκαν εθνικιστικά, αναδιανεμητικά και εκσυγχρονιστικά κινήματα, εκτυλισσόταν τόσο μια διελκυστίνδα μεταξύ Δύσης-ΕΣΣΔ όσο και μεταξύ μετριοπαθών και ριζοσπαστικών δυνάμεων, με τις τελευταίες να χαρακτηρίζονται από έντονο αντιδυτικισμό.

Μετά το 1970, η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου

Η περίοδος του Ανδρέα Παπανδρέου συνέπεσε με τη φάση της στρατιωτικοποίησης αυτών των σοσιαλ-αραβικών καθεστώτων, με την επικράτηση της αραβικής τους ταυτότητας έναντι της σοσιαλιστικής. Το 1969, στη Λιβύη, ο Καντάφι ανέβηκε στην εξουσία με πραξικόπημα, το 1970 πέθανε ο Νάσερ και ο αραβικός κόσμος εισήλθε σε φάση μετάβασης από τον εν πολλοίς φωτισμένο νασερικό παναραβισμό σε κατακερματισμένες, κρατικές πολιτικές, με το πετρέλαιο ως βασικό μοχλό ισχύος. Η ιδέα ενιαίας αραβικής γραμμής υποχώρησε και αναδύθηκαν οι ανταγωνισμοί μεταξύ καθεστώτων της Αιγύπτου, της Συρίας, του Ιράκ και των μοναρχιών του Κόλπου.

Ο Ανουάρ αλ-Σαντάτ, που διαδέχθηκε τον Νάσερ, αναθεώρησε τη νασερική κατεύθυνση, τόσο σχετικά με τις σοβιετο-αραβικές σχέσεις όσο και με την «παναραβική επανάσταση» που έπαψε να αποτελεί κοινό σχέδιο των ομοεθνών και ομοθρήσκων. Στο μεταξύ, το καθεστώς του Καντάφι προσπάθησε να εμφανιστεί ως κληρονόμος του νασερικού οράματος και προχώρησε σε ρήξεις με τη δυτική στρατιωτική παρουσία — δικαίως, η αμερικανική βάση Wheelus παραδόθηκε στη λιβυκή κυβέρνηση και ενισχύθηκε ο κρατικός έλεγχος στο πετρέλαιο. Στις δε αραβο-ισραηλινές συγκρούσεις, όπως ήταν φυσικό, τα αραβικά πετρελαιοπαραγωγά κράτη αξιοποίησαν το πετρέλαιο ως γεωπολιτικό εργαλείο μέσω του Οργανισμού Αραβικών Πετρελαιοεξαγωγικών Χωρών (OAPEC). Όμως, την ίδια στιγμή, ο παναραβισμός έχασε τον σοσιαλιστικό του προσανατολισμό, πράγμα που ευνόησε την άνοδο του ισλαμιστικού παράγοντα.

Μια δεκαετία αργότερα, το 1983, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως ηγέτης του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργός, συνήψε επίσημη συμφωνία συνεργασίας με το συριακό μπααθιστικό κόμμα, με κοινό στόχο την αντίσταση στην «παγκόσμια ιμπεριαλιστική πολιτική και στον σιωνιστικό ρατσισμό». Η συνεργασία δεν ήταν απλώς θέαμα, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως δημαγωγός, είχε ταλέντο στις θεαματικές χειρονομίες· υπήρξαν κοινές υπογραφές για συντονισμένες δράσεις καθώς και δημόσιες δηλώσεις στήριξης σε σειρά θεμάτων: το ΠΑΣΟΚ δεν κατήγγειλε τη συριακή παρέμβαση στην Παλαιστινιακή Διοίκηση και τάχθηκε στο πλευρό των Αράβων σε όλες τις διαμάχες τους με το Ισραήλ. Ήδη, τον Σεπτέμβριο του 1976, το νεοϊδρυθέν Σοσιαλιστικό Κίνημα συμμετείχε στους εορτασμούς της επανάστασης της Λιβύης στην πρώτη σειρά της εξέδρας του Μουαμάρ Καντάφι. Αυτοί ήσαν τότε οι φίλοι μας.

Το 1985, σε επίσημη συνέντευξη Τύπου στη Βαγδάτη, ο Παπανδρέου και ο Σαντάμ Χουσεΐν δήλωσαν ότι «το ΠΑΣΟΚ και το Μπάαθ είναι αδελφά κόμματα»· με λίγα λόγια, όπως ανέφερε αργότερα ο υπουργός Τύπου και ΜΜΕ Παρασκευάς Αυγερινός, η Ελλάδα «είχε γυρίσει την πλάτη στη Δύση και κοιτούσε προς την Ανατολή». Στη συνέχεια, τον Μάιο του 1986, ο Σύρος πρόεδρος Χαφέζ αλ-Άσαντ πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Ελλάδα, όπου κατήγγειλε τον «αμερικανικό ιμπεριαλισμό» και συζήτησε με τον Ανδρέα Παπανδρέου τα θέματα της αριστερής τρομοκρατίας, με έμφαση στη συριακή και λιβυκή επιρροή. Τότε, το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ είχε εναρμονιστεί με την αντιδυτική γραμμή της Συρίας, στρέφοντας το βλέμμα στις χώρες του λεγόμενου κινήματος των Αδεσμεύτων, οι οποίες ωστόσο δεν ήταν καθόλου αδέσμευτες· ήταν δορυφόροι της ΕΣΣΔ.

Όλες οι επιλογές της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ εκείνη την περίοδο εντάσσονταν στη γεωπολιτική του αντιιμπεριαλισμού και του «Τρίτου Δρόμου», σε συντονισμό με την ΕΣΣΔ, τον αραβικό κόσμο και τις εθνικιστικές εξεγέρσεις που θεωρούνταν σοσιαλιστικές (αλλά δεν ήταν). Σε αυτό το πλαίσιο μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής εκτός του ΝΑΤΟ και της τότε ΕΟΚ εντάχθηκε η προσέγγιση στη Συρία, στο Ιράκ και στη Λιβύη, αντανακλώντας την πραγματική ή αντιληπτή ιδεολογική και πολιτιστική μας συγγένεια με τα μπααθιστικά, αντιδυτικά καθεστώτα: ο παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ακολουθούσε έναν δρόμο που θα μπορούσε να μας καθηλώσει στην υπανάπτυξη. Εξάλλου, είχαμε όλα τα προσόντα: απουσία δημοκρατικού ήθους, παρελθόν εμφυλίου πολέμου, χριστιανική ορθοδοξία, ισχυρό κομμουνιστικό κόμμα με ευρύτατη επιρροή στον συνδικαλισμό και στο εποικοδόμημα.

Η προσέγγιση στο Μπάαθ, που είχε ξεκινήσει προτού το ΠΑΣΟΚ αναδειχθεί σε κυβερνητικό κόμμα και αποτελούσε μέρος του προγράμματός του, εξέφραζε την εχθρότητα εναντίον των δυτικών θεσμών, την οποία προσπαθούσε να επιβάλει, όχι χωρίς επιτυχία, το ΚΚΕ. Αλλά, αν και ο Ανδρέας Παπανδρέου έκανε πλείστες παραχωρήσεις στους κομμουνιστές, εκείνοι δεν έπαψαν ποτέ να τον κατηγορούν για «άνθρωπο των Αμερικάνων». Από την πλευρά του, ο Παπανδρέου, προσπαθώντας να τους διαψεύσει, δεν έχανε ευκαιρία να τονίσει την ευνοϊκή χημεία του με τους μπααθιστές δικτάτορες, καθώς και με Άραβες ιδεολόγους όπως ήταν ο Μισέλ Αφλάκ και ο Ζάκι αλ-Αρσούζι, ασχέτως αν αυτά τα άτομα ήταν εμπνευσμένα από τον ιταλικό φασισμό. Το άκρως λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες: αδιαφορούσε για το ότι τα καθεστώτα στο Ιράκ και τη Συρία ήταν ριζοσπαστικά, αυταρχικά, εθνικιστικά, μιλιταριστικά και μονοκομματικά — το μείζον για τον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν το αντιστάθμισμα στην ΕΟΚ και στο ΝΑΤΟ· στα λόγια τουλάχιστον.

Υπενθυμίζω ότι το Μπάαθ κυβέρνησε το Ιράκ το 1963 και ξανά από το 1968 μέχρι το 2003, ενώ στη Συρία διατηρήθηκε από το 1963 μέχρι σήμερα, αν και φυσικά, στο πέρασμα του χρόνου, ο μπααθισμός έχει αλλοιωθεί σε βαθμό που δεν είναι πλέον αναγνωρίσιμος. Αλλά, αν και στις δεκαετίες 1970-1980, ήταν ελκυστικός ως επαναστατική αραβική εθνικιστική ιδεολογία που επεδίωκε την ενοποίηση όλων των διεκδικούμενων αραβικών εδαφών σε ενιαίο αραβικό κράτος, δεν είναι λίγα όσα μπορούμε να του προσάψουμε: ηγέτες όπως ο πρόεδρος της Συρίας Χαφέζ αλ-Άσαντ και ο πρόεδρος του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν ενθάρρυναν την προσωπολατρία, προέβησαν σε εθνοκαθάρσεις και αντικατέστησαν σταδιακά τον σοσιαλιστικό, γραφειοκρατικό παναραβισμό με τον επιθετικό εθνικισμό ο οποίος συμπληρωνόταν από εκτεταμένη διαφθορά.

Οι μπααθικές χώρες προσέφεραν άσυλο σε ναζιστές που καταζητούνταν καθώς και σε Άραβες τρομοκράτες όπως εκείνους των Ολυμπιακών του Μονάχου (1972), και υιοθέτησαν ναζιστικά πρότυπα οργάνωσης του στρατού — η συγγένειά τους με τον ναζισμό υπερβαίνει το κοινό στοιχείο του αντιεβραϊσμού, ο οποίος αποτελεί, τρόπον τινά, θεμέλιο της πολιτικής αυτών των κομμάτων.

Αν και ο όρος «φασίστας» χρησιμοποιείται συχνά από πολιτικούς αντιπάλους ως πρόχειρος και πασπαρτού χαρακτηρισμός αποδοκιμασίας, οι θεωρητικοί του φασισμού ανιχνεύουν φασιστικά στοιχεία σε πολλά κόμματα στον κόσμο που δεν αυτοχαρακτηρίζονται φασιστικά. Οι παραλλαγές του Μπάαθ εντάσσονται σ’ αυτό το πλαίσιο. Προς επίρρωση της ιδέας, το Μπάαθ μπορεί να συγκριθεί και να διαπιστωθεί η ομοιότητά του με διάφορα τρομοκρατικά κόμματα στην Ασία και την Αφρική· για παράδειγμα με το «Λαϊκό Μέτωπο για τη Δημοκρατία και τη Δικαιοσύνη» της Ερυθραίας.

Όσο για τον Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος λίγο έλειψε να μας ρίξει στην αγκαλιά της Μέσης Ανατολής, δεν φαινόταν να πολυενδιαφέρεται για τη φασιστοειδή φύση των τριτοκοσμικών εθνικιστικών κινημάτων και των κομμουνιστικών καθεστώτων: για παράδειγμα, αν και δεν είχε στενή συνεργασία με τον Νικολάε Τσαουσέσκου, δεν είχαν λείψει οι εγκάρδιες δηλώσεις και οι διπλωματικές ανταλλαγές με το ρουμανικό καθεστώς. Ο Παπανδρέου επαινούσε την ανεξαρτησία της ρουμανικής εξωτερικής πολιτικής από τη σοβιετική, παραμερίζοντας το γεγονός της προσωπολατρίας και της καταστολής — όχι ότι ήταν ο μόνος· το ίδιο έκανε η τότε «ανανεωτική» αριστερά.

Το 1975 και το 1985 ήταν σημαδιακές χρονιές γι’ αυτή τη μάλλον αλλοπρόσαλλη πολιτική.

Για δέκα χρόνια κυριαρχούσαν τα κουκουέδικα συνθήματα —«ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», «Έξω οι βάσεις του θανάτου», «Ανεξάρτητη Ελλάδα, των Ελλήνων η Ελλάδα», «Η Ελλάδα στους Έλληνες», «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει Δεξιά»που υπονοούσαν ότι, όπως πολλές χώρες της Ανατολής, ήμασταν προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών και έπρεπε να χειραφετηθούμε.

Η ταύτισή μας με τους Άραβες δημιουργούσε τη βάση για κοινές διακηρύξεις περί «ξέφραγου αμπελιού του ιμπεριαλισμού» και για συνθηματολογικές ψευτοδιαπιστώσεις («Η Ελλάδα δεν εντάχθηκε στην ΕΟΚ· προσαρτήθηκε») οι οποίες εξήπταν τη λαϊκή αγανάκτηση, τον τοπικισμό και τον επαρχιωτισμό. Το μείγμα συμπληρωνόταν από «αλληλεγγύη» στους λαούς που αγωνίζονταν εναντίον του ιμπεριαλισμού στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και στην Παλαιστίνη — ανεξαρτήτως πώς, πού, γιατί.

Ανάμεσα στις ζημιές που προκάλεσε ο Ανδρέας Παπανδρέου —ο οποίος έχει καταγραφεί ως «αείμνηστος»— ήταν ότι ...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ: Ο παρρησιαστής Στέφανος Μάνος

Image 

 Γράφει ο Χαρίδημος Κ. Τσούκας

Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.

(www.htsoukas.com)

 

«Η παρρησία δεν είναι δεξιότητα. Είναι στάση, ένας τρόπος ύπαρξης που προσεγγίζει την αρετή. […] Η παρρησία πρέπει να νοείται ως ένας τρόπος εκφοράς της αλήθειας, και όχι ως τεχνική [όπως] η ρητορική».

ΜΙΣΕΛ ΦΟΥΚΟ (1984)

 

Ο Στέφανος Μάνος δεν ήταν μόνο πολιτικός αρχών, ούτε μόνο το γόνιμο και ορθολογικό μυαλό για το οποίο τον θυμόμαστε.

Ηταν και κάτι άλλο: υπόδειγμα παρρησιαστή – του κριτικά σκεπτόμενου πολίτη που λέει εύτολμα τη γνώμη του. Ενώ με τις πολιτικές απόψεις του μπορεί να διαφωνεί κανείς, ο τρόπος της σκέψης του και η δημόσια εκφορά της συνιστούν υπόδειγμα παρρησιαστικού λόγου, που αξίζει να είναι καθολικά αποδεκτός. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν διαφωνείς με τον Μάνο, είναι καλό να σκέφτεσαι και να μιλάς όπως ο Μάνος.

Εξηγούμαι.

Στις 25 Μαΐου 2008, ένα επτάμηνο πριν από τις ταραχές του Δεκεμβρίου 2008 στην Αθήνα και δύο χρόνια πριν από την ελληνική χρεοκοπία, ο Στ. Μάνος έγραψε στην «Καθημερινή» ένα άρθρο-υπόδειγμα παρρησίας, με τίτλο «Οι βολεμένοι και τα αδιέξοδα της χώρας».

Η κριτική του στην κυβέρνηση Καραμανλή ήταν δριμεία. Ομως, δριμύτερη ήταν η κριτική του στους «βολεμένους φίλους» του – τους ιδιαίτερα ευκατάστατους, μορφωμένους «ενοίκους του επάνω ορόφου», οι οποίοι μένουν «αδιάφοροι και απαθείς με όσα συμβαίνουν γύρω τους, με την προσοχή τους στραμμένη αποκλειστικά στον δικό τους μικρόκοσμο».

 

Τους ειρωνεύεται για τον συντηρητισμό τους. «Το 2004, το 2000, το 1996 και όσο θυμούνται ψήφισαν Νέα Δημοκρατία. Είναι αρετή να μένεις σταθερός, να μην αλλάζεις. Ετσι λένε. Είναι συντηρητικοί. Δεν πιστεύουν (και ίσως ενδόμυχα δεν θέλουν) ότι μπορεί ν’ αλλάξει οτιδήποτε στην Ελλάδα. Εύκολα καταλήγουν στο απαισιόδοξο συμπέρασμα ότι “τι τα θες, αυτή είναι η… Ελλάδα!”». Τους ανθρώπους αυτούς δεν τους αγγίζουν τα προβλήματα της χώρας – τα προσεγγίζουν ως παρατηρητές, όχι ως ενεργοί πολίτες. «Τα παιδιά τους σπούδασαν σε καλά πανεπιστήμια του εξωτερικού. Η διάλυση της παιδείας ευτυχώς δεν τους άγγιξε». Η Ελλάδα, για τους ευκατάστατους-βολεμένους, «δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια πλατφόρμα, μια γεωγραφική περιοχή, από την οποία μπορούν επωφελώς για τους ίδιους να ασκούν τις όποιες επικερδείς δραστηριότητές τους. Δεν αισθάνονται καμιά ιδιαίτερη ευθύνη για την Ελλάδα».

Δεν ξέρω πόσοι από τους ιδιαίτερα ευκατάστατους φίλους του εξακολούθησαν να του λένε καλημέρα έπειτα από εκείνο το άρθρο, αλλά ο Στ. Μάνος τόλμησε να εκστομίσει, με παρρησία, μια δυσάρεστη αλήθεια: παρά τις τιμητικές εξαιρέσεις, η ελίτ δεν νιώθει ότι ο πλούτος της τής δημιουργεί αυξημένη ευθύνη για τη χώρα. Με την οικονομική και πολιτική ισχύ της, έχει τη δυνατότητα να ιδιωτικοποιεί τις λύσεις σε συλλογικά προβλήματα (π.χ. εκπαίδευση, υγεία). Eχει εσωτερικεύσει την εικόνα μιας μονίμως καθυστερημένης Ελλάδας, στην οποία, ωστόσο, η ελίτ απολαμβάνει να παραμένει στην κορυφή. Υποκρίνεται ότι θέλει αλλαγές στη χώρα, αλλά η ίδια δεν θέλει να αλλάξει (παραμένει συντηρητική στις πολιτικές επιλογές της). Δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητήσει εναλλακτικές ή να δεξιωθεί τις όποιες αξιόπιστες της προσφέρονται.

Ο Μισέλ Φουκό αναφέρει πέντε γνωρίσματα της παρρησίας.

Ειλικρίνεια – ο ομιλητής διατυπώνει ευθέως τη γνώμη του.

Αλήθεια – σε αντίθεση με έναν ρητορεύοντα (π.χ. δικηγόρο), ο παρρησιαστής πιστεύει την αλήθεια των όσων λέει.

Θάρρος – ο ομιλητής διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο γι’ αυτόν, όπως η σχέση του με αυτούς στους οποίους απευθύνεται.

Καθήκον – αισθάνεται ηθικά υποχρεωμένος να μιλήσει, παρά το τίμημα που θα καταβάλει.

Και, τέλος, κριτική – ο ομιλητής λέει πράγματα που ενοχλούν τους άλλους ή τον εαυτό του («ιδού γιατί κάνετε λάθος ή γιατί έκανα λάθος»).

Ο λόγος του Στ. Μάνου εμπεριείχε όλα αυτά τα γνωρίσματα.

Θα σταθώ στην κριτική.

 

Ο κριτικά σκεπτόμενος άνθρωπος διατηρεί εποικοδομητικό σκεπτικισμό για όλες τις απόψεις (άλλων και δικές του). Θέτει ερωτήματα τόσο στη «δική του» πλευρά όσο και στην «απέναντι». Αναζητάει εμπειρικά δεδομένα για να (ανα)διαμορφώσει άποψη. Δεν υποστέλλει τη σκέψη του χάριν υπέρτερων σκοπιμοτήτων. Γνωρίζει ότι η γνώμη του είναι εγγενώς ατελής και τα συμπεράσματά του δυνάμει αναθεωρήσιμα.

Ο Στ. Μάνος ενσάρκωσε την κριτική πολιτική σκέψη.

Σε άρθρο του στην «Καθημερινή» (13/12/22) αναφέρει ότι μια φίλη του παραπονέθηκε ότι είναι ιδιαίτερα επικριτικός στην κυβέρνηση Μητσοτάκη.

«Τι θέλεις, να ξανάρθει ο Τσίπρας;» τον ρώτησε.

Η απάντησή του ήταν σύνθετη.

Ως ψηφοφόρος ήταν ρεαλιστής. «Αν πρέπει να διαλέξω μεταξύ κυβέρνησης Μητσοτάκη ή κυβέρνησης Τσίπρα, θα διαλέξω κυβέρνηση Μητσοτάκη».

Ως πολίτης ήταν κριτικός:

«Πώς πρέπει να αντιμετωπίσω υπουργικές αποφάσεις ή ενέργειες τις οποίες θεωρώ βλαπτικές για το κοινωνικό σύνολο; Να κάνω πως δεν τις βλέπω επειδή έρχονται εκλογές; […] Δεν βλέπω πώς μπορεί να αλλάξουν τα κακώς κείμενα αν δεν συζητηθούν δημόσια».

Με άλλα λόγια, ο ψηφοφόρος οφείλει να είναι πραγματιστής: επιλέγει μεταξύ ήδη διαμορφωμένων επιλογών.

Ο πολίτης οφείλει να είναι σωκρατικός («ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω»): αμφιβάλλει, διερωτάται, συζητάει.

Και τα δύο χρειάζονται: και πραγματιστική επιλογή και κριτική σκέψη.

Πολλοί επαναπαύονται οπαδικά στην παραταξιακή τους προτίμηση, αποφεύγοντας την ανήσυχη, άβολη σκέψη.

Ο Στέφανος Μάνος...

 

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ - ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ: Κινητήρας Φεράρι σε σασί Ζάσταβα

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Θάνου Τζήμερου

Η πολιτική λάσπη είναι ένα προηγμένο τεχνολογικά προϊόν.

Δεν προκύπτει από τον θυμό ενός υβριστή. Αυτός είναι ο τελικός εκτοξευτής.

Τη λάσπη την κατασκευάζουν άλλοι: επιστήμονες λασπουργοί, που συστήνονται (και πληρώνονται) ως επικοινωνιολόγοι, εργάζονται στα επιτελεία των κομμάτων και μελετούν με προσοχή τη σύστασή της, για να έχει το καλύτερο αποτέλεσμα στον συγκεκριμένο στόχο.

Υπάρχουν πολλά είδη λάσπης. Τόσα, όσοι και οι στόχοι.

Ωστόσο, υπάρχει μια γενική συνταγή: η λάσπη έχει ως σκοπό την αποδόμηση της προσωπικότητας του θύματος, την απαξίωσή του. Επειδή ως στόχοι επιλέγονται άνθρωποι με αξία, ικανότητες και ήθος - αυτοί είναι που απειλούν το σύστημα - ο σκοπός της λάσπης είναι να τους παρουσιάσει ως ασυνεπείς, ανακόλουθους, υποκριτές, ανίκανους, ηθικά διάτρητους. Δάσκαλε που δίδασκες… Σε πολιτική απόδοση: "Κοίτα ποιος μιλάει! Αυτός που…" Μετά το "που" ακολουθεί η λάσπη. Συνήθως είναι ένα καραμπινάτο ψέμα. Όμως, τα επικοινωνιακά επιτελεία του συστήματος, διαφεντεύοντας τα ΜΜΕ, θα καταφέρουν να το βάλουν στα χείλη και στα πληκτρολόγια όλων.

Ποιος, μετά, θα μνημονεύει την αλήθεια;

Υπάρχει και μια δεύτερη περίπτωση. Η λάσπη να έχει ψήγματα αλήθειας. Μιας αλήθειας όμως που έχει αποκοπεί από το πλαίσιο της (πότε ελήφθη μια απόφαση, κάτω από ποιες συνθήκες, για πόσο χρόνο, ποιες εναλλακτικές υπήρχαν) και ο λασπουργός την συνδέει στρεψόδικα με ό,τι θέλει αυτός: ύποπτο, σκοτεινό, ιδιοτελές.

Έκανα αυτή την εισαγωγή, καθώς στα σχόλια του προ 15θημέρου άρθρου μου αλλά και στα social media, διακινήθηκε ξανά η λάσπη που έχει πετάξει, εδώ και δεκαετίες το σύστημα, αριστερό και δεξιό, στον μεγάλο εκλιπόντα, Στέφανο Μάνο: "Μιλάς για τον Μάνο που…"

Θα αναφερθώ στα πιο "δημοφιλή" "που…".

"…που χρεοκόπησε την Αλλατίνη." Είναι 100% ψέμα. Ο Μάνος, διοικώντας την Αλλατίνη από το 1966 ως το 1977, την εκσυγχρόνισε και εκτόξευσε την κερδοφορία της υιοθετώντας πρωτοποριακές, για την εποχή, μεθόδους.

Απέκλεισε τους χονδρεμπόρους και διοχέτευσε τα προϊόντα της κατευθείαν στα σημεία πώλησης με όφελος και για τον καταναλωτή και για την εταιρεία του.

Κατάργησε το "χύμα" προϊόν και το πουλούσε συσκευασμένο για να έχει έλεγχο της ποιότητας.

Λανσάρισε το αλεύρι που φουσκώνει μόνο του. Όλα αυτά οδηγούσαν την Αλλατίνη από επιτυχία σε επιτυχία.

Όμως, όταν το 1977 μπήκε στην πολιτική, έκανε κάτι που έχουν κάνει ελάχιστοι: παραιτήθηκε από κάθε θέση στη εταιρεία, για να μην υπάρχει ούτε υποψία conflict of interest. Υπήρχε κάτι που τον ενέπνεε περισσότερο από τα κέρδη της Αλλατίνη: ο πόθος να υπηρετήσει τη χώρα.

Η Αλλατίνη συνέχισε να λειτουργεί κανονικά, και αργότερα μεταβιβάστηκε σε άλλους επιχειρηματικούς ομίλους. Μπήκε σε περιπέτειες, μαζί με όλη την αλευροβιομηχανία της χώρας, όταν, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επέβαλε πάγωμα τιμών λιανικής στο αλεύρι, ενώ η τιμή του σιταριού και το κόστος της ενέργειας ανέβαιναν αλματωδώς στη διεθνή αγορά, οδηγώντας το σύνολο του κλάδου σε οικονομική ασφυξία. (Να θυμίσω ότι η διατίμηση, δηλαδή η λαϊκίστικη, βλακώδης και καταστροφική επιβολή κρατικού ορίου τιμών στα καταναλωτικά αγαθά, ήταν διαχρονικό εργαλείο των ελληνικών κυβερνήσεων από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και γνώρισε ιδιαίτερες μέρες "δόξας" επί Κατοχής, στα χέρια του Γερμανικού Φρουραρχείου: εξαφάνισε τα προϊόντα από την επίσημη αγορά και τα έστειλε όλα στη μαύρη. Παρά την προφανή της αποτυχία, διατηρήθηκε από όλες τις μεταπολεμικές ελληνικές κυβερνήσεις, προκαλώντας τεράστιες στρεβλώσεις στην Οικονομία, μέχρι να καταργηθεί οριστικά, από τον Μάνο, το 1992. Σε παραλλαγμένη μορφή - πλαφόν στο περιθώριο κέρδους - αναβίωσε με τη σημερινή κυβέρνηση.)

Η λάσπη περί "χρεοκοπίας" κατασκευάστηκε από το αυριανιστικό σύστημα και διαδόθηκε μαστόρικα από όσους, πράσινους, μπλε και κόκκινους κόκκους, αντιδρούσαν στη θέση του Μάνου ότι η Δημόσια Διοίκηση πρέπει να είναι αποτελεσματική με όρους management και όχι πελατειακών εξυπηρετήσεων. "Τι να μας πει κι αυτός ο τεχνοκράτης που φαλίρισε! Αφήστε εμάς που ξέρουμε να σας διορίζουμε για να μας ψηφίζετε."

 

"…που χάρισε τα χρέη του Ολυμπιακού." Η ρύθμιση των χρεών των αθλητικών εταιρειών έγινε με νόμο, όχι με υπουργική απόφαση. Έχει σημασία αυτό, διότι τον νόμο τον ψήφισε και το ΠΑΣΟΚ. Ο Μάνος ήταν τότε Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Ο νόμος είχε ευεργετικό χαρακτήρα για όλες τις Ποδοσφαιρικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΠΑΕ) που όφειλαν στο Δημόσιο. Διέγραφε το μεγαλύτερο μέρος των προστίμων και των προσαυξήσεων που είχαν συσσωρευτεί. Το εναπομείναν χρέος ρυθμίστηκε σε 60 έως 120 μηνιαίες δόσεις. Ο Ν. 2021/1992 δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο. Στην ιστορία του ελληνικού επαγγελματικού αθλητισμού, σχεδόν όλες οι μεγάλες ομάδες ποδοσφαίρου και μπάσκετ κατά καιρούς αξιοποίησαν παρόμοιες νομοθετικές ρυθμίσεις.

Το 1992, ναι, ο Ολυμπιακός είχε τα περισσότερα χρέη. Βρισκόταν στα πρόθυρα της πτώχευσης, της κατάσχεσης των περιουσιακών του στοιχείων και του υποβιβασμού στη Γ' Εθνική, λόγω του σκανδάλου Κοσκωτά, το οποίο δεν το εξέθρεψε ο Μάνος, ούτε οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού. Πασοκικό προϊόν και συνολική αποτυχία των θεσμών ήταν ο Κοσκωτάς. Άρα υπήρχε και κρατική ευθύνη.

Η επιχειρηματολογία του Μάνου ήταν ότι αν η ΠΑΕ πτωχεύσει, το Δημόσιο και η (υπό εκκαθάριση) Τράπεζα Κρήτης δεν θα εισπράξουν τίποτα. Λόγω πολυετούς μη καταβολής των φόρων, τα αρχικά ποσά είχαν τριπλασιαστεί εξαιτίας των υπέρογκων τόκων υπερημερίας. Κουρεύοντας τις προσαυξήσεις, το Δημόσιο εξασφάλιζε την είσπραξη τουλάχιστον του αρχικού χρέους, σε βάθος χρόνου. Επιπλέον, κανένας επενδυτής (τότε εμφανίστηκε ο Σωκράτης Κόκκαλης) δεν θα αναλάμβανε μια εταιρεία με χρέη 11 δισ. δραχμών που αυξάνονταν καθημερινά. Η ρύθμιση ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για να βρεθεί νέος αγοραστής και για να μπουν χρήματα στα κρατικά ταμεία. Η πολιτική, σχεδόν πάντα, διαχειρίζεται προβλήματα για τα οποία δεν υπάρχει η τέλεια λύση. Εσύ, τι θα έκανες στη θέση του Μάνου;

Όμως, η αλήθεια είναι ότι αυτή η πρακτική καθιέρωσε ένα κακό προηγούμενο. Οι αθλητικές εταιρείες δημιουργούσαν χρέη, γνωρίζοντας ότι, λόγω του κοινωνικού τους βάρους, και της απειλής εκτρόπων από τους οπαδούς, το κράτος αργά ή γρήγορα θα έβρισκε μια νομοθετική φόρμουλα για να τα "κουρέψει". Αυτό, οι "κουτόφραγκοι" το ονομάζουν ηθικό κίνδυνο (moral hazard) και το λαμβάνουν σοβαρά υπόψη. Σε μας, δεν μετράει και τόσο. Απόδειξη, τα χρέη των κομμάτων. Ο γράφων υποστηρίζει την άποψη ότι σε κόμματα που χρωστούν ή που αρνούνται οικονομικό έλεγχο θα έπρεπε να μπαίνει λουκέτο και οι υπεύθυνοι να υφίστανται τις συνέπειες του νόμου, όπως ισχύει για τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Επιπλέον, οποιαδήποτε χαριστική απόφαση τραπεζών προς κόμματα, συνιστά το αδίκημα της απιστίας για τις διοικήσεις τους, διότι "ρίχνουν" τους μετόχους, τα συμφέροντα των οποίων υποτίθεται ότι προασπίζουν. Η δική σου άποψη ποια είναι;

"…που έβαλε, από τη μια μέρα στην άλλη, 50 δραχμές φόρο στη βενζίνη." Αληθεύει, μολονότι δεν ήταν 50άρικο αλλά 32 έως 35 δραχμές το λίτρο ανάλογα με τον τύπο του καυσίμου. Δες, όμως, τις συνθήκες και πες μου εσύ τι θα έκανες.

 

Μέχρι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να αναλάβει την εξουσία τον Απρίλιο του 1990, η Οικονομία της Ελλάδας εφάρμοζε το… δόγμα "Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα" και βρισκόταν σε κατάσταση ολοκληρωτικού εκτροχιασμού και επικείμενης χρεοκοπίας. Τα "όλα" που έδινε ο Τσοβόλας, μετά την προτροπή του εθνικού εκμαυλιστή, προέρχονταν από εσωτερικό και εξωτερικό δανεισμό, αφήνοντας πίσω τους μια μαύρη δημοσιονομική τρύπα. Το δημόσιο χρέος, από το 30% του ΑΕΠ που το παρέλαβε το ΠΑΣΟΚ το 1981, είχε εκτιναχθεί στο 80%, το 1990. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού ήταν 16% του ΑΕΠ, μέγεθος απολύτως μη βιώσιμο, που καθιστούσε τον δανεισμό της χώρας από τις διεθνείς αγορές επισφαλή και πανάκριβο. Ο πληθωρισμός κάλπαζε στο 20%, φαλκιδεύοντας την αγοραστική δύναμη των πολιτών και αποθαρρύνοντας κάθε ξένη επένδυση. Το κράτος είχε φορτωθεί δεκάδες χρεοκοπημένες ιδιωτικές επιχειρήσεις, τις οποίες "διοικούσαν" οι συνδικαλιστές, τις κατάκλεβαν και τις βούλιαζαν ακόμα περισσότερο. Ταυτόχρονα, οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές είχαν εκτινάξει τη φοροδιαφυγή. Ουσιαστικά είχαμε άτυπο μνημόνιο: μας επιτηρούσε η ΕΟΚ, που απειλούσε με διακοπή των κοινοτικών κονδυλίων αν δεν νοικοκυρεύαμε το μαγαζί.

Ο Μάνος ως Υπουργός Οικονομικών έκανε πολλές δομικές, γενναίες μεταρρυθμίσεις για να στηρίξει την ανάπτυξη.

Μείωσε τους συντελεστές φορολογίας σε φυσικά και νομικά πρόσωπα, κατάργησε τη διπλή φορολογία (εταιρειών και μερισμάτων), διαχειρίστηκε αυστηρά τις δαπάνες, πούλησε προβληματικές κρατικές επιχειρήσεις, κατάργησε πλήθος από γραφειοκρατικούς περιορισμούς και σοσιαλιστικές αγκυλώσεις, θεσμοθέτησε τα ΣΔΙΤ (σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα) και την αυτοχρηματοδότηση στα μεγάλα έργα, εισήγαγε το leasing, έφερε την κινητή τηλεφωνία, δρομολόγησε την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, παρά τη λυσσαλέα πολεμική των συνδικαλιστών, ακόμα και στελεχών της ΝΔ. Όλα αυτά βελτίωσαν σημαντικά την κατάσταση της Οικονομίας, αλλά είχαμε ακόμα πολύ δρόμο.

Το 1992 η Ελλάδα είχε μόλις υπογράψει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και έπρεπε να πιάσει, πάση θυσία, τα αυστηρά δημοσιονομικά κριτήρια που αυτή έθετε για να μην αποκοπεί από την πορεία προς το Ευρώ.

Το κράτος χρειαζόταν άμεσα πρωτογενές πλεόνασμα.

Θα μπορούσε να το βρει από πώληση δημοσίων επιχειρήσεων. Αλλά οι αποκρατικοποιήσεις συναντούσαν πρωτοφανείς αντιδράσεις (απεργίες, καταλήψεις, πολιτικό μπλόκο από την αντιπολίτευση) και απαιτούσαν χρόνο για να αποδώσουν ρευστότητα, την οποία το κράτος χρειαζόταν "χθες".

Θα μπορούσε να τυπώσει χρήμα υποτιμώντας τη δραχμή, όμως θα ανέβαζε πάλι τον πληθωρισμό και το εξωτερικό χρέος.

Η εναλλακτική ήταν ένας νέος φόρος, προσωρινός, μέχρι να ανεβάσει στροφές η Οικονομία. Θα μπορούσε να μπει στα ακίνητα, όμως θα έπληττε καίρια την οικοδομή, ατμομηχανή της Οικονομίας μας.

Η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) στα καύσιμα προτάθηκε και ουσιαστικά επιβλήθηκε από την ΕΟΚ. Ήταν η μόνη ρεαλιστική λύση που εξασφάλιζε εγγυημένα έσοδα μέσα σε λίγες εβδομάδες, για να αποφευχθεί στάση πληρωμών του κράτους και για να μείνουν οι "κάνουλες" της ΕΟΚ ανοιχτές. Μάλιστα, είχε μηδενικό διαχειριστικό κόστος, διότι το κράτος τον εισέπραττε στην πηγή (από τα διυλιστήρια). Εσύ τι θα έκανες;

Ο φόρος έφερε "ζεστό χρήμα" στα κρατικά ταμεία, δημιούργησε πρωτογενές πλεόνασμα για πρώτη φορά μετά από το 1973 (!), που επέτρεψε στα πακέτα Ντελόρ να συνεχίσουν να φτάνουν στη χώρα μας, μείωσε το κόστος δανεισμού και βελτίωσε τη συνολική δημοσιονομική εικόνα, με όποια θετική επίδραση έχει αυτό στην Οικονομία και στις ζωές των πολιτών. Όμως, το να δεις ένα πρωί ξαφνικά την τιμή της αμόλυβδης στις 162,2 δραχμές το λίτρο, ενώ χθες το βράδυ ήταν στις 130, είναι ένα σοκ που καταγράφεται ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη.

Την ίδια στιγμή ο πολίτης ξεχνάει, αν έχει καν συνειδητοποιήσει, το όφελος στη ζωή του από την φορολογική ελάφρυνση των μεταρρυθμίσεων Μάνου. Ως το 1991, το φορολογικό σύστημα ήταν εξαιρετικά πολύπλοκο και βαρύ για όλα τα εισοδήματα. Περιλάμβανε 9 φορολογικά κλιμάκια που έφταναν στο 50%. Ο Μάνος τα μείωσε σε 4 θεσπίζοντας αφορολόγητο όριο 1.000.000 δραχμές για τα χαμηλά εισοδήματα. Παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει φορολογική συνείδηση στον Έλληνα με τη θρυλική καμπάνια "Αγαπάς την Ελλάδα; Απόδειξη!". Ήταν η πρώτη φορά που το κράτος απευθύνθηκε στον πατριωτισμό των πολιτών ενάντια στη μάστιγα της φοροδιαφυγής και τους κάλεσε να γίνουν οι ίδιοι εφαρμοστές και ελεγκτές της νομιμότητας στην καθημερινότητά τους. Μολονότι το σύστημα συλλογής αποδείξεων, σε μια εποχή που όλα γίνονταν με το χέρι, ήταν μπελαλίδικο, αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των συστημάτων που εφαρμόστηκαν τις επόμενες δεκαετίες, μέχρι να φτάσουμε στη σημερινή εποχή των POS και των ψηφιακών διασταυρώσεων.

Έκανα μια μικρή άσκηση, που δεν ξέρω πόσοι από όσους έβριζαν και βρίζουν τον Μάνο για το "50ρικο" μπήκαν στον κόπο να κάνουν.

Το 1992 ο μέσος ετήσιος μισθός ήταν 2.500.000 δραχμές. Με μέση ετήσια χρήση αυτοκινήτου 12.000 χιλιόμετρα και μέση κατανάλωση βενζίνης, τότε, 8 λίτρα / 100 χλμ. έχουμε 960 λίτρα βενζίνης ανά έτος και μέγιστη επιβάρυνση από τον φόρο 33.600 δρχ. Προσθέτουμε και τον ΦΠΑ (18% ήταν τότε) και φτάνουμε στις 39.648 δραχμές.

Πριν τον Μάνο, με τον Ν.1828/1989  για εισόδημα 2.500.000 δραχμές πλήρωνες φόρο 701.000 δραχμές. Υπήρχαν, βέβαια, πολλές και πολύπλοκες κατηγορίες ελαφρύνσεων που μείωναν τον φόρο, ο οποίος, όμως, σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσε να πέσει στα επίπεδα της φορολογίας Μάνου (Ν. 2065/1992)  που για τα 2.500.000 δρχ. τον πήγε, μπαμ και κάτω, στις 75.000 δρχ., γκρεμίζοντας από 38% σε 5% τον συντελεστή για εισόδημα από 2.000.000 έως 2.500.000! Το θυμάσαι αυτό; Το άκουσες ποτέ από κάποιον;

Όσοι βρίζουν τον Μάνο ξεχνούν και κάτι άλλο: η εκάστοτε κυβέρνηση ευθύνεται για το σύνολο των νόμων που ισχύουν, ακόμα κι αν είναι από την εποχή του Όθωνα. Αν διαφωνούσε, θα τους άλλαζε. Η διατήρησή τους είναι τεκμήριο της συναίνεσής της, σωστά;

Όλες, λοιπόν, οι κυβερνήσεις από το 1992 μέχρι σήμερα, όχι μόνο δεν κατήργησαν τον ΕΦΚ στα καύσιμα, αλλά τον αύξησαν 12 φορές!

Τι ψήφιζες από το 1992 και μετά;

Ο Μάνος ήταν φιλελεύθερος, αλλά χωρίς manual φιλελευθερισμού. Δεν τον ενδιέφερε η "ιδεολογική ταυτότητα" ενός μέτρου, αλλά η λειτουργία του. Για παράδειγμα, ο κλασικός φιλελευθερισμός είναι κατά των παρεμβάσεων του κράτους στην αγορά. Όμως, το 1991, η Αθήνα υπέφερε από ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλούσαν σε μεγάλο βαθμό τα σαπάκια που κυκλοφορούσαν στους δρόμους της. Ο Μάνος δεν περίμενε να αντικατασταθούν με τον φυσικό ρυθμό της αγοράς. Γι’ αυτό νομοθέτησε την απόσυρση. Στέλνεις το σαράβαλο για ανακύκλωση και αγοράζεις καταλυτικό; Δεν πληρώνεις φόρους και τέλη. Μέσα σε 18 μήνες έφυγαν σχεδόν 350.000 παλιά, ρυπογόνα οχήματα. Μαζί τους έφυγε και το "νέφος". Και ποιος ξέρει πόσα ατυχήματα γλυτώσαμε και πόσες ζωές σώθηκαν καθώς τα καινούργια οχήματα ήταν πιο αξιόπιστα και ασφαλή.

Η πολιτική διαχειρίζεται μεγέθη σε ανεπάρκεια. Ποτέ δεν έχει τα χρήματα, τον χρόνο και τους ανθρώπους που χρειάζονται, ειδικά για τις μεγάλες αλλαγές. Τις περισσότερες φορές δεν έχει ούτε το θάρρος, καθώς κάθε μεγάλη παρέμβαση θίγει μεγάλα συμφέροντα και δημιουργεί μεγάλες αντιδράσεις. Ο Μάνος δεν χαμπάριαζε από αντιδράσεις. Οι επιχειρηματίες της νύχτας απειλούσαν να τον σκοτώσουν, όταν αποφάσισε, στην πρώτη του θητεία στο νεοσύστατο Υπουργείο Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΥΧΟΠ) να μεταμορφώσει την Πλάκα από μια κακόφημη και θορυβώδη περιοχή, στο διεθνές κόσμημα που είναι σήμερα. Είμαι σίγουρος ότι θα σκέφτηκε "πώς έφτασα εγώ, ένας αστός και επιτυχημένος βιομήχανος να μπλέξω με τον υπόκοσμο"! Δεν ξέρω πόσοι θα συνέχιζαν. Ο Μάνος το έκανε. Η ανάπλαση της Πλάκας θεωρείται ως μια από τις πιο επιτυχημένες παγκοσμίως.

Μακαρίζει, όμως, τον Μάνο ο ιδιοκτήτης της περιοχής που είδε την περιουσία του να αξίζει χρυσάφι ή ο εστιάτορας που δεν έχει καρέκλα άδεια από τους τουρίστες που έρχονται στη "Συνοικία των Θεών";

Τον μακαρίζει ο κάτοικος διαμερίσματος που παρκάρει κατευθείαν στην πιλοτή και δεν κάνει γύρους στη γειτονιά μέχρι να βρει κάποια θέση, όπως όσοι μένουν σε διαμερίσματα που χτίστηκαν πριν τον νόμο Μάνου για υποχρεωτικές θέσεις πάρκινγκ σε κάθε πολυκατοικία;

Θυμάμαι τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει τότε με τους εργολάβους. Ευτυχώς νίκησε ο Μάνος.

Θυμάμαι και τον πόλεμο με τους μαγαζάτορες στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας που πεζοδρομήθηκαν. "Πώς θα έρχονται οι πελάτες μας; Με τα πόδια;" Αυτό ήταν το αντεπιχείρημα! Το σιγοντάριζε και η αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, κυνηγώντας ψηφαλάκια, υποδαύλιζε τις διαμαρτυρίες εμπορικών συλλόγων και καταστηματαρχών που ισχυρίζονταν ότι η διακοπή της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων θα "νεκρώσει την αγορά" και θα τους οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή. Το ΚΚΕ έβαζε την γνωστή κασέτα για μέτρα που εξυπηρετούν το μεγάλο κεφάλαιο, αυτή που παίζει ακόμα.

Ευτυχώς, πάλι νίκησε ο Μάνος.

Πώς θα ήταν η Αθήνα και η Ελλάδα ολόκληρη, αν υπήρχε Μάνος στην προδικτατορική κυβέρνηση Καραμανλή, της αντιπαροχής και της αστυφιλίας, όταν οι νεότεροι αρχιτεκτονικοί μας θησαυροί έγιναν μπάζα και στη θέση των νεοκλασικών κοσμημάτων φύτρωσε ένα κακόγουστο τσιμεντένιο δάσος;

Αν οι διάδοχοί του προχωρούσαν το όραμά του για την αποκέντρωση και τις ανταγωνιστικές πόλεις της υδροκέφαλης Αθήνας;

Αν το ρυθμιστικό του σχέδιο εφαρμοζόταν με αυστηρότητα;

Ακόμα και το 1979, όταν ο Μάνος ορίσθηκε (από τον Καραμανλή) Υπουργός ΥΧΟΠ, υπήρχαν κτήρια που έπρεπε να σωθούν και ελεύθερα οικόπεδα που έπρεπε να γίνουν πάρκα και παιδικές χαρές. Ποιος, όμως, θα πλήρωνε τον λογαριασμό;

Με την καινοτομία της μεταφοράς συντελεστή δόμησης (ΣΔ) ο Μάνος σχεδόν τετραγώνισε τον κύκλο. Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου ή του απαλλοτριωμένου οικοπέδου δεν έχανε, διότι αποζημιωνόταν. Όχι από το κράτος, αλλά πουλώντας "δικαιώματα δόμησης", αυτά που το κράτος του απαγόρευε να χρησιμοποιήσει. Τα δικαιώματα τα αγόραζε κάποιος ιδιώτης και έχτιζε περισσότερο στο οικόπεδό του, τηρώντας όμως τα όρια ύψους της περιοχής. Ναι, κάπου θα έπεφτε λίγο παραπάνω τσιμέντο. Αλλά αν σωζόταν ένα νεοκλασικό στην Πανεπιστημίου, με "κοινωνικό αντίτιμο" ένα κτήριο στον Γέρακα αντί για 500 μέτρα εμβαδόν να έχει 550, ε, δεν ήταν και τόσο τραγικό. (Ο νόμος έβαζε όριο πως το κτήριο "υποδοχής" του ΣΔ δεν θα μπορούσε να "φουσκώσει" πάνω από 10% του κανονικού.)

Το πώς αντιμετωπίστηκε αυτή η ευφυής και πρακτική ιδέα είναι ένα ειδικό case study. Θα άξιζε βιβλίο, αλλά το θίγω επί τροχάδην. (Με τον ίδιο νόμο θεσπίστηκε για πρώτη φορά ως ανώτατος συντελεστής δόμησης για ολόκληρη τη χώρα το 2,4, βάζοντας φρένο στην ανέγερση θηριωδών πολυκατοικιών.)

Υπήρξαν, λοιπόν, αντιδράσεις, που κατέληξαν στο ΣτΕ.

Κι εκείνο, το 1994, απεφάνθη: για να γίνει μεταφορά ΣΔ θα πρέπει προηγουμένως να υπάρχει… ειδική επιστημονική πολεοδομική μελέτη για κάθε οικοδομικό τετράγωνο της περιοχής υποδοχής, δηλαδή για όλη την Ελλάδα, που να ορίζει πόσο παραπάνω εμβαδόν μπορεί να σηκώσει! Μα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Και γιατί χρειάζεται κάτι τέτοιο, εφόσον ο υπάρχων συντελεστής δόμησης σημαίνει ότι, έστω και χωρίς εξαντλητικές μελέτες, η Πολιτεία όρισε πόσο χτίσιμο σηκώνει κάθε γειτονιά; Ένα 10% επιπλέον σε κάποιο κτήριο που αγόρασε συντελεστή, δεν θα φέρει δα και τον οικολογικό Αρμαγεδδώνα. Πόσα κτήρια είναι υπό κατασκευή σε μια περιοχή; Ένα στα εκατό; Και πόσα από αυτά θα αγοράσουν συντελεστή; Ένα στα δέκα; Δηλαδή θα επιβαρυνθεί η περιοχή με 0,01% παραπάνω τσιμέντο και καθόμαστε να το συζητάμε;

Και τι άλλο μπορεί να γίνει, αφού το κράτος δεν έχει να πληρώσει τόσες πολλές αποζημιώσεις και τα νεοκλασικά καταρρέουν;

Όμως, το ΣτΕ δεν ασχολείται με τέτοια ποταπά θέματα: "Το επιχείρημα, εξάλλου, ότι τούτο θα απαιτούσε υπέρογκες δαπάνες εκ μέρους του κράτους δεν αφορά, καταρχήν, τη δογματική του συνταγματικού δικαίου, αφού ανάγεται αποκλειστικά στη σφαίρα της (πολιτικής) σκοπιμότητας." Ήγουν: κόψτε τον λαιμό σας να βρείτε τα λεφτά (αρκεί να μην είναι από περικοπές σε μισθούς και συντάξεις δικαστών) ή αφήστε τα να ρημάξουν. Εμείς είμαστε δογματικοί θεωρητικοί.

Η απόφαση του 1994 (και η επανάληψή της το 2002) κατέστρεψε την αρχιτεκτονική κληρονομιά. Εκατοντάδες ιστορικά νεοκλασικά που θα μπορούσαν να είχαν σωθεί με τα χρήματα της μεταφοράς συντελεστή, αφέθηκαν στην τύχη τους και τελικά κατέρρευσαν. Επιπλέον, χιλιάδες πολίτες που κρατούσαν στα χέρια τους νόμιμους τίτλους βρέθηκαν ξαφνικά με ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί, χάνοντας τις περιουσίες τους, χωρίς καμία αποζημίωση από το κράτος. Το ΣτΕ εφάρμοσε μια "αποστειρωμένη" νομική καθαρότητα, εις βάρος της πραγματικής ζωής. Προτίμησε να παγώσει έναν επιτυχημένο σε πολλά κράτη και ρεαλιστικό θεσμό, επειδή δεν ήταν θεωρητικά τέλειος, αντί να δει τη μεγάλη εικόνα. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε η τελευταία που ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με τις αγαθές προθέσεις του ΣτΕ.

Η λύση δόθηκε μόλις πρόσφατα (Μάρτιος 2026), αξιοποιώντας, μετά από 47 (!) χρόνια την καινοτομία Μάνου. Είναι η Ψηφιακή Τράπεζα Γης. Η μεταφορά δεν γίνεται πια "χέρι με χέρι". Ο ιδιοκτήτης του διατηρητέου πουλάει τον συντελεστή του στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης και παίρνει χρήματα. Τα τετραγωνικά αυτά αποθηκεύονται ψηφιακά και το κράτος τα διαθέτει σε προκαθορισμένες Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή (ΖΥΣ), οι οποίες υποτίθεται ότι έχουν ήδη μελετηθεί και αντέχουν το επιπλέον χτίσιμο, του 0,01%!

Ο Μάνος όμως έβλεπε τη μεγάλη και κυρίως τη μελλοντική εικόνα. Τον ενδιέφερε το αποτύπωμα που θα άφηνε στον τόπο, κι ας του κόστιζε την εκλογή του.

Ακούγεται τρελό, αλλά για τους πεζοδρόμους, τις πιλοτές και την Πλάκα, που θα έπρεπε να του στήσουν ανδριάντα οι Αθηναίοι, τον… μαύρισαν! Στις εκλογές του 1981 δεν εξελέγη καν βουλευτής.

Είχε βέβαια και ένα άλλο "κουσούρι": αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το Υπουργείο του για ρουσφέτια, "χαλώντας την πιάτσα" των παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών. Αυτό εξόργισε τα τοπικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία δεν τον στήριξαν (ή και τον υπονόμευσαν) στη μάχη του σταυρού.

Άφησε όμως, παρά τα λίγα χρόνια υπουργίας του, τεράστιο αποτύπωμα: Αττική Οδός, Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου, Μετρό, Αεροδρόμιο Σπάτων δεν θα υπήρχαν χωρίς τον Μάνο. Όπως δεν θα υπήρχαν καθορισμένες χρήσεις γης, παραδοσιακοί οικισμοί, Πλάκα, ιδιωτική τηλεφωνία (6 χρόνια περιμέναμε να μας βάλει τηλέφωνο ο ΟΤΕ, και το πληρώναμε πανάκριβα) και απελευθερωμένη ενέργεια.

Γιατί, όμως, ο μέσος Έλληνας δεν τον θυμάται γι’ αυτά;

Γιατί δεν τον ξαναψήφισε γι’ αυτά;

Διότι το αφήγημα "έλα μωρέ, σιγά τι έκανε, αυτός που έβαλε φόρο στη βενζίνη…" βολεύει τη διανοητική νωθρότητά του. Τον εξυπηρετεί να πιστεύει ότι κανένας δεν είναι άξιος. Είναι ένας μηχανισμός άμυνας καθώς ψάχνει μια ηθικοφανή δικαιολογία για τη δική του αδιαφορία για τα κοινά. Η ισοπέδωση των πάντων λειτουργεί ως "απαλλακτικό βούλευμα": αν όλοι είναι ίδιοι, τότε η αποχή και η ιδιώτευση δεν είναι λιποταξία, αλλά "σοφή στάση". Έτσι, τη μέρα των εκλογών πάει για μπάνιο. Η πνευματική τεμπελιά μετατρέπεται σε στάση πολιτικής ανωτερότητας ή και… αντίστασης.

Η αμηχανία ξεκινάει τη στιγμή που στην πολιτική σκηνή εμφανίζεται κάποιος, άξιος και αποτελεσματικός, που κινείται με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον. Δηλαδή, ένας Μάνος. Η ύπαρξη ενός τέτοιου "αιρετικού" μετατοπίζει την ευθύνη από τον πολιτικό στον ψηφοφόρο, καθώς του θέτει το αμείλικτο ερώτημα: "Και εσύ, τι κάνεις για να τον στηρίξεις;"

"Καλά τα λέτε, αλλά εγώ δεν ψηφίζω. Έχω ρίξει μούντζα σε όλο το σύστημα." Αυτό μας ανακοίνωσε ένας πολίτης, τον Ιούνιο του 2012, που έτυχε να βρίσκεται στο Γκάζι, στην τελευταία ανοιχτή προεκλογική συγκέντρωση του συνασπισμού του γράφοντος με τον Μάνο. Κι απομακρύνθηκε, περήφανος. (Υπενθυμίζω ότι στις εκλογές του Μαΐου του 2012, η "Δράση" είχε πάρει 1,8% και η "Δημιουργία, ξανά!" 2,2%. Έναν μήνα αργότερα, ο συνασπισμός μας τιμήθηκε από τον σοφό λαό με 1,6%, και αμέσως μετά ο Μάνος αποχώρησε από την πολιτική.)

Τους καταλαβαίνω όσους "ρίχνουν μούντζα". Η συστράτευση απαιτεί φαιά ουσία, ενημέρωση, σύγκρουση με το ρεύμα και δράση, πράγματα που έχουν κόστος και απαιτούν προσπάθεια. Αν, μάλιστα, ο πολιτικός τάσσεται κατά του ρουσφετιού, η υποστήριξή του δεν συνεπάγεται για τον πολίτη κανένα προσωπικό όφελος.

Ο μέσος Έλληνας έβλεπε στον Μάνο έναν διπλό κίνδυνο. Αποδεικνύοντας ότι "αυτά που δεν γίνονται στην Ελλάδα" γίνονται, αρκεί να βρεθεί αυτός που θα τα κάνει, του στερούσε την ευτυχία της… απελπισμένης ιδιωτείας. Επιπλέον, του καταργούσε την προοπτική του μικροσυμφέροντος. Έτσι, προτίμησε τη λάσπη.

Ακόμα κι από σοβαρούς ανθρώπους έχω ακούσει: "Ναι, αλλά ο Μάνος…

 

ΠΑΣΟ-o-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΑΔΙΚΟ: Μαραμένα τα γιούλια κι οι βιόλες

 

Του ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΔΕΡΗ 

Σε μια κατάσταση δημοσκοπικής αποθάρρυνσης ο Νίκος Ανδρουλάκης επέλεξε την ηρωική «έξοδο». Να γιορτάσει την 52 επέτειο της 3ης του Σεπτέμβρη, για άλλη φορά εκτός Αθηνών, και συγκεκριμένα στην Κρήτη.

Είναι ο τόπος που του προσδίδει συγκριτικό πλεονέκτημα, καθότι ο ίδιος Κρητικός και το Νησί εκ παραδόσεως «πράσινο», αν και στις τελευταίες εκλογές έγινε μπλε (ΝΔ 37,27 ΠΑΣΟΚ 20,76 και ΣΥΡΙΖΑ 19,02).

Είναι αναμενόμενο μάλλον, ότι θα αντικρύσουμε εικόνες ενθουσιασμού Κρητικών με στιβάνια και κεφαλομάντηλα, συνθήματα  που θα βεβαιώνουν ότι απόψε πεθαίνει η Δεξιά, κι Αντρέα σήκω να δεις το παιδί της Αλλαγής. Εντυπωσιακό είναι πως από τα Χανιά ετοιμάζονται λεωφορεία που θα μεταφέρουν δωρεάν τον κόσμο στο Ηράκλειο, όπου θα γίνει η κεντρική ομιλία.

Μόνο που με την συγκεκριμένη εκδήλωση ο Ανδρουλάκης δείχνει εκπάγλως την αδυναμία του. Προσφεύγει στη θαλπωρή της κρητικής αγκαλιάς, αφού οι άλλοι τόποι είναι άγονες γραμμές, δημοκοπική ξεραΐλα και καταχνιά.

Είναι αμφίβολο ωστόσο εάν η εκδήλωση θα του προσφέρει πολιτικό πλεονέκτημα. Οι ψηφοφόροι της Κρήτης είναι μόνο το 5,7% των εγγεγραμμένων εκλογέων, έναντι 9.796.330 στο σύνολο της χώρας.

Το πρόβλημα είναι ότι έχει απολείψει το πνεύμα και ο ενθουσιασμός των μεγάλων μαχητικών συγκεντρώσεων. Από αυτό περάσαμε στο πνεύμα της Οργής που έφερε τον Αλέξη τροπαιούχο στην εξουσία. Η απογοήτευση που δεν έσκισε τα μνημόνια, καταστάλαξε σε μια ωριμότητα  του λαού. Όχι στο σύνολο φυσικά, αλλά σε μεγάλα κοινωνικά τμήματα.

Ο λαός δεν θέλει πλέον ηρωικές αφηγήσεις, μετωπικές συγκρούσεις από τις οποίες βγαίναμε χαμένοι από χέρι και με την ουρά στα σκέλια. Μεγάλο τμήμα του κατανόησε ότι η επιτυχής διαχείριση της χώρας, αποτελεί το ζητούμενο, μακριά από ιδεολογικές φιοριτούρες και παλαιολιθικές αγκυλώσεις.

Αυτό που κατανόησε ο λαός δεν το κατανόησε ο αρχηγός του ΠΑΣΟΚ. Τελευταίο παράδειγμα το δικαίωμα προαίρεσης στον δανειολήπτη. Δηλαδή να μπορεί να αγοράσει ο ίδιος στην ίδια τιμή με τα funds. Μα τότε κανείς δεν θα πλήρωνε, περιμένοντας να πέσουν οι τιμές στο 40% της αξίας τους.

Είναι αυτή σοβαρή πρόταση ενός κόμματος που διατείνεται πως είναι έτοιμο να κυβερνήσει; Θα γίνει το μπάχαλο!

 

Όσο σοβαρή είναι και η θέση στην οποία έσυρε το κόμμα η…αυτού υψηλότης, ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας. Ενώ το ΠΑΣΟΚ θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι είναι πολιτική δύναμη ελέγχου της όποιας κυβέρνησης προκύψει από τις εκλογές, στηρίζοντάς τη και ελέγχοντάς τη, πήρε τη θέση ενός Αριστερού γκρουπούσκουλου. «Όχι με τη Δεξιά», για να μην αμαυρωθεί η ιδεολογία.

Λες και δεν συγκυβέρνησε ο Αντρέας με το «Εφιάλτη» που τον έλεγε, πατήρ Μητσοτάκη.

Λες και δεν συγκυβέρνησε ο Βενιζέλος με τον Σαμαρά, και ο Τσίπρας, ο τιμητής των πάντων, με τον ακροδεξιό Καμμένο.

Μάλλον είναι …

 

ΠΑΣΟΚ-ο-ΖΑΙΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Θα… βρέξει εκατομμύρια με ΠΑΣΟΚ

Image

 

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

μη προνομιούχοι (οι) 1. απροσδιόριστη κατηγορία πολιτών στην οποία ο καθένας μπορεί να εντάξει όποιον επιθυμεί, όπως να ενταχθεί και ο ίδιος «αν θέλεις να υποσχεθείς κάτι και όλοι να νομίζουν ότι το υπόσχεσαι σε αυτούς, υποσχέσου στους μη προνομιούχους». 2. αυτός που δεν έχει γεννηθεί εκατομμυριούχος «δεν ήξερα ότι είναι μη προνομιούχος, μέχρι που κατάλαβα ότι παρόλο που έχει φτάσει 20 ετών δεν έχει ακόμα αγοράσει σπίτι».

Δεν ξέρω τι σκέφτεστε εσείς όταν μιλάτε για «μη προνομιούχους», αλλά ο σύντροφος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ανδρουλάκης, εννοεί όποιον δεν είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να αποκτήσει σπίτι από νεαρή ηλικία.

Σε άρθρο του ο κραταιός Νικόλας γράφει: «Οι “μη προνομιούχοι” υπάρχουν και σήμερα. Είναι ο εργαζόμενος που δεν βγάζει τον μήνα. Ο νέος που δεν μπορεί να αποκτήσει σπίτι…» και συνεχίζει αραδιάζοντας μερικές γενικόλογες περιγραφές που χωρούν σχεδόν τους πάντες: «Ο μικρομεσαίος που συνθλίβεται από τα ολιγοπώλια. Ο αγρότης που αγωνίζεται να παραμείνει στη γη του. Ο συνταξιούχος που ζητά αξιοπρεπή σύνταξη. Ο επιστήμονας που θέλει αξιοκρατία και προοπτική».

Φυσικά, το πιο κωμικό απ’ όλα είναι η ένταξη στους «μη προνομιούχους» ενός νέου που δεν είναι τόσο πλούσιος ώστε να μπορεί να αγοράσει σπίτι, γεγονός που οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι …

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Οι «μουσαμάδες» επιστρέφουν ως πολιτικός εφιάλτης

Image

 

Του Μπάμπη Παπαπαναγιώτου

Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να αιφνιδιάσει το πολιτικό σκηνικό με την πρόωρη παρουσία του στη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, η επιλογή του κινδυνεύει να μετατραπεί σε πολιτική παγίδα.

Ο πρώην πρωθυπουργός παρακάμπτει τη θεσμική παράδοση και σπεύδει να μιλήσει πριν από τις καθιερωμένες παρουσίες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Δεν επιλέγει τον επίσημο χώρο της ΔΕΘ, αλλά την πόλη που φιλοξενεί τη διοργάνωση.

Έτσι, ο Τσίπρας πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη την ώρα που η πόλη συγκρίνει πλέον τις παλιές εξαγγελίες με ένα πραγματικό και λειτουργικό έργο.

Η Θεσσαλονίκη δεν ξεχνά εύκολα τους περιβόητους «μουσαμάδες» του Μετρό. Η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να παρουσιάσει σταθμό χωρίς ολοκληρωμένη υποδομή, προκαλώντας ειρωνικά σχόλια και έντονες αντιδράσεις.

Οι εικόνες εκείνης της περιόδου ακολουθούν ακόμη τον Αλέξη Τσίπρα. Παράλληλα, η λειτουργία του Μετρό προσφέρει στους πολιτικούς αντιπάλους του μια άμεση και ιδιαίτερα σκληρή σύγκριση.

Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι επικοινωνιακές παραστάσεις και οι ζωγραφισμένες υποσχέσεις.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ένα έργο που εξυπηρετεί καθημερινά κατοίκους, εργαζομένους και επισκέπτες.

Η επέκταση του Μετρό Θεσσαλονίκης προς την Καλαμαριά ενισχύει ακόμη περισσότερο την πολιτική πίεση. Πρόκειται για ένα υπαρκτό, χειροπιαστό και άμεσα χρήσιμο έργο, το οποίο αλλάζει τις μετακινήσεις στην ανατολική πλευρά της πόλης.

Η σημερινή κυβέρνηση παρέλαβε ένα έργο με πολυετείς καθυστερήσεις και οδήγησε τις εργασίες στην τελική ευθεία. Παράλληλα, σχεδιάζει την ανάπτυξη του δικτύου προς τις δυτικές συνοικίες.

Επομένως, ο Τσίπρας δεν θα βρεθεί απλώς απέναντι στους πολιτικούς του αντιπάλους. Θα βρεθεί απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα της πόλης.

Ο πρώην πρωθυπουργός θέλει να κερδίσει τον επικοινωνιακό αιφνιδιασμό και να επιβάλει τη δική του ατζέντα πριν από τη ΔΕΘ. Ωστόσο, η βιασύνη του δείχνει θεσμική αλαζονεία και πολιτική ανασφάλεια.

Η Θεσσαλονίκη προσφέρει σήμερα το χειρότερο δυνατό σκηνικό για μια προσπάθεια πολιτικής επανεκκίνησης. Κάθε αναφορά σε έργα, ανάπτυξη και δημόσιες υποδομές επαναφέρει αυτόματα τη σύγκριση ανάμεσα στους «μουσαμάδες» και το πραγματικό Μετρό.

Και αυτή η σύγκριση …

 

ΕΛΑΣιτο-ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΕΣ: Ετοιμασίες

Toυ ΓΙΑΝΝΗ ΠΡΕΤΕΝΤΕΡΗ

«Ετοιμαζόμαστε να κυβερνήσουμε την επόμενη μέρα», δήλωσε ο Τσίπρας κι ανακουφιστήκαμε (28/8).

Διότι, όπως και να το κάνεις, μια ανησυχία υπήρχε.

Να σκεφτείτε, ότι ο προηγούμενος που ετοιμαζόταν να κυβερνήσει, ήταν ο Κασσελάκης και κάπου στο ενδιάμεσο, θα κυβερνούσε και το ΠαΣοΚ, «με μια ψήφο διαφορά».

Μπλέξαμε, λοιπόν. Κι είναι πραγματικά παρήγορο, ότι ο πρώην πρωθυπουργός αποφάσισε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση.

Δυο χρήσιμες διευκρινίσεις.

Πρώτον, ότι ο Τσίπρας δηλώνει, πως ετοιμάζεται να κυβερνήσει «την επόμενη μέρα» και κάνει πολύ σωστά. Διότι, «την προηγούμενη μέρα», που είχε επίσης κυβερνήσει, δεν μπορώ να πω ότι τον θαυμάσαμε.

Δεύτερον, όλο το νόημα είναι στο «ετοιμαζόμαστε». Μια χαρά. Η ετοιμασία δε δεσμεύει κανέναν. Δε φέρνει πάντοτε αποτέλεσμα κι ούτε το αποτέλεσμα είναι εξασφαλισμένο. Μπορεί να ετοιμαστείς αλλά να μην κυβερνήσεις ποτέ.

Παρ’ όλα αυτά, είναι καλό ότι τουλάχιστον κάποιος ετοιμάζεται.

Διότι τα έως τώρα στελέχη του νέου κόμματος Τσίπρα, είναι λίγο στο «βοήθα με μάνα, βοήθα με». Βγαίνουν στην τηλεόραση, λένε ο καθένας την ιστορία του ή έστω μια άλλη ιστορία και στο τέλος δεν έχεις καταλάβει ποιος φταίει.

Η κακιά μάγισσα ή η ωραία βασιλοπούλα;

Τους έχει πάρει χαμπάρι η ΝΔ, που είναι επαγγελματίες καβγατζήδες και κάνει πλάκα.

Είναι ευχάριστο λοιπόν ότι ετοιμάζονται να ετοιμαστούν, διότι …