Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Μήπως έχετε ένα εκατοστάρικο, κύριε υπουργέ;
Toυ ΗΛΙΑ ΜΑΜΑΛΑΚΗ
Μεγάλωσα στην Αθήνα, κατάγομαι από μια μικροαστική οικογένεια. Πάντα η μάνα μου, μου έδινε κάποιο χαρτζιλίκι, άλλοτε μικρό, άλλοτε μεγαλύτερο, ανάλογα με το τι διέθετε ο προϋπολογισμός του σπιτιού. Δεν είχαν όλοι οι φίλοι μου χαρτζιλίκι, δεν ζητούσαν ποτέ δανεικά. Ό,τι είχαμε όμως το μοιραζόμαστε, πληρώναμε ρεφενέ το εισιτήριο στο σινεμά αυτού που δεν είχε. Εκεί που ήταν να φας 3 σουβλάκια έτρωγες 2 και το τρίτο το έτρωγε κάποιος που δεν είχε. Ούτε αυτοί που είχαν αισθανόντουσαν να υπερτερούν, αλλά ούτε και αυτοί που δεν είχαν αισθανόντουσαν να μειονεκτούν. Είμαστε παρέα φίλοι και τα μοιραζόμαστε.
Τους τελευταίους μήνες έχουν αλλάξει τα πράγματα όμως. Μεγάλοι άνθρωποι πια εξηντάρηδες. Δουλέψαμε, αγαπήσαμε, μοιραστήκαμε, απολαύσαμε, αλλά και κλάψαμε και πονέσαμε και ήρθαν μέρες που μείναμε νηστικοί. Τα ξεπεράσαμε όμως όλα. Και ξαφνικά πολλοί από εμάς βρέθηκαν χωρίς δουλειά, άνθρωποι με οικογένεια, με ανελαστικό πρόγραμμα εξόδων, παιδιά σε σχολεία ακριβά, κυρίες που πίνουν καφέ στις καφετέριες της Κηφισιάς και αφεντικά που σε καλούν και σου προτείνουν μείωση μισθού. Εσύ δεν την δέχεσαι γιατί θεωρείς ότι μειώνεσαι, παίρνεις μια παχουλή αποζημίωση, την τρως εύκολα γιατί εξακολουθείς να ζεις όπως ζούσες και ξαφνικά όλα σβήνουν μπροστά σου. Ούτε χρήματα για τα δίδακτρα, ούτε χρήματα για ψώνια και καφετέρια, καμιά φορά λείπουν και για τα ψώνια του σούπερ μάρκετ.
Λες να πουλήσεις το κτήμα στη νησί, μα ποιος θα το αγοράσει τέτοια εποχή, ή μάλλον θα το αγοράσει κάποιος στο ¼ της πραγματικής του αξίας και μέχρι τότε τι γίνεται; Δανεικά, δανεικά και αγύριστα. Και ποιος έχει να δώσει; Όσοι έχουν κάτι λίγα στην καβάτζα, φοβούνται, σου λένε αύριο θα βρεθούμε και εμείς στην ίδια κατάσταση. Ας τα κρατήσουμε για τα παιδιά μας.
Πήγα σε μια καφετέρια με έναν φίλο μου, αξιοπρεπέστατος άνθρωπος με παρελθόν και χωρίς μέλλον. Γνωρίζαμε την κυρία που είχε την καφετέρια, μας κέρασε τους καφέδες. Φεύγοντας ο φίλος μου ψάχτηκε, είχε ξεχάσει το πορτοφόλι του, μου ζήτησε ένα εκατοστάρικο, το έδωσα μετ’ ευχαριστήσεως. Μα στεναχωρήθηκα πολύ.
Ναι, κυρίες και κύριοι υπάρχουν άνθρωποι στην σημερινή μας αστική κοινωνία που τους λείπει ένα εκατοστάρικο, για να πάρουν ένα κοτόπουλο, λίγες πατάτες, ψωμί και τυρί για την Κυριακή τους. Ξέρετε ποιο είναι το επόμενο βήμα κύριε Υπουργέ; Η βία. Σε λίγο δεν θα το ζητάνε το εκατοστάρικο, θα σου το βουτάνε από την τσέπη.
Δεν ξέρω τι μυστικές συναντήσεις και συμφωνίες έχετε και που θέλετε να καταντήσει η κοινωνία που ζούμε, αλλά κάποια στιγμή παρά τους σωματοφύλακες που διαθέτετε κάποιος θα βουτήξει και την τσάντα της γυναίκας σας, κάποιος θα πάρει και το κινητό του παιδιού σας και τότε θα αγανακτήσετε και θα πείτε πολλές δηλώσεις τύπου μπλα μπλα μπλα.
Η ουσία δεν θα αλλάξει, πεθύμησα την καταραμένη τη δραχμούλα. Αν είχαμε μείνει στη δραχμή υπήρχαν λύσεις ανάπτυξης με πληθωρισμό αναμφίβολα, αλλά και με γρήγορα γύρισμα της οικονομίας. Δεν είμαι οικονομολόγος, αν και έχω σπουδάσει οικονομικά, όμως κάτι πρέπει να γίνει. Κάποιος πρέπει να βοηθήσει τους ανέργους. Όλα μπορεί να τα ανεχθεί ο άνθρωπος του σήμερα, εκτός από την πείνα. Τα παιδιά θα τα στείλουμε στο δημόσιο, σταματήσαμε να κυκλοφορούμε τα ακριβά αυτοκίνητα, θα παίρνουμε το Μετρό, δεν θα ξαναπάμε σε ακριβό εστιατόριο, μπορεί να μετακομίσουμε και στο δικό μας ταπεινό σπίτι που το νοικιάζαμε μέχρι χθες και είναι ανοίκιαστο εδώ και μήνες, όμως πρέπει κάτι να τρώμε και πρέπει να εξακολουθήσουμε να πορευόμαστε με αξιοπρέπεια.
- Μήπως έχετε ένα εκατοστάρικο κύριε Υπουργέ;
PROTAGONGR
Ετικέτες
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ,
ΑΠΟΨΕΙΣ,
ΕΛΛΑΔΑ,
ΚΟΙΝΩΝΙΑ,
ΜΑΜΑΛΑΚΗΣ,
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ,
ΠΟΛΙΤΙΚΗ,
ΦΤΩΧΕΙΑ,
PROTAGON.GR
Ηλίας Μαμαλάκης: ένας αποχαιρετισμός που ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΕ
Είναι λίγα και μερικές φορές ανύπαρκτα τα λόγια που μπορεί να πει κανείς μπροστά σε μια απώλεια. Και εμείς δεν μπορούμε να πούμε τίποτα παραπάνω για την κραυγή ενός ανθρώπου μπροστά στον θάνατο. Γι’ αυτό και δίχως άλλο σχόλιο, αναπαράγουμε το σπαρακτικό κείμενο του Ηλία Μαμαλάκη, ο οποίος πρόσφατα έχασε την αγαπημένη του σύζυγο από την «καταραμένη αρρώστια».
Το κείμενο με τίτλο «Η θρέψη» ανέβηκε στο site www.protagon.gr και μας συγκίνησε όπως και πολλούς χρήστες του Διαδικτύου που έσπευσαν να το σχολιάσουν, δίνοντας μαζί με μας τα ειλικρινά τους συλλυπητήρια.
«Τον τελευταίο καιρό ξαναπήγα σχολείο. Βλέπω και παρατηρώ και βέβαια μαθαίνω πράγματα και θάματα που πάντα υπήρχαν γύρω μου, αλλά δεν τα έβλεπα.
Ανθρωπος της γαστρονομίας είμαι, του μαγειρέματος. Πάντα νόμιζα ότι το φαγητό προετοιμάζεται για να προσφέρει μια από τις ανθρώπινες ηδονές. Μήπως έκανα λάθος; Ή πιο απλά, μήπως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες στο φαγητό που ξεπερνούν την ηδονή; Ναι, φυσικά. Απλώς, αυτό το βάλαμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας και το ξεχάσαμε.
Το φαγητό κυρίως και απολύτως είναι ζωή. Η θρέψη, όπως θα έλεγε η γιαγιά μου: αυτό είναι θρεπτικό, αυτό είναι δυσκοίλιο, αυτό είναι ευστόμαχο. Μια εκδήλωση αγάπης του καθημερινού ανθρώπου, άντρα, γυναίκας, παιδιού ή γέρου εκδηλώνεται προσφέροντας τροφή στον άλλον.
Η μάνα προτείνει το φουσκωμένο από γάλα στήθος της στο μωρό της, η πάπια ταΐζει το παπάκι στο στόμα, η λέαινα καθοδηγεί το λιονταράκι να βρει και να μασήσει μόνο του την τροφή, η μάνα πελεκάνος αν δεν βρει τροφή να θρέψει τα μικρά της κατασπαράζει μόνη της τα σπλάχνα της για να ταΐσει τα μικρά της με τη σάρκα της και το αίμα της.
Οι μανάδες Αυτό είναι η θρέψη, ανώτερη από τη γαστρονομία. Οι μανάδες θρέφουν τα παιδιά τους, τους δίνουν ζωή ή, ακόμα καλύτερα, δύναμη για ζωή. Γι’ αυτό όλοι εμείς, γιοι και κόρες αγαπάμε τις μανάδες μας, γιατί μας έθρεψαν. Κι όμως, εγώ τον πήρα τον δρόμο της γαστρονομίας. Φαφλατάδικος δρόμος, φιγουρατζίδικος, με φωνές και τυμπανοκρουσίες, αλλά ό,τι κι αν πεις εύκολος δρόμος.
Δύο εξτραβαγκάντσες, ένα εξωτικό μπαχαρικό, λίγος αφρός και οι γαστρονόμοι έμειναν εκστασιασμένοι και ατενίζοντας στο υπερπέραν καταμετρούν την υφή του μπαρμπουνιού, το άρωμα της κολοκύθας, τη γεύση του αγγουριού. Ελεος, άνθρωποί μου, η μαγκιά του μάγειρα είναι να φτιάξει τρεις μπουκίτσες φαγητό για ένα πονεμένο σώμα και την ψυχή που κρύβει μέσα του. Να το πείσει να φάει. Να γίνει μάγειρας της θρέψης και όχι της γαστρονομίας. Να νιώσει ότι έδωσε λίγη ζωή, λίγο κουράγιο. Δεν είναι ανάγκη να είσαι ο σούπερ μάγειρας για να το κάνεις αυτό, αρκεί να αγαπάς, να φροντίζεις, να σκέπτεσαι.
Αυτό το σχολείο πέρασα τον τελευταίο καιρό, εγώ, ο άγαρμπος μαγειράκος, να θρέψω δηλαδή, να δώσω ζωή στην αγαπημένη μου. Αρνιόταν πεισματικά να ζήσει, μόνο λίγα ροδάκινα της άρεσαν σε ήπια θερμοκρασία ούτε ζεστά ούτε κρύα. Εγώ μέσα στην κουζίνα έφτιαχνα τυροπιτάκια, έβραζα χυλωμένη φακή χωρίς μπαχαρικά για να μην την ενοχλούν, έφτιαχνα σαλάτα φατούς που της άρεσε, έβραζα κολοκυθάκια, άτμιζα μια φρέσκια γλώσσα. Ηθελα να θρέψω την καλή μου, το ήθελα, μα αυτή αρνήθηκε.
Βλέπετε, είχε ξεκινήσει από καιρό έναν άλλο μακρύ και άγνωστο δρόμο... Ποιος θα τα φάει όλα αυτά που μαγείρεψα; Θα παλαιώσουν μέσα στις πιατέλες, μέχρι που κάποιος θα τα πετάξει. Τα φαγητά μου δεν έθρεψαν κανέναν ούτε καν εμένα. Θα ήθελα κάτι να κάνω, μα είμαι ανήμπορος, δεν ξέρω τίποτα άλλο, να θρέφω ανθρώπους και ενίοτε τις ψυχές τους. Γιατί, θέλω να ξέρετε ότι η ανθρώπινη ψυχή κατοικοεδρεύει στο στομαχάκι μας.
Υ.Γ. Στις 29 Αυγούστου στις 11.15 το βράδυ η αγαπημένη μου γυναίκα Στέλλα έφυγε από αυτό τον κόσμο, αφού έδωσε μια τιτάνια μάχη με την καταραμένη αρρώστια. Ηθελε να ζήσει όσο κανένας άλλος. Πίστευε ότι καλυτέρευε, ενώ η αλήθεια ήταν διαφορετική. Την αγαπούσα πάρα πολύ και θα την αγαπώ».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


