"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΣΤΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΠΑΣΤΕΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Ο Μεγάλος Περιορισμός

Της ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ


Τους μήνες του εγκλεισμού άνθισαν ιδέες στα τετραγωνικά μας. 
 
Καινούργιες γλάστρες με λουλούδια σε περβάζια, ζαρντινιέρες με λαχανικά σε μπαλκόνια, ακόμα και μικρά κοτέτσια έκαναν την εμφάνισή τους σε αυλές. Οι νέες οικολογικές οδηγίες λένε πως είναι καλό η οροφή του κοτετσιού να είναι διαφανής ώστε οι κότες να βλέπουν ουρανό και να είναι πιο ήρεμες. Ενας από τους λόγους που την ημέρα τις αφήνουν να περιφέρονται είναι διότι εάν έμεναν συνέχεια μέσα θα άρχισαν να ραμφίζουν η μία την άλλη. Οι Ιταλοί αποκαλούν τις κότες ελευθέρας βοσκής polli ruspanti. Ενα περιφερόμενο κοτόπουλο είναι ένα ευτυχισμένο κοτόπουλο. 
 
Εμείς δεν είμαστε πια ruspante. Χτίζουμε σπίτια και διαμερίσματα, ξενοδοχεία και καταλύματα, βίλες και πολυκατοικίες. Κι έρχονται στιγμές, σαν κι αυτές που ζήσαμε πρόσφατα, που θα θέλαμε πολύ το ταβάνι να έβλεπε ουρανό.

Ακόμα και πριν από την καραντίνα, παρατηρεί η Τζιλ Λεπόρ, καθηγήτρια Ιστορίας στο Χάρβαρντ, Αμερικανοί και Ευρωπαίοι περνούσαν το 90% του χρόνου τους σε εσωτερικούς χώρους. Σπίτια, αυτοκίνητα, σχολεία, λεωφορεία, εργοστάσια, γραφεία, τρένα, αεροπλάνα, νοσοκομεία, μουσεία, καταστήματα, εστιατόρια.  
 
Πόσο χρόνο έχουμε περάσει μακριά από τη φύση, μέσα σε τέσσερις τοίχους;  
 
Πολλαπλασιάστε την ηλικία σας με 0,9. Εάν είστε 40 ετών, έχετε περάσει 36 χρόνια «εντός».

Αυτή η τάση δεν πρόκειται να αντιστραφεί ούτε αφότου τελειώσει η πανδημία. Αντίθετα με την ύπαιθρο, ο κόσμος μέσα στους τέσσερις τοίχους εξαπλώνεται. Τα επόμενα 40 χρόνια, υπολογίζει ο ΟΗΕ, ο συνολικός αριθμός του εμβαδού των κλειστών επιφανειών θα διπλασιαστεί παγκοσμίως.

«Στα βάθη του χειμώνα, ένα ανίκητο καλοκαίρι», έγραφε ο Καμύ, αλλά αυτό το καλοκαίρι φέραμε μέσα μας τούτο τον περίεργο χειμώνα. Το να έχει κάποιος μια στέγη πάνω από το κεφάλι του δεν είναι λίγο – το σπίτι είναι ανθρώπινο δικαίωμα. Το να ζεις όλη σου τη ζωή εντός είναι κάτι άλλο. Ο Μεγάλος Περιορισμός, που όλοι βιώσαμε φέτος είναι ιστορικά καινούργιος.

Μέσα στις χιλιετίες οι άνθρωποι εξελίχθηκαν από είδος που ζει στην ύπαιθρο σε είδος που ζει σε κλειστούς χώρους. «Εξελιχθήκαμε στις ανοιχτές εκτάσεις της αφρικανικής σαβάνας, εξοικειωθήκαμε με τη φύση, αναζητώντας προστασία κάτω από τις σκιές δέντρων», παρατήρησε ο βιολόγος Εντουαρντ Γουίλσον. Ετσι και «ο γενετικός μας προγραμματισμός, διαμορφωμένος στο πέρασμα των χιλιετιών, εξακολουθεί να λαχταρά τη σύνδεση με τη φύση». Για να ικανοποιηθεί αυτή η λαχτάρα, φωτογραφίες από θάλασσες και δάση κοσμούν τοίχους σπιτιών και γραφείων. Βέβαια, τωρα πια μέσω zoom μπορούμε να βρεθούμε ψηφιακά σε βουνοκορφές και ρουμάνια. Κάποιοι λένε ότι αυτό είναι καλύτερο από το τίποτα. Αλλοι λένε ότι το zoom μάλλον δεν είναι καλύτερο από το τίποτα.

Η Velux, μια δανέζικη εταιρεία, αποκαλεί τον άνθρωπο του 21ου αιώνα «Κλεισμένη Γενιά» και αποδίδει την έκρηξη της κατάθλιψης και των ασθενειών στο σκοτάδι της ζωής σε εσωτερικούς χώρους. Στολίζουμε τις φωλιές μας με μηχανές εσπρέσο και smart τηλεοράσεις. «Τo σπίτι», λέει η διαφήμιση, «γίνεται ένα μέρος που δεν θα θέλεις ποτέ να αφήσεις». Δελεαστικό σε πρώτη ανάγνωση, ανατριχιαστικό αμέσως μετά.

Δεν χρειαζόμαστε τη λάμπα, αλλά τη φωτιά. 
 
Δεν χρειαζόμαστε το ντους, αλλά τη βροχή και τις στάλες της στο δέρμα μας. 
 
 Αν μας δίδαξε κάτι ο χειμώνας αυτός – και το επιβεβαίωσε το καλοκαίρι – είναι πως...
 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΤΡΙΤΟΚΟΣΜΙΚΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΟ: "Μία ερώτηση μόνο" (Θέλει κουράγια και χιούμορ αυτή η περιπέτεια του ελληνικού Δημοσίου)

Της ΝΑΤAΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ

To ότι βρήκα πάρκινγκ αμέσως στην κατάμεστη – ακόμα και εν μέσω θέρους – Κυψέλη το εξέλαβα ως καλό οιωνό. Ακόμα και νωρίς το πρωί δεν υπάρχουν εύκολα άδειες θέσεις. Ο καλός θεός των Πατησίων, όμως, φρόντισε να δείξει την εύνοιά του μπροστά στο δύσκολο εγχείρημα: επίσκεψη στο ΙΚΑ (ΕΦΚΑ πλέον, αλλά είμαστε της παλιάς σχολής) για διεκπεραίωση μιας σειράς εγγράφων για συγγενικό μου πρόσωπο. 

Η ψυχολογική προετοιμασία πήρε μέρες, οι δημόσιες υπηρεσίες αποτελούν έναν λαβύρινθο για τους αμύητους, κάποιες φορές οι υπάλληλοι ζηλεύουν τη δόξα του Μινώταυρου, αν και υπάρχουν και οι φορές εκείνες που κάποιοι, ως άλλη Αριάδνη, προσφέρουν τον μίτο που σε οδηγεί, αναίμακτα, στην έξοδο.

Η ώρα είναι 6.30 λοιπόν, υπάρχουν ήδη έξω από το κτίριο αρκετοί που περιμένουν, είμαι το νούμερο 18, με ξέρουν όλοι με αυτό, όπως φαίνεται από το χαρτί που συμπληρώνουμε το όνομά μας, με αυτοσχέδια ευελιξία. Μέχρι τις 8, οπότε και ανοίγει η πόρτα, έχουμε αβγατίσει στους 64. 

Η εμφάνιση του υπαλλήλου χαιρετίζεται από το πλήθος με τιμές ροκ σταρ και όλοι σπεύδουν κοντά του για «μία ερώτηση».

Mάσκες όλων των χρωμάτων και των ντεσέν, μισοφορεμένες, πιγουνάτες, σκουλαρικάτες, κάτω από τη μύτη, στο χέρι, στην τσάντα, στο «να, μόλις την έβγαλα, να πάρω μια ανάσα». Υπάρχει και κορωνοϊός, παιδιά, λέω, αλλά αντιμετωπίζομαι σχεδόν σαν γραφική περίπτωση, με επιτιμητικά βλέμματα. Ποιος κορωνοϊός, όταν μπορείς να παρακάμψεις την ουρά; 

 Ο υπάλληλος κάνει ειλικρινή προσπάθεια να διαβάσει όλα τα ονόματα – μια μικρή Βαβυλώνα εκεί στο κέντρο της Κυψέλης -, χωρίς μεγάλη επιτυχία, είναι η αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά, τα χαρτάκια μοιράζονται και ετοιμαζόμαστε για την έφοδο στα θερινά ανάκτορα του ΕΦΚΑ, με κάποιους να ονειρεύονται να παίξουν ρόλο εμπροσθοφυλακής επαναλαμβάνοντας σε διάφορες τονικότητες τη φράση – κλειδί: «Μία ερώτηση να κάνω, φίλε».

Ο καθένας καταστρώνει το δικό του σχέδιο μάχης απέναντι στο ελληνικό Δημόσιο, που όμως έχει πολλά κόλπα και έτσι σύντομα θα καταλάβουμε ότι εκτός από τη γραμματεία συντάξεων υπάρχει και το τμήμα πληρωμών συντάξεων που απαιτεί άλλο χαρτάκι και κάποια άλλα τμήματα για τις συντάξεις που απαιτούν άλλα χαρτάκια και έτσι, τέλος πάντων, η χαρά για το πρώτο χαρτάκι που κρατούσαμε τόση ώρα ως τρόπαιο περιορίζεται σημαντικά.

Οι συνταξιούχοι είναι σκληραγωγημένοι. Αυτή η γενιά μπορεί να μην πέρασε πόλεμο όπως η προηγούμενή της, έχει μεγαλώσει όμως στα καλντερίμια του ελληνικού Δημοσίου και ξέρει πως χρειάζεται επιμονή και επινοητικότητα. Ετσι στα τμήματα που ανοίγουν αργότερα, στις 10 ή στις 11, σε αυτή τη ζούγκλα όπου οι υπάλληλοι έχουν κατεβασμένα τα ρολά στα γκισέ, οι συνταξιούχοι κυκλοφορούν ως αιλουροειδή, ελλοχεύουν πίσω από τις γρίλιες και μόλις δουν κάποια κίνηση ή αισθανθούν μια ανάσα φωνάζουν: «Να σας κάνω μια ερώτηση; Μία ερώτηση μόνο».

Βρίσκω την ευκαιρία να κοιτάξω πίσω από μισάνοιχτες πόρτες. Ενας χώρος μού τραβά την προσοχή: Αρχείο Συντάξεων. Χιλιάδες ντοσιέ σε ράφια που φτάνουν μέχρι το ταβάνι. Χρώματος ροζ και σομόν, γεγονός που δημιουργεί μια ευχάριστη, χρωματικά τουλάχιστον, διάθεση. Κάπου διάβαζα πως είχε καταργηθεί το χαρτομάνι και πως έχει αλλάξει το ελληνικό Δημόσιο. Μάλλον άλλαξε προς πιο παστέλ αποχρώσεις.

Επιστροφή στο γκισέ που περιμένουμε να ανοίξει: ιστορίες, η κυρία Ντόνα από τη Βουλγαρία που φροντίζει έναν ηλικιωμένο, ο Αλί που δουλεύει σε συνεργείο και ο κύριος Γιώργος, «οικοδόμος από το ’61, έχω χτίσει όλη την Αθήνα», να ψάχνει 4.000 βαρέα ένσημα που αγνοούνται στον επανυπολογισμό των συντάξεων. Ο κύριος Αλέξης, ένας καλοστεκούμενος 75άρης, κάνει πλάκα με την αναμονή μας, έχουν περάσει πια αρκετές ώρες και όταν φεύγει θριαμβευτής με το πολυπόθητο έγγραφο, μου ψιθυρίζει μεταξύ αστείου και σοβαρού, κλείνοντας το μάτι: Να σου δώσω το τηλέφωνό μου;

Θέλει κουράγια και χιούμορ αυτή η περιπέτεια του ελληνικού Δημοσίου. Κουράγια από τους υπαλλήλους, κουράγια και από τους πολίτες. Γιατί...

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ: Ποιος θέλει να ζήσει για πάντα;

Της ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ

«Η πιο μακρά ζωή μπορεί να ξεθωριάσει και να χαθεί», έγραφε ο Θίοντορ Πόουις, «όμως μια στιγμή μπορεί να ζήσει και να γίνει αθάνατη». 
Οι άνθρωποι είμαστε τόσο ανόητοι ώστε να επιζητούμε την αιώνια ζωή; αναρωτιόταν ο βρετανός συγγραφέας, η επανέκδοση βιβλίων του οποίου έδωσε την ευκαιρία στον φιλόσοφο Τζον Γκρέι, πρώην καθηγητή Ευρωπαϊκής Σκέψης στο London School of Economics, να εξετάσει εκ νέου το παλιό ερώτημα: Θα θέλαμε να ζούμε για πάντα;
Η ερώτηση είναι επίκαιρη, πολύ περισσότερο σήμερα, μια εποχή κατά την οποία κάνουμε τα πάντα για να ζήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο. 
Η αναζήτηση της μακροζωίας δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι αρχαίοι Κινέζοι αλλά και οι ευρωπαίοι αλχημιστές ονειρεύονταν ένα ελιξίριο που θα έδινε αιώνια ζωή. Στο βιβλίο της Μέρι Σέλεϊ ο Δρ Φρανκεστάιν κυνηγά το όνειρο, εμφυσά και πάλι τη ζωή σε μέρη από σώματα νεκρών. Ομως μόνο πρόσφατα το όνειρο έχει κυριεύσει τις μεγάλες μάζες, με εκατομμύρια ανθρώπους να ακολουθούν δίαιτες και προγράμματα άθλησης με την ελπίδα ότι μπορούν να αναβάλουν τον θάνατο. Υπάρχουν κάποιοι που πηγαίνουν ακόμα πιο μακριά - ομάδες ατόμων που βάζουν στην κατάψυξη τις σορούς τους έως ότου η τεχνολογία αναπτυχθεί σε σημείο που να μπορούν να αναβιώσουν ή κάποιοι άλλοι που παίρνουν εκατοντάδες βιταμίνες καθημερινά ενώ κοιτούν προς το μέλλον, σε κάποια στιγμή που θα μπορούν να «φορτώσουν» τον εγκέφαλό τους στον κυβερνοχώρο και να διαφύγουν πλήρως τον θάνατο. 
Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε όλες αυτές τις ιδέες εντελώς ανέφικτες. Ζούμε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη γενιά ανθρώπων και σε αυτή τη διαδικασία δεν φαίνεται να υπάρχει κάποιο όριο.
Ομως, ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι το γιατί κάποιος θα ήθελε να ζει για πάντα, αναρωτιέται ο Γκρέι. Στην προσπάθεια να ξεφύγουμε από τον θάνατο, αποπειρώμεθα να υπερβούμε τον φυσικό κόσμο. Πολύ πριν η χρήση της τεχνολογίας για να ξεπεραστεί η θνητότητα έγινε επιστημονικά εφικτή, οι περισσότερες θρησκείες του κόσμου υπόσχονταν κάποιου είδους μεταθανάτια ζωή για τους πιστούς. Αυτό όμως δίνει μια άλλη διάσταση στο ερώτημα: Γιατί τόσο πολλοί θρησκευόμενοι άνθρωποι θέλουν να πιστέψουν ότι ο θάνατος δεν είναι το τέλος;

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μετανάστες στον χρόνο

Της ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ

Ξημερώνει στην Αθήνα. Από τα παράθυρα μπαίνει η φασαρία της αυλής των θαυμάτων που είναι αυτή η πόλη. Δεν χρειάζεται να δεις, μπορείς να μαντέψεις: τα φορτηγά διανομής, οι άνθρωποι της καθαριότητας που σιγομουρμουρίζουν τραγούδια για όσα θέλει ο άνθρωπος εν μέσω όλων όσα δεν θέλει πια, μοτοσικλετιστές με κράνη, αμάξια σιωπηλά απ' έξω με οδηγούς που ακούν με ένταση νταλκάδες μέσα, παρέες νέων που κλωτσούν μια μπάλα, παιδιά χθεσινών γκασταρμπάιτερ που κοιτούν τους ξένους με μισό μάτι, ένας παραγωγός στις λαϊκές που σκαρώνει καλαμπούρια για κορίτσια πάσης ηλικίας, ποδήλατα που αψηφούν οδηγικές αυθαιρεσίες, ζευγάρια ηλικιωμένων χέρι χέρι, ένα αστείο στην ουρά της εφορίας που ξαφνικά θυμίζει στους βυθισμένους σε σκέψεις και χρέη πολίτες ότι είναι όλοι μαζί σ' αυτό και όχι ο καθένας μόνος, κουβέντες σκόρπιες, ματιές μαζεμένες, χαμόγελα μισά που πάνε στον παράδεισο των χαμόγελων χωρίς να έχουν ολοκληρώσει τον βίο τους.

Ξημερώνει στην Ελλάδα. Σε όλη μας τη ζωή είμαστε υποχρεωμένοι να πορευόμαστε σε άγνωστους δρόμους και να αντιμετωπίζουμε την αβεβαιότητα. Εκείνη που δημιουργεί μια διαρκή ταλάντευση μεταξύ φόβου και ελπίδας. «Το αναπόφευκτο δεν συμβαίνει ποτέ», έλεγε ο Τζον Μέιναρντ Κέινς. «Το απροσδόκητο συμβαίνει πάντα». Απροσδόκητη στο μέγεθός της η σημερινή οικονομική κρίση που διαλύει πεποιθήσεις και κοινωνίες. Ο,τι ζούμε δεν το είδαμε να έρχεται. Τι κοινό μπορεί να έχει η Ελλάδα του 1980 με αυτήν του 2012; Από την άλλη, τι κοινό έχουμε εμείς με το πεντάχρονο παιδί στη φωτογραφία που κρατά η μητέρα μας σε κορνίζα; Τίποτα, εκτός από το ότι τυχαίνει να είμαστε το ίδιο πρόσωπο. Ιδιο και άλλο, ταυτόχρονα.

Ξημερώνει στον κόσμο. Οι έρευνες δείχνουν πως κατά μέσο όρο κάνουμε 65.000 σκέψεις κάθε μέρα. Το 95% αυτών των σκέψεων είναι οι ίδιες που κάναμε και χθες και προχθές και πιο πριν και πιο πριν... Γι' αυτό και το διαπασών της ζωής μας δεν έχει μεγάλη ταλάντωση, παρά σε σπάνιες περιπτώσεις. Και όταν αλλάζουν οι συνθήκες τι κάνουμε; Συνεχίζουμε τις ίδιες σκέψεις στα ζόρια με εκείνες που είχαμε στα εύκολα; Συνεχίζουμε να έχουμε εμπιστοσύνη στις μνήμες που επιλέξαμε, ακόμα και στις καλύτερες, αυτές των αγνών προθέσεων; Εμείς, παιδιά που μεγαλώσαμε σε ένα κράμα πολιτισμών, ακούγοντας ταυτόχρονα Μάλερ και Τσιτσάνη, με τις ιστορίες του Κάφκα και του διωγμού από το Αϊβαλί, με τους αγώνες του 1-1-4 και τους λουλουδοπολέμους στα σκυλάδικα, δεν μάθαμε ακόμα ότι ζωή είναι αυτό στο οποίο είσαι παρών; Εμείς με τις ατελείωτες κουβέντες θα έπρεπε να ξέρουμε κατά βάθος ότι τα λόγια είναι σαν το κρασί - χρειάζονται ανάπαυση και χρόνο προκειμένου το βελούδο της φωνής ν' αποκτήσει την οριστική του γεύση.

Είναι η πείνα τετριμμένη;

Tης ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΑΣΤΕΑ

Ακούγεται τετριμμένο, μπορεί αφελές, ακόμα και βαρετό στην επανάληψή του. Αλλά πώς γίνεται στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα να πεθαίνουν κατά εκατομμύρια άνθρωποι από την πείνα;  

Σήμερα, καθώς διαβάζετε , 1.500 άνθρωποι θα περνάνε τα σύνορα από τη Σομαλία στην Κένυα και την Αιθιοπία αναζητώντας τροφή - και είναι οι τυχεροί. Σε αυτόν τον αριθμό δεν περιλαμβάνονται καν οι ηλικιωμένοι και οι άρρωστοι που μένουν πίσω, ούτε τα παιδιά που πεθαίνουν στον δρόμο.