"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ Δ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Χάσμα εκπαιδευτικών βαθμίδων

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.


To ρεπορτάζ της «Καθημερινής» της Κυριακής 8/1/2023 για τα προβλήματα στην ορθογραφία των κειμένων των φοιτητών ανακίνησε όχι μόνο ένα ειδικό, γνωστό, θέμα γνώσεων, αλλά και ένα γενικότερο θέμα δημόσιας πολιτικής για την εκπαίδευση. Το ειδικότερο θέμα είναι η «επιδημία ανορθογραφίας», ενώ το γενικότερο είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στις «εκροές» της εφαρμογής της εκπαιδευτικής πολιτικής (ώρες διδασκαλίας, διορισμοί εκπαιδευτικών κ.ά.) και τα ουσιαστικά «αποτελέσματά» της.

Το απογοητευτικό αποτέλεσμα ως προς την ορθογραφία δεν είναι νέο θέμα ούτε αποκλειστικά ελληνικό. Συνδέεται με πλήθος παραγόντων, όπως με τη διάχυση του «πολιτισμού της εικόνας» εις βάρος των παραδοσιακών τρόπων μάθησης και επικοινωνίας και με τη μαζικοποίηση των πανεπιστημίων, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες χώρες. Ούτε η στροφή των νεότερων γενιών προς την ψηφιακή εικόνα αντί για την τυπωμένη σελίδα ούτε το άνοιγμα των πανεπιστημίων σε πολλά κοινωνικά στρώματα με χαμηλότερο μορφωτικό κεφάλαιο είναι αρνητικές εξελίξεις. Δεν θα μπορούσε ούτε θα έπρεπε η ελληνική εκπαίδευση να περιχαρακωθεί σε μάχες οπισθοφυλακής κατά της διάδοσης νέων τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνίας. Το ίδιο ισχύει για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Δεν είναι ανοικτή προς όλους, αλλά δεν μπορεί να είναι τόσο επιλεκτική όσο ήταν στη μεγαλύτερη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Το αντίθετο θα ήταν καταστροφικό με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης. Υπάρχει κοινωνικό δικαίωμα στην εκπαίδευση (Σύνταγμα άρ. 16 παρ. 4). Πάντως, ακόμη και όσοι δεν θεωρούν το αγαθό της μόρφωσης πρωτεύον δημόσιο αγαθό που θα πρέπει να διανέμεται δίκαια, θα παραδέχονταν ότι χωρίς πολύ περισσότερο από το υπάρχον και εξειδικευμένο, άρα στοχευμένα μορφωμένο, ανθρώπινο δυναμικό, η περαιτέρω ενίσχυση της οικονομικής ανταγωνιστικότητας δεν είναι δυνατή.

Για να επιτευχθούν, όμως, οι παραπάνω στόχοι, θα πρέπει το επίπεδο των εισερχόμενων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση να είναι τέτοιο, ώστε αυτοί να μπορούν να παρακολουθήσουν τα εισαγωγικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο και να αποδώσουν στοιχειωδώς σε αυτά. Παρά τις παρεμβάσεις που έχουν γίνει πρόσφατα στο λύκειο, το χάσμα μεταξύ του συνήθους επιπέδου των αποφοίτων λυκείου και των απαιτήσεων του πρώτου έτους πανεπιστημίου διατηρείται βαθύ. Με εξαίρεση τις πιο ανταγωνιστικές σχολές με υψηλές βάσεις εισαγωγής, στις υπόλοιπες οι νεοεισερχόμενοι φοιτητές μεσαίων και χαμηλών δυνατοτήτων βρίσκονται αντιμέτωποι με απαιτήσεις που τους ξεπερνούν. Γι’ αυτούς, όμως, κυρίως, έπρεπε να μεριμνούν η δημόσια πολιτική για την εκπαίδευση και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί (καθηγητές λυκείων και ΑΕΙ). Οι υπόλοιποι φοιτητές, εφόσον προέρχονται από περιβάλλον με υψηλό μορφωτικό και κατά τεκμήριο οικονομικό κεφάλαιο, δεν έχουν το ίδιο πρόβλημα. Με πόρους των οικογενειών τους μπορούν να καλύψουν τυχόν κενά της λυκειακής εκπαίδευσής τους.

Συνολικά το λύκειο, όντας θύμα της στενής σύνδεσής του με τις εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ, παραμένει η «μαύρη τρύπα» του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Οσες γνώσεις είναι χρήσιμες για τις εισαγωγικές εξετάσεις διδάσκονται εν μέρει στο λύκειο και κυρίως στα φροντιστήρια. Οι υπόλοιπες γνώσεις, αλλά και δεξιότητες, οι οποίες μάλιστα είναι αυτές που η φοίτηση στο πανεπιστήμιο απαιτεί (π.χ. ικανότητα σύνθεσης και αξιολόγησης της διδασκόμενης ύλης), ούτε διδάσκονται ούτε ζητούνται από τους μαθητές λυκείου.

Αυτό αντανακλάται στο επίπεδο των νεοεισερχόμενων στα ΑΕΙ φοιτητών, το οποίο είναι χαμηλότερο από ό,τι συχνά νομίζεται. Φοιτητές και φοιτήτριες όχι μόνο δεν ορθογραφούν, αλλά έχουν και δυσκολία να εκφραστούν στα ελληνικά. Διαβάζοντας γραπτά εξετάσεων στο πρώτο έτος σπουδών, έχει κανείς την εντύπωση ότι προέρχονται από ελληνομαθείς, δηλαδή ξένους υπηκόους που έχουν μάθει τα ελληνικά ως ξένη γλώσσα. Υπάρχει πλήθος λαθών στο συντακτικό και αστοχιών στην επιλογή των λέξεων.  

Οι αδυναμίες στο συντακτικό και στη γραμματική επισημάνθηκαν ήδη πέρυσι, τον Μάιο του 2021, κατά την πρώτη εφαρμογή των Εθνικών Εξετάσεων Διαγνωστικού Χαρακτήρα (η λεγόμενη «Ελληνική PISA», ν. 4823/2021), όπου, παρά τα μάλλον ενθαρρυντικά αποτελέσματα, τα ποσοστά αποτυχίας των εξεταζόμενων ως προς τη γραμματική και το συντακτικό ήταν υψηλότερα από ό,τι ως προς το λεξιλόγιο. Το ζήτημα είναι ότι με την «Ελληνική PISA» εξετάστηκαν τελειόφοιτοι δημοτικού και γυμνασίου. Δεν εξετάστηκαν τελειόφοιτοι λυκείου, όσοι δηλαδή βρίσκονταν ένα σκαλοπάτι πριν από το πανεπιστήμιο.

Στις ίδιες εξετάσεις τα επίπεδα αποτυχίας ως προς τα μαθηματικά ήταν ακόμα υψηλότερα. Και αυτό έχει παρατηρηθεί σε πρωτοετείς φοιτητές, πολλοί από τους οποίους δεν είναι αριθμητικώς εγγράμματοι (numerate). Σε σχολές ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών δυσκολεύονται να κατανοήσουν ακόμη και απλούς περιγραφικούς στατιστικούς πίνακες ή γραφήματα.

Χάσμα υπάρχει, ως γνωστόν, επίσης ανάμεσα...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η στομωμένη κοινωνία

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.


«Στομώνω: 1. Κάνω κάτι να γίνει λιγότερο κοφτερό. 2. (μτφ. λογοτ.) για κάτι που χάνει την οξύτητα ή την ικανότητά του». Μιμούμαι εδώ τον τρόπο που ο Πέτρος Μάρκαρης ξεκινάει κεφάλαια των μυθιστορημάτων του, με την ελπίδα να κατανοήσω το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία, παρά την πρόσφατη πρόοδο των ετών 2018-2019, παραμένει στομωμένη.  


Αυτή η μεταφορά, με βάση το ρήμα «στομώνω», είναι χρησιμότερη από την παλαιότερη μεταφορά («μπλοκαρισμένη κοινωνία»). Εκείνη την είχε εισαγάγει ο Μισέλ Κροζιέ το 1970 για να χαρακτηρίσει τη γαλλική κοινωνία. Μια από τις σχετικές ιδέες του Κροζιέ ήταν ότι στη Γαλλία της δεκαετίας του 1960 οι πολίτες ζητούσαν περισσότερο κρατικό παρεμβατισμό, ιδιαίτερα μάλιστα κοινωνική προστασία, αλλά ταυτόχρονα ήγειραν και περισσότερες αξιώσεις εναντίον του κράτους, απωθώντας το από την ιδιωτική σφαίρα τους.  


Για την Ελλάδα, τον ίδιο όρο έχει χρησιμοποιήσει ο Κέβιν Φέδερστοουν, αναφερόμενος στην περίοδο πριν από την κρίση. Η κοινωνία ήταν «μπλοκαρισμένη» γιατί δεν είχε την ικανότητα να διαχειριστεί αντικρουόμενες κοινωνικές αξιώσεις οι οποίες αντανακλούσαν αυξανόμενες προσδοκίες. Η εποχή εκείνη πέρασε, καθώς τώρα, μετά την κρίση, οι προσδοκίες όλων είναι μετρημένες. Και αυτό γιατί, ρεαλιστικά μιλώντας, η ελληνική κοινωνία είναι στομωμένη. Τα κοινωνικά εργαλεία «δεν κόβουν», οι λειτουργίες των θεσμών έχουν αμβλυνθεί.  


Το πιστοποιούν τα ακόλουθα παραδείγματα από την εκπαίδευση, την απονομή δικαιοσύνης και το κράτος πρόνοιας.

Πρώτον, η ελληνική εκπαίδευση ούτε προωθεί γενικά την οικονομική ανάπτυξη ούτε διευκολύνει ειδικά την πρόσβαση στην αγορά εργασίας. Επαναλαμβανόμενες έρευνες μεταξύ ελληνικών επιχειρήσεων δείχνουν ότι πάρα πολλές από αυτές (ορισμένες φορές άνω του 60%) αδυνατούν να καλύψουν κενές θέσεις εργασίας, επειδή δεν βρίσκουν αποφοίτους ΑΕΙ με τις απαραίτητες επαγγελματικές και τεχνικές δεξιότητες (στοιχεία Manpower Group, 2016). Εκθεση του ΣΕΒ σημειώνει ότι «σε συνθήκες εύθραυστης ανάκαμψης του ΑΕΠ και της απασχόλησης, η οικονομία βιώνει το παράδοξο φαινόμενο της υψηλής ανεργίας ... ενώ την ίδια στιγμή πολλές επιχειρήσεις δεν μπορούν να καλύψουν θέσεις εργασίας, όχι μόνον υψηλών αλλά και μεσαίων τεχνικών προσόντων, λόγω έλλειψης των κατάλληλων υποψηφίων με γνώσεις, εμπειρία και δεξιότητες» (ειδική έκθεση, «Σύγχρονες δεξιότητες», 2018).

Δεύτερον, συγκριτικά με άλλα συστήματα, το ελληνικό σύστημα δικαιοσύνης ούτε επιλύει διαφορές ούτε διαχέει αίσθημα δικαιοσύνης μεταξύ των πολιτών. Η Ελλάδα είναι μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. με τη χειρότερη επίδοση ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση αστικών, εμπορικών, διοικητικών και άλλων υποθέσεων. Μόνο η Μάλτα και η Κύπρος έχουν επιδόσεις χειρότερες από τις ελληνικές σε ό,τι αφορά την έγκαιρη επίλυση διοικητικών διαφορών· και μόνο τα ιταλικά δικαστήρια είναι χειρότερα από τα ελληνικά ως προς τον χρόνο που απαιτείται για την επίλυση αστικών και εμπορικών υποθέσεων. Σε όλη την Ε.Ε. η Ελλάδα, μαζί με την Πορτογαλία και την Ιρλανδία, έχει τα συγκριτικά χαμηλότερα ποσοστά επίλυσης διαφορών στα δικαστήρια (δεδομένα Eu Justice Scoreboard, 2019).

Τέλος, ενώ –λόγω της κρίσης– εύλογα η έμφαση των κυβερνήσεων, τουλάχιστον από το 2017 έως σήμερα, αφορούσε την καταπολέμηση της φτώχειας, δεν υπάρχει καμία πρόοδος ως προς την εισοδηματική ανισότητα. Για δέκα χρόνια, μεταξύ 2005-2015, το πλουσιότερο 10% των Ελλήνων αποσπούσε το 26% του συνολικού εισοδήματος. Την ίδια περίοδο, στο φτωχότερο 10% αναλογούσε μόλις το 2,6% του εισοδήματος, ποσοστό που μετά το 2009 μειωνόταν διαρκώς και έπεσε στο 1,9% το 2015 (στοιχεία knoema.com, world data atlas). Η απουσία αναδιανομής οφείλεται σε πλήθος αιτιών, μια από τις οποίες είναι η στομωμένη κοινωνική πολιτική. Δηλαδή, τόσο πριν από την έναρξη της κρίσης όσο και κυρίως ύστερα από αυτήν, οι μηχανισμοί του κράτους πρόνοιας δεν λειτουργούσαν όσον αφορά την αναδιανεμητική λειτουργία τους.

Πολλοί πιστεύουν ότι όσον αφορά το «στόμωμα» των παραπάνω κοινωνικών εργαλείων, σχεδόν πάντοτε έτσι ήταν. Η κατάσταση δεν έχει αλλάξει σε βάθος χρόνου. Πάντοτε οφειλόταν και οφείλεται σε μακροχρόνιες τάσεις, όπως η μορφωσιολατρία, δηλαδή η επιδίωξη οποιασδήποτε και όσο το δυνατόν ανώτερης μόρφωσης, η δικομανία, δηλαδή η προσφυγή στα δικαστήρια λόγω του μονίμως χαμηλού επιπέδου διαπροσωπικής εμπιστοσύνης μεταξύ μη συγγενών, καθώς και οι διαχρονικές αδυναμίες της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Πράγματι, νοοτροπίες (μορφωσιολατρία, δικομανία) και διαρθρωτικές αδυναμίες του κράτους και της οικονομίας δεν διευκολύνουν αλλαγές σε μια στομωμένη κοινωνία.

Ωστόσο, οι ιστορικές αιτίες του φαινομένου δεν πρέπει να αποκρύβουν τις πρόσφατες και σημαντικότερες αιτίες. Τα κοινωνικά εργαλεία έχουν στομώσει λόγω...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Μήπως ζούμε στον κόσμο του Τζόκερ;

Γράφει ο  Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος
Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της Νέας Εστίας.


Ολο και πιο συχνά στην τέχνη σήμερα κυριαρχεί μια βαθύτατα απαισιόδοξη άποψη για τον κόσμο. 


Οι καλλιτέχνες φωνάζουν από παντού ότι η αδικία επικρατεί της δικαιοσύνης, ότι οι ανισότητες επικρατούν της ισότητας, ότι κατά το κοινώς λεγόμενο, πάμε ως ανθρώπινο είδος κατά διαόλου.

Δύο από τις ταινίες που έκαναν φέτος μεγάλη αίσθηση είχαν αυτήν τη θέση στον πυρήνα τους. 


Τα «Παράσιτα», η νοτιοκορεατική ταινία του Μπονγκ Τζουν Χο, και ο «Τζόκερ» του Αμερικανού Τοντ Φίλιπς, μιλούν για έναν κόσμο όπου οι κοινωνίες μας προσομοιάζουν όλο και περισσότερο με τους «Αθλίους» του Ουγκό, οι οποίοι διαδραματίζονται στο Παρίσι των υπονόμων του 19ου αι. 


Στα «Παράσιτα», μάλιστα, η παραβολή είναι ακριβώς αυτή: στο σκοτεινό υπόγειο της υπερπολυτελούς κατοικίας μιας οικογένειας εκατομμυριούχων, επιβιώνει εν αγνοία τους ένας παρίας της ζωής, σαν αρουραίος. 


Ο «Τζόκερ» έρχεται να συμπληρώσει αυτή την οπτική, βάζοντας τον αδικημένο να μην αντέχει άλλο την ταπείνωση και κάποια στιγμή να εξεγείρεται, καίγοντας την πόλη του και βγάζοντας ως γελωτοποιός τη γλώσσα στην εξουσία που έτρεφε τόσα χρόνια τη διαφθορά. Ακραία βίαιο θα είναι και το τέλος στα «Παράσιτα», όπου οι «άθλιοι» θα πάρουν την εκδίκησή τους από τους αλαζόνες πλούσιους του «πάνω» κόσμου.

Είναι άραγε ο κόσμος σήμερα τόσο φρικτός; 


Η πραγματικότητα άλλα δείχνει.  


Οι κοινωνίες της ευρωπαϊκής ηπείρου ζουν μια πρωτοφανή βελτίωση της ζωής τους.  


Το προσδόκιμο της ζωής τους έχει ξεπεράσει τα 80 έτη, με την ιατρική να κάνει συνεχώς θαύματα. 


Η πρόσβαση σε αγαθά είναι πιο εκδημοκρατισμένη από ποτέ. 


Οι ίδιες οι δημοκρατίες μας τείνουν στον πιο μεγάλο εξισωτισμό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα στην πολιτισμένη ιστορία της. 


Τα ατομικά δικαιώματα όχι μόνο είναι εξασφαλισμένα, αλλά διαρκώς διευρύνονται. 


Η εκπαίδευση είναι πλέον μαζική και ανοικτή σε όλους, σε όλες τις βαθμίδες. 

Οι σύγχρονες τεχνολογίες παρέχουν ένα πλαίσιο όλο και μικρότερου σωματικού κάματου, ενώ ο ελεύθερος χρόνος διευρύνεται. 


Τέλος, ο πόλεμος, αυτή η σταθερά των περασμένων εποχών, έχει εξαφανιστεί ως απειλή.  


Είμαστε πιο ασφαλείς από ποτέ. Μια απλή σύγκριση της ζωής μας με εκείνη του παππού μας ή και του πατέρα μας μάλλον αρκεί ως επιβεβαίωση. Αν δεν είχαν πεθάνει σε κάποιον από τους απανωτούς πολέμους του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, η ζωή τους θα είχε κυλήσει στους περιορισμούς της υπαίθρου μέχρι τη δεκαετία του 1950 – έναν κόσμο που έμοιαζε πολύ με τον μεσαιωνικό.

Βεβαίως, κανένας κόσμος δεν θα είναι ποτέ αγγελικός. 


Πλάι σε αυτές τις κατακτήσεις, συναντούμε την αγχώδη ρευστότητα των εργασιακών σχέσεων, το στόμωμα της ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας για τη μεσαία τάξη, την αποσάρθρωση της οικογενειακής ζωής, την υπονόμευση της ειρηνικής κοινωνικής συνύπαρξης, το ενδημικό φαινόμενο της φτώχειας και της περιθωριοποίησης ομάδων του πληθυσμού. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ζούμε μια ζωή χειρότερη, πολύ δε περισσότερο για τις ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις της Ασίας, οι οποίες είναι οι βασικές ευνοημένες της παγκοσμιοποίησης.
 

Αν τα πράγματα είναι πιο σύνθετα από το άσπρο-μαύρο των «Παράσιτων» και του «Τζόκερ», τότε...

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Τέσσερα μαθήματα από το Brexit

Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Harvard και επισκέπτης καθηγητής στo Πανεπιστήμιο Tufts.


(...)  Οπως είναι γνωστό, στο σχετικό δημοψήφισμα στις 23 Ιουνίου 2016 οι Βρετανοί ψήφισαν με πλειοψηφία 52% υπέρ της αποχώρησης της χώρας τους από την ΕΕ.  


Ανεξάρτητα από το αν η Βρετανία θα αποχωρήσει από την ΕΕ χωρίς συμφωνία (...) ή με κάποιου είδους συμφωνία (...)  ή δεν θα αποχωρήσει καθόλου (πράγμα μάλλον αδύνατον πλέον), υπάρχουν μερικά μαθήματα που μπορεί να αντλήσει κανείς από το Brexit.


Το πρώτο μάθημα είναι ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες είναι ιδιαίτερα ευεπίφορες στη δημαγωγία, ιδιαίτερα αν αυτή εκδηλώνεται με εύπεπτα ψέματα και χρησιμοποιεί πρόσφατες δοκιμασμένες τεχνικές του πολιτικού μάρκετινγκ και τα νέα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το αποδεικνύουν οι ηθελημένες παρεξηγήσεις και αναλήθειες για την ΕΕ, τις οποίες το 2016 διέσπειραν οργανωμένα και μαζικά οι επικεφαλής της εκστρατείας υπέρ του Brexit. Η επιρροή των δημαγωγών δεν ήταν η μόνη αιτία της επικράτησης των υποστηρικτών του Brexit, ήταν όμως βασική αιτία.


Ενα άλλο μάθημα είναι ότι οι «αμεσοδημοκρατικές» μέθοδοι αποτύπωσης της λαϊκής κυριαρχίας δεν είναι καλύτερες από τον κοινοβουλευτισμό, παρ’ όλα τα γνωστά προβλήματά του. Στη χώρα όπου ιδρύθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία ήρκεσε ένα δημοψήφισμα για να διχαστεί βαθιά το βρετανικό έθνος, καθώς το χάσμα μεταξύ των υποστηρικτών και των αντιπάλων του Brexit παραμένει ακόμα και σήμερα και αναδεικνύεται σχεδόν σε κάθε σχετική δημοσκόπηση. 


Δεν αποδίδεται σεβασμός προς τη λαϊκή κυριαρχία με τέτοια δημοψηφίσματα. Εμμεσα και εκ των υστέρων οι κοινοβουλευτικές συζητήσεις και ψηφοφορίες φανερώνουν το λάθος της προκήρυξης του δημοψηφίσματος του 2016. Ο κοινοβουλευτισμός προσφέρει ευκαιρίες για δημοκρατικά διαμορφωμένες συγκλίσεις μεταξύ των αντιπροσώπων του έθνους, ακόμα και αν αυτοί εκπροσωπούν αντιδιαμετρικές απόψεις μέσα στο Κοινοβούλιο. Στον δικό μας πολύπλοκο κόσμο, όπου όλοι οι τομείς δημόσιας πολιτικής αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, τα δημοψηφίσματα, εφόσον δεν αφορούν την ίδρυση ενός κράτους ή το πολίτευμά του (π.χ. κατάργηση της βασιλείας), απλώς οξύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ των πολιτών, ακόμα και όταν αυτές είναι ήπιες ή ακόμα αδιαμόρφωτες. Στις πολλές περιπτώσεις, δηλαδή, τα δημοψηφίσματα προξενούν πολύ περισσότερα προβλήματα από όσα τυχόν λύνουν.


Το τρίτο μάθημα αφορά τη λειτουργία των κομμάτων στις δημοκρατίες και τον ευπρόσδεκτο, κατά τα άλλα, κομματικό ανταγωνισμό. Εκτός από το να κερδίσουν τις εκλογές, οι πολιτικοί αρχηγοί έχουν τουλάχιστον μια ενδοκομματική μέριμνα, ισχυρότερη και προγενέστερη από τη νίκη στις εκλογές. Η ενδοκομματική μέριμνα είναι να κρατήσουν το κόμμα τους ενωμένο και συνεκτικό.  


O πρώην πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον προκήρυξε το δημοψήφισμα για κομματικούς λόγους, αφού το είχε συμπεριλάβει στο προεκλογικό του μανιφέστο. 


 Η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι έκανε ό,τι μπορούσε για να συνδυάσει την εξεύρεση λύσης με ταυτόχρονη διατήρηση της ενότητας του κόμματός της, υποβάλλοντας στο Κοινοβούλιο διαδοχικά σχέδια για το Brexit. Η ελπίδα της ήταν ότι κάποιο σχέδιο λύσης δεν θα αποξένωνε διαφορετικές πτέρυγες του Συντηρητικού Κόμματος, οι οποίες υποστήριζαν ηπιότερες ή σκληρότερες εκδοχές του Brexit. 


Αυτή η ενδοκομματική μέριμνα είναι εύλογη καθώς συντελεί στο να είναι σταθερότερες οι κυβερνήσεις και να μακροημερεύει ο κοινοβουλευτισμός με το να μη θρυμματίζονται τα κόμματα. Η εν λόγω μέριμνα επίσης χρησιμεύει στο να διεξάγουν τα κόμματα τους πολιτικούς αγώνες τους με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας από ό,τι αν υφίσταντο διασπάσεις. Σε ακραίες όμως καταστάσεις, όπως η τρέχουσα συγκυρία στη Βρετανία, το όφελος της κομματικής συνοχής μετασχηματίζεται σε πρόβλημα. Δημιουργεί αδιέξοδα αφού οι βουλευτές διστάζουν να περάσουν στην απέναντι όχθη, ψηφίζοντας μαζί με εκείνους αντίπαλων κομμάτων.(...)


Το τέταρτο μάθημα είναι η διάψευση της δημοφιλέστατης άποψης ότι στη δημοκρατία τελικά επικρατούν τα συμφέροντα των ισχυρότερων ομάδων, όπως των κυρίαρχων τάξεων ή των επιχειρηματικών ελίτ. Για τους αντιπάλους της δημοκρατίας, αυτό το πολίτευμα απλώς αποτελεί ένα διαφανές πέπλο το οποίο μετά βίας κρύβει την ουσιαστική κυριαρχία των συμφερόντων των καπιταλιστών.


Οπως όμως φάνηκε και με το βρετανικό δημοψήφισμα, αλλά και παλιότερα με μεγάλες εκλογικές ανατροπές σε άλλες χώρες, στη δημοκρατία μπορούν να δρομολογηθούν με ειρηνικό τρόπο εξελίξεις αντίθετες από αυτά τα συμφέροντα.


Το 2016 στη Βρετανία ισχυρότατοι επιχειρηματικοί όμιλοι και τράπεζες στο λεγόμενο City του Λονδίνου, καθώς και πάρα πολλοί εμπειρογνώμονες και τεχνοκράτες, είχαν ταχθεί κατά του Βrexit.


 Επικράτησε η αντίθετη γνώμη, σε βάρος των συμφερόντων και των αναλύσεών τους. Παρότι αυτό μπορεί να θεωρηθεί συνολικά θετικό για τη δημοκρατία, καθώς προσφέρει δυνατότητες υπερίσχυσης στους λιγότερο ισχυρούς πολίτες, δεν θα έπρεπε να μας οδηγήσει σε λάθος συμπέρασμα. 


Στη Βρετανία δεν επικράτησαν τα λαϊκά συμφέροντα. Αντίθετα, αυτά ίσως πληγούν βαθιά, ανάλογα με την εξέλιξη της ανεργίας, των εισοδηματικών ανισοτήτων και της φτώχειας μετά από το Brexit και σε συνδυασμό με αυτό. Δηλαδή στη δημοκρατία...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ποιοι είμαστε, σήμερα, εμείς οι Ευρωπαίοι Ελληνες;

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».


Μ​​ία διάσταση της ελληνικής κρίσης για την οποία έχουμε συζητήσει ελάχιστα είναι η πολιτισμική.  


Είναι μάλλον φυσικό όταν πρυτανεύουν διαρκώς οι άλλες δύο διαστάσεις της: η οικονομική και η πολιτική. Αλλά είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι διχογνωμίες σχετικά με αυτές είναι πολύ έντονες, η σιωπή για την πολιτισμική διάσταση πέφτει τόσο βαριά που καταντά ύποπτη. Κρύβει απώθηση και σύγχυση.



Αν, για παράδειγμα, ζητούσαμε από διανοουμένους να μας περιγράψουν τι εκφράζει σήμερα ο νέος ελληνισμός, πρώτα και κύρια εντός της Ευρώπης, η αμηχανία θα ήταν μεγάλη.  


Ο νοσταλγός (φανταστικών) μεγαλείων και ο λαϊκιστής (αριστερός ή δεξιός) θα μας απαντούσε με τα συνήθη ελληνοκεντρικά στερεότυπα. 


Ο δε (ψευτο)προοδευτικός θα απέρριπτε το ίδιο το ερώτημα με τον ισχυρισμό ότι οι εθνικές ταυτότητες είναι ξεπερασμένες στον σύγχρονο κόσμο των πολλαπλών ετεροτήτων. Οσο υπάρχουν, όμως, εθνικά κράτη, οι ταυτότητες αυτές θα παραμένουν κρίσιμες. Ως τη δεκαετία του ’70, η ελληνική κοινωνία επέμενε να αναρωτιέται πάνω στο ποια είναι και ποια θέλει να είναι. Διότι οι ταυτότητες είναι κι ένα καθρέφτισμα του Εαυτού που δεν αφορά μόνο το παρόν του αλλά και το μέλλον του. 


Ετσι, για παράδειγμα, τόσο τη δεκαετία του ’60 όσο και τη δεκαετία του ’70, τα περιοδικά «Επιθεώρηση Τέχνης» και «Αντί» είχαν ανοίξει δύο μεγάλους διαλόγους για το «τι είναι λαϊκό», ένα ερώτημα καίριο για τον προσδιορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας. 


Σήμερα αυτά τα θέματα κρίνονται μπανάλ συγκρινόμενα, ας πούμε, με τη συζήτηση για το χι δικαίωμα της τάδε ομάδας.



Βεβαίως, μια εθνική ταυτότητα για να συγκροτηθεί και να νοηματοδοτηθεί θέλει δύο. Εκτός από το πώς βλέπουμε οι ίδιοι τους εαυτούς μας, πρέπει το βλέμμα αυτό να συναντηθεί και να λάβει υπόψη και το βλέμμα του ξένου. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν το εξωτερικό βλέμμα είναι εκείνο ηγεμονικών πολιτισμών που κυριαρχούν στην ήπειρο επί αιώνες. Μόνο που εδώ η απάντηση είναι πιο εύκολη αλλά, φευ, πιο απογοητευτική:


 Η σύγχρονη Ελλάδα της κρίσης δεν είναι, πλέον, οι συμπαθητικοί κι εξωτικοί Ζορμπάδες του ’60, που είχαν να προσφέρουν μια αυθεντική και ποιητική πρόταση ζωής στους βόρειους προτεστάντες (εξ ου και τα δύο Νομπέλ Λογοτεχνίας σε Ελληνες ποιητές). Είναι, αντιθέτως, κάποιοι απείθαρχοι χρεοκοπημένοι που ζητούν διαρκώς δάνεια, κι έχουν με την Ευρώπη μια σχέση έντονης αμφιθυμίας. Θέλουν τα λεφτά της, αλλά στέκονται σκεπτικιστικά απέναντι στις αξίες της.



Αντεξαν βέβαια κοινωνικά την κρίση διότι είναι καπάτσοι, αλλά προς μίμηση σίγουρα δεν είναι. Είναι, εντέλει, μια «ειδική περίπτωση», όπως αρέσκονται να μας χαρακτηρίζουν. «Παιδί μας κι αυτό αλλά με πρόβλημα».



Το ζήτημα είναι ότι αυτός ο ελληνικός εξαιρετισμός δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως κάτι προβληματικό από την ημεδαπή διανόηση. Θεωρείται, ίσα ίσα, μέρος του διαχρονικά αντιστασιακού «χαρακτήρα» του Ελληνα απέναντι στον υποτιθέμενο ισοπεδωτισμό της παγκοσμιοποίησης. Αυτός είναι, όμως, ένας αρνητικός αυτοπροσδιορισμός.



Ποια θέλει να είναι σήμερα η θετική συμβολή της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό πολιτισμό; 


Το πολιτικό ειδικό βάρος μιας μικρής χώρας είναι δεδομένο και δεν θα αλλάξει ποτέ. Υπάρχει όμως το πνευματικό και, ιδίως σήμερα, το επιστημονικό κεφάλαιο, που δεν προσδιορίζονται αναγκαστικά από το μέγεθος.



Το πνευματικό κεφάλαιο της χώρας μας υπάρχει και είναι υψηλών προδιαγραφών και στις τέχνες και στα γράμματα. Το θέατρο, η λογοτεχνία, τα περιοδικά ιδεών, οι εκδότες παράγουν, δεδομένων των συνθηκών, έργο επιπέδου ισάξιου με εκείνα του εξωτερικού. 


Το επιστημονικό δεν είναι ούτε αυτό αμελητέο αλλά δεν έχει κουλτούρα επιχειρηματικότητας, δεν βρίσκει εύκολα χρηματοδότηση, υπερφορολογείται και το αξιότερο μεταναστεύει εκτός. Το κυριότερο όμως είναι ότι λείπουν οι θεσμοί που θα συγκεντρώσουν αυτές τις διάσπαρτες δυνάμεις, και θα τις αξιοποιήσουν πολλαπλασιαστικά. Τα πανεπιστήμιά μας παραπαίουν μέσα στην εσωστρέφεια, την ανομία, τη μη διεθνοποίηση, την έλλειψη κινήτρων και πόρων. Ούτε και το επιστημονικό κεφάλαιο που διαπρέπει στην Εσπερία έχουμε καταφέρει να αξιοποιήσουμε. Οι διακεκριμένοι Ελληνες καθηγητές του εξωτερικού που κινητοποιήθηκαν στα συμβούλια των ΑΕΙ, με τον νόμο Διαμαντοπούλου, λοιδορήθηκαν κι έφυγαν απογοητευμένοι. Πρέπει να βρούμε τρόπο να τους ξαναφέρουμε. Κάτι που ονειρεύομαι στην Ελλάδα είναι ένα διεθνές ινστιτούτο, διεπιστημονικού χαρακτήρα, που θα προσκαλεί και θα στεγάζει ερευνητικά κάθε χρόνο μερικούς από αυτούς τους «άριστους» του εξωτερικού. Η δική τους εξωστρέφεια μπορεί να εμπλουτίσει με νέες παραστάσεις τη δική μας συχνά αυτοαναφορική ματιά.



Για να είναι, τέλος, συμπαγής μια εθνική ταυτότητα, πρέπει να καταφέρει να...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: ’80, η δεκαετία που μας έκανε αυτό που είμαστε

Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».


Α​​υτές τις μέρες, κάτι σημαντικό ξεκινάει στην Αθήνα και οφείλουμε να το αναδείξουμε. Στον χώρο της Τεχνόπολης του Δήμου Αθηναίων εγκαινιάζεται, την Τετάρτη 25 Ιανουαρίου, μία από τις πιο πολλά υποσχόμενες εκθέσεις που έχουμε δει στην πόλη μας τα τελευταία χρόνια, ενδεχομένως –από άποψη πρωτοτυπίας– και διεθνώς. Εχει τίτλο «GR80s» και ανασυστήνει τον κόσμο της δεκαετίας του ’80.  


Οι εμπνευστές και γενικοί συντονιστές της έκθεσης, οι πανεπιστημιακοί Β. Βαμβακάς και Π. Παναγιωτόπουλος έχουν αναλάβει ένα εξαιρετικά σύνθετο και φιλόδοξο σχέδιο. Μέσα από πλήθος περιπτέρων, το καθένα από τα οποία έχει τον δικό του υπεύθυνο, ο επισκέπτης θα είναι σαν να περιηγείται με μια χρονομηχανή σε όλες σχεδόν τις πτυχές της ζωής, ιδιωτικής και δημόσιας, εκείνης της εποχής. Η πολιτική, η οικονομία, η τρομοκρατία, οι ιδέες, τα δικαιώματα, τα ΜΜΕ, η μαζική κουλτούρα, η μόδα, η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η μουσική, η αυτοκίνηση, η αρχιτεκτονική, όλα θα περνούν μπροστά από τα μάτια του, μέσα από τα υλικά δημιουργήματα της αστικής ζωής, τα οποία θα μπορεί να «ζήσει» χάρη σε ποικίλες πρακτικές διαδραστικότητας.


Η έκθεση δεν θα είναι, ωστόσο, ένα ταξίδι νοσταλγίας, ούτε ο παιχνιδότοπος των αναμνήσεών μας. Χωρίς να γίνεται διδακτική και ακαδημαϊκή, μάλλον το αντίθετο, έχει στόχο να μας πει ποιοι είμαστε.  


Γιατί άραγε, η δεκαετία του ’80 και όχι του ’70 ή του ’90; 


 Υπάρχουν, τρεις, τουλάχιστον, λόγοι γι’ αυτό:

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Εξουσία παραδομένη στη χλεύη

Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».


Η εξουσία είναι μαγική. Οσο κι αν εκκοσμικευθεί, όσο κι αν απομαγευτεί –και η νεωτερικότητα φρόντισε να το διεκδικήσει αυτό μετ’ επιτάσεως– παραμένει μια υπόθεση που δεν αφορά κανονικούς ανθρώπους. Ή τουλάχιστον ποτέ δεν θα τους δει ως τέτοιους η κοινωνία. Γι’ αυτό και η τελευταία θα σπεύσει πάντα με πάθος να σφίξει το χέρι του ηγέτη, στις δημόσιες εμφανίσεις του, να ακουμπήσει δηλαδή το «σώμα της εξουσίας», όπως ακριβώς στον μεσαίωνα οι υπήκοοι στριμώχνονταν για να τους αγγίξει το χέρι του βασιλιά, το οποίο θεωρούνταν ότι είχε θεραπευτικές ιδιότητες. Και μπορεί φυσικά σήμερα το σώμα του βασιλιά αυτό καθαυτό να μην αποτελεί την ενσάρκωση του κράτους, μπορεί με άλλα λόγια το «l’ état c’est moi» να μην είναι πλέον κυριολεκτικό, και ο σύγχρονος πολιτικός ηγέτης να είναι ένας απλός «ενοικιαστής» της εξουσίας, αλλά η μαγεία δεν έχει πάψει να τον τυλίγει σαν ένα διαρκές φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του.
 

Και κατά μία έννοια, δεν είναι εντελώς παράλογο. Καίτοι οι πολιτικοί, τις τελευταίες δεκαετίες, παλεύουν να μας πείσουν ότι είναι «απλοί άνθρωποι της διπλανής πόρτας», η δουλειά αυτή που κάνουν δεν είναι για κοινούς θνητούς, πόσο μάλλον σε καιρούς άγριους σαν τους δικούς μας.  


Πόσοι από εμάς θα ήταν άραγε ικανοί να λάβουν, χωρίς να καταρρεύσουν από ενοχές, αποφάσεις που θα είχαν σοβαρότατες αρνητικές συνέπειες για εκατομμύρια συνανθρώπους μας;  


«Είναι μια βρωμοδουλειά, αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει», λένε δικαίως οι θυμόσοφοι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Και πράγματι, συχνά δεν είναι αξιοζήλευτη η θέση των «ηγεμόνων» μας.
 

Το πιο μαγικό όμως από όλα βρίσκεται στον λόγο τους. Οπως θα έλεγε κι ένας παλιότερος φιλόσοφος, μπορούν να κάνουν πράγματα με τις λέξεις τους. Μιλούν, και, ως εκ θαύματος, κάτι συμβαίνει ως αποτέλεσμα της δήλωσής τους. Ετσι, αν φέρ’ ειπείν μάς πουν ότι μπορούν να περπατήσουν πάνω στη θάλασσα, πολλοί θα τους πιστέψουν, όχι αναγκαστικά οι πιο αφελείς και μόνο.  


Και θα τους πιστέψουν διότι αποδεχόμενοι τη μαγεία, έχουν συνάψει και μια σύμβαση με την εξουσία (στη σύγχρονη μορφή της). «Εγώ σου παραχωρώ τη νομιμοποίησή μου, κι εσύ φρόντισε να την διαχειριστείς επ’ ωφελεία μου. Αν λες ότι μπορείς να περπατήσεις στη θάλασσα, κάτι θα ξέρεις περισσότερο από εμένα. Περιμένω να σε δω».  


Δεν είναι όμως όλα ρόδινα για τον ηγεμόνα. Αν την ώρα που πάει να περπατήσει στη θάλασσα, βουλιάξει αύτανδρος, κινδυνεύει να γελοιοποιηθεί. Ο βασιλιάς εκτός από γυμνός, θα ‘ναι και μούσκεμα, δηλαδή πλήρως ταπεινωμένος. Θα ‘χει χάσει ως εκ τούτου τη γοητεία του, που όπως είπαμε, είναι απαραίτητο συνοδευτικό για την περίεργη αυτή δουλειά που κάνει.
 

Κάθε παρακμή έχει όμως τον δικό της πάτο. Και για την εξουσία αυτός είναι όταν o βασιλιάς όχι μόνο έχει πνιγεί στη θάλασσα, στην οποία υποτίθεται θα περπατούσε, αλλά την ίδια στιγμή επιμένει να ισχυρίζεται ότι όλα βαίνουν καλώς, όπως στο γνωστό ανέκδοτο, όταν αυτός που πέφτει από τον 10ο όροφο, λέει καθησυχαστικά, μόλις έχει φθάσει στον 1ο, «ώς εδώ είμαι μια χαρά». 


 Σε αυτή την περίπτωση δεν είναι μόνο ότι μια εξουσία απέτυχε στους στόχους και στις υποσχέσεις της, κάτι, τέλος πάντων, αποδεκτό στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού. Είναι ότι...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Να βάλουμε τέλος στην αυτομαστίγωση

Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, δ/ντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της Νέας Εστίας.


Α​​σφαλώς δεν είναι κάτι πρωτότυπο για τον ελληνικό τρόπο σκέψης: προτιμούμε πάντα την αναζήτηση ευθυνών σε πρόσωπα και ομάδες από την ανάλυση των βαθύτερων αιτιών του προβλήματος. 


Η καταγγελία και η στρεψοδικία ταιριάζουν αναμφισβήτητα πολύ καλύτερα σε έναν ψυχισμό δομικά ενοχικό, όπως ο νεοελληνικός, και η κρίση ανέδειξε αυτή τη στάση σε κυρίαρχη στις δημόσιες αντιπαραθέσεις.  


Από τις πιο χαρακτηριστικές εκδοχές αυτής της ιστορίας ήταν ο τρόπος που αντιμετώπισαν οι εγχώριες ελίτ την ελληνική κοινωνία. 


 Είδαμε δύο στάσεις, αμφότερες υποτιμητικές με τον τρόπο τους: 


Είτε εκείνη μιας σνομπ πολιτισμικής ελίτ που έβγαζε φλύκταινες επειδή ο «ανώριμος» λαός «δεν είναι κόσμιος», «δεν διαβάζει βιβλία», «κοιτάζει την πάρτη του», «και συνεχίζει να γεμίζει τα mall και τις ταβέρνες παρά την κρίση». 


Είτε, αντίστροφα, εκείνη που αποθέωνε μεν τον λαό και τον θεωρούσε αμόλυντο και υπεράνω κάθε ευθύνης για την κρίση, αλλά που ακριβώς επειδή του φερόταν σαν ανήλικο παιδί, τον αντιλαμβανόταν εντέλει ωσάν ένα ανεύθυνο υποκείμενο που χρειάζεται την άνωθεν χειραγώγηση.


  Εφθασε, μάλιστα, να υποτιμήσει τόσο πολύ τη νοημοσύνη του, που διοργάνωσε και δημοψήφισμα για να του θέσει το αστείο ερώτημα «αν του αρέσει να είναι πλούσιος και υγιής ή φτωχός και ασθενής»…



Ωστόσο, όπως συμβαίνει συχνά σε βαθιές κρίσεις που δεν είναι μόνον οικονομικές αλλά αφορούν σχεδόν όλες τις όψεις ενός κράτους και του πληθυσμού του, η ελληνική κοινωνία βρίσκεται αυτή την περίοδο σε μια φάση μετάλλαξης, την οποία η πολιτική αδυνατεί να παρακολουθήσει και να κατανοήσει. Εξ ου και η αμφιθυμία των ελίτ μας απέναντί της. Δεν υπάρχει οπωσδήποτε εδώ ο χώρος για κοινωνιολογικές αναλύσεις.



Εκείνο που μπορεί όμως κανείς να αναδείξει όσον αφορά την ελληνική κοινωνία –που δεν είναι ούτε απάνθισμα ατόμων ούτε και «λαός»– είναι οι απλές πρακτικές που εφαρμόζει για να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα που βιώνει: ότι εξακολουθεί να επενδύει από το υστέρημά της στο εκπαιδευτικό κεφάλαιο όσο λίγες κοινωνίες στον κόσμο, ότι η επινοητικότητά της στη μικροεπιχειρηματικότητα είναι συχνά αξιοθαύμαστη, ότι εν πολλοίς διατήρησε την κοινωνική της συνοχή παρά τη συχνά δραματική και απότομη πτώση του εισοδήματός της, που δεν είχε προηγούμενο στο σύγχρονο ευρωπαϊκό κόσμο. Ούχ ήττον, πλάι σε αυτά, θα βρει κανείς και τη μαζική φοροδιαφυγή, τον οικογενειακό αμοραλισμό και μια ροπή εναλλάξ στην εθνική αυταρέσκεια και την αυτοενοχοποίηση.



Δεν της αξίζει όμως της ελληνικής κοινωνίας άλλη αυτομαστίγωση ούτε άλλη ισοπεδωτική κριτική. Πρόκειται για μια καθαρά ευρωπαϊκή κοινωνία, φυσικά με τη δική της ιδιοσυστασία, που δεν έχει πάψει ούτε στιγμή στη νεότερη Ιστορία της να επιθυμεί να συντονίσει το βήμα της με τα πιο προχωρημένα κέντρα του δυτικού κόσμου όσον αφορά τη γνώση, την κατανάλωση, τις πολιτισμικές μόδες. Βεβαίως, τις δεξιώνεται πάντα με το ιδιαίτερό της ύφος (γίνεται άραγε αλλιώς;), ενώ είναι αυτονόητο ότι στο εσωτερικό της διακρίνονται χάσματα κυρίως πολιτισμικά, γύρω από τα οποία οργανώνονται οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις και φυσικά οι συγκρούσεις. Αλλά θα πρότεινα σε όσους θεωρούν την ελληνική κοινωνία κατά βάση συνονθύλευμα αγροίκων να κάνουν μια σύγκριση του «λαϊκού» Ελληνα π.χ. με τον «λαϊκό» Αγγλο και τον «λαϊκό» Ιταλό. Θα είναι πολύ διαφωτιστική ως προς τις ομοιότητές τους. Η κοινωνία, λοιπόν, ξέρει να επιβιώνει και να στοχάζεται με τα δικά της εργαλεία όσα της συμβαίνουν. Και ενώ ατομικά θα βρει τις διεξόδους της, θα παραμείνει στο τέλμα της συλλογικά ως έθνος αν η πολιτική της ηγεσία δεν καταφέρει να κάνει αυτό που είναι η δουλειά της: 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΠΡΟΣΦΥΓΙΚΟ: Τα σύνορα του κράτους δικαίου και οι πρόσφυγες

Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, δ/ντής του ΠΜΣ, «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ

Η​​ αντίφαση είναι σαφώς ανυπέρβλητη: την ίδια ώρα που όλη η ρητορική της παρούσας κυβέρνησης, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, έχει υποτίθεται να κάνει με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας (από τα επάρατα μνημόνια και την ξένη κηδεμονία), την ίδια στιγμή ο τρόπος διαχείρισης των προσφυγικών ροών στα ανατολικά σύνορα του ελληνικού κράτους είναι προβληματικός. 


Αφού πρώτα για μήνες εφάρμοσε ανεπίσημα την πολιτική των ανοικτών συνόρων, έφθασε σήμερα να παζαρεύει την αυτονόητη καταγραφή των εισερχόμενων προσφύγων και μεταναστών στα λεγόμενα «χοτ σποτ», με αντάλλαγμα τη μείωση του ΦΠΑ στην Πάρο, στη Μύκονο και στα άλλα νησιά. 


Και αν δεν της μειώσουν τον ΦΠΑ; 


Α όχι, η «εθνική κυριαρχία» δεν είναι ένα τρένο, από το οποίο πηδάς όποτε θελήσεις.


Η αντίληψη της ελευθεριακής Αριστεράς είναι ασφαλώς γνωστή από παλαιότερα, και συμπυκνώνεται στο σύνθημα που βλέπει κανείς συχνά σε τοίχους της Αθήνας: «Τα σύνορα είναι μια χαρακιά και μια πληγή στο σώμα του πλανήτη». Και από αυτή την άποψη δεν εκπλήσσεται κανείς.  


Τι γίνεται, ωστόσο, όταν η αδήριτη πραγματικότητα σου χτυπά την πόρτα, και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η πόρτα αυτή δεν μπορεί να μείνει ορθάνοιχτη και ανεξέλεγκτη, όσο κι αν πέρασες την εφηβεία σου με το «Imagine all the people»;


Σε ένα αιρετικό δοκίμιό του με τίτλο «Εγκώμιο των συνόρων» (εκδ. Εστία), ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ, ο οποίος είχε βιώσει κάποτε στο πετσί του τι σημαίνει ελευθεριακή κουλτούρα, σημειώνει:  


«Είναι επώδυνο να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο όπως είναι, και ευχάριστο να τον ονειρεύεσαι όπως τον επιθυμείς». Και συνεχίζει: «Ενώ όλοι εξυμνούν το ανοιχτό πνεύμα και η showbiz σιγοτραγουδάει only one world, τα κράτη του ΟΗΕ έχουν τετραπλασιαστεί από την ίδρυσή του, μάλιστα από το 1991 και μετά, χαράχτηκαν στην Ευρώπη και την Ευρασία 27.000 χιλιόμετρα νέων συνόρων. Και όχι μόνο αυτό, οι συνοριακές διαφορές μεταξύ κρατών παραμένουν πάντα παρούσες, και είναι πάνω από 25 αυτές που μπορούν να χαρακτηριστούν σήμερα σοβαρές.


Ας ζητήσουμε, λοιπόν, συγγνώμη που χαλάμε το όνειρο σε όσους αγάπησαν τον μύθο του Φιλέα Φογκ, αλλά αυτός ο κόσμος των παγκόσμιων ψηφιακών συνδέσεων, των υπερεθνικών πειρατών του Διαδικτύου και του skype, είναι ταυτόχρονα τόσο μα τόσο παραδοσιακός και κλεισμένος στην πραγματικότητα των πολλών εθνικών «εγώ» του.


Βεβαίως, για να είμαστε ειλικρινείς, η θεμελιώδης αυτή αντίφαση δεν είναι μόνο της κυβερνώσας Αριστεράς μας. Είναι του έμπλεου αντιφάσεων μεταμοντέρνου κόσμου μας, ο οποίος καλείται ακριβώς να συμβιβάσει δύο ασυμβίβαστες (;) πραγματικότητες: 


Από τη μία την πραγματικότητα του σύγχρονου κράτους –με τα σύνορά του, πάντα– που είναι και η μόνη οντότητα που μπορεί να διασφαλίσει σήμερα στα υποκείμενα τα βασικά πολιτικά δικαιώματα. 


Και από την άλλη, την πανίσχυρη ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ένα κολοσσιαίο ζήτημα), βασικό μέρος των οποίων είναι ότι το εκ γενετής ελεύθερο υποκείμενο μπορεί να μετακινείται χωρίς περιορισμούς στον χώρο, εντέλει στον πλανήτη στον οποίο γεννήθηκε. 


Η έκδηλη αμηχανία τής Ευρώπης απέναντι στο κύμα των προσφύγων που την κατακλύζει, εκκινεί από αυτή την κατανοητή αδυναμία συγκερασμού δύο πανίσχυρων ευρωπαϊκών παραδόσεων. 


Ανάμεσα στα περιοριστικά σύνορα και στα απεριόριστα δικαιώματα, πώς μπορεί να βρεθεί μέση οδός;


Μάλλον το λησμονούμε, αλλά η Ευρωπαϊκή Ενωση που τόσο λοιδορείται είναι (μαζί με τη Βόρεια Αμερική και τις Αυστραλία, Ιαπωνία) τα μόνα κράτη δικαίου άξια του ονόματός τους στον κόσμο. Μάλιστα, η νέα πολεμική αναστάτωση στη Μέση Ανατολή φρόντισε να μας υπενθυμίσει και τον ιδρυτικό λόγο της Ενωσης στη Γηραιά Ηπειρο: την αποφυγή νέων αιματηρών πολέμων και νέων εθνοκαθάρσεων και ολοκαυτωμάτων.


Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει εύκολη απάντηση στο πρόβλημα. Διατυπώνει απλώς και τη δική του απελπισία. Θα μπορούσαμε όμως να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα: 

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40: Miα νίκη της ελληνικής κοινωνίας, προϊόν της σύσσωμης κινητοποίησης ΘΕΣΜΩΝ, ΕΛΙΤ, ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ - Θα μπορούσε να την πετύχει άραγε ο φυγόστρατος καλοπερασάκιας παρτάκιας λαός του σήμερα???

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».


Είναι λίγες μέρες μετά την πρωτοχρονιά του 1941, στην περιοχή Κάλια του αλβανικού μετώπου. Ο πυροβολητής Πεζικού, ο Πειραιώτης Βλάσης Καρατζίκας, λαϊκό παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας, έχει μόλις φθάσει με τον ουλαμό του στο μέτωπο, μετά από εξοντωτική πορεία ημερών, υπό άθλιες καιρικές συνθήκες. Παρά ταύτα, ο ενθουσιασμός του που βρίσκεται εκεί είναι έκδηλος. Γράφει μάλιστα στο ημερολόγιό του (εκ. Ερμής): «Κατά την ώρα της βολής το κρύο μάς πειρούνιαζε έως τα κόκκαλα. Ευτυχώς που εθαιρμένετο ο σωλήν του πυροβόλου και ζεσταίναμε τα χέρια μας. Το μεγάλο κατόρθωμα του ουλαμού μας ήταν το εξής: Είχαμε μείνει με λίγα βλήματα, διότι είχον ψωφήσει τα μουλάρια, διετάχθησαν λοιπόν οι άνδρες κάπου 60, να μεταφέρουν 4 βλήματα ο καθείς στον ώμο. Ητο πραγματικό μαρτύριο αυτό διότι με το φορτίο 13 οκ (άδες) στον ώμο έφευγαν από τη Ζέη και βάδιζαν 4 1/2 ώρες μέσα σε λάσπη έως το γόνατο και ήρχοντο που είμεθα εμείς με τα πυροβόλα. Ηρχοντο κατάκοποι, μούσκεμα στον ιδρώτα και λασπωμένοι, ήσαν πραγματικοί ήρωες, τους έβλεπα και τους ελυπόμουν, αλλά χάρις όμως σε αυτούς εδοξάσθη ο ουλαμός μας. Ελεγον δε σε μας τους πυρ/τάς “ρίχνετε καλά, παιδιά, και εμείς θα σας φέρνουμε βλήματα. Καρατζίκα σκόπευε καλά, κατάστρεφέ τους αράδα τα πυροβόλα και πολυβόλα τους”».
 

 
Το απόσπασμα είναι αρκετά ακριβές της κατάστασης στο μέτωπο, διότι συμπυκνώνει βιωματικά μερικά από τα βασικά στοιχεία της επιτυχίας του ελληνικού στρατού το 1940-1. Οι σύγχρονοι πόλεμοι του 20ού αιώνα, πόλεμοι ολοκληρωτικοί, πόλεμοι των κληρωτών, δεν παίχτηκαν μόνο στο επίπεδο των μεγάλων στρατηγών των επιτελείων αλλά απαιτούσαν συνολική κινητοποίηση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Και όπως έχει εύστοχα ειπωθεί –χωρίς καμιά διάθεση εθνικιστικής αυταρέσκειας– η ελληνική κοινωνία πήγε στον πόλεμο αυτό σύσσωμη «με το χαμόγελο στα χείλη».  



Μπορεί λοιπόν κανείς ενδεικτικά να αναφέρει 4-5 κρίσιμους παράγοντες, βάσει των οποίων κρίθηκε το αποτέλεσμα: 


Το είδος του οπλισμού και η εκπαίδευση του στρατεύματος, 


Τα ζητήματα επιμελητείας και μεταφορών, 


Η εξοικείωση με τη γεωγραφία και τις ακραίες συνθήκες διαβίωσης, 


Η ποιότητα των μεσαίων στελεχών και ιδίως των εφέδρων. 


Ας δούμε το καθένα από αυτά αναλυτικότερα.

Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις είχαν ξεκινήσει, από το 1926 και έως το 1935, τον επανεξοπλισμό τους καθώς και τη διοικητική αναδιοργάνωσή τους. Παρέμεναν κατά βάση αξιόμαχες μόνο στον στρατό ξηράς, αλλά αυτός δεν θα χαρακτηριζόταν γενικά υποδεέστερος του ιταλικού. Ισως μόνο ποσοτικά, όχι όμως ποιοτικά. Οι αγορές όπλων που είχαν γίνει ήταν σωστές, ακόμη δε καλύτερη ήταν η εκπαίδευση.

 
Από τα οπλοπολυβόλα, πρέπει να ξεχωρίσει κανείς το τσεχοσλοβακικό Χότσκις που υπερτερούσε των ιταλικών Φίατ και Μπρέντα, καθώς δεν θερμαινόταν ιδιαίτερα, και σπάνια πάθαινε εμπλοκή. Ηταν επίσης πολύ ελαφρύ (7 κιλά), χάρη και σε μετατροπές που είχε κάνει ο στρατός σε αυτό, κι έτσι μεταφερόταν ευκολότερα στις μακρές πορείες πάνω στα αλβανικά βουνά. Οπλο ιδανικό και για άμυνα αλλά και για επίθεση με πυρ και κίνηση, έσπερνε τον πανικό στις αντίπαλες γραμμές, καθώς ο χειριστής του μπορούσε να εκτελέσει βολή «εν βαδίσματι», με τον βοηθό του να τον ακολουθεί δύο βήματα πιο πίσω κρατώντας τις δεσμίδες.  


Ηταν μια άσκηση που την επαναλάμβαναν οι κληρωτοί μέχρι να ματώσουν στην εκπαίδευση, και αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, αφού άνοιγε τον δρόμο στην υπόλοιπη διμοιρία που ακολουθούσε στην εκάστοτε έφοδο, με τη γνωστή εφ’ όπλου λόγχη. Πρόκειται για εικόνες που έχουν αποτυπωθεί πολύ ζωντανά στους γνωστούς ζωγραφικούς πίνακες του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη (με τις προελάσεις των Ελλήνων στρατιωτών) – δεκανέας πολυβολητής άλλωστε ήταν και ο ίδιος. 


Παρόμοια ενεργούσε και το πολύ καλό ιππικό, το οποίο ελισσόταν εφίππως αλλά μαχόταν πεζή. Πολύ αξιόπιστο και ανώτερο του αντίστοιχου ιταλικού ήταν και το αυστριακό τυφέκιο Μάλινχερ που έφεραν οι απλοί οπλίτες. Μάλιστα, επειδή το Μάλινχερ ήταν αρκετά μακρύτερο από το ιταλικό τυφέκιο, όταν έφερε πάνω του τη λόγχη υπερτερούσε στη μάχη σώμα με σώμα, στην οποία οι Ελληνες στρατιώτες κέρδιζαν κατά κράτος, όπως πολλές χιλιάδες χρόνια νωρίτερα οι Μακεδόνες με τη θρυλική σάρισα. Απλές τεχνικές μάχης αλλά που αποδείχτηκαν φοβερά αποτελεσματικές στον χώρο της Πίνδου.

 
Το άλλο κρυφό ατού του ελληνικού στρατού ήταν το πυροβολικό του. Ακολουθούσε τη γαλλική σχολή εκπαίδευσης, στελεχωνόταν από εξαιρετικά καταρτισμένους αξιωματικούς, μπαρουτοκαπνισμένους από τους πολέμους της προηγούμενης 30ετίας, που δεν δίσταζαν να βρεθούν στην πρώτη γραμμή, και οι καλοί γνώστες της εποχής έλεγαν ότι, ιδίως το ελαφρύ πυροβολικό, επρόκειτο, δίχως υπερβολή, για ένα από τα καλύτερα της Ευρώπης.  
Βασιζόταν ωστόσο σε δυο ακόμη στοιχεία: στους πολύ καλούς έφεδρους αξιωματικούς, μαθηματικούς συχνά για ευνόητους λόγους, και στα μουλάρια του. Το τελευταίο αποδείχτηκε υπερόπλο, καθότι έδινε τη δυνατότητα στο ελαφρύ πυροβολικό να φορτώνεται σε κομμάτια πάνω στα τρομερά ανθεκτικά αυτά ζώα και να μπορεί έτσι να φθάνει και να στήνεται σε δυσπρόσιτα σημεία, πλεονεκτώντας του εχθρού. Τα μουλάρια είχαν επιταχθεί κατά χιλιάδες από τους τοπικούς πληθυσμούς, οι οποίοι μερικές φορές έκαναν και τους ημιονηγούς, υποδεικνύοντας ορεινά περάσματα, άγνωστα στον αντίπαλο.

Ο ελληνικός στρατός απαρτιζόταν ούτως ή άλλως από παιδιά της υπαίθρου, σκληραγωγημένα εκ φύσεως, συνήθως εξοικειωμένα με τις σκληρές συνθήκες του βουνού, καθώς και με τη σπάνη της τροφής ή και με το κρύο και τις ατέλειωτες πορείες σε κακοτράχαλα μέρη. 


Οι Ελληνες έφεδροι αξιωματικοί, μορφωμένα παιδιά, που είχαν ανατραφεί στις ποικίλες συλλογικότητες του μεσοπολέμου, μπορούσαν να συνεννοηθούν και να επιβληθούν στα αγροτόπαιδα που είχαν στον λόχο τους, γιατί οι τοπικές κουλτούρες ήταν εκείνες της «τιμής και της ντροπής». Οι ιεραρχίες λειτουργούσαν ακόμη καλά.
 

Αυτό που έγινε στα βουνά της Πίνδου τον χειμώνα του 1940-41 ήταν μια σπουδαία υπόθεση για την ελληνική κοινωνία. Δεν εγγράφηκε τυχαία στο συλλογικό ασυνείδητο, ούτε χρειάστηκε να τo επιβάλει αυτό καμία εξουσία. Οριστικοποίησε μια διαδικασία μεταλλαγής της ελληνικής κοινωνίας που είχε ξεκινήσει στον μεσοπόλεμο και που είχε οδηγήσει σε ολοκληρωτική ανανοηματοδότηση του βίου, αν θέλουμε να μιλήσουμε και ανθρωπολογικά. Η κοινωνία του μεσοπολέμου ήταν άλλωστε η πιο πολύπλοκη και ενδιαφέρουσα στις ζυμώσεις της κοινωνίας του ελληνικού 20ού αιώνα. Ξέρουμε ακόμη λίγα γι’ αυτές τις διεργασίες, και μάλλον τα ξέρουμε από το αποτέλεσμα: από τη μαζική κινητοποίηση αργότερα στα αντιστασιακά κινήματα της Κατοχής – από τα μεγαλύτερα, αναλογικά, στην Ευρώπη.  


Η κοινωνία άλλαζε, και άλλαζε μέσα και από το καμίνι του πολέμου. Και ίσως γι’ αυτό το «έπος» του ’40 να έκρυβε στο τέλος του (φυσικά και για άλλους λόγους καθαρού πολιτικού παιγνίου) την τραγωδία που ξέρουμε και που ακόμη δυσκολευόμαστε να ξεπεράσουμε.

 
Εχει σημασία να καταδειχτεί και το εξής: 

"Μεσαία Τάξη": Είναι εφτάψυχη αλλά κινδυνεύει

Γράφει ο Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος
Αναπληρωτής καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να πάψει να υφίσταται η μεσαία τάξη. 

Ο πρώτος είναι τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά της μεσαίας τάξης (π.χ., επαρκή εισοδήματα και σχετικά υψηλή μόρφωση, αυτόνομη μικρομεσαία επιχειρηματική δραστηριότητα, μετοχές σε εταιρείες), έτσι ώστε, με εξαίρεση μια τάξη πλουσίων, όλη σχεδόν η κοινωνία να καταλήξει να ανήκει στη μεσαία τάξη. Αυτό το νεοφιλελεύθερο κοινωνικό όραμα, που υποκρυπτόταν στο ιδεολόγημα του «λαϊκού καπιταλισμού», δεν επαληθεύθηκε. Παγκοσμίως, στο εσωτερικό των περισσότερων κοινωνιών οι οικονομικές ανισότητες έχουν οξυνθεί και τα φτωχότερα στρώματα αντιμετωπίζουν την «παγίδα της φτώχειας», δηλαδή την προοπτική να ζήσουν φτωχικά εφ΄ όρου ζωής, παρά να απολαύσουν κάποια ανοδική κοινωνική κινητικότητα.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η μεσαία τάξη να φτωχύνει τόσο πολύ, ώστε να ενωθεί με την εργατική τάξη. Σύμφωνα με τον κλασικό μαρξισμό του 19ου αιώνα, οι μικροί και μεσαίοι επιχειρηματίες θα υφίσταντο τον «θάνατο του εμποράκου» που στα μέσα του 20ού αιώνα ο Α. Μίλερ περιέγραψε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του. Στον ύστερο καπιταλισμό, ακόμη και οι ειδικευμένοι εργάτες, οι οποίοι απολάμβαναν υψηλότερα εισοδήματα από εκείνα των υπόλοιπων εργατών, εν τέλει θα «προλεταριοποιούνταν» (Χ. Μπράβερμαν).