"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΟΣΩΠΑ - ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ: 25 χρόνια χωρίς τον πρίγκηπα του ελληνικού ροκ


Οποιον τίτλο και να βάλεις σε κείμενο που αναφέρεται στον Παύλο Σιδηρόπουλο, θα είναι κλισέ. Κι ας ήταν ο θάνατός του, στις 6/12/1990, η μοναδική συμβατική κίνησή του.


Ναι, ο Παύλος ήταν αντισυμβατικός. «Απροσάρμοστος». «Φλου». «Ασυμβίβαστος». Τον χαρακτηρίσαμε «μπλουζ πρίγκιπα», μην το ψάχνεις, του προσδώσαμε τόσα επίθετα.  


Τι πίστευε ο ίδιος για τον εαυτό του; 


 Στον Μισέλ Φάις, για το περιοδικό ΗΧΟΣ&Hi-Fi, είχε πει: «Νιώθω περισσότερο στιχουργός παρά μουσικός.». Κι ας ήταν κι απίστευτος κιθαρίστας. Απίστευτος, όμως.


Ο Σιδηρόπουλος γεννήθηκε στις 27 Ιουλίου 1948 και πέταξε για άλλους κόσμους στις 6 Δεκεμβρίου 1990. 


«Ηταν Έλληνας στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής και ηθοποιός. Ξεκίνησε τη μουσική του καριέρα στο ντουέτο Δάμων και Φιντίας και συνεργάστηκε επίσης με τα Μπουρμπούλια, καθώς και με τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας τού ΄80 συνεργάστηκε με το συγκρότημα Απροσάρμοστοι. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκπρόσωπους της ελληνικής ροκ μουσικής σκηνής και το άλμπουμ του “Φλου”, με το συγκρότημα Σπυριδούλα, έμεινε κλασικό.
Πέθανε σε ηλικία 42 ετών, από υπερβολική δόση ηρωίνης.».


Αυτή, θα μπορούσε να είναι μια σύνοψη της ζωής του, κάτι σαν αστυνομικό δελτίο Τύπου-βιογραφικό, όμως αυτές οι λιγοστές γραμμές δεν μπορούν να αποδώσουν την πορεία ενός μύθου – ούτε και κανένα αντίστοιχο κείμενο, σαν αυτό που διαβάζεις ήδη. Αν έχεις παρακολουθήσει την πορεία του και έχεις προσπαθήσει να συλλάβεις το καλλιτεχνικό έργο του, είναι αδύνατον να μην υποπέσεις σε λεκτικές ή γραπτές υπερβολές. Σαν να προσπαθείς να προσθέσεις λίγη χρυσόσκονη στο άστρο του, το οποίο είναι μάταιο, ο Σιδηρόπουλος ποτέ δεν το είχε ανάγκη αυτό.
 
Ήμουν 18 χρόνων όταν πέθανε και δεν θα ξεχάσω ποτέ το κλάμα που έριξα στην κηδεία του, λες και τα μάτια μου ήταν βρύσες δακρύων. 


Είναι δυνατόν να σπαράζεις έτσι για κάποιον που δεν γνώριζες προσωπικά και να θρηνείς για την απώλεια ενός ανθρώπου που τον αγάπησες τόσο πολύ, χωρίς να τον γνωρίζεις; 


 Γιατί όχι; Έτσι δεν γίνεται σχεδόν πάντα στη ζωή; Αγαπάς κάποια ή κάποιον, δίχως να έχεις καταλάβει τίποτα για την ψυχοσύνθεσή του.
 
Περί αγάπης, ο Παύλος είχε πει σε συνέντευξή του - στον Νίκο Μποζινάκη, για το περιοδικό Ποπ+Ροκ, στο τεύχος 88: «Η γυναίκα είναι ο καθρέφτης μας. Είναι το πλάσμα που μπορούμε να πούμε ότι αγαπάμε στο έπακρο και το μισούμε στο έπακρο ταυτόχρονα, όπως με το ίδιο σκεπτικό λέμε ότι εμπεριέχουμε τον σατανά και τον Θεό...». Σε ένα υποτιθέμενο πανεπιστήμιο της ροκ αυτό θα ήταν «sos» για το διαγώνισμα περί ροκ αντίληψης-στις παρυφές της ψυχεδέλειας. Χωρίς φιοριτούρες, σίγουρα ήταν μία ενδεικτική άποψη για τη θεώρηση που είχε περί ζωής και σχέσων. 
 
Το πλάσμα που αγαπήσαμε στο έπακρο, ο Παύλος Σιδηρόπουλος, γεννήθηκε στην Αθήνα και η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη. Ο πατέρας του, ο Κωνσταντίνος, με αριστερές απόψεις, καταγόταν από μεγαλοαστική οικογένεια καπνέμπορων του Πόντου και είχε την εταιρία παραγωγής χαρτιού ΕΛΦΩΤ - τη μοναδική ελληνική βιομηχανία η οποία παρήγαγε φωτογραφικό χαρτί. Η Ιωάννα (Τζένη) ήταν η μητέρα του και έτσι, από τη γενιά της, ήταν δισέγγονος του Αλέξη Ζορμπά και ανιψιός τής πεζογράφου και παιδαγωγού Έλλης Αλεξίου και της Γαλάτειας Καζαντζάκη – λογοτέχνης και πρώτη σύζυγος του συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη. Μέχρι τα έξι του χρόνια η οικογένειά του έμεινε στη Θεσσαλονίκη, στο σπίτι του παππού του, ενώ μετά τη γέννηση της αδερφής του Μελίνας η οικογένεια μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πρώτος σταθμός τα Πατήσια και από το 1970 μέχρι το 1984 στην οδό Ιωάννου Δροσοπούλου, στην Κυψέλη.


Ως μαθητής ο Παύλος έπαιρνε καλούς βαθμούς, χωρίς να διαβάζει ιδιαίτερα. Οι καθηγητές του υποστηρίζουν αυτό που βλέπαμε όλοι στα μάτια του: ήταν ευφυής. Ήταν, επίσης, πολύ ζωηρό παιδί, πειραχτήρι και ριψοκίνδυνος στα παιχνίδια του. Αλλά ήταν και πρόσχαρος, καλόκαρδος, πολύ κοινωνικός-έκανε εύκολα φίλους. Και παρέμεινε για πάντα ευαίσθητος.


Ο Σιδηρόπουλος ήρθε σε επαφή με το ροκ κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '60, ακούγοντας συνεχώς τις επιτυχίες των Animals, ενώ πήγαινε σε συναυλίες ελληνικών συγκροτημάτων της εποχής, όπως οι Charms. Το 1967 πέρασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκεί, ήταν συμφοιτητής και συγκάτοικος με τον μετέπειτα τραγουδοποιό Βαγγέλη Γερμανό, με τον οποίο έπαιζαν μουσικές - ο Παύλος, τότε, έπαιζε κρουστά. Ήταν μια έντονα πολιτικοποιημένη περίοδος, λόγω της μισητής χούντας, κι ο Σιδηρόπουλος ένιωθε απογοητευμένος από τις φοιτητικές οργανώσεις της εποχής, ενώ σταδιακά εγκατέλειψε τις σπουδές του.
Το 1969 γνώρισε τον Παντελή Δεληγιαννίδη, τότε κιθαρίστα των Olympians, σε μια συναυλία τους και αμέσως έγιναν φίλοι, αφού είχαν τις ίδιες μουσικές απόψεις. Ηρθαν στην Αθήνα και, αφού έφτιαξαν το συγκρότημα-ντουέτο Δάμων και Φιντίας, ήρθαν σε επαφή με τον Τάσο Φαληρέα -ιδιοκτήτης δισκάδικου και σύμβουλος της δισκογραφικής εταιρείας Λύρα- και έτσι κυκλοφόρησαν το 45άρι σινγκλ «Το ξέσπασμα/Ο κόσμος τους». Δυο χρόνια αργότερα έπαιξαν στο «Κύτταρο», μαζί με τους Socrates και Εξαδάκτυλος. Την ίδια χρονιά συμμετείχαν με δύο κομμάτια στον δίσκο «Ζωντανοί στο Κύτταρο». Οι Δάμων και Φιντίας γνωρίστηκαν με τους Θανάση Γκαϊφύλλια, Δημήτρη Πουλικάκο, αλλά και με τα Μπουρμπούλια - τα οποία έπαιζαν ήδη με τον «θείο Νιόνιο», τον Διονύση Σαββόπουλο.
Τα Μπουρμπούλια, όμως, είχαν τσακωθεί με τον Σαββόπουλο και δύο από τα μέλη τους αποχώρησαν. Οι Σιδηρόπουλος και Δεληγιαννίδης πήραν τη θέση τους και μπήκαν στο συγκρότημα με τα δύο εναπομείναντα μέλη, τον Νίκο Τσιλογιάννη που έπαιζε ντραμς και τον μπασίστα Βασίλη Ντάλα. 


Το 45άρι που ηχογράφησαν με το νέο σχήμα ήταν «Ο Ντάμης ο σκληρός», αλλά αρχικά είχε τον τίτλο «Ο Ντάμης ο ληστής». Η δισκογραφική εταιρεία είχε ζητήσει αλλαγή του τίτλου, προκειμένου να μην έχει προβλήματα με την επιτροπή λογοκρισίας της εποχής, η οποία «θέριζε». Μια μαγνητοσκοπημένη τους εμφάνιση για την εκπομπή «Δισκοθήκη» του Νίκου Μαστοράκη, είχε κοπεί. Δίσκο μεγάλης διάρκειας δεν έκαναν ποτέ, όχι επειδή δεν υπήρχε υλικό, αλλά επειδή καμία δισκογραφική εταιρία δεν το ήθελε. Την ίδια στιγμή, ο Σαββόπουλος δεν ήθελε να συνεργαστεί μαζί τους, οπότε το καλοκαίρι του ’73 πήγαν στη Θεσσαλονίκη για τα προς το ζην, αλλά το ταμείο τους παρέμεινε μείον. Ετσι, ο Δεληγιαννίδης έφυγε για Αγγλία και στο ξεκίνημα του 1974 το συγκρότημα διαλύθηκε. Ο Παύλος γύρισε στην Αθήνα -η οικογένειά του τον παρακάλεσε να επιστρέψει- και ξεκίνησε δουλειά στην εταιρία του πατέρα του.


Ήταν προφανές ότι ο Παύλος δεν θα έμενε πολύ σε κάτι τόσο συμβατικό, όσο η δουλειά του μπαμπά. Λίγους μήνες μετά συνεργάστηκε με έναν από τους κορυφαίους εκπροσώπους του πολιτικού τραγουδιού, τον συνθέτη Γιάννη Μαρκόπουλο.
(Ηταν η έντονα πολιτικοποιημένη εποχή της μεταπολίτευσης, αμέσως μετά την πτώση της χούντας το 1974, οπότε το πολιτικό τραγούδι άκμαζε, ενώ το ροκ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο)


Η φωνή τού Παύλου θα υπάρχει για πάντα στους δίσκους «Θεσσαλικός κύκλος» (1974) και «Οροπέδιο» (1976) , ενώ ακούγεται και σε ένα τραγούδι του δίσκου «Ανεξάρτητα», του 1975. Πριν από το 1975 σπούδασε έναν χρόνο σολφέζ, αρμονία και αντίστιξη, με τον μουσικό και δάσκαλο Αλέξανδρο Αινειάν. Για λίγο διάστημα πήρε μαθήματα και από τον μουσικό Ιωάννη Ιωαννίδη. Ο συνθέτης Στέφανος Βασιλειάδης ήταν επίσης δάσκαλός του και ήταν εκείνος που μύησε τον Σιδηρόπουλο στην ηλεκτροακουστική μουσική. Το ίδιο διάστημα έκανε μουσικά και θεατρικά περάσματα στις συναυλίες του Μαρκόπουλου. Στις 4 και 6 Οκτωβρίου του 1976 ο συνθέτης πραγματοποίησε συναυλίες στο Ηρώδειο, με τη συμμετοχή του Παύλου. Αυτή ήταν η πρώτη περίοδος της συνεργασίας του με τον Μαρκόπουλο, αφού, το 1986, ο Σιδηρόπουλος ερμήνευσε τέσσερα τραγούδια και δύο ποιήματα στον δίσκο τού συνθέτη «Τολμηρή Επικοινωνία», που κυκλοφόρησε το 1987, σε στίχους του Δημήτρη Βάρου και απαγγέλλοντας ποιήματα του ιδίου από το βιβλίο «Θηρασία». Οσοι τον είχαμε δει δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσουμε τη συγκλονιστική εμφάνισή του στο Ηρώδειο, στη συναυλία του Μαρκόπουλου. Τον επόμενο χρόνο συμμετέχει στον δίσκο «Ηλεκτρικός Θησέας», σε μουσική πάντα του Μαρκόπουλου και σε στίχους που έγραψε ο Δημήτρης Βάρος. Ο Παύλος, όμως, τα επόμενα χρόνια, αναφερόταν αρνητικά σε συνεντεύξεις του για αυτή τη συνεργασία που είχε με τον Μαρκόπουλο, χαρακτηρίζοντάς τη μια νεκρή περίοδο για τον ίδιο, αφού ένιωθε ότι καλλιτεχνικά ήταν σε τέλμα. Είχε προηγηθεί η άνοιξη του 1976, τότε που πήρε απαλλαγή από τον Στρατό και δεν υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία «δια ψυχολογικούς λόγους». Ο ίδιος, είχε πει: «Την άνοιξη του 1976, με ενάμισι μήνα Τρίπολη, είκοσι μέρες 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ, παίρνω τρελόχαρτο».

Εκείνη την εποχή, μέσα από μια σύντομη σχέση με μια γυναίκα με το όνομα Κάθυ -για εκείνη είχε γράψει το τραγούδι «Για την Κ»- ο Σιδηρόπουλος γνώρισε τη συμμαθήτριά της, τη Γιόλα Αναγνωστοπούλου και διατήρησαν σχέσεις μέχρι το 1980. Τότε, φέρεται να ξεκινά τη χρήση ηρωίνης. Στην αρχή ο Παύλος πιστεύει ότι δεν έχει να χάσει τίποτα και πως μπορέσει να ξεμπλέξει εύκολα. Γρήγορα, όμως, αντιλαμβάνεται το αδιέξοδο, που φάνηκε στους στίχους των τραγουδιών του, αλλά και στις συνεντεύξεις που έδινε. Πολλές φορές έκανε προσπάθειες να ξεφύγει και για κάποια χρονικά διαστήματα ήταν «καθαρός».


Η «Φλου» περίοδος
Ο Σιδηρόπουλος, στο μέσο της δεκαετίας του '70, είχε ηχογραφήσει ένα τραγούδι για τον (ιστορικό, πια) δίσκο τού φίλου του Δημήτρη Πουλικάκου «Μεταφοραί εκδρομαί ο Μήτσος» - ο οποίος κυκλοφόρησε, τελικά, το 1976. Εναν χρόνο αργότερα, ο Πουλικάκος είδε το συγκρότημα Σπυριδούλα να κάνει live, στο κινηματοθέατρο «Κνωσός», κι αφού ήξερε ότι ο Παύλος έψαχνε μουσικούς για να ηχογραφήσει τις συνθέσεις του, τον προέτρεψε να τους συναντήσει. Οπως κι έγινε. Η ιστορία έδειξε ότι συνεργάστηκαν προσωρινά, ερμηνεύοντας διασκευές ξένων τραγουδιών και κάνοντας συναυλίες στην ελληνική επαρχία. Η συνεργασία τους έγινε επίσημη τον Ιούνιο του 1978, θέλοντας να ηχογραφήσουν το άλμπουμ «Φλου», ξεκινώντας πρόβες στο κλαμπ «Χόμπι». Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς ηχογράφησαν ένα ντέμο με δύο κομμάτια, τα «Μπάμπης ο Φλου» και «Ξέσπασμα» - το δεύτερο ήταν διασκευή κομματιού που είχε ηχογραφηθεί με τους Δάμων και Φιντίας. Η ΕΜΙΕΛ (τέως Columbia) συμφώνησε να κυκλοφορήσει τον δίσκο, αφού ο Θοδωρής Σαραντής, υπεύθυνος ξένου ρεπερτορίου, είπε τα καλύτερα λόγια για το συγκρότημα στον διευθυντή της εταιρίας. Την παραγωγή του δίσκου έκανε ο Σαραντής με βοηθό τον αξέχαστο Μάνο Ξυδού, ενώ οι ηχογραφήσεις έγιναν στα ιστορικά, πια, στούντιο της Columbia στη Ριζούπολη. Στον δίσκο πήραν μέρος οι Νίκος Πολίτης (μέλος του Εξαδάκτυλου και των Socrates), ο Δημήτρης Πολύτιμος (MGC και Εξαδάκτυλος) και ο Γιώργος Μαγκλάρας έπαιξε ηλεκτρικό βιολί στο τραγούδι «Η ώρα του Stuff». Αυτό ήταν το πρώτο τραγούδι του Σιδηρόπουλου που είχε φόντο τα ναρκωτικά. Σε αυτό το κομμάτι φωνητικά έκανε η Δήμητρα Γαλάνη, αλλά δεν αναφέρθηκε το όνομά της αφού μόλις είχε πάει σε άλλη δισκογραφική εταιρεία.  


All star η ομάδα, αλλά η ηχογράφηση του δίσκου δεν έγινε χωρίς προβλήματα, αφού ο Παύλος τσακωνόταν συνεχώς με το συγκρότημα - ο ίδιος υποστήριζε ότι, πέραν του ίδιου, ήταν μουσικώς άπειροι. Ναι, όντως, ίσχυε αυτό, αλλά κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει ότι ο εθισμός του τον έκανε να έχει ξεσπάσματα και αλλόκοτες συμπεριφορές.
Τελικά, ο δίσκος κυκλοφόρησε εκείνον τον Μάιο του 1979 και ο ειδικός Τύπος έγραψε διθυράμβους. Οι πωλήσεις, όμως, αντίστοιχα δεν ήταν οι αναμενόμενες, αφού δεν ξεπέρασαν τα 5.000 αντίτυπα. Αυτό, εκείνη τη χρονιά. Μέσα στη δεκαετία του ’80, αλλά και στις επόμενες, οι πωλήσεις του ίδιου δίσκου δεν είχαν καμία σχέση με την αρχική κυκλοφορία, σε σημείο να γίνονται διαρκείς επανεκδόσεις. Το 1992 αυτή η δισκογραφική δουλειά ψηφίστηκε από τους συντάκτες του περιοδικού Ποπ+Ροκ ως το «καλύτερο άλμπουμ στην ιστορία της ελληνικής ροκ σκηνής».
 
Οι Σπυριδούλα με τον Σιδηρόπουλο, τελικά, δεν έμειναν για πολύ καιρό μαζί. Επειτα από συναυλίες που έκαναν για την προώθηση του δίσκου διέλυσαν το μουσικό σχήμα, αφού τα αδέρφια Σπυρόπουλοι πίστευαν πως το συγκρότημα έπρεπε να ερμηνεύει μόνο πολιτικοποιημένα τραγούδια.


Ετσι, το καλοκαίρι του 1979 ο Σιδηρόπουλος δεν είχε συγκρότημα, οπότε ανά διαστήματα τζάμαρε με τους Τόλη Μαστρόκαλο και τον κιθαρίστα Θόδωρο (Τέρρυ) Παπαντίνα, τέως μέλος των Μακεδονομάχων – συγκρότημα που πίστευε ο Παύλος από τα φοιτητικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Δεν χρειάστηκε να το σκεφτούν πολύ και έφτιαξαν συγκρότημα. Λίγο αργότερα ήταν μαζί τους οι Στίλπων Νέστορας που έπαιζε κιθάρα, ο Γιώτης Μπαγκάλας στα ντραμς και ο Τζίμης Τζιμόπουλος που είχε φύγει από τους Idols. Ο Τζίμης είχε προτείνει για όνομα το «Art Associations», αλλά ο Σιδηρόπουλος το ελληνοποίησε. Η Εταιρεία Καλλιτεχνών -ναι, προ απλοποίησης της ελληνικής γλώσσας, η εταιρία γραφόταν με «ει»- στα live της διασκεύαζε μεγάλες ξένες επιτυχίες και έπαιζε και κάποια τραγούδια από τον «Φλου». Δίσκο δεν κυκλοφόρησαν ποτέ, αλλά το τραγούδι «Clown» που έπαιζε το συγκρότημα θα έμπαινε στον δίσκο του Παύλου «Zorba the freak», το 1985.
Ηταν, πια, 1980 και ο Σιδηρόπουλος είχε συγκρότημα, τους Απροσάρμοστους – με τους οποίους, με κάποιες αλλαγές στη σύνθεσή τους, έπαιξαν μαζί μέχρι τον θάνατό του. Το 1982 κυκλοφόρησαν τον δίσκο «Εν λευκώ». Τα τραγούδια «Η» και «Αντεργκράουντ με στρας» έπεσαν στη μέγγενη της λογοκρισίας, «για προτροπή στη χρήση ναρκωτικών», ενώ το τραγούδι «Υστατη στιγμή» για «προσβολή δημοσίας αιδούς». Επτά χρόνια αργότερα βγαίνει στην κυκλοφορία το «Χωρίς μακιγιάζ», που ήταν live ηχογράφηση από το «Μετρό». Το 1990 ο Σιδηρόπουλος έδωσε την τελευταία του συνέντευξη στον Δημήτρη Δημητράκα, στον Rock FM, στην οποία, ανάμεσα στα υπόλοιπα σημαντικά, είχε δηλώσει: «Η ροκ σκηνή δεν έχει νόημα ύπαρξης πλέον, γιατί το πολιτικό τραγούδι κυριαρχεί. Οι περισσότεροι μουσικοί ή φεύγουν έξω ή σιωπούν...».


Η σιωπή του ήρθε με τον θάνατό του, το 1990. Εναν χρόνο μετά, οι Απροσάρμοστοι κυκλοφόρησαν τον δίσκο «Άντε και καλή τύχη μάγκες», όπου κάποια τραγούδια πρόλαβε να τα ηχογραφήσει ο Παύλος, ενώ τα υπόλοιπα τα ερμήνευσαν οι Γιάννης Γιοκαρίνης, Γιάννης Αγγελάκας και Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας. Το 1992 κυκλοφόρησε ο δίσκος «Τα μπλουζ του πρίγκηπα», με πειραματικές ηχογραφήσεις που έγιναν από το 1979 ως το 1981, με την πιο ενδιαφέρουσα μίξη μπλουζ και ρεμπέτικου. Το 1994 κυκλοφόρησε ο διπλός δίσκος «Εν αρχή ην ο λόγος», με live ηχογραφήσεις από το 1978 μέχρι το 1989, την απαγγελία ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μουσική» και απόσπασμα από μια συνέντευξή του στην ΕΤ2. Πολλά, όμως, από τα κομμάτια της δισκογραφικής δουλειάς ακούστηκαν για πρώτη φορά. Αυτός ο δίσκος θεωρείται -και, βασικά, είναι- κλασικός. Όσοι τον έχουμε σε βινύλιο, οι αυλακιές του είναι, πια, πολύ βαθιές.

Η δισκογραφία του και οι συμμετοχές του εδώ
Οι στίχοι μιας ροκ ζωής


Ο Παύλος ήταν και ηθοποιός: