"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΝΕΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΡΝΕΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Οι «δεύτερες ζωές» της Μεταπολίτευσης

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Γράφει ο Κωστής Κορνέτης

Κύριος ερευνητής στο Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

 

Γιατί κάποιες ιστορικές στιγμές αρνούνται να περάσουν στο παρελθόν;

Γιατί, ενώ οι επαναστάσεις, οι πόλεμοι ή οι μεταβάσεις τελειώνουν ως γεγονότα, συνεχίζουν να ζουν ως πολιτικά παρόντα;

Η δική μας Μεταπολίτευση ανήκει αναμφίβολα στην παραπάνω κατηγορία, εφόσον εξακολουθεί να είναι τόσο παρούσα πενήντα δύο χρόνια μετά.

Αν τη δούμε συγκριτικά, η Ελλάδα δεν διαθέτει ούτε τον ισχυρό ιδρυτικό μύθο της πορτογαλικής Επανάστασης των Γαριφάλων ούτε τον θεσμοποιημένο μνημονικό αναστοχασμό της Ισπανίας των τελευταίων χρόνων όσον αφορά τη δική της μετάβαση. Διαθέτει όμως μια δημοκρατική μνήμη που εξακολουθεί να οργανώνεται περισσότερο γύρω από την αντίσταση παρά γύρω από την αποκατάσταση.

Το γεγονός ότι η συλλογική μας φαντασία επιστρέφει αυθόρμητα περισσότερο στο Πολυτεχνείο ως αφετηριακή στιγμή εκδημοκρατισμού, παρά στην 24η Ιουλίου, αποκαλύπτει μια βαθύτερη ανάγκη ηθικής νομιμοποίησης της δημοκρατίας από την εξέγερση και όχι από τους θεσμούς. Ενώ η επίσημη επέτειος της δημοκρατίας είναι η 24η Ιουλίου, η ημερομηνία που εξακολουθεί να συγκινεί βαθύτερα και να γιορτάζεται μαζικά είναι η 17η Νοεμβρίου.

Η Μεταπολίτευση απέκτησε όμως και μια παράξενη αυτονομία: έπαψε να υποδηλώνει αποκλειστικά μια ιστορική περίοδο και μετατράπηκε σε πολιτική έννοια. Αν στρέψουμε τη ματιά μας από την ιστορία του γεγονότος στη ζωή της ίδιας της λέξης, θα δούμε πως κυκλοφορεί στον δημόσιο λόγο σαν να είναι ακόμη παρούσα. Τη συναντά κανείς παντού: στο «μεταπολιτευτικό κράτος», στην καημένη «μεταπολιτευτική γενιά», στο «τέλος της Μεταπολίτευσης», στις καταγγελίες για τις «παθογένειες της Μεταπολίτευσης». Από την οικονομική δε κρίση και μετά, σχεδόν κάθε πολιτικός χώρος επικαλέστηκε κάποια στιγμή την ανάγκη μιας νέας ιδρυτικής αρχής, μιας «Νέας Μεταπολίτευσης».

Η έκφραση πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Αντώνη Σαμαρά, εμφανίστηκε σε διαφορετικές εκδοχές στον λόγο του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επανέρχεται σήμερα στις εξαγγελίες της ΕΛΑΣ. Η μετάβαση επιστρέφει ως γλώσσα της πολιτικής αναγέννησης.

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό παράδοξο. Η Μεταπολίτευση παραμένει ταυτόχρονα μνήμη και υπόσχεση. Δεν χρησιμοποιείται μόνο για να περιγράψει ένα παρελθόν, αλλά για να φανταστούμε ένα μέλλον.

Η ίδια λέξη που υποδηλώνει την πολιτική αλλαγή του 1974 εξακολουθεί να επιστρατεύεται ως πολιτικό εργαλείο κάθε φορά που η κοινωνία αναζητάει ένα νέο ξεκίνημα.

 Ισως εδώ να βρίσκεται εν μέρει και η εξήγηση για τη μακροβιότητά της. Η Μεταπολίτευση δεν έγινε απλώς το όνομα μιας περιόδου· έγινε το λεξιλόγιο μέσα από το οποίο η ελληνική δημοκρατία μιλάει για τον εαυτό της. Οταν θέλει να αυτοεπιβεβαιωθεί, επικαλείται τη Μεταπολίτευση. Οταν θέλει να αυτοκαταδικαστεί, πάλι τη Μεταπολίτευση επικαλείται. Οταν αναζητάει μια νέα αρχή, δανείζεται ξανά το ίδιο όνομα.

Εξ ου και όλες οι αλληλοσυγκρουόμενες αποτιμήσεις της: υπήρξε η μεγαλύτερη επιτυχία της μεταπολεμικής Ελλάδας ή η μήτρα των προβλημάτων που οδήγησαν στην κρίση;

Ηταν δημοκρατικός θρίαμβος ή χαμένη ευκαιρία;

Αναμφίβολα, δεν υπάρχει άλλη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας που να έχει γνωρίσει τόσες διαδοχικές και αντιθετικές αναγνώσεις, εξιδανικεύσεις και δαιμονοποιήσεις.

Η ιστοριογραφία έχει προ πολλού μετατοπίσει το ενδιαφέρον της πέρα από τέτοιου είδους διλήμματα.

Αρχικά αναγνώρισε πως η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία δεν γεννήθηκε μέσα σε μία ημέρα, αλλά συγκροτήθηκε σταδιακά ως «μακρά μετάβαση», μέσα από συγκρούσεις, διαπραγματεύσεις και κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Σταδιακά η έρευνα μετακινήθηκε από τις μεγάλες πολιτικές αφηγήσεις, τους θεσμούς, τα πολιτικά κόμματα και τις αποφάσεις των ηγετών, στην κοινωνία, στον πολιτισμό, στην καθημερινότητα και στις εμπειρίες των ανθρώπων. Το διεισδυτικό πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Καραβίδα «Η περιπέτεια των ιδεών» (εκδ. Πόλις) αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της μετατόπισης. Στο επίκεντρο βρίσκονται πλέον οι ιδέες, οι πολιτικές διαδρομές, τα συναισθήματα μιας ολόκληρης εποχής, οι προσδοκίες και οι διαψεύσεις τους.

Μια περαιτέρω ιστοριογραφική πρόκληση είναι η μετάβαση από την εμπειρία στη μνήμη και από το πώς έζησαν οι άνθρωποι τη Μεταπολίτευση, ή πώς τη μεταβόλισαν διανοητικά, στο πώς τη θυμούνται σήμερα.

Βεβαίως η γενιά που έζησε τη Μεταπολίτευση δεν είναι πλέον η μόνη που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο μιλάμε γι’ αυτήν. Για όσους γεννήθηκαν μετά τη δεκαετία του 1990, η περιπέτεια του ελληνικού εκδημοκρατισμού δεν αποτελεί προσωπική ανάμνηση, αλλά αφήγηση. Αποτελεί μια ιστορία που άκουσαν από τους γονείς και τους παππούδες τους, μια εικόνα που συνάντησαν στα σχολικά βιβλία, στα μουσεία, στα ντοκιμαντέρ, στις τηλεοπτικές σειρές, στις επετειακές τελετές ή, πλέον, ακόμη και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η Μεταπολίτευση παύει σταδιακά να είναι βιωμένη εμπειρία και μετατρέπεται σε πολιτισμική μνήμη.

Από την άλλη, οι αφετηρίες των δημοκρατιών δεν παύουν ποτέ να παράγουν πολιτική. Δεν πρόκειται για μια παθητική κληρονομιά, αλλά για μια μνήμη που ενεργοποιείται, επιστρατεύεται και επανανοηματοδοτείται, ανάλογα με τις ανάγκες του παρόντος. Το είδαμε έντονα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, που οι ιδρυτικές αυτές στιγμές επιστρατεύτηκαν για να νοηματοδοτήσουν, σωστά ή λάθος, τις αιτίες της πολιτικής κατάρρευσης.

Αντίστοιχα, δεν καλούμαστε πλέον μόνο να ανασυνθέσουμε τι συνέβη το καλοκαίρι του 1974 ή στα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας. Καλούμαστε να κατανοήσουμε πώς αυτή η εμπειρία μεταδίδεται, πώς μετασχηματίζεται, ποια στοιχεία διατηρούνται, ποια λησμονούνται και ποια αποκτούν νέο νόημα. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να μελετήσουμε τη Μεταπολίτευση ως ιστορικό γεγονός· χρειάζεται να μελετήσουμε και τις δεύτερες πολιτικές ζωές της, «βιογραφώντας» την.

Αυτός είναι, νομίζω, ο λόγος για τον οποίο η Μεταπολίτευση εξακολουθεί να προκαλεί τόσο έντονες συζητήσεις. Είναι επειδή έχει πάψει να αποτελεί ιστορία και έχει γίνει ένα βασικό πεδίο μέσα από το οποίο διαδοχικές γενιές διαπραγματεύονται τη σχέση τους με τη δημοκρατία. Οι δε επέτειοι δεν είναι απλές αναμνήσεις του παρελθόντος. Είναι μηχανισμοί παραγωγής νοήματος. Κάθε φορά που μια κοινωνία αποφασίζει ποιες ιστορίες θα αφηγηθεί, ποιους θα συμπεριλάβει στη συλλογική της μνήμη και ποιους θα αφήσει έξω από αυτήν, μιλάει τελικά περισσότερο για το παρόν και το μέλλον της παρά για το ίδιο το παρελθόν.

Ισως, λοιπόν, πενήντα δύο χρόνια μετά, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν η Μεταπολίτευση υπήρξε επιτυχημένη ή αποτυχημένη.

Το πραγματικό ερώτημα είναι …

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRANDισμένα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Από τη μνήμη στην κάλπη

Γράφει ο  Κωστής Κορνέτης 

Επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, σύμβουλος της ισπανικής κυβέρνησης σε θέματα ιστορικής μνήμης.

Η τέχνη του πολιτικού come back δεν είναι ούτε καινούργια ούτε αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Από τον στρατηγό Ντε Γκωλ μέχρι τους μεγάλους κοινοβουλευτικούς της Βρετανίας (Γκλάδστοουν, Ντισραέλι, Τσώρτσιλ) και τις αμερικανικές παλινορθώσεις (Κλίβελαντ, Νίξον, Τραμπ), οι ηγετικές επιστροφές είναι στιγμές υψηλής πολιτικής θερμοκρασίας, που εν πολλοίς βασίζονται στον κατάλληλο χρονισμό. Ας μην ξεχνάμε και τη μυθιστορηματική επιστροφή του Ναπολέοντος Βοναπάρτη από το νησί Ελβα και τις περίφημες «Εκατό Ημέρες» που ακολούθησαν. Η προσπάθεια επανόδου του Αλέξη Τσίπρα στην κεντρική πολιτική σκηνή από την «εξορία» του στα ορεινά της Βουλής, μικρή σχέση έχει βέβαια με την απόδραση του Ναπολέοντος· μοιράζεται όμως μαζί του αυτήν την αρχέγονη δίψα της ολικής επαναφοράς του ηγέτη-σωτήρα για να αναλάβει ξανά τα ηνία του έθνους.

Ιδρυμα, βιβλίο, παραίτηση, επιστροφή: ο Τσίπρας λειτουργεί ως επανεμφανιζόμενος «μονάρχης» της Αριστεράς μετά την πρόσκαιρη έκπτωσή του.  

Το κενό που άφησε πίσω του είναι σαφές. Ομως, τι θυμούνται οι ψηφοφόροι και ποιος ο ρόλος της συλλογικής μνήμης στην εκλογική συμπεριφορά; 

Η σύντομη διαδρομή του ΣΥΡΙΖΑ από την αντιπολίτευση στην εξουσία και πίσω μεταξύ 2012 και 2023 παραμένει ο κόμβος της συλλογικής μνήμης: το αντιμνημονιακό πάθος, η σύμπραξη με τον εθνολαϊκισμό, το δημοψήφισμα-τραύμα, η οδυνηρή προσγείωση, η μαγκωμένη διακυβέρνηση, η εκλογική ήττα, η καταστροφική αντιπολίτευση και η εκλογική συντριβή, η περιπέτεια Κασσελάκη. 

Μετά τις εκλογές του ’23, ο Τσίπρας ανακοίνωσε ότι «κλείνει ο ιστορικός κύκλος» του ΣΥΡΙΖΑ, βγαίνοντας προσωρινά από το κάδρο. Πώς επανέρχεται μια τέτοια φιγούρα ως ενωτική ή «κεντρώα», χωρίς στοιχεία οικουμενικότητας και όντας ταυτισμένος στο μυαλό πολλών με την εποχή των αντιμνημονίων, αλλά και των τιμωρητικών φορολογικών πολιτικών απέναντι στη μεσαία τάξη;  

Και ποιες είναι οι νέες θάλασσες που υπόσχεται τώρα να αρμενίσει;

Τρεις πρωθυπουργοί, αναμορφωτές της σύγχρονης Ελλάδας, επανέκαμψαν έπειτα από οδυνηρές εκλογικές ήττες – και εν πολλοίς το πέτυχαν γιατί ταυτίστηκαν με τις ανάγκες της συγκυρίας και γιατί εμφανίστηκαν εμφανώς αλλαγμένοι σε σχέση με το πριν.  

Πρώτος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, μετά την καταστροφική εκλογική ήττα του 1920, που εν πολλοίς οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή, επέστρεψε από την πρώτη αυτοεξορία του στο Παρίσι για να επιβληθεί στις εκλογές του 1928. Από μεγαλοϊδεάτης μεσσίας μετετράπη σε μεταρρυθμιστή, οδηγώντας σε μία τετραετία ειρήνης, σταθερότητας και μεγάλων αλλαγών. 

Το ίδιο έκανε και ο πάλαι ποτέ ηγεμονικός Κωνσταντίνος Καραμανλής, εν πολλοίς αντιγράφοντάς τον, έπειτα από μία δεκαετία αυτοεξορίας στο Παρίσι, όπου είχε καταλήξει το 1963 σε συνθήκες ήττας και απογοήτευσης. Η επεισοδιακή επάνοδός του το καλοκαίρι του 1974 υπήρξε θριαμβευτική αλλά και δύσκολη, γιατί είχε να διαχειριστεί τον γολγοθά της Μεταπολίτευσης. Ο τελικός απολογισμός είναι θετικός, αλλά δεν είναι λίγοι εκείνοι που έκαναν λόγο για έναν «αλλαγμένο» Καραμανλή, με σαφείς αποστάσεις από τον προηγούμενο αυταρχικό εαυτό του. 

Τρίτος, ο Ανδρέας Παπανδρέου, του οποίου η πτώση το 1989 ύστερα από οκτώ χρόνια πασοκικής ηγεμονίας επήλθε υπό το βάρος των σκανδάλων που ταλάνισαν τη δεύτερη θητεία του, χωρίς όμως να τον εξολοθρεύσουν πολιτικά. Ο Ανδρέας επανήλθε θριαμβευτής το 1993. Και αυτός, βεβαίως, αλλαγμένος: πιο ρεαλιστής, λιγότερο δημαγωγός και πιο προσεκτικός σε σχέση με τα οικονομικά και με τα ευρωπαϊκά διακυβεύματα της χώρας. Αλλοι, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου, επιδίωξαν να επανακάμψουν χωρίς να το καταφέρουν, ενώ μένει να δούμε τι σκοπεύει να πράξει ο Αντώνης Σαμαράς.

Τι κοινό όμως έχει ο rebranded Τσίπρας με τους έτερους τρεις; 

Κατ’ αρχάς το χάρισμα που ο Μαξ Βέμπερ όρισε ως εξουσία που πηγάζει από την πίστη των οπαδών στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ηγέτη και λειτουργεί κυρίως όταν οι θεσμοί θεωρούνται κουρασμένοι. Ο Τσίπρας είναι «ο τελευταίος των χαρισματικών ηγετών», όπως τον αποκάλεσε ο Νίκος Μαραντζίδης, σε μια στιγμή που οι θεσμοί όντως πάσχουν· μένει να φανεί κατά πόσον η πίστη των οπαδών έχει κλονιστεί ή όχι. Εχει υπάρξει εξίσου πολωτικός με τον Βενιζέλο και τον Ανδρέα, που έτειναν να χωρίσουν τη χώρα στα δύο, με έντονα μεσσιανικά στοιχεία, και ας δηλώνει τώρα το αντίθετο. Με τον Ανδρέα, τον οποίο μιμήθηκε κατ’ εξακολούθησιν, σίγουρα μοιράζεται και τη ροπή στον λαϊκισμό. Δεν απέκτησε όμως τα χαρακτηριστικά του ισχυρού statesman, όσο και αν πάσχισε να αντλήσει κύρος, κυρίως μέσω της Συμφωνίας των Πρεσπών. Τέλος, διαπράττει κομματοκτονία, όπως ο Καραμανλής που θυσίασε τον Ελληνικό Συναγερμό για να στήσει την ΕΡΕ και ο Ανδρέας που αψήφησε την Ενωση Κέντρου για να πλάσει το ΠΑΣΟΚ. Στην περίπτωση Τσίπρα, ο ίδιος άνθρωπος που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ από το 3% στην εξουσία θέλει τώρα να τον υπερβεί, αποτελειώνοντάς τον.

Ο κόσμος αγαπάει τις επιστροφές, αλλά κυρίως ανταμείβει τις πολιτικές μεταμορφώσεις. Τα μεγάλα come back στην ελληνική Ιστορία πέτυχαν όταν συνέπεσαν με πραγματικές ανάγκες, αλλά και με το λανσάρισμα ενός νέου προφίλ που «κούμπωνε» με αυτές, είτε αυτό λεγόταν μεταρρύθμιση είτε αποκατάσταση θεσμών είτε προσδοκία δικαιοσύνης. 

Η μνήμη επιλεκτικά συγχωρεί, αλλά σπανίως χαρίζεται. Η μεσσιανική ρητορική της λύτρωσης με την οποία φλερτάρει ο Τσίπρας κινδυνεύει να κουράσει, τη στιγμή που η εκλογική βάση λαχταρά απτές αντιπολιτευτικές και κυβερνητικές λύσεις. Χωρίς πραγματική πολιτική πρόταση, αυτό δεν θα ‘ναι come back, αλλά...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: «Ανίκητοι ηττημένοι», δέκα χρόνια μετά

 

 

Γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΡΝΕΤΗΣ

Επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης

 

Η«επέτειος» δέκα χρόνων από το δημοψήφισμα αποτελεί υπόμνηση των εσωκομματικών εμφυλίων, των εξωτερικών πιέσεων και των εθνικών διχασμών που βίωσε η χώρα εκείνους τους πολυτάραχους μήνες από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 2015.

Παραπέμπει σε μια ολόκληρη εποχή ελπίδων, ψευδαισθήσεων, ματαιώσεων και διχασμών χωρίς προηγούμενο.

Εχουμε πλέον τα εργαλεία για να καταλάβουμε γιατί 63% των Ελλήνων πολιτών ψήφισαν ΟΧΙ, με κλειστές τράπεζες, capital control και τη δαμόκλειο σπάθη του Grexit και μιας πραγματικής ανθρωπιστικής κρίσης πάνω από τα κεφάλια τους;

Αυτό δεν εξηγείται μόνο μέσα από το πρίσμα της ανορθολογικότητας ή του λεγομένου «fuck you vote» της αγανάκτησης και της εξάντλησης με και από τα μνημόνια. Δείχνει και την εμβέλεια της (απατηλής) λάμψης του άστρου του ΣΥΡΙΖΑ, του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και του Γιάνη Βαρουφάκη, στους οποίους πραγματικά εναπέθεσε, καλώς ή κακώς, τις φρούδες ελπίδες του ένα μεγάλο ποσοστό Ελλήνων πολιτών εκείνη την παραλίγο μοιραία στιγμή.

Η ίδια η ιστορία της Μεταπολίτευσης ξεκίνησε με ένα δημοψήφισμα (για τη βασιλεία) και έμοιασε να τελειώνει με ένα άλλο (για τη συμφωνία με τους «θεσμούς», ήτοι το τρίτο μνημόνιο).

Το πρώτο, που έκρινε ένα ζήτημα που είχε ταλανίσει τον τόπο από την απαρχή σχεδόν της σύγχρονης ελληνικής κρατικής οντότητας, ενείχε χώρο και χρόνο διαβούλευσης, με τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή να τηρεί στάση αυστηρής ουδετερότητας μέχρι τέλους.

Το δεύτερο, πολύ θολότερο ως προς το διακύβευμά του, έκρινε το πακέτο μέτρων λιτότητας που προτείνονταν· ο νέος και αστραφτερός ακόμη ηγέτης της χώρας έπαιρνε σαφή θέση υπέρ ενός βροντερού «όχι». Με παρόμοια δραματικό τρόπο ο πρόεδρος Τάσσος Παπαδόπουλος είχε ζητήσει με δάκρυα στα μάτια από τους Ελληνοκύπριους να πουν «ένα δυνατό όχι» στο δημοψήφισμα για το σχέδιο Ανάν το 2004.

Η απόφαση για δημοψήφισμα ήταν απότομη, παράτολμη και έφερνε τη χώρα σε σημείο μηδέν. Ο Τσίπρας είχε απόλυτη επίγνωση του ρίσκου και του κινδύνου εξόδου από την Ευρωζώνη. Μάλιστα ο ίδιος είχε πει κατηγορηματικά πως «δημοψήφισμα ίσον χρεοκοπία» όταν ο Γιώργος Παπανδρέου είχε κάνει λόγο για δημοψήφισμα το 2011. Ομως, ήταν πια η εποχή της περήφανης πολιτικής, των ρήξεων, της θεωρίας παιγνίων και της λεγόμενης «πολιτικής συμφωνίας» που ήταν, υποτίθεται, προ των πυλών. Το δημοψήφισμα ετοιμάστηκε και πραγματοποιήθηκε κυριολεκτικά στο πόδι, με τρόπο πρόχειρο και πολιτικά τυχοδιωκτικό, με ένα έωλο ερώτημα για ένα κείμενο που δεν είχε καν μεταφραστεί στα ελληνικά.

Παρ’ όλα αυτά το ΟΧΙ αποδείχτηκε εξαιρετικά δημοφιλές σε διάφορους κύκλους στο εξωτερικό – με την ίδια τη λέξη να γίνεται σύμβολο και μόδα γιατί συνδεόταν με τη ριζοσπαστική φαντασίωση μιας άλλης Ευρώπης «των λαών». Η προσφυγή σε δημοψηφισματικού τύπου λογικές νομιμοποίησης ή μη πολιτικών αποφάσεων μέσω της αδιαμεσολάβητης επαφής με τις μάζες (plebisicitarianism) υπήρξε εξαιρετικά διαδεδομένη στους Ποδέμος στην Ισπανία και τα Πέντε Αστέρια στην Ιταλία την ίδια ακριβώς εποχή. Ενα ακόμη δημοψήφισμα έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο μόλις ένα χρόνο αργότερα στη Μεγάλη Βρετανία με θέμα την παραμονή ή όχι στην Ε.Ε., που οδήγησε στο Brexit, που πολλοί θεωρητικοί τσουβαλιάζουν μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ ως δείγματα λαϊκισμού – και ας έβγαιναν από άλλες πολιτικές μήτρες.

Ομως, το δημοψήφισμα αποδείχθηκε πως δεν είχε αντίκρισμα. Κινητοποίησε πόρους, εξήψε τα πάθη και τη φαντασία και παρότι συσπείρωσε το αντίπαλο «φιλοευρωπαϊκό» μέτωπο, το κατατρόπωσε. Την υπέρλαμπρη επικράτηση του ΟΧΙ ακολούθησε η εξίσου μεγαλειώδης κωλοτούμπα.

Γιατί το δημοψήφισμα εξαρχής δεν αποσκοπούσε στην πίεση των δανειστών, όπως διατείνονταν οι υποστηρικτές του, αλλά σκόπευε κυρίως να αποδείξει (εκτός αλλά και εντός ΣΥΡΙΖΑ) πως η κυβέρνηση υποχρεωνόταν να κάνει κάτι το οποίο δεν ήθελε.

Τι είδους τραύματα άφησε όλη αυτή η άσκηση ακραίου βολονταρισμού στο σώμα της ελληνικής πολιτικής σκηνής;

Το δημοψήφισμα έσβησε συγκεκριμένα πολιτικά άστρα:

Εκείνο του Αντώνη Σαμαρά, που περίμενε ματαίως τη στιγμή της ολικής επαναφοράς του.

Του Σταύρου Θεοδωράκη και του Ποταμιού, που έχασε τη μοναδική ευκαιρία να βγει μπροστά ως ο ηγέτης της Κεντροαριστεράς.

Του Γιάνη Βαρουφάκη –η υπουργική υπόληψη του οποίου είχε ήδη τριμαριστεί άγρια στα Eurogroup–, που θα αποχωρούσε υπερηφάνως, «ανίκητος ηττημένος», όπως ήταν ο τίτλος του αυτοβιογραφικού βιβλίου του στα ελληνικά.

Το δημοψήφισμα προς στιγμήν ισχυροποίησε σε υπερθετικό βαθμό τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα προσωπικά, αλλά ήταν και η απαρχή της πολιτικής τους παρακμής. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα μετατρεπόταν από κόμμα διαμαρτυρίας στην κυβέρνηση σε κόμμα εξουσίας, που επιπλέον θα επέλεγε να πιει το πικρό ποτήρι της εφαρμογής των συμφωνηθέντων μέχρι μνημονιακής κεραίας. Ομως, το κόμμα και ο ηγέτης του θα ξόδευαν με ιλιγγιώδη ρυθμό το πολιτικό τους κεφάλαιο, ενώ δεν επρόκειτο να κάνουν την παραμικρή αυτοκριτική για το τι πήγε λάθος και τι κόστισε στη χώρα όλη αυτή η περιπέτεια.

Μέχρι σήμερα η διαχωριστική γραμμή στο δημοψήφισμα συνεχίζει να χαράσσει μια εγκάρσια τομή στο πολιτικό σώμα του τόπου. Γιατί...
 
 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: H αλλαγή ονόματος και η φθαρμένη μαρκίζα

 

Γράφει ο ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΡΝΕΤΗΣ

Επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης.

 

Αλλάζουν τα κόμματα το όνομά τους; Και αν ναι, πότε;

Αντανακλά αυτό κάποιον μετασχηματισμό, μια πολιτική μετακίνηση, αλλαγή φυσιογνωμίας ή και ιδεολογικού στίγματος;

Κάποτε ίσως αυτό να ίσχυε – και να αντικατόπτριζε και πραγματικές ζυμώσεις μέσα σ’ ένα κόμμα και ενίοτε μια πραγματική τάση για φυγή προς τα εμπρός. Αυτό όμως που ζει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ απέχει παρασάγγας από τέτοιου είδους διεργασίες.

Αλλάζοντας όπως όπως την ούτως ή άλλως φθαρμένη μαρκίζα του, καταμαρτυρεί απλώς πανικό και αδυναμία χάραξης πολιτικής από την πλευρά της ηγεσίας του, ενώ το κόμμα κονιορτοποιείται ολοταχώς.

Είναι γνωστή η στιγμή που το ΚΚΕ Εσωτερικού με ηγέτη τον Λεωνίδα Κύρκο άλλαξε το όνομά του σε ΕΑΡ (Ελληνική Αριστερά) το μακρινό 1986, εγκαταλείποντας το ιστορικό ακρωνύμιό του που παρέπεμπε σε ταξικούς αγώνες και ιδεολογικές συγκρούσεις μιας άλλης εποχής.

Εκτός ελληνικών συνόρων, ιστορική θα μείνει και η μετονομασία του περίφημου ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος, του PCI, εγγυητή της ιταλικής μεταπολεμικής κοινοβουλευτικής ομαλότητας και πραγματικού εθνικού θεσμού στη γείτονα, σε Partito Democratico από τον τότε ηγέτη του, Ακίλε Οκέτο, το 1989. Είχε μόλις προηγηθεί η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, που πυροδότησε την υπαρξιακή αναζήτηση πυξίδας εν μέσω κοσμογονικών ανακατατάξεων.

Αμφότερες οι αλλαγές δρομολογήθηκαν από τις τότε ηγεσίες και προκάλεσαν μεγάλες αντεγκλήσεις και προστριβές που οδήγησαν σε κύμα διαμαρτυριών, δακρύων, φόβου, οργής, υπαρξιακής αγωνίας και εντέλει στην εσωτερική διάσπαση από όσους διαφωνούσαν με αυτή τη μετεξέλιξη. Ομως αφορούσαν ένα εξόχως πολιτικό θέμα: την αναγραφή ή όχι της λέξης «κομμουνιστικό» στο όνομα, σε μια εποχή με περεστρόικα, γκλάσνοστ και τον πολιτικό σεισμό που προκαλούσε η σταδιακή κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού».

Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ δημιουργήθηκε ως σύμπλευση τάσεων και συνιστωσών, με τον πάλαι ποτέ Συνασπισμό να απεμπολεί την πρωτοκαθεδρία του χάριν μιας ριζοσπαστικής επανεκκίνησης.

Πέρα όμως από το στενό αριστερό/κομμουνιστικό παράδειγμα, και το ΠΑΣΟΚ αποφάσισε σε πιο πρόσφατα χρόνια, και ελέω εκλογικών καταποντισμών, να αντικαταστήσει τον ιστορικό τίτλο του, που αντί για μαρκίζα θεωρούσε πως του ήταν μάλλον βάρος και στίγμα στην εποχή της κρίσης. Ετσι περάσαμε αρχικά και δειλά στην ΕΛΙΑ και αργότερα και πιο εμφατικά στο ΚΙΝΑΛ, με το ανέμπνευστο σήμα, πριν επιστρέψουμε πανηγυρικά στο πατροπαράδοτο όνομα και στον πράσινο ήλιο, υπό τη σκέπη των οποίων το κόμμα-σύμβολο της Μεταπολίτευσης μόλις γιόρτασε τα πενήντα του χρόνια.

Αυτό που παρακολουθούμε όμως σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ και την πιθανή μετονομασία του σε Συνασπισμό Σύγχρονης Αριστεράς (ΣυΣυΑ) δεν έχει προηγούμενο. Κυρίως λόγω της απώλειας πραγματικού πολιτικού διακυβεύματος, αλλά και ελλείψει ουσιαστικών εσωτερικών διαβουλεύσεων. Το σύμπλεγμα παραπολιτικής, σπασμωδικών κινήσεων, συντροφικών μαχαιρωμάτων σε δημόσια θέα και αρχηγικών τακτικισμών χωρίς σαφή στόχευση πέρα από την εγκαθίδρυση ενός απολύτως προσωποκεντρικού μοντέλου εξουσίας, δεν ευνοεί την ουσιαστική συζήτηση για την αλλαγή του χαρακτήρα ενός κόμματος. Ο βιαστικός τρόπος με τον οποίο ο Στέφανος Κασσελάκης πέταξε την ιδέα του νέου ονόματος προδίδει προχειρότητα και μάλλον εντάσσεται μέσα σε μια ευρύτερη προσπάθεια πρόκλησης απόλυτης ρήξης με τον εσμό των εσωκομματικών αντιπάλων του, παρά οτιδήποτε άλλο. Στον χρόνο που μεσολαβεί από τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές μέχρι να τυπωθούν μπορεί να έχει ήδη εγκαταλειφθεί η ιδέα, εξίσου τσαπατσούλικα όσο διατυπώθηκε, και εξίσου γρήγορα και ανερμάτιστα όπως η διαγραφή και η επανένταξη του Παύλου Πολάκη στην Κ.Ο. του κόμματος.

Ακόμα και αν θεωρήσουμε πως η πρόταση δεν είναι ένα απλό πυροτέχνημα, πόσο «σύγχρονη» άραγε θα είναι αυτή η Αριστερά, με τον Πολάκη και τον Παππά στυλοβάτες;

Και τι είδους «συνασπισμός» θα είναι αυτός με τον πολιτικά αλλοπρόσαλλο Κασσελάκη στο πηδάλιο;

Και βέβαια, σε ποιο βαθμό θα είναι όντως «Αριστερά» και όχι πολτός ετερογενών στοιχείων χωρίς συνεκτικό ιστό;

Οι λέξεις πρέπει να αντιστοιχούν στο νόημά τους, αλλιώς χάνουν την αξία τους. Αλλο πράγμα η πολιτική τόλμη και η οικοδόμηση ενός νέου και καλύτερου φορέα και άλλο ο πούρος οπορτουνισμός και η μεταπολιτική χωρίς περιεχόμενο.

Με αυτούς τους όρους η εκλογική εξαΰλωση του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι…