"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΥΚΑΣ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΟΥΚΑΣ Π.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΚΑΤΣΠΛΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Έλληνες !!!

https://www.protagon.gr/wp-content/uploads/2026/08/ELLINES_PARALIA.jpg

 

Toυ ΠΡΟΚΟΠΗ ΔΟΥΚΑ

Ελληνες. Με χρυσή αλυσιδίτσα στον λαιμό, πολλές φορές και σταυρουδάκι. Περήφανοι ορθόδοξοι, βεβαίως. Ή επαναστάτες χωρίς αιτία, με τον άνθρωπο. Ή και τα δύο.

Νέοι, μεσήλικοι – δεν έχουν διαβάσει ποτέ εφημερίδα εκτός από αθλητική. Που αποκλείεται να φέρουν μαζί τους ένα βιβλίο, ακόμα και στις πιο χαλαρωτικές στιγμές τους. Ξέρουν όμως όλα τα πρωινάδικα και μεσημεριανάδικα της τηλεόρασης – αλλά «δεν τα βλέπουν»…

Ελληνες.

Εισβάλλουν σε μια ήρεμη παραλία, που δεν έχει πολύ κόσμο, παρά τον Δεκαπενταύγουστο. Κι αμέσως διαλύουν την ηρεμία των άλλων. Φωνάζοντας από απόσταση, με εξωστρεφή αυνανιστική ευχαρίστηση. Γιατί δεν έχουν μάθει ποτέ τι σημαίνει «σεβασμός του άλλου ή του δημόσιου χώρου». Αντιθέτως, το θεωρούν και προσόν της φυλής, είναι ευχάριστοι, πλακατζήδες, «έξω καρδιά». Κανένας δεν τους έχει πει ότι περνάνε τη ζωή τους στο απόλυτο κενό, κάνοντας ανούσια χωρατά, γιατί δεν έχουν τίποτα να πουν.

Ελληνες.

Που θα παίξουν οπωσδήποτε ρακέτες, μπάλα ή οτιδήποτε άλλο «πάνω σου», ακόμα και μπροστά στην πινακίδα που το απαγορεύει. Την πιο ωραία ώρα του δειλινού, που όλα ησυχάζουν, θα σου επιβάλλουν τον «ήχο» τους, με απίστευτα «ντάμπα-ντούπα πριόνια» ή σκυλο-λαϊκά.

Που θα φέρουν το σκάφος τους ή το δαιμόνιο τζετ-σκι (ούτε ο τροχός του οδοντιάτρου τέτοιο βασανιστήριο), ακόμα και στην πιο «ακατοίκητη» παραλία, πάνω στον λουόμενο, καταπατώντας κάθε έννοια κανόνων και ασφάλειας. Που θα τους σηκωθεί η τρίχα, αν τους πεις ότι ενοχλούν. Θα βραχυκυκλώσουν ή θα θυμηθούν αυτές τις απαράδεκτες παλιές διαφημίσεις, σύμφωνα με τις οποίες όποιος ζητάει την κοινή ησυχία και απαιτεί τα δικαιώματα όλων, είναι περίεργος, ζοχάδας και «σπασίκλας νευρικός»…

Ελληνες.

Που συζητούν (στο κινητό ή όχι) φωναχτά τα προσωπικά τους προβλήματα, ενώ δίπλα ο άλλος μπορεί και να κοιμάται ή να μην μπορεί να αποφύγει την ιδιότητα του ωτακουστή.

Που κάθε τόσο διακόπτουν για να φωνάξουν «Κωστάκηηηη, έλα έξω, άσε τον θείο να κολυμπήσει μόνος του, έλα να σου πω εδώ, μη, μη, μη»… Που κανένας δεν τους έχει πει να πηγαίνουν όσο πιο κοντά γίνεται στο παιδί τους, αν θέλουν να του πουν κάτι.

Ελληνες.

Με παιδιά ακαλαίσθητα, κακομαθημένα, ανάγωγα. Που φωνάζουν συνέχεια «μαμά, κοίτα», όταν δεν γκρινιάζουν για κάτι. Με παιδιά «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση» – χωρίς καμία χάρη.

Παιδιά είναι, λες από μέσα σου, τι φταίνε;

Κοιτάς τα διπλανά του μέσου βορειο-δυτικό-κεντρο-Ευρωπαίου – καμία σχέση: Είναι ήσυχα, ευγενικά, χαριτωμένα, σεμνά και στη συντριπτική πλειονότητα κομψά. Σαν τους γονείς τους, γιατί βεβαίως αυτοί «φταίνε»…

Ελληνες.

Ισοπεδωτικοί, ακαλλιέργητοι, «ξερόλες» – «έλα μωρέ μ@#%κα, που δεν ξέρουμε τώρα». Ολα τα ξέρουν, άκοπα, κομπλεξικά, συνωμοσιολογικά. Που η αισθητική τους «σπάει κόκαλα» – ψυγείο, ταπεράκι και καρεκλίτσα, ακόμα και στην πιο παρθένα παραλία. Αναρωτιέσαι πόση προσπάθεια θέλει να διαλέξεις αυτά τα γυαλιά-μύγες, που παραπέμπουν σε βαλκάνιο νονό της νύχτας. Ή το μαγιό/παρεό/τσάντα που ξεπερνάει κάθε φαντασία κακογουστιάς (στο κάτω-κάτω διάλεξε ένα μονόχρωμο, αποκλείεται να είναι πολύ κακό). Το απεριποίητο είναι το σήμα κατατεθέν τους. Που αναρωτιέσαι πώς μπορούν και ζουν με τόσο στριφνή φάτσα.

Ελληνες.

Ακραίοι. Που κάθε δεύτερη λέξη είναι «μ@#%κας».

Που η εκφορά του λόγου τους είναι σαν να πέρδονται συνεχώς, σε ρυθμό πολυβόλου.

Που ακόμα και μπροστά στα παιδιά τους είναι τόσο χυδαίοι, που τα αποκαλούν «μωρή» και «μ@#%κω» – ακόμα και οι μανάδες…

Ελληνες.

Που ο τόπος είναι δικός τους, τους ανήκει – και το δείχνουν. Που δικαιούνται να τον κάνουν «μπορντέλο», «μπάχαλο». Που δεν διανοούνται καν ότι ένας τόπος δεν ανήκει σε κανέναν – αλλά σε όλους. Που είναι έτοιμοι να κάνουν πανωσήκωμα με αναμονές, ακόμα και αν τους χάριζαν βίλα στην Τοσκάνη. Αλλά άμα τους πεις ότι «καλύτερα να τα πάρουν όλα οι Ευρωπαίοι που θα σεβαστούν τον τόπο», θα σε κοιτάξουν με την αηδία ενός Τάσσου Παπαδόπουλου όταν του διάβαζαν το σχέδιο Αναν. Είμαστε πολύ πατριώτες, βεβαίως, βεβαίως… Ελληνες.

Που τους φταίνε όλοι, πολιτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες. Να έρθουν οι (άθλιοι) σωτήρες να τους βάλουν όλους φυλακή. Χωρίς να σκεφτούν ποτέ ότι οι ίδιοι είναι χειρότεροι. Οτι οι ίδιοι διαμορφώνουν τις επιλογές που επικρίνουν.

Που αν διαβάσουν ένα τέτοιο κείμενο νομίζουν ότι είσαι «ελιτιστής», ότι μισείς τους Ελληνες ή ότι μιλάς για γονίδια. Ούτε που τους περνάει από το μυαλό ότι μιλάς για συμπεριφορές, για την καλλιέργεια του μυαλού και της ψυχής, για την ήσσονα προσπάθεια.

Ελληνες.

Αυτοί οι…

 

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΡΟΥΣΦΕΤΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΟΥΛΟΧΑΝΕΙΟ: Να τα κλείσετε τα γραφεία σας

https://www.protagon.gr/wp-content/uploads/2026/05/ROUSFETI.jpg

 

Του ΠΡΟΚΟΠΗ ΔΟΥΚΑ

Ακουγα τις προάλλες τον καραμανλικό βουλευτή Ευριπίδη Στυλιανίδη να ντύνει με ωραία λόγια, στην εκπομπή του Παύλου Τσίμα, την ανάγκη των βουλευτών «να προωθούν τα δίκαια αιτήματα των πολιτών – και όχι τις παρανομίες».

Σε μια προσπάθεια να βγουν αλώβητοι από το σάλο που έχει ξεσπάσει, βουλευτές της ΝΔ, κυρίως της επαρχίας, έχουν επιδοθεί σε μια αγωνιώδη προσπάθεια να δικαιολογήσουν θεσμικά το ρουσφέτι.

Κατ’ αυτούς, ο ρόλος του βουλευτή, εκτός από το να νομοθετεί και να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο, είναι και να αποτελεί τη φωνή των ψηφοφόρων «για οποιαδήποτε αδικία πρέπει να αποκατασταθεί».

Αυτό που τεχνηέντως ξεχνούν να πουν είναι ότι με κάθε τρόπο προωθούν και την ακύρωση της ισοπολιτείας. Διότι ο λόγος για τον οποίο έχει ξεσηκωθεί κατακραυγή, είναι ότι δεν πρόκειται για παρεμβάσεις πολιτικής προς κομματικά όργανα, υπουργούς ή το λεγόμενο επιτελικό κράτος, γιατί «πρέπει να πάρουμε μέτρα γιατί αποτύχαμε στο στεγαστικό» ή έστω «γιατί η νησιωτική περιφέρεια υποφέρει από τα υψηλά ναύλα των ακτοπλοϊκών γραμμών». Οταν ο βουλευτής σηκώνει το τηλέφωνο προς έναν διοικητή οργανισμού ή γραμματέα υπουργείου ή τον ίδιο τον υπουργό, για να ζητήσει την επίλυση του προβλήματος ενός προσώπου ή μιας ομάδα προσώπων («ημετέρων» συνήθως), δεν αποκαθιστά τη δίκαιη αντιμετώπιση. Αντιθέτως, συνήθως, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προάγει τις διακρίσεις, την ευνοϊκή σε σύγκριση με άλλους μεταχείριση – και τελικά να καταργεί την ισοπολιτεία. Γιατί κάποιος άλλος, με το ίδιο ζήτημα, δεν έχει «μπάρμπα στην Κορώνη».

Αντί λοιπόν να λουφάξουν και να προσπαθήσουν να υποβαθμίσουν την έκθεση τους στα ακόμα ιδιαίτερα ζωντανά υπολείμματα της Τουρκοκρατίας, οι βουλευτές αυτοί προσπαθούν και με θράσος να υπερασπιστούν τον ανατολίτικο ρόλο τους.

Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης βέβαια είναι ο πολιτικός που ως υπουργός Μεταφορών, είχε ερωτηθεί από την αφεντιά μου, σε στούντιο της ΕΡΤ, για τις αθρόες προσλήψεις συντοπιτών του στο Μετρό της Αθήνας, και απάντησε με το αμίμητο «Γιατί; Δεν έχουν δικαίωμα στην εργασία οι πολίτες της Θράκης;». Μόνο της Θράκης βέβαια. Οπως, όλως τυχαίως, οι πολίτες της Καλαμάτας είχαν περισσότερο δικαίωμα από τους υπόλοιπους, όταν την ίδια περίοδο έγιναν οι μαζικές προσλήψεις τους στο Μουσείο της Ακρόπολης, με υπουργό Πολιτισμού τον Μεσσήνιο Αντώνη Σαμαρά.

Τα κόμματα είναι οι ζωντανοί πυλώνες της Δημοκρατίας. Οταν ο ρόλος τους εξαντλείται στη συγκέντρωση φανατικών οπαδών και στις εξυπηρετήσεις ψηφοφόρων, τότε παύουν να προάγουν την υγεία του πολυτιμότερου πολιτεύματος στην ιστορία της ανθρωπότητας. Και επειδή σε αυτή τη χώρα, η πολιτική έχει πάρει διαζύγιο από την αξιοκρατία, καλό είναι να θυμόμαστε ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.

Λίγο παλαιότερα, στην ίδια ραδιοφωνική εκπομπή, όταν μαθεύτηκαν τα ονόματα στη δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, έτερος βουλευτής της ΝΔ, αυτή τη φορά του περιβάλλοντος Σαμαρά, ο 80χρονος βουλευτής Λέσβου και πρώην δικαστικός Χαράλαμπος Αθανασίου, είχε πει την αλησμόνητη φράση: «Τι θέλετε δηλαδή, να κλείσουμε τα γραφεία μας;».

Ναι, κύριε Αθανασίου, να τα κλείσετε. Διότι αν είναι να σας ψηφίζουν επαναληπτικά κάποιες λίγες χιλιάδες πολιτών για να τους διεκπεραιώνετε τα δήθεν νόμιμα, αλλά επί της ουσίας χαριστικά (προς αυτούς και όχι προς κάποιους άλλους) αιτήματα τους, εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, που δεν έχει τις ίδιες προσβάσεις, απλώς συντηρείτε κι εσείς το αναποτελεσματικό κράτος και κρατάτε τη χώρα στην υστέρηση.

Θέλετε να αναλύσουμε πώς το συντηρείτε;

Αν το κράτος δεν παραμείνει αναποτελεσματικό, πώς θα λειτουργήσει η εξουσία του βουλευτή και το «γρηγορόσημο της ψήφου»;

Υπάρχει μια λέξη που γυρνάει στα χείλη του κάθε ευρωπαίου εισαγγελέα, πρώην συναδέλφου σας: λέγεται

ΝουΔο-γαλαζαίικο ΣΤΑΛΙΝΟ-ΧΟΥΝΤΟ-ΚΡΑΤΙΣΤΑΝ: O αφόρητος συνδικαλισμός των μουσικών απαγορεύσεων -- Την τέχνη δεν μπορείς να τη διαλέγεις με εθνικά κριτήρια

 


Ο Προκόπης Δούκας σχολιάζει το νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού για τα ελληνικά τραγούδια

 

Πριν από μερικά χρόνια, γνωστός ραδιοφωνικός παραγωγός προσκλήθηκε για να παίξει μουσική σε γάμο στην Κηφισιά, από ζευγάρι που άκουγε φανατικά την εκπομπή του. Όταν η βραδιά έφτασε στο τσακίρ-κέφι, μέρος του κοινού (παρά το γεγονός οτι ανήκε στη λεγόμενη ανώτερη οικονομικά τάξη - ή ακριβώς γι αυτό) άρχισε να ζητάει το συνήθη λαϊκό αχταρμά, στον οποίον καταλήγουν οι περισσότεροι γάμοι, μετά τις 2πμ.

Ωστόσο, η συμφωνία με το ζευγάρι ήταν οτι δεν θα ακουστούν ελληνικά τραγούδια, καθώς αυτό ήταν η επιθυμία τους. Ένας θαμώνας όμως, επαρκώς μεθυσμένος, άρχισε να βρίζει σκαιά τον dj, καθώς του ήταν αδύνατο να δεχθεί οτι κάποιοι άλλοι (και ειδικώς οι τιμώμενοι της βραδιάς) είχαν διαφορετικά γούστα και ανάγκες από τις δικές του. Πώς να το κάνουμε, τα ελληνικά ήταν υποχρεωτικά στο μυαλό του…

Το ίδιο φαίνεται οτι ισχύει και για τους εμπνευστές του νομοσχεδίου του ΥΠ.ΠΟ, που μόλις προχθές μπήκε σε διαβούλευση. Προφασιζόμενη την προστασία της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, η πρόταση νόμου δίνει κίνητρα σε ραδιοφωνικούς σταθμούς, για να αυξήσουν το ελληνικό τους ρεπερτόριο και υποχρεώνει τις ταινίες που χρηματοδοτεί να περιέχουν 70% (!) ελληνική μουσική στο soundtrack τους, παρεμβαίνοντας ευθέως στο καλλιτεχνικό έργο και προκαλώντας ήδη αντιδράσεις.

Ας μην πάρουν την επιδότηση, θα μου πείτε (αν και δεν είναι τόσο απλό να χρηματοδοτηθεί μια ταινία)…

Το χειρότερο όμως είναι τα άρθρα 8 και 9 που επιβάλλουν τη χρήση ελληνικής μουσικής κατά 45% τουλάχιστον, στους κοινόχρηστους χώρους ξενοδοχείων και εμπορικών κέντρων αντιστοίχως, προφανώς με την ξεπερασμένη λογική οτι πρέπει στα μέρη όπου συχνάζουν τουρίστες, να ακούγεται με το ζόρι η ελληνική μουσική παραγωγή. Στην αντίληψη αυτή συναινούν εύκολα τα εθνικιστικά και τα συντεχνιακά άκρα του πολιτικού φάσματος, που αντιτίθενται στον κοσμοπολιτισμό.

Στην παγκόσμια μουσική σκηνή, υπολογίζεται οτι εκδίδονται κάθε χρόνο μερικά εκατομμύρια καινούργια τραγούδια, τα περισσότερα εκ των οποίων προφανώς είναι αδιάφορα. Ωστόσο, ο αριθμός αυτός και μόνο, δίνει την αίσθηση του μεγέθους της παγκόσμιας παραγωγής, που θα πρέπει να συγκριθεί ποσοτικά, με την παραγωγή μιας μικρής χώρας, η οικονομία της οποίας αντιστοιχεί περίπου στο 2% της ΕΕ.

Ο ωκεανός λοιπόν αυτός της μουσικής, με δεκάδες χιλιάδες αριστουργήματα στο ενεργητικό τόσων δεκαετιών δισκογραφίας, θα πρέπει να χωρέσει στο 55% του playlist ενός χώρου αναψυχής και ξεκούρασης, υποχρεώνοντας τον ξενοδόχο που θέλει να ακούγεται π.χ. μόνο jazz μουσική στον χώρο του, να πασχίζει να καλύψει το υπόλοιπο 45% του χρόνου, με τους ελάχιστους συγκριτικά αξιόλογους Έλληνες τζαζίστες.

 

Φανταστείτε τον dj ενός ξενοδοχείου που έχει beach bar ή κάνει πάρτι, να πρέπει να προκρίνει τον Παύλο Σιδηρόπουλο έναντι του Eric Clapton ή τον Λάκη Παπαδόπουλο έναντι του Joe Cocker. Ή τον επιμελητή ενός εμπορικού κέντρου να πρέπει υποχρεωτικά να επιλέξει τη Νατάσα Μποφίλιου ή τη Χαρούλα Αλεξίου, αντί της Aretha Franklin, ακόμα κι αν δεν το επιθυμεί.

Ούτε βεβαίως μπορεί, εν έτει 2024, οι τουριστικοί χώροι να θυμίζουν το ξεπερασμένο και χιλιοακουσμένο elevator music, με τα (κατά τα άλλα αξιολογότατα και σε διεθνές επίπεδο) έργα των Χατζηδάκη και Θεοδωράκη, σε ορχηστρική απόδοση, που θυμίζουν τις αξέχαστες εποχές της Ολυμπιακής.

Τα μέτρα αυτά είναι κακέκτυπη αντιγραφή αντίστοιχης σύλληψης περιορισμών, που έχει επιβάλει η Γαλλία, για την προστασία κυρίως του πολιτιστικού της προϊόντος, από την αγγλο/αμερικανική επέλαση. Ωστόσο, πέρα από το γνωστό πρόβλημα που έχουν οι Γάλλοι για ένα παιχνίδι που είναι εξ αρχής χαμένο, η παγκόσμια γαλλοφωνία (από δεκάδες χώρες) τους προσφέρει ένα τεράστιο όγκο έργων, που σίγουρα είναι πολύ πιο κοντά στο 45% της παγκόσμιας καλλιτεχνικής παραγωγής, από οτι η αντίστοιχη ελληνική. Σε όλο το νομοσχέδιο μας όμως, η μυλωνού βάζει τον άντρα της με τους πραματευτάδες.

Την τέχνη δεν μπορείς να τη διαλέγεις με εθνικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια αξίας και απήχησης του τελικού (ηχητικού στην προκειμένη περίπτωση) αποτελέσματος. Δεν μπορεί να έχουν προβάδισμα ελληνόφωνα τραγούδια, ακόμα κι αν είναι σκυλοτράγουδα ή τραπ. Αν θέλεις (και καλώς) να ενισχύσεις τη ντόπια παραγωγή, προσφέρεις κίνητρα και χρήμα, ώστε να αναπτυχθεί, όπως έκαναν οι Γάλλοι με τον κινηματογράφο τους, η ποιότητα και η τεχνολογία του οποίου είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα, πολλές φορές εφάμιλλη του Χόλυγουντ. Δεν εφαρμόζεις παράλογες απαγορεύσεις και ποσοστώσεις.

Γιατί η λογική αυτή θα μπορούσε να ξεδιπλωθεί και σε άλλους χώρους, όπου υπάρχει καλλιτεχνική δημιουργία - και μάλιστα του ίδιου του κράτους.

 Ποιος όμως θα τολμούσε όμως να υποχρεώσει την Εθνική Πινακοθήκη να έχει στις συλλογές της κατά 45% έργα Ελλήνων δημιουργών;

Ποιος αμφιβάλλει οτι αν κάποιος έλεγε στο Modern Art της Νέας Υόρκης να μειώσει τους πίνακες του Miro, προς χάριν λιγότερο σημαντικών Αμερικανών καλλιτεχνών, δεν θα τον έπαιρναν με τα γιαούρτια;

Αν λοιπόν η ελληνική μουσική παραγωγή είχε συνεχώς διακεκριμένες συνθέσεις και ερμηνευτές όχι bon pour l’ orient αλλά διεθνούς κλάσης, τα εχέγγυα της καλύτερης ηχοληψίας και παραγωγής, διεθνούς φήμης μουσικούς και μια τεράστια δύναμη στην παγκόσμια αγορά, θα μπορούσε ενδεχομένως κανείς να μιλήσει για ένα ικανό ποσοστό αντιπροσώπευσης της, σε κάθε playlist. Αλλιώς, αυτό που της αναλογεί είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό - και πάντως όχι υποχρεωτικά.

Είναι κόντρα στις βασικές ελευθερίες και στους ανοιχτούς ορίζοντες που πρέπει να έχει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα.

Είναι επιπλέον εναντίον του ευρύτερου συμφέροντος των Ελλήνων καλλιτεχνών, γιατί η ανελεύθερη επιλογή θα τους φέρει απέναντι στους djs και επιμελητές, αλλά και σε όλους τους επιχειρηματίες της χώρας, που θα πρέπει να επιλέξουν π.χ. για το boutique hotel τους, όχι τη μουσική που επιθυμούν, αλλά το υποχρεωτικό μίγμα. Και τελικά πολλοί θα επιλέξουν να μην παίζουν καθόλου μουσική, με προφανή απώλεια για τα δικαιώματα των καλλιτεχνών.

Το γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να επιβάλει το μέτρο αυτό στους επιχειρηματίες - και όχι μόνο στους κρατικούς χώρους, είναι προφανές: Σε μια χώρα, που ούτως ή άλλως δεν τα πάει καθόλου καλά με τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ουδείς θα ελέγξει τι ακούγεται τελικά στους κοινόχρηστους χώρους.

Αυτό στο οποίο αποσκοπεί το νομοσχέδιο, εφόσον δεν αποσυρθεί, είναι…

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΔΙΚΟ: Δεν έχετε καταλάβει ακόμα τίποτα…

 

Toυ ΠΡΟΚΟΠΗ ΔΟΥΚΑ

Οι περισσότεροι που είναι σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ θεωρούσαν ότι το κέντρο του πολιτικού φάσματος είναι, όχι μεταξύ της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ, αλλά μεταξύ αυτών και της ΔΗΜΑΡ
. Όλοι οι υπόλοιποι ήταν δεξιοί. Μετά, επειδή δεν μπορούσαν να είναι όλοι δεξιοί, έγιναν ακροκεντρώοι, στην καλύτερη περίπτωση, γιατί αλλιώς ήταν νεοφιλελεύθεροι ακροδεξιοί (σε μια ωραία σούπα ανάμειξης της συκοφαντίας).  

Μόνο και μόνο αυτό το διαρκές προσβλητικό ψέμα θα αρκούσε για να μπει ένα κόμμα για πάντα στο περιθώριο.

Προφανώς ενόχλησαν τους ψηφοφόρους ο Κατρούγκαλος, η έκκληση για τις ψήφους των Χρυσαυγιτών, η επίθεση στον Σαββόπουλο, τα παράλληλα νομίσματα και οι Δήμητρες, η βιτρίνα της Ακρίτα, της Τσαπανίδου και της Θρασκιά. Οι κυβερνήσεις της προόδου, των ηττημένων, της ανοχής και άλλα που δεν θυμόμαστε και έφαγαν πόρτα, έπαιξαν τον ρόλο τους. Η ανερμάτιστη καμπάνια, ο ανύπαρκτος στρατηγικός σχεδιασμός οι υπερβολές, οι ύβρεις, η εχθροπάθεια, ο πολακισμός, η κουτοπόνηρη χρήση της απλής αναλογικής, η πλήρης απουσία σωστής εκτίμησης της πραγματικότητας ήταν ουσιώδεις αδυναμίες, που πληρώθηκαν με την υπέροχα βουβή απάντηση του εκλογικού σώματος. 

Είναι δυνατόν ολόκληρη αξιωματική αντιπολίτευση να λειτουργεί σαν τρολ;

Και ο τελευταίος μετριοπαθής πολίτης αναγκάστηκε να ταυτιστεί με το αντι-Σύριζα μέτωπο κι ας παρίσταναν με ευχολόγια πως το μέτωπο κατέρρευσε (ή έχει ανεπανόρθωτες ρωγμές). Η λυσσαλέα προσπάθεια να εμφανιστεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη ως η χειρότερη της μεταπολίτευσης ήταν η πιο αστεία αντιστροφή της πραγματικότητας: Οι αυταπάτες έκριναν εξ ιδίων τα αλλότρια.

Μετά τα Τέμπη, κυκλοφορούσαν στην Πλατεία Κουμουνδούρου με την οίηση οτι “τους τελειώσαμε”. Οι δημοσκόποι και οι δημοσιογράφοι ήταν όλοι πληρωμένοι, μην τους ακούτε, έλεγαν, λες και ο κόσμος δεν απέδιδε ευθύνες και στον Σπίρτζη, όπως και στον Καραμανλή. Έγραφαν άρθρα για το πώς έχει ήδη καταρρεύσει ο Μητσοτάκης. Οι ανεδαφικές βεβαιότητες για θρίαμβο ή έστω για ντέρμπι άνοιξαν τον λάκο, στον οποίον έπεσαν οι ίδιοι μέσα.

Μετά το πρωτοφανές χαστούκι σε κόμμα αντιπολίτευσης, κάποιες άτολμες δικαιολογίες έκαναν την εμφάνισή τους. Κάποιες δειλές προσπάθειες αυτοκριτικής, όπως αυτή του εξαδέλφου Τσίπρα πνίγηκαν μέσα στην ανασύνταξη για την επιβίωση, μετά τις επόμενες κάλπες. Μετά άρχισαν πάλι να φταίνε τα άλλα κόμματα, το εκλογικό σώμα, τα ΜΜΕ που δεν κατάλαβαν ποτέ πώς λειτουργούν, οι ολιγάρχες που δεν ήταν απέναντι, αλλά σύμμαχοι του Μητσοτάκη. Το βασικό όμως, για την πολιτική επιβίωση, είναι η αυτοκριτική και η πλήρης αποκήρυξη όσων έκαναν τον Σύριζα απεχθή στα μάτια του κόσμου.


Όταν ρωτάς παλιούς συμμαθητές, κάποτε ψηφοφόρους του ΚΚΕεσ και του Συνασπισμού, πώς είναι δυνατόν να εξακολουθούν να υποστηρίζουν αυτή τη μετεξέλιξη που ονομάστηκε ΣΥΡΙΖΑ, σηκώνουν τα χέρια ψηλά και σου απαντούν “μα αφού αυτός είναι ο χώρος μας πια”.  

Και η προσπάθεια για βελτίωση, αντί για χειροτέρευση, δεν είναι ζητούμενο; 

 Ο Μητσοτάκης, όπως και ο Σημίτης, με διείσδυση στο απέναντι στρατόπεδο, δεν κατάφεραν να σύρουν τα κόμματα τους σε καλύτερα μονοπάτια; 

Η σημερινή ηγεσία της κυβερνώσας αριστεράς τι κατάφερε, αν όχι τον εκχυδαϊσμό και την ποιοτική κατρακύλα; 

Είναι ο ρόλος της αριστεράς να επιδιώκει πάση θυσία την εξουσία, όσες κι αν είναι οι εκπτώσεις;

Έτσι το προπατορικό αμάρτημα δεν το θίγει κανείς, γιατί κανείς δεν τολμά να πάει στο απαιτούμενο βάθος. Το παιχνίδι καθορίστηκε από τότε που εξελέγη ο Αλέκος Αλαβάνος, απέναντι στον Μιχάλη Παπαγιαννάκη. Τότε χάθηκε οριστικά μια ευγενής, πολιτισμένη ανανεωτική αριστερά που ήταν φιλοευρωπαϊκή, αντιλαϊκίστικη, χωρίς απόρριψη της διάκρισης και της αριστείας.

Το αμάρτημα ολοκληρώθηκε με την προσπάθεια να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ, με αυτά τα χαρακτηριστικά, κόμμα εξουσίας με διάρκεια. Χωρίς καμία ουσιαστικά προσέγγιση με το κέντρο και την αισθητική του, η όλη προσπάθεια χαρακτηριζόταν από μια τεράστια αντίφαση: Χωρίς το κέντρο, σε συνθήκες ομαλότητας, δεν κερδίζονται εκλογές. Και αυθεντική, έστω μερική εκπροσώπηση του κέντρου δεν γίνεται, όταν μαζεύει κανείς τους χειρότερους από όλο το πολιτικό φάσμα, όποιον δηλαδή σιχαίνεται τον εκσυγχρονισμό και εξευρωπαϊσμό της χώρας (τι να περιμένεις, όταν το “Μένουμε Ευρώπη” δεν είναι το αυτονόητο);

Όλα αυτά τα χρόνια, αυτή η βασική αντίθεση εκφράστηκε με παραλογισμούς: Για να να αποκρουστεί κάθε έννοια μετριοπάθειας και λογικής (που υπηρετούσε βεβαίως το σύστημα), εφευρισκόταν μονίμως μια άλλη, εναλλακτική θέση, συνήθως ιδεοληπτική. Για να εκμηδενιστούν οι ικανότητες ή τα προσόντα του αντιπάλου, όλα ήταν εντάξει, ακόμα και η ανικανότητα, ο ερασιτεχνισμός, το να είσαι απαράσκευος σε όλα

Γιατί το άσχημο να μην είναι όμορφο; 

Γιατί το κέντρο να μη βαφτιστεί ακραίο;

Έτσι, φτάσαμε ο επικεφαλής του συντηρητικού κόμματος να φαντάζει πιο προοδευτικός και αποτελεσματικός, από τους αρχηγούς του λεγόμενου προοδευτικού μετώπου.

Όμως η επιμονή στη δονκιχωτική υπέρασπιση κάθε οπισθοδρομικής παθογένειας της χώρας, που εκφραζόταν μέσα από τον συνδικαλισμό, άρχισε να δείχνει τη σκουριά της δεκαετίας του ’80. Η άρνηση της αξιολόγησης, η εμμονή στις αρρωστημένες ιδιαιτερότητες της παιδείας στην Ελλάδα, η υπεράσπιση των άκρων και της παρανομίας, η γλώσσα της διεκδίκησης που οδηγούσε μονίμως στις προσλήψεις και όχι στον εκσυγχρονισμό απευθυνόταν στη γενιά του Πολυτεχνείου και όχι στις υπόλοιπες. Αλλά και αυτή η γενιά, προϊούσης της ηλικίας, σταμάτησε να γοητεύεται από τα παλιά τσιτάτα.

Το παραμυθάκι οτι το εκλογικό σώμα συντηρητικοποιήθηκε, δεν πουλάει πια. 

Η αλήθεια είναι οτι ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τα περισσότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, δεν έχουν πια καμία σχέση με την πρόοδο. Ούτε διακρίνονται πια ως δημοκράτες. Κάποτε, πάλευαν για την ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στην άποψη, κόντρα σε μια εμφυλιοπολεμική δεξιά. Τώρα, αυτοί που ακολουθούν αντιδημοκρατικές ή φασίζουσες μεθόδους αντιμετώπισης του αντιπάλου, μαζεύονται στους πολέμιους της κεντροδεξιάς και της πραγματικής (και όχι της αλά Τσίπρα) κεντροαριστεράς.

Το χειρότερο είναι οτι αυτά που πρότεινε και ο ΣΥΡΙΖΑ (όπως όλοι οι λαϊκιστές αντιδυτικοί/αντιευρωπαίοι/αντισυστημικοί, από τον Τραμπ και το Φάρατζ, ως τη Λεπέν και τον Όρμπαν) κάνει τη ζωή των απλών ανθρώπων - και ειδικά των πιο αδύναμων - χειρότερη. Και στην Ελλάδα, πιο εχθρικός στον Τραμπ και στον Όρμπαν δεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ο δαιμονοποιημένος αντίπαλος του. Ταυτόχρονα, η προσπάθεια να πείσεις οτι μπορείς να ζεις τρυφηλή ζωή, αλλά να υπερασπίζεσαι δήθεν τους μη προνομιούχους, προσέκρουε συνεχώς στο προηγούμενο των Ποδέμος.

Προοδευτικός (και πατριώτης) είναι αυτός που επιθυμεί έμπρακτα τον εκσυγχρονισμό, με ενίσχυση της οικονομίας, των δημοκρατικών θεσμών και διεθνούς θέσης της χώρας. Αυτός (και όχι οι υπόλοιποι) δικαιούται να οργίζεται και να διαμαρτύρεται για τις υποκλοπές, για τα Τέμπη και για κάθε υστέρηση της ανοργάνωτης κοινωνίας μας.

Εν κατακλείδι, την κεντροαριστερά (άρα και την διάρκεια στην κυβέρνηση ή στην αξιωματική αντιπολίτευση) την κερδίζεις με μετριοπάθεια, επιμονή στις μεταρρυθμίσεις και στον εκσυγχρονισμό, δηλαδή με σοσιαλδημοκρατικά μυαλά. 

Αλλά και με κάτι ακόμα.

Κάποτε η ανανεωτική αριστερά...

 

ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Ποτέ ξανά τέτοιον πρωθυπουργό

Toυ ΠΡΟΚΟΠΗ ΔΟΥΚΑ


Κι όμως, ο Τσίπρας έκανε τη ρελάνς. Απογοητεύοντας πολλούς που ήλπιζαν στην ξεκάθαρη καταδίκη του λαϊκισμού του, κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του ένα μεγάλο κομμάτι ψηφοφόρων, που για διάφορους λόγους επιμένουν να τον θεωρούν προστάτη τους, απέναντι σε αυτό που φοβούνται ή καταδικάζουν.

 
Το 31,5% δεν είναι φυσικά μόνον όσοι έχουν ιδεολογικές καταβολές στην αριστερά και αρνούνται να εκσυγχρονίσουν την αντίληψή τους για το τι είναι προοδευτικό σήμερα ή όσοι πολύ φυσιολογικά απωθούνται από το «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια». Είναι και δεκάδες χιλιάδες άλλοι που έχουν υποστεί επί δεκαετίες την πλύση εγκεφάλου περί νεοφιλελευθερισμού, που αρέσκονται στην επιδοματική πολιτική γιατί δεν επιθυμούν την προσπάθεια, τη σύγκριση ή την αξιολόγηση, ακόμα και αυτοί που επιθυμούν την ισοπέδωση φθονώντας συμπλεγματικά τους άλλους, γιατί το αυτοπαραμύθιασμα για το πόσο αξίζουν πάει σύννεφο. Σε αυτούς προστέθηκαν, σε σχέση με τις ευρωεκλογές, πολλοί νέοι της ηλικιακής ομάδας 17-25 και βεβαίως δημόσιοι υπάλληλοι που φοβήθηκαν τις απολύσεις και τα άλλα τρομολαγνικά. Όλες αυτές οι ιδεοληψίες έχουν οξυνθεί στη δεκαετή μας κρίση και θέλουν πολύ κόπο για να λειανθούν.

 
Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι ότι οι μισοί πολίτες δεν θέλουν να ψηφίσουν ένα συντηρητικό δεξιό κόμμα, αλλά το ότι δεν υπάρχει πια τίποτα στο πολιτικό φάσμα, ανάμεσα στους δύο μονομάχους, που να δείχνει ικανό να υποδεχτεί τους δυσαρεστημένους από τον ΣΥΡΙΖΑ. Όσο το ΚΙΝΑΛ παραμένει ένας οίκος ευγηρίας της κεντροαριστεράς, με στελέχη του τύπου Γεννηματά, Σκανδαλίδη και Πρωτόπαππα, τόσο δεν θα μπορεί να καταστεί ελκυστικό προς νέους ή μετακινούμενους ψηφοφόρους. Οι χειρισμοί για τη διεύρυνση απέτυχαν παταγωδώς. Πόσες ακόμα αναμετρήσεις χρειάζονται για να πιστοποιηθεί ότι η κυρία Γεννηματά δεν μπορεί να απλώσει τα φτερά της προς διψήφια ποσοστά;


Το ερώτημα λοιπόν είναι, τώρα, αν και κατά πόσον έχει πιθανότητες να ξαναγυρίσει στην εξουσία ο Αλέξης Τσίπρας. Και με ποιο τρόπο, τον δημαγωγικό που εδώ και χρόνια γνωρίζει ή με στροφή προς μια σοβαρότερη σοσιαλδημοκρατική facade, που θα επιχειρήσει να αποκτήσει;


Η απάντηση είναι και πάλι στην κεντροαριστερά. Αν λοιπόν δεν αναδειχθεί σύντομα ένας Έλληνας Σάντσεθ, που θα παραλάβει το καθημαγμένο ΠΑΣΟΚ και θα το καταστήσει μια σοβαρή, αλλά και ελκυστική συνιστώσα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, τότε είναι πολύ φυσιολογικό να περιμένουμε την αδιαμφισβήτητη επικράτηση Τσίπρα στο χώρο και ενδεχομένως και την επάνοδό του στην εξουσία. Αν και το εγχείρημα δεν μοιάζει τόσο εύκολο, καθώς στα μεταπολιτευτικά χρόνια μόνο δύο μεγάλες πολιτικές προσωπικότητες της εποχής τους κατάφεραν να επιστρέψουν στην πρωθυπουργία, μετά από μικρό ή μεγάλο διάλειμμα: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου.


Το μέγεθος Τσίπρα βέβαια είναι πολύ μικρότερο, ανάλογο της ευτέλειας και της ρηχότητας που έφερε στην επιφάνεια η κρίση. Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό ότι μια κυβέρνηση που δεν μπόρεσε να διαχειριστεί ούτε τα βασικά του αριστερού DNA, όπως το όνειδος της Μόριας ή της ακόμα μη έγκλειστης Χρυσής Αυγής (για να μη μιλήσουμε για τον εναγκαλισμό με την εκκλησία), έχει καταφέρει να εγκλωβίσει ένα μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων στο μύθο της, ακόμα κι αν υπήρξε από πάσης πλευράς η πιο διχαστική και ανεπαρκής της μεταπολίτευσης.

 
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πολιτεύτηκε, μέχρι στιγμής, οργανωμένα και μεθοδικά. Απέφυγε πολλά ακροδεξιά και μη βαρίδια σε επικίνδυνες θέσεις, ανέδειξε την αξία του βιογραφικού, φρόντισε να ψωνίσει από το πάνω ράφι του ΚΙΝΑΛ, συγκράτησε τις δυνάμεις του προς τα δεξιά, επικοινώνησε με τους κεντροαριστερούς που επί της ουσίας τον ανέδειξαν αρχηγό πρώτα και μετά πρωθυπουργό. 


Σε τελείως αντίθετο μήκος κύματος, ο Αλέξης Τσίπρας πολιτεύθηκε διχαστικά μέχρι τελευταίας στιγμής, μιλώντας για «εφιάλτες». Η πλήρης κάλυψη και η επικράτηση του άξεστου Πολάκη έναντι του μετριοπαθούς Σταθάκη στα Χανιά είναι ενδεικτική για το πόσο κούφια είναι η δήθεν σοσιαλδημοκρατική στροφή του. Ακόμα και μετά την ήττα στρεψοδικεί ασυστόλως, κατηγορώντας τους άλλους γι’ αυτά που έκανε ο ίδιος. Οι αναφορές των κομματικών του εντύπων σε Βόρεια Κορέα, βιογραφικά και ρεβανσισμό προκαλούν θυμηδία.

 
Είναι στο χέρι των ψηφοφόρων να αποφανθούν αν...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΥΡΙΖΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το δράμα του Συριζαίου



Το δράμα του (σκεπτόμενου) κεντροαριστερού είναι εύκολο να περιγραφεί: Δεν έχει μια σοβαρή, δυναμική, ευρωπαϊκή μεταρρυθμιστική παράταξη να υποστηρίξει στις εκλογές. Αποτελεί μέρος του πιο αδύναμου κρίκου του πολιτικού σκηνικού.


Το στοίχημα χάθηκε, όταν η (ιδιοτελής) προσπάθεια της ΔΗ.ΣΥ. για διεύρυνση σκόνταψε στην ξύλινη γλώσσα μιας φοβικής λαϊκίστικης ηγεσίας, στα παλαιοκομματικά στελέχη που αρνούνται να κατέβουν από το άρμα, στην άρνηση να υιοθετηθεί η ηλεκτρονική ψηφοφορία και στο τελικό αποτέλεσμα που δεν μπολιάστηκε καν με έναν δεύτερο στην ψηφοφορία Καμίνη, η παρουσία του οποίου θα επέβαλλε ίσως μια νέα συνταγή που δεν θα ήταν ΠΑΣΟΚ plus. 


Η αγωνία του (σκεπτόμενου) κεντροαριστερού είναι αν θα ορθοποδήσει η χώρα. Αν θα κλείσει επιτέλους αυτό το κεφάλαιο της παρακμής, αν θα πάρουμε την αργή ανηφόρα της ουσιαστικής ανασυγκρότησης, αν θα μπορέσουν τα νέα παιδιά έστω της επόμενης γενιάς να ζήσουν και να βρουν δουλειά σε μια κανονική χώρα – κι αν θα ακουστεί η βασική κραυγή των εκατοντάδων χιλιάδων ξενιτεμένων, που δεν είναι μόνο το ύψος των μισθών, αλλά κυρίως η αναξιοκρατία. 


Αν θα σοβαρευτούμε επιτέλους και θα αναδείξουμε εκπροσώπους που θα βελτιώσουν άμεσα το ξεχαρβαλωμένο κρατικό μηχανισμό, την παραπαίουσα υγεία, την πλήρως απαξιωμένη παιδεία. Aν θα ξεφύγουμε από αυτό τον φαύλο κύκλο του χρέους που αυξήθηκε παρά την πρωτοφανή μείωση του PSI, της υπερφορολόγησης που εκτόξευσε τη φοροδιαφυγή (γιατί να ταΐζουμε τον Καρανίκα) και αν θα καταργήσουμε τους διάφορους νόμους Κατρούγκαλου/Παρασκευόπουλου/Γαβρόγλου κλπ.


Αν θα μπορέσουμε, τώρα που οι δανειστές (κι όχι εμείς) βγήκαν από τα μνημόνια, να επιβιώσουμε χωρίς φθηνά δανεικά και να απαλλαγούμε από το φόβο της κατάρρευσης, που ήρθε τόσο κοντά το καλοκαίρι του ’15


Αν θα μπορέσουμε επιτέλους να απαλλαγούμε από τα πολιτικά υποπροϊόντα της κρίσης και του άθλιου αντιμνημονιακού αγώνα, που γέμισαν την κοινωνία με μίσος και το κοινοβούλιο με κόμματα και κομματίδια, που θα έπρεπε να βρίσκονται στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας


Και βέβαια, αν θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τη χειρότερη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης και έναν παράγοντα ανωμαλίας, που απειλεί να επανέλθει δριμύτερος στις προεδρικές εκλογές του ’19 και να βάλει για πάντα τη θηλειά της απλής αναλογικής στη χώρα, ώστε να μας κατσικωθεί εκβιαστικά και καταστρεπτικά. 


Το δράμα του (σκεπτόμενου) Συριζαίου όμως είναι πολύ, μα πολύ σκοτεινότερο. Διότι, οι άλλοι, οι «παλιοί», αυτοί των 40 χρόνων, είχαν και εκατό σοβαρούς, άφησαν και εκατό σημαντικά πράγματα σε αυτόν τον τόπο, μαζί με όσα έκαναν ή παρέλειψαν, αφήνοντάς τον πίσω. Παρέλαβαν μια χώρα που ήταν επί δεκαετίες εμφυλιοπολεμικό προτεκτοράτο και την έκαναν (έστω και βαλκανική) ευρωπαϊκή χώρα – και μια από τις πλουσιότερες στον κόσμο. Ενώ οι παρόντες, με έναν εσμό ραδιούργων και μετρίων επικεφαλής, ενέσπειραν το μίσος και επέστρεψαν τον ασθενή πιο πίσω και από το 2014, παρατείνοντας επικίνδυνα την παραμονή του στην εντατική. 


Πώς μπορείς να συνεχίζεις να υπερασπίζεσαι μια κομματική τερατογένεση, που παριστάνει ότι είναι το καινούργιο, όταν τόσα στελέχη και ψηφοφόροι προέρχονται από το χειρότερο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, μαζί με το χειρότερο κομμάτι της αριστεράς, εν ολίγοις μερικούς Μπανιάδες, οπουρτουνιστές πρώην Κνίτες και αριστεριστές;  


Πώς συμβιβάζεται η συνείδησή σου με τόση αφόρητη ελαφρότητα, με τόση δικτατορία της ανευθυνότητας, με τόση προσπάθεια αντιστροφής της πραγματικότητας; 


Πώς να υπερασπιστείς μια κυβέρνηση, που εκτός από το ότι εφάρμοσε με τον πιο άτεχνο και αδίστακτο τρόπο όσα κατήγγειλε με πάθος (εισπράττοντας υποκριτικά συγχαρητήρια γιατί κανείς εταίρος δεν την θέλει ισχυρή αντιπολίτευση, αλλά πειθήνια κυβέρνηση μιας χώρας-παρία), δεν έχει να επιδείξει παρά μόνον 3 (ολογράφως τρία) συνολικά επιτεύγματα, δηλαδή τους νόμους για το σύμφωνο συμβίωσης, την ιθαγένεια και την ταυτότητα φύλου; 


Πώς συμβιβάζεσαι με την τόσο αντιδημοκρατική επίθεση στους δημοκρατικούς θεσμούς, την τόσο ξεδιάντροπη προσπάθεια άλωσης των ΜΜΕ και την τόσο αδιανόητη δυσανεξία στην κριτική, από αυτούς που πάντα ήταν πρώτοι στις επικρίσεις; 


Πώς μπορείς να περιμένεις κάτι καλύτερο και «σοσιαλδημοκρατικότερο», όταν δεν υπάρχει ούτε ένας σοβαρός στο γήπεδο, αλλά ούτε και στον πάγκο; 


Και δεν είναι μόνο η απόλυτη Κακιστοκρατία, που αναδεικνύει τους πιο ανίκανους και χωρίς προσόντα, είναι και οι ιδέες που επιβλήθηκαν σε αυτή την αριστερά, που δεν επιτρέπουν την ανάδειξη σοβαρών στον αφρό.  


Πώς αισθάνεται ο παλιός αριστερός που η φιλοευρωπαϊκή κληρονομιά της αριστεράς του Κύρκου και του Παπαγιαννάκη, που λάτρευε την αριστεία και το ανοιχτό πνεύμα, πετάχτηκαν στα σκουπίδια;  


Πώς νιώθουν τα παιδιά των άδολων αγωνιστών της αριστεράς, που σήμερα αποτελούν μερικά από τα χιλιάδες ρουσφέτια μιας κυβέρνησης, που φρόντισε να διορίσει όλους τους συγγενείς και φίλους; 


Πώς νιώθουν όταν τα υπόγεια του Μαξίμου εργαλειοποιούν τη θυσία των γονιών τους, για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, όπως στην υπόθεση Νοβάρτις;


Και ποιος πιστεύει...

ΠΑΣΟΚογενές κεντροαριστερό ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Ο πανωλεθρίαμβος του ΠΑΣΟΚ



Το μεσημέρι της Κυριακής, στο κέντρο της Αθήνας, η εικόνα ήταν ξεκάθαρη: Για μια τεράστια κομβική περιοχή, που περιελάμβανε το Κολωνάκι, τα Εξάρχεια, τον Λυκαβηττό και το Σύνταγμα, υπήρχε μόνον ένα εκλογικό κέντρο, στην οδό Ακαδημίας. Οι εναλλακτικές ήταν μακριά, στου Γκύζη, στο Παγκράτι, στο Θησείο ή στον Κεραμεικό. Οι ουρές τεράστιες, σχεδόν παντού.  


Σε άλλες πόλεις περίμεναν έως και μία ώρα για να ψηφίσουν. Ό,τι πιο αποτρεπτικό στην εποχή της κρίσης του πολιτικού συστήματος, μεταξύ άλλων.

 
Ποιος νέος, μοντέρνος και όχι φανατικός πολίτης θα πήγαινε να στηθεί στην ουρά, μαζί με έναν πληθυσμό που στη συντριπτική του πλειονότητα αναπολούσε τη νίκη του ΠΑΣΟΚ το ’81 και περίμενε υπομονετικά με το μπαστούνι, να αναβιώσει τις παλιές δόξες; 



Τα δημογραφικά είναι αμείλικτα: Σχεδόν το 40% των ψηφισάντων είναι πάνω από 65, ενώ μόλις το 3% από 17 ως 24 ετών.

 
Όλοι έπεσαν στην καλοστημένη παγίδα του ΠΑΣΟΚικού κατεστημένου. Η τράπουλα ήταν σημαδεμένη, με τους δικούς του όρους. Με τον ίδιο τρόπο που οι κουτοπόνηροι επαγγελματίες των αμφιθεάτρων ξορκίζουν τον τεχνοφασισμό και φέρνουν τις συνελεύσεις στα μέτρα τους, με κωλυσιεργίες κι επαναλήψεις, ώσπου τελικά να επιβληθεί το δικό τους. Η Φώφη Γεννηματά άνοιξε το παιχνίδι, αλλά φρόντισε να αρνηθεί σθεναρά την πιο ουσιαστική ανανέωση: Την ηλεκτρονική ψηφοφορία. Σιγά μην άφηνε να της αλλάξουν το γήπεδο.

 
Με διάφορα ανεδαφικά για τον 21ο αιώνα προσχήματα - και με δεδομένη την αδυναμία να υπάρξει η άνεση των βουλευτικών εκλογών, όπου ο κρατικός μηχανισμός πληρώνει και επανδρώνει υπερδεκαπλάσια εκλογικά κέντρα - η διαδικασία συρρικνώθηκε σε έναν αγώνα αντοχής, γι αυτούς που διψούσαν την ανασύσταση του μεγαλείου του ΠΑΣΟΚ. Χωρίς τους φοιτητές και τους μόνιμα εγκατεστημένους στο εξωτερικό, χωρίς τους 450.000 πολίτες δυναμικών ηλικιών που έχουν μεταναστεύσει τα τελευταία χρόνια, χωρίς τους νέους σε όλη την Ελλάδα, μέρος των οποίων θα συμμετείχε αν η αναμέτρηση ακολουθούσε τους ψηφιακούς τρόπους της εποχής τους.


Οι 200 χιλιάδες ψηφοφόροι, που έκαναν τον ΣΥΡΙΖΑ να ανησυχήσει, θα ήταν υπερδιπλάσιοι, αν είχε επιτραπεί η ψηφοφορία εξ αποστάσεως.  


Μόνο που τότε ο Γιώργος Καμίνης και ο Σταύρος Θεοδωράκης θα είχαν πολύ καλύτερη τύχη - και αυτό ακριβώς δεν ήθελε το βαθύ ΠΑΣΟΚ.

 
Βεβαίως και οι δύο, αναδεικνύοντας τα όρια και τους περιορισμούς τους, έκαναν πολλά λάθη στην προεκλογική τους εκστρατεία, ένα εκ των οποίων ήταν οι συμμαχίες τους (ενώ η μεταξύ τους ήταν η πιο ενδεδειγμένη για να περάσει ένας εκ των δύο στον β’ γύρο), αλλά κυρίως ίσως η μη αποχώρηση τους, όταν δεν υλοποιήθηκε η υπεσχεμένη ηλεκτρονική ψηφοφορία. Θα τίναζαν έτσι στον αέρα την υποκριτική διεύρυνση που επεδίωκε το ΠΑΣΟΚ.

 
Τώρα, μεταξύ δύο υποψηφίων του κομματικού σωλήνα, οι ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν από τη μία την ανανέωση που εκφράζει ένα στέλεχος με ανέκφραστο πρόσωπο και ανύπαρκτο έρεισμα στην κοινωνία (ποιός Ανδρουλάκης; ο Μίμης; ρωτούσαν πολλοί στην έναρξη της καμπάνιας), χωρίς να μπορείς να πιστέψεις οτι αυτός ο άνθρωπος είναι κάτω των 40. Ο Καμίνης που είναι 63 είναι μακράν νεώτερος, για να μη μιλήσουμε για τον Θεοδωράκη που είναι 54.


Και από την άλλη, τη μέχρι τώρα ηγέτη της (στενής) προοδευτικής παράταξης, που μιλάει στρογγυλεύοντας λαϊκίστικα τα πάντα και συνοψίζει τον παλαιοκομματισμό στο πολιτικό προσωπικό. Τόσο πολύ, που αρνήθηκε να παραστεί στη Βουλή σε δύο κομβικά (για την έννοια της προόδου) νομοσχέδια, αυτά του συμφώνου συμβίωσης και της ταυτότητας φύλου, όταν τουλάχιστον στο πρώτο ψήφισε ναι ακόμα και ο αρχηγός της συντηρητικής παράταξης!

 
Μόνο που ο θρίαμβος των 200 χιλιάδων ψηφοφόρων έχει κοντά ποδάρια


Σε πρώτη φάση θα δοκιμαστεί στον β’ γύρο, όπου η προσέλευση θα δείξει αν η υπόθεση συρρικνώνεται πλήρως στα μίζερα όρια μιας ενδοπασοκικής διαμάχης.
 
Σε δεύτερη και ουσιαστικότερη φάση, θα δοκιμαστεί στις εκλογές. Και ναι μεν θα επαναπατριστούν ψηφοφόροι που πήγαν στον ΣΥΡΙΖΑ (όχι περισσότεροι με τη Φώφη, παρά με μια πραγματικά διευρυμένη δημοκρατική παράταξη), αλλά θα διαρρεύσουν προς <<Μητσοτάκη δαγκωτό>>, έστω και με βαριά καρδιά, όσοι ήλπιζαν σε μια πραγματικά μεταρρυθμιστική εξέλιξη. Αν οι δημοσκόποι μετρούν σωστά αυτούς τους ψηφοφόρους πρόκειται για ένα κρίσιμο (για την αυτοδυναμία της ΝΔ) ποσοστό του 4%.

 
Έτσι λοιπόν...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η δημοπρασία του ράντζου

Σκιτσο: Ανδρέας Πετρουλάκης


Αρχές δεκαετίας του ’90, δύο μέτοχοι τηλεοπτικού καναλιού, που δεν ζουν πια, παρακολουθούν στο σπίτι του πρώτου, την εκπομπή ενός από τα πουλέν τους: Πρόκειται για την πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη, όπως διαφημίζεται, του πατριάρχη του σκυλάδικου τραγουδιού στη χώρα. Ο νεαρός τότε δημοσιογράφος, που στην ίδια καρέκλα βάζει υπουργούς και αρχηγούς κομμάτων, αντιμετωπίζει τον καλεσμένο του με ανυπόκριτο δέος και θαυμασμό, ωσάν να επρόκειτο για τον Ουμπέρτο Έκο και τη Μαρία Κάλλας μαζί. 


Οι δύο ιδιοκτήτες αναφωνούν: “Έχουμε τον καλύτερο”. Στις αντιρρήσεις της ομήγυρης, απαντούν το γνωστό “μα αυτά θέλει ο κόσμος”. Στην πραγματικότητα, αυτή είναι και η δική τους αισθητική, στα δικά του μπουζούκια πάνε, όταν θέλουν να διασκεδάσουν…


Κάπως έτσι χτίστηκε το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο στη χώρα. Χωρίς προδιαγραφές, χωρίς επαγγελματισμό, χωρίς καλλιέργεια, χωρίς ποιότητα - κι όταν λέμε ποιότητα, δεν εννοούμε εκπομπές για το ναρκισσισμό ή την μιζέρια μιας ισχνής μειοψηφίας


Κι όμως, τα πρώτα χρόνια, η ιδιωτική τηλεόραση όχι μόνον άνοιξε τους ορίζοντες της ενημέρωσης κόντρα στο κρατικό μονοπώλιο, αλλά κατάφερε και να είναι αξιοπρεπής: Τόσο τα (ημίωρα αρχικά) δελτία ειδήσεων, όσο και πολλές ελληνικές και ξένες εκπομπές και σειρές πέτυχαν, για μια δεκαετία περίπου, τη χρυσή τομή μεταξύ εμπορικού και ποιοτικού. Άλλωστε, το μέσο δεν προσφέρεται για περισσότερο βάθος.


Μετά είναι που χάθηκε η μπάλα. Lifestyle και “καφενειακά” δελτία ειδήσεων, σωρεία σαχλών σειρών, ατάλαντη σάτιρα, αφόρητα ρηχά reality & talent show, εξίσου καθυστερημένα πρωινάδικα και κουτσομπολίστικες εκπομπές, που ζούσαν από τα πλάνα των άλλων, σαν φτηνιάρικα βαμπίρ. Και μέσα σε όλα αυτά σπατάλες, σκάνδαλα, έλλειψη δεοντολογίας, άγνοια του μέσου. Μόνο μερικές ενημερωτικές εκπομπές ή ξένες σειρές και ταινίες, σε έκαναν να αισθάνεσαι ασφαλής.


Το τηλεοπτικό τοπίο στην Ελλάδα συνεχώς έρεπε προς την κυριολεκτική και μεταφορική φτήνεια. 


Με ευθύνη και του κοινού, διαμόρφωνε και διαμορφωνόταν - τα “σαραντάρια” της θεαματικότητας δεν πήγαιναν ποτέ βεβαίως στα ποιοτικά προγράμματα. Το νοήμον κοινό εγκατέλειπε την τηλεόραση, οι νεότεροι στράφηκαν μαζικά προς το ίντερνετ, η κρίση ήρθε να συρρικνώσει τη διαφημιστική πίτα στο 25% των παλιών ένδοξων ημερών. Τα τελεμάρκετινγκ ήταν πια εδώ, ακόμα και στις πιο ακριβές διαφημιστικές ζώνες.


Και η πιο απροκάλυπτη αποστασιοποίηση από τον επαγγελματισμό: αφόρητη προσπάθεια χειραγώγησης, καρτέλ στον κιτρινισμό, επιδίωξη του καυγά αντί της ουσιαστικής συζήτησης, απλοϊκή ανάγνωση της πραγματικότητας, άθλια ελληνικά, λαϊκισμός και κολακεία του “κοσμάκη”. Ολόκληρη σχολή παρουσίασης με γουρλωμένα μάτια και τρομολαγνικά κλισέ. Εκφωνήσεις και stand-up με οσκαρικές αναζητήσεις τετάρτης κατηγορίας. Ρεπορτάζ για την κοινωνική δράση του μεγαλομετόχου, που είναι “τόοοοσο φιλάνθρωπος”. Και άδειες που άλλαζαν χέρια, σε ένα κλειστό γαϊτανάκι μιας φούσκας εκατομμυρίων ευρώ.


“Το επίπεδο του πολιτικού βίου μιας χώρας διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό λόγο”, μου είπε κάποτε, προσκεκλημένος σε εκπομπή, καθηγητής πολιτικών επιστημών σε μεγάλο αμερικανικό πανεπιστήμιο. Αμφιβάλλει κανείς οτι η ιδιωτική τηλεόραση έχει συμβάλει, σε μέγιστο βαθμό, στην ανάδειξη ενός πολιτικού προσωπικού και μιας ατζέντας, που μας απογοητεύει καθημερινά;


Όλοι έτσι ήταν λοιπόν στα ελληνικά ΜΜΕ;  


Όχι, υπήρχαν αρκετές εξαιρέσεις. Νησίδες επαγγελματιών που δούλευαν αθόρυβα, καλοφτιαγμένα δελτία ειδήσεων, εκπομπές ντοκιμαντέρ και έρευνας που ήταν αριστουργήματα, συναρπαστικές στιγμές συζητήσεων και μεταδόσεων: Η τηλεόραση είναι ένα μέσο που θέλει πολλά λεφτά για να ζήσει, αλλά δεν έχει πεθάνει ακόμα. Ήθελε πράγματι θεσμική τακτοποίηση. Αλλά οι εγκληματικές αμέλειες των προηγούμενων δεν δικαιολογούν να πηγαίνεις στο χειρότερο, επιχειρώντας να κερδίσεις από τον συμψηφισμό.


Θα περίμενε λοιπόν κανείς, οτι το πρώτο πράγμα που θα ενδιέφερε μια κυβέρνηση που επαγγέλλεται αριστερές αξίες, θα ήταν...
 να εξυγιάνει το τηλεοπτικό τοπίο, προσπαθώντας να διασφαλίσει την ποιότητα και τον επαγγελματισμό (μαζί με τις θέσεις εργασίας), σε δύσκολους καιρούς - κλείνοντας βεβαίως την πόρτα στον υπόκοσμο. Και φυσικά να ενισχύσει την πολυφωνία, εξισορροπώντας το τηλεοπτικό τοπίο, με ακόμα περισσότερες αντιλήψεις και οπτικές.


Αντιθέτως, μάλλον ήθελε αποκλειστικά να φιμώσει και να παραμυθιάσει.  


Στην αρχή, οτι ένα αμφιβόλου κύρους Ινστιτούτο της Φλωρεντίας απεφάνθη (μετά από στοιχεία που άντλησε από την ίδια την κυβέρνηση!) υπέρ της ύπαρξης μόνο 4 πανελλαδικής εμβέλειας καναλιών, όταν η τεχνολογία έχει προχωρήσει τόσο πολύ, που χωράει αναρίθμητες επιλογές.


Στη συνέχεια, οτι κίνητρο της ήταν η προσαρμογή στη συρρίκνωση της διαφημιστικής πίτας, λες και σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία δικαιούται η κυβέρνηση να υποκαθιστά τις λειτουργίες (μιας υγιούς, χωρίς θαλασσοδάνεια) αγοράς. Ταυτοχρόνως δε, προσπάθησε να πείσει οτι είναι δυνατόν να είναι ειλικρινής η εκτελεστική εξουσία που επιθυμεί να διανείμει η ίδια τις άδειες, χωρίς τη συνταγματική υποχρέωση να παρεμβάλλεται ανεξάρτητη αρχή. Η προσπάθεια ανατροπής και χειραγώγησης ενός αντιπολιτευτικού τηλεοπτικού τοπίου ήταν προφανής: Ας προλάβουμε να αλλάξουμε προσωρινά τα πράγματα και μετά βλέπουμε…


Αντί λοιπόν να αναθέσει στο ΕΣΡ να ετοιμάσει προδιαγραφές προγράμματος και ποιότητας, εύλογο τίμημα για κάθε άδεια και διαδικασία με εκ των προτέρων γνωστό τον πλήρη χάρτη των υπό προκήρυξη πανελλαδικών, θεματικών και περιφερειακών αδειών, άρχισαν τα “βλέποντας και κάνοντας” και οι παλινωδίες με την 5η άδεια και τις θεματικές. Το παιχνίδι δεν ήταν καθαρό και άλλη ήταν η στόχευση. Χαρακτηριστική είναι η επίκληση του ΕΣΡ, κατόπιν εορτής.


Έτσι φτάσαμε σε μια τραγελαφική και εκβιαστική ριάλιτι διαδικασία, που μόνο στόχο είχε να ταπεινώσει τους συμμετέχοντες και να ταίσει σανό το πρόθυμο ακροατήριο.  


Με πλήρη αδιαφάνεια επί 4 ημέρες, η “δημοπρασία του ράντζου” ήταν φτιαγμένη για καζίνο σε κάποια μπανανία - πουθενά στον αναπτυγμένο κόσμο δεν έχει ξαναγίνει. Και μόνο το “καψώνι” να αφήσεις μερικές δεκάδες εκπροσώπους επιχειρήσεων και μέλη επιτροπής άπλυτους τόσα 24ωρα, δείχνει την απόσταση της σκέψης αυτής της κυβέρνησης από το σύγχρονο ευρωπαϊκό πολιτισμό.


Είχε προηγηθεί η ανερυθρίαστη δήλωση του αρμόδιου υπουργού οτι “το μόνο που χωρίζει τους επιχειρηματίες από την απόκτηση άδειας είναι το πορτοφόλι τους”. Λες και το κράτος εκποιούσε τίποτα παλιοσίδερα από τις αποθήκες του, σε καλή τιμή. Χωρίς καμία ποιοτική προδιαγραφή, χωρίς να ενδιαφέρει αν έτσι θα είναι πιο εύκολο να αποκτηθεί η άδεια από κάποιον που θέλει να ξεπλύνει μαύρο χρήμα, όπως ένας έμπορος ναρκωτικών.  


Τα “βοθροκάναλα”, κατά την υποκριτική ρήση του άλλου, απολωλότος υπουργού, είναι εντάξει, εφόσον είναι δικά μας…


Ο σκοπός της προκήρυξης ραδιοτηλεοπτικών αδειών δεν είναι η συγκέντρωση χρημάτων, αλλά...

ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ - ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ολόσωμη ανελευθερία



Μεγάλη συζήτηση πυροδοτήθηκε και πάλι από μια εικόνα: αυτή της Αιγύπτιας βολεϊμπολίστριας να πηδάει στο φιλέ πάνω από την άμμο, με το σώμα καλυμμένο από την κορφή ως τα νύχια και hijab στο κεφάλι, απέναντι στη Γερμανίδα αντίπαλό της με το (για κάποιους σεξιστικό) μπικίνι.


Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι Ολυμπιακοί Αγώνες, ως παγκόσμια γιορτή όλων των χωρών που συμμετέχουν, πρέπει να είναι ελεύθερο πεδίο επίδειξης της ιδιαιτερότητας της καθεμιάς. Γι’ αυτό και οι κανόνες για την ένδυση των αθλητριών στο συγκεκριμένο άθλημα χαλάρωσαν από το 2012, επιτρέποντας και την πλήρη κάλυψη του σώματος.


Ο εντοπισμός όμως της ισλαμικής αυτής «ανορθογραφίας» (για τα δυτικά μάτια) επικρίθηκε με σφοδρότητα, από δήθεν προοδευτικούς ανθρώπους. Αφετηρία της επίκρισης, μια παραπλανητική βεβαιότητα – αυτή που επικαλούνται πολλές μουσουλμάνες γυναίκες: «Είναι απόλυτα ελεύθερη επιλογή μου να ντυθώ έτσι».  


Όχι, δεν είναι, όσο κι αν νομίζετε ότι έτσι είναι, για να παραφράσουμε τον Πιραντέλλο.


Το επιχείρημα θυμίζει την επίκληση της «ελεύθερης επιλογής» των Ελλήνων Χριστιανών Ορθόδοξων να δηλώνουν το θρήσκευμά τους στις ταυτότητες, πίσω στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Τότε που μεγάλη μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, με περισσή καθυστέρηση, πάσχιζε να αντιληφθεί (ή παρίστανε κουτοπόνηρα ότι δεν καταλαβαίνει) τι σημαίνουν οι θρησκευτικές και άλλες διακρίσεις. Κι ότι όταν κάποιοι είναι «ελεύθεροι» να δηλώνουν την επικρατούσα θρησκεία σε κρατικά έγγραφα, τότε κάποιοι άλλοι υφίστανται πιθανώς τις συνέπειες του να μην τη δηλώσουν.


Προφανώς και η μαντήλα που φορούσε με χάρη και κομψότητα η Τζάκι Κένεντι ήταν πραγματικά ελεύθερη, δική της επιλογή – και δεν συμβόλιζε τίποτα. Η λόγω θρησκευτικής σεμνοτυφίας κάλυψη όμως του σώματος (ακόμα κι αν είναι εντελώς αταίριαστη με την περίσταση) δεν είναι μια «αθώα» δήλωση.


Προκύπτει από τα ήθη της ανισότητας και της σεξουαλικής υποκρισίας. Αν η απόκρυψη σχεδόν κάθε δερματικής επιφάνειας στις ισλαμικές χώρες αφορούσε εξίσου και τα δύο φύλα, θα είχαμε μια τελείως διαφορετική συζήτηση. Δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση.


Η συνειδητή ή ασυνείδητη συμμετοχή σε μια πράξη που εμβαθύνει τον ρατσισμό δεν μπορεί να είναι αποδεκτή ως «ελεύθερη» επιλογή. Ειδικά απέναντι στα θύματα της ανισότητας, θα πρέπει να στεκόμαστε με διάθεση κατανόησης, αλλά και ανυποχώρητα, ως προς τις αντιλήψεις που δημιουργούν την καταπίεση που υφίστανται. Το πρώτο πράγμα που κάνει ένα καταπιεστικό σύστημα είναι να προσπαθεί να μας πείσει για τη συναίνεση των θυμάτων. Το ίδιο πολλές φορές και τα ίδια τα θύματα.


Η ύπαρξη αναρίθμητων φαλλοκρατικών ή άλλων ρατσιστικών συμπεριφορών στον δυτικό κόσμο δεν θα πρέπει να ακυρώνει επ’ ουδενί αυτήν τη στάση. Ο σεξισμός δεν αντιμετωπίζεται με συμψηφισμούς πουριτανισμού. Έτερον εκάτερον. Η διαρκής προσπάθεια για τη μη αντιμετώπιση της γυναίκας ως σεξουαλικού αντικειμένου, με την κάλυψη του σώματος «ώστε οι γυναίκες να μην είναι ξεδιάντροπες» (όπως είχε πει κάποτε η γυναίκα ενός Πακιστανού φίλου) ή απλώς «ελκυστικές» (όπως είχε πει ο ίδιος ο Πακιστανός), ακολουθεί τον εντελώς λάθος δρόμο της οπισθοχώρησης.


Σε μερικές από τις πιο προοδευτικές Ηνωμένες Πολιτείες, οι πολιτικές εναντίον των διακρίσεων φτάνουν ακόμα και σε υπερβολές ή σε αδικίες. Σε αυτό το τεράστιο χωνευτήρι πολιτισμών (όπου μόλις πριν από μερικές δεκαετίες η Rosa Parks  έγινε σύμβολο γιατί αρνήθηκε να σηκωθεί από το απαγορευμένο γι’ αυτήν κάθισμα λεωφορείου), κάποια μέλη μειονοτήτων καταλαμβάνουν κάθε χρόνο με ποσοστώσεις θέσεις σε πανεπιστήμια ή σε άλλους δημόσιους φορείς, εις βάρος κάποιου λευκού άνδρα με περισσότερα προσόντα. Ακόμα και η –τόσο σημαντική για την πρόοδο της χώρας– αξιοκρατία παρακάμπτεται, ώστε να καταπολεμηθούν οι διακρίσεις. Η κοινωνία έκρινε πολύ σωστά, ότι οι αντιρατσιστικές πολιτικές έχουν μεγαλύτερη σημασία.


Πριν από μερικά χρόνια, μια Αμερικανίδα σμήναρχος (και η πρώτη πιλότος που διοίκησε μοίρα μαχητικών) άσκησε ένδικα μέσα κατά του Υπουργείου Άμυνας της χώρας της, γιατί τα ήθη της Σαουδικής Αραβίας την υποχρέωναν, κατά τη διάρκεια της θητείας της εκεί, να κυκλοφορεί πάντοτε με συνοδεία άνδρα υπαξιωματικού (που παρίστανε τον σύζυγό της) – και πάντοτε στο πίσω κάθισμα, με μαντήλα, καθώς απαγορευόταν να οδηγεί! Έμοιαζε ωσάν η υπερσυντηρητική αραβική χώρα να έδινε την απάντηση στην υποκρισία της «συμμαχικής ισότητας», με την σεξουαλική υποκρισία. Παρόλο που οι ΗΠΑ δεν παραδέχτηκαν ποτέ ότι αιτία ήταν η μήνυση της πιλότου, η επίσημη πολιτική άλλαξε.


Η Αιγύπτια αθλήτρια, όπως και κάθε άλλη, έχει βεβαίως τη δυνατότητα να φασκιώσει το σώμα της όπως επιθυμεί – τόσο στη χώρα της, όσο και σε διεθνείς αγώνες. Ας μην βαυκαλίζεται όμως, ούτε αυτή, αλλά ούτε όσοι την υποστηρίζουν άκριτα στη δύση, ότι αυτό είναι «μια ελεύθερη επιλογή». Κι αν μεθαύριο η ίδια ή κάποια άλλη γυναίκα ζητήσει να απολαμβάνει τα οφέλη μιας φιλελεύθερης, ανοιχτής δυτικής δημοκρατίας, τότε θα πρέπει να υπερβεί αυτή την υποκρισία.


Γιατί αυτό επιτάσσουν τα ανθρώπινα δικαιώματα (για τα οποία τόσο πολύ αυτή και οι συμπατριώτες κόπτεται σε άλλες περιπτώσεις, και πολύ σωστά), οι διεθνείς συμβάσεις κατά των διακρίσεων, οι αρχές και οι αξίες του ευρωπαϊκού και του δυτικού πολιτισμού.


Και βεβαίως, οι απαγορεύσεις (σαν και αυτή του δημάρχου των Καννών να μην εμφανίζονται οι γυναίκες με “burkini” στην παραλία) μπορεί να είναι ο λάθος δρόμος, στις περισσότερες περιπτώσεις – εκτός αν οι γυναίκες εκπροσωπούν επίσημα την πολιτεία.


Οι φιλελεύθερες κοινωνίες όμως...