"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ Γ.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ και ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πώς και πότε αλλάζει μια Εποχή;

 

Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης
Ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου

Ας αρχίσω ανορθόδοξα, με μια παρένθεση – σχετική πάντως με το κείμενο. 

Στον επιστημονικό λόγο έχει παρεισφρήσει ο όρος Γ’ Ελληνική Δημοκρατία για να ορίσει την εποχή που άνοιξε στις 24 Ιουλίου 1974. Πρόκειται για μια ατυχή μίμηση της περιοδολόγησης που χρησιμοποιείται κυρίως για τη γαλλική ιστορία.

Στην Ελλάδα βασίζεται σε ένα πολιτειολογικό κριτήριο, στην αντίθεση Βασιλείας – Δημοκρατίας (προεδρικής ή προεδρευομένης). Το αδόκιμο φαίνεται από το ότι ως Α’ Δημοκρατία λογίζεται η επαναστατική περίοδος 1821 – 1832 όταν δεν υπήρχε καν επισήμως το ελληνικό κράτος και ως Β’ Δημοκρατία το 1922 – 1935 τότε που φούντωσε ο Εθνικός Διχασμός.

Συνολικά δηλαδή, από τα 150 σχεδόν χρόνια μέχρι το 1974, η «Δημοκρατία» μετράει 24 μόνο χρόνια και η «Βασιλεία» 126. 

Επιπλέον, όλες οι μεγάλες κατακτήσεις που θεμελίωσαν μια αξιόλογη σε ευρωπαϊκό επίπεδο παράδοση κοινοβουλευτισμού, φιλελευθερισμού και εθνικής ανάπτυξης συνέβησαν επί των περιόδων της Βασιλείας: η πρώιμη καθολική ανδρική ψήφος το 1844, ο πρωτοποριακός κοινοβουλευτισμός του Συντάγματος 1864, το ανορθωτικό έργο του Ελ. Βενιζέλου και ο διπλασιασμός της χώρας με τους Βαλκανικούς Πολέμους, η μεταπολεμική οικονομική εκτίναξη.  

Πόσο λίγα έμειναν για τις δύστυχες Α’ και Β’ Ελληνικές Δημοκρατίες, αλήθεια! Ευτυχώς δεν φταίνε αυτές, αλλά το κριτήριο περιοδολόγησης και η ατυχής μίμηση που το εισήγαγε. 

Ας κλείσουμε λοιπόν την παρένθεση και ας κρατήσουμε τον πιο κοινό όρο Μεταπολιτευτική Ελλάδα, τον οποίο καθιερώσαμε για να ορίσουμε και να περιοδολογήσουμε την ιστορία που άνοιξε πριν από 50 χρόνια στην πατρίδα μας. Ορος αντιφατικός στη σημασία του και εμμονικός στη διάρκειά του.

Εννοιολογικά ορίζει μια βραχύβια περίοδο πολιτειακής μετάβασης από τη δικτατορία στην κοινοβουλευτική δημοκρατία

Ειδικά στην Ελλάδα έγινε ταχύτατα και βελούδινα – συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Νότιας Ευρώπης, πόσω μάλλον της Λατινικής Αμερικής. Και από την άλλη, η «στιγμή» έγινε εμμονικός ορισμός μιας μακράς εποχής τον οποίο ακόμα χρησιμοποιούμε. Από μόνη της η αντίφαση θα αρκούσε για να αναρωτιόμαστε κάθε τόσο «μήπως τέλειωσε η Μεταπολίτευση;».

Και πράγματι το ερώτημα έγινε και αυτό εμμονικό, καθώς τέθηκε ήδη από το 1985 και έκτοτε κατά καιρούς επανέρχεται. Σαν να υπάρχει μια αμφίρροπη κατάσταση (ή συλλογική διάθεση;) μεταξύ συνέχειας και αλλαγής. Διάθεση και επιθυμία συνέχειας της Δημοκρατίας και της Ελευθερίας – αγαθά πολύτιμα για τις μεγαλύτερες ηλικίες και αυτονόητα για τις νεότερες. Κοντολογίς, η διαρκής χρήση του όρου Μεταπολιτευτική Ελλάδα οφείλεται στο ευτυχές γεγονός ότι οι δημοκρατικοί θεσμοί παρά τις μεγάλες δοκιμασίες άντεξαν και αντέχουν.

Φτάνει όμως αυτό για τη διατήρηση μιας περιοδολόγησης όταν οι αλλαγές είναι καταιγιστικές; Ή μήπως συμβαίνει και το αντίστροφο, οι αλλεπάλληλες αλλαγές ανανεώνουν συνεχώς το ερώτημα; 

Γιατί συμβαίνει και αυτό: οι κοινωνίες όταν βιώνουν βαθιές αλλαγές ανακαλούν το παλιό ή πρόσφατο παρελθόν τους ως πηγή αυτογνωσίας και αναστοχασμού.

Στην περίπτωσή μας όμως οι αλλαγές που έχουν επέλθει δεν είναι διάσπαρτες και μεμονωμένες. Πρόκειται για αλλαγή της ιστορικής δομής, για μια άλλη Εποχή του Κόσμου, της Ευρώπης και της Ελλάδας.  

Επίκεντρο της αλλαγής, η σχέση εθνικού Κράτους – Παγκοσμιοποίησης. 

Η  Μεταπολιτευτική Ελλάδα ανήκει στην προηγούμενη εποχή όπου το εθνικό Κράτος έλεγχε ακόμα σε ικανό βαθμό τις υπερεθνικές ροές. Σε εκείνο το πλαίσιο σημείωσε σημαντικές κατακτήσεις: σταθεροί δημοκρατικοί θεσμοί, μεγαλύτερη γεωπολιτική ασφάλεια με την ένταξη στην ΕΟΚ, ραγδαίος εκσυγχρονισμός των κοινωνικών σχέσεων. Εμεινε όμως ένα επίμαχο ζήτημα, η σχέση Δημοκρατίας και Ανάπτυξης, η Μεταπολιτευτική Ελλάδα παγίωνε ένα εσωστρεφές παραγωγικό μοντέλο που δυσκολευόταν να ανταποκριθεί στη νέα εποχή – στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης.  

Οπως σε κάθε αλλαγή εποχής αναζητούμε ένα έτος ορόσημο – και εδώ ήταν εύκολο, το 1989 συμπύκνωνε το τέλος του «σύντομου 20ού αιώνα», το τέλος της παγκόσμιας σκηνής όπως την ξέραμε ως τότε. Αλλά όπως επίσης συμβαίνει σε κάθε αλλαγή εποχής, οι αλλαγές επέρχονται διαδοχικά, τα διάφορα υποσυστήματα της προηγούμενης ιστορικής δομής μεταβάλλονται σε διαφορετικούς χρόνους. Ετσι και στην περίπτωσή μας. Το 2001 με την καθιέρωση του ευρώ άλλαξε ριζικά η έννοια εθνική οικονομική πολιτική και εθνική οικονομία. Το 2008 – 2010 το κοινωνικό – οικονομικό μπλοκ που παγιώθηκε με το προηγούμενο εσωστρεφές μοντέλο ανάπτυξης και διατηρήθηκε με τον αλόγιστο δημόσιο υπερδανεισμό προσέκρουσε στη διεθνή κρίση και αποδομήθηκε. Το 2012 κατέρρευσε το μεταπολιτευτικό κομματικό σύστημα και ο δικομματισμός ΠΑΣΟΚ – ΝΔ.

Και το 2023; Γιατί επανήλθε το ερώτημα αν «τέλειωσε η Μεταπολίτευση»; 

 Αφενός γιατί όσοι βιάστηκαν να μιλήσουν για έναν νέο πανομοιότυπο δικομματισμό ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ διαψεύστηκαν, το νέο κομματικό σκηνικό είναι ακόμα απροσδιόριστο και ανοιχτό σε διαφορετικές εξελίξεις.

Ακόμα όμως σημαντικότερο, άλλαξε η ιδεολογική δομή της μεταπολιτευτικής περιόδου. Εκείνη που είχε ονομαστεί «ιδεολογική ηγεμονία των ηττημένων» ή «αντιδεξιά ιδεολογία», ο σωστότερος όμως ορισμός είναι «αριστερόστροφος εθνικολαϊκισμός», ένα αμάλγαμα απλοϊκού μαρξισμού, εθνικισμού και λαϊκισμού που στις περιόδους των παχιών αγελάδων συνόδευσε την κοινωνική άνοδο των «μη προνομιούχων» και στις περιόδους των ισχνών αγελάδων την προσπάθεια διάσωσης των «κεκτημένων».

Μετά τα βιώματα της περιόδου 2010 – 2023, αυτό το ιδεολογικό αμάλγαμα έχει αποδυναμωθεί και στις δύο όψεις. 

Η Αριστερά απομυθοποιήθηκε ως αποτελεσματική κυβερνητική δύναμη και ως φορέας μιας εναλλακτικής προοπτικής. Το κακό είναι ότι απαξιώθηκε και εκείνο το ηθικό φορτίο που ενυπήρχε στη μεταπολεμική «Αριστερά της θυσίας», το οποίο ήταν μια υγιής πηγή όχι μόνο για την ίδια, αλλά για όλη την κοινωνία και τον χώρο του πολιτισμού. Και η λαϊκιστική όψη έχασε έδαφος καθώς επιβεβαιώθηκε για άλλη μια φορά ότι όταν ο Λαϊκισμός έρθει στην εξουσία διαψεύδει τις υποσχέσεις του, αποδεικνύεται αναποτελεσματικός και υπονομεύει την ομαλή λειτουργία των θεσμών.  

Σε αντίθεση όμως με τη Συριζαϊκή Αριστερά που έχει έναν αβέβαιο αγώνα μπροστά της, ο Λαϊκισμός, έστω αποδυναμωμένος, θα παραμένει παρών, σαν σκιά της φιλελεύθερης Δημοκρατίας.

Σε μια κοινωνία όμως πιο ώριμη, που δεν περιμένει θαύματα, αλλά τρέφει μεγάλες ελπίδες και προσδοκά να αντιστρέψει τον κατήφορο που βίωσε την περασμένη δεκαετία

Κλειδί της αλλαγής θα είναι η οικονομική ανάπτυξη, η διάχυση της ευημερίας και η εκ νέου άνοδος του βιοτικού επιπέδου. Με άλλα λόγια, το ζήτημα του παραγωγικού μοντέλου που άφησε ανοιχτό η μεταπολιτευτική περίοδος έρχεται τώρα να το αντιμετωπίσει η Ελλάδα σε μια περίπλοκη φάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της Παγκοσμιοποίησης.  

Αρκεί μια σωστή οικονομική πολιτική και μια αποτελεσματική διακυβέρνηση;  

Προφανώς είναι προϋπόθεση, αλλά χρειάζεται και ένα ανανεωμένο ιδεολογικό πλαίσιο ή ένα ανανεωμένο εθνικό αφήγημα, κατά τον όρο του συρμού, ώστε να δώσει συνοχή και διάρκεια στην προσπάθεια της κοινωνίας.  

Διαφορετικά...

 

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ: Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: Ο άταφος νεκρός στην ίδια την πατρίδα του σαν σύγχρονος Πολυνείκης σε μια χώρα που οι Αντιγόνες δολοφονήθηκαν ή ξενιτεύτηκαν για να γλιτώσουν τη φυλακή...

Ομότιμος καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου έγινε η κηδεία του μέσα σε κλίμα αμηχανίας του ρωσικού κράτους και απουσίας της ρωσικής κοινωνίας

Στην ουσία, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ κείτεται σαν άταφος νεκρός στην ίδια την πατρίδα του. Σαν σύγχρονος Πολυνείκης σε μια χώρα που οι Αντιγόνες δολοφονήθηκαν ή ξενιτεύτηκαν για να γλιτώσουν τη φυλακή. Μια χώρα που δεν ήξερε πώς να θάψει τον νεκρό της γιατί η ίδια δεν μπόρεσε να τα βρει με τον εαυτό της.  

Οι άλλοι λαοί της κεντρικής Ευρώπης, πρώην υποτελή μέλη του «ανατολικού μπλοκ» και νυν ισότιμα μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ξέρουν ότι του χρωστάνε, θυμούνται ότι αρνήθηκε να εισβάλει στις χώρες τους για να τις επαναφέρει στη σοβιετική ορθοδοξία.  

Η Δύση, ιστορική αντίπαλος του μεταπολεμικού ψυχρού πολέμου, ξέρει επίσης ότι του οφείλει, γιατί δεν μετέτρεψε την ιστορική παρακμή του κομμουνισμού σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό Αρμαγεδδώνα.

«Αλλαξε τον ρου της Ιστορίας» είναι το σύνηθες σχόλιο.

 Στην πραγματικότητα ο ρους της Ιστορίας είχε αλλάξει πριν από την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην προεδρία της ΕΣΣΔ και του ΚΚΣΕ το 1985. Η παγκοσμιοποίηση είχε πάρει μια επιταχυνόμενη ροπή, τα νέα διεθνή ΜΜΕ δεν σταματούσαν στα εθνικά σύνορα ούτε στις εθνικές λογοκρισίες, η τεχνολογική πρόοδος κάλπαζε, η μεταβιομηχανική κοινωνία γινόταν όλο και πιο πολύπλοκη, οι παραδοσιακές κοινωνικές ταυτότητες αδυνάτιζαν, η ατομικότητα κέρδιζε έδαφος.  

Η Σοβιετική Ενωση ένιωθε τον κόσμο να την προσπερνά καθώς η εικοσαετής περίοδος Μπρέζνιεφ είχε ταυτιστεί με την οικονομική και πολιτική στασιμότητα, που συνεχίστηκε με τη διάδοχη ετοιμοθάνατη γεροντική ηγεσία. Αυτή τη νέα αλλαγή εποχής χρειαζόταν να προλάβει η ΕΣΣΔ. 

Η μνήμη έχει σώσει τις ελπίδες και την αισιοδοξία που σκόρπισε όχι μόνο στο ανατολικό μπλοκ, αλλά στην Ευρώπη και τη Δύση, η εμφάνιση του νέου ηγέτη Γκορμπατσόφ, με τη ρωμαλέα παρουσία, το κόκκινο σημάδι στο κεφάλι, και τη γοητευτική σύντροφο. Ολα ανέτρεπαν την παραδοσιακή σοβιετική αισθητική της μούχλας και της παρακμής.

«Προσπάθησα», έτσι απάντησε λίγα χρόνια πριν ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ όταν τον ρώτησαν πώς θα ήθελε να τον θυμούνται.  

Προσπάθησε και πέτυχε εντυπωσιακά αποτελέσματα στη βελτίωση του διεθνούς κλίματος, την επαναφορά της ύφεσης, τη συμφωνία μείωσης των εξοπλισμών με τις ΗΠΑ, το τέλος της επέμβασης στο Αφγανιστάν.  

Προσπάθησε αλλά απέτυχε στο εσωτερικό μέτωπο. Ο εκδημοκρατισμός άνοιξε τα στόματα, αλλά η ανασυγκρότηση δεν έφερε την οικονομική βελτίωση, η ρωσική κοινωνία στράφηκε κατά της νέας ηγεσίας και τα ομόσπονδα κράτη της ΕΣΣΔ αυτονομήθηκαν, αρχίζοντας από την ίδια τη Ρωσία.  

Ηταν προσωπική ανεπάρκεια;  

Ο ίδιος θα απαριθμήσει αργότερα μια σειρά λαθών που έκανε.

Το ιστορικό όμως δεδομένο είναι σαφές. Φάνηκε ότι ο σοβιετικός κομμουνισμός δεν ήταν μεταρρυθμίσιμος με την έννοια ότι μπορούσε ταυτόχρονα να γίνει δημοκρατικός και να καθιερώσει μια οικονομία της αγοράς.  

Την ίδια χρονιά η Κίνα ξεκαθάριζε ότι ο δικός της δρόμος δεν περιλάμβανε τον εκδημοκρατισμό αλλά μόνο τον καπιταλισμό. Το κατάλαβαν στο πετσί τους οι φοιτητές στην πλατεία Τιενανμέν το 1989.  

Θα μπορούσε η Ρωσία να είχε κάνει την επιλογή του κρατικού καπιταλισμού με ανάλογα αποτελέσματα; 

Τριάντα χρόνια μετά, η Ρωσία δεν δείχνει να έχει την ίδια έφεση στην καπιταλιστική δραστηριότητα που έδειξαν οι Κινέζοι και ο ολιγαρχικός κλεπτοκρατικός καπιταλισμός ασφαλώς δεν διακρίνεται για τον δυναμισμό του. 

 Ηταν ασύνδετη η εξωτερική πολιτική του Γκορμπατσόφ από την εσωτερική προσπάθεια της οικονομικής ανασυγκρότησης; 

Κάθε άλλο, και οι δύο θέλησαν να υπηρετήσουν την ίδια στρατηγική που ξεκινούσε από δύο θεμελιακές διαπιστώσεις: ότι ο κόσμος άλλαξε και ότι αν και η ΕΣΣΔ δεν άλλαζε θα έχανε επαφή το ραντεβού με τη νέα εποχή. 

Ο Γκορμπατσόφ κατανόησε ότι ο ψυχροπολεμικός χωρισμός σε «στρατόπεδα» δεν ανταποκρινόταν πλέον στην εκθετική αύξηση της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης. Νέα οικουμενικά προβλήματα απαιτούσαν κοινές απαντήσεις σε μια εποχή που η «ανθρωπότητα είχε χάσει την αθανασία της» όπως έλεγε. Ελεγχος των πυρηνικών εξοπλισμών, περιβαλλοντική ισορροπία, πρόληψη των επιδημιών, αντιμετώπιση της φτώχειας στον πλανήτη. Με αυτή την άκρως επίκαιρη αφετηρία στόχευσε στην υπέρβαση του διπολισμού, στην προώθηση μιας πολυκεντρικής οργάνωσης των διεθνών σχέσεων, και στο πλαίσιο αυτό έλπιζε ότι η ΕΣΣΔ θα πετύχαινε μια δυναμική και ανταγωνιστική ένταξη στη διεθνή αγορά μια και ο κομμουνιστικός κεντρικός σχεδιασμός είχε πλέον αποτύχει.

Ο Γκορμπατσόφ επανέφερε στο επίκεντρο της σοβιετικής στρατηγικής τη σχέση με την Ευρώπη. Θύμιζε ότι ο Λένιν είχε δει την μπολσεβίκικη επανάσταση ως πρελούδιο της ευρωπαϊκής επανάστασης και όχι σαν ένα «ασιατικό γεγονός» απόρροια της ρωσικής καθυστέρησης. Για τον Γκορμπατσόφ η Ευρώπη ήταν επιλογή πολιτισμική και όχι απλώς γεωπολιτική. «Οι εμπορικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί δεσμοί της Ρωσίας με άλλα ευρωπαϊκά έθνη και κράτη έχουν βαθιές ρίζες στην ιστορία. Είμαστε Ευρωπαίοι. Η ιστορία της Ρωσίας αποτελεί οργανικό τμήμα της μεγάλης ευρωπαϊκής ιστορίας» (Μ. Γκορμπατσόφ, Περεστρόικα, εκδ. Νέα Σύνορα, 1987, σ. 341). Γι’ αυτό η Ευρώπη έπρεπε να υπερβεί τον διχασμό Δύσης – Ανατολής και να ξαναγίνει το «κοινό σπίτι». Ισως από σύμπτωση, ίσως επειδή είναι το «κέντρο της Ευρώπης», ο Γκορμπατσόφ παρουσίασε αυτή τη θέση του στην Πράγα, όπου και ο γερμανός καγκελάριος Σολτς πριν από λίγες μέρες, έδωσε τη δική του πρόταση για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το στοίχημα για έναν πρωταγωνιστικό ρόλο της Ευρώπης σε έναν πολυκεντρικό κόσμο επανέρχεται σε διαφορετικές συνθήκες.

Μόνο που η σημερινή Ρωσία του Πούτιν βρίσκεται πολιτικά, γεωπολιτικά και πολιτισμικά αλλού. Αναζητά και αυτή τον ρόλο της σε έναν στενά αλληλεξαρτημένο κόσμο όπου ανακατανέμεται η οικονομική και η γεωπολιτική ισχύς σε ένα διεθνές σύστημα που αναζητά νέους κανόνες ανταγωνιστικής συνύπαρξης. Σε αντίθεση με την Κίνα ή τις άλλες ανερχόμενες οικονομικές δυνάμεις, η Ρωσία του Πούτιν υστερεί γιατί έχει μια αδύναμη μη ανταγωνιστική οικονομία. Οταν η ΕΣΣΔ του Γκορμπατσόφ βρέθηκε όπως είδαμε, σε μια ανάλογη κατάσταση τη δεκαετία του 1980, φιλοδόξησε να απαντήσει με ένα σχέδιο δημοκρατίας, ειρήνης και μεταρρυθμίσεων. Σήμερα το καθεστώς Πούτιν κάνει το ακριβώς αντίθετο. Επιχειρεί να αναπληρώσει την οικονομική υστέρηση με την κτηνώδη στρατιωτική βία και τον εσωτερικό αυταρχισμό. 

 Αν η ΕΣΣΔ του Γκορμπατσόφ ανέτρεξε στις όψεις του μαρξισμού και του λενινισμού που κρατούσαν από τον Διαφωτισμό για να νομιμοποιήσει την επαγγελία της Μεταρρύθμισης, η σημερινή Ρωσία του Πούτιν, αναρριπίζει όλους τους αρχαϊκούς εθνικιστικούς μύθους, όλα τα αντιδραστικά και καθυστερημένα στοιχεία της ρωσικής κακοδαιμονίας. 

Αν η ΕΣΣΔ του Γκορμπατσόφ οραματίστηκε να γίνει πρωταγωνίστρια ενός νέου ειρηνικού κόσμου, η Ρωσία του Πούτιν προσπαθεί...