"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΝΔΩΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΝΔΩΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΝουΔοΣΥΡΙΖΑΝΕΛέητο ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Κάτι εξαπατημένα και προσβεβλημένα θυμωμένα σούργελα...

Του ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΚΑΣΙΜΑΤΗ

«Με βαθιά υποκριτική τέχνη με εξαπάτησε». Κάθε φορά που ακούω την κυρία Μενδώνη να το λέει, γελάω το ίδιο. 

Ηταν εξοργιστικό ότι, στην περίφημη συνέντευξη Τύπου της περασμένης Παρασκευής, η υπουργός Πολιτισμού ασχολήθηκε κυρίως με την υπεράσπιση του εαυτού της.  

Είναι όμως αυτό λόγος ικανός να δικαιολογήσει την παραίτηση ή την απομάκρυνσή της από την κυβέρνηση; 

Εχω την εντύπωση ότι αυτό το ερώτημα θα είναι το κεντρικό ζήτημα της συζήτησης σε επίπεδο αρχηγών, την προσεχή Πέμπτη στη Βουλή.

Η υπόθεση του ελληνικού #MeToo είναι σύνθετη. Ξεκινά από τραγελαφικά περιστατικά τηλεφωνικών αυνανισμών από άνδρες παλαιάς κοπής (sic) και φθάνει μέχρι τον σαδιστικό βιασμό δεκατετράχρονου παιδιού, περιλαμβάνοντας ενδιαμέσως όλη την ποικιλία των δυνατών παραλλαγών. Το κάθε πρόσωπο σε αυτή την ιστορία, από όποια πλευρά και αν βρίσκεται, έχει διαφορετικό βαθμό ευθύνης, θυματοποίησης, υποκρισίας. Αλλη είναι η περίπτωση του δεκατετράχρονου που τον ναρκώνουν για να τον βιάσουν και άλλη εκείνη του ενήλικου, που κατ’ αρχάς δεν έχει αντίρρηση να κάνει στοματικό έρωτα σε έναν άγνωστο. Η ευθύνη σε κάθε περίπτωση εξατομικεύεται. Αυτό ισχύει και για την κυρία Μενδώνη.

Η υπουργός έπεσε τραγικά έξω στην εκτίμηση του αντίκτυπου που είχε στην κοινωνία το σκάνδαλο Λιγνάδη. Οπως το έθεσε η κυρία Πελώνη για την κυρία Μενδώνη (πώς να αντισταθώ στον πειρασμό τέτοιας σπάνιας ομοιοκαταληξίας;), επρόκειτο για «ατυχή επικοινωνιακό χειρισμό».  

Κάτι ακόμη περισσότερο, θα έλεγα. Ηταν χονδροειδώς εσφαλμένη εκτίμηση της πραγματικότητας: η κυρία Μενδώνη πρώτα άργησε (εξαπατήθηκε με βαθιά υποκριτική τέχνη, θυμίζω) και ύστερα έτρεχε πέρα από εκεί που χρειαζόταν (π.χ., ο Λιγνάδης είναι επικίνδυνος).

Το βέβαιο πάντως είναι ότι η κ. Μενδώνη δεν γνώριζε, δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει.  

Βέβαιο επίσης είναι ότι, παρ’ όλ’ αυτά, η αντιπολίτευση τη θέλει εξιλαστήριο θύμα. Εκτιμούν, όπως το καταλαβαίνω, ότι με τον τρόπο αυτό θα μπορέσουν να χρεώσουν στην κυβέρνηση την αποστροφή και τη φρίκη για τις πράξεις που αποδίδονται στον Δ. Λιγνάδη. 

Ας κριθεί το θέμα από τους θεσμούς. Η Δικαιοσύνη, ούτως ή άλλως, ενήργησε γρήγορα – κανείς δεν μπορεί να έχει παράπονο γι’ αυτό. 

Το πολιτικό μέρος της υπόθεσης ας το κρίνει η Βουλή. Η πρωτοβουλία της κυβέρνησης να φέρει το ζήτημα στην εθνική αντιπροσωπεία ήταν η σωστή.
 

ΒΑΘΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟ

Ο Παύλος Χαϊκάλης θύμωσε πάρα πολύ, διότι το εξέλαβε ως προσβολή της τιμής του. Αφορμή η αναφορά του Πρωθυπουργού, τις προάλλες στη Βουλή, στο γεγονός ότι ο γνωστός κωμικός υπήρξε κάποτε υφυπουργός σε μία από τις κυβερνήσεις Τσίπρα. Ο πρώην υφυπουργός θεώρησε ότι η αναφορά ενείχε «προσωπικές αιχμές για την ηθική μου ακεραιότητα», όπως ανέφερε σε δήλωσή του. Κάλεσε μάλιστα τον Πρωθυπουργό να ανακαλέσει, ειδάλλως τον κατηγορεί ως «κοινό συκοφάντη».

Γενικώς, η αγανάκτηση και ο υψηλός τόνος ευθιξίας είναι εμφανή στο ύφος της δήλωσής του. «Δεν είμαστε όλοι ίδιοι», γράφει ο Π. Χαϊκάλης, ενώ αρνείται να αφήσει τον υπερκομματικό ρόλο που κατέκτησε με τόσους πολιτικούς αγώνες, για να εμπλακεί στην τύρβη της κομματικής αντιπαράθεσης: «Σε κάθε περίπτωση», γράφει, «καταδικάζω απερίφραστα τους όρους της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταξύ Κυβέρνησης και Αξιωματικής Αντιπολίτευσης».

Ο γνωστός κωμικός είχε παραδεχθεί την επώνυμη καταγγελία εις βάρος του ότι είχε αυνανιστεί στη διάρκεια τηλεφωνικής συνδιάλεξης με μια κοπέλα. Το απέδωσε μάλιστα στη γνησιότητα του έρωτα που ένιωθε για εκείνη την κοπέλα. Με αυτή την αφορμή, είχε εξηγήσει επίσης τι σημαίνει να είσαι «παλαιάς κοπής άντρας» (με αντρικό «ντρ», όχι το γυναικωτό «νδρ»…) και πως δεν το βάζει κάτω με το πρώτο όχι ένας άντρας αυτού του τύπου.

Δεν ξέρω πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κάποιος τη συγκεκριμένη συμπεριφορά – προσωπικώς, το «παλαιάς κοπής» μού αρκεί. Το γεγονός, πάντως, ότι ένας τέτοιος άνθρωπος διεκδικεί το δικαίωμα στην ηθική ακεραιότητά του είναι κάτι που απλώς με ξεπερνά. Είναι η απόδειξη, νομίζω, ότι ...

 

ΝουΔοΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: H ανεπαρκής Μενδώνη και η αδίστακτη αντιπολίτευση

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο

Του ΜΑΝΟΥ ΒΟΥΛΑΡΙΝΟΥ

Όχι ότι δεν ήταν αναμενόμενο, αλλά όσο να ‘ναι ήλπιζε κανείς ότι ένα θέμα τόσο σοβαρό όσο οι βιασμοί και οι κακοποιήσεις θα έκανε τον ΣΥΡΙΖΑ λίγο να διστάσει και να μην (ξανα)αποδείξει ότι είναι για την πολιτική περίπου ό,τι ο Στέφανος ο Χίος για τη δημοσιογραφία ή ότι η ομολογία ανεπάρκειας ενός υπουργού θα συνοδεύονταν από μια παραίτηση ή μια αποπομπή.

Τίποτα από τα δύο όμως δεν συνέβη κι αν το κόμμα του Αλέκση είναι έτσι κι αλλιώς στον δρόμο χωρίς επιστροφή, η υπουργός Μενδώνη μπορεί πάντα να παραιτηθεί και ο πρωθυπουργός μπορεί πάντα να τη διώξει. 

Κι επειδή διαπίστωσα ότι κάποιοι δεν έχουν καταλάβει γιατί, ευχαρίστως να τους εξηγήσω.

Για αρχή να πω ότι, προφανώς, δεν πρέπει να παραιτηθεί επειδή, όπως λένε οι Χίοι της αριστεράς, γνώριζε για την περίπτωση Λιγνάδη ή για να το πω τυπικώς πιο σωστα, για τα όσα κατηγορείται ο Λιγνάδης. Το «γνώριζε», με την ανόητη βεβαιότητα που ακούγεται, σημαίνει ότι αυτά για τα οποία κατηγορείται ο σκηνοθέτης ήταν κοινός τόπος. Μόνο που αν ήταν κοινός τόπος, δεν μπορεί παρά να τα γνώριζαν και αυτοί που απαιτούν την παραίτηση της Μενδώνη επειδή γνώριζε. Αλλά αυτοί, όπως θα θυμάστε καλά, δεν έβγαλαν άχνα όταν ο Λιγνάδης διορίσθηκε στο Εθνικό. Και ενώ ένας ιδιώτης όντως δύσκολα θα διακινδύνευε να πει κάτι, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης που τα στελέχη του και οι παρατρεχάμενοί τους σκίζουν τώρα τα ρουχαλάκια τους, θα μπορούσε κάπως να αντιδράσει. Αλλά κανείς δεν αντέδρασε. Ούτε ένας. Ούτε καν τα ψευδώνυμα τρολ του τουίτερ και του facebook.  

Ο λόγος που δεν αντέδρασε η αντιπολίτευση (θέλω να πιστεύω και νομίζω ότι και στον ΣΥΡΙΖΑ αυτό θέλουν να πιστεύουμε όλοι),  δεν είναι ότι συγκάλυπταν αλλά ότι δεν ήξεραν.  

Γιατί αυτά για τα οποία κατηγορείται ο Λιγνάδης μάλλον δεν ήταν τόσο γνωστά όσο διαδίδουν (ανοήτως και αυτοκαταστροφικώς, όπως καταλαβαίνετε) οι σύντροφοι.

Φυσικά αυτά που γράφω δεν είναι απόδειξη της άγνοιας της Μενδώνη (δεν έχω ιδέα για τις γνώσεις της), αλλά απόδειξη του πόσο ανήθικο και βλακώδες είναι να ισχυρίζεται κανείς ότι δεν μπορεί να μην ήξερε.

Τότε γιατί να παραιτηθεί, ρε Βουλαρίνε; 

Θα ρωτήσετε κάποιοι και η ερώτηση θα έχει νόημα αν δεν έχετε ακούσει τις παρασκευιάτικες δηλώσεις της υπουργού. Εκεί όπου μας χάρισε την, σπουδαίας κωμικής εμπνέυσεως, φράση «με ξεγέλασε με βαθιά υποκριτική τέχνη» με την οποία ίσως να προσπαθησε να ισορροπήσει με κωμωδία την τραγικότητα των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε.


Πολλοί δεν το καταλάβατε, αλλά η Μενδώνη με τη φράση αυτή δεν αναφέρθηκε στον διορισμό Λιγνάδη, αλλά στα όσα έγιναν ΑΦΟΥ ξέσπασε το σκανδαλο και το όνομα του άρχισε να ακούγεται όλο και πιο δυνατά. 

 

Είπε δηλαδή ότι όταν το όνομα «Λιγνάδης» άρχισε να ακούγεται, εκείνη απευθύνθηκε στον ίδιο για εξηγήσεις κι εκείνος την ξεγέλασε.

  Είπε δηλαδή ότι όταν άρχισαν να ακούγονται τα χειρότερα για ένα σημαντικό στέλεχος του κρατικού πολιτισμού, εκείνη, αντί να πάρει τρία τέσσερα τηλέφωνα για να μάθει τι ακριβώς συμβαίνει και να σταθμίσει τη σοβαρότητα της κατάστασης (ναι, όταν άρχισε να ακούγεται το όνομα του ήταν πολύ εύκολο να βρει ανθρώπους να την ενημερώσουν) και να αποστασιοποιηθεί εγκαίρως, αρκέστηκε να ρωτήσει τον Λιγνάδη. Κι εκείνος την «εξαπάτησε με βαθιά υποκριτική τέχνη». 

Είπε δηλαδή ότι 

α) δεν έχει ιδέα από διαχείριση κρίσεων 

β) δεν κατάφερε να αξιολογήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης 

γ) εξαπατήθηκε από κάποιον την ώρα που πια βοούσε ο τόπος.

Και ένα από τα τρία να ισχύει αρκεί για να βγει το συμπέρασμα πως η υπουργός Μενδώνη δεν έχει τις ικανότητες να διοικεί έναν οργανισμό, πόσο μάλλον ένα ολόκληρο υπουργείο. 

Το ότι δεν συνόδευσε τις δηλώσεις της με μια παραίτηση και το ότι (αφού δεν παραιτήθηκε η ίδια) ο πρωθυπουργός συνεχίζει να της εμπιστεύεται ένα υπουργείο, είναι ένα πρόβλημα που νομίζω πως (σχεδόν) όλοι μπορούν να το διαπιστώσουν μάλλον εύκολα.

Σε όλα αυτά βάλτε και το ότι, σε αντίθεση με τους θαμώνες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ένας υπουργός (ακόμα και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αλλάξει τις εντυπώσεις για τους αστείους χειρισμούς του) ΔΕΝ μπορεί να χαρακτηρίζει «επικίνδυνο» κάποιον που όχι μόνο δεν έχει δικαστεί αλλά ούτε καν ομολογήσει. Κυρίως επειδή έτσι δείχνει ότι δεν καταλαβαίνει (ή δεν ενδιαφέρεται) για τη θεσμική λειτουργία της Δημοκρατίας.  

Σε κάθε περίπτωση η Μενδώνη ΔΕΝ κάνει για υπουργός κι αυτό εννοείται πως είναι κάτι που βαραίνει και τον προϊστάμενό της.

Κι από την κυβερνητική ανεπάρκεια να περάσουμε στα ακόμα χειρότερα (και σίγουρα πιο αηδιαστικά).

Η αξιωματική αντιπολίτευση επιβεβαιώνοντας όσους λέμε ότι πρόκειται για ένα σύνολο αδίστακτων ανθρώπων, σε μια στιγμή που η έντονη καταδίκη κάθε συμπεριφοράς σαν τις καταγγελόμενες πρέπει να είναι ομόθυμη, αποφάσισε να κάνει το μόνο που ξέρει να κάνει καλά: να διχάσει.

Αποφάσισε να κομματικοποιήσει τους βιασμούς και τις κακοποιήσεις, να χωρίσει ξανά τη χώρα σε στρατόπεδα, επισήμως κατηγορώντας την κυβέρνηση για συγκάλυψη και ανεπισήμως, με τα διαδυκτιακά στρατιωτάκια της, ταυτίζοντας τη Νέα τη Δημοκρατία με την παιδεραστία. 

Αποφάσισε να γίνει η ελληνική εκδοχή της τραμπικής QAnon και με τις συκοφαντίες να ξαναπροσφέρει μίσος και διχασμό.

Μόνο που, αυτή τη φορά, εκτός από μίσος και διχασμό, προσφέρει και πολύτιμες υπηρεσίες σε όλους όσους κατηγορούνται ή προκειται να κατηγορηθούν.  

Γιατί διχάζοντας, αποτρέπει την ομόθυμη καταδίκη τους. 

Γιατί κατασκευάζοντας στρατόπεδα και μοιράζοντας σ’ αυτά τους εγκληματίες, βάζει σε κίνδυνο την απόλυτη και χωρίς δεύτερη σκέψη καταδίκη όλων των τερατωδών εγκλημάτων που ακούσαμε και θα ακούσουμε. 

Γιατί κάνει τους πολίτες που θέλουν να καταδικάσουν τα τέρατα να σκέφτονται μήπως έτσι παίζουν ένα παιχνίδι στημένο από την αντιπολίτευση. Είναι πολύ βολικό για τα τέρατα, να μην έχουν απέναντί τους το 100% των πολιτών με το 100% της απέχθειάς τους.

Το ερώτημα είναι...