"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΤΟΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΥΤΟΠΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Από την «ευτοπία» στην «ουτοπία»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Παναγιώτης Νούτσος 
Καθηγητής της Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Αν προορισμός που ικανοποιεί είναι ο «άλλος τόπος», τότε η εστίαση των ενδιαφερόντων μας συνοψίζεται στην «ευτοπία». Αν όμως κανένας τόπος δεν μας ενθουσιάζει, αυτονόητα μας ελκύει η ου-τοπία. 
Ο μηχανισμός της τελευταίας διαχειρίζεται το αδύνατο ως δυνατό. Για τούτο καθιστά εφικτή τη σύλληψη εκείνου που η εξουσία των «κατεστημένων κοινωνιών» δεν επιτρέπει την ανάδυσή του.

Ενας πρώτος απολογισμός αφορά τις περιπτώσεις εμβολιασμού της «πολιτικής λογικής» από την «κοινωνική λογική»
. Γεγονός που λειτουργεί ως εναλλακτικός φορέας (ανα)παραγωγής του ανατρεπτικού λόγου και της ομόλογης πρακτικής. Βέβαια η διαλεκτική «είναι» και «δέοντος» γνώρισε αρκετές φολκλορικές τονωτικές ενέσεις, αν και σε γενικές γραμμές η ουτοπική παραγωγή υπήρξε και συνεχίζει να είναι η σκέψη των εξουσιαζόμενων κοινωνικών τάξεων. Με την αισθητοποίηση της περατότητας του κόσμου μας, δηλαδή των κόσμων του, ενθαρρύνονται βέβαια μορφές «ετεροτοπίας». Κυρίως για τους «κάτωθεν» μετακινούμενους σε όλα τα σημεία της οικουμένης «κατά βίου και γης ζήτησιν». Αυτός ο «άλλος τόπος» μπορεί να εγκαθίσταται προκλητικά στον υπάρχοντα κόσμο για να υποδεικνύει το απευκταίο και αντίστοιχα το ευκταίο.

Και στις δύο περιπτώσεις επιτελείται, μέσω της κριτικής των «ταυτοτήτων» και της πρόκλησης του «άλλου» ή μέσω της οικείας εναλλαγής ρόλων και στάσεων, hic et nunc, η δυνατότητα διπλασιασμού της πραγματικότητας.
Αυτή η μαθητεία στο «ταξιδεύειν» μέσα στον «άλλο» τόπο και χρόνο, δηλαδή στο σύνολο των στιγμών περάσματος από το «ταυτόν» στο «έτερον» και αντιστρόφως, γνώρισε και εξακολουθεί να γνωρίζει πολλές επιδόσεις. Ισως στο πλαίσιο μιας ώριμα αταξικής κοινωνίας, χωρίς εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, όταν δηλαδή η «προϊστορία» μετατραπεί σε συνειδητή ιστορία όλων των όντων, αχρηστευθεί η ουτοπία ή ίσως αλλάξει λειτουργία.  
Αλλά μήπως είμαστε ουτοπιστές, με τον τρόπο που οι κατεστημένες δυνάμεις τούς διασύρουν, όταν συζητάμε για το μακρινό μέλλον του ουτοπικού στοχασμού;

Για την ώρα είναι μπροστά μας ο καταναγκαστικός χαρακτήρας της εργασίας, ο εξοντωτικός καταμερισμός της εργασίας και η εξειδίκευση, η υποκλοπή του «ελεύθερου χρόνου», οι φυλετικές διακρίσεις και τα προβλήματα των δύο φύλων.
Κι ακόμη ο ανταγωνισμός των πυρηνικών εξοπλισμών, η μόλυνση του φυσικού περιβάλλοντος, η εξουθένωση της υποκειμενικότητας και η διόγκωση του κράτους, η νεοαποικιακή εξάπλωση του πολυεθνικού κεφαλαίου και ο χωρισμός των χωρών σε αναπτυγμένες, αναπτυσσόμενες και υπανάπτυκτες. Κοντολογίς, είναι εμφανής η απουσία του «homo humanus» που θα συμφιλιωνόταν με τον συνάνθρωπό του και με τη φύση.

Αν αυτά τα 'γραφε κανείς πριν από τέσσερις περίπου δεκαετίες, τότε και αυτά που ήδη μεταβλήθηκαν και αυτά - τα περισσότερα - που απομένουν να γίνουν συνέλκονται με τη διαλεκτική της Ιστορίας που στρέφει την τακτική του παρόντος προς τη στρατηγική του μέλλοντος.

Πότε επιτέλους καταφτάνει το «τέλος της Ιστορίας»;
 

Νοσταλγοί της ουτοπίας

ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από την εισήγηση του ιταλού φιλοσόφου Τζιάνι Βάτιμο σε σεμινάριο που έγινε στο Τορίνο με θέμα «Η ουτοπία».

Η ουτοπία υποκινεί σήμερα σε μας ένα σύνολο μάλλον συγκεχυμένων και αντιφατικών συναισθημάτων, ένα μείγμα δυσπιστίας και νοσταλγίας. 

Δυσπιστίας πριν απ' όλα, επειδή, ήδη εδώ και πολλά χρόνια (θα μπορούσαμε να πούμε από τα χρόνια των Ερυθρών Ταξιαρχιών), η έννοια της ουτοπίας κατέληξε να ταυτίζεται όλο και περισσότερο με εκείνη ενός σχεδίου μετασχηματισμού της κοινωνίας το οποίο, επειδή ήθελε να είναι πλήρες και ριζικό, δεν θα μπορούσε να επιβληθεί παρά μόνο με τη βία.  

Είναι δύσκολο στην κοινή γλώσσα να μιλήσουμε για ουτοπιστές και ο νους μας να πάει σε ακίνδυνους ονειροπόλους, που ονειρεύονται φανταστικούς εναλλακτικούς κόσμους. Ο θιασώτης της ουτοπίας εμφανίζεται, αντίθετα, τις περισσότερες φορές, σαν ένα επικίνδυνο άτομο. Υποτίθεται ότι το σχέδιό του δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, την οποία θέλει να μετασχηματίσει χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς καθυστερήσεις, και βασίζεται κυρίως στον εξαναγκασμό. Γι' αυτή την υπερβολικά ριζική βούληση μετασχηματισμού δυσπιστούμε, όταν δυσπιστούμε για την ουτοπία. Εχουμε διδαχθεί από την ιστορία των επαναστάσεων, αλλά και από την ιστορία των τρομοκρατών που προσπάθησαν να τις πραγματοποιήσουν χωρίς να το κατορθώσουν, ότι η μόνη ηθική που καθοδηγεί τον ουτοπιστή είναι εκείνη που ο Μαξ Βέμπερ αποκάλεσε «ηθική της πεποίθησης» (κάνε αυτό που οφείλεις να κάνεις και ας προκύψει ό,τι προκύψει) και η οποία κατά τη γνώμη του πρέπει πάντα να μετριάζεται και να ελέγχεται από την ηθική της ευθύνης, εκείνη που υπολογίζει τις συνέπειες της δράσης και ενδιαφέρεται να αποτρέψει το ενδεχόμενο αυτές οι συνέπειες να θέσουν σε κίνδυνο τους ίδιους τους σκοπούς της δράσης.  

Ο Καρλ Πόπερ είδε στις αξιώσεις απολυτότητας της ουτοπίας ένα διανοητικό λάθος και έναν σοβαρό πολιτικό κίνδυνο. Το σχέδιο ανανέωσης του ουτοπιστή βασίζεται στην υιοθέτηση μιας εικόνας ιδεώδους κοινωνίας η οποία, όπως συμβαίνει με όλους τους έσχατους σκοπούς των ενεργειών μας, δεν μπορεί να «αποδειχθεί» πλήρως με ορθολογικά επιχειρήματα. Εχει μάλλον το χαρακτήρα μιας πίστης η οποία, όταν δεν γίνεται αποδεκτή από τους άλλους, τείνει να επικρατήσει με τη βία (έστω με την πεποίθηση ότι ενεργούμε «για το καλό τους»).

Αυτούς τους κινδύνους τους αποφεύγουμε μόνον αν αποδεχθούμε να μας καθοδηγούν, αντί για τις σφαιρικές ουτοπικές προοπτικές, συγκεκριμένοι και ειδικοί συλλογισμοί. Ιδού οι διδαχές του Πόπερ: