"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ Κ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η συναίνεση και η ουτοπία

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΣΟΥΚΑΛΑ
Καθηγητή Κοινωνιολογίας

Ολες οι δημοκρατίες, αρχαίες και σύγχρονες, άμεσες και αντιπροσωπευτικές, στηρίζονται στην ιδέα ενός δεδομένου και περιχαρακωμένου «Eμείς», ενός υποστασιοποιημένου πρώτου πληθυντικού. «Είμαστε», «βουλευόμαστε», «αποφασίζουμε» και «εντελλόμαστε».  

Η αρχαία πόλη, ο δήμος, η αγορά και, στις μέρες μας, η Πολιτεία, η οργανωμένη, συνεκτική και ελεύθερη κοινωνία, η συλλογική βούληση, το γενικό συμφέρον, το σώμα των πολιτών, ο κυρίαρχος λαός και το ενωμένο έθνος συνοψίζουν και συνθέτουν τη συμβολική αναγκαιότητα αυτής της ενιαίας αποφασίζουσας ολότητας, είτε ομόφωνα και διά βοής είτε ψηφίζοντας ο καθένας χωριστά, οι πολίτες συν-αποφασίζουν αδέσμευτα και απροϋπόθετα για το δέον γενέσθαι. Σε αυτό ακριβώς συνοψίζεται το ιστορικό μεγαλείο της δημοκρατικής ιδέας: όλα είναι πάντα υπό αίρεσιν και υπό συζήτησιν. Η συλλογική αυτοθεσπιστική αυτονομία προτάσσεται οποιασδήποτε άλλης αρχής ή σκοπιμότητας.

Ετσι, τουλάχιστον στους νεότερους χρόνους, οι πρώτοι πληθυντικοί αναδείχθηκαν ως συμβολικά αναγκαίες συνιστώσες τού περί πολιτικής και εξουσίας λόγου. Η δημοκρατία στηρίζεται στην αφετηριακή παραδοχή ότι οι νόμιμες αποφάσεις είναι δεσμευτικές για όλους επειδή ακριβώς είναι προϊόντα συλλογικής απόφασης: οι ατομικές επιλογές και αποφάσεις θα αθροισθούν και θα συντεθούν σε μια «γενική βούληση» η οποία συνοψίζει και συμβολίζει τον «λαό», τη συλλογική οντότητα που ορίζεται ως «Εμείς». Πάνω σε αυτή τη βάση θεμελιώνονται οι προδιαγραφές της δημοκρατικής εξουσίας. Ο συγκροτημένος λαός αναδεικνύεται ως ιερό και αναντικατάστατο συλλογικό Υποκείμενο που αποφαίνεται κυρίαρχα εκφέροντας (σαφείς, ασαφείς ή σιβυλλικές) «ετυμηγορίες» που οφείλουν να γίνονται σεβαστές ανεξάρτητα από το περιεχόμενό τους και εκπέμποντας αμφίσημα μηνύματα που οφείλουν να ερμηνεύονται «αυθεντικά». Γι' αυτόν ακριβώς τον (ταυτολογικό) λόγο, ο λαός μπορεί να εμφανίζεται ως εξ υποθέσεως «σοφός» και να θεωρείται ότι η δημοκρατία «δεν έχει αδιέξοδα».

Οι πλασματικές αυτές κατασκευές είναι αναγκαίες σε όλες τις δημοκρατικές εκλογικεύσεις.
Πράγματι, μόνον έτσι είναι δυνατόν να ξεπεραστεί το (άλυτο) πρόβλημα της συντήρησης και αναπαραγωγής μιας αξιωματικής ενότητας εις πείσμα της διχόνοιας και των διαφωνιών. Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να υπάρχει χωρίς μια γενική (ρητή ή σιωπηρή) συναίνεση γύρω από τις προϋποθέσεις για τη συμβολική μετουσίωση της αρχής της πλειοψηφίας σε μια φαντασιακή ομοφωνία. Δίχως μια τέτοια διάχυτη συναίνεση είναι μαθηματικά βέβαιον ότι η ζωογόνος δημοκρατική απροσδιοριστία θα εκφυλισθεί σε μια καταστρεπτική (και αντιδημοκρατική) αναρχία και ανομία, δηλαδή στην έκρηξη.

Ετσι, η απάντηση στα ερωτήματα «τι θέλουμε» και «ποια Ελλάδα θέλουμε» προϋποθέτει ότι θα έχουν ήδη τεθεί, και απαντηθεί, τα ερωτήματα «ποια συναίνεση θέλουμε» και «ποια διακυβεύματα μπορεί και πρέπει να περιλαμβάνει αυτή η γενική συναίνεση».
 

Στις μέρες μας τουλάχιστον, οι απαντήσεις είναι σαφείς. Είναι πλέον καθολικά αποδεκτό ότι η θεμελιώδης δημοκρατική συναίνεση πρέπει να αναφέρεται στη σχολαστική τήρηση των δημοκρατικών διαδικαστικών κανόνων, στην προώθηση και στον εμπλουτισμό των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στον σεβασμό των αρχών του Κράτους Δικαίου, στην υποταγή των πολιτών στις νόμιμες πολιτικές αποφάσεις και στην αποφυγή της βίας και της ανομίας. 

Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά. Η «αρνητική» αυτή οριοθέτηση των καταστατικών (συνταγματικών) όρων της σύγχρονης δημοκρατίας δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι η συναίνεση μπορεί να εκτείνεται σε ζητήματα συγκυριακής «πολιτικής ουσίας». Πράγματι, η δημοκρατική Πολιτεία είναι πάντα υποχρεωμένη να διαπραγματεύεται με το μέλλον της επιδιώκοντας μιαν ολισθηρή, εύθραυστη και όχι πάντα ισόρροπη σύνθεση ανάμεσα στη συναίνεση και στην αντιπαράθεση, στη σταθερότητα και στην αστάθεια, στη θεσμική ακινησία και στη θεσμική αναθεώρηση και ταλαντευόμενη ανάμεσα στα αντικριστά φαντάσματα του αυτοευνουχισμού και της αποσύνθεσης. 
Και ως πρόσφατα, λίγο ή πολύ, τα κατάφερνε.

Με την κρίση, ο προβληματισμός μετατοπίζεται προς νέες κατευθύνσεις. Μπροστά στην απειλή της καταστροφής και του χάους, εμφανίζονται νέες μορφές συναινετικών συγκλίσεων. Οπως έχει συμβεί και στο παρελθόν, οι «έκτακτες περιστάσεις» εξωθούν προς πρωτόγνωρες πολιτικές και ιδεολογικές διαπραγματεύσεις και συσπειρώσεις. Ετσι, ακόμη και αν φροντίζουν να υπογραμμίσουν τις διαφωνίες τους, σχεδόν όλες οι πολιτικές παρατάξεις προτάσσουν την ανάγκη άμεσης «αναδιαπραγμάτευσης» των όρων του μνημονίου στο πλαίσιο νεόκοπων μορφών πολιτικής συμβίωσης. Τα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της βιαίας ανακατανομής του πλούτου εις βάρος των εργαζομένων εμφανίζονται πλέον ως κοινός τόπος. Η καταλυτική πραγματικότητα δεν αφήνει λοιπόν πολλά περιθώρια διαφωνιών περί του αμέσως πρακτέου. Ακόμη και αν ιεραρχούν τις προτεραιότητες διαφορετικά, όλοι οι εχέφρονες άνθρωποι συμφωνούν ότι η χώρα δεν μπορεί να διακινδυνεύσει να απομονωθεί από το διεθνές της περιβάλλον και ταυτοχρόνως ότι δεν μπορεί να συνεχίσει προς την κατεύθυνση της προϊούσας κοινωνικής εξαθλίωσης. Σε τελική ανάλυση, η έκτακτη πραγματικότητα ενεργοποιεί έκτακτες συναινέσεις.


Αγωνία και ελπίδα για το 2012

Γράφει ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς
Ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας.

Οσα µας έκρυβαν το αίνιγµα του κόσµου, όσα µας κράταγαν τα βλέφαρα κλεισµένα, θα είχαν όλα αιφνίδια καταπέσει.
...Οµως εµένα µια αγωνία µε κυκλώνει...
Ράινερ Μαρία Ρίλκε

Ζοφερό αναµένεται το νέο έτος. Και ακόµα ζοφερότερη µια συνέχεια που απειλεί να διαψεύσει, άγνωστο για πόσο καιρό, την κοινή µέχρι σήµερα πεποίθηση ότι οι συνθήκες της ζωής των ανθρώπων οφείλουν πάντα να προχωράν προς το καλύτερο. Ξαφνικά και αναπάντεχα, η ψυχαναγκαστικά αισιόδοξη ενατένιση του µέλλοντος ως συνώνυµου της προόδου φαίνεται να τίθεται υπό αίρεση, αναβλητική, ή ίσως και διαλυτική. 

Η ιστορική ειρωνεία είναι εξόφθαλµη. Η δίχως προηγούµενο σώρευση απίστευτων επιστηµονικών επιτευγµάτων και τεχνολογικών καινοτοµιών δεν συµβαδίζει µε την προώθηση της κοινωνικής αρµονίας. Αντίθετα, όλα συµβαίνουν ως εάν η εξαθλίωση, η αύξουσα ανισότητα, η αδικία, ο κοινωνικός αποκλεισµός, η µαζική ανεργία και η απόλυτη αναλγησία απέναντι στους ταπεινούς και τους καταφρονεµένους αναδεικνύονταν σε ενδηµικά πλέον στοιχεία της αναδυόµενης κατάστασης πραγµάτων.

Αλλά δεν είναι µόνον αυτό. Επιπλέον, η οπισθοδρόµηση εµφανίζεται αναγκαία και επιτακτική. Οι «αυτονόητες» αλληλέγγυες πολιτικές επιλογές που επί µισό και πλέον αιώνα επέβαλλαν τη συνεχή ανακατανοµή των πόρων και της ευζωίας υπέρ των αδυνάτων έχουν ανατραπεί. Αντί της προαιώνιας ιδέας της δικαιοσύνης προτάσσεται η άνευ όρων παραγωγική αποτελεσµατικότητα. Για πρώτη φορά στην ιστορία, ο πλούτος, οι απολαύσεις, οι ευκαιρίες, οι κοινωνικές ευχέρειες και η συµµετοχή στην πρόοδο δεν αφορούν παρά τους ήδη προνοµιούχους: στο εξής, τα κέρδη «πρέπει» να αυξάνονται και οι µισθοί «πρέπει» να συρρικνώνονται. Εν χορώ πλέον, οι άβουλοι και ετερόνοµοι τεχνο-χειριστές του κοινού µας µέλλοντος αναγγέλλουν την αναγκαιότητα της προϊούσας αυτής ανισοποίησης και αδικίας. Μοιραίοι και άτεγκτοι, οι κύβοι της ιστορίας έχουν ήδη ριχθεί. ∆εν φαίνεται πια να υπάρχει άλλη υπαλλακτική λύση.

Υπό τους όρους αυτούς όµως, ακόµα και αν ο κόσµος δεν οδηγείται στη συντέλεια, ο ευρωπαϊκός κόσµος του ∆ιαφωτισµού όπως τον γνωρίζαµε µέχρι τώρα αυτοαναιρείται. Με την οικουµενική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου και «αποπολιτικοποιηµένου» αγοραίου ανταγωνισµού θρυµµατίζονται όλες οι αξιακές κατακτήσεις του «ηθικά ανώτερου» ευρωπαϊκού πολιτισµού. Ολα συµβαίνουν ως εάν, απειλούµενη µε γεωοικονοµική αποκαθήλωση, η ∆ύση δεν είναι πια καν σε θέση να χαράξει τη δική της πορεία. Το ιστορικό «βάρος» της ηθικής αυτογνωσίας που σφράγιζε τον ανεπανάληπτο ευρωπαϊκό πολιτισµό φαίνεται να εξανεµίζεται. Μαζί µε τον ιδεολογικό και εξουσιαστικό «οριενταλισµό», εκπνέει και ο «αξιακός οριενταλισµός».

Το «δικαίωμα στη διαφορά»

Του Κωνσταντίνου Τσουκαλά
Καθηγητή Κοινωνιολογίας.

Η αίσθηση, συγκροτημένη ή χαώδης, της ταυτότητας του υποκειμένου είναι διιστορική. Ερχεται από μακριά και «από μέσα». Αλλά η αίσθηση αυτή δεν προδικάζει το νόημά της. Αυτό εκφράζεται με λέξεις, γεννιέται από την ιστορία και εξελίσσεται μέσα στις συγκεκριμένες κοινωνίες. Ετσι είναι εντελώς αξιοσημείωτο ότι ως πρόσφατα το ζήτημα της ταυτότητας απασχολούσε σχεδόν αποκλειστικά τον φιλοσοφικό στοχασμό. Για τον καθημερινό λόγο παρέμενε αυτονόητο. Οι απαντήσεις στα ερωτήματα «ποιος» και «τι» είναι ο κάθε άνθρωπος, τι σημαίνουν οι ταυτότητες και τι «συνεπάγεται» η διαφορά του καθένα από τους άλλους δεν είχαν πολιτικές και ιδεολογικές συνδηλώσεις. Οντας διακριτός από τους άλλους, ο κάθε άνθρωπος αρκούνταν στο να ακολουθεί τη δική του μοίρα.

Με την «εισβολή» του προβληματισμού γύρω από το «δικαίωμα στη διαφορά», την εμμονή στην «πολιτιστική αυτοδιάθεση» και την πιεστική ανάδυση των αιτημάτων για αναγνώριση, τα πράγματα φαίνεται να αλλάζουν δραματικά. Στο εξής ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζεται απλώς ως «εκ φύσεως» διακριτός από τους συνανθρώπους του. Προικίζεται επιπλέον με το πρωτόγνωρο ατομικό «δικαίωμα» στην αυτοδιαφοροποίηση. Η ετερότητα αναδεικνύεται σε μείζον ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα. Και αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά.

Με την ακαριαία μεταβίβαση πληροφοριών, γνώσεων και κεφαλαίων, την κατάρρευση των οικονομικών και ιδεολογικών συνόρων και την αποσάθρωση της συμβολικής πρωτοκαθεδρίας των εθνικών-κρατικών κοινωνιών, ο κόσμος που κάποτε γνωρίζαμε δεν υπάρχει πια. Η εμβέλεια των φαντασιακών κοινοτήτων γύρω από τις οποίες συγκροτούνταν οι ομοιογενείς συλλογικές ταυτότητες βρίσκεται σε προϊούσα αποδρομή. Τα «Εμείς» που μας ακολουθούν από τη γέννηση ως τον θάνατο δεν λειτουργούν ως σταθερές μήτρες αυτογνωσίας.

Υπό τους όρους αυτούς το ζήτημα της σχέσης του εαυτού και του άλλου, του ατόμου και της κοινωνίας, του μέρους και του Ολου θα τεθεί σε νέες βάσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι τα αιτήματα για κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη και ανακατανομή πόρων και εισοδημάτων υποχωρούν, το «κοινωνικό ζήτημα» εξαφανίζεται από το πολιτικό λεξιλόγιο, οι άτυπες μορφές κοινωνικής αμοιβαιότητας αποδυναμώνονται και η σημασία των συμβολικών ανταλλαγών υποχωρεί. Το κάθε άτομο χωριστά αντιμετωπίζεται πλέον ως αποκλειστικά αρμόδιο για τον προγραμματισμό και την επίτευξη της επιβίωσης, της επιτυχίας και της προκοπής του. Μόνος και αυτεξούσιος, αλλά αβοήθητος, ο καθένας αποφασίζει και δρα αυτόνομα και υπεύθυνα με μόνο γνώμονα τη μεγιστοποίηση των ατομικών του προοπτικών. Οποιος δεν τα καταφέρει θα θεωρηθεί άξιος της μοίρας του. Οι αποκλεισμένοι, οι μη απασχολήσιμοι, οι αποτυχημένοι και οι άτυχοι δεν έχουν να μέμφονται παρά μόνο την ανικανότητα και την απρονοησία τους. Οι κοινωνίες δεν χρειάζεται πια να εμφανίζονται συνεκτικές ή αλληλέγγυες.

Εδώ ακριβώς, πιστεύω, πρέπει να αναζητηθούν οι ρίζες της τρέχουσας μετατόπισης των όρων πρόσληψης του Εμείς. Η μοναχική αγωνία των σωρευόμενων «θυμάτων» του αδυσώπητου ανταγωνισμού θα αντιμετωπισθεί μέσα από νέες ιδέες και νέες εκλογικευτικές διεξόδους. Δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι η ανάδυση του δικαιώματος στη διαφορά προτάσσεται σαν αντιστάθμισμα στην προϊούσα απομείωση της λειτουργίας του δεδομένου συνεκτικού Ολου. Αποδεσμευμένος από την αυτονόητη εθνική συλλογική του ταυτότητα, ο άνθρωπος καλείται να κατασκευάσει ελεύθερα τις φαντασιακές του ταυτίσεις, να δημιουργήσει τις δικές του ομάδες αναφοράς και να πλέξει ο ίδιος τον μίτο που θα του επιτρέψει να αναζητήσει την έξοδο από τον λαβύρινθο, μόνος και δίχως να ζητάει τίποτα από κανέναν.

Δεν είναι δύσκολο να διακρίνουμε τις υφέρπουσες σκοπιμότητες. Επανονομάζοντας τα πράγματα, τις αξίες και τις προτεραιότητες, οι εξουσίες υπηρετούν πάντα τους ανομολόγητους στόχους τους. Από τη στιγμή που τα ελεύθερα άτομα δεν εθίζονται στην ιδέα ότι οφείλουν να ζουν μαζί και από κοινού με τους άλλους, ανοίγει ο δρόμος για νέα πρότυπα συμπεριφοράς και νέους αξιακούς αυτοματισμούς.

Στο σημείο ακριβώς αυτό αναδύεται, πιστεύω, ο αμφίσημος χαρακτήρας της άνευ όρων προώθησης των ατομικών δικαιωμάτων στη διαφορά, στην αναγνώριση και στην πολιτιστική αυτοδιάθεση. Εκ πρώτης βέβαια όψεως, ως εξέλιξη μιας πάντα ανολοκλήρωτης ανθρώπινης χειραφέτησης, η προβολή αυτών των αιτημάτων δεν μπορεί παρά να είναι ευπρόσδεκτη. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να αντιτίθεται στη διεύρυνση των πεδίων της ελευθερίας του ανθρώπου. Από τη στιγμή όμως που απισχναίνονται τα θεμελιώδη προτάγματα της γενικής κοινωνικής αλληλεγγύης και αμοιβαιότητας χάριν επιλεκτικών και μερικών μορφών ταύτισης, συσσωμάτωσης και αυτοπραγμάτωσης, το οικουμενικό χειραφετητικό σχέδιο τίθεται υπό αίρεσιν... Δεν είναι τυχαίο ότι τις περισσότερες φορές τα ατομικά δικαιώματα στη διαφορά και στην πολιτιστική αυτοδιάθεση προτάσσονται κατά προτεραιότητα ή ακόμη και ανεξάρτητα από το «γενικό συμφέρον». Είναι γεγονός ότι τουλάχιστον επί του παρόντος η καταξίωση της ατομικής ετερότητας δεν ενισχύει την αμοιβαιότητα αλλά την αποδυναμώνει.

Ο κίνδυνος που σοβεί είναι λοιπόν τεράστιος. Μια κοινωνία όπου ασκώντας το δικαίωμα στη διαφορά όλοι μπορούν να δρουν ως άνευ όρων έτεροι δεν χρειάζεται να λειτουργεί ούτε ως ενιαία ούτε ως συνεκτική ούτε ως αλληλέγγυα. Αυτή ακριβώς φαίνεται να είναι η υφέρπουσα δυναμική της νέας τάξης πραγμάτων. Η συνταγή δεν είναι βέβαια πρωτόγνωρη. Πάντα οι εξουσίες αποκρύπτουν τις προθέσεις τους πίσω από ευγενείς και αδιάβλητες ιδέες επιτρέποντας στην ιστορία να υλοποιεί την εγγενή πανουργία της με τον πιο ανέξοδο τρόπο. Δίχως καν να γίνεται αντιληπτό, το ευγενές πρόταγμα της ανθρώπινης χειραφέτησης είναι κάλλιστα δυνατόν να εκτραπεί στο αντίθετό του. Αυτό όμως συνιστά την ύψιστη ίσως ιστορική Υβρη. Και όπως μας δίδαξαν οι αρχαίοι, η Υβρη ενεργοποιεί τη Νέμεση.

Αποσπάσματα από κείμενο παρέμβασης στους «Διαλόγους των Αθηνών» του Ιδρύματος Αλέξανδρος Ωνάσης. Τo καινούργιο βιβλίο του Κ. Τσουκαλά Η επινόηση της ετερότητας κυκλοφορεί προσεχώς από τις εκδόσεις Καστανιώτη.