"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΤΣΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΙΤΣΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΟΚ-ο-ΣΥΡΙΖΑίικα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Οταν οι καταπατητές αποδεικνύονται πιο καλοί διαχειριστές από τους κληρονόμους.

 

Toυ ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Αν το ΠΑΣΟΚ ήταν φιγούρα της ποπ κουλτούρας, θα ήταν μάλλον η Θεοπούλα. Τα χρόνια δεν θα της είχαν στερήσει την τσαχπινιά.

Το κόμμα –που είναι παλιό, αλλά όχι παλαιότερο από τη Ν.Δ., την επίσης συνομήλικη της Μεταπολίτευσης– έχει υποστεί δυσανάλογο «ηλικιακό» ρατσισμό. Εχει γίνει στόχος μιας τρολιάς μεταμφιεσμένης σε νοσταλγία για τον χρεοκοπημένο συλλογικό μας εαυτό. Σαρκαστικά, αλλά καταδικαστικά, συγκέντρωσε εκείνο όλη την ενοχή για τις ένοχες απολαύσεις μας.

Αυτή όμως είναι η μισή αλήθεια.

Η άλλη μισή είναι ότι, παρά την υπονόμευση, το ΠΑΣΟΚ παραμένει ένα πανίσχυρο brand – ένας αντιδραστήρας παραγωγής συμβόλων. Απόδειξη ότι δεν μπορούν να αντισταθούν στη σαγήνη του ακόμη και οι αντίπαλοί του.

Απόδειξη ο Τσίπρας: Δεν μπόρεσε να φυτέψει το κόμμα του χωρίς να κλέψει σπόρους από τον κήπο του πασοκικού φαντασιακού. Ξέρει ότι δεν μπορεί να εμπνεύσει συναισθηματικές ταυτίσεις, χωρίς να αναλάβει το αυτογελοιοποιητικό ρίσκο της μίμησης του Ανδρέα και της επίκλησης μιας κατασκευασμένης γενεαλογίας που τον ενσφηνώνει στη σειρά διαδοχής της Αλλαγής του ’81.

Η δύναμη του ΠΑΣΟΚ δεν εξαντλείται στην πολιτική μυθολογία. Το κόμμα έχει ενσώματα πλεονεκτήματα. Εχει στελεχικό σκελετό σε όλη την επικράτεια. Ερείσματα στην τοπική αυτοδιοίκηση. Παρουσία στις επαγγελματικές ενώσεις.

Το πιο σπάνιο προνόμιό του όμως είναι το όνομά του – και το πλέγμα των αναφορών που διεγείρει το άκουσμά του.

Πώς αυτή η δύναμη μεταφράζεται σε ψήφο;

Πώς η συναισθηματική κληρονομιά μπορεί να διοχετευθεί στην κάλπη;

Αρκεί η νοσταλγία της περιφέρειας;

Αρκούν οι ψυχοπολιτικοί αυτοματισμοί της Κρήτης;

Μια πρόχειρη απάντηση είναι ότι το ΠΑΣΟΚ θα «κατοικούσε» ξανά στο brand του, αν ξαναγινόταν κυβερνητικό κόμμα. Αν το κεντρικό του μήνυμα ήταν ότι σκοπός του είναι να μπει στην κυβέρνηση, με τους δικούς του όρους. Αν δεν είχε υποσκάψει τον εαυτό του, μετατρεπόμενο από κόμμα διακυβέρνησης σε κόμμα διαμαρτυρίας.

Τα στρατηγικά ελλείμματα του ΠΑΣΟΚ αντανακλώνται τώρα στα κόλπα του ανταγωνιστή του. Ο Τσίπρας ανασύρει τα δικά του φλάμπουρα (ΕΛΑΣ, Αριστερά) και σφετερίζεται τα σύμβολα του ΠΑΣΟΚ για να συσπειρώσει τον πυρήνα της παλιάς του πελατείας – τις «Θεοπούλες» που τον κοιτούν σαν καλοπροαίρετο ημιπιτσιρικά, άξιο μητρικής επιείκειας.

Αλλά στη γλώσσα του δεν επιζεί το παλιό αντισυστημικό δηλητήριο. Η προσπάθεια αφύπνισης της παράδοσης συνδυάζεται με ένα επικοινωνιακό αμπαλάζ προσανατολισμένο στην καλλιέργεια της προσδοκίας. Αριστερά στην ταυτότητα. TikTok στη φωνή.

Οι θαυματουργικές εικόνες του ΠΑΣΟΚ έχουν ποτίσει λιβάνι. Αλλά …

 

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Στη φούσκα της φαντασιακής αυτάρκειας - Νίκο Φίλη κάνε κουράγιο και πάρε το απόφαση: ένας είναι ο Μπούλης του!



Η πικρία νικάει καμιά φορά κατά κράτος την πολιτική αντίληψη. Η πιο εύκολη εξήγηση για τις μπαλοθιές του Νίκου Φίλη στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή του πικραμένου. Του πληγωμένου εγωισμού.


Ο τέως υπουργός Παιδείας έχει κάθε λόγο να αισθάνεται πολιτικό σφάγιο του Καμμένου. Αν ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ δεν είχε εμψυχώσει το εκκλησιαστικό ανάθεμα για τα Θρησκευτικά, ο Φίλης μπορεί να κρατούσε ακόμη το χαρτοφυλάκιό του. Σε αυτό το θυμωμένο τραύμα μπορεί κανείς να αποδώσει και την καθυστερημένη διαπίστωση Φίλη ότι η συνεργασία με τους ΑΝΕΛ «δεν έχει νομιμοποιητική βάση».


Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η αποστροφή προς τον κυβερνητικό εταίρο είναι πιο παλιά από την κρίση για τα Θρησκευτικά. Κάποιοι από την παλιά φρουρά του ΣΥΡΙΖΑ προτιμούσαν ανέκαθεν μια προσέγγιση με το ΠΑΣΟΚ – «κι ας βρωμάει».
 

Το ΠΑΣΟΚ λέγεται ότι έχει αισθανθεί αυτήν τη διαφορά στον τρόπο με τον οποίο το οσφραίνονται όσα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έλκουν την καταγωγή τους από την ανανεωτική Αριστερά.  


Δεν είναι μόνο ο Φίλης. Είναι και ο πρόεδρος της Βουλής που κατατάσσεται στους κυβερνητικούς με φιλικότερη προς το ΠΑΣΟΚ κλίση – κλίση που έχει πάρει και τα χαρακτηριστικά αποδοτικής συνεννόησης σε ζητήματα όπως η συγκρότηση του ΕΣΡ.


Πρόκειται, βέβαια, για ροπές που δεν έχουν καμία επίδραση στον προσανατολισμό της κυβέρνησης. Η αντίδραση των επιτελικών στελεχών (Ρήγας, Τζανακόπουλος) στις ανησυχίες Φίλη ήταν εύγλωττη. Αντιμετώπισαν τον τ. υπουργό όχι τόσο με δυσαρέσκεια, όσο με συγκατάβαση – σαν να βοηθούσαν στην ανάνηψη κάποιον που είχε πέσει σε λήθαργο για έξι χρόνια και νόμιζε πως ξύπνησε στο παλιό κόμμα.
 

Ο ΣΥΡΙΖΑ του 2017 δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ του 2012. Εχει πια εσωτερικεύσει τη σχέση του με τον Καμμένο, σε βαθμό που οι όψιμες ενστάσεις για τη «νομιμότητά» της να ακούγονται εκτός θέματος. Οπως το είπε με ανεπίγνωστη, αυτοκριτική ειλικρίνεια ο Τζανακόπουλος, συμμαχίες με το ΠΑΣΟΚ δεν είναι στη στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ «εκφράζει το αντισυστημικό ρεύμα που υπάρχει στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη».


Αυτό δηλαδή που εκφράζει ο Τραμπ στην Αμερική, το εκφράζει στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ σε συνεργασία με –ποιον άλλον;– αυτόν που διεκδικεί την τοπική αντιπροσωπεία του τραμπισμού. 


Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορείς να είσαι και με τον Τραμπ και με τη Φώφη. 


Ούτε μπορείς να κυβερνάς με τον Καμμένο και να πανηγυρίζεις τάχα για την εκλογή του Σοσιαλδημοκράτη Σταϊνμάγερ στην προεδρία της Γερμανίας.


Αν κάτι επιβεβαίωσε αυτή η φαγούρα για τις συνεργασίες, όπως και το υπόλοιπο ρεπερτόριο της Κεντρικής Επιτροπής, είναι ότι...

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Aπό την ταξική πάλη στον Πολακισμό - Ο Πολάκης είναι ο Παππάς των φτωχών



Η στρατηγική μίσους και λασπολογίας που ακολουθεί συνειδητά η κυβέρνηση έχει ως αιχμή του δόρατος τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας. Πριν λίγες ημέρες γράφαμε από το βήμα αυτό ότι η καλλιέργεια του μίσους αποτελεί σημαντικό εργαλείο επικοινωνίας της κυβέρνησης με ομάδες ανθρώπων που την στηρίζουν και προς τις οποίες δεν έχει τίποτα άλλο να προσφέρει παρά μόνον παχειά λόγια, απύθμενο λαϊκισμό και απέραντο μίσος.


Αυτή την πρακτική έχουν ακολουθήσει και ακολουθούν όλοι οι φαιοκόκκινοι πολιτικοί σχηματισμοί και πάνω της έχουν βρει ερείσματα τα πιο ειδεχθή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.


Μέσα στο σκηνικό αυτό και την ώρα που ο Αλέξης Τσίπρας πραγματοποιεί μία νέα μεγάλη κωλοτούμπα θέλοντας να πλησιάσει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, ο κ. Παύλος Πολάκης και η χυδαιότητά του αποτελούν πολύτιμη πρώτη ύλη.  


Πρόκειται δε για μία νέας μορφής επικοινωνιακή πρώτη ύλη, την οποία περιέγραψε πολύ αδρά στα Νέα ο ταλαντούχος Μιχάλης Τσιντσίνης, γράφοντας μεταξύ άλλων:


«Άρχοντας είναι βέβαια ο Πολάκης. Και το άρχοντας είναι μάλλον από τους πιο μετριοπαθείς επαίνους που τού επιδαψιλεύει στο Facebook το κοινό του. Πρόκειται για ένα κοινό που δεν θα το συναντήσουν ποτέ όσοι νοιώθουν αισθητική και πολιτική απέχθεια για τον Πολάκη. Υπάρχει –δικτυώνεται, βρίζει και εκτονώνεται– έξω από τον κύκλο των ψηφιακών τους συναναστροφών. Μιλάει άλλη γλώσσα. Το κοινό του Πολάκη υπάρχει πίσω από τον φράκτη. Η κοινή γνώμη δεν είναι πια κοινή. Χωρίζεται σε επιμέρους σφαίρες οι οποίες επικοινωνούν ολοένα και λιγότερο μεταξύ τους.


»Ο κατακερματισμός αυτός δεν είναι βέβαια ελληνική ιδιαιτερότητα. Οι θεωρητικοί της ψηφιακής εποχής το ονομάζουν –και το εξηγούν στον τελευταίο Economist– “ομοφιλική διαλογή”. Τα κοινωνικά δίκτυα οδηγούν στην διαίρεση των χρηστών σε ομοιογενή σύνολα. Σε σχεδόν στεγανές και πολιτικά μονόχρωμες κοινότητες. Η ίδια η δομή των νέων μέσων κατευθύνει αυτή την ταξινόμηση. Υποθάλπει την επικοινωνία μόνον μεταξύ των ομοίων.


»Αν έχει αξία αυτή η χαρτογράφηση είναι γιατί προσδιορίζει και την πολιτική χρησιμότητα του Πολάκη. Απαντά στο ερώτημα “γιατί δεν τον μαζεύουν;”. Γιατί δυσκολεύονται τόσο πολύ να αρθρώσουν έστω και μία συλλαβή ήπιας αποδοκιμασίας –αν όχι για τις απόψεις του, τουλάχιστον για τον τρόπο του;


»Στο φατριασμένο σώμα της ψηφιακής δημοκρατίας, ο Πολάκης έχει προδιαγραφές φυλάρχου. Το υπόδειγμά του δικαιώνει τα συναισθήματα μίας μερίδας του εκλογικού σώματος που μπορεί, ας πούμε, να αλλάζει κανάλι όταν παίζουν ειδήσεις, να έχει κατεβάσει τα ρολά στα “συστημικά” media, να κλείνει τα τηλέφωνα στους δημοσκόπους –αλλά καταναλώνει ό,τι εξοκέλλει στην οθόνη του υπολογιστή της. Αλλά μπορεί να είναι online στις δύο το πρωί, διψασμένη για την νωπή ανάρτηση του Πολάκη.


»Το θέμα δεν είναι γιατί δεν τον μαζεύουν. Το θέμα είναι ότι αν δεν υπήρχε ο Πολάκης, θα έπρεπε να τον φτιάξουν. Ότι θα έπρεπε...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Χάνοντας το τρένο


Γίνεται να είσαι αριστερός και υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων; 
  
Γίνεται να απορρίπτεις ένα τόσο σημαντικό ευαγγέλιο της αριστερής ορθοδοξίας και να λογίζεις ακόμη εαυτόν εντός δόγματος;
Δυστυχώς, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τα δόγματα. Και έχει την τάση να τα ταπεινώνει διαρκώς. Να εκθέτει τις ισοπεδωτικές τους απλουστεύσεις. Να ξεγυμνώνει τις αντιφάσεις τους.

Στη Βρετανία, οι Αριστεροί των Εργατικών ζητούν από τον πρόεδρο Μίλιμπαντ να εντάξει στο πρόγραμμα του κόμματος τη θέση περί επανεθνικοποίησης των σιδηροδρόμων. Δεν τους αρκεί να μπορεί το κράτος να συμμετέχει στους διαγωνισμούς για την εκμετάλλευση των γραμμών. Το βαθύ κόμμα των συνδικαλιστών απαιτεί  καθαρές, σοσιαλιστικές λύσεις.

Εν τω μεταξύ, μια από τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο βρετανικό σιδηροδρομικό δίκτυο είναι θυγατρική της Deutsche Bahn -του γεμανικού κολοσσού των σιδηροδρόμων που ελέγχεται από το γερμανικό κράτος. Η DB διοχετεύει τα κέρδη της από τη Βρετανία και τις άλλες εξωχώριες επενδύσεις της στη βελτίωση του δικτύου της και των υπηρεσιών στη Γερμανία.
Ναι, δεν προβλέπεται στο δόγμα, αλλά είναι αλήθεια: Μια κρατική εταιρεία υπηρετεί τον σκοπό της κοινής ωφέλειας ακριβώς επειδή λειτουργεί με τους όρους της αγοράς.

Λένε ότι η βρετανική οικονομία δεν μπόρεσε μεταπολεμικά να πιάσει τους ρυθμούς ανάπτυξης της γερμανικής, γιατί δεν μπορούσε να λειτουργήσει σε συνθήκες κοινωνικής ειρήνης. Τα βρετανικά συνδικάτα και ο κομματικός τους βραχίονας δρούσαν πάντα με το συγκρουσιακό φρόνημα της ταξικής πάλης. 

Οι γερμανοί σύντροφοί τους ήταν το αντίθετο: 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η τέχνη της νίκης των χορευτικά πεσμένων


Σε κάθε γιορτή υπάρχουν οι ξινοί. Οι σκοταδόψυχοι που δεν μπορούν με τίποτε να χαρούν. Οι ανηδονικοί διανοούμενοι που είναι αλλεργικοί σε ό,τι συγκινεί το πλήθος. 
Στη χαρά της Εθνικής, όμως, το «κούμπωμα» επιβάλλεται.
Τα πανηγύρια για τη νίκη των εθνικών χρωμάτων δεν μπορεί πια να είναι αθώα. Δεν μπορεί κανείς να ξεχνά πότε ακούστηκε για πρώτη φορά το «δεν θα γίνεις Ελληνας ποτέ». Δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει ότι το ιδεολόγημα της φυλετικής ανωτερότητας δεν εκφράζεται πια ως ένα πλακατζίδικο σύνθημα για τη λίμπιντο του τσολιά, ούτε ως οίηση μιας ντοπαρισμένης πρωταθλήτριας για το ελληνικό της DNA. Αυτή, η άλλοτε αθώα, εθνική αυταρέσκεια έχει γίνει πια μαύρο κύμα. Ιός που ξέφυγε από την κερκίδα και τις πλατείες και ρίζωσε στις γειτονιές και τη Βουλή.

Δικαιολογείται λοιπόν μια κάποια αποστασιοποίηση. Μια κάποια περίσκεψη μες στη γιορτή. 
Το εθνικό και το ελληνικό είναι πια λέξεις δηλητηριασμένες. Κι εδώ είναι το μεγάλο παράδοξο. Η ομάδα που έγινε αφορμή για να αποχαλινωθεί το εθνικιστικό ντελίριο, είναι η ίδια ελάχιστα «εθνική». Μελετώντας την ποδοσφαιρική της κουλτούρα, ψυχογραφώντας τον χαρακτήρα της, βλέπει κανείς γνωρίσματα αντίθετα από εκείνα που αποδίδουμε στον εθνικό χαρακτήρα.
Ο Ελλην είναι άναρχος. Θορυβώδης και παρορμητικός. Η ομάδα του είναι χαμηλόφωνη. Υπομονετική και πειθαρχημένη.
Ο Ελλην ανήκει μόνο στην πάρτη του. Είναι εγωπαθής. Η ομάδα του διαπρέπει χάρη σε μια συλλογικότητα στην οποία οι μονάδες μετά βίας διακρίνονται.
Ο εθνικός χαρακτήρας υποθάλπει την επίδειξη, το λούσο, τη μαγκιά. Η εθνική ομάδα κερδίζει γιατί ξέρει να οικονομεί - σχεδόν να κρύβει - το ταλέντο της.
Η Εθνική δεν είναι μια ελληνική ομάδα. Την έχτισε ένας Γερμανός, διδάσκοντας στα στελέχη της την ευλαβική προσήλωση στο σύστημα. Την εμμονή στο πλάνο και στο πρόγραμμα. Ετσι τη βρήκε και τη διατήρησε στις ίδιες νόρμες ένας Πορτογάλος τόσο σοβαρός που θα 'λεγες ότι γεννήθηκε συνοφρυωμένος. Κανείς δεν ξεχωρίζει, κανείς δεν αποκλίνει, το σύνολο είναι που κερδίζει.
Η Εθνική δεν είναι ελληνική γιατί σχεδόν όλοι της οι παίκτες έχουν εργαστεί ή εργάζονται ακόμη στην Ευρώπη. Εδώ, μες στους καπνούς των πούρων του παραγοντισμού, πέρασαν κακήν κακώς τα πρώτα «εξάμηνα» της μπάλας. Εξω έκαναν τα γερά μεταπτυχιακά στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
Η Εθνική μαρτυρεί την ελληνικότητά της μόνο σποραδικά. Από τα στερεότυπα μέσα από τα οποία βλέπουμε τον εαυτό μας, στην Ομάδα επιβιώνει μόνο η αυτοθυματοποίηση. 
Το σύνδρομο του αδικημένου παιδιού. 
Η προπατορική εκείνη κλάψα που αποτυπώνεται εμβληματικά στο πρόσωπο του αρχηγού, όταν πέφτει κάτω στο χορτάρι και σφαδάζει θεατρικότατα.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η αβάσταχτη ελαφρότητα της φωτογένειας

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Να έχει πράσινα μάτια. Να είναι κατά προτίμηση ξανθιά. Ή να έχει ιδρώσει το εθνόσημο στους στίβους. Να έχει την τεστοστερόνη του τσολιά. Μα προπαντός να «γράφει» - και να φωνάζει - στο γυαλί. Να είναι φυσιογνωμία «παραθυράτη».


Αυτό πάνω - κάτω είναι το υπόδειγμα του ευρωβουλευτή που σκιαγράφησε μέσω της κάλπης το εκλογικό σώμα. Αυτές τις προδιαγραφές όρισε με την ψήφο του. 
  

Τι σημασία έχουν τα βιογραφικά, τα πτυχία, η εμπειρία;
  

Σύμφωνα με τα πρώτα αποτελέσματα, για να εκπροσωπήσεις την Ελλάδα στην Ευρωβουλή σημασία έχει να είσαι - όπως το λένε οι δημοσκόποι - αναγνωρίσιμος.
Κανείς δεν εξεπλάγη με τα ονόματα που φιγουράρουν στις πρώτες θέσεις των ευρωψηφοδελτίων των περισσότερων κομμάτων. Από την πρώτη στιγμή, άλλωστε, το κύριο επιχείρημα όσων διαφωνούσαν με την αλλαγή του τρόπου ανάδειξης των ευρωβουλευτών ήταν η τηλεοπτική κατεύθυνση που θα έπαιρνε μοιραία η σταυροδοσία. Συμβαίνει παντού στις δυτικές δημοκρατίες. Ξέραμε ότι θα συμβεί και στην ευρωκάλπη. Το έβλεπαν και κάποιοι από τους καθηγητές που μετείχαν στην Πρωτοβουλία των 58 και έμειναν εκτός εκλογικής αναμέτρησης φοβούμενοι ότι θα τους κατάπινε το έλλειμμα «αναγνωρισιμότητας». Οπως αποδεικνύεται σήμερα, ο φόβος τους δεν ήταν αδικαιολόγητος.
 

Φαίνομαι στα media, άρα υπάρχω. Αυτή είναι μία συνθήκη με την οποία οφείλει να συμβιβαστεί όποιος φιλοδοξεί να πολιτευτεί στο σύγχρονο μετατηλεοπτικό περιβάλλον. 


«Οι δικοί μας τρόμαξαν με τον σταυρό» θυμάται στέλεχος των 58 που διαφώνησε με την απόφαση για αποχή από τις εκλογές. «Πώς όμως θα κάνεις πολιτική σε μια μιντιακή δημοκρατία αν συμπεριφέρεσαι ως ελίτ που φοβάται "τον κακό λαό";» αναρωτιέται. «Οι διορισμένοι υποψήφιοι», λέει, «δεν τιμούν τη δημοκρατία».


Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο όρος της διασημότητας εξαφανίζει όλες τις υπόλοιπες προϋποθέσεις επάρκειας. Κάπως έτσι, αυτός που ήξερε να κλωτσάει επαγγελματικά μια μπάλα - ή να πετάει μακριά ακόντιο - κρίνεται κατάλληλος να σταθεί στο φόρουμ του Ευρωκοινοβουλίου. Κάπως έτσι, η πρώην βουλευτής που κατεβαίνει με πρόταγμα «να φτιάξουμε την Ανοιξη που δεν βρήκαμε...» και τυπώνει στο προεκλογικό της φυλλάδιο τον αριθμό του κινητού της, σαρώνει τη σοσιαλδημοκρατική ψήφο...


Για την ειδική κατηγορία των δημοσιογράφων της τηλεόρασης, η μεταπήδηση από τον ρόλο του ελέγχοντος στον ρόλο του ελεγχόμενου γίνεται μέσα σε μια νύχτα χωρίς πλέον να ενοχληθεί κανείς. Οι τηλε-δημοσιογράφοι αλλάζουν πίστα, σαν βαριά ονόματα της σόουμπιζ.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μπεοκρατία

 
Τα πράματα είναι απλά. Για όλα υπάρχει λύση. Δυσκολεύεται, ας 'ούμε, το Γηροκομείο Βόλου; Δεν έχει, ας 'ουμε, να πληρώσει το νερό;  
 
Δεν πειράζει, θα το κανονίσει ο κύριος Αχιλλέας. Θα πάρει τηλέφωνο τους «καλλιτέχνες, με τους οποίους έχει γνωριμίες» να τους πει να 'ρθουν στον Βόλο να τραγουδήσουν αφιλοκερδώς για δυο ωρίτσες... Πρόβλημα πάπαλα. Λύση ο Μπέος.
 
Οχι, δεν είναι πλάκα. Ετσι εκτυλίσσεται τους τελευταίους μήνες η δημόσια ζωή σε ένα από τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας. Χωρίς καν τις επικοινωνιακές φροντίδες του πειραϊκού μπερλουσκονισμού. Χωρίς ρετούς.
 
Η δύναμη που καλπάζει δημοσκοπικά δεν έχει ανάγκη τις διαμεσολαβήσεις γιατί η απήχησή της βασίζεται ακριβώς σε αυτό: στην ωμότητα. 
 
Στον αγοραίο αντισυστημισμό που αποσκορακίζει τους πολιτικούς από την κερκίδα της αγανάκτησης: αεριτζήδες, απατεώνες, ψευτοπροοδευτικοί, σαπιοκατεστημένοι, δηθενοπαραμυθατζήδες. Ετσι ξηγιέται ο υποψήφιος. Οσο πιο ωμά τόσο πιο ψηλά.
 
Θα πεις, έχει την πλάκα του αυτό που συμβαίνει στον Βόλο. Από την ασφάλεια της απόστασης μπορεί κανείς να το απολαύσει σαν ιλαροτραγική γραφικότητα. Ομως, ο Βόλος δεν είναι μακριά. Το σχήμα είναι οικείο:  
Η κοινωνία φαντάζεται ότι διορθώνει τα προηγούμενα λάθη της τιμωρώντας τους πολιτικούς που επέλεξε, ενώ στην πραγματικότητα τιμωρεί τον εαυτό της. Δεν εκδικείται το «σύστημα». Αυτοκτονεί πολιτικά, σαν να μην αντέχει άλλο το βάρος της δημοκρατικής ευθύνης. Σαν να μην μπορεί πια να συγκροτηθεί ως συλλογικό υποκείμενο.
 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Πού πουλάν’ καρδιές


Δυο καρδιές χτυπούν στο ίδιο στήθος, λέει ο Χάμπερμας. Η μία χτυπά για το έθνος - κράτος. Η άλλη για την Ευρώπη.

Πού έπιασε ο γερμανός φιλόσοφος τόσους παλμούς; 

Δεν έχει ακούσει για το τέρας του αντιευρωπαϊκού λαϊκισμού; Δεν ανησυχεί;

Οπως εξήγησε την Πρωτομαγιά στους φοιτητές του Princeton, το έλλειμμα εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι ξενοφοβική περιχαράκωση. Είναι η θετική «εμμονή στα θεσμικά επιτεύγματα του κάθε έθνους - κράτους».

Το έθνος - κράτος εγγυήθηκε και εγγυάται το δίκαιο και την ελευθερία. Δεν είναι λογικό οι Ευρωπαίοι να επιθυμούν τη διατήρησή του;

Αυτή η επιθυμία, λέει ο Χάμπερμας, είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την αντιδραστική καθήλωση στις «αξίες» της εθνοφυλετικής καταγωγής, από τις οποίες τρέφεται ο ακροδεξιός λαϊκισμός.

Με τον οπλισμό αυτού του συνταγματικού πατριωτισμού, οι πολίτες της Ευρώπης μπορούν να προσέλθουν σε μια υπερεθνική κοινότητα ως διπλά κυρίαρχοι - σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Διπλή κυριαρχία; Διπλή καρδιά; 

Οπωσδήποτε μεταλλαγμένα πράγματα. Πού είναι η παλιά, καθαρή, ηρωική εθνική κυριαρχία; Τι θα την κάνουμε την κυριαρχία των φλογερών λαών που κράδαιναν στειλιάρια και αξίνες κι έκραζαν στον εισβολέα «go back»;

Εμείς δεν την αφήνουμε αυτήν την αντρίκεια κυριαρχία. Την Ευρώπη τη θέλουμε μόνο αν είναι η Ευρώπη των λαών. Μόνο των λαών που θα στέρξουν να φορολογηθούν για να μας χαρίσουν το χρέος μας - τώρα που έχει περάσει στα χέρια των κρατών τους.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενας μικρός Λάκης


Οχι, δεν είναι ο διασκεδαστής που κυριαρχεί τηλεοπτικά. 
Δεν είναι ο επαγγελματίας σόουμαν που πληρώνεται αδρά για να πουλάει θεωρίες συνωμοσίας διανθισμένες με σκατολογικό χιούμορ και καψιμιτζίδικα ανέκδοτα.



Οχι, δεν είναι η μιντιακή φιγούρα που βρίσκει όποτε θέλει τα μικρόφωνα ανοιχτά για να μοιρολογήσει τα βασανάκια του λαού. 


Δεν είναι ο λαοφίλητος θιασάρχης που, παρά την εισπρακτική του υπερεπιτυχία, προστρέχει στην φιλόστοργο αιγίδα του Εθνικού Θεάτρου.



Οχι, δεν είναι ο ρήτορας που, πριν το κόμμα του προτείνει υποψηφιότητα, είχε ο ίδιος στρατευθεί, συντονιζόμενος με το ιδίωμα της αγανάχτησης και αντικαθιστώντας τα σκετσάκια του με τηλε-προκηρύξεις «αντισυστημικού» μίσους.



Οχι, δεν είναι παράγοντας ο Λαζόπουλος.  


Είναι ο διωκόμενος καλλιτέχνης που αν τολμούσε να ιδρύσει ο ίδιος κόμμα «θα τον έβρισκαν σε κάνα χαντάκι». Είναι ο φιμωμένος από τα «γερμανοπαραδομένα» ΜΜΕ, που δεν τον παίρνουν τηλέφωνο να τον ρωτήσουν «αν θέλει να απαντήσει κάτι, ρε αδελφέ...». Είναι ο ασυμβίβαστος Αριστοφάνης, ο αντεξουσιαστής που ακκίζεται όταν ανταμείβουν τη σάτιρά του με δημαρχιλίκια και ευρωβουλευτιλίκια.



Αχ, ο Λάκης. Τέτοιος είναι. Ενα καρυδωμένο λαρύγγι. Ενα αμάλαγο παιδί. Ανέτοιμο, λέει, για την πολιτική. 


Διότι τι να τα κάνεις τα βουλευτήρια; 


Εχουν κανόνες. Ενώ στα τηλεοπτικά πλατό είσαι πιο δυνατός. Μπορείς - αναμέσα σε καλαμπούρια για χοντρές, γύφτους και πορδές - να κάνεις κάθε νύχτα ηρωικά και αγέρωχα την επανάστασή σου.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Παιδιά της δυστυχίας



Ολα ήταν γραμμένα. Ολα θα κυλούσαν κατά τον αναπόδραστο μαρξιστικό ντετερμινισμό. Με μάνα τη δυστυχία και μαμμή την οργή, θα ‘ρχόταν αργά ή γρήγορα η εξουσία. Οι κολασμένοι θα ενέδιδαν επιτέλους στις ιδέες – που πριν από το Μνημόνιο αποστρέφονταν σε ποσοστό 95%. 
 

Αλλά, φευ! Το πεπρωμένο αρνείται να συμβεί. Αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις, οι κολασμένοι εξακολουθούν να αντιστέκονται στην προδιαγεγραμμένη «ριζοσπαστικοποίησή» τους. Μα γιατί;
 

Γιατί το «νέο» που κάλπαζε ασυγκράτητο αποκαλύπτεται ως συντηρητική περιχαράκωση στο δόγμα και το κόμμα. 


Κάλπαζε, αλλά παρέμενε ανίκανο να αποκτήσει στέρεα ερείσματα στην κοινωνία. Γιατί η πλειοψηφία των δοκιμαζόμενων Ελλήνων δεν αμφιβάλλει για τα στοιχειώδη. Αυτοί, οι πολλοί του συκοφαντημένου Κέντρου, μπορεί να καταλήφθηκαν κάποτε απ’ τον θυμό, αλλά η κακουχία δεν τους μεταμόρφωσε σε μαδουρίστας έτοιμους να παίξουν στα ζάρια το ευρωπαϊκό τους μέλλον για χάρη ενός ανύπαρκτου σοσιαλισμού.
 

Ναι, ο τοκισμός της δυστυχίας, η διχαστική ρητορική, η μηδενιστική ελεεινολογία μπορεί κάποτε να καβάλησαν το κύμα. Ομως, αυτή είναι η μοίρα των κομμάτων διαμαρτυρίας: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μακάρι να ’χαμε γίνει τι;


Ηταν ένα χειμωνιάτικο πρωινό του περασμένου Ιουλίου - χειμωνιάτικο για την Αργεντινή - όταν η Κριστίνα Κίρτσνερ ανέπεμψε στο έθνος τα χαρμόσυνα νέα: Η κυβέρνηση είχε αποφασίσει να αυξήσει τον κατώτατο μισθό κατά 25%!
Η Presidenta το 'πε και το 'κανε. Από τα 2.875 πέσο ο μισθός ανέβηκε στα 3.600. Τα θεαματικά αποτελέσματα αυτής της πονετικιάς πολιτικής αναδεικνύονται αν αποδώσουμε τα μεγέθη σε ευρώ: ο εργαζόμενος στην Αργεντινή αμειβόταν τουλάχιστον με 395 ευρώ τον μήνα, ενώ τώρα, μετά την αύξηση, παίρνει 333 ευρώ...
Δεν είναι παράδοξο. Η μητερούλα είχε κάνει το φιλολαϊκό της χρέος, αλλά εν τω μεταξύ η οικονομική πραγματικότητα την είχε εκδικηθεί: το νόμισμα είχε βυθιστεί. Ο πληθωρισμός είχε αποχαλινωθεί.
Από το 2001, οπότε η Αργεντινή όρθωσε υπερηφάνως το ανάστημά της στους πιστωτές της, το νόμισμά της έχει υποτιμηθεί κατά 800% έναντι του δολαρίου. Η παραγωγική, ακραιφνώς εξαγωγική, οικονομία της Λατινικής Αμερικής, δεν ήταν «εγκλωβισμένη» - όπως λένε - σε σκληρό νόμισμα. Είχε, λέγανε, στη διάθεσή της το υπερόπλο των υποτιμήσεων.
Η λύση στην κρίση χρέους παρουσιαζόταν έτσι ως πρόβλημα που μπορούσε κανείς ανώδυνα να το προσπεράσει με μια γυροβολιά.  
Γιατί να υποστείς τον πόνο των μεταρρυθμίσεων; 
Αποκηρύσσεις κυριαρχικώς τις δανειακές σου υποχρεώσεις, υποτιμάς σβέλτα το νόμισμα και τραβάς λεβέντικα προς τη δόξα.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ , ΦΑΣΙΣΜΟΣ και... ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Το μάθημα της Δρέσδης (προς τους δικούς μας πολιτικους τενεκέδες)

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ

Ο,τι κι αν δοκίμασαν στην αρχή ήταν λάθος. Οι νεοναζί του NPD, που μόλις είχαν εκλεγεί στη Βουλή της Σαξονίας, έβγαιναν πάντα κερδισμένοι.  
 
Oι αντιδράσεις των υπόλοιπων κομμάτων στις αντικοινοβουλευτικές προκλήσεις όξυναν απλώς τον αντίκτυπό τους.
 
Είτε αποχωρούσαν συμβολικά, είτε έστρεφαν επιδεικτικά τις πλάτες τους στον ομιλητή του NPD,  οι βουλευτές συμμετείχαν ως ακούσιος θίασος στο σόου των φασιστών. «Μας διαπόμπευαν», παραδέχεται σήμερα, εννιά χρόνια μετά, μιλώντας στην «Zeit» ο πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του Linke Ρίκο Γκέμπχαρτ.
 
Πώς απεγκλωβίστηκαν από αυτό το τέλμα τα κόμματα του «δημοκρατικού τόξου»; 
 
Εκαναν το αυτονόητο. Κάθησαν όλοι - Σοσιαλδημοκράτες, Συντηρητικοί, Πράσινοι κι Αριστεροί - σε ένα τραπέζι. Και συμφώνησαν σε τρεις αφόρητα πεζές, πλην  καίριες, ενέργειες: 
 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο κόσμος των φαντασμάτων

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Θα ήταν προσβλητικό να μην παίρναμε αυτά που λέει η αξιωματική αντιπολίτευση τοις μετρητοίς. Θα ήταν υποτιμητικό για τον αρχηγό της αν ακούγαμε τις ομιλίες του ελαφρά, μόνο ως ρητορικές εξάρσεις, μόνο ως συνθήματα που αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή, από γκάλοπ σε γκάλοπ.
Ας ακούσουμε, λοιπόν, τον Τσίπρα ως κάποιον που έχει στοχαστεί αυτά που λέει. Ας τον ακούσουμε να περιγράφει πως «νεοφιλελευθερισμός και Ακροδεξιά» συνωμοτούν «με στόχο να καταργήσουν την κοινωνία» και τη Δημοκρατία. Ας τον εκλάβουμε κυριολεκτικά όταν αναλύει τη Χρυσή Αυγή ως «πολιτικοστρατιωτικό πυλώνα του συστήματος» και όταν αναθεματίζει τα μίντια ως «αυγό του φιδιού».
Οταν ο Τσίπρας λέει ότι περιμένει προβοκάτσια ανάλογη της πυρπόλησης του Ράιχσταγκ από τους Ναζί, δεν μπορεί να μιλάει «συμβολικά». Το λέει και το εννοεί. Οχι, δεν αισθάνεται ότι πολιτεύεται σε μια δοκιμαζόμενη δημοκρατία της Δύσης. Του συμβαίνει κάτι εντελώς πρωτόγονο: πολεμάει το έρεβος μιας συνωμοσίας.
Προφανώς και δεν αρκούν η πειθώ και η πολιτική για αυτόν τον κόσμο. Είναι ένας κόσμος ψυχροπολεμικός, ένας frozen world που δεν σηκώνει μεταρρύθμιση. Ή του υποτάσσεσαι ή τον ανατρέπεις. 
Είναι ο κόσμος μιας αρχαϊκής Αριστεράς που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τα φαντάσματά της: τους προβοκάτορες, τους πράκτορες, το παρακράτος.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο κύκλος της φωτιάς

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Πρώτα κάηκαν τα δάση και τα χωριά. Δεν υπήρχε κράτος να τα προστατεύσει. Ηταν ένα κράτος χωρίς υπηρεσίες - αγροφυλακή χωρίς αγροφύλακες. Ηταν μια δημοκρατία με πολίτες πρόθυμους να πουλήσουν την ψήφο τους για ένα τριχίλιαρο.
 
Ενάμιση χρόνο μετά κάηκε η πόλη. Αβοήθητη από φύλακες. Κάηκε εύκολα σαν χάρτινο σκηνικό. Σαν να μην την είχε κανείς για πατρίδα.
 
Η κρίση ξέσπασε το 2007. Στις κάλπες που στήθηκαν πάνω στις στάχτες της Πελοποννήσου. Στην απροκάλυπτη πελατειακή μηχανή του «ζεστού χρήματος». Στην εκλογική δικαίωση εκείνων που είχαν καταργήσει το ΑΣΕΠ, που είχαν παλινορθώσει το κράτος του «δώσ' τα όλα».
 
Την κρίση δεν την έφεραν οι πολλαπλασιαστές. Την απεργάζονταν οι «επί τόπου» υπουργοί που σκιαμαχούσαν με «ασύμμετρες απειλές». Οι υπουργοί που έπεφταν σε νάρκη μπροστά στη νερωνική μανία μιας ακραίας μειοψηφίας. Που μπουζουκοπούσαν τη νύχτα που δολοφονήθηκε ο Γρηγορόπουλος, τη νύχτα που η γενιά του γινόταν παρανάλωμα της βίας.
 
Αυτός ο θίασος έκρυβε τα ελλείμματα, αλλά αδυνατούσε να κρύψει το ιστορικό του στίγμα. Ηδη από τότε είχε αποκαλυφθεί ως φορέας που παρόξυνε τις δεινότερες παθογένειες της Μεταπολίτευσης. Η κοινωνία τον ανέχτηκε.
 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο αντίλαλος των συνθημάτων

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ
 
Δεμένος πισθάγκωνα, χτυπημένος άγρια, βρήκε φωνή να ουρλιάξει στις κάμερες, στα σκαλιά των δικαστηρίων της Κοζάνης: «Μπάτσοι, δικαστές, πολιτικοί δεν έχετε κανέναν λόγο να κοιμάστε ήσυχοι».
 
Λίγες ώρες μετά, ένα σύνθημα σύστοιχο, σαν αντίλαλος, αντηχούσε στο κέντρο της Αθήνας: «Αλήτες - προδότες - πολιτικοί». Το φώναζε ξανά και ξανά η «παρέλαση» που περνούσε, χωρισμένη σε διμοιρίες, επί μισή ώρα στην Βασιλίσσης Σοφίας. Με σημαίες ελληνικές, σημαίες ναζιστικές, με πυρσούς που έσπερναν νύχτα.
 
Από την ίδια νύχτα ήρθαν τα παιδιά του Βελβενδού και τα παιδιά της Βασιλίσσης Σοφίας. Από την ίδια πλατεία τόξευαν, μούντζωναν και πετροβολούσαν τη Βουλή. Στην ίδια αξημέρωτη νύχτα του φανατισμού, της δεισιδαιμονίας και του μίσους τα παρέδωσε η απέναντι χώρα. Η χώρα που δεν τους έδωσε τίποτε να πιστέψουν.
 
Αυτή η χώρα αδυνατεί να επαναπατρίσει τα παιδιά που ξενιτεύτηκαν στην έρημο του ανορθολογισμού. Κάποιοι, όταν τα είδαν με τα φλεγόμενα διαβατήριά τους στο χέρι, τα χειροκροτούσαν. Κάποιοι κανάκευαν την τόλμη της «εξέγερσής» τους.
 
Τώρα πώς να τους μιλήσεις; 
 
Είναι πολύ μακριά για να ακούσουν. Είναι πολύ αργά για να πειστούν. 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μνημόνιο και μνήμη

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΤΙΝΤΣΙΝΗ

Διαβάζεται σαν σύντομο ανέκδοτο. Η πρόεδρος της Κοινωνικής Συμφωνίας κατακεραυνώνει τον ανεξάρτητο βουλευτή και μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της Ριζοσπαστικής Κίνησης Σοσιαλδημοκρατικής Συμμαχίας. Δεν είναι όμως πλάκα. Είναι ένας έμμεσος ορισμός αυτού που κάποτε αποκαλούσαμε ΠΑΣΟΚ. Μια φωτογραφία ενός άλλοτε κραταιού χώρου που τώρα φιλοξενεί μόνο κάτι ταμπέλες με γριφώδη αρκτικόλεξα.
Η δήλωση Λοβέρδου - ότι εκείνος είχε αντιταχθεί στο ΔΝΤ αλλά ο πρωθυπουργός είχε σχέδιο να μας οδηγήσει στη σιδηρά αγκάλη του Ταμείου - είναι απλώς άλλη μία μαρτυρία της υπαρξιακής αμηχανίας που μάστιζε ήδη το ΠΑΣΟΚ από την εποχή που κυβερνούσε μόνο του. Από την εποχή δηλαδή που κλήθηκε να κυβερνήσει μια χρεοκοπημένη χώρα. 
Λίγα στελέχη του είχαν τότε συνειδητοποιήσει ότι η πολιτική, όπως την ήξεραν και την είχαν επί δεκαετίες ασκήσει, είχε βρει βίαια το τέλος της. Γι' αυτό και ελάχιστοι τελικά αντιστάθηκαν στη σχιζοφρένεια να υποσκάπτουν την πολιτική που ανελάμβαναν να εφαρμόσουν.
Τώρα, για να σταθούν όρθιοι στο μεταμνημονιακό σκηνικό, προσπαθούν να λύσουν τους λογαριασμούς τους με το χθες. Και αντί να επωμιστούν το βάρος των αποφάσεών τους, τις ξορκίζουν με ενοχικά μισόλογα. Με σου 'πα, μου 'πες, δεν ήξερα, δεν διάβασα, εγώ τους τα 'λεγα και τ' άκουγαν παράλογα.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου, Βιλχελμστράσε 97

Tου ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Guten tag, κύριε πρόεδρε. Wilkommen. Χαίρομαι που σας γνωρίζω. Δεν σας κρύβω ότι είχα μεγάλη περιέργεια. Τον τελευταίο χρόνο έχω ακούσει και διαβάσει πολλά για εσάς. Θα μπορούσατε να πείτε ότι έχω αναγκαστεί να γίνω ειδικός στην ελληνική περίπτωση.
 
Εμαθα ότι έρχεστε για να μας σταματήσετε. Θέλετε, είπατε, «να γίνετε ο κόκκος στα γρανάζια της γερμανικής υπερδύναμης». Χα χα χα... Ωραία μεταφορά. Δοκιμασμένη. Μην ανησυχείτε, δεν το παίρνω προσωπικά. Εχετε πει και χειρότερα. Οτι «εκπροσωπούμε την Ευρώπη της βαρβαρότητας». Οτι σας επιβάλλουμε «κοινωνικό ολοκαύτωμα». Αντιλαμβάνομαι τον υπαινιγμό. Ξέρω όμως ότι στην πολιτική, για να επιτύχει η μακροπρόθεσμη στρατηγική μας, λέμε και καμιά χοντράδα. Ακόμη κι εγώ, που πολιτεύομαι σε μια δημοκρατία πολύ λιγότερο άστατη από τη δική σας, έχω παίξει θέατρο για να υπηρετήσω τις δύσκολες αποφάσεις μας για την Ευρώπη. Εχω υποχρεωθεί να το παίζω ο σκληρός παιδονόμος της Ελλάδας για να κατευνάσω τους ευρωσκεπτικιστές στο κόμμα μου. Γι’ αυτό, όταν ακούω να μας περιγράφετε ως σαδιστικά τέρατα, δεν δίνω σημασία. Καταλαβαίνω ότι το κάνετε για την πελατεία σας.
 
Ομως σήμερα εδώ είμαστε μόνοι, εγώ κι εσείς. Και δεν με νοιάζει τι αφήγηση ηρωική σκοπεύετε μετά να πουλήσετε στους δημοσιογράφους. Με νοιάζει να μάθω πραγματικά τι πιστεύετε. Με νοιάζει να μάθω αν βλέπετε άλλον δρόμο εκτός της Ευρώπης. Αν στ’ αλήθεια την αποστρέφεστε ως νεοφιλελεύθερη συμπαιγνία. Αν με την ίδια ευκολία θα μπορούσατε να φανταστείτε τη χώρα σας αλλού, εκτός Δύσης, στη φτερούγα της Ρωσίας, στο υπόδειγμα της Λατινικής Αμερικής.
 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ζεράρ, όμοιέ μου, αδελφέ μου

Toυ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Αν ζούσαμε σε άλλη χώρα θα γελούσαμε. Θα βλέπαμε μόνο έναν υπέρβαρο μπουφόνο να πέφτει στην αγκαλιά ενός μποτοξαρισμένου καγκεμπίτη. Θα βλέπαμε έναν πρώην ευρωπαίο διασκεδαστή να σαλιαρίζει με τον μετασοβιετικό πατερούλη. 
Αν ζούσαμε σε άλλη χώρα, θα φχαριστιόμασταν το σκάνδαλο Ντεπαρντιέ όπως του αξίζει.
Ομως εδώ τέτοιες ιστορίες είναι πόνος στα μάτια μας. Ο Ντεπαρντιέ μας φαίνεται απείκασμα των δικών μας παθημάτων. Δεν θέλει, λέει, να είναι Γάλλος για να μην πληρώνει τους φόρους του στη Γαλλία. Ομολογεί έτσι απ' την ανάποδη μια αλήθεια που παραμένει ξένη για πολλούς εύπορους Ελληνες: πατρίδα είναι εκεί που πληρώνεις τους φόρους σου.
Εδώ η τάξη που η Αριστερά αποκαλεί «ελίτ» δεν στάθηκε ποτέ αντάξια του όρου. Δεν καθοδήγησε ούτε εντάχθηκε ποτέ σε κανένα εθνικό σχέδιο μεταρρύθμισης και ανασυγκρότησης. Γι' αυτό και όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν, αντέδρασε σαν να μην τη συνέδεε τίποτε με τη χώρα που πήγαινε να χρεοκοπήσει. Πήρε τα λεφτά της κι έτρεξε.
Εδώ η τάξη που κατ' ευφημισμόν αποκαλούμε «αστική» ήταν πάντα off-shore. Εξωχώρια. Προϊόν ενός κοτζαμπάσικου καπιταλισμού που ευδοκιμούσε αρπακτικά σε αγορά χωρίς κανόνες, σε Πολιτεία χωρίς θεσμούς.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ενας τρίτος κόσμος είναι εφικτός!

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Τα ταξίδια είναι σχολεία. Σου μαθαίνουν τους τρόπους των άλλων. Σου μαθαίνουν να επι-σκέπτεσαι και τον εαυτό σου, βλέποντάς τον από μακριά, συγκρίνοντάς τον.
 
Το ταξίδι του Τσίπρα στον Νότο της Αμερικής δεν είχε τέτοιους στοχαστικούς κόπους. Το ημερολόγιο του προσκυνητή είχε καταστρωθεί πριν από το προσκύνημα. Δεν ταξίδεψε για να δει και ν' ακούσει. Ταξίδεψε για να βρει σκηνικό. Για να απαγγείλει - με τηλεσκηνοθέτη και παραγωγό - το προτηγανισμένο «αφήγημα»: Τα Μνημόνια των Ευρωπαίων δεν είναι μονόδρομος. Υπάρχει - λέει το «αφήγημα» - ο εναλλακτικός δρόμος των κομπανιέρος που αποτίναξαν τη «νεοφιλελεύθερη βαρβαρότητα» του ΔΝΤ και σήμερα τάχα μου φιγουράρουν ως υπερδυνάμεις. Αυτοί θα μας δώσουν μέχρι και πετρέλαια, μέχρι και φάρμακα, αν χρειαστεί.
 
Τι κι αν η πραγματικότητα των αριθμών - η νωπή πραγματικότητα των λεηλασιών στην Αργεντινή - δείχνει ότι η χρεοκοπημένη Ελλάδα παραμένει ένα ασύγκριτα καλύτερο μέρος για να ζεις απ' ό,τι η Λατινική Αμερική; 
 
Η πραγματικότητα δεν είναι ικανή να αναχαιτίσει το «αφήγημα».
 
Γιατί το «αφήγημα» είναι ριζωμένο στην προπατορική καχυποψία του ανάδελφου: 
 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Βαλκανική Αραβία εναλλακτικά !

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ

Ας πούμε πως είναι αλήθεια. Ας πούμε ότι επαληθεύονται οι γεωλόγοι και οι χημικοί, δικαιώνονται οι κοινωνιολόγοι και οι απόμαχοι μουσουργοί που διακηρύττουν ότι καθόμαστε πάνω σε θησαυρό. Ας πούμε ότι τρυπάμε αύριο, αντλούμε μεθαύριο και αρχίζουμε να πουλάμε μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα όλον αυτόν τον κοιμώμενο πλούτο. 

Αχ, πώς θα άλλαζε η μοίρα μας!

Θα αποκαθιστούσαμε μισθούς και συντάξεις. Θα αρχίζαμε την άλλη μέρα τους διορισμούς. Και κυρίως, δεν θα είχαμε ανάγκη κανένα μισέλληνα δανειστή, κανένα δημοσιονομικό καταχτητή. Θα υπήρχαν επιτέλους λεφτά. Ενα - δύο τρισ. Και βάλε.

Η κρατικοδίαιτη ευζωία θα επέστρεφε στη σκηνή του βαλκανικού εμιράτου. Αλλά το σανίδι θα έμενε σάπιο. Τα δικαστήρια θα εξακολουθούσαν να κινούνται σε ρυθμούς αρνησιδικίας. Οι εφορίες θα υπήρχαν ες αεί για τους εφοριακούς τους, τα πανεπιστήμια για τους καθηγητές τους, οι βουλευτές για τους πελάτες τους.

Η πλούσια Ελλάδα θα παρέμενε Ελλάδα: Μια πολιτεία θεσμικά καχεκτική, ανίκανη να αναμετρηθεί με τα ιστορικά της ελλείμματα, απρόθυμη να αντιμετωπίσει τις πολιτικές υστερήσεις που ανακυκλώνουν τα οικονομικά της αδιέξοδα.