"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΓΑΛΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ και ΨΩΝΙΣΜΕΝΟΙ ΓΟΝΟΙ: Σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια;

Image  

Γράφει ο Αντώνης Καρπετόπουλος


H καλοκαιρινή συζήτηση για το σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια, η οποία ξεκίνησε όταν σε συναυλία του ο Μανώλης Μητσιάς απήγγειλε τον «Γιάννη τον φονιά», λέγοντας πως δεν έχει την άδεια των κληρονόμων του Μάνου Χατζιδάκι για να τραγουδήσει το γνωστό τραγούδι, είναι μια μικρή απόδειξη πως μπορούμε να κάνουμε πλέον περίπλοκα ακόμα και τα πιο απλά. 

 Πήραν μέρος στη δημόσια συζήτηση πολλοί – δεν έλειψαν οι υπερασπιστές της απόφασης του κληρονόμου του γνωστού συνθέτη, που ισχυρίστηκαν ότι έχει κι αυτός τα δίκια του, αφού οφείλει να προασπιστεί πνευµατικά δικαιώµατα που του ανήκουν.

Υπήρξαν παράλληλα και εκείνοι που επισήμαναν ότι ο ίδιος ο Χατζιδάκις ήταν εξαιρετικά δύσκολος σε ό,τι είχε να κάνει με την παραχώρηση του έργου του και πολύ ακριβοδίκαιος ως προς την αξιολόγησή του – υπαινίχθηκαν δηλαδή πως όσα συμβαίνουν τώρα θα μπορούσαν να έχουν συμβεί και με πρωταγωνιστή τον ίδιο.

Πράγμα που μοιάζει πιθανό, αν και αποκλείω ο μεγάλος συνθέτης να αρνούνταν στον Μητσιά να πει το εμβληματικό αυτό τραγούδι, αναγνωρίζοντας ότι στην επιτυχία του έχει συντελέσει πολύ και η εκτέλεσή του.

Χάθηκα ωστόσο καλοκαιριάτικα. Η βάση της συζήτησης δεν μπορεί να είναι το τι θα έκανε ο Μάνος Χατζιδάκις, διότι αυτό είναι, δυστυχώς, τόσο υποθετικό που ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Το ερώτημα είναι σε ποιον ανήκουν τα τραγούδια.

Ας κάνουμε μια υπόθεση εργασίας. 

Ας πούμε πως ένας συνθέτης αποφασίζει να κάνει γνωστή ως τελική επιθυμία του, στη διαθήκη του, την απόλυτη εξαφάνιση των τραγουδιών του. Θεωρητικά, τουλάχιστον, έχει το δικαίωμα να το απαιτήσει.

Να ζητήσει, για παράδειγμα, να μην παίζονται στο ραδιόφωνο, να δρομολογήσει έτσι τα πράγματα ώστε να εξαφανιστούν οι δίσκοι και τα CD του και να απαγορεύσει την εκτέλεσή τους σε συναυλίες και εκδηλώσεις – αν έχει όρεξη, μπορεί μέσω της διαθήκης του να δημιουργήσει και ένα είδος οργανισμού με δικηγόρους κ.λπ. που να επιβλέπουν την «εξαφάνιση» του έργου του.  

Θα εξαφανίζονταν έτσι οι επιτυχίες του;

Μόνο τυπικά. Διότι, ουσιαστικά, αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Θα υπήρχαν πάντοτε παιδιά στα ωδεία που θα μάθαιναν μουσική πάνω στις νότες τους. Θα υπήρχαν καλλιτέχνες του δρόμου που, αντιλαμβανόμενοι την έλλειψη αυτών των τραγουδιών, θα τα έβαζαν στο ρεπερτόριό τους. Θα υπήρχαν μουσικοί που σε παρέες θα τα έπαιζαν για τους φίλους τους και εκείνοι θα τα τραγουδούσαν.

Εντάξει, δεν είμαστε στη δεκαετία του ’50 και του ’60, όπου οι ερωτευμένοι έκαναν καντάδες, αλλά, αν τα τραγούδια αυτά μιλούσαν για τον έρωτα, όλο και κάποιος θα έβρισκε έναν τρόπο να τα μοιραστεί με την αγάπη του.

Αν μιλούσαν για την επανάσταση ή την πίκρα ή τον πόνο, πάλι θα ήταν καλοδεχούμενα: όσοι πιστεύουν στις επαναστάσεις θα φρόντιζαν να μην εξαφανιστούν, όσοι κουβαλάνε πίκρες και πόνους θα τα χρησιμοποιούσαν ως καταπραϋντικό – για τον σκοπό για τον οποίο γράφτηκαν δηλαδή.

Με μια προϋπόθεση βέβαια: ότι έχουμε να κάνουμε με μεγάλα τραγούδια, που έχουν κοινό. Κόσμο δηλαδή που τα έχει τραγουδήσει γιατί κάτι ψιθυρίζουν στην καρδιά, στο θυμικό και στο μυαλό του. Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους

Θα μπορούσε ποτέ να εξαφανιστεί η «Φραγκοσυριανή» του Βαμβακάρη; 

Γράφτηκε το 1935 – σε λίγο θα είναι εκατό χρόνων, ενώ και η σπουδαία επανεκτέλεσή της από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση είναι πάνω από 60 ετών: το 1960 έγινε. Αν την ακούς και θες να την τραγουδήσεις, δεν είναι γιατί παίζεται στα ραδιόφωνα κάθε μέρα – δεν παίζεται ποτέ.

Σπανίως ακούγεται πια σε συναυλίες.
Δεν γνώρισε επίσης άλλες σπουδαίες επανεκτελέσεις, εκτός από αυτή του «σερ Μπιθί». Αλλά όταν κάποιος γρατζουνάει τις νότες της όλοι σιγοντάρουν. 

 Ομοίως, δεν θα μπορούσε να εξαφανιστεί η «Απονη ζωή», η «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Αν θυμηθείς το όνειρό μου», το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» – τα αναφέρω ενδεικτικά.

Δόξα στην έμπνευση των δημιουργών τους, τα μεγάλα ελληνικά τραγούδια είναι πολλά. Και όλα έχουν μια ομοιότητα: είναι υπεράνω του χρόνου· δηλαδή υπεράνω απαγορεύσεων, υπεράνω δικαιωμάτων, ακόμα και υπεράνω των ίδιων των δημιουργών τους. Εχουν αποκτήσει τόση δύναμη και τόση αυτάρκεια και αυτοτέλεια, που πορεύονται, χρόνια τώρα, από στόμα σε στόμα.

Η όποια απαγόρευσή τους απλά θα δυνάμωνε τον μύθο τους: θα τους έδινε μια ζωή ακόμα – θα τα έκανε να μοιάζουν με μικρές πράξεις αντίστασης, που τόσο πολύ, ως κάτοικοι αυτής της χώρας, αγαπάμε.

Σκεφτόμουν πως αν ο Μητσιάς τραγουδούσε τον «Γιάννη τον φονιά» στην πρόσφατη συναυλία και η αστυνομία – κατόπιν καταγγελίας των κληρονόμων του Χατζιδάκι – προχωρούσε στη σύλληψή του, το τραγούδι θα παιζόταν παντού και ίσως περισσότερο από τον καιρό της πρώτης του εκτέλεσης.

Η μουσική έχει μια τρομακτική δύναμη. Είναι αδύνατον να την τιθασεύσεις: κάτι που έχει γραφτεί πριν από χρόνια και μοιάζει ξεχασμένο μπορεί να επανέλθει μαγικά στην επικαιρότητα.

Ο Βιβάλντι εξέδωσε τις «Τέσσερις εποχές» το 1725. Τριακόσια ολόκληρα χρόνια αργότερα, καταπιάνονται μαζί τους πολλοί – οι περισσότερες ηχογραφήσεις τους έχουν γίνει μετά το 1950 –, το έργο αποτελεί μια διαρκή έμπνευση.  

Το ίδιο θα γίνει και με τη μουσική του Χατζιδάκι: είναι αδύνατον να την περιορίσεις – η έμπνευση του δημιουργού ανοίγει παράθυρα.

Ο «Γιάννης ο φονιάς» έχει δραπετεύσει από τον δημιουργό του, που όμως ήταν μάλλον περήφανος για αυτό. Αναλύθηκε ως τραγούδι όσο λίγα. Κουβαλάει μια μυθολογία. Υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις για το σε ποιον ακριβώς αναφέρεται και τι ακριβώς περιγράφει.

Είναι ένα από τα πιο μελαγχολικά ελληνικά τραγούδια – μια απόδειξη πως ακόμα και μια μελαγχολική σκηνή, χωρίς υπερβολές, μπορεί να γίνει ένα υπέροχο τραγούδι, αρκεί να υπάρξει η αποτύπωση των περιστατικών όπως τα διηγείται ο Νίκος Γκάτσος: «Του βγάλαμε γλυκό, του βγάλαμε και μέντα, μα για το φονικό δεν είπαμε κουβέντα».

Ολο αυτό λειτούργησε γιατί ο τρομερός Μάνος Χατζιδάκις βρήκε τη χαμηλόφωνη μελωδία που έδωσε στον στίχο μια υποβλητικότητα: για να μπεις στην ιστορία, το κλειδί είναι η μουσική της.

Και ο Μητσιάς έκανε τα υπόλοιπα: μας την είπε με τον τόνο που έπρεπε ώστε να μας βάλει κι εμάς στον πειρασμό να την τραγουδήσουμε.
Αλλά το τραγούδι δεν ανήκει σε κανέναν από τους τρεις, μολονότι όλοι τους ήταν απαραίτητοι στη δημιουργία του.

Το τραγούδι ανήκει...

 

ΜΟΥΣΙΚΗ - ΠΑΡΑΔΟΣΗ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Αδέσποτα τραγούδια που ως διά μαγείας απέκτησαν συνθέτες

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Ενα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια της νεοελληνικής ιστορίας, που τραγουδιόταν από το 1870 μέχρι και μετά το 1960 -ο «Μπαρμπα-Γιάννης κανατάς»- είναι αγνώστου δημιουργού, παρά το γεγονός ότι σε παλαιό φυλλάδιο αναφέρεται ως στιχουργός του ο ίδιος ο Μπαρμπα- Γιάννης.
Επί 57 έτη κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος το έγραψε και κανένας δεν το διεκδίκησε, αφού δεν υπήρχε κίνητρο. Αλλά το 1932 που εκδόθηκε σε δίσκο (Odeon Α 190469), ο «συνθέτης» του ανεκαλύφθη ως διά μαγείας. Και δεν ήταν άλλος από τον τραγουδιστή που το ηχογράφησε, δηλαδή ο Πέτρος Επιτροπάκης!

Η οργάνωση του μηχανισμού είσπραξης και διανομής ποσοστών φάνηκε πως δεν μπορούσε να ανεχθεί την ανωνυμία. Με το σκεπτικό ότι «Πάσα τάξις και αρμονία προϋποθέτει νουν κατά σχέδιον ταξινομούντα...» έβγαλε το λογικό (και βολικό) συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει έργο χωρίς δημιουργό, δεν υπάρχει έπιπλο χωρίς επιπλοποιό ή τραγούδι χωρίς τραγουδοποιό. Πολύ σωστά. Ολα ανεξαιρέτως τα τραγούδια κάποιος τα δημιούργησε. Το να είναι ή να μην είναι γνωστό το όνομά του, δεν ενδιαφέρει και τόσο όσους λαμβάνουν αληθινή ευχαρίστηση όταν το ακούν ή το τραγουδούν, αλλά ενδιαφέρει πολύ όσους λαμβάνουν χρήματα και φήμη από την εμπορία των αντιτύπων του.

Τα τραγούδια που δεν γνωρίζουμε ποιος τα έγραψε είναι πολύ περισσότερα από όσα φανταζόμαστε. Αυτά θα τα χωρίζαμε σε δύο κατηγορίες:

σ' εκείνα που πραγματικά δεν γνωρίζουμε το δημιουργό τους (δημοτικά και πολλά νεότερα αστικά λαϊκά) και

σ' εκείνα που γνωρίζουμε το δημιουργό τους.

Μια υποκατηγορία περιλαμβάνει τα τραγούδια εκείνα για τα οποία ο αναφερόμενος (επί του δίσκου) δημιουργός είτε δεν είναι πράγματι αυτός είτε αμφισβητείται. Ας αναφέρουμε για παράδειγμα το τραγούδι που έσπασε τα ρεκόρ πωλήσεων στην εποχή του, την περίφημη «Μαντουμπάλα», που το υπογράφει ως συνθέτης ο Στέλιος Καζαντζίδης. Στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για ένα τραγούδι από τον ινδικό κινηματογράφο, σύνθεση των Ινδών δημιουργών Shankar & Jaikishan. Το ευτράπελο είναι πως ούτε κι ο Καζαντζίδης, που το υπογράφει, έκανε τίποτε επ' αυτού, πλην της ερμηνείας. Η προσαρμογή της μουσικής στα ελληνικά λόγια ανήκουν στον Θόδωρο Δερβενιώτη, που την εποχή εκείνη διατελούσε «διευθυντής» στην εταιρεία Columbia.

Τα παραπάνω είναι τεκμηριωμένα διά της μαρτυρίας του Δερβενιώτη σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη στον υπογράφοντα. Ενα άλλο ωραίο παράδειγμα είναι ορισμένα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, οι στίχοι των οποίων είναι παρμένοι από δημοτικά τραγούδια: Το τετράστιχο π.χ. του τραγουδιού «Ατακτη»: «Ηθελα να σ' αντάμωνα να σούλεγα καμπόσα / κι αν δεν σου γύριζα το νου, να μου 'κοβαν τη γλώσσα». Οποιος θέλει μπορεί να το βρει απαράλλακτο στη σελίδα 520 του βιβλίου του Arnoldus Passow «Carmina Popularia» (Ελληνικός τίτλος «Τραγούδια Ρωμέικα»), το οποίο εκδόθηκε στη Λειψία το έτος 1860(!).

Τι έχει συμβεί; Δύο ενδεχόμενα υποβάλλει η ψυχρή λογική: Είτε ο Arnoldus Passow, πριν γράψει το βιβλίο του, ταξίδεψε στο μέλλον και άκουσε το δίσκο του Βαμβακάρη, είτε ο Βαμβακάρης χρησιμοποίησε την ίδια πηγή με τον Passow, δηλαδή πήρε ένα δημοτικό τραγούδι και το έκανε δικό του. Η ψυχρή λογική είναι αντιπαθέστατη, διότι π.χ. κάνει να φαινόμαστε σαν να θέλουμε να εκθέσουμε είτε τον Passow ως εξωγήινο είτε τον Μάρκο Βαμβακάρη ως λογοκλόπο. Στη μελέτη όμως της ιστορίας των τραγουδιών, και ιδίως των τραγουδιών των ανώνυμων δημιουργών, φαίνεται πως ηττάται η αριστοτελική λογική, ενώ θριαμβεύει η θεωρία της σχετικότητας του Αλβέρτου Αϊνστάιν.

Η προ Δίσκου εποχή
Αν υποθέσουμε πως δεν υπήρχαν οι δίσκοι, πόσα, άραγε, θα ήσαν σήμερα τα τραγούδια (γενικώς) και πόσα από αυτά (ειδικώς) θα ήσαν αδέσποτα; Το πιθανότερο είναι ότι τα τραγούδια θα ήταν δραματικά λιγότερα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων θα ήταν «αγνώστων συνθετών».  

Μια ματιά στην τελευταία π.Δ. (προ Δίσκου) εποχή είναι χαρακτηριστική: Στην αυγή του 20ού αιώνα όλες οι συνθήκες που σήμερα ευνοούν, παράγουν και συντηρούν τους επαγγελματίες συνθέτες της εμπορικής μουσικής ήταν στη θέση τους. Η αστική κοινωνία, οι κοινωνικές τάξεις, οι εργαζόμενοι και οι επιχειρηματίες, η διασκέδαση, οι έρωτες, τα βάσανα της ζωής, οι μουσικοί, οι τραγουδιστές, όλα πλην ενός: ο δίσκος και τα δύο συνεπαγόμενά του, η δόξα και το χρήμα για τους δημιουργούς. Αυτά ακριβώς είναι που δημιούργησαν τους... δημιουργούς, δηλαδή το είδος εκείνο του επαγγελματία λαϊκού συνθέτη, στην υπηρεσία των εταιρειών δίσκων, ο οποίος δεν υπήρχε πριν αρχίσουν να μοιράζονται χρήματα από πνευματικά δικαιώματα.

Δεν υπάρχουν δηλαδή, στην προ Δίσκου εποχή αντίστοιχοι, επώνυμοι επαγγελματίες λαϊκοί συνθέτες, όπως ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου, ο Παπάζογλου και τόσοι άλλοι. Αυτοί είναι οι πρώτοι. Ο επαγγελματίας λαϊκός συνθέτης είναι δημιούργημα της βιομηχανίας των δίσκων και ειδικώς στην Ελλάδα εμφανίζεται σταδιακά από το 1931 και εξής. Οποιος ψάχνει τραγούδια λαϊκών ανθρώπων (που να είναι επαγγελματίες συνθέτες) στους δίσκους πριν από την εποχή αυτή, ματαιοπονεί. Οι μόνοι συνθέτες που εμφανίζονται από υπάρξεως γραμμοφώνου, μέχρι τότε, είναι συνθέτες λόγιοι ή συνθέτες του μουσικού θεάτρου, των καντάδων και άλλων ελαφρών τραγουδιών ευρωπαϊκού στιλ, όπως π.χ. ο Σπύρος Σαμάρας, ο Ναπολέων Λαμπελέτ, ο Μανώλης Καλομοίρης, ο Τίτος Ξηρέλης, ο Θεόφραστος Σακελλαρίδης, ο Νίκος Χατζηαποστόλου κ.ά.

Τα αστικά λαϊκά τραγούδια, τα πρώτα (λεγόμενα) ρεμπέτικα, και άλλες λαϊκές μορφές, μια φυσική εξέλιξη των δημοτικών τραγουδιών που κυκλοφορούσαν στο στόμα του λαού, ήσαν τραγούδια ανωνύμων, τα οποία σιγά σιγά εξαφάνισε η δράση των επαγγελματιών λαϊκών επωνύμων, είτε διά της λήθης είτε διά της αυθαίρετης οικειοποίησης π.χ. «Το σαλβάρι του Κιόρογλου», ένα δημοτικό μικρασιάτικο που κυκλοφόρησε σε δίσκο (Odeon GA 1653 - Αθήνα 1932) ως σύνθεση του Σταύρου Παντελίδη.

Νέοι δεσπότες
Ο «Μπαρμπα-Γιάννης κανατάς» δεν είναι το μόνο αδέσποτο τραγούδι που έγινε επιτυχία. Είναι πλήθος τα αδέσποτα που άλλα μεν παρέμειναν αδέσποτα κι άλλα απέκτησαν... δεσπότες μόλις μπήκαν στα γραμμόφωνα. Ιδού μερικά από αυτά:

- «Αϊντε να πεθάνεις». Γνωστό από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά στο δίσκο του 1928 με τον Αντώνιο Διαμαντίδη αναφέρεται το όνομα του Σαλαβαρή ως συνθέτη του.

- «Δυο γυφτοπούλες». Δημοτικό τραγούδι που ηχογραφήθηκε το 1930 στην Αμερική με τη Μαρίκα Παπαγκίκα και στην Αθήνα το 1930 με τον Κώστα Ρούκουνα. Αργότερα εκδόθηκε και με τον Μάρκο Βαμβακάρη στο όνομά του.

- «Εκατό δραχμές τη μέρα» ή «Ο εργάτης», λαϊκό αγνώστου που τραγουδιόταν στη Σμύρνη πριν από το 1922, αλλά και στη Θράκη ως δημοτικό (κατεγράφη από τον Παντελή Καβακόπουλο). Εκδόθηκε στην Αμερική με τον Κώστα Δούσα και στην Αθήνα σε δύο εκτελέσεις, η μία με τον Κ. Ρούκουνα και η άλλη με τον Στελλάκη Περπινιάδη στο όνομα του Παναγιώτη Τούντα.

- «Σαν πεθάνω στο καράβι». Πλούσιο το... βιογραφικό του. Τραγουδιέται από το 1860 περίπου. Τότε το κατέγραψε (με τη μουσική του) η Μαντάμ Λαφφόν στη Σμύρνη (σύζυγος του Γάλλου προξένου) και συμπεριελήφθη σε δύο παραλλαγές (η δεύτερη από την Αθήνα) στη συλλογή του Bourgault-Ducoudray «Melodies Populaires de Grece & D' Orient» που δημοσιεύθηκε το 1876 στο Παρίσι. Μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922 μαρτυρούσαν ότι το τραγουδούσαν οι παππούδες τους. Στην Αμερική ηχογραφήθηκε πρώτη φορά από τον Γ. Κατσαρό προς το τέλος της δεκαετίας του '20 και στα μεταπολεμικά χρόνια κυκλοφόρησε ακόμα μία ηχογράφησή του με τη Σωτηρία Μπέλλου και με συνθέτη τον... Μπάμπη Μπακάλη!

Αλλα γνωστά αγνώστων είναι η περίφημη «Ελλη» που ήθελε σκότωμα, το «Καλογεράκι θα γινώ» (που το διεκδίκησε ο Δημήτρης Μαγνήσαλης), οι «Ομολογίες» (Βασίλης Βερμίσογλου), το «Εμαθα πως είσαι μάγκας», που το έγραψε στ' όνομά της η Αμαλία Βάκα στην Αμερική, ο «Μποχώρης», που το οικειοποιήθηκε ο Στέλιος Χρυσίνης, ο «Μεμέτης», ο «Τσακιτζής», «Τα παιδιά της γειτονιάς σου», «Μες του Συγγρού τη φυλακή», «Τι σε μέλει εσένανε», «Το κουτσαβάκι» και πολλά άλλα.

Οσο τα τραγούδια κυκλοφορούν ελεύθερα από στόμα σε στόμα και κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα μετατρέψει σε εμπορεύσιμο προϊόν, δεν έχει και πολλή σημασία το ποιος τα δημιούργησε. Αφού δεν γράφονται πουθενά κι αφού με την προφορική διάδοση ο καθένας τα τραγουδά όπως μπορεί ή όπως θέλει, διαρκώς μεταβάλλονται, τόσο πολύ, που κι αυτοί που τα έγραψαν να μην τα αναγνωρίζουν. Οσο πλατιά κι αν κυκλοφορεί ένα τέτοιο τραγούδι, κανένας ούτε πληρώνει ούτε εισπράττει τίποτε από τη διάδοσή του. Ετσι δεν υπάρχει οικονομικό κίνητρο για να γραφτούν λαϊκά τραγούδια. Το μόνο κίνητρο είναι το αγνό μεράκι, η ανάγκη έκφρασης, έτσι όπως γινόταν με τα λαϊκά τραγούδια εις τους αιώνας των αιώνων. Μόλις όμως έγινε δυνατή η ηχητική αποτύπωση και η αναπαραγωγή τους σε αντίτυπα προς πώλησιν, τότε ήρθε και το κίνητρο που ανέτρεψε το μέχρι τότε ισχύον καθεστώς.*

Ούτε τα δημοτικά δεν γλίτωσαν
Από το καθεστώς της ανωνυμίας δεν βγήκαν μόνο τα αδέσποτα λαϊκά, αλλά και τα δημοτικά τραγούδια, καθώς και αυτά απέκτησαν τους «συνθέτες» τους, πράγμα αδιανόητο μεν, φυσικό επακόλουθο δε, αφού αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής, τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο των εκδόσεων, και τα ποσοστά της πνευματικής «ιδιοκτησίας» τους δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα.

Ιδού μερικά παραδείγματα:  
 

ΠΡΟΣΩΠΑ - Paul McCartney: Γιατί είναι σημαντικό να έχεις καλούς ανθρώπους γύρω σου -- Δεν ήθελα να δώσω $50 εκατ. για να αγοράσω τα τραγούδια μου

Γράφει ο Paul McCartney περί Κατοχής Δικαιωμάτων


Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 βρέθηκα κάπου έξω με τον Michael Jackson και μου ζήτησε συμβουλές σταδιοδρομίας.  
 
Είπα: "Εντάξει, τρία πράγματα: Πρώτα απ’ όλα, βρες έναν πολύ καλό μάνατζερ, έχεις φοβερή επιτυχία και θα δεις πολύ χρήμα να έρχεται. Χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει να το διαχειριστείς. 
 
Δεύτερον, κοίτα να κάνεις βίντεο". (Λίγο αργότερα, έκανε το "Thriller" και τότε σκέφτηκα πόσο κουλ ήταν που άκουσε τη συμβουλή μου.)  
 
"Και, τέλος, πρόσεχε τα τραγούδια σου –να είσαι εσύ ιδιοκτήτης της δουλειάς σου– και μπες στην παραγωγή τραγουδιών". 
 
Και εκείνος είπε: "ΟΚ, θα πάρω τα δικά σου!".  
 
Έκανα πως γέλασα. Δεν πίστευα ότι μιλούσε σοβαρά. Αλλά μιλούσε πολύ σοβαρά.
 
Όλα άρχισαν από το ξεκίνημα των Beatles, όταν υπογράψαμε το συμβόλαιο κυκλοφορίας μουσικής. Δεν μας ένοιαζε τι ήταν αυτό: Ήμασταν όπως κάθε συγγραφέας• θέλαμε το έργο μας να δημοσιευτεί. Αποδείχθηκε ότι τελικά ήταν ένα συμβόλαιο σκλαβιάς. Όσο επιτυχημένη κι αν κάναμε την εταιρεία, εμείς δεν παίρναμε αύξηση. 
 
Μετά τον θάνατο του John, μίλησα με τον Sir Lew Grade, τον ιδιοκτήτη της Northern Songs, της εταιρείας που κατείχε τα δικαιώματα κυκλοφορίας. Είπα: "Lew, αν πρόκειται ποτέ να πουλήσεις τη Northern Songs, θέλω πρώτα να έρθεις σ’ εμένα". 
 
Είπε: "Δεν πρόκειται ποτέ να την πουλήσω".  
 
Αργότερα ήρθε σ’ εμένα και είπε: "ΟΚ, την πουλάω – για $20 εκατομμύρια".
 
Αλλά δεν ήθελα να είμαι αυτός που θα αγόραζε τον John. Έτσι, πήγα στους ανθρώπους του John και είπα: "Έχουμε αυτή την ευκαιρία να αγοράσουμε τη Northern Songs, επιτέλους. Κάνει $20 εκατ., $10 εκατ. από μένα, $10 εκατ. από εσάς. Και πρέπει να γίνει αυτό. Τι λέτε;".  
 
Η απάντηση: "Α, όχι, μπορούμε να την πάρουμε για $4 εκατ.". 
 
Είπα: "Δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό".  
 
Η αγορά τελικά δεν προχώρησε και ο Michael αργότερα κατέληξε να την αγοράσει από τον Robert Holmes a Court αντί $47,5 εκατ.  
 
Δεν ήμουν πρόθυμος να πληρώσω τόσο πολλά για τα δικά μου τραγούδια. Είναι δύσκολο, όταν τα γράφεις για το τίποτα, να πληρώνεις $50 εκατομμύρια για να τα πάρεις πίσω.  
 
Είναι τόσο σημαντικό να έχεις καλούς ανθρώπους γύρω σου. Γι’ αυτό είμαι έστω και λίγο κοντά σε αυτήν τη λίστα. 
 
Οι δικηγόροι μου, John και Lee Eastman, είναι πολύ έξυπνοι, και οι δυο τους φοβεροί τύποι, και τους ακούω. Τα τελευταία χρόνια με βοήθησαν...
 

ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΣΟΥΡΓΕΛΟΨΩΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Σταμάτη μπας και είσαι με τον Μητσοτάκη;

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΝΙΚΑ

Ο νεοελληνικός σουρεαλισμός πορεύεται με ό, τι βρει και όποιον βρει. Μάλιστα ως φαίνεται ο Covid 19 χτυπάει παντού. Ενίοτε διεισδύει στη φαιά ουσία και έτσι μεταλλάσσει το λογικό και καταστρέφει, εντελώς, «τας φρένας» Αντε τώρα να ανταλλάξεις λογικά επιχειρήματα με κάποιον που τα έχει χάσει ολοσχερώς
 
Η καραντίνα έφερε εγκλεισμό. Ο εγκλεισμός έφερε απομόνωση. Η απομόνωση έφερε ταραχή. Η ταραχή κλόνισε τον φέροντα, υπαρξιακό, οργανισμό. Και ο κλονισμένος φέρων οργανισμός έφερε απογείωση σε ένα παράλληλο σύμπαν. Εν προκειμένω το ζήτημα αυτής της παθήσεως δεν αφορά λοιμωξιολόγους και επιδημιολόγους. Είναι αποκλειστικής αρμοδιότητας ψυχοθεραπευτών. Αξιότιμε κύριε Μωυσή Γιωσαφάτ ιδού μια από τις περιπτώσεις που πρέπει κάθε ψυχίατρος να μελετά και να ερευνά!

Εκπληκτος, όπως πάντα συμβαίνει σ αυτό τον τόπο των θαυμάτων, διάβασα πως ο οικονομικός διαχειριστής του Δήμου της Αθήνας ικανοποίησε το αίτημα του Σταμάτη Κραουνάκη. Ο οποίος επειδή διαφώνησε με την αυτοσχέδια συναυλία της Πρωτοψάλτη, απαίτησε από τον Δήμο, φορέα που οργάνωσε αυτή την «πρόχειρη» συναυλία, οκτακόσια ευρώ. Ως αποζημίωση πνευματικών δικαιωμάτων. Με το επιχείρημα, μάλιστα, πως μ αυτό το ποσό θα βοηθηθούν «πάσχοντες και αδυνατούντες καλλιτέχνες δημιουργοί». Τώρα ποιους ακριβώς εννοεί μόνο ο Σταμάτης γνωρίζει. Παρ’ τα του είπαν. Αντε γεια!

Η λογική υπακούει στην πολιτική. Και η πολιτική στην παραταξιακή, κομματική τακτική. Μεθερμηνευόμενο πα να πει πως αν η Πρωτοψάλτη, μαζί με τους τρεις μουσικούς της, έπιανε στασίδι έξω από το σπίτι του Αλέξη Τσίπρα η έξω από τα γραφεία του ΣΥΡΙΖΑ κανένα πρόβλημα. Ούτε πνευματικά δικαιώματα, ούτε «αδυνατούντες καλλιτέχνες δημιουργοί»

Το ίδιο θα συνέβαινε αν η Πρωτοψάλτη με την παρέα της έπιαναν στασίδι έξω από την οικία του Μήτσου Κουτσούμπα. Ισως και της Φώφης Γεννηματά. Όμως η περίπτωση του Κυριάκου είναι σταμπαρισμένη. Είναι μολυσμένη. Είναι εχθρική. Είναι ολότελα αντιλαική

Με ένα λόγο ο Σταμάτης πορεύεται με το δικό του Face control. Γι αυτές τις περιπτώσεις. Όχι φυσικά για την είσοδο των πελατών του. Ποιος ξέρει άραγε αν ανάμεσα στην πελατεία του, στα στέκια των παραστάσεών του, βρέθηκαν ψηφοφόροι του Μιχαλολιάκου και του Ηλία Κασιδιάρη. Εκεί, σου λέει, ισχύει ο γνωστός και άγραφος κανόνας της Τέχνης. Κάθε μορφής, κατηγορίας και είδους. Οπου λέει πως η μουσική και τα τραγούδια ανήκουν σε όλους. Και μάλιστα ακόμα καλύτερα αν κάποιοι ακροδεξιοί τα ακούνε και τα σιγοτραγουδάνε. Και είναι καλύτερα γιατί μέσα από «προοδευτικά τραγούδια» ίσως κι αυτοί οι αμετανόητοι φασίστες να βάλουν μυαλό και να επανέλθουν στον δρόμο το σωστό!

Επομένως ο Σταμάτης είναι εκείνος που απαγορεύει η επιτρέπει. Ανάλογα με τα δικά του κομματικά κριτήρια.  


Θέλει ο Σταμάτης; Κανένα πρόβλημα. 


Δεν θέλει; Τότε ο παραβάτης να τιμωρηθεί, να διασυρθεί και η οργανωτική αρχή να καταβάλλει το αντίτιμο των πνευματικών δικαιωμάτων

Επομένως ο συνθέτης είναι ο απόλυτος άρχων. Καμία σημασία αν η φωνή της Πρωτοψάλτη ερμήνευσε τον στίχο «η σωτηρία της ψυχής είναι μεγάλο πράγμα». Ο τραγουδιστής είναι της Β Εθνικής. Τα τραγούδια αποκλειστικό περιουσιακό στοιχείο του συνθέτη. Μόνο του συνθέτη. Η Τέχνη έχει πάρει οριστικό διαζύγιο από την δημοκρατία. Η Τέχνη είναι δικτατορικό προνόμιο του συνθέτη. Σκάσε και κολύμπα

Και για να τελειώνω.


 Ο Σταμάτης με εκείνη την παροιμιώδη εξώδικη διαμαρτυρία του, πρόσφερε μέγιστη υπηρεσία στον Κυριάκο Μητσοτάκη: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Η σωτηρία του καπιταλισμού

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ


Σ​​ήμερα ο καπιταλισμός αντιμετωπίζει νέες προκλήσεις. Αυτό που ζούμε σε πολιτικό επίπεδο, δηλαδή η άνοδος του λαϊκισμού στη Δύση, δεν είναι παρά το εποικοδόμημα των τεκτονικών αλλαγών στην οικονομία της.  


Η μεταφορά παραγωγικών δραστηριοτήτων στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και το χάσμα των οικονομικών ανισοτήτων μέσα στις δυτικές κοινωνίες, δημιουργεί εύφορο έδαφος σε αντιδραστικές απόψεις, εκείνες που προπαγανδίζουν κάποια μαγική επιστροφή στο παρελθόν ως τη μόνη λύση για όλα τα προβλήματα και όλες τις ανησυχίες.  


«Η απειλή για τον καπιταλισμό», γράφει στο τελευταίο του βιβλίο ο καθηγητής του Μπέρκλεϊ και πρώην υπουργός Εργασίας των ΗΠΑ (στην κυβέρνηση Κλίντον) Robert B. Reich, «δεν είναι πλέον ο κομμουνισμός ή ο φασισμός, αλλά η σταθερή υπονόμευση της εμπιστοσύνης που είναι αναγκαία για τη σταθερότητα και την ανάπτυξη των σύγχρονων κοινωνιών. Οταν οι περισσότεροι άνθρωποι σταματούν να πιστεύουν ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους έχουν ίσες ευκαιρίες για να επιτύχουν τους στόχους τους αρχίζει να καταρρέει το σιωπηρό κοινωνικό συμβόλαιο στο οποίο βασίζονται οι κοινωνίες για να υπάρχει εθελοντική συνεργασία».


Ο μόνος τρόπος για να ανακοπεί η αυτοκαταστροφή του καπιταλισμού, γράφει ο Robert B. Reich στο βιβλίο του «Καπιταλισμός για τους πολλούς, όχι για τους λίγους» (εκδ. Α.Α. Λιβάνη), είναι να αλλάξουν οι βασικοί κανόνες του. 


Αυτοί «δεν είναι γραμμένοι πάνω σε πέτρα. Γράφονται και εφαρμόζονται από τους ανθρώπους».  


Ο μόνος τρόπος για να σωθεί ο καπιταλισμός –γράφει– είναι να ξαναγίνει καπιταλισμός, δηλαδή ένα σύστημα που επιτρέπει στους ανθρώπους με καλές ιδέες να δουλέψουν σκληρά και να πετύχουν. Σήμερα αυτό χάνεται στις ΗΠΑ. Ο παλιός πλούτος προστατεύεται και το Αμερικανικό Ονειρο εκπνέει. Παλιά πλούσιοι ήταν επιχειρηματίες πρώτης γενιάς. «Το 2014 οι έξι στους δέκα πλουσιότερους Αμερικανούς ήταν κληρονόμοι παλαιότερων περιουσιών». Και δεν είναι μόνον αυτό. Την ίδια χρονιά, «οι έξι κληρονόμοι της WalMart είχαν περισσότερο πλούτο από το φτωχότερο 42% των Αμερικανών ενώ το 2007 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 30,5%.


Αυτό που άλλαξε δραματικά τα τελευταία χρόνια, ήταν ότι η πολιτική κουρσεύτηκε από το επιχειρηματικό χρήμα. «Ο καπιταλισμός», είπε σε μια συνέντευξή του ο Robert B. Reich, «είχε έναν μηχανισμό που τον έσωζε από τις υπερβολές του. Ονομάζεται Δημοκρατία».  


Αυτό χάνεται στις ΗΠΑ με τις μεγάλες ομάδες των λόμπι στην Ουάσιγκτον και τις χρηματοδοτήσεις των υποψηφίων από μεγάλα συμφέροντα, τα οποία τελικώς καταστρέφουν την ίδια τη φύση του καπιταλισμού.  


Δεν έχουμε πλέον να κάνουμε με καπιταλισμό που στόχο έχει την παραγωγή νέου πλούτου, αλλά με συντεχνίες που επιχειρούν και καταφέρνουν τη νομοθετική προστασία του παλιού πλούτου.


Για τον καθηγητή του Μπέρκλεϊ η συζήτηση που γίνεται παντού και πάντα με το δίλημμα κράτος ή αγορά είναι ανόητη. «Δεν μπορεί να υπάρξει “ελεύθερη αγορά” χωρίς το κράτος», γράφει. «Η “ελεύθερη αγορά” δεν υπάρχει στη φύση, δεν υπάρχει έξω από το πλαίσιο του πολιτισμού. Ο ανταγωνισμός στη φύση είναι ανταγωνισμός για την επιβίωση, στον οποίο συνήθως επικρατεί ο μεγαλύτερος και ο δυνατότερος. Αντίθετα, ο πολιτισμός χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη κανόνων: οι κανόνες δημιουργούν αγορές και τα κράτη δημιουργούν τους κανόνες... Το κράτος δεν “εισβάλλει” στην “ελεύθερη αγορά”. Δημιουργεί την αγορά...».


Ο Robert B. Reich εξηγεί ότι για να υπάρξει ελεύθερη αγορά πρέπει να ληφθούν κάποιες πρωταρχικές αποφάσεις, οι οποίες θέτουν τους κανόνες του παιγνιδιού. 


Οι αποφάσεις αυτές αφορούν:


1. Την ιδιοκτησία: τι μπορεί να κατέχει κάποιος.


2. Τα μονοπώλια: ποιος είναι ο επιτρεπτός βαθμός ισχύος στην αγορά.


3. Τις συμβάσεις: τι μπορεί να πωληθεί και να αγοραστεί και με ποιους όρους.


4. Τη χρεοκοπία: τι συμβαίνει όταν κάποιος δεν μπορεί να πληρώσει.


5. Την επιβολή των κανόνων: πώς διασφαλίζεται ότι κανείς δεν θα παραβιάζει κάποιον από αυτούς τους κανόνες.


Σύνθετες απαντήσεις


Οι απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα δεν είναι πλέον απλές, όπως ήταν κατά το παρελθόν. Η ιδιοκτησία, για παράδειγμα, ορίζεται όλο και περισσότερο από νομοθετήματα. Υπάρχει, για παράδειγμα, η πατέντα που έχει η Amazon για «ηλεκτρονική αγορά προϊόντων με ένα κλικ». Αυτό που μοιάζει φυσιολογική ανθρώπινη δραστηριότητα, καμιά άλλη εταιρεία δεν μπορεί να το εφαρμόσει. Προστατεύεται νομοθετικά! Η εταιρεία δεν κερδίζει πλέον από την καινοτομία της, αλλά από το γεγονός ότι σκέφτηκε και κατοχύρωσε κάτι που παλιότερα δεν θα μπορούσε να κατοχυρωθεί. Ετσι οι εταιρείες πλέον ασχολούνται περισσότερο με την κατοχύρωση πατεντών παρά με την παραγωγή νέων τεχνολογιών. Οπως επισήμανε το 2012 μια σύμβουλος του Λευκού Οίκου για θέματα πνευματικής ιδιοκτησίας, «η Google και η Apple έχουν δαπανήσει περισσότερα χρήματα για την απόκτηση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και για τις δικαστικές διαμάχες μεταξύ τους, απ’ ό,τι για έρευνα και ανάπτυξη».


Αυτό είναι το αποτέλεσμα του λόμπινγκ, που επί πολλά έτη έχουν κάνει οι επιχειρήσεις πληροφορικής και βιοτεχνολογίας αλλάζοντας ακόμη και αυτή την έννοια τη ιδιοκτησίας. Μέχρι τη δεκαετία του ’70, οργανισμοί που υπήρχαν στη φύση (όπως είναι οι ιοί) δεν μπορούσαν να πατενταριστούν. Οποιοσδήποτε μπορούσε να παράγει εμβόλια από αυτούς, με αποτέλεσμα ο ανταγωνισμός πολλών εταιρειών να ρίχνει το κόστος. Αυτό άλλαξε. Οι ζωντανοί οργανισμοί γίνονται ιδιοκτησία εταιρειών και αυτό δεν είναι καν το χειρότερο: η διάρκεια των πνευματικών δικαιωμάτων διαρκώς μεγαλώνει, εις βάρος εκείνων που χρειάζονται τα φάρμακα και τα εμβόλια. 


Το ίδιο συμβαίνει διαρκώς και για τα πνευματικά έργα. Είναι χαρακτηριστικό ότι και το Ευρωκοινοβούλιο διεύρυνε τον χρόνο προστασίας δικαιωμάτων των μουσικών έργων, λίγο πριν εκπνεύσει η προστασία των τραγουδιών των Beatles.


Το βασικό πρόβλημα του καπιταλισμού σήμερα είναι ότι...


ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Το περιεχόμενο (των κηφήνων-σοσιαλιστών στα έσοδα -δηλαδή στην υποχρεωτική φορολόγηση- και καπιταλιστών στο παραγόμενο προϊόν) της ΕΡΤ και η διεθνής πρακτική στον φιλελεύθερο πολιτισμένο κόσμο



Λίγοι γνωρίζουν ότι ο μεγαλύτερος παραγωγός δωρεάν πληροφορίας στον κόσμο είναι το αμερικανικό κράτος. Δεν είναι μόνο οι νόμοι, τα διατάγματα, οι εγκύκλιοι –γενικώς η νομοθετική παραγωγή– που γίνονται αυτομάτως δημόσια δεδομένα. Κάθε «έργο του αμερικανικού κράτους, δηλαδή έργο που παρήχθη από αξιωματούχο ή δημόσιο υπάλληλο ως μέρος των εργασιακών του καθηκόντων», δεν προστατεύεται από τους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Ακόμη και τα δαπανηρά στην παραγωγή αποτελέσματα των ερευνητικών εργαστηρίων (π.χ. των Ενόπλων Δυνάμεων), ακόμη και οι υπέροχες φωτογραφίες ή βίντεο που παράγει η NASA και βλέπουμε κατά καιρούς στους τηλεοπτικούς μας δέκτες.


Αυτή η σοσιαλιστική λογική του μεγαλύτερου καπιταλιστικού κράτους στον κόσμο είναι απλή: οι φορολογούμενοι έχουν ήδη πληρώσει για την παραγωγή αυτής της πληροφορίας και επομένως είναι ιδιοκτήτες της.


Οποιοσδήποτε μπορεί να την πάρει και να τη χρησιμοποιήσει κατά το δοκούν. Ταυτοχρόνως, είναι και πολύ αποτελεσματική. Ολόκληρες βιομηχανίες έχουν στηθεί από τα αποτελέσματα της κρατικής έρευνας. Το Διαδίκτυο είναι το πιο γνωστό παράδειγμα, αλλά είναι εκατοντάδες χιλιάδες οι τομείς όπου τα αποτελέσματα της κρατικής έρευνας έφτιαξαν κερδοφόρους επιχειρήσεις. Τα γυαλιά ηλίου φτιάχτηκαν για να μην τυφλώνονται οι πιλότοι των μαχητικών αεροπλάνων· ο φούρνος μικροκυμάτων ήταν υποπροϊόν της έρευνας για τα ραντάρ· τα λέιζερ που χρησιμοποιούνται στην ιατρική και αλλού κατασκευάστηκαν για τον αμερικανικό στρατό, όπως και το GPS το οποίο όλοι χρησιμοποιούμε για να βρούμε τον δρόμο μας.


Κι εδώ η λογική είναι απλή (όλοι οι φορολογούμενοι έχουν δικαίωμα στα αποτελέσματα της έρευνας που χρηματοδοτούν), αλλά και πολύ πρακτική. 


 Είναι προτιμότερο να εμπορικοποιούνται τα αποτελέσματα των κρατικών ερευνών από αυτούς που ξέρουν να επιχειρούν, παρά να μένουν στα συρτάρια του κράτους ή να προσπαθεί το κράτος να γίνει επιχειρηματίας.  


Φαντάζεται κανείς ότι το κράτος –έστω το αμερικανικό– θα μπορούσε να αναπτύξει την αγορά των φούρνων μικροκυμάτων; 


Τι θα ήταν το Διαδίκτυο αν έλειπαν οι επιχειρήσεις σαν το Facebook, το Twitter κ.λπ. ή πρωτοβουλίες μη κερδοσκοπικών οργανισμών όπως η παγκόσμια βιβλιοθήκη Gutenberg.org ή οι οργανώσεις ανοιχτού λογισμικού κ.λπ.; 


 Η κρατικά χρηματοδοτούμενη έρευνα λειτουργεί σαν πλατφόρμα, πάνω στην οποία δημιουργείται ένας πολύ παραγωγικός βιότοπος. Εκεί βλασταίνουν επιχειρήσεις, μη κερδοσκοπικές πρωτοβουλίες κ.λπ. Το κράτος δίνει δωρεάν την πληροφορία του και φορολογεί το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα.  


Αν είχε γραφειοκρατικοποιηθεί το σύστημα με κανόνες πνευματικής ιδιοκτησίας δεν θα είχαμε Διαδίκτυο· το τελικό οικονομικό αποτέλεσμα θα ήταν πιο μικρό και το αμερικανικό κράτος πιο φτωχό. Μόνο στην κοινωνία και κατ’ επέκταση στην αγορά η βασική έρευνα μπορεί να δώσει χρήσιμα προϊόντα. Δεν είναι τυχαίο ότι στις ΗΠΑ φτιάχτηκε ο προσωπικός υπολογιστής, ενώ η ΕΣΣΔ προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον αντιγράψει.


Στα δημόσια ραδιοτηλεοπτικά μέσα των ΗΠΑ τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα. Η εταιρεία Corporation Public Broadcasting, που διαχειρίζεται το δημόσιο ραδιόφωνο (National Public Radio, NBR) και τη δημόσια τηλεόραση (Public Broadcasting Service, PBS), έχει ιδρυθεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αλλά θεωρείται και είναι –σε αντίθεση με την ΕΡΤ– ανεξάρτητος μη κερδοσκοπικός οργανισμός. Χρηματοδοτείται εν μέρει μόνο από το Δημόσιο (σε όλα τα επίπεδα: ομοσπονδιακό, πολιτειακό, ακόμη και από δήμους) σε ποσοστό 35-45%. Στον τελευταίο ισολογισμό του 2014 διαβάζουμε ότι 65% των εσόδων του ήταν από ιδιωτικές εισφορές, σε αντίθεση φυσικά με την ΕΡΤ που χρηματοδοτείται σχεδόν αποκλειστικά από υποχρεωτική –μέσω των λογαριασμών ηλεκτρικού ρεύματος– φορολογία. Εκεί ισχύουν κάποιοι περιορισμοί πνευματικής ιδιοκτησίας, κυρίως ως προς το πρόγραμμα τρίτων παραγωγών ή επειδή το παραγόμενο προϊόν εμπεριέχει προστατευμένο περιεχόμενο τρίτων. Η βασική λογική όμως που διέπει και το NBR και το PBS είναι να εμπλουτίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο τη δημόσια σφαίρα με μη προστατευμένο περιεχόμενο. Και αυτό για έναν πολύ απλό λόγο.


Τα δημόσια μέσα δημιουργήθηκαν επειδή η αγορά απέτυχε να προσφέρει περιεχόμενο που μια κοινωνία θεωρεί επωφελές, όπως είναι τα ντοκιμαντέρ, οι συναυλίες, οι συζητήσεις κ.λπ.· στην περίπτωση της Ελλάδος, να προσθέσουμε και τις θρησκευτικές τελετές. Ο φορολογούμενος βάζει το χέρι στην τσέπη για να προωθήσει αυτά τα πολιτιστικά προϊόντα και είναι προς όφελός του η μεγαλύτερη δυνατή διασπορά τους.


Οσο περισσότερο μεταδίδονται ή αναμεταδίδονται τα πολιτιστικά προϊόντα των δημόσιων μέσων, τόσο περισσότερο τόπο πιάνουν τα λεφτά των φορολογουμένων. Καθ’ υπερβολήν θα λέγαμε ότι σκοπός της δημόσιας τηλεόρασης είναι να ανοίγει τα μάτια των ιδιωτικών ή να πλοηγεί την παραγωγή περιεχομένου σε αυτά τα προγράμματα που η κοινωνία θεωρεί επωφελή. Στην πιο ακραία περίπτωση –και με την υπενθύμιση ότι εδώ είναι Ελλάδα και το περιεχόμενο της ΕΡΤ πολλάκις είναι ανιαρό και ανωφελές– θα λέγαμε μακάρι όλοι οι ιδιωτικοί τηλεοπτικοί σταθμοί να «έκλεβαν» το πρόγραμμα των δημοσίων Μέσων. Το τηλεοπτικό τοπίο θα ήταν καλύτερο.


Δεν γνωρίζουμε τι έγινε στη διαμάχη της ΕΡΤ με τον ΣΚΑΪ, σχετικά με την τηλεοπτική κάλυψη των εορταστικών εκδηλώσεων στην Τήνο.  


Η ΕΡΤ καταγγέλλει ότι «για περισσότερο από τρεις ώρες, ο ΣΚΑΪ αναμετέδιδε την εικόνα που με υψηλότατο κόστος παρήγε η ΕΡΤ με πεντακάμερο όχημα εξωτερικών μεταδόσεων και δορυφορικό όχημα που είχαν αποσταλεί στην Τήνο. Ο ΣΚΑΪ έκλεβε την εικόνα της ΕΡΤ από τον αέρα και την αναμετέδιδε». 


Ο ΣΚΑΪ ανταπάντησε ότι έστειλε τέσσερα δικά του συνεργεία και κάλυψε τις εκδηλώσεις, αλλά «σεβάστηκε το αίτημα της Μητρόπολης να μην μπει με δική του κάμερα εντός του Ιερού Ναού της Ευαγγελιστρίας προκειμένου να μη διασαλευτεί η ομαλή τέλεση της Θείας Λειτουργίας» και προφανώς πήρε και αναμετέδωσε κάποια πλάνα της τελετής από την ΕΡΤ.


Αυτό που είναι ακατανόητο στην καταγγελία της ΕΡΤ είναι η φράση που δείχνει τη σύγχυση της διοίκησής της, η οποία δηλώνει «αποφασισμένη να προστατεύσει με κάθε μέσο τα δικαιώματα της εταιρείας, το δημόσιο συμφέρον, καθώς και τη σκληρή δουλειά των ανθρώπων της». Αν ήταν ιδιωτική εταιρεία θα είχε δικαιώματα. Το «δημόσιο συμφέρον», όμως, για το οποίο κάθε ηλεκτροδοτούμενο σπίτι πληρώνει 3 ευρώ μηνιαίως, θέλει τη μεγαλύτερη δυνατή διάχυση της «δουλειάς των ανθρώπων της ΕΡΤ». Και υπό την έννοια αυτή θα έπρεπε να ενθαρρύνεται και ουχί να καταγγέλλεται η αναμετάδοσή της.


Το βασικό πρόβλημα της ΕΡΤ είναι... 

ΠΡΟΣΩΠΑ: Ενας φύλακας-άγγελος για την πορνογραφία



Τ​​ο όνομα αυτής, Σίλβια Νικόλοβα, και είναι από τη Σόφια της Βουλγαρίας. Γεννημένη το 1977, έχει μια μικρή κόρη και εργάζεται με πίστη και αφοσίωση περνώντας όλη της τη μέρα, ή τέλος πάντων το παραδοσιακό οκτάωρο εννέα με πέντε, παρακολουθώντας σκληρό πορνό.


Οπως λέει και η ίδια σε ένα πολύ χαριτωμένο βίντεο της Mel Films που αναπαρήγαγε η εξαιρετική ιστοσελίδα Narratively (This Woman Watches an Ungodly Amount of Porn... Because it’s her Job - narratively.ly/author/mel-magazine/), «παρακολουθώ δέκα εκατομμύρια φορές περισσότερο πορνό από τον μέσο άνθρωπο»...


Η Σίλβια δεν είναι ούτε νυμφομανής ούτε εθισμένη στο διαδικτυακό πορνό. Πριν από μερικά χρόνια είδε τυχαία την ανακοίνωση μιας θέσης εργασίας από μια εταιρεία που έχει ως έδρα το Σαν Φερνάντο Βάλεϊ του Λος Αντζελες (την επονομαζόμενη και «Μέκκα της αμερικανικής πορνοβιομηχανίας»: βρίσκεται ακριβώς πίσω από τον διάσημο λόφο με την επιγραφή «Χόλιγουντ»). Η εταιρεία ονομάζεται Porn Guardian και αποστολή της είναι να προστατεύει τα πνευματικά δικαιώματα των εταιρειών που εδρεύουν στην Αμερική και ειδικά στο Σαν Φερνάντο Βάλεϊ, όπως της Vivid, της Hustler κ.ά. Γι’ αυτό τον σκοπό προσλαμβάνει ανθρώπους σε διάφορα μέρη της υδρογείου οι οποίοι, από τη βάση τους, σερφάρουν μανιωδώς ανιχνεύοντας για πειρατικά βίντεο, συνήθως μεμονωμένες κλεμμένες σκηνές ή και πλάνα από ολοκληρωμένες ταινίες.


Με το που θα τις εντοπίσουν, δίνουν αμέσως αναφορά στην Porn Guardian η οποία αναλαμβάνει τα υπόλοιπα.  


Στο σχετικό βίντεο, η γλυκιά Σίλβια (η οποία μιλάει εξαιρετικά αγγλικά με φίνα σλάβικη προφορά) εξομολογείται πως όταν έκανε αίτηση για τη δουλειά, οι Αμερικανοί τη ρώτησαν αν, επειδή ήταν γυναίκα, ήταν σίγουρη πως δεν θα ένιωθε άβολα με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Η Σίλβια δεν είχε πρόβλημα.


Ακόμα δεν έχει εξηγήσει στη μικρή της κόρη πώς βγάζει το ψωμί της, θα περιμένει να μεγαλώσει λίγο πρώτα, όπως λέει, ωστόσο δεν αισθάνεται καμία αμηχανία. Μάλιστα, έχει γίνει εξπέρ: 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 
ΑΡΘΡΟ-ΚΑΤΑΠΕΛΤΗΣ  για τους σφετεριστες της παράδοσής μας
 
Γράφει η Μυροφόρα Ε. Ευσταθιάδου
Υποψ. Διδάκτωρ Λαογραφίας 
Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Τρεις φορές σύρθηκε σε αίθουσες δικαστηρίων η ΠΑΡΑΔΟΣΗ και τις τρεις αθωώθηκε. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή... 
 
 Κάποτε, κυρίως τις δεκαετίες ’60 και ’70, οι δισκογραφικές εταιρείες υποχρέωναν τους μουσικούς και τραγουδιστές των παραδοσιακών τραγουδιών να δηλώσουν ως δικές τους ατομικές δημιουργίες τα παραδοσιακά τραγούδια, προκειμένου να αμειφθούν γιατί δεν υπήρχε πρόβλεψη για εκτελεστικά δικαιώματα. Έτσι, η «Ιτιά ιτιά», το «κότσαρι», τα ακριτικά τραγούδια, τα μοιρολόγια και τόσοι άλλοι θησαυροί της Παράδοσής μας «αποτιμήθηκαν» και υπολογίστηκαν πόσο κοστίζουν!
Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Παύλος Στεφανίδης από Μούζενα

Η Α.Ε.Π.Ι. είναι εταιρεία προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων, μια ανώνυμη εταιρεία με διορισμένο συμβούλιο και με αυθαίρετα επιβαλλόμενα πρόστιμα, που έχει προκαλέσει την αντίδραση πολλών καλλιτεχνών, και όχι μόνο (λεπτομέρειες για την….αμαρτωλή Α.Ε.Π.Ι.) βλέπε: εδώ.

Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Ευγενία Ζευγαροπούλου από Χανάχ Αρνταχάν

Όλα ξεκίνησαν από την τροποποίηση του Νόμου Περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας (Ν.2121/1993) όπου υπάρχει μια εσκεμμένη(;) ασάφεια για τα παραδοσιακά τραγούδια. Προστατεύονται, όπως λέει ο νόμος οι μετατροπές έργων ή εκφράσεων της λαϊκής παράδοσης αλλά η προστασία αυτή δεν ισχύει για τις εκφράσεις της λαϊκής παράδοσης. Με άλλα λόγια, μπορεί να κατοχυρώσει κάποιος στο όνομά του ένα παραδοσιακό τραγούδι ή χορό, αλλά δε θα ζητηθούν από το συγκεκριμένο τραγούδι δικαιώματα σε ένα παραδοσιακό γλέντι. Στην πράξη όμως, τα δικαιώματα αυτά ζητούνται…

Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Σταύρης Πετρίδης από Όλασα

Το 2009 είχαμε το πρώτο κρούσμα στον ποντιακό κόσμο από την Α.Ε.Π.Ι., όπου ο Γ. Στεφανίδης κατηγορήθηκε γιατί τραγούδησε, ανάμεσα στα άλλα το «Αητέντ΄ς επαραπέτανεν», το οποίο είναι κατοχυρωμένο σε μία επώνυμο δημιουργό, μέλος της εν λόγω εταιρείας!!! Με τη συμβολή πολλών, ο Στεφανίδης αθωώθηκε και υπάρχει έτσι ένα δεδικασμένο για τα παραδοσιακά τραγούδια.

Η Α.Ε.Π.Ι. όμως «δεν έβαλε μυαλό» και το 2010 είχαμε άλλες δύο περιπτώσεις όπου και πάλι η Παράδοση σύρθηκε σε δικαστικές αίθουσες. Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων αθωώθηκε τελικά για τα ποντιακά παραδοσιακά τραγούδια που εκπέμπουν από το ραδιόφωνό της στη Θεσσαλονίκη. (βλέπε σχετικά: http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=218878). Την ίδια χρονιά αθωώθηκε από το Τριμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας και ο Σύλλογος Φίλων Μουσικής Αλμωπίας «Ο ΑΡΙΩΝ», που αρνήθηκε να πληρώσει δικαιώματα για παραδοσιακά τραγούδια (βλέπε: http://www.radiofono.gr/node/2355).
Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Αποστολίκας Αθανασιάδης από Ματσούκα

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε και νέο κρούσμα! Πληροφορήθηκα από τον Πρόεδρο του Συλλόγου Ποντίων Waiblingen «Οι Αργοναύτες» (http://www.opontos.de/, https:/www.facebook.com/profile.php?id=100008639501002&fref=nf)  κ. Γιάννη Ιντζέ ότι η Α.Ε.Π.Ι. της Ελλάδας συνεργάζεται με την αντίστοιχη εταιρεία της Γερμανίας και ζητούν τώρα δικαιώματα για το ακριτικό άσμα «Μάραντον» και το «σαρίκουζ» που ακούστηκαν σε εκδήλωσή τους!!!!! Θα «συρθεί» δηλαδή η ποντιακή παράδοση και στις αίθουσες γερμανικών δικαστηρίων!!!! Ο Ακρίτας Μάραντον, είναι «ιδιοκτησία» κάποιας που γεννήθηκε το 1928, ενώ την ίδια χρονιά υπάρχει δημοσιευμένο το περιεχόμενο του τραγουδιού σε βιβλίο!!! Το δε «σαρίκουζ» ή «ξανθόν κορίτσ΄», είναι το….κορίτσι κάποιου μη ποντιακής καταγωγής…

Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Χριστόφορος Χριστοφορίδης από Κουνάκα
Με άλλα λόγια, δε μπορεί ο σημερινός Πόντιος λυράρης και τραγουδιστής να ασχολείται πια με την Ποντιακή Παράδοση, αν δε δοθεί μόνιμη λύση. Όχι μόνο δε μπορεί να αποδίδει παραδοσιακά τραγούδια στους δημόσιους χώρους διασκέδασης, αλλά – το σοβαρότερο όλων – δε μπορεί να τραγουδήσει την «Παράδοση» σε cd. Μην κατηγορούμε, λοιπόν, πάντα τους Πόντιους καλλιτέχνες που στα cd τους δεν προτιμούν τα παραδοσιακά τραγούδια, δεν έχουν πια το δικαίωμα να προτιμούν!

Ο Νόμος Περί Πνευματικής Ιδιοκτησίας κατοχυρώνει κάθε πτυχή «κλοπής», σε κάθε καφενείο και εμπορικό μαγαζί είτε αυτό βρίσκεται στο Κολωνάκι, είτε στο Νευροκόπι Δράμας, είτε στη Γερμανία. Απαγορεύει σε σχετικά άρθρα τη μεταβίβαση εν ζωή των δικαιωμάτων, καθώς και την παραίτηση από αυτά!!!
  
Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Γιάννες Τσορτανίδης (Τσορτανίκας) από Σάντα

Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς:  
 
Ποιος τελικά θα προστατέψει την Ποντιακή Παράδοση και την Ελληνική Παράδοση εν γένει… Ποιος έχει το «ηθικό δικαίωμα» χάρη κάποιων ποσοστών να οικειοποιείται μια Παράδοση χιλιάδων ετών. 
 
Ποιος, στους καιρούς που ζούμε θα κάνει τον συνήγορο της Παράδοσης, ερχόμενος σε αντίθεση με τα λεγόμενα «ιερά τέρατά» της (αυτούς που κατοχύρωσαν τα παραδοσιακά ως δικά τους δημιουργήματα) . Η δυναμική της Παράδοσης μπορεί άραγε να περιοριστεί σε ΕΝΑΝ εκτελεστή; Η ζύμωση τόσων γενεών μπορεί να εξαργυρωθεί;

Σε ότι αφορά το στίχο των ποντιακών παραδοσιακών τραγουδιών, εύκολα μπορεί να αποδειχθεί ότι προϋπήρχε των «νόμιμων ιδιοκτητών» του («Αρχείον Πόντου», «Ποντιακή Εστία», «Τα Τραγούδια του Ποντιακού Λαού» του Στάθη Ευσταθιάδη).
  
Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Ανατολή Βασιλειάδου από Στάμαν Άνω Ματσούκας

Η λύση, μάλλον, δεν είναι να αναγκαζόμαστε να αποδεικνύουμε τα αυτονόητα. Δεν πρέπει άλλο η Παράδοση να σέρνεται στις δικαστικές αίθουσες και να απολογείται γιατί δεν έχει επώνυμο δημιουργό. Σεβαστός ο Νόμος περί πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά σεβαστότερη η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Οι Νόμοι δημιουργούνται για να διαφυλάσσουν κάποια δικαιώματα. Όταν, όμως, παλλαϊκό αίτημα (όχι μόνο των Ελλήνων του Πόντου) είναι να εξαιρεθούν τα παραδοσιακά τραγούδια από το Νόμο αυτό, ο Νόμος επιβάλλεται να αλλάξει. Οι νόμοι ακολουθούν τη ζωή κι όχι η ζωή τους νόμους. Στην εποχή μας, που το ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας απασχολεί ολοένα και περισσότερο κάθε σκεπτόμενο άτομο, τα παραδοσιακά τραγούδια πρέπει να αντιμετωπίζονται ως «μνημεία λόγου» και όχι σαν «οικόπεδα» μερικών.
  
Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Σαββέλης Γιακουστίδης από Ίμερα

Δεχόμαστε ότι στην Α.Ε.Π.Ι. δε γνωρίζουν τι είναι παραδοσιακό και τι όχι. Όπως, όμως, δε δικαιολογείται η άγνοια του νόμου, έτσι δε μπορεί, πια, να δικαιολογηθεί η άγνοια και η αγνόησή της Παράδοσής μας. Εκτός των άλλων, ακυρώνονται έτσι και οι ίδιοι οι λαογράφοι, ως «πλαστογράφοι», αφού τόσα χρόνια δεν κατέγραφαν εκφάνσεις της παραδοσιακής ζωής, αλλά επώνυμες δημιουργίες... Είναι δύσκολος ο απεγκλωβισμός των παραδοσιακών τραγουδιών και ακόμη δυσκολότερο να αποποιείσαι εύκολες οικονομικές απολαβές.

Μην τραγουδάτε παραδοσιακά Ποντιακά τραγούδια!!! Η Α.Ε.Π.Ι. το «απαγορεύει»!!!
Χρήστος Αϊβαζίδης από Αργαλί

Η Ιστορία, όμως, καταγράφει, κρίνει και κατακρίνει συμπεριφορές και ανθρώπους: