"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΑΓΡΟΤΟ-ΕΡΓΑΤΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ:Ο "Υπαρκτός Συνδικαλισμός": "Θέληση μείον Νόηση, ίσον Χυδαιότητα"

 Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

gcostoulas@gmail.com

Παλαιότερα, περπατώντας στη γειτονιά, με σταμάτησε ταξιτζής για να με ρωτήσει αν ήξερα την οδό του προορισμού του. Συμβαίνει συχνά το ίδιο, όχι  με ταξιτζήδες αλλά με κοινούς εποχούμενους που αναζητούν αγωνιωδώς ένα στίγμα της πορείας τους, ιδιαίτερα κατά τις βραδινές ώρες. Με εκπλήσσει πάντα ευχάριστα η επαναλαμβανόμενη ευχαρίστηση που νιώθω, με την προσφορά προς συνανθρώπους μου, αυτής της στοιχειώδους κοινωνικής αλληλεγγύης  -ιδιαίτερα όταν τυχαίνει να είμαι και αποτελεσματικός. Ωστόσο, εκείνη τη φορά,  με τον ταξιτζή σε θέση ανάγκης, τσάκωσα τον εαυτό μου, όχι μόνο να μην εισπράττει τίποτα από τα αντίδωρα της φιλαλληλίας των άλλων φορών, αλλά αντίθετα να νιώθει μια έως και έντονη απαρέσκεια.

Πρόκειται προφανώς για το αποτέλεσμα μιας αύξουσας κοινωνικής εχθρότητας προς μια επαγγελματική ομάδα, της οποίας οι συνδικαλιστικοί αγώνες είχαν, τότε, προσβάλει βάναυσα τις περί δημοσίου συμφέροντος απόψεις μια ευνομούμενης πολιτείας.   

Το ίδιο είχε συμβεί και με άλλες επαγγελματικές ομάδες, όπως για παράδειγμα, με τους εφοριακούς που  είχαν κατεβάσει τα μολύβια, αρνούμενοι να εισπράξουν τους φόρους του κράτους, με τους συνδικαλιστές της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ που κατέβαζαν, κατά βούληση, τους διακόπτες 'τους', με τους φαρμακοποιούς που ήθελαν να δουλεύουν λιγότερο, απαιτώντας όμως άλλοι (νέοι συνάδελφοί τους) να είναι άνεργοι, με τους φύλακες που κλείνουν την Ακρόπολη ή τους λιμενεργάτες να εμποδίζουν την προσέγγιση των κρουαζιερόπλοιων, εν μέσω τουριστικής περιόδου, κ.ο.κ..

Δυστυχώς, έχουμε να κάνουμε με κλασικές περιπτώσεις, όπου καθόλα συμπαθείς τάξεις έπαψαν να εμπνέουν τον επαγγελματικό σεβασμό, ως αποτέλεσμα των άστοχων ενεργειών των συνδικαλιστικών ηγεσιών τους.

Τα παραπάνω εξηγούνται, βεβαίως, ιστορικά. 

Ένα πολιτικό-κομματικό σύστημα, σε μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι για ιστορικούς και άλλους λόγους δεν διαθέτουν παγιωμένη ταξική συνείδηση, είναι καταδικασμένο, αν θέλει να επιβιώσει και να απολαμβάνει τα ειδικά προνόμια που το ίδιο πλουσιοπάροχα εκχωρεί στον εαυτό του, να αναζητήσει πελάτες. Είναι καταδικασμένο να συναλλάσσεται. Και αυτό δεν χρειάζεται να το κάνει με τα υγιέστερα και πλέον αξιοπρεπή μέλη της κοινωνίας. Το ξέρει καλά και ουδόλως ενδιαφέρεται γι' αυτούς. Στο πελατολόγιο του συστήματος συνωθούνται οι παντοειδείς κακοήθεις, οι οποίοι έρποντας και γλείφοντας και με τα κερατάκια τους σε συνεχή εγρήγορση, προθυμοποιούνται  να δώσουν για να πάρουν. Τέτοια στοιχεία σωρεύονται με κάθε δυνατό τρόπο στη "μυρμηγκοφωλιά" του κομματικού συνδικαλισμού. 

Στη συνεχεία, ο συνδικαλισμός αυτού του είδους, εκμεταλλευόμενος στο έπακρο τις φιλελεύθερες αρχές και την ανοχή των δημοκρατικών πολιτειών, ανέπτυξαν πρακτικές που ελάχιστη πλέον σχέση έχουν με την άσκηση της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι. Καλλιεργώντας, μάλιστα, το μύθο ότι το επίπεδο της εργατικής τάξης βελτιώθηκε κυρίως λόγω της δράσης τους και των συλλογικών συμβάσεων, απέκτησαν προνόμια δυσαναλόγως σπουδαιότερα από την ουσιαστική αναγνώρισή τους από τους εργαζόμενους και αξίωσαν μια μονοπωλιακή θέση στην κοινωνία.

Και ενώ, στην πορεία, ο βαθμός συνδικαλιστικοποίησης των εργαζομένων μειώνεται, ο "Υπαρκτός Συνδικαλισμός" συνεχίζει, με τη χρήση του εξαναγκασμού, να διεκδικεί τη διατήρηση των προνομίων του. Κι αυτό εν ονόματι της "συλλογικής εκπροσώπησης", μιας από τις μεγαλύτερες απάτες του αντιπροσωπευτικού συστήματος που, διατηρώντας μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της αντιπροσωπευτικότητας, αντικαθιστά, σταθερά και με γεωμετρική πρόοδο, κάθε έκφανση του "δημόσιου συμφέροντος" με αντίστοιχες εκφάνσεις των κατ' εξοχήν ιδιωτικών συμφερόντων των ταγών του.

Φαίνεται μάλιστα αδύνατον να αποδεχτεί ότι, όπως οποιαδήποτε άλλη ομάδα συμφερόντων, έχει και υποχρεώσεις, και, επειδή ταυτίζει τα ιδιοτελή συμφέροντά του με το "κοινό καλό", δυσκολεύεται να συμβιβαστεί με την ιδέα του σεβασμού του κοινωνικού συνόλου.

Αυτό δείχνουν να το αγνοούν ή μάλλον να το περιφρονούν και οι τρέχουσες συνδικαλιστικές ηγεσίες των αγροτών και κτηνοτρόφων, που...

 

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 - ΗΡΩΪΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Απόπειρα ψυχογραφήματος μιας μεγάλης στιγμής

gcostoulas@gmail.com

Αρχίζοντας, θέλω να πω δυο λόγια για το πως η Ιστορία, μερικές φορές, αδικεί κάποια γεγονότα, όπως αυτό του έπους του ‘40.

Πόσο δηλαδή ένα φαινόμενο, ψυχολογικό και ιστορικό  απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τις μετέπειτα ιστορικές επιχωματώσεις. Η κατοχή, η αντίσταση, το κίνημα του Δεκέμβρη, ο εμφύλιος, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξύπνημα ενός νέου κόσμου ήρθαν να εκτοπίσουν τη στιγμή της Αλβανίας.

Δυστυχώς, ό,τι απέμεινε από τη λάμψη του μεγάλου συμβάντος είναι μια κενή ρητορεία, οι παρελάσεις των μαθητών  και των φαντάρων, ένα γεγονός που πολλές φορές συγχέεται με την 25η Μαρτίου. Ένα γεγονός που απλώς προηγήθηκε και προϋπέθετε την κατοχή και την αντίσταση.

Ακόμα και η λογοτεχνία που τόσα έχει προσφέρει στην εμπέδωση της κοινής ιστορικής συνείδησης, δεν έχει ενδιαφερθεί, όσο θα περίμενε κανείς, για το καλούμενο έπος του ‘40. Ό,τι έχει γραφτεί περιορίζεται σε ορισμένα, σπουδαία μεν,  λιγοστά δε, παραδείγματα έργων όπως αυτά του Τερζάκη, του Μπεράτη, του Θεοτοκά, του Αθανασιάδη, του Ελύτη, του Αγγ. Βλάχου. Όλων, δηλαδή, συγγραφέων που έζησαν το έπος ως στρατευμένοι. Από τους νεότερους λογοτέχνες, πολύ μικρό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί, κάτι βεβαίως που δεν είναι τυχαίο. Στη θέση τους λουστήκαμε, εμείς οι παλιότεροι τις αλήστου μνήμης ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή κάποιες άλλες, του τύπου "Υπολοχαγός Νατάσα".

Η βασική θέση, ωστόσο, που διατρέχει το σημερινό επετειακό κείμενο είναι ότι: σπουδαιότερο γεγονός από τα ηρωικά κατορθώματα των Ελλήνων στρατευμένων στην Αλβανία, ήταν ο ξεσηκωμός τους, καθαυτός. Ο οποίος, μόνο παραπλανητικά ήταν αυθόρμητος. Στην πραγματικότητα ήταν αποτέλεσμα βαθύτατων ψυχικών διεργασιών που έφεραν στην επιφάνεια τις υπνωτούσες αρετές ενός βαθύτατα υπερήφανου λαού. Η χαμένη αίσθηση της έννοιας της πατρίδας, που μέχρι την ιταλική εισβολή λαγοκοιμόταν, εξόριστη στα ψυχικά έγκατα της βασανισμένης ύπαρξής του, θα ανασυρθεί, εν είδει ενός συγκλονιστικού και μεταμορφωτικού big bang.

Ας το δούμε αυτό, μέσω μιας ακροθιγούς περιγραφής της κατάστασης, στην οποία βρισκόταν ο λαός πριν από το μεγαλειώδες γεγονός.

Πρώτα σε πολιτικό επίπεδο: 

Μετά το 1922, η μεσοπολεμική Ελλάδα, την ώρα που προσπαθούσε να ορθοποδήσει από το σοκ της μικρασιατικής καταστροφής, βρέθηκε στη δίνη μιας μεγάλης οικονομικής, κοινωνικής και κυρίως πολιτικής κρίσης.

Φανατισμοί, κινήματα και αντικινήματα, εκτελέσεις, αστάθεια και τέλος η δικτατορία. Από κοντά στην αναταραχή και ο στρατός: Βενιζελικοί εναντίον Κωνσταντινικών, δημοκρατικοί εναντίον μετριοπαθών. Οπερετικές φιγούρες στρατιωτικών με καπέλο πολιτικού: Κονδύλης, Πάγκαλος, Πλαστήρας σε ρόλο που δεν τους πήγαινε, αλλάζοντας στρατόπεδα και ανεβοκατεβάζοντας κυβερνήσεις. Με δυο λόγια μια περίοδος γεμάτη απ’ αυτό που ο λαός κατονομάζει με μια λέξη: παλιοκαταστάσεις.

Στο επίπεδο του κράτους και της δημόσιας διοίκησης τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η αρχέγονη αγωνία των Ελλήνων για εξασφάλιση γης στη αρχή και καρέκλας για την  επιβίωσή τους στη συνέχεια, μεταμόρφωσε το κράτος σε  μια χθόνια θεότητα, γενναιόδωρη και κραταιά. Κυρίως όμως ανεκτική: Οι πολίτες μπορούν να την κλέβουν, να την εξαπατούν, να την αρμέγουν.

Με τη συμπεριφορά του, το κράτος κρατούσε τους υπηκόους του δεμένους στο άρμα της επιβίωσης και της ιδιοτέλειας. Ο, τι το καλύτερο, μια   πρώτης τάξεως ευκαιρία στην πραγματικότητα, για την αυτοανάλωση ενός λαού.

Το μεγαλύτερο θέλγητρο: η πληρωμένη νωχέλεια της δημόσιας καρέκλας. Της κρικέλας όπως την αποκαλούσαν. Όμως επειδή δεν ήταν δυνατόν όλοι να τα έχουν όλα, πάντα, μια συνεχής διαπάλη ανάμεσα σε δυσαρεστημένους και ικανοποιημένους, σε μειονεκτούντες και πλεονεκτούντες, ανθούσε στους κόλπους των πολιτών, των ψηφοφόρων καλύτερα.

Όλα αυτά, όπως ήταν φυσικό, μόλυναν τον συλλογικό χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας: Σταθερά και ορατά σημεία  αυτού του χαρακτήρα μια δυσθυμία, μια απαλή και υπόγλυκη κατήφεια, ένα ασταμάτητο μουρμουρητό μιας σιωπηρής απόγνωσης.

Έτσι, φθονούντες και φθονούμενοι, όλοι μαζί θα άφηναν να διαρρέουν οι δεκαετίες, με ένα παράπονο στα χείλη και στις καρδιές τους.

Λιγότερο πια στα δημοτικά, και περισσότερο τώρα στα ρεμπέτικα τραγούδια, ελεγειακές νότες νανουρίζουν τις νέες γενιές  που παραδίδονται πολλές φορές σε άνισες εσωτερικές ψυχικές αναμετρήσεις. Ένας κατήφορος που φτάνει στον πάτο της στυφής αλήθειας: ότι είμαστε καταδικασμένοι να σβήσουμε με ένα υπόλοιπο μέσα μας,  ένα άχτι, έναν στεναγμό που δεν βγήκε, ένα μαράζι που δεν το διέλυσε καμιά χαρά. 

Έτσι ταλανισμένο, ανάμεσα στα πιο βαθιά και ανομολόγητα διλήμματα βρήκε τον ελληνικό λαό η επίθεση των Ιταλών τον Οκτώβρη του ‘40.

Γογγύζοντας, κρατούσαν τη ψυχή τους μανταλωμένη μέσα σε αδιέξοδα. Μια ψυχή που της έλλειπε ο καθαρός αέρας. Όταν κραυγάζουν αέρα  κατά των εισβολέων, δεν είναι μόνο για να τους απωθήσουν με το ρεύμα της θέλησής τους, ήταν και για να ρουφήξουν το στοιχείο που τους έλειπε τόσα χρόνια: μια πνοή που θα καθάριζε το υπόγειο της ψυχής τους.

Δεν είναι πια πετροβολημένοι οι Έλληνες,  είναι ντυμένοι στο χακί και είναι αποφασισμένοι να φωνάξουν ένα στεντόρειο όχι, τόσο προς τα έξω στους εισβολείς, όσο και κυρίως προς  την ίδια την ψυχή τους, που μούλιαζε μέσα σε μολυσμένα, ψυχοφθόρα παράπονα.

Έτσι λοιπόν συνέβη και οι Έλληνες του ‘40, μέσα στη ασφυξία που περιγράφουμε, και μολονότι ήταν σε συνεχή αντιμαχία με τους εσωτερικούς τους δαίμονες, κατόρθωσαν να υπερβούν τη μιζέρια τους, τα προσωπικά τους και να γίνουν υπέροχα δοτικοί στο κάλεσμα της εν κινδύνω πατρίδας.

Σε αυτό το πρωτογενές κοινωνικό επίπεδο αναδύθηκε η ανάγκη του "συνανήκειν", κι ακομα η ιδέα ότι όλοι μαζί μπορούσαν να αισθανθούν τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.

Εκείνο που τους έλειπε εμφανίζεται τώρα ως υπόσχεση εξιλέωσης. Εάν αγωνιστείτε γι’ αυτήν τη αθάνατη οντότητα που λέγεται πατρίδα θα γίνετε αθάνατοι. Η ουσία σας είναι να απαρνηθείτε τα εγώ σας, που σας σκοτώνουν καθημερινά. Που σημαίνει: Εάν σωθεί η πατρίδα  που τους γέννησε, σήμαινε ότι οι ίδιοι μπορούν να ξαναγεννηθούν.
Έγιναν λοιπόν ηρωικοί κατά του εισβολέα, τόσο περισσότερο, όσο λιγότερο ηθικοί ήταν μεταξύ τους. Στον ηρωισμό του ‘40 ξαναβρίσκεται η ομοθυμία στη θέση της ανέφικτης ομόνοιας.

Διερμηνεύοντας αυτά τα συναισθήματα, ο Μεταξάς θα σημειώσει στο ημερολόγιό του μια φράση, δραματικά θυμικής εντάσεως σημαντική. Η λέξη κλειδί της φράσης το ουσιαστικό, "προσβολή". Η πλήρης φράση: "Δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την προσβολή".

Σε ποιον επιτίθεται ο Μουσολίνι; 
 
Σε εμάς. 

Αλλά ...
 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Απόπειρα ανατομίας της Ελληνικής Διαφθοράς

 Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

gcostoulas@gmail.com

Επιστημονικότατα, υποθέτω, ο δείκτης διαφθοράς της Διεθνούς Διαφάνειας αποκαλείται Corruption Perceptions Index, CPI- Δείκτης Αντίληψης για τη Διαφθορά.  

Η διαφθορά δεν είναι απτή. Την αισθανόμαστε όμως περρέουσα απανταχού.

Φυσικά δεν είναι τυχαίο ότι η  Ελλάδα κατατάσσεται 22η στην Ευρώπη, με 49 μοναδες-15 μονάδες κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Μονίμως κάτω από τις 50 μονάδες για δεκαετίες τώρα. Πρώτες χώρες: η Δανία (90 μονάδες), Φινλανδία (88), Σουηδία (80). Τελευταίες: η Ουγγαρία (41), Βουλγαρία (43) και Ρουμανία (46).

Πώς μονιμοποιηθήκαμε τόσο χαμηλά;

"Το μυστήριο της ανομίας ήδη ενεργείται”, γράφει ο Απόστολος Παύλος. Αιώνες αργότερα ο Έζρα Πάουντ λέει: "Ω αγάπη, έλα τώρα, αυτή η χώρα σιγά-σιγά γίνεται κακιά”. Και τα δύο φωτογραφίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα: Η χώρα βυθίζεται στην ανομία. Το κακό ανθεί και σιγά-σιγά κυριαρχεί.  

Προσοχή: Το κακό. Δεν γίνεται αναφορά στους κακούς, τους απατεώνες, τους εκβιαστές, τους κλέφτες.  

Ο λόγος πλέον γίνεται για το  Κακό που εισχωρεί και μολύνει τους θεσμούς της χώρας, την οποία και μετατρέπει σε κόλαση.

Τι επέτρεψε λοιπόν την διείσδυση του απόλυτου Κακού μέσα στο σώμα της Ελληνικής κοινωνίας; 

Μεταφέροντας τις απόψεις αρμοδιότερων εμού, τέσσερις παράγοντες εντοπίζονται παρακάτω:

 

1.Η Ανατολίτικη συμπάθεια

Περισσότερο στον δημόσιο αλλά, περιέργως, και στον ιδιωτικό τομέα το σύστημα διακυβέρνησης βασίζεται στην ανατολίτικη συμπάθεια μάλλον, παρά στην δυτική αποστασιοποίηση.

Κυβερνιόμαστε- γενικώς και σε όλα τα ιεραρχικά επίπεδα- από ανθρώπους που αδυνατούν να ξεχωρίσουν την ατομική από τη δημόσια σφαίρα, τον ηθικό κώδικα της αφοσίωσης στον κοντοχωριανό, τον κολλητό από τους δεοντολογικούς κανόνες της αξιοκρατικής διακυβέρνησης. Από ανθρώπους που προτάσσουν  την προστασία της κουμπαριάς ή της παιδικής φιλίας έναντι της προστασίας της πολιτικής τους υπόληψης, που συγχέουν τα διαπροσωπικά, συναισθηματικά ή κερδοσκοπικά, κριτήρια της ιδιωτικής σφαίρας με τις αφηρημένες, αντικειμενικές αρχές της δημόσιας σφαίρας. Έτσι, η ανατολική συμπάθεια υπερτερεί του δυτικού ορθολογισμού.

Η πολιτική θα εξακολουθεί να ασθενεί  στη χώρα μας στο μέτρο που η ιδιωτικής εντάσεως νοοτροπία των κολλητών θα ορίζει τον τρόπο που συγκροτείται η δημόσια, η συλλογική μας συνείδηση.

 

2.Το τρίπτυχο: Γραφειοκρατία-Ανικανότητα -Διαφθορά

Κάθε γραφειοκρατία μαστίζεται από διαφθορά και ανικανότητα. Κι αυτό γιατί κάθε γραφειοκρατία αναπτύσσει μηχανισμούς αυτοεξυπηρέτησής της, οι οποίοι πνίγουν τον πρωταρχικό σκοπό που είναι η εξυπηρέτηση των φορολογούμενων πολιτών. Κυνική καταληκτική παραδοχή: Ο γραφειοκράτης έχει πάντα ένα πρόβλημα για κάθε λύση.

Το τελευταίο αντανακλά στη μορφή του σημερινού κράτους. Ένα κράτος πονηρό, υστερόβουλο, αδρανές, γεμάτο σκόπιμες ασάφειες, πολύ-αρμοδιότητες και πολυνομία. Η διαφθορά δεν εξαντλείται πλέον σε κάποιες στιγμιαίες πράξεις αλλά μάλλον συνιστά κοινωνική σχέση ή και κατάσταση με δομή και συνέχεια. Αυτό που τρομάζει δεν είναι τα κρούσματα διαφθοράς αυτά καθαυτά αλλά ο "συστημικός” χαρακτήρας τους.

 

3."Εκσυγχρονισμός ίσον έργα συν διαφθορά”

Χωρίς να έχει εξαλειφθεί εντελώς, στη χώρα επεκράτησε για μεγάλα διαστήματα η άποψη –δόγμα: Εκσυγχρονισμός ίσον έργα συν διαφθορά. Η άποψη δηλαδή ότι η διαφθορά δεν είναι θέμα ηθικής, αλλά ζήτημα οικονομικής ανάπτυξης. Κι ακόμα ότι, είναι προτιμότερη η συνύπαρξη του δίδυμου "διαφθορά – ανάπτυξη” παρά του δίδυμου "διαφάνεια – στασιμότητα”.

Η καφενειο-κοινωνία αποφαινόταν  με ένα μείγμα πραγματισμού και κυνισμού ότι η διαφθορά ούτε λίγο ούτε πολύ είναι ένα δομικό, έως και δημοκρατικό, οικονομικό στοιχείο και ότι η ανάπτυξη συνεπιφέρει αναπόφευκτα και διαφθορά, ένα είδος (να το πούμε τεχνοκρατικά) side effect της ανάπτυξης.

Απολαυστική η αναφορά του Διονυσίου Ρώμα επ’ αυτού: Νεαρός ανεψιός του Δόγη, τοποτηρητής του στο Τζάντε, ζήτησε από το θειο του επιχορήγηση για να μπορεί να αντιπροσωπεύει αντάξια τη Βενετία. Αντί άλλης απάντησης, ο Δόγης έστειλε στον ανεψιό το εξής μήνυμα: "Φάμπρικες, φαμπρικέ, κογιόν!”. Δηλαδή αναλυτικότερα: "Τι ζητάς επιχορήγηση και κουραφέξαλα! Χτίζε! χτίζε! ανόητε…”.  

 

4. Ζήτημα γενικής παιδείας  

Υπάρχουν "ο πολιτισμός και η ηθική της ντροπής” και ο "πολιτισμός και η ηθική της ευθύνης”.  

Ανέκαθεν, η ελληνική κοινωνία συμμεριζόταν την ηθική της ντροπής μάλλον παρά την ηθική της ευθύνης: Για εμάς τους Έλληνες μετράει περισσότερο τι λέει ο γείτονάς μας, παρά η συνείδησή μας.  

Να ευθύνεται, άραγε, γι’ αυτό η αιώνια παιδικότητά μας, με την αντίστοιχη αντίληψη ότι όλα επιτρέπονται, φτάνει να μη μας πιάσουν;

Υπάρχει, βεβαίως, και η γενική, βολική αντίληψη: Η διαφθορά παραμένει ένα "λευκό έγκλημα” εξαιτίας των περιορισμένων κοινωνικών αντιδράσεων που προκαλεί: Πρόκειται για ένα έγκλημα χωρίς θύμα. Τουλάχιστον χωρίς ένα άμεσο και ρητά προσδιορισμένο θύμα, το οποίο θα είχε συμφέρον να αντιδράσει και να ζητήσει την επέμβαση της δικαιοσύνης.

Πού καταλήγουμε; 

Η ελληνική κοινωνία...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ποιος φοβάται την πρόωρη δικαίωση;

 Του Γιώργου Ι. Κωστούλα
gcostoulas@gmail.com

Είναι φυσικό, η οργή και ο πόνος που μας συνέχουν, από την αδιανόητα αναχρονιστική συμφορά των Τεμπών, να στρέφουν την προσοχή μας στην απόδοση ευθυνών. Όμως, όταν πρόκειται για απώλειες ζωών, η απόδοση ευθυνών έχει εντόνως, τιμωρητικό χαρακτήρα. Και, καθόλου διορθωτικό.  

Από την άλλη, ποιον να πρωτοτιμωρήσεις απ’ αυτόν τον "πρωταθλητισμό" ανεπάρκειας και αμελειών, που όπως έχει γραφτεί μοιάζει με "κατόρθωμα;!".

Τι πρέπει, επιτέλους, να γίνει για να αποκτήσει η χώρα τα ασφαλή και γρήγορα τρένα που δικαιούται;

Υπάρχει μια, τεχνοκρατικής προέλευσης, σοφότατη φράση - παραγγελία:
"Ενα σύστημα είναι τόσο αποτελεσματικό, όσο ο πιο αδύναμος κρίκος του".  

Χρησιμότατη γενικώς η παραγγελία. Τι γίνεται, όμως, όταν οι αδύναμοι κρίκοι είναι τόσο πολλοί, διάσπαρτοι και κυρίως χρόνιοι, ώστε να έχουν καταστεί, οι ίδιοι, περίπου συστημικοί, σχεδόν θεσμικοί;  

Μια άλλη, τεχνοκρατική επίσης, παραγγελία - συμβουλή, μοιάζει, εν προκειμένω, ως πλέον ενδεδειγμένη. Με τα λόγια του David Ignatius, αρθρογράφου της Washington Post:
"Ποτέ μη φοβάσαι, μήπως δικαιωθείς πρόωρα".  

Που όμως, λόγω του δυναμικού, τολμηρού και, κυρίως επώδυνου χαρακτήρα της, όλοι την αποφεύγουν. Ιδιαίτερα αυτοί που θα έπρεπε να την επιδιώκουν: οι ηγέτες.

Η συμβουλή, όπως, αρμοδίως, έχει αναλυθεί: Χειρότερο από τα συνεχή πλήγματα που μας καταφέρονται, είναι ότι τα  βλέπουμε να επέρχονται με νομοτελειακή βεβαιότητα, αλλά δεν κάνουμε τίποτα για να τα αποτρέψουμε. Κατά κανόνα, από έλλειψη πολιτικής βούλησης και ηγετική κωφότητα.  

Δυστυχώς, κατά την αντίληψη των πολιτικών, το να αντιβαίνεις στις βουλές της αγέλης είναι πολιτικό ατόπημα. Μοιάζεις περίπου σαν πλεονέκτης, κερδίζοντας επειδή ήσουν σώφρων, την ώρα που άλλοι πορεύονται ανοήτως.  

Ο Τζ. Γκαλμπρέιθ είχε γνωματεύσει, ότι
"η Πολιτική δεν είναι η, κατά τον Μπίσμαρκ, τέχνη του εφικτού, αλλά η επιλογή μεταξύ του δυσάρεστου και του καταστροφικού". Ούτε καν, δηλαδή, η επιλογή μεταξύ του ευχάριστου και του χρήσιμου, που με περίσσεια επιείκεια έχουν υποστηρίξει αρκετοί πολιτικοί μας.

Από όλες τις εκδοχές των σχετικών διπόλων, εμείς πάντοτε επιλέγαμε την πιο ανώδυνη μορφή, την επιεικέστερη. Ποτέ τη δύσκολη, την κοπιαστική, ούτε καν τη χρήσιμη. 

Και να, πού φτάσαμε. Σήμερα, στην εποχή των, όπως έχουν αποκληθεί, προβλημάτων δεύτερης γενιάς, όπου "το 65% των σημερινών μαθητών θα κάνουν δουλείες που δεν έχουν ακόμα επινοηθεί", εμείς εξακολουθούμε να "παλεύουμε για τη λύση προβλημάτων που είχαν τεθεί στις αρχές του 19ου αιώνα".

Το ίδιο συμβαίνει και με την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία αντί να αναλάβει τις ευθύνες της και την ανάλογη δράση για τους, με βεβαιότητα, επερχόμενους κινδύνους, αφήνεται και σύρεται μέχρι να επέλθει η προδιαγεγραμμένη δικαίωση των φόβων της και να επιβεβαιωθεί για μια ακόμη φορά η παραπάνω σοφή συμβουλή.

Το είδαμε, και εμείς εδώ, με τις, υποτιθέμενες, φυσικές καταστροφές, με την οικονομική κρίση, και, βεβαίως, με τις κορυφαίες τραγωδίες, στο Μάτι και στα Τέμπη.

Αν ο πρωθυπουργός "δεν δικαιωθεί προώρως", επιχειρώντας το προ πολλού αναμενόμενο μεταρρυθμιστικό "πραξικόπημα", δεν απομένει παρά να δικαιωθεί… στην ώρα του. 

Όταν, δηλαδή...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ "ΞΕΒΛΑΧΕΥΜΕΝΟΣ" ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η διαδικασία εκπολιτισμού στη χώρα μας: και στο βάθος, Ιζόλα και Πειραϊκή-Πατραϊκή


 Tου Γιώργου Ι. Κωστούλα


Με αφορμή τα ευρήματα της σπουδαίας έρευνας-μελέτης του Λευτέρη Αναστασάκη, με τίτλο, "Καινοτομία και βιομηχανικός μετασχηματισμός στην Ελλάδα, 1950-1973". Μια επιστροφή στη χαρισάμενη δεκαετία του ’60.

"Ο Παπαδιαμάντης", γράφει ο Ελύτης, "είναι απ’ τους τελευταίους που προφτάσανε να γεράσουν μ’ αυτά που πρωτοαγάπησαν". Στην αγκαλιά, δηλαδή, μιας καθησυχαστικής, ανάλλαχτης καθημερινότητας.

Σύμφωνα, ωστόσο, με την παραπάνω έρευνα, μπορεί, ο λόγος του ποιητή να ισχύει και για δυο τρεις γενιές ακόμη μετά τον Παπαδιαμάντη (1851-1911). Μέχρι δηλαδή τις δεκαετίες του ’50 και του ‘60, όπου δυο εταιρείες –από τις επτά που ακτινογραφούνται στη μελέτη του ερευνητή–, η "Ιζόλα" και η "Πειραϊκή-Πατραϊκή", θα οδηγούσαν τη χώρα μας στο δεύτερο και τρίτο επίπεδο τής, κατά Μaslow, κλίμακας των ανθρωπίνων αναγκών. Η χώρα, έχοντας καλύψει μόλις το πρώτο επίπεδο της κλίμακας (διατροφή και στοιχειώδης στέγαση), θα εισερχόταν δειλά στην ικανοποίηση και των πρώτων κοινωνικής εντάσεως αναγκών (ευπρεπής ένδυση, βελτίωση καθημερινότητας, κοινωνική αναβάθμιση).

Η "Πειραϊκή-Πατραϊκή", τού "ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει", θα ολοκλήρωνε την αλυσίδα: εγχώριο βαμβάκι – νήμα – ύφασμα – έτοιμο προϊόν, προσφέροντας οικονομικά και ποιοτικά βαμβακερά υφάσματα στις ελληνικές βιομηχανίες, στις οικοτεχνίες και στον τελικό καταναλωτή. Πρωταγωνίστρια, σε αυτό που αποκλήθηκε "εκδημοκρατισμός της ένδυσης και της οικοσκευής", με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. "Τα πανιά αυτού του καραβιού, η τέντα αυτού του ρετιρέ, αυτό το στρώμα, αυτό το κάλυμμα, αυτές οι κουρτίνες, αυτά τα σεντόνια και μαξιλαροθήκες, αυτή η τέντα του φορτηγού και άλλα πολλά, κατασκευάζονται από ύφασμα "Πειραϊκής-Πατραϊκής”", διαφήμιζε η εταιρεία.

Η "Ιζόλα", με το σλόγκαν "Ο πολιτισμός στο σπίτι", θα κυριολεκτούσε. Εκμεταλλευόμενη τη μόλις αποκτηθείσα πλεονάζουσα παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από τη ΔΕΗ, θα πρόσφερε στα ελληνικά νοικοκυριά αξιόπιστες λευκές συσκευές, κυριότατα κουζίνες και ψυγεία. Τότε θα καθιερωθεί μια νέα κατηγορία οικιακής κατανάλωσης, η λεγόμενη Τ3, για σπίτια που χρησιμοποιούσαν ρεύμα, όχι μόνο για φωτισμό. Η συνεργασία και οι συνέργειες της ΔΕΗ και της "Ιζόλα" θα μετέτρεπαν μία, μέχρι τότε, πολυτέλεια για λίγους, σε "εφικτή άνεση" για το μέσο –αστικό και μη– ελληνικό νοικοκυριό.

Είχε έλθει η ώρα ο ηλεκτρισμός να εισβάλει και στη χώρα μας, κουβαλώντας τη νέα εποχή. Αυτή, που η γενιά των σημερινών υπερηλίκων θα υποδεχόταν έκθαμβη, με δέος αλλά και με μια απορητική ματιά νηπιακής τάξεως. Τίποτα, πλέον, δεν θα ήταν όπως πριν.

Ας αφήσουμε, όμως, τη λογοτεχνία να μας μιλήσει. Έχει τον τρόπο της (Μανώλης Πρατικάκης, Η Κρήτη, περιοδικό Η Λέξη): "Η νέα εποχή θα έφτανε ως εμάς (…) με τη μορφή ενός διάφανου σχεδόν άυλου αχλαδιού: ένας γυάλινος φαλακρός καρπός με ψυχρό αιχμηρό φως. Άναβε κι έσβηνε στο ταβάνι, πατώντας εδώ χαμηλά ένα μαντζούνι-διακόπτη. Ένα ρέκβιεμ, αυτό, στη χαμένη απτότητα, εκείνη που αντικατέστησε το γλυκό φως του λυχναριού, αυτό το κατοικίδιο χειροποίητο άστρο, που έκανε τα πράγματα να κολυμπάνε ανάλαφρα ολόγυρά μας. Η μητέρα τού έβαζε λάδι με το λαδικό. Το βαμβακερό φυτίλι, στριφτή ελάχιστη πλεξίδα, το απορροφούσε αργά. Ύστερα άναβε το σπίρτο και το πλησίαζε στην άκρη του. Βλέπαμε τη μικρή γήινη φλόγα να γεννιέται εκεί, σ’ αυτόν τον μικρό λειτουργικό κύκλο της ανθρώπινης επινοητικότητας. Η αργή καύση, σε παράλληλο βηματισμό έντυνε με απαλές ανταύγειες τις αργόσυρτες ώρες μας".

Ο σπουδαίος ποιητής μας Λορέντζος Μαβίλης, (1860-1912), ως βουλευτής Κερκύρας, το 1911, υπερασπιζόμενος στη Βουλή τη δημοτική γλώσσα, θα αναφέρει τη μνημειώδη του φράση: "Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει. Υπάρχουσι χυδαίοι άνθρωποι…".
 

Πριν από χρόνια ο υπερόπτης εκδότης- ιεροφάντης των, αλήστου μνήμης, περιοδικών lifestyle, επιθετικά απολογούμενος, ξεστόμισε την άκρως χυδαία φράση: "Εγώ ξεβλάχεψα την Ελλάδα…". 

Πράγματι: η λέξη "ξεβλάχεψα", εν προκειμένω, φαντάζει ως άκρως χυδαία.

Πόσο όμως, θετικά, προσλαμβάνεται η ίδια λέξη, αν χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει την αποφασιστική συμβολή των δυο εμβληματικών εταιρειών του κειμένου, στον ευεργετικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, κατά τη δεκαετία του ’50;  

Ένα πραγματικό ξεβλάχεμα, αυτό, που θα έφερνε εκείνη τη πρωτόγονη κοινωνία σε επαφή με έναν, υποτυπώδη έστω, αστικό τρόπο ζωής, που μόλις ανέτειλε!

Ναι! Εκείνο που πέτυχαν οι δυο εταιρείες ήταν...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ: Λόγια που "έγραψαν" στην Πολιτική Οικονομία - Άλλως, light classics

 Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

Mια ευκαιρία να τα θυμηθούμε και εμείς οι μεγάλοι, με αφορμή την ανακοίνωση από τον  υπουργό Παιδείας, Κυριάκο Πιερρακάκη, ότι από το σχολικό έτος 2025-26 θα προστεθεί και θα  διδάσκεται στην Α΄ Λυκείου ένα νέο μάθημα οικονομικής κατεύθυνσης. Σκοπός του, η εξοικείωση των νέων με τις βασικές οικονομικές έννοιες και τα σπουδαιότερα οικονομικά μεγέθη και εργαλεία της οικονομικής επιστήμης, της Πολιτικής Οικονομίας συμπεριλαμβανομένης. Τμήμα της τελευταίας, είμαι βέβαιος ότι θα αποτελέσουν και κάποιες από τις ευσύνοπτες και ευανάκλητες επισημάνσεις, των κλασικών, οικονομολόγων, που παρατίθενται στο κείμενό μου. Λόγια, δηλαδή, που "έγραψαν" στην Πολιτική Οικονομία.

(Μια περιήγηση  στο θέμα, που, βεβαίως, δεν ικανοποιεί κανένα κριτήριο επιστημονικής πληρότητας, ούτε καν αυτό της αντιπροσωπευτικότητας).

Η αρχή ανήκει, δικαιωματικά και όχι μόνο χρονολογικά, στον Άνταμ Σμιθ (1723-1790). Σ’ αυτόν οφείλεται η πιο διαδεδομένη  φράση της Πολιτικής Οικονομίας. Αναφέρομαι στην περίφημη "αόρατη χείρα", η οποία αποτελεί και τον πυρήνα του έργου του "O Πλούτος των Εθνών"(1776): "Δεν είναι από την αγάπη και την συμπόνια του χασάπη, του ζυθοποιού και του φούρναρη που περιμένουμε να έχουμε το γεύμα μας, αλλά από την εκ μέρους τους, αναζήτηση του ατομικού τους συμφέροντος." Κι  ακόμη: "Eίναι η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, από το κάθε άτομο χωριστά που  προωθεί το γενικό συμφέρον. Η αγορά μέσω αλληλεπιδράσεων και με τη μορφή μιας ΄αόρατης χειρός΄, προωθεί το γενικό συμφέρον αποτελεσματικότερα από κάθε νομικό ή κυβερνητικό φορέα που θα είχε αναλάβει μια τέτοια αποστολή". Έτσι και ως δια μαγείας: "Η ελεύθερη αγορά  θα  λειτουργήσει, ώστε όλοι να είναι ευχαριστημένοι: Οι εταιρείες θα έχουν κέρδη, οι καταναλωτές καλύτερα προϊόντα, οι πολίτες δουλειές και οι κυβερνήσεις φόρους".

Αργότερα, ο  Σουμπέτερ, (1883-1950)  αναδομώντας, κατά κάποιο τρόπο τη θεωρία της "αόρατης χειρός" θα γράψει: "Για να μεταμορφωθεί, όμως, σε χρυσάφι  το φθηνό μέταλλο του εγωιστικού συμφέροντος, πρέπει να βοηθήσουν κάποιοι θεσμοί, όργανα και πρόσωπα: δικαστικοί, αστυνομικοί, δημόσιοι λειτουργοί, που τα κίνητρά τους δεν έχουν καμιά σχέση με τον Ηomo Economicus και την επιδίωξη τού κέρδους". Με άλλα λόγια, ο καπιταλισμός δεν λειτουργεί από μόνος του και κυρίως ανεξέλεγκτος. Για να καταλήξει: "Επειδή η κοινωνία δεν είναι εξολοκλήρου κοινωνία της αγοράς, γι’ αυτό η οικονομία μπορεί να είναι".

Βεβαίως, ο ίδιος ο Άνταμ Σμιθ έγραψε επίσης και τη "Θεωρία των Ηθικών Συναισθημάτων", όπου, όπως έχει επισημανθεί από πολλούς θεωρητικούς του καπιταλισμού, τονίζονται "οι ηθικές και αξιακές προϋποθέσεις ενός συστήματος που λειτουργεί υποκείμενο στις επιδιώξεις του ατομικού κέρδους". "H αγορά είναι αποτελεσματική, όχι παρά την ύπαρξη της Ηθικής, αλλά ακριβώς χάρη σ΄ αυτήν".

 

Επιπλέον, και παρ’ όλη τη μαχητικότητά του υπέρ της ελεύθερης οικονομίας, ο Α. Σμιθ δεν ήταν υπέρ των υπερκερδών. Μάλιστα, έλεγε, δραματοποιώντας, εμφατικά: "τα κέρδη των εταιρειών είναι πάντοτε υψηλότερα στις χώρες που πρόκειται να καταστραφούν πρώτες".

Στον 18ο αιώνα , επίσης, ο Μάντβιλ, (1670-1733), στο έργο του, "O μύθος των μελισσών", αναφερόμενος στην ανθρώπινη απληστία, θα την ονομάσει χαμαιλέοντα, που μεταλλάσσει την κακία σε αρετή. Από τον Μάντβιλ έχουμε την έξοχη φράση: "Private vices, Public benefits". Δηλαδή: "Τα ιδιωτικά ελαττώματα στην υπηρεσία του δημοσίου συμφέροντος".

Ο Kέινς (1883-1946) αντιπροσωπεύεται εδώ με έναν, μάλλον προβοκατόρικο, ορισμό του για τον  καπιταλισμό. Ο ορισμός: "Καπιταλισμός είναι το οικονομικό σύστημα, για το οποίο επικρατεί η διάχυτη πεποίθηση ότι οι ανηθικότεροι των ανθρώπων κάνουν τα ανηθικότερα των πραγμάτων προς μεγίστη ωφέλεια του συνόλου των ανθρώπων".

Νωρίτερα, ο Mαρξ (1818-1883) θα  διακηρύξει: "Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του". Κι ακόμα: "Ένα ίσο δικαίωμα είναι ένα άνισο δικαίωμα για άνιση εργασία". Τι ακριβώς εννοεί εδώ; ρωτάει στο περιοδικό Cogito (Νο 7) ο Νικ. Βρούσαλης: "Ενώ  μοιάζει να αναγνωρίζει σιωπηρά τα άνισα ατομικά προσόντα, δεν αναγνωρίζει την -αναπόφευκτα άνιση- παραγωγική ικανότητα ως φυσικό φαινόμενο". Ομολογουμένως ένα μεγάλο κενό που, από μόνο του, ίσως, δίνει την απάντηση για την κατάρρευση του όλου μαρξιστικού οικοδομήματος.

Πόσο αληθινή φαντάζει, εκ των υστέρων, η επισήμανση και πάλι του Ν. Βρούσαλη, ότι "είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Μαρξ ένιωθε ηθικού περιεχομένου αποστροφή για τον καπιταλισμό, αλλά απέτυχε σε όλο το έργο του να συνειδητοποιήσει πως η αποστροφή που ένιωθε και εξέφραζε ήταν τέτοιου περιεχομένου".

Κάπου εδώ έχει τη θέση της μια διευκρίνιση, αναφορικά με τη φράση- καραμέλα που χρησιμοποιείται από τους απανταχού σοσιαλιστές: Η φράση: "Σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο", δεν έχει διατυπωθεί, το πρώτον, από κάποια σοσιαλιστικά χείλη αλλά από τον καγκελάριο Λούντβιχ Έρχαρτ, (1897 - 1977), τον δημιουργό του μεταπολεμικού γερμανικού θαύματος.

Και ερχόμαστε τον Mίλτον Φρίντμαν (1912-2006), της σχολής του Σικάγου, εκπρόσωπο του νεοφιλελευθερισμού, ο οποίος έχει καταγράψει, διάσπαρτα, φράσεις όπως οι ακόλουθες: "Η αληθινή και μόνη κοινωνική ευθύνη  ενός κερδοσκοπικού οργανισμού είναι να έχει κέρδη και να υπακούει στους νόμους".

"Οι συνθήκες λειτουργίας του ελεύθερου ανταγωνισμού και της αγοράς, ως ethical engines, θα ηθικοποιήσουν από μόνες τους την επιχειρηματική συμπεριφορά." 

"Το κοινό καλό εξυπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο, όταν ...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΧΡΕΟΚΟΠΗΜΕΝΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ανταγωνιστικότητα της χώρας: 47η μεταξύ 67 χωρών - Φταίνε γι’ αυτό μόνο οι κυβερνήσεις και οι επιχειρηματίες;

 

 

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

Πολύς λόγος γίνεται, μονίμως, για το χαμηλό επίπεδο της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας. Φροντίζουν να μας το θυμίζουν αυτό οι αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις των σχετικών δεικτών από διεθνείς οργανισμούς. Η τελευταία, του IMD, International Institute for Management Development, σύμφωνα με την οποία, με στοιχεία του 2023, η Ελλάδα σε όρους ανταγωνιστικότητας κατατάσσεται στην 47η θέση μεταξύ 67 χωρών.

Κατά κανόνα, σε επίπεδο εντυπώσεων, η ευθύνη για τη χαμηλή αυτή επίδοση χρεώνεται μόνο, στους δύο από τους τέσσερις οικονομικο-κοινωνικούς εταίρους: τις Κυβερνήσεις και τους Επιχειρηματίες. Αφήνοντας στο απυρόβλητο του άλλους δυο: τα Συνδικάτα και τους Εργαζομένους.

Μια μεροληψία αυτή. Εξ ου και τα τέσσερα (δύο συν δύο) παραδείγματα του κειμένου, τα οποία υποδεικνύουν ότι και το δεύτερο ζεύγος των εταίρων δεν είναι άμοιρο ευθυνών. Υπολειπόμενο, αν μη τι άλλο κατά πολύ, σε επίπεδο καλών πρακτικών.

Τα Συνδικάτα -Δυο συνδικαλιστικές ιστοριούλες

Η πρώτη:  Τόπος Φρανκφούρτη-αεροδρόμιο. Άφιξη Ολυμπιακής Αεροπορίας από την Αθήνα. Έξοδος-κατεύθυνση προς τη στάση των ταξί. Καθώς προχωρούσα, με πλησιάζει για να με ρωτήσει αν θα χρειαστώ ταξί, πατριώτης μας Έλληνας. Είναι, όπως μου είπε, ταξιτζής και ο ίδιος αλλά για λόγους που θα μου εξηγούσε, δεν μπορούσε να περιμένει στην πιάτσα. Θα ήθελε όμως να τον προτιμήσω. Οι ίδιοι λόγοι που τον εμπόδιζαν να περιμένει στη πιάτσα, δεν του επέτρεπαν επίσης να θέσει σε λειτουργία και τον μετρητή και επομένως θα έπρεπε  να τον εμπιστευθώ ως προς το κόμιστρο, ότι θα πλήρωνα δηλαδή τη συνήθη αξία της διαδρομής: Αεροδρόμιο κέντρο της πόλης.

Τον προτίμησα και για να έχω την ευκαιρία να ακούσω περισσότερα, για το λόγο που του επέβαλε αυτή την, ας πούμε, πειρατική συμπεριφορά. Και ο λόγος ήταν ότι ο φίλος μας δεν είχε βρει το χρόνο ή είχε βαρεθεί να περιποιηθεί το αυτοκίνητό του: να το πλύνει, να το απολυμάνει και γενικώς να το φέρει στο επίπεδο ευπρέπειας που επέβαλε ( ποιος λέτε;)...το σωματείο του κλάδου τους!

Έτσι λοιπόν, δεν μπορούσε να  χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητο στην κατάσταση που βρισκόταν (περιττό βεβαίως να πω ότι εγώ το βρήκα μια χαρά), γιατί η υπηρεσία ελέγχου του Σωματείου τους είναι πολύ αυστηρή, κάνει συχνότατες επιθεωρήσεις προγραμματισμένες ή αιφνιδιαστικές στις πιάτσες και τους δρόμους, επιβάλλοντας στους παραβάτες υψηλά πρόστιμα, που φτάνουν μέχρι και την αφαίρεση της επαγγελματικής άδειας.

 

 

Το πατριωτάκι μας βεβαίως  βρήκε τον τρόπο να παρακάμψει όλη αυτή την αυστηρότητα και, περαστικός από το αεροδρόμιο, με την συνέργειά μου, να κάνει την αρπαχτή του. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό…

Το μέγα θέμα και το σπουδαίο δίδαγμα που βγαίνει απ’ αυτήν την ιστορία είναι η αντίληψη περί Συνδικαλισμού του εν λόγω Σωματείου. Η ιστορία δίνει ένα μάθημα επαγγελματισμού, ένα υπόδειγμα  συνδικαλιστικής αγωγής. Κι ακόμα διδάσκει ότι η αξιοπιστία, η αξιοπρέπεια του επαγγέλματος και η επαγγελματική τιμή δεν είναι αντικείμενο διεκδικήσεων. Κατακτώνται και  περιφρουρούνται από μέσα…

Βεβαίως όλα αυτά μακροπρόθεσμα δίνουν στο Σωματείο, με τη σειρά του, το δικαίωμα  να απαιτεί αξιοπρεπή αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρουν τα μέλη του, να διεκδικεί αναπροσαρμογές των αμοιβών και άλλες κατακτήσεις και γενικώς να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη συνεργασία των μελών του με το κοινό-πελάτες τους.

Πόσο μακρινά φαίνονται όλα αυτά από τη δική μας συνδικαλιστική πραγματικότητα.

Και η δεύτερη: Ακόμα, ως  ένα παράδειγμα αναζωογονητικής συνδικαλιστικής έμπνευσης, μπορώ να εισφέρω μια παλαιότερη πρωτοβουλία των γιατρών του ΕΣΥ Λακωνίας, οι οποίοι με ομόφωνη απόφαση του Συλλόγου τους τοποθέτησαν αφίσες στο νοσοκομείο της Σπάρτης με κεντρικό μήνυμα: "Αν σου ζητήσουν φακελάκι, δώσε ένα άδειο. Βοήθησε να απαλλαγούμε από τη διαφθορά. Μη συμμετέχεις". Τι εύστοχη και ευρηματική πρωτοβουλία επαγγελματιών, οι οποίοι υπερασπίζοντας την προσωπική υπόληψή τους περιφρουρούσαν συγχρόνως και την αξία-τιμή του επαγγέλματός τους.

Γιατί να μην έχουμε κι άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες;

Γιατί δεν βλέπουμε περισσότερα  δείγματα παρόμοιας ηθικής ακεραιότητας στο συνδικαλιστικό μας βίο;

Μα γιατί, όπως έχει γραφτεί, η ευπρέπεια της εργασιακής ηθικής και η τήρηση των κανόνων λειτουργίας ενός επαγγέλματος απαιτούν υπεράσπιση, συνεχή ενέργεια και δράση για την καλλιέργειά τους, θαρραλέες ηγετικές πρωτοβουλίες, κίνητρα και κυρώσεις, αυστηρότητα και εγρήγορση. "Το ιδιοτελές, ευτελές συμφέρον, αντιθέτως, είναι αυτοφυές".

Οι Εργαζόμενοι - Άλλες δύο ιστοριούλες

Η πρώτη: Τόπος: Αυστριακή κωμόπολη. Το δημόσιο τοπικό λεωφορείο στο οποίο επέβαινα σταματά για να επιβιβαστούν σ’ αυτό καμιά δεκαριά μαθητές, δεκαπεντάρηδες που προφανώς επέστρεφαν στα σπίτια τους από το σχολείο. Τα παιδιά μπαίνοντας ένα ένα χαιρετούσαν τον οδηγό: με σεβασμό, ευγένεια, εγκαρδιότητα.  Σαν να έβλεπες ώριμους πολίτες που ήταν σε θέση να εκτιμήσουν την κοινωνική συναλλαγή της στιγμής, και η οποία συνίστατο στο εξής: Εσύ μου προσφέρεις με επάρκεια και αξιοπρέπεια τις υπηρεσίες σου και εγώ με το τρόπο μου σου το αναγνωρίζω  με σεβασμό, ευχαριστώντας σε γι’ αυτό.

Και ο οδηγός, από την άλλη, ανταποκρινόμενος στο χαιρετισμό αντιχαιρετούσε ένα ένα τα παιδιά με σοβαρότητα και αγαθή διάθεση. Πεντακάθαρος ο ίδιος, αλλά και η στολή υπηρεσίας του, με καπέλο παρακαλώ, την οποία έφερε με επαγγελματική  αξιοπρέπεια, ως ελάχιστο, κοινώς αναγνωρίσιμο στοιχείο εργαζόμενου τελούντος εν υπηρεσία. Με προφανή επιμέλεια πρόσεχε πού και πώς θα καθίσουν  και δεν έφυγε πριν βεβαιωθεί ότι και το τελευταίο παιδί είχε πάρει, ασφαλώς, τη θέση του. Ένας υπεύθυνος εργαζόμενος- επαγγελματίας που κέρδιζε μόνος του και καθημερινά  το σεβασμό των επιβατών, εξασφαλίζοντας για τον εαυτό του, τόσο τις υλικές προϋποθέσεις για την ατομική του επιβίωση, αλλά και το κύριο συστατικό της ατομικής του ψυχικής υγείας: το αίσθημα της προσωπικής αξιοπρέπειας.

Και η δεύτερη: Μια πρόκληση για αυτοβαθμολόγηση, αυτή: Η απάντηση του Άκιο Μoρίτα, ιδρυτικού προέδρου της Sony Corporation στην ερώτηση, τι διαφέρει ο μέσος Ιάπωνας από τον μέσο Αμερικανό εργάτη; "Όταν πεις στον Ιάπωνα εργάτη ότι οι διαστάσεις ενός, ας πούμε εξαρτήματος που κατασκευάζει, πρέπει να είναι εντός του πλαισίου ανοχής, π.χ. συν πλην 5 μονάδες από το επιθυμητό ακριβές μέγεθος, τα κομμάτια που θα παραδώσει αυτός θα έχουν…

 

ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 και ΑΦΕΛΛΗΝΙΣΜΕΝΟΙ ΞΕΦΤΙΛΙΣΜΕΝΟΙ ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ: Τί απέμεινε από τη μεγάλη στιγμή; (Μια συναισθηματική αποτίμηση)

gcostoulas@gmail.com 


Λένε ότι η ιστορία είναι συχνά άδικη προς ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Τρανταχτό παράδειγμα το Έπος του ’40. Αρκούντως συναισθηματικά τα όσα θα διαβάσετε παρακάτω, υπηρετούν ακριβώς αυτό το ιστορικό αναπάντητο: Πώς, δηλαδή, ένα δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, ένα φαινόμενο,  ψυχολογικά και ιστορικά απροσδόκητο, ξεχάστηκε, σχεδόν σα να μην υπήρξε ποτέ.

Τι απέμεινε από τη λάμψη του μεγάλου συμβάντος;  

Πόσοι από τους παλιότερους και πόσοι νεότεροι, ενήμεροι αυτοί από τις διηγήσεις των μεγαλύτερων, θυμούνται σήμερα τους περήφανους μαχητές, που ταπεινωμένοι στη συνέχεια με την κατάρρευση του μετώπου, έφταναν ο ένας μετά τον άλλον στα χωριά τους και τις γειτονιές τους, σέρνοντας τα πληγιασμένα από τα κρυοπαγήματα πόδια τους;

Πώς μπόρεσαν, οι ίδιοι, να βγάλουν από τη θύμησή τους το σηματάκι με την ένδειξη "ανάπηρος πολέμου", καρφιτσωμένο στο πέτο τόσων συνανθρώπων τους, που είτε με τις πατερίτσες, είτε τσακισμένοι μ’ ανήμπορα μέλη, με λειψή υγεία κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους;

Κι ακόμα, ποιος θυμάται εκείνες τις ανασούμπαλες χλαίνες, τα μόνα δώρα της ευγνωμονούσας πατρίδας, που ζέσταιναν για χρόνια τα ισχνά κορμιά τών, βιοτικά και ψυχικά αναξιοπαθούντων απομάχων, μέχρι να τις αντικαταστήσουν με κάποιο πανωφόρι του εμπορίου;

Πώς ξεχάστηκε εκείνη η πινακιδίτσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς που πρόβλεπε κάποιες θέσεις για τους ανάπηρους πολέμου; Και η συναφής, συχνή έκκληση των εισπρακτόρων των λεωφορείων προς τους καθήμενους συνεπιβάτες: "Μια θέση για τον ανάπηρο παιδιά!…"

Κι αργότερα, πώς απαλείφθηκε από τη μνήμη μας η, ζοφερής μνήμης και αχρείαστης δημόσιας αναλγησίας, ομάδα συμμαθητών, αυτή, η κατονομαζόμενη ως "ορφανών πατρός";

Και οι άλλοι συμμαθητές μας, τα παιδάκια των ορφανοτροφείων, με τα αποκλειστικά φαιού χρώματος, ομοιόμορφα ρουχαλάκια τους, που στιγμάτιζαν, τόσο εμφατικά, τις πολύχρωμες φορεσιές ημών των υπολοίπων;

Πότε προφτάσαμε και τους απαρνηθήκαμε όλους αυτούς;

Πώς έγινε και τους βγάλαμε από τη ζωή μας; 

Πώς τους γυρίσαμε την πλάτη;

Ακόμα και η λογοτεχνία, που τόσα έχει προσφέρει στην εμπέδωση της κοινής ιστορικής συνείδησης, δεν έχει ενδιαφερθεί, όσο θα περίμενε κανείς, γι’ αυτό το ιστορικό καύχημα, το πιο τρανταχτό "όχι" της νεότερης ιστορίας μας. Ό,τι έχει γραφτεί περιορίζεται σε ορισμένα, σπουδαία μεν λιγοστά δε, παραδείγματα έργων όπως αυτά του Τερζάκη, του Μπεράτη, του Θεοτοκά, του Αθανασιάδη, του Ελύτη, του Αγγ. Βλάχου. Όλων, συγγραφέων που έζησαν το έπος ως στρατευμένοι.  

Από τους νεότερους λογοτέχνες, πολύ μικρό ενδιαφέρον έχει εκδηλωθεί, τόσο που να είναι συνταρακτικά ενδεικτικό. Στη θέση του λουστήκαμε, εμείς οι παλιότεροι, τις αλήστου μνήμης ταινίες του Τζέιμς Πάρις ή κάποιες άλλες, του τύπου "Υπολοχαγός Νατάσα".

Ας μην υποτιμάμε, όμως, την παραπάνω, συναισθηματική προσέγγιση. Ενδεχομένως, συναισθηματικής εντάσεως είναι και η εξήγηση της μεγαλειώδους, της απροσδόκητης ευφορίας που παρατηρήθηκε το ξημέρωμα της 28ης εκείνου του Οκτώβρη.

Καθώς τα δίπολα μας πηγαίνουν πολύ, έχουν γραφτεί πολλά και πολλές απαντήσεις έχουν δοθεί στο δίπολο: Ποιος είπε το Όχι; ο Μεταξάς ή ο Λαός. 

Η επικρατούσα άποψη είναι ότι η μια πλευρά παρέσυρε την άλλη. Έπρεπε πρώτα να υπάρξει η σθεναρή, περήφανη και αποφασιστική απάντηση του κυβερνήτη στις ιταμές απαιτήσεις του Ιταλού πρέσβη, Γκράτσι για να φέρουν στην επιφάνεια τις υπνωτούσες αρετές και τα πατριωτικά συναισθήματα ενός βαθύτατα υπερήφανου λαού.  

Διερμηνεύοντας και σεβόμενος αυτά τα συναισθήματα, ο Μεταξάς θα σημειώσει στο ημερολόγιό του μια φράση, δραματικά συναισθηματικής εντάσεως σημαντική. Η λέξη κλειδί της φράσης το ουσιαστικό, "προσβολή". Η πλήρης φράση: "Δεν μπορώ να δεχτώ αυτήν την προσβολή". Που περαιτέρω σημαίνει: "δεν μπορούσα να προσβάλω αυτόν τον Λαό, παίρνοντας μια διαφορετική απόφαση".

Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Πώς έγινε και τα ξεχάσαμε όλα αυτά; 

Καταγράφω τρεις, προσωπικές μου απαντήσεις:

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝΕΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: "Η Νόσος της Πόλεως": Ένα διδακτικό παραμύθι

 

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα
gcostoulas@gmail.com

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερη στιγμή, από τις επόμενες μέρες μιας εκλογικής αναμέτρησης, για να θυμηθεί κανείς το πόσο ισχυρός παραμένει ο μύθος περί της "Νόσου της Πόλεως".

Είναι προφανές ότι όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί είναι ενήμεροι του μύθου. Και έτσι εξηγείται ότι, επαναληπτικά αντιγράφοντας ο ένας τον άλλον, το πρώτο που παραγγέλλουν στους συνεργάτες τους είναι το περίφημο "σεμνά και ταπεινά", προσπαθώντας να χαλιναγωγήσουν κάθε διάθεσή τους αλαζονείας και υπεροψίας, στοιχεία με τα οποία είναι συνυφασμένη κάθε μορφή εξουσίας.  

Τον μύθο διηγείται ο Πρωταγόρας στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο. Διδακτικότατο το φιλοσοφικό παραμύθι, σας το θυμίζω:

Όταν οι θεοί ολοκλήρωσαν τα καλούπια των δημιουργημάτων τους και ήρθε η ώρα να τα βγάλουν στο φως, ανέθεσαν στον Προμηθέα και τον Επιμηθέα να επιλέξουν και να μοιράσουν, στο κάθε είδος, τις κατάλληλες ιδιότητες και τα απαραίτητα όπλα αμύνης του καθενός.

Πρώτος ο Επιμηθέας ανέλαβε αυτό το έργο. Έτσι, το κάθε πλάσμα απέκτησε το δικό του ισχυρό στοιχείο, που θα του εξασφάλιζε την επιβίωσή του: Άλλο την ταχύτητα, άλλο τον όγκο, άλλο τη δύναμη, άλλο την ευελιξία, άλλο τα φτερά του, άλλο το πυκνό τρίχωμά του, άλλο το σκληρό δέρμα κ.ο.κ.

Όμως, ο Επιμηθέας ξεχάστηκε και διέθεσε όλες τις ευεργετικές ιδιότητες και όλα τα όπλα στα υπόλοιπα ζώα, χωρίς να κρατήσει κάτι για τον άνθρωπο. Τότε, ανέλαβε ο Προμηθέας να κλέψει από τον Ήφαιστο τη φωτιά, την οποία, εν είδει έντεχνης σοφίας, την δώρισε στον άνθρωπο, καθιστώντας τον έτσι το παντοδύναμο δημιούργημα μεταξύ των υπολοίπων εμβίων όντων.

Ωστόσο, ο Δίας, κρίνοντας συνολικά το αποτέλεσμα, διαπίστωσε, ότι καμιά προμηθεϊκή ευεργεσία, καμιά έντεχνη σοφία δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αρμονική συμβίωση των ανθρώπων χωρίς δύο στοιχεία, τα οποία εκείνος με τη θεϊκή του σοφία θα κληροδοτούσε στο ανθρώπινο γένος. Ποιά ήταν αυτά; Η Αιδώς και η Δίκη. Δηλαδή, η Ντροπή και η Δικαιοσύνη.  

Η πρώτη, ως η μητέρα του αυτοσεβασμού. Και η δεύτερη, ως η νομική συνέπεια της ντροπής.

Προς τούτο, σύμφωνα με τη διήγηση του Πρωταγόρα, ο Δίας έστειλε τον Ερμή, αυτή τη φορά, να προσφέρει στους κατοίκους των πόλεων τα δυο αυτά στοιχεία, απαραίτητα για τη συνύπαρξη, την ευταξία και την ευτυχία τους. Είχε, βεβαίως, προηγηθεί η πλατωνική διαπίστωση ότι "η πόλις γεννήθηκε για να μπορέσουν να ζήσουν οι άνθρωποι, αλλά συνεχίζει να υπάρχει για να ζήσουν καλά".

Μάλιστα, ο Ολύμπιος πατέρας θεών και ανθρώπων, σε ερώτηση του Ερμή για το πώς θα έπρεπε να μοιράσει τις δυο αυτές αρετές, και αν θα έπρεπε να τις διασπείρει επιλεκτικά, όπως τα άλλα χαρίσματα, ήταν κατηγορηματικός: "Να την μοιράσεις σε όλους αδιακρίτως". Και όχι μόνο αυτό. Συνεχίζοντας επιτάσσει τον Ερμή: "Να θεσπίσεις νόμο εκ μέρους μου, για όποιον δεν μετέχει στην αιδώ και τη δικαιοσύνη να φονεύεται ως μίασμα, ως νόσος της πόλεως": "Και νόμον γε θες παρ’ εμού τον μη δυνάμενον αιδούς και δίκης μετέχειν, κτείνειν ως νόσον της πόλεως".

Εξ ου, και το πανανθρώπινο ορμέμφυτο αίσθημα δικαίου, παραμένει πάντοτε κορυφαίο σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και πάντοτε απαιτεί τη δικαίωσή του. Ας θυμηθούμε και τον  Θουκυδίδη: "Το λαό δεν τον ενοχλεί το επιβεβλημένο, αλλά το άδικο".

Και κάπου εδώ τελειώνει το παραμύθι. 

Η πραγματικότητα, και ειδικότερα η ελληνική, δυστυχώς, μας προσγειώνει. Μια πραγματικότητα, όπου συνυπάρχουν, εν είδει διπόλου, αφενός ο πολιτισμός και η ηθική της ντροπής και αφετέρου ο πολιτισμός και ηθική της ενοχής και της ευθύνης. 

Στην πρώτη περίπτωση εκείνο που ενδιαφέρει περισσότερο είναι η άποψη των άλλων για το άτομό μας και η συμμόρφωσή μας μ’ αυτήν. Κάτι που, βεβαιως, δεν είναι άλλο από μια νόθα ντροπή. 

Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, κριτήριο των πράξεών μας δεν είναι η γνώμη των άλλων, αλλά οι βαθύτερες προσωπικές πεποιθήσεις μας. Δηλαδή η πραγματική ντροπή.

Ανέκαθεν, η ελληνική κοινωνία συμμεριζόταν τον πολιτισμό και την ηθική της ντροπής, μάλλον, παρά τον πολιτισμό και την ηθική της ενοχής και της ευθύνης.  

Για εμάς τους Έλληνες μετράει περισσότερο...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΛΑΜΟΓΙΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Ανίεροι εναγκαλισμοί - Τέσσερις ιστορίες αβάσταχτης μιντιακής ιλαρότητας

gcostoulas@gmail.com


Ένας άλλος τίτλος του σημερινού κειμένου θα μπορούσε να είναι: Ιστορίες με λαμόγια.

Κύριο χαρακτηριστικό των ιστοριών, εκτός του ότι όλες προέρχονται από το χώρο των ΜΜΕ, είναι ότι όλες επίσης θα ήταν άκρως κυνικές αν δεν ήταν τόσο συμπαθητικές.

Κι ακόμα, ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τη σημερινή γιγάντωση του ρόλου της τηλεοπτικής και της εν γένει ηλεκτρονικής δημοσιογραφίας, όπου ανθούν οι αποκρουστικότατες πρακτικές της ούτω καλουμένης καταγγελτικής δημοσιογραφίας -ο Θεός να την κάνει...

Απαραίτητο βεβαίως να τονιστεί, εν προκειμένω, πόσο άδικη και κυρίως αβασάνιστη είναι η συμπερίληψη κάτω από την ίδια σημαία, αφενός της υγιούς και έγκυρης και αφετέρου της βλαπτικής, και για το κύρος του κλάδου, παρασιτικής έως και εκβιαστικής δημοσιογραφίας. Μας το θύμισε αυτό με τον πιο εμφαντικό τρόπο η πρόσφατη εισαγγελική παρέμβαση για δέσμευση της εντυπωσιακής περιουσίας που κατέλειπε ο  Γ. Τράγκας.

Η λέξη λαμόγιο περιέργως δεν υπάρχει σε κανένα ελληνικό λεξικό. 

Αντί λοιπόν ενός αυθεντικού ορισμού, που δεν έχω, περιορίζομαι σε έναν αντιπροσωπευτικό, γλαφυρό κατάλογο διαπρεπών πρωταγωνιστών του είδους. Που, ναι μεν δεν ορίζει τί είναι το λαμόγιο, φωτογραφίζει όμως μερικά απ’ αυτά. Από το βιβλίο του Ηρ. Αποστολίδη "Ενάριθμα": "Ξεδοντιασμένοι μεγαλοκαρχαρίες, τακίμια ψευτοπροσοντούχων, συγκροτηματικοί και παραταξιακοί δημοσιογράφοι του γλυκού νερού, πατεντάτοι μανδαρίνοι της φαυλεπίφαυλης δημοσιοϋπαλληλίας, παρακατιανοί και ξοφλημένοι λόγιοι και ψευτολόγιοι, ασπούδαχτοι επιστήμονες, ρεμπεσκέδες, καμποτίνοι και ποσαπαίρνηδες, ζητωκραυγάστε..."

Κάποιοι απ’ αυτούς και οι πρωταγωνιστές των τεσσάρων ιστοριών που ακολουθούν:

Την πρώτη ιστορία την έζησα στην επαγγελματική μου ζωή, ως γενικός διευθυντής νεοσύστατης θυγατρικής εταιρείας μεγάλης δημόσιας τράπεζας. Ήταν στα μισά τού 1989, όταν μου ζητήθηκε να δώσω ολοσέλιδη καταχώριση-διαφήμιση σε πρωτοεμφανιζόμενο "οικονομικό περιοδικό". Επειδή κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο, αρνήθηκα. Για να μην τα πολυλογώ, μετά από πιέσεις, δέχθηκα, καταφέρνοντας να περιορίσω την παρουσία μας σε ημισέλιδη καταχώριση.

Όταν τυπώθηκε το περιοδικό και το ξεφύλλισα, είδα ότι ήταν ακριβώς αυτό που περίμενα: η επιτομή της αρπαχτής. Φυσικά (και σίγουρα βάσει σχεδίου), δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο τεύχος. Με το πρώτο τεύχος τελείωσε και η ζωή του περιοδικού. Η αποστολή του καλύτερα, που δεν ήταν άλλη από το να τα "πάρει" μια και καλή.

Όλοι οι διαφημιζόμενοι ήταν οργανισμοί και  εταιρείες του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα: ΔΕΚΟ κυρίως, αρκετές από αυτές γνωστές προβληματικές της εποχής, μάλιστα ο ίδιος ο οργανισμός προβληματικών εταιρειών φιγουράριζε αναμεσά τους, ένας διαφημιζόμενος συμμετείχε με δύο καταχωρίσεις -ελληνικό και αγγλικό κείμενο-, όλες οι καταχωρίσεις ήταν ολοσέλιδες, όλος ο δημόσιος τραπεζικός κλάδος παρών, αρκετές εταιρείες χωρίς εμπορική δραστηριότητα, ενώ κάποιες από αυτές ήταν και μονοπωλιακές. Φυσικά ο ιδιωτικός τομέας απουσίαζε παντελώς...

Απολαύστε τον κατάλογο:


Ελαιουργική, Duty Free, Εμπορική Τράπεζα, Ιζόλα, ΕΟΤ, Οργανισμός Ασφάλισης Εξαγωγικών Πιστώσεων, ΔΕΗ, Κτηματική Τράπεζα, Φοίνιξ, Εμποροκάρτα, Όμιλος Εταιρειών Εμπορικής Τράπεζας (ελληνικό κείμενο), Όμιλος  Εταιρειών Εμπορικής Τράπεζας (αγγλικό κείμενο), Ναυπηγεία Ελευσίνος, ΠΡΟΠΟ, Οργανισμός  Ανασυγκρότησης  Επιχειρήσεων, Οργανισμός Προώθησης Εξαγωγών, ΕΤΒΑ, ΕΟΜΜΕΧ, ΕΛΚΕΠΑ, Ελληνικά Ταχυδρομεία, ΕΛΕΒΜΕ, Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου, ΕΤΕΚΑ, Τράπεζα Αττικής, Πειραϊκή Πατραϊκή, Ηρακλής, ΕΛΟΤ, Πυρκάλ, ΟΤΕ, ΣΕΚΑΠ, ΚΥΔΕΠ.

Για την ύλη του περιοδικού, ας μη γίνεται λόγος. Μόνο λιβανωτοί και συνεντεύξεις-κονσέρβες των διαφημιζόμενων. Κρατάω το τεύχος (Νο 1, Ιούνιος ‘89) στο αρχείο μου ως μνημείο κυνικής, απροκάλυπτης διασπάθισης του δημοσίου χρήματος.

Η μοναδική  μισή σελίδα της δικής μας περίπτωσης ήταν ανορθογραφία μπροστά στην απλοχεριά των υπόλοιπων διαφημιζόμενων. Το αστείο ήταν ότι επειδή είχαν προγραμματίσει και για εμάς ολοσέλιδη καταχώριση, το άλλο μισό της σελίδας παρέμεινε λευκό. Ήταν κωμικό να το βλέπεις.

Τις επόμενες δύο ιστορίες, γνωστές στους παλαιότερους της αγοράς, μου τις θύμισε ο Ανδρέας Ριζόπουλος, ληξίαρχος του ελληνικού τύπου, στην μακροβιότατη στήλη του στο περιοδικό Επιλογή "Έπη Απτερόεντα".

Η πρώτη αναφέρεται σε διάλογο μεταξύ εκδότη της εποχής και διοικητή τραπέζης. Απολαύστε:  

Ρώτα ο εκδότης γιατί δεν συμπεριλαμβανόταν και εκείνος στο διαφημιστικό πρόγραμμα της τράπεζας, όπως ένας, κατονομαζόμενος, ανταγωνιστής του. "Μα αυτός είναι κοινός εκβιαστής!", απαντά ο διοικητής. Και ο εκδότης, με την ίδια ανάσα, "και εγώ τι είμαι;...": Πάντα το όρια της ελεεινότητας και της ξεφτίλας του καθενός, τα βάζει κάποιος άλλος...

Και η δεύτερη: Στη δεκαετία του ‘60 δύο βιομήχανοι είχαν ψυχρανθεί μεταξύ τους. Τότε, ένας "εκδότης" προσφέρθηκε να οργανώσει ένα γεύμα, ώστε εκείνοι, συναρτώμενοι, να τα πουν και να λύσουν την παρεξήγηση. Έτσι και έγινε. Λίγο μετά, οι δυο βιομήχανοι έλαβαν από τον εκδότη δυο τσουχτερά τιμολόγια με την αιτιολόγηση, "για παρασχεθείσες υπηρεσίες". Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς εδώ; Την ανίερη εφευρετικότητα του εκδότη, ή την απεχθή τιμολόγηση μιας,- αντικειμενικά, αφεαυτής ανταμοίβουσας-, προσφοράς των "καλών" υπηρεσιών του;

Την επόμενη ιστορία την άκουσα σε παλαιότερο συνέδριο της Διεθνούς Διαφάνειας, (οργάνωσης κατά της διαφθοράς) που έγινε στην Αθήνα με θέμα "Πώς θα πετύχουμε την εφαρμογή των νόμων". Την διηγήθηκε μεγαλοεκδότης από το πάνελ του συνεδρίου και αναφερόταν στον απαράδεκτο τρόπο αδειοδότησης  των ηλεκτρονικών ΜΜΕ και γενικώς στον τρόπο λειτουργίας τους.  

Δείχνει δε, πόσο έτοιμη και πρόθυμη είναι η εκάστοτε κυβέρνηση να ανταποκριθεί στα αιτήματα όλων των καλών παιδιών που διαπλέκουν τις άλλες δουλειές τους με την παντοδυναμία των ΜΜΕ.

Σε παρατήρηση, λοιπόν, παράπονο του εκδότη μας σε υπουργό για  μια ευνοϊκή ρύθμιση υπέρ ενός ανταγωνιστή του, ο υπουργός τού απάντησε αφοπλιστικά: "Δεν πρέπει να παραπονείσαι. Είναι άδικο να με κατηγορείς. Και συ αν μου το ζητούσες το ίδιο θα έκανα". Το συμπέρασμα είναι ότι, στον  χώρο των ΜΜΕ, οι κυβερνήσεις είναι προσεκτικότατες στην ακριβοδίκαιη εφαρμογή της παρανομίας.

Κλείνω με κάτι που μπορεί να εισπραχθεί ως παρηγοριά: 

ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΓΥΝΑΙΚΑ: Ένας ευφημισμός: Έτερον ήμισυ

 

Του Γιώργου Ι. Κωστούλα

"Μια χώρα δεν μπορεί να βρεθεί ψηλότερα  από το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται οι γυναίκες της".


Τι καλύτερο ξεκίνημα, για ένα επετειακό κείμενο -φτωχή υπενθύμιση του εορτασμού της Ημέρας της Γυναίκας; 

Ένα κείμενο που, ομολογουμένως γράφτηκε με μεγάλο δισταγμό, εν μέσω της τραγικής επικαιρότητας, που τόσο δραστικά απομακρύνει περαιτέρω την, όποιας μορφής, κανονικότητα.

Συνάντησα τον αφορεσμό στο βιβλίο του Λ. Άρτσερ, "Βαλκανικό ημερολόγιο", όπου ο συγγραφέας, επικεφαλής του Μεσανατολικού Ιδρύματος κατά την περίοδο 1934-41, μας παρέδωσε μια πολιτικο-οικονομικο-κοινωνική ακτινογραφία της εποχής.

Αντί άλλων, δραματικότερων επισημάνσεων, επέλεξα από το βιβλίο το ακόλουθο απόσπασμα, αρκούντως ενδεικτικό: Ήταν η εποχή, όπου οι γυναίκες μπορούσαν μεν να παρακολουθήσουν μαθήματα ή ακόμα και να αποφοιτήσουν από τις παιδαγωγικές Ακαδημίες, αλλά όχι και να διοριστούν και να διδάξουν επαγγελματικά. Ο συγγραφέας, σε ομιλία του κατά τη διάρκεια τελετής αποφοίτησης, θέλοντας να παρηγορήσει τις απόφοιτες της σχολής για τον αναχρονιστικό αυτόν αποκλεισμό, χρησιμοποίησε το παλιό γνωμικό: "Το χέρι που κουνάει την κούνια κυβερνά τον κόσμο".

Στο άκουσμα της φράσης, μεγάλη ταραχή διαχύθηκε στο ακροατήριο το οποίο θορυβημένο, μέσω αντιπροσωπείας, έσπευσε να ζητήσει εξηγήσεις: Τι ακριβώς σήμαιναν αυτά τα λογία; 

Είχε το, αντρικό κυρίως, ακροατήριο καταλάβει σωστά, ότι η σχολή ενθάρρυνε πολιτικές φιλοδοξίες στις γυναίκες; 

Τα πράγματα ηρέμησαν όταν ο ομιλητής εξήγησε στο ανήσυχο τσούρμο ότι το μόνο που σήμαινε το γνωμικό ήταν ότι οι γιοι των κοριτσιών αυτών θα κυβερνούσαν τη χώρα. Πράγμα που, βεβαίως, ικανοποίησε τους πάντες..!

Έκτοτε, ωστόσο, ουδόλως έχει εκλείψει από τις κοινωνίες η τοξική αρρενωπότητα: Χειρότερη μορφή της, μετά τη χρήση βίας, η, εν είδει φυσικής τάξης, ταύτιση της γενετήσιας πρόκλησης με τη γυναίκα. Αυτή η πρόξενος κάθε λαγνείας επί γης και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε και η λαγνεία του άντρα να καταλογίζεται κι αυτή στη γυναίκα. Ενδεικτική, η διάχυτη πεποίθηση ότι η γυναίκα, με την απόρριψη των ερωτικών διαθέσεων του άντρα, είναι αυτή που συνδαυλίζει το ερωτικό μένος του τελευταίου. Από την εποχή του Καλλίμαχου: Το δυσθήρατο, το δυσπρόσιτο, το δύστροπο της γυναίκας ρίχνει λάδι στη φωτιά –"απροσίκτων δ’ ερώτων οξύτεραι μανίαι".

Όσο για τα περί πίστεως και απιστίας, ας μη γίνεται λόγος: Ακομα και η λέξη femina, κατά μία εκδοχή, προέρχεται κατά ένα μέρος από το fides και κατά ένα άλλο από το minus, δηλαδή, από την "ελάσσονα πίστη…"

Παραμένοντας στα γλωσσικά, ας σταθούμε για λίγο και στην ούτω καλούμενη φεμινιστική γλωσσολογία. Απ’ αυτήν τα παρακάτω γλωσσικά σημάδια που υποδηλώνουν εμφατικά την υπεροχή του αρσενικού, στην καθημερινή χρήση της γλώσσας: Ζώα δυνατά και επιβλητικά είναι συχνότερα αρσενικού γένους (ο λέων, ο ελέφαντας, ο καρχαρίας, ο αετός, ο βόας), ενώ τα πιο μικρά και θεωρούμενα απεχθή, πονηρά ή μοχθηρά είναι συχνότερα θηλυκά (η αλεπού, η ύαινα, η σουπιά, η αράχνη, η κατσαρίδα, η οχιά). Αρσενικοί, επίσης, είναι οι περισσότεροι ισχυροί άνεμοι (βοριάς, νοτιάς, σιρόκος) αλλά και οι ποταμοί (Αλιάκμονας, Πηνειός, Αξιός, Αχελώος), ενώ τα δέντρα που γεννούν καρπούς είναι συνήθως θηλυκά (λεμονιά, μηλιά, κερασιά), όπως και τα περισσότερα λουλούδια. Ως "σκύλος" προσδιορίζεται ο σκληρός, εργατικός άντρας, ενώ η "σκύλα" αποτελεί βρισιά για κάθε γυναίκα.

Ακόμη, μελετώντας διάφορα ζεύγη λέξεων (με εξαίρεση το "κυρίες και κύριοι"), διαπιστώνουμε ότι πάντα προηγείται, ως το ισχυρότερο και σημαντικότερο μέρος του ζεύγους, το αρσενικό: Αδάμ-Εύα, γιος-κόρη, αδελφός-αδελφή, κατ’ αναλογίαν των περιπτώσεων διπόλων, όπου το θετικό, προηγείται πάντα: φως-σκοτάδι, πλούσιος-φτωχός, άσπρο-μαύρο. Απλούστερα: Όταν ο σύζυγος πεθάνει η σύζυγος ονομάζεται "Χ, χήρα του Ψ" ενώ, στην αντίθετη περίπτωση, δεν λέμε "ο Χ, χήρος της Ψ". Ποιός και όχι ποιά πέθανε;, ρωτάνε στο χωριό, όταν πένθιμα χτυπάει η καμπάνα.

Επί πλέον, έχουμε πολλά και εντυπωσιακά παραδείγματα όπου οι γυναίκες, ως παρουσίες, απουσιάζουν εντελώς. Το πλοίο βυθίζεται "αύτανδρο", έστω κι αν οι μισοί επιβάτες είναι γυναίκες. Μια υπηρεσία μπορεί να "επανδρώνεται", ενώ προσλαμβάνει γυναίκες. Μια εφεύρεση, ή μια ιδέα έχει πάντα "πατρότητα", έστω κι αν προέρχεται από γυναίκα. Στα πανεπιστήμια οι "φοιτητές" αγωνίζονται, ωσάν οι φοιτήτριες να έχουν εξαφανιστεί. Όταν χτυπάει το τηλέφωνο ρωτάμε "ποιός είναι στο τηλέφωνο;". Αν ρωτήσουμε "ποιά είναι στο τηλέφωνο;", υπονοείται ότι γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι είναι γυναίκα, διαφορετικά η παρεξήγηση ελλοχεύει.

Τα παραπάνω δεν συνιστούν κάποιας μορφής ιδιαιτερότητα της ελληνικής γλώσσας. Όπως προκύπτει από το έργο των Hellinger, M. & Bussmann, H. Gender across Languages, τα δεδομένα από 30 γλώσσες αποκαλύπτουν ότι σε όλες η γυναικεία παρουσία δεν βαραίνει όσο η αντρική. Η γυναίκα προσδιορίζεται από την οπτική γωνία του άντρα και σε σχέση με αυτόν, ενώ, παράλληλα, οι γυναικείες ιδιότητες και δραστηριότητες προβάλλονται συνήθως ως κατώτερες των αντρικών.

Βεβαίως, ο περιορισμός των γυναικείων επαγγελμάτων στα γνωστά δύο, της οικοκυράς και της εταίρας, έχει κάνει τον κύκλο του, ανά τον κόσμο και τους αιώνες. "Από τον Προυντόν, που τον ενοχλούσαν οι πρώτες φοιτήτριες, επικαλούμενος το απόφθεγμα των Ρωμαίων, "domus servabat, lanam lilabat”, μέχρι τους Κινέζους. Των τελευταίων η  παροιμία: "Άμα η όρνιθα αρχίσει να λαλεί ως πετεινός, σφάξε την αμέσως”".

Ας θεωρηθεί αυτό το κείμενο-μια αναδρομή στην πορεία της εξίσωσης των δυο φυλών-, ως ελάχιστη συμβολή στον διαγραφόμενο φτωχό, φετινό εορτασμό της Γιορτής της Γυναίκας.

Τι μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτήν τη αναδρομή; 

Λαμβάνοντας υπόψη τις, διαχρονικά, έως και εχθρικές, επικρατούσες συνθήκες, θα έλεγε κάνεις ότι...