"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Οι αλήθειες του Μάρκο Ταρντέλι για το Μουντιάλ που τελειώνει σήμερα

 

Του Γιώργου Χελάκη

Υπάρχουν στιγμές που μια φωνή αρκεί για να ταράξει τη σιωπή ενός ολόκληρου συστήματος. Που τολμά να εκφράσει δημόσια όσα πολλοί συζητούν εδώ και χρόνια. Μία τέτοια φωνή ήταν εκείνη του Μάρκο Ταρντέλι.

Ο άνθρωπος που σήκωσε το Παγκόσμιο Κύπελλο με την Ιταλία το 1982 και χάρισε στο ποδόσφαιρο έναν από τους πιο εμβληματικούς πανηγυρισμούς όλων των εποχών, μετά το υπέροχο γκολ που πέτυχε στον τελικό, το τόλμησε.

Εμφανίστηκε στην ιταλική τηλεόραση πριν από λίγες μέρες, όχι ως ένας νοσταλγός του παρελθόντος, αλλά ως ένας πρωταγωνιστής που βλέπει το άθλημα να απομακρύνεται από τις αξίες που το έκαναν παγκόσμιο σύμβολο.

Οι τοποθετήσεις του ήταν ιδιαίτερα αιχμηρές. Κατά την άποψή του, το σημερινό Μουντιάλ απέχει από τη γιορτή του ποδοσφαίρου που γνώρισε η γενιά του. Υποστήριξε ότι το παιχνίδι υποχωρεί μπροστά στα οικονομικά συμφέροντα, στις πολιτικές ισορροπίες και στην αυξανόμενη επιρροή των ισχυρών του αθλήματος.

Μίλησε για σκιές που, όπως ο ίδιος εκτιμά, βαραίνουν τη διοργάνωση και για αποφάσεις που προκαλούν ερωτήματα γύρω από την αξιοπιστία της. Οι υπαινιγμοί του για τις παρεμβάσεις Τραμπ και τη δουλικότητα του προέδρου της FIFA ήταν σαφείς.

Η παρουσιάστρια της RAI, Πάολα Φεράρι, του ζήτησε να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του.

Ο Ταρντέλι δεν αναδίπλωσε τη θέση του. Αντίθετα, δήλωσε ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των λόγων του και υποστήριξε πως η δημοσιογραφία οφείλει να διερευνά όσα προκαλούν προβληματισμό, ακόμη κι όταν αυτό ενοχλεί τους ισχυρούς. Η τηλεοπτική αντιπαράθεση ξεπέρασε τα όρια μιας απλής διαφωνίας και εξελίχθηκε σε μια σύγκρουση για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται σήμερα το ποδόσφαιρο.

Το Μουντιάλ υπήρξε κάποτε η απόλυτη γιορτή του αθλήματος. Ηταν το όνειρο κάθε παιδιού που κυνηγούσε μια μπάλα στις αλάνες και η μεγαλύτερη σκηνή όπου οι κορυφαίοι κρίνονταν (αν και όχι πάντα) μέσα στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου.

Σήμερα, όμως, ολοένα και περισσότεροι φίλαθλοι αισθάνονται ότι η λάμψη των εμπορικών συμφωνιών επισκιάζει τη μαγεία του παιχνιδιού. Τα τηλεοπτικά δικαιώματα, οι χορηγοί και τα δισεκατομμύρια που διακινούνται γύρω από τη διοργάνωση μοιάζουν πολλές φορές να πρωταγωνιστούν περισσότερο από την ίδια την μπάλα.

Οι ποδοσφαιριστές εξακολουθούν να προσφέρουν θέαμα, όμως δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι αντιμετωπίζονται ως τα πανάκριβα «άλογα κούρσας» μιας βιομηχανίας που παράγει αμύθητα κέρδη. Αγωνίζονται αδιάκοπα, αυξάνουν τις προσωπικές τους απολαβές, αλλά παράλληλα γίνονται μέρος ενός μηχανισμού όπου το οικονομικό αποτέλεσμα συχνά μοιάζει σημαντικότερο από την ουσία του αθλητισμού.

Γι’ αυτό και η τελευταία αναφορά του Ταρντέλι είχε ξεχωριστό συμβολισμό. Μίλησε για τον Ντιέγκο Μαραντόνα, παραδεχόμενος ότι δεν τον στήριξε όταν εκείνος συγκρουόταν δημόσια με τους ισχυρούς του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.

Για πολλούς, ο Μαραντόνα υπήρξε μια ενοχλητική προσωπικότητα επειδή δεν δίσταζε να αμφισβητεί τους μηχανισμούς εξουσίας του αθλήματος. Η συγγνώμη του Ταρντέλι δεν ήταν απλώς μια προσωπική εξομολόγηση· ήταν ένας συμβολικός φόρος τιμής σε όσους προτίμησαν να μιλήσουν αντί να σιωπήσουν.

Είτε συμφωνεί κανείς είτε διαφωνεί με τις απόψεις του ιταλού θρύλου, ένα είναι βέβαιο.

Το ποδόσφαιρο βρίσκεται σε μια εποχή όπου καλείται να αποδείξει ότι η ψυχή του δεν μπορεί να αντικατασταθεί από χορηγίες, οικονομικούς δείκτες και επιχειρηματικά συμφέροντα.

Γιατί …

Διεθνους υπερεκτιμημένου ποδοσφαιρικού ψωναρο-τσογλαναρά κωμωδία (εξαιρετικός ποδοσφαιριστής ναι αλλά συγκρίσιμος μόνο με το δεξιό παπάρι των Ζινταν, Μαραντόνα, Μέσι, Τζωρτζ Μπεστ, Πλατινί, Ινιέστα και Χατζηπαναγή...)

Διεθνούς Αμερικανο-Τραμπο-FIFAίικης ποδοσφαιρικής παράγκας κωμωδία

 

 

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ - ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν πουλά πλέον ποδόσφαιρο. Πουλά ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ!!!

THE WORLD CUP IS NO LONGER SELLING FOOTBALL. IT IS SELLING LEGITIMACY.

 

Ε-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο 

Γράφει ο Drasko Jovanovic

Συγγραφέας | Διπλωμάτης | Νομικός ειδικός | Συγγραφέας του «Democracy Was Never the Plan», του «Calm and Confidence», του «Seesaw of Souls» και άλλων βιβλίων που είναι διαθέσιμα στο Amazon.

 

Το Παγκόσμιο Κύπελλο δεν έγινε πολιτικό. Έγινε ειλικρινές.

Για δεκαετίες προσποιούμασταν ότι το ποδόσφαιρο ένωνε τον κόσμο, ενώ οι πολιτικοί τον δίχαζαν.

Σήμερα κανείς δεν μπαίνει πια στον κόπο να προσποιηθεί.

Οι πολιτικοί κάθονται στις θέσεις των VIP. Τα στελέχη του ποδοσφαίρου περνούν μέσα από προεδρικά γραφεία. Οι τηλεοπτικές κάμερες ακολουθούν και τους δύο.

Και δισεκατομμύρια θεατές γίνονται, χωρίς να το γνωρίζουν, συμμετέχοντες σε μια συναλλαγή πολύ μεγαλύτερη από τον ίδιο τον αγώνα.

Πολλοί σχολιαστές ισχυρίζονται ότι η πολιτική εισέβαλε στο ποδόσφαιρο. Ίσως όμως το ποδόσφαιρο να εισέβαλε πρώτο στην πολιτική.

Οι παγκόσμιοι αθλητικοί θεσμοί ανακάλυψαν κάτι που κάθε κυβέρνηση τελικά μαθαίνει:  Τίποτα δεν νομιμοποιεί την εξουσία πιο αποτελεσματικά από ένα κοινό που πιστεύει ότι ήρθε απλώς για να ψυχαγωγηθεί.

Οι πολιτικοί στέκονται δίπλα στα τρόπαια επειδή λίγη από τη δημοφιλία του ποδοσφαίρου μεταφέρεται και πάνω τους.

Οι ποδοσφαιρικοί αξιωματούχοι στέκονται δίπλα σε προέδρους επειδή η πολιτική εξουσία προστατεύει εμπορικά συμφέροντα, ρυθμίσεις ασφαλείας και διοργανώσεις δισεκατομμυρίων.

Γι’ αυτό και η πρόσφατη διαμάχη γύρω από τον ρόλο του Donald Trump κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου χάνει τη μεγαλύτερη εικόνα. Ο Trump δεν είναι η εξαίρεση. Είναι ο πιο πρόσφατος πελάτης. Πόσο απογοητευτικό για τον μεγαλύτερο πρόεδρο στην ιστορία της Αμερικής — αν το μέτρο ήταν το εγώ!

Η πραγματική ιστορία είναι ότι θεσμοί που κάποτε ισχυρίζονταν πως είναι πολιτικά ουδέτεροι δεν προσπαθούν πια καν να παραμείνουν ουδέτεροι. Ανταγωνίζονται για εγγύτητα στην εξουσία, επειδή η ίδια η εγγύτητα έχει γίνει πολύτιμο περιουσιακό στοιχείο.

Η FIFA έχει τελειοποιήσει ένα εξαιρετικό επιχειρηματικό μοντέλο.

Δεν επιλέγει ποτέ μια ιδεολογία. Απλώς εντοπίζει ποιος ελέγχει κάθε φορά τα αεροδρόμια, τις δυνάμεις ασφαλείας, τα τηλεοπτικά δικαιώματα και τα παγκόσμια πρωτοσέλιδα.

Χθες πόζαρε δίπλα σε μία κυβέρνηση. Σήμερα δίπλα σε μια άλλη. Αύριο δίπλα σε κάποιον άλλον. Οι σημαίες αλλάζουν. Οι φωτογραφίες παραμένουν εντυπωσιακά παρόμοιες.

Η ιστορία έχει ξαναδεί αυτό το μοτίβο.

Οι μεσαιωνικοί ηγεμόνες έχτιζαν καθεδρικούς ναούς. Οι κυβερνήσεις του 20ού αιώνα έχτιζαν μνημεία. Οι ηγέτες του 21ου αιώνα δανείζονται στάδια.

Η αρχιτεκτονική αλλάζει. Η αναζήτηση νομιμοποίησης ποτέ.

Στο μεταξύ, η FIFA συνεχίζει να μιλά τη γλώσσα της οικουμενικής ενότητας.

Το ποδόσφαιρο ανήκει σε όλους. Ο κόσμος ενώνεται.

Κι όμως, κάθε διοργάνωση εξελίσσεται μέσα σε διαφωνίες για βίζες, συνοριακούς ελέγχους, διπλωματικές εντάσεις, κυρώσεις, επιχειρήσεις ασφαλείας και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς.

Το μάρκετινγκ γιορτάζει έναν πλανήτη χωρίς σύνορα. Η πραγματικότητα ζητά ευγενικά από τους επισκέπτες το διαβατήριό τους.

Αυτή η αντίφαση δεν είναι τυχαία. Είναι η παγκοσμιοποίηση στην ώριμη μορφή της.

Οι παγκόσμιοι θεσμοί συνεχίζουν να πουλούν οικουμενικές αξίες. Οι εθνικές κυβερνήσεις υπερασπίζονται όλο και περισσότερο εθνικά συμφέροντα.

Καμία πλευρά δεν αντιφάσκει πραγματικά με την άλλη. Απλώς ανταλλάσσουν αυτό που λείπει από την καθεμία.

Οι κυβερνήσεις διαθέτουν ισχύ.

Οι παγκόσμιοι θεσμοί διαθέτουν αξιοπιστία.

Η καθεμία νοικιάζει στην άλλη το πιο πολύτιμο περιουσιακό της στοιχείο.

Συχνά ακούμε ότι ζούμε στην οικονομία της προσοχής. Νομίζω ότι αυτή η περιγραφή είναι ήδη ξεπερασμένη.

Ζούμε στην οικονομία της νομιμοποίησης:

Κάθε θεσμός που εξακολουθεί να απολαμβάνει δημόσια εμπιστοσύνη έχει μετατραπεί σε προμηθευτή πολιτικής αξιοπιστίας.

Κάθε θεσμός που στερείται αξιοπιστίας επιδιώκει να τη δανειστεί.

Ο αθλητισμός. Τα πανεπιστήμια. Οι εταιρείες τεχνολογίας. Οι διεθνείς οργανισμοί. Ακόμη και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις.

Το προϊόν διαφέρει.

Το επιχειρηματικό μοντέλο γίνεται πανομοιότυπο.

Ίσως αυτή να είναι η πραγματική σημασία αυτού του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Εύρηκα!

Όχι ότι το ποδόσφαιρο έγινε πολιτικό. Αλλά ότι…

 

ΔΥΤΙΚΟΥ πολυπολιτισμικά ΚΟΥΡΑΔΟ-ΧΡΩΜΟΠΛΗΚΤΟΥ ποδοσφαίρου κωμωδία

Επίγεια μουντιαλική μεμέτικη κωμωδία (Tα μεμέτια και η τουρκολάγνα αριστερά ακόμα το φυσάνε και δεν κρυώνει...)

Επίγεια μουντιαλική μεμέτικη κωμωδία (Τα μεμέτια τον ξανα-ματα-ήπιανε, αποκλείονται και είναι τάβλα - πω πω k@vl@ πω πω k@vl@ )

Επίγεια μουντιαλική μαγεία (Τα ψωνισμένα μεμέτια τον ήπιανε! Καλοχώνευτος να είναι...)

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: H εξέλιξη της μπάλας ποδοσφαίρου των παγκοσμίων κυπέλλων από το πρώτο Μουντιάλ του 1930 μέχρι σήμερα...

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το άθλημα και η αισθητική του

 

Γράφει ο Νάσος Βαγενάς

Ομότιμος καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και παλαιός ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς.

 

Όποιος δεν έχει παίξει μπάλα στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια δεν ξέρει τι ακριβώς είναι το ποδόσφαιρο. Και όταν είναι διανοούμενος, και μάλιστα περιώνυμος, μπορεί να μιλάει για αυτό με λόγια που να τον εκθέτουν· όπως, λ.χ., ο νομπελίστας Πέτερ Χάντκε που έδωσε σε μια νουβέλα του τον τίτλο Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι (ο τερματοφύλακας δεν νιώθει καμία αγωνία πριν από το πέναλτι ‒ ελπίδα μόνο ότι ο αντίπαλος θα αστοχήσειή όπως ο φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ, ο επιρρεπής σε στυλιστικές πιρουέτες του τύπου: «Η εξουσία πρόθυμα βάζει το ποδόσφαιρο να επιφορτιστεί με μια εύκολη ευθύνη, ακόμη και να πάρει πάνω του τη διαβολική ευθύνη της αποχαύνωσης των μαζών»· ή όπως κάποιες ανάλογες νότες ορισμένων διανοητών της Σχολής της Φρανκφούρτης.

Το γεγονός ότι πρόσωπα όπως ο Αλμπέρ Καμί, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν ή ο Μανόλης Αναγνωστάκης ελκύονταν από το ποδόσφαιρο δεν σημαίνει ότι οι περισσότεροι ονομαστοί διανοούμενοι διάκεινται ευμενώς προς αυτό. Σημαίνει απλώς ότι, για τον λόγο που ανέφερα, οι συγγραφείς αυτοί είχαν εσωτερική γνώση του θέματος. Γιατί ήταν σε θέση να αισθανθούν ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας είναι ‒ το έχουμε ξαναπεί ‒ κάτι περισσότερο από ένα απλό αθλητικό αγώνισμα· ότι είναι δέκαθλο εν συγχρονία.

Ολυμπιονίκης των 100 μέτρων ή του δεκάθλου μπορεί να αναδειχθεί και ένας ηλίθιος. Ενας ποδοσφαιριστής όμως δεν μπορεί να είναι μεγάλος, αν τα σωματικά του προσόντα (ταχύτητα, δύναμη, αντοχή, σθένος, ευλυγισία, αλτική ικανότητα) δεν είναι ικανός να τα ασκεί συγχρόνως και συγκεκραμένα, δηλαδή εν ταυτώ, πράγμα αδύνατον αν δεν διαθέτει υψηλό δείκτη ευφυΐας, δηλαδή οξεία αντίληψη του χώρου και του χρόνου, η οποία είναι ο σημαντικότερος διαμορφωτής της τεχνικής του. Το οποίο σημαίνει ότι ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, στις υψηλότερες στιγμές του, μπορεί να φτάσει στο επίπεδο ενός καλλιτεχνικού θεάματος ανάλογου με εκείνο οι κορυφαίοι συντελεστές του οποίου πρέπει να διαθέτουν προσόντα όμοια με τα προσόντα που διαθέτουν και με τον τρόπο που τα ασκούν οι μεγάλοι ποδοσφαιριστές. Εννοώ την τέχνη του χορού, με την οποία, στο αποκορύφωμά της, η τέχνη του ποδοσφαίρου είναι ομοούσια.

 

Αλλά μια και βρεθήκαμε στο καλλιτεχνικό πεδίο, θα ήθελα να διατυπώσω ορισμένες αισθητικής φύσεως παρατηρήσεις που πιστεύω ότι θα πρέπει να απασχολούν όλους τους ποδοσφαιρόφιλους, διανοούμενους ή μη:

Το ποδοσφαιρικό θέαμα το παρακολουθεί κανείς σήμερα είτε με τη φυσική του παρουσία στο γήπεδο είτε τηλεοπτικώς. Η τηλεοπτική παρακολούθησή του είναι, προφανώς, πιο συμφέρουσα (οικονομικά και σωματικά) και αισθητικώς ελκυστικότερη. Γιατί με τους τρόπους με τους οποίους κινείται ο τηλεοπτικός φακός ‒ με τις πολλαπλές του, σε διαφορετικά σημεία του γηπέδου, κάμερες, τις ποικίλες οπτικές του γωνίες, τις αυξομειούμενες αποστάσεις του από τα διαδραματιζόμενα στον χορτοτάπητα, τα γκρο πλαν και τη δυνατότητα επανάληψης (και σε ρελαντί) των κρισιμότερων φάσεων του αγώνα ‒ ο τηλεθεατής έχει μια αίσθησή του πλουσιότερη και ζωντανότερη από εκείνη του στατικού θεατή της κερκίδας.

Το να μπορείς να παρακολουθείς ανέξοδα σήμερα από τον καναπέ του σπιτιού σου όσους αγώνες όπου γης επιθυμείς είναι ένα προνόμιο αδιανόητο για εκείνους που στιγμιότυπά τους μόνο μπορούσαν να δουν στα ασπρόμαυρα ως το 1960 «Επίκαιρα» των κινηματογράφων. Και αυτό μας φέρνει σε ένα σημαντικό πρόβλημα της καθ’ ημάς τηλεοπτικής αναμετάδοσης των ποδοσφαιρικών αγώνων, το οποίο ‒ απ’ όσο γνωρίζω ‒ δεν έχει μέχρι στιγμής γίνει αντικείμενο κριτικής. Αναφέρομαι στην ποιότητα των τηλεοπτικών σχολιαστών μας, η οποία σε λίγες μόνο περιπτώσεις ξεπερνά το μέτριο και σε ελάχιστες το ικανοποιητικό. Γεγονός που μας κάνει να νοσταλγούμε την εποχή του Γιάννη Διακογιάννη, του «μεγαλύτερου», όπως σωστά έχει ειπωθεί ‒ χάρη στις καίριες γνώσεις του, την ανεπανάληπτη φωνή και το λιτό του ύφος ‒, «ραδιοσχολιαστή όλων των [ελληνικών] εποχών».

Είναι αλήθεια ότι ο κερδοσκοπικός πολλαπλασιασμός των διεθνών ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, με το επακόλουθο πλήθος των προκριματικών αγώνων, δημιούργησε την ανάγκη μαζικής παραγωγής τηλεσχολιαστών.

Αλλά αυτό…

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Μεταγραφικές (γλαφυρές) ιστορίες μιας άλλης εποχής...

Του ΓΙΑΝΝΗ ΓΕΩΡΓΑΚΗ


Η χαρά του ποδοσφαιριστή είναι η εκάστοτε μεταγραφική περίοδος, κατά την οποία εκατοντάδες εκατομμύρια αλλάζουν χέρια. Τα έσοδα που παράγει η παγκόσμια ποδοσφαιρική βιομηχανία, σε ποσοστό 95% καταλήγουν σε τρεις τσέπες. Του καλού ποδοσφαιριστή, του έξυπνου μάνατζερ και του επώνυμου προπονητή.  


Το σύστημα το οποίο έχει επιβάλει διεθνώς η FIFA, θέλει πλούσιους ποδοσφαιριστές και φτωχούς συλλόγους. Επί των ημερών μας για να κατακτήσει μία ομάδα εθνικούς τίτλους και να διεκδικήσει διεθνείς διακρίσεις, οφείλει να έχει πίσω της έναν πλούσιο ιδιοκτήτη _ πρόεδρο ή όχι.


Ο ισπανός τεχνικός κ. Ράφα Μπενίτεθ εισέπραξε 7,5 εκατ. ευρώ σε διάστημα έξι μηνών ως αποζημίωση για την απόλυσή του από την αγγλική Λίβερπουλ και εν συνεχεία από την Ιντερ Μιλάνου. Το ποσό ισοδυναμεί με τις ετήσιες μέσες αποδοχές 250 εργαζομένων! Ο γάλλος διεθνής Σίντνεϊ Γκοβού το περασμένο καλοκαίρι συμφώνησε να εισπράξει 5,5 εκατ. από τον Παναθηναϊκό για τριετές συμβόλαιο, ποσό υπεραρκετό να του εξασφαλίσει πλουσιοπάροχα... νυχτοπερπατήματα. Η συντριπτική πλειονότητα των παικτών αμείβεται βέβαια με πολύ λιγότερα χρήματα, αλλά πολύ πάνω από το μέσο όρο των αποδοχών των υπολοίπων... θνητών.


Στο ποδόσφαιρο ανέκαθεν ίσχυε ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Οσο μεγαλύτερη είναι η ζήτηση, τόσο καλύτερη είναι και η προσφορά. Ωστόσο, πριν από πενήντα χρόνια ουδείς ποδοσφαιριστής μπορούσε να διανοηθεί ότι θα ζούσε το υπόλοιπο της ζωής του με τα χρήματα που θα έβγαζε παίζοντας μπάλα. Γιαυτό και όλοι φρόντιζαν να εκμεταλλευθούν το όνομα της ομάδας τους και να βρουν κάποια δουλειά η οποία θα τους εξασφάλισε τα... γεράματα.


Στις δεκαετίες του 1950 και 1960 ήταν της μόδας οι ποδοσφαιριστές των λεγόμενων μεγάλων ελληνικών ομάδων να διορίζονται στη ΔΕΗ ή στην ΟΥΛΕΝ (μετέπειτα ΕΥΔΑΠ). Κάποιοι άλλοι διεκδικούσαν μια άδεια ταξί, ένα πρακτορείο Προ-Πο. Οι εξυπνότεροι απαιτούσαν ακόμη και την... προίκα της αδελφής τους!


Ορισμένοι έφταναν μάλιστα στο σημείο να απειλούν ότι θα μεταναστεύσουν στο εξωτερικό αν δεν παραχωρούνταν σε πλουσιότερο σύλλογο ή δεν τους εξασφάλιζαν το μέλλον. «Ο Λαιμός είναι αποφασισμένος να εγκαταλείψει τον Ολυμπιακό, μια που ακόμη δεν μπόρεσε να του βρει δουλειά» έγραψε το 1961 «Η ΟΜΑΔΑ». Και ο εν λόγω ποδοσφαιριστής πραγματοποίησε την απειλή του μπαρκάροντας σε τάνκερ!


Την εποχή εκείνη στον ελλαδικό χώρο ο ποδοσφαιριστής δεν μπορούσε να αλλάξει ομάδα χωρίς τη συγκατάθεση του σωματείου του. Ηταν σκλάβος της υπογραφής την οποία έβαζε στο πρώτο του αθλητικό δελτίο. Ωστόσο, μεταγραφές γίνονταν, έστω και με ελάχιστα (μαύρα) χρήματα σε σύγκριση με το σήμερα, καθώς επισήμως οι ποδοσφαιριστές θεωρούνταν τότε ερασιτέχνες και αμοιβές δεν επιτρέπονταν.


Το πώς και με πόσα χρήματα γίνονταν οι μεταγραφές πριν από πενήντα χρόνια στο ελληνικό ποδόσφαιρο, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο ο δημοσιογράφος Δ. Τζεφρόνης σε ολοσέλιδο αφιέρωμα το οποίο δημοσιεύτηκε στις 17 Ιουλίου 1961 στην αθλητική εφημερίδα «Η ΟΜΑΔΑ» με τίτλο «ποιος θα δώσει τα πιο πολλά;» και με υπότιτλο «το "γιουσουρούμ" των ποδιών έφτασε στα φόρτε του - στην ημερήσια διάταξη: απαγωγές, λεφτά, ανταλλαγές»:

- «Ξέρετε πόσο κόστισε στον Ολυμπιακό η μεταγραφή του Δαρίβα από τη Νίκη Πλάκας;

- Δύο χιλιάδες δρχ.και μια ντουζίνα κάλτσες ύστερα από παζάρια.

- Αμ,ο Στεφανάκος; 
Πέντε χιλιαδούλες επλήρωσε στην Υπεροχή Νεαπόλεως ο Ολυμπιακός για να τον αποκτήσει.

- Για να πάει ο Σοφιανός από τον Παναθηναϊκό στον Παναιγιάλειο, εκτός από τη συμφωνία επί του χρηματικού επιπέδου, το Αίγιο ανέλαβε την υποχρέωση να ανοίξει μια μπυραρία στον Σοφιανό. Και για να πάει στον Αρη Θεσσαλονίκης ο ίδιος παίκτης, ζητεί τώρα να του ανοίξουν ένα σφαιριστήριο ή να αναλάβει την εκμετάλλευση της λέσχης του Αρεως.

- Ο Νεστορίδης φεύγοντας από τον Πανιώνιο προς την ΑΕΚ,
είχε εκφράσει την επιθυμία για ένα φορτοταξί.

- Ο Μισαηλίδης, για να πάει από τον ΠΟ Ξάνθης στον Αρη Θεσσαλονίκης, εζήτησε μία βέσπα που του την αγόρασαν αμέσως και ο Αβραμίδης είχε ζητήσει από τη διοίκηση του Αρεως, να του ανοίξει κουρείο».


Ο αρθρογράφος της «ΟΜΑΔΑΣ» παραθέτει επίσης και το «χρηματιστήριο ποδιών», τουτέστιν πίνακα με τα ποσά που δόθηκαν για την απόκτηση κορυφαίων παικτών της εποχής του ερασιτεχνισμού και του δελτίου, το οποίο κάποιοι παράγοντες απειλούσαν να καρφιτσώσουν στο ταβάνι αν βεβαίως δεν έπαιρναν και αυτοί το κάτι τις τους κάτω από το τραπέζι. Εχουμε λοιπόν και λέμε (τα ποσά σε δραχμές της εποχής):

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Με το ένα μάτι στο γήπεδο και το άλλο στην «παράγκα» των χρυσοκάνθαρων και των ολιγαρχών που εμπορεύονται το κοσμικό όπιο των λαών

 

Μουντιάλ, η κρυφή ιστορία των αναθέσεων: Σκάνδαλα, δωροδοκίες και δολοπλοκίες 

Του ΜΙΧΑΛΗ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗ 

Η γιορτή ξεκίνησε στην Πόλη του Μεξικού. Οποιος ήθελε να μπει στο γήπεδο για να δει το πρώτο παιχνίδι μπορεί να έβρισκε την Τετάρτη εισιτήριο στην πλατφόρμα μεταπώλησης της FIFA: Το πιο φθηνό κόστιζε 4.219 ευρώ.

Είναι ποδόσφαιρο αυτό;

Μπορεί το άθλημα που υποτίθεται ότι ρίζωσε στα αστικά κέντρα της πρώιμης βιομηχανικής επανάστασης, επειδή οι μάζες που μετακινούνταν από την ύπαιθρο για να δουλέψουν στις νέες μονάδες παραγωγής είχαν ανάγκη να καλλιεργήσουν νέες συλλογικότητες, να έχει γίνει θέαμα μόνο για τις ελίτ;

Μπορεί οι πολλοί που του δίνουν την ψυχή του και την αίγλη του, να το παρακολουθούν μόνο μέσα από τις οθόνες;

Ο Τζιάνι Ινφαντίνο θα κάγχαζε με αυτές τις αφελείς, αρχαιοσοσιαλιστικές ενστάσεις. Ρωσία – Κατάρ – τραμπική Αμερική. Τα «δικά του» Μουντιάλ σχηματίζουν στον χάρτη μια περιοδεία στις εστίες του νέου αυταρχισμού.

Μπορεί να είναι τυχαίο. Μπορεί και όχι. Οταν ο Ινφαντίνο, πριν από δέκα χρόνια στη Ζυρίχη, διεκδικούσε την προεδρία της FIFA, δεν είχε κρυφτεί. Είχε υποσχεθεί στους συνέδρους ότι θα πολλαπλασίαζε το «μέρισμα» στα μέλη της Ομοσπονδίας. «Οταν μιλάω για νούμερα, ξέρω τι λέω. Τα λεφτά της FIFA είναι δικά σας λεφτά».

Ο Ινφαντίνο –δηλαδή η διεθνής οργάνωση που διευθύνει επί μία δεκαετία– προβλέπεται ότι θα διαχειριστεί μέσα στον επόμενο τετραετή κύκλο εργασιών της 14 δισ. δολάρια.

Τα 2,7 δισ. θα πάνε στις εθνικές ομοσπονδίες (απόδειξη ότι τήρησε την προεκλογική του υπόσχεση).

Πάνω από 2,5 δισ. θα είναι τα έσοδα μόνο από τα εισιτήρια του φετινού Μουντιάλ.

Αυτή η γκρίζα λογιστική, σε συνδυασμό με τη δημόσια ανταλλαγή σιελορροϊκών κολακειών –και επικερδών συναλλαγών– μεταξύ του Ινφαντίνο και του Τραμπ, μπορεί να ασκήσει μεγάλη ξενερωτική επίδραση. Ο ποδοσφαιρόφιλος πρέπει να απωθήσει τη μηχανή πίσω από την παράσταση, για να μπορέσει να απολαύσει το θέαμα χωρίς ηθικοπολιτικούς περισπασμούς. Εκτός αν η συνείδησή του είναι τόσο επιδέξια, που να μπορεί να κάνει και τα δύο:

Με το ένα μάτι να χαίρεται το παιχνίδι στην τηλεόραση και με το άλλο να διατηρεί την επίγνωση του παρασκηνίου – των χρυσοκάνθαρων και των ολιγαρχών που εμπορεύονται το κοσμικό όπιο των λαών.

Κι όμως, ακόμη και πίσω από τον κυνικό υπερπαράγοντα της διεθνούς παράγκας κρύβεται μια ωραία ποδοσφαιρική ιστορία – που τη διηγείται σε ένα εκτενές πορτρέτο ο New Yorker.

Οταν η Ιταλία πήρε το Παγκόσμιο Κύπελλο το 1982, ο Ινφαντίνο ήταν...

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Η χαμένη μαγεία του Μουντιάλ

 

https://www.protagon.gr/wp-content/uploads/2026/06/MUNDIAL_TV.jpg 

 

 

Toυ ΑΝΤΩΝΗ ΠΑΝΟΥΤΣΟΥ

Πριν από 60 χρόνια, στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966, η Αγγλία αντιμετώπιζε την Αργεντινή.

Υστερα από έναν επεισοδιακό αγώνα με highlight το κλάδεμα του αρχηγού της Αργεντινής Αντόνιο Ρατίν στον Μπόμπι Τσάρλτον και λίγο αργότερα τη διαμαρτυρία του στον γερμανό διαιτητή που έφερε την αποβολή του, η Αγγλία είχε νικήσει με 1-0.

Περισσότερο όμως ενδιαφέρον από το αποτέλεσμα είχαν οι ίδιοι οι παίκτες της Αργεντινής. Από τον τερματοφύλακα Αντόνιο Ρόμα της Μπόκα Τζούνιορ, μέχρι το σέντερ φορ Λουίς Αρτιμε της Ιντεπεντιέντε, όλοι οι παίκτες της Εθνικής Αργεντινής έπαιζαν σε συλλόγους της χώρας τους.

Τα τέσσερα ματς που είχε δώσει στη διάρκεια της παραμονής των 10 ημερών η Εθνική Αργεντινής δεν ήταν αρκετά για να διαλύσουν τον μύθο: για την Αγγλία και την Ευρώπη το ποδόσφαιρο της Αργεντινής ήταν ένα ποδόσφαιρο που οι αμυντικοί δεν άφηναν ποτέ να περάσει και ο παίκτης και η μπάλα – με προτεραιότητα στο stop στον παίκτη.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026 η Εθνική Αργεντινής θα έχει 26 παίκτες. Από τους 26, μόνο ο Γκονζάλο Μοντιέλ της Ρίβερ Πλέιτ και ο Λεάντρο Παρέδες της Μπόκα Τζούνιορς παίζουν σε ομάδες της Αργεντινής. Τους αργεντινούς παίκτες τους έχουμε δει σε επίσημα και φιλικά ματς της Εθνικής τους και στα ευρωπαϊκά ματς των ομάδων τους. Ο μέσος φίλαθλος πρέπει να έχει δει τον Λιονέλ Μέσι να παίζει ποδόσφαιρο περισσότερο από όσο έχει δει τη μάνα του και τον πατέρα του αφ’ ότου έφυγε από το σπίτι μετά τα 21.

Πειράζει;

Μόνο τα φασόλια στη φυλακή πειράζουνε, που λέγανε και οι παλιοί μάγκες.

Μόνο που ανάμεσα στο πειράζει και την οικειότητα που, αν δεν φέρει απαξίωση φέρνει ανία, μεσολαβεί ένας μεγάλος γκρίζος χώρος που έχει αρχίσει να εξαντλείται.

Το ποδόσφαιρο, όπως και κάθε άλλη μορφή ποπ κουλτούρας, καταστρέφεται από την υπερπροβολή. Οχι για τις μικρές ηλικίες που τώρα βλέπουν τις πρώτες διοργανώσεις τους, αλλά για μεσαίες και τις μεγάλες που στην επανάληψη προσπαθούν να δουν αν έχει απομείνει μαγεία. Στις μεσαίες ηλικίες που πιστεύουν ότι μπορούν ακόμα να κάτσουν με τους φίλους τους και να δουν τα ματς πίνοντας μπίρα και τρώγοντας πίτσα, μέχρι να καταλάβουν ότι αυτό που κάνουν είναι να μιλάνε μπουκωμένοι ρίχνοντας κάποια ματιά στην οθόνη μόνο στα ριπλέι.

Στις μεγάλες που εδώ και καιρό εγκατέλειψαν την προσπάθεια και σταμάτησαν να βλέπουν.

Μετά την υπερπροβολή που καταστρέφει το παιχνίδι, η απληστία καταστρέφει και τους θεατές.

Οι ομοσπονδίες και οι ομάδες δεν θέλουν τους παλιούς οπαδούς που ξεκινούσαν από τα πέταλα για να καταλήξουν στο κέντρο ή στα επίσημα, αναλόγως πού θα τους έφερνε η ζωή, αλλά μαγνητοφωνημένα γέλια και χειροκροτήματα, όπως έχουν τα sitcom στην τηλεόραση. Στο όνομα της μάχης κατά του χουλιγκανισμού ανεβάζουν τις τιμές των εισιτηρίων.

Το αποτέλεσμα θα είναι κάποια στιγμή στο άμεσο μέλλον στο γήπεδο να πηγαίνουν τα σελέμπριτι, οι προσκεκλημένοι των χορηγών, οι απομονωμένοι στις σουίτες και μπορεί μισό πέταλο φτηνών εισιτηρίων που θα παίζουν τον ρόλο των χούλιγκαν. Ετσι, για το γραφικό της υπόθεσης.

Πριν από λίγο καιρό, ο Ρουντ Γκούλιτ, έπειτα από ένα ματς Αρσεναλ – Τσέλσι, είχε κάνει δηλώσεις ότι το σύγχρονο ποδόσφαιρο είναι φρικτό και δεν διασκεδάζει. Αναφέρθηκε στο ποδόσφαιρο του πάσα, πάσα, πάσα, που κανένας παίκτης δεν παίρνει την ευθύνη της ατομικής ενέργειας, σε ομάδες που δίνουν μεγάλη σημασία στο να κερδίσουν κόρνερ ή πλάγια άουτ ώστε να φάνε τον χρόνο και στην υπερανάλυση που δεν αφήνει να ξεπηδήσουν παίκτες όπως ο Γιαμάλ.

Ο,τι είπε ο Γκούλιτ ισχύει.

Ισχύει ακόμα περισσότερο η καταστροφή της μαγείας από την υπερπροβολή. Κάτι σαν να βλέπεις Χάρι Πότερ και η κάμερα να πηγαίνει πίσω και να βλέπεις σκηνοθέτες και τεχνικούς να κινηματογραφούν την σκηνή.

Περισσότερο από το να αναρωτιόμαστε «ποιος είναι αυτός ο αρχηγός της Αργεντινής που την είπε στον Γερμανό;» και 100 sites και 200 βιντεάκια στο ΥouΤube να μας λένε όλη την ιστορία, θέλουμε…

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οι νόμοι της έλξης ενός παγκόσμιου αθλήματος

 

https://debut.gr/wp-content/uploads/2024/06/euro-2004-pelargoi-1024x643.jpg 

 

Γράφει ο Μάρκος Καρασαρίνης

Το ποδόσφαιρο ήταν ένα παιχνίδι δίχως σύνορα» διαπίστωνε το 2005 ο άγγλος ιστορικός Τόνι Τζαντ μιλώντας για τα τέλη του 20ού αιώνα στο magnum opus του Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο.

Δεν ήταν πάντα έτσι, παρατηρούσε. Για όποιον ανήκε στη μεταπολεμική γενιά, όπως εκείνος, γεννημένος το 1948, ήταν σαφές ότι τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο αγώνες όπως Αγγλία – Γερμανία ή Γερμανία – Ολλανδία ήταν ως έναν βαθμό αναβιώσεις της σύρραξης. Παρά το γεγονός, θα συμπλήρωνε κανείς, ότι το 1954 το Μουντιάλ της Ελβετίας κέρδιζε η καλή Γερμανία του Ψυχρού Πολέμου, η Δυτική, η ήττα της από την Αγγλία το 1966 στον τελικό του Γουέμπλεϊ αποκαθιστούσε την ισορροπία στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Μια αφήγηση των πεπρωμένων της σύγχρονης Ευρώπης μπορεί άνετα να γραφτεί χωρίς το ποδόσφαιρο, δεν είναι τυχαίο όμως ότι η ιδιαίτερη σημασία του επισημαίνεται στο έργο ενός Αγγλου.

Γνώστης της κουλτούρας της εργατικής τάξης, μελετητής των διανοούμενων του 20ού αιώνα, ο Τζαντ ήταν ο ίδιος ένας από τους πολλούς εκπροσώπους της διανόησης που αναγνώριζαν το ρόλο του ποδοσφαίρου – ή υπέκυπταν στη γοητεία του. Ο Αλμπέρ Καμί, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, o Γκίντερ Γκρας, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Χουάν Βιγιόρο, ο Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ και ουκ ολίγοι άλλοι ύμνησαν τις αρετές του, αποθέωσαν τους θρύλους του, μνημείωσαν τα συναισθήματα που προκαλεί.

Για όσους το εκλαμβάνουν ως το υπέρτατο λαϊκό παιχνίδι, η σαγήνη που ασκεί σε εκφραστές της υψηλής κουλτούρας δεν παύει να εκπλήσσει.

Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι, όπως ο Ζαν Μποντριγιάρ, οι οποίοι στο ερώτημα «άθλημα ή αθλιότης» τάσσονται υπέρ της δεύτερης. Διερευνώντας οπωσδήποτε την πολιτική και ιδεολογική διάσταση του ποδοσφαίρου μπορεί κανείς να εντοπίσει διάφορες εκφάνσεις του, θετικές και αρνητικές.

Ταυτόχρονα, όμως, στην πράξη, αποτελεί έναν από τους μείζονες ενοποιητικούς πολιτισμικούς παράγοντες της σύγχρονης εποχής, φέρνοντας σε συνομιλία πόλεις, επαγγέλματα, τάξεις, φύλα, αρχικά εντός των εθνών, έπειτα διεθνώς – κάτι που για ακόμη μία φορά πρόκειται να υπενθυμίσει στα γήπεδα του Καναδά, του Μεξικού και των ΗΠΑ το επερχόμενο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Το ποδόσφαιρο σαγήνευε και σαγηνεύει γιατί…

 

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: World Cup 1966: Ανεβασμένοι στα δέντρα

 

 

 

Του ΣΑΚΗ ΜΟΥΜΤΖΗ 

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1966 όλη η τσακαλοπαρέα το είδε σκαρφαλωμένη στα δέντρα, μπροστά από ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Το πεζοδρόμιο το είχαν καταλάβει οι μεγαλύτεροι, οπότε για εμάς τους πιτσιρικάδες η μόνη λύση ήταν τα δύο δέντρα.

Τότε η τηλεοπτική εικόνα ερχόταν μέσω Γιουγκοσλαβίας και σε πολλά σημεία των αγώνων, αρκετές φορές ήταν και κρίσιμα, πλάκωναν τα γνωστά «χιονάκια». Ετσι, υποθέταμε την εξέλιξη της φάσης, αλλά τότε όλα αυτά ήταν αποδεκτές μικροταλαιπωρίες μπροστά στη χαρά του πρωτόγνωρου τηλεοπτικού θεάματος. Η αγωνία μας ήταν αν την επόμενη μέρα τα δύο δέντρα θα ήταν και πάλι δικά μας ή αν θα τα είχαν καταλάβει μεγαλύτερα παιδιά από άλλες, λιγότερο φλώρικες, γειτονιές.

Στη δεκαετία του 1960 ήταν γνωστή η μανία της συλλογής μικρών φωτογραφιών παικτών που πρωταγωνιστούσαν στις διάσημες ομάδες του εξωτερικού. Οι φωτογραφίες βρίσκονταν μέσα σε σοκολάτες και ήταν αντικείμενο ανταλλαγών. «Εχω δύο Γκαρίντσα, σου δίνω τον έναν, αν μου δώσεις τον Γιασίν που μου λείπει». Και η συμφωνία σφραγιζόταν με το γνωστό «τσακαπίκο».

Στο Μουντιάλ του 1970 όλα ήταν πολιτισμένα. Η μετάδοση γινόταν μέσω του ΕΙΡΤ και απολαμβάναμε ίσως το καλύτερο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, από την άνεση του σπιτικού καναπέ. Η τηλεόραση είχε μπει σε πολλά αστικά διαμερίσματα, μαζί με του Διακογιάννη τη φωνή.

Αυτό το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτέλεσε τομή, διότι το ποδόσφαιρο άλλαξε επίπεδο. Αλλαξε ο ρυθμός του, άρχισε να αλλάζει η σωματοδομή των παικτών και η φυσική τους κατάσταση, άλλαξαν και τα συστήματα των προπονητών.

Στη συνέχεια, κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο είχε πιο δυνατούς παίκτες, με περισσότερα τρεξίματα και άλλες τεχνικές αρετές. Πολλές φορές τα συστήματα κατέπνιγαν το ταλέντο, αλλά υπήρξαν και μεγάλοι παίκτες που διέσυραν όλα τα συστήματα, όπως ο Γιόχαν Κρόιφ, ο Μαραντόνα και ο Ροναλντίνιο.

Σήμερα ζούμε στην εποχή της υπερβολικής δόσης. Εκατοντάδες αγώνες σε μία περίοδο, παίκτες ταλαιπωρημένοι, με τα μάτια τους στραμμένα στα ακριβά τους συμβόλαια.

Πάντως, με μια γλυκύτητα νοσταλγώ το…

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ : Το «ωραίο παιχνίδι» στη δοκιμιακή γραφή

 

https://www.tovima.gr/wp-content/uploads/2026/06/10/Nees_Epoxes_2-1-1024x683.jpg 

 

Γράφει ο Δημήτρης Κόκορης

Καθηγητής Νεοελληνικής Γραμματείας στη Φιλοσοφική Σχολή (Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής) του ΑΠΘ, συγγραφέας του βιβλίου «Αθλημα ή αθλιότης; Το ποδόσφαιρο και η φιλοσοφία του στη νεοελληνική λογοτεχνία του εικοστού αιώνα» (εκδ. Πεδίο, 2024).

 

Τα ποδοσφαιρικά χρονικά χτίζονται με βιωματική ύλη (είτε φανερά είτε υπογείως, όλα τα κείμενα από βιωματική ύλη χτίζονται, αλλά αυτό το θέμα δεν θα συζητηθεί εδώ). Εκπέμπουν υψηλή συναισθηματική θερμοκρασία και ελκύουν τους ποδοσφαιρόφιλους αναγνώστες, με δεδομένο ότι «τα κοσμοϊστορικά γεγονότα» που εξιστορούν δεν είναι πόλεμοι, εκστρατείες, λοιμοί, λιμοί και θεομηνίες, αλλά κατορθώματα μεγάλων ποδοσφαιριστών, διοργανώσεις Παγκοσμίου Κυπέλλου, μείζονος σημασίας τελικοί και γενικά μεγάλου ενδιαφέροντος ποδοσφαιρικές συναντήσεις.

Οι φοβερές αλλοιώσεις της φύσης του ποδοσφαίρου, που εμφανίζονται ή και γιγαντώνονται σαν προεκτάσεις και συνέπειες του αθλήματος (τυφλή βία, χουλιγκανισμός, άδικη και σπαρακτική απώλεια ανθρωπίνων ζωών, δωροδοκίες, εμπορευματοποίηση και στοιχηματισμός στα όρια του παροξυσμού, κάθε είδους ανήθικες και απάνθρωπες συμπεριφορές) αποτελούν πεδίο μελέτης της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας και, οπωσδήποτε, δεν συμμετέχουν στον σχηματισμό του πυρήνα της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, παρότι εν μέρει αποτυπώνονται και σε αρνητικά προς το ποδόσφαιρο λογοτεχνικά κείμενα.

Ποιήματα, μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα για το ποδόσφαιρο υπάρχουν πολλά και καλά. Ωστόσο, ίσως τον υψηλότερο βαθμό απόλαυσης στον ποδοσφαιρόφιλο αναγνώστη παρέχουν ορισμένες δοκιμιακές καταθέσεις. Το δοκίμιο ως εκ της ελλόγως αρχιτεκτονημένης δόμησής του (βασική θέση, συλλογιστική πορεία, επιχειρήματα) πρωτευόντως προκαλεί διανοητική διέγερση και δευτερευόντως συναισθηματική ανάταση.

Εδώ, όμως, μιλάμε για στοχαστικό δοκίμιο, συνοδευμένο από τον χτύπο της καρδιάς και νοτισμένο από την υγρασία της ψυχικής έντασης. Υφολογικώς ξηρά δοκίμια για το ποδόσφαιρο, αρθρωμένα με την αυστηρή γλώσσα της πραγματείας βεβαίως και υπάρχουν, αλλά βρίσκονται στην πολύ μακρινή περιφέρεια της λογοτεχνικής ποδοσφαιρικής έκφρασης. Σε ορισμένα σημεία τους εφάπτονται της φιλοσοφίας του ποδοσφαίρου, θεωρώντας κατά κανόνα το ποδόσφαιρο αντιπνευματικό και αρνητικό κοινωνικό φαινόμενο.

Τιμούμε ουσιαστικά τους σπουδαίους διανοητές, όταν σταχυολογούμε και κρίνουμε και τις αστοχίες τους (όποιος παλεύει και προσφέρει είναι αδύνατον να αποφύγει τα λάθη), χωρίς να τους αγιογραφούμε, υμνολογώντας τους. Με κάθε ειλικρίνεια, υποκλινόμαστε στις φιλοσοφικές παρεμβάσεις των μειζόνων εκπροσώπων της Σχολής της Φραγκφούρτης και το ίδιο ισχύει για τη συνεισφορά του Λουί Αλτουσέρ και των μαθητών του, που συνέπηξαν ως ρεύμα σκέψης μία Σχολή, τιτλοφορημένη με το επώνυμο του γάλλου φιλοσόφου.

Οι περισσότεροι από αυτούς και, βεβαίως, οι όχι λίγοι εν Ελλάδι θιασώτες τους, θεώρησαν το ποδόσφαιρο πιστό αντίγραφο της καπιταλιστικής κοινωνίας (Σχολή της Φραγκφούρτης), καθώς και εκμαυλιστικό των ανθρωπιστικών αξιών ιδεολογικό εργαλείο του αστικού κράτους (Σχολή Αλτουσέρ). Επειδή δεν τους άρεσε το ποδόσφαιρο, το αντίκρισαν αφ’ υψηλού και εκ του μακρόθεν, χωρίς μέθεξη και αγάπη, εστιάζοντας το βλέμμα σε ορισμένες κοινωνικές επιπτώσεις του. Είχαν δίκιο σε ορισμένες διαπιστώσεις τους, αλλά η ματιά τους παρέμεινε ελλιπής και αποσπασματική, χωρίς εμβάθυνση στον εσώτερο φλοιό του αθλήματος.

Το ποδόσφαιρο έχει και μια εσωτερική φιλοσοφία (ορισμένοι τη θεωρούν και εκπαιδευτικής φύσεως ή και στόχευσης), ριζωμένη στο παιγνιωδώς συνεργάζεσθαι για τη νίκη του συλλόγου, στο εν συγκρούσει αλλά και εν σεβασμώ συνυπάρχειν με τον αντίπαλο, στο ψυχαγωγείσθαι, στο εν ελευθερία πράττειν, τηρώντας όμως τους κανόνες· φιλοσοφία, που απέδωσαν και σε δοκιμιακά κείμενά τους, παγκόσμιας εμβέλειας συγγραφείς (Αλμπέρ Καμί, Εντουάρντο Γκαλεάνο κ.ά.).

Το καλύτερο ελληνόγλωσσο δοκίμιο για το ποδόσφαιρο γράφτηκε από τον …

Μανόλη Αναγνωστάκη, «τον πρύτανη των ελλήνων ποδοσφαιρολόγων», όπως έχει αποκληθεί από τον Νάσο Βαγενά.

Δεν υπολείπεται σε συναισθηματική θέρμη η δοκιμιακή για το ποδόσφαιρο έκφραση των δύο αντιπρυτάνεων, δηλαδή του Νάσου Βαγενά και του Γιώργου Μαρκόπουλου.

Επειδή και οι τρεις είναι σπουδαίοι ποιητές (η υψηλή θέση του Αναγνωστάκη στον λογοτεχνικό κανόνα είναι ήδη παγιωμένη και των Βαγενά και Μαρκόπουλου με ευστάθεια εδώ και καιρό εδραιώνεται), δεδομένης και της αθεράπευτης ποδοσφαιροφιλίας τους, ενέδυσαν και την ποδοσφαιρική δοκιμιογραφία τους με λόγο ποιητικό, εικονοπλαστικά διεγερτικό και συγκινησιακά παλλόμενο, με αποτέλεσμα...

 

"Επίγεια σοφία"

 

Όλα όσα ξέρω για την ηθική και την αίσθηση καθήκοντος τα έχω μάθει από το ποδόσφαιρο.
Αλμπέρ Καμύ
Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας

Το ποδόσφαιρο είναι ένα απλό άθλημα: 22 παίκτες κυνηγούν μια μπάλα για 90 λεπτά, και στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί.
Gary Lineker
Αγγλος ποδοσφαιριστής

Το ποδόσφαιρο δεν είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Είναι κάτι απείρως πιο σοβαρό.
Bill Shankly
Σκωτσέζος ποδοσφαιριστής

«Το ποδόσφαιρο είναι το μπαλέτο των μαζών» 
Ντμίτρι Σοστακόβιτς.
Σοβιετικός Μουσικοσυνθέτης και πιανίστας

«Ερωτεύτηκα το ποδόσφαιρο όπως αργότερα ερωτευόμουν γυναίκες: ξαφνικά, ανεξήγητα, αβασάνιστα, χωρίς να σκεφτώ τον πόνο ή την αναστάτωση που θα έφερνε»
Νικ Χόρνμπι
Αγγλος συγγραφέας

«Το ράγκμπι είναι ένα παιχνίδι για βάρβαρους, που παίζεται από gentlemen. Το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι για gentlemen που παίζεται από βάρβαρους».
Οσκαρ Ουάιλντ
Ιρλανδός μυθιστοριογράφος, ποιητής, δραματουργός

«Ποδόσφαιρο, ένα παιχνίδι στο οποίο ο καθένας πληγώνεται και κάθε έθνος έχει το δικό του στιλ παιχνιδιού, το οποίο δείχνει άδικο σε όλους τους υπόλοιπους».
Τζορτζ Οργουελ
Άγγλος μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, κριτικός και δημοσιογράφος.

Η μπάλα είναι σαν τη γυναίκα: της αρέσουν τα χάδια.
Eric Cantona
Γάλλος Ποδοσφαιριστής



ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΝΕΟΤΑΞΙΚΑ ΛΟΒΟΤΟΜΗΜΕΝΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΗΛΙΘΙΟΙ - ΔΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΠΑΡΑΚΜΗ: Οι woke Εικονομάχοι της UEFA

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ

Στο ματς του Ερυθρού Αστέρα με τη Λιλ, οι οπαδοί σήκωσαν ένα γιγάντιο ψηφιδωτό με ορθόδοξη εικόνα και το μήνυμα «Είθε η πίστη μας να σας οδηγήσει στη νίκη».

Η UEFA αποφάσισε ότι αυτό δεν ήταν απλώς μια οπαδική εκδήλωση πίστης, αλλά κάτι που δεν «αρμόζει» σε αθλητική εκδήλωση και μάλιστα δυσφημίζει το ποδόσφαιρο και την ίδια.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του σκανδάλου. Όχι στα πραγματικά ζητήματα ασφάλειας, αλλά στην αλαζονική αξίωση μιας παρακμασμένης γραφειοκρατίας να ελέγχει σε τέτοιο βαθμό την έκφραση των αξιών των φιλάθλων.

Ας τραβήξουμε όμως από την αρχή μια καθαρή γραμμή.

Κανείς δεν λέει ότι η UEFA πρέπει να ανέχεται τον ρατσισμό, τη λεκτική βία ή οποιαδήποτε μορφή πραγματικής στοχοποίησης μέσα στο γήπεδο. Εκεί η παρέμβαση είναι θεμιτή και αναγκαία. Άλλο η καταστολή του μίσους και άλλο η ποινικοποίηση της πίστης. Άλλο η αντιμετώπιση της βίας και άλλο να καταχωρείται μια ευχή και μια ορθόδοξη εικόνα ως πράξη που δήθεν δυσφημίζει το ποδόσφαιρο και την UEFA. Αυτό δεν είναι αυστηρότητα. Είναι εξωφρενικό.

Και είναι εξωφρενικό ακριβώς επειδή ξεπερνά το φυσικό όριο κάθε αθλητικής αρχής.

Η UEFA υποτίθεται ότι υπάρχει για να διασφαλίζει κανόνες του παιχνιδιού, οργάνωση, ασφάλεια και εύρυθμη διεξαγωγή των διοργανώσεων. Δεν υπάρχει για να λειτουργεί ως υπερεθνικό υπουργείο πολιτισμικής απολύμανσης. Δεν υπάρχει για να αποφασίζει ποιες συμβολικές εκφράσεις των φιλάθλων είναι αποδεκτές και ποιες πρέπει να στιγματίζονται ως ηθικό αδίκημα και να τιμωρούνται με βαριά χρηματικά πρόστιμα. Από τη στιγμή που περνά αυτό το όριο, παύει να υπηρετεί το άθλημα και αρχίζει να υπηρετεί την εμπεδωμένη της ιδεολογία.

Διότι ο αθλητισμός δεν ανήκει στη γραφειοκρατία.

Ανήκει στην κοινωνία των πολιτών.

Ανήκει στις κοινότητες που δημιούργησαν τους συλλόγους, στις πόλεις που τους έδωσαν όνομα, στις μνήμες που κουβαλούν οι εξέδρες, στις παραδόσεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

Το γήπεδο δεν είναι ουδέτερος εταιρικός χώρος. Δεν είναι λευκό δωμάτιο δημοσίων σχέσεων. Είναι τόπος πάθους, συμβόλων, ταυτότητας, πίστης, υπερηφάνειας. Όταν μια κεντρική αρχή επιχειρεί να αδειάσει τον χώρο αυτό από κάθε βαθύτερο περιεχόμενο, δεν εξυγιαίνει το ποδόσφαιρο. Απλά του στερεί το περιεχόμενο.

Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τις παρηκμασμένες γραφειοκρατικές δομές που ασπάστηκαν τη Woke ιδεολογία. Όσο περισσότερο χάνουν επαφή με την κοινωνική πραγματικότητα, τόσο πιο πολύ προσπαθούν να τη ρυθμίσουν. Όσο λιγότερο μπορούν να εμπνεύσουν σεβασμό, τόσο περισσότερο απαιτούν συμμόρφωση. Και όσο λιγότερο καταλαβαίνουν τι σημαίνουν για τους ανθρώπους η πίστη, η παράδοση και τα σύμβολα, τόσο πιο εύκολα τα βαφτίζουν «ακατάλληλα». Έτσι λειτουργεί η γραφειοκρατική παρακμή. Δεν δημιουργεί, δεν ενώνει, δεν πείθει. Απλά ταξινομεί, επιβλέπει και τιμωρεί.

Και εδώ εμφανίζεται η woke ατζέντα στην πιο γελοία αλλά και πιο αυταρχική της εκδοχή.

Η woke λογική δεν ανέχεται πραγματική πολυφωνία. Ανέχεται μόνο την αποστειρωμένη, ασφαλή, εγκεκριμένη ποικιλία απόψεων που δεν ενοχλεί το διοικητικό κέντρο. Δεν ενοχλείται από σύμβολα γενικά. Ενοχλείται από σύμβολα που δεν ταιριάζουν στο αφήγημα. Από ό,τι θυμίζει θρησκεία, ιστορική συνέχεια, εθνική ή πολιτισμική αυτοπεποίθηση.

Επιδιώκει τα στάδια της Ευρώπης να μετατραπούν σε δημόσιο χώρο χωρίς ισχυρό νόημα.

Γι’ αυτό και ο όρος «εικονομάχοι» δεν είναι υπερβολικός.

Η UEFA δεν σπάει εικόνες με αυτοκρατορικά διατάγματα. Κάνει κάτι πιο σύγχρονο. Τις περνά από πειθαρχικό έλεγχο. Παίρνει ένα γιγάντιο ψηφιδωτό, μια ορθόδοξη εικόνα και μια ευχή νίκης και τα καταχωρεί ως πρόβλημα. Ως δυσφήμηση. Ως κάτι για το οποίο πρέπει να πέσει ποινή. Αυτό είναι η ουσία της σύγχρονης εικονομαχίας. Όχι η ευθεία απαγόρευση, αλλά η διοικητική απονομιμοποίηση.

Ντροπή. Διότι πάει πολύ να θέλει η UEFA να ελέγξει σε αυτόν τον βαθμό την έκφραση των αξιών των φιλάθλων.

Πάει πολύ να μπερδεύει τη βία με την πίστη, το μίσος με την παράδοση, τη λεκτική επίθεση με μια θρησκευτική εικόνα και μια ευχή.

Όταν φτάνεις εκεί…