ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Της ΣΩΤΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ
Γράφω από μια πολύ μικρή γωνία του κόσμου, οπότε η άποψή μου για τα μεγάλα ερωτήματα είναι ασήμαντη — παρ’ όλ’ αυτά, να τα ερωτήματα: Είναι δυνατόν οι δυτικές χώρες να αποκτήσουν αυτάρκεια μέσα σε έναν κύκλο συμμάχων;
Πώς μπορούμε να ελαχιστοποιήσουμε την αλληλεπίδρασή μας με διεφθαρμένα κράτη, με εχθρούς και frenemies;
Εκτυλίσσεται ένας καινούργιος Ψυχρός Πόλεμος; Και ποια θα μπορούσε να είναι η σημασία αυτής της παραδοχής; Θέλω να πω, τι αλλάζει αν δώσουμε ένα παλιό όνομα στη σημερινή παγκόσμια αταξία; Και πώς μπορούμε να διατηρήσουμε την ειρήνη εν μέσω πυρηνικών απειλών;
Οι τεράστιες ανάγκες μας στη Δύση, η πείνα μας για ενέργεια και ο εθισμός μας στα πράγματα, σε πάρα πολλά πράγματα, έχει καταλήξει στην εξάρτησή μας από αυταρχικά καθεστώτα —και, βεβαίως, στην εξάρτηση των αυταρχικών καθεστώτων από εμάς ως πελάτες.
Δεν είναι κάτι καινούργιο· αλλά, εδώ και πολύ καιρό ονομάζαμε τον εφησυχασμό και την εθελοτυφλία Realpolitik. Οι γερμανικές λέξεις ακούγονται πλήρεις νοήματος, ιδιαίτερα αν τις προφέρει κάποιος σαν τον Χένρι Κίσιντζερ με ελαφρά προφορά Mitteleuropa. Εν πάση περιπτώσει, η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μάς ταρακούνησε λίγο και το ΝΑΤΟ ξύπνησε μετά από μακρύ ύπνο. Τώρα πρέπει να δούμε καθαρά και να πάρουμε μερικές αποφάσεις. Με αυτή τη σειρά: να μην πάρουμε τις αποφάσεις και ύστερα να δούμε καθαρά.
Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, το ΝΑΤΟ φάνηκε να αιωρείται στο κενό. Δεν κατάφερε να συμφιλιωθεί με τους επίμονους εχθρούς και τους ανταγωνιστές του, ούτε να αναγνωρίσει το γεγονός ότι η Ρωσία, η Κίνα και το διεθνές Ισλάμ είναι πολύ πιο ολισθηρά από ό,τι ήταν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της. Για τέσσερις δεκαετίες, η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε την έμμονη ιδέα των Κόκκινων που θα εισέβαλλαν από τον Βορρά και την Ανατολή· μια ιδέα κάπως νοσηρή διότι εμπόδιζε την πρόσληψη και επεξεργασία κάθε άλλου προβλήματος. Έτσι, το ΝΑΤΟ συσσώρευσε γκάφες προσπαθώντας να συγκρατήσει τον κομμουνισμό: εφαρμόζοντας την τακτική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» προκάλεσε κάμποσες καταστροφές, μεταξύ των οποίων πιο θεαματικές ήταν η εισβολή στο Ιράκ και η επέμβαση στη Λιβύη. Υπήρξαν κι άλλες που πέρασαν στα ψιλά. Ο γενικός απολογισμός είναι κακοσχεδιασμένες και συγκεχυμένες αποστολές που απονομιμοποίησαν τη Συμμαχία τροφοδοτώντας την προπαγάνδα για το ότι ήταν μια μηχανή που καταβρόχθιζε τα χρήματα των φορολογουμένων επί δεκαετίες, επιτρέποντας στις ΗΠΑ να επεκτείνουν τις στρατιωτικές τους βάσεις σε όλο τον κόσμο και να επιδίδονται σε σφαγές χωρίς καν να ενημερώνουν τους συμμάχους τους. Έτσι, αριστερά και ακροδεξιά συμφωνούν σήμερα ότι το ΝΑΤΟ, παρά την απερίσκεπτη διεύρυνσή του που δήθεν θα το αναζωογονούσε, είναι απηρχαιωμένο· του λείπει το όραμα.
Φυσικά, για πολλούς ανθρώπους στην Ευρώπη και σε χώρες με έντονο αντιαμερικανικό αίσθημα, το ΝΑΤΟ ήταν ανέκαθεν ανεπιθύμητο, αλλά, τουλάχιστον, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ο σκοπός του ήταν ξεκάθαρος. Όχι ότι δεν ήταν αμφιλεγόμενος και ο σκοπός· ήταν: για όποιον πιστεύει ότι ο περιορισμός του κομμουνισμού ήταν μια επιθυμητή πολιτική, δεν υπήρξαν μόνο αποτυχίες —όπως το Βιετνάμ— αλλά και κάποιες επιτυχίες, όπως η Ιαπωνία ή η Κορέα. Αντιθέτως, για όποιον πιστεύει ότι οι ΗΠΑ στάθηκαν εμπόδιο σε έναν κομμουνιστικό παράδεισο, προφανώς αντιλαμβάνονται την αμερικανική εξωτερική πολιτική ως σταθερά κακόβουλη. Αλλά, δεν είναι τόσο απλό. Όπως έχω γράψει πολλές φορές, η αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι συχνότερα άστοχη ―έργο ανθρώπων που δεν ξέρουν και δεν καταλαβαίνουν τίποτα από τον κόσμο· που νομίζουν, π.χ., πως η Αφρική είναι χώρα― και σπανιότερα σκοπίμως κακοήθης.
Πράγματι, τα τελευταία χρόνια, οι στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ εδώ και εκεί δεν σημαίνουν τίποτα περισσότερο από μια χούφτα στρατιώτες σε μακρινούς τόπους που βαριούνται μέχρι θανάτου, μερικές φορές στην κυριολεξία. Τα υποτιθέμενα δυτικά συμφέροντα δεν είχαν ποτέ άμεση σύνδεση ή αναλογία με τις στρατιωτικές δαπάνες στο πεδίο. Με λίγα λόγια, η διαμάχη για το σπάταλο ΝΑΤΟ και για αν οι ευρωπαϊκές χώρες θα έπρεπε να επιδιώξουν στρατηγική αυτονομία δημιουργώντας περιφερειακές ενώσεις δεν ήταν εντελώς αδικαιολόγητη.
Η προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ επιδείνωσε την ατμόσφαιρα, προωθώντας επιθετικά την αμερικανική υπεροχή —το σύνθημα Make American Great Again δίχασε ακόμη περισσότερο τη Δύση, μια ιδέα που ο Τραμπ δεν μπορούσε να συλλάβει: η επαρχιώτικη ρητορική και η αγαρμποσύνη του υπογράμμισαν ορισμένες πολύ πραγματικές διαφωνίες στο εσωτερικό της Δύσης, μαζί με τον ναρκισσισμό των μικρών διαφορών.
Ωστόσο, όλοι γνωρίζουμε ότι ζούμε σε έναν κατακερματισμένο κόσμο με τέσσερις πόλους (τουλάχιστον τέσσερις): τη Δύση (το κομμάτι εκείνο του πλανήτη όπου υπάρχει δημοκρατία και κράτος δικαίου), τη Ρωσία, την Κίνα και το διεθνές Ισλάμ.
Όλοι οι άλλοι παίκτες μπορεί να εμπίπτουν σε μια από αυτές τις κατηγορίες, ή να ταλαντεύονται σε μια γκρίζα ζώνη ή να είναι προς το παρόν ασήμαντοι.
Αν προσδιορίσουμε τους ανταγωνιστές, τους εχθρούς και τους frenemies —και υπάρχει επιτακτική ανάγκη να το κάνουμε λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις διακρίσεις— η ενότητα της Δύσης θα αναδειχθεί ως ο πρωταρχικός μας στόχος και το ΝΑΤΟ είναι ο κατάλληλος θεσμός γι’ αυτήν. Ειδικά μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, δεν έχουμε την πολυτέλεια για εσωτερικές διαμάχες ή ασυνεπή συμπεριφορά όπως εκείνη που ανάγκασε τη Γαλλία να αποσυρθεί από το στρατιωτικό σκέλος το 1966 (για να επιστρέψει σαράντα τρία χρόνια αργότερα) ή την Ελλάδα να απέχει από τις ασκήσεις του ΝΑΤΟ στη δεκαετία του εβδομήντα — για πολύ σοβαρό λόγο.
Υπάρχουν πολλά εμπόδια σε αυτήν την απαραίτητη ενότητα:
Το πρώτο είναι ότι δεν έχουμε κατανοήσει ή συμφωνήσει πλήρως τη φύση και τη δυναμική της παγκόσμιας τάξης σήμερα· τη διαμόρφωσή της σε τέσσερις ξεχωριστές δυνάμεις αλλά σε δύο πόλους, σε δύο μείζονες πολιτικές και πολιτιστικές παρατάξεις: στις φιλελεύθερες δημοκρατίες και στα αυταρχικά καθεστώτα.
Το δεύτερο εμπόδιο είναι ότι η πολιτική America First, που σημαίνει America Only ή America on Top of Us, εκνευρίζει δικαίως εμάς τους Ευρωπαίους όπως και τον υπόλοιπο κόσμο: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν κατεβάσει ούτε σε μια καλή ιδέα από τη δεκαετία του 1970· αν έχουν, δεν την έχω ακούσει και sorry about that. Ωστόσο, κραδαίνουν σημαίες και επιμένουν στο μονοπώλιο της παγκόσμιας ηγεμονίας σαν να τους ανήκει δικαιωματικά· σαν το παιδί που θέλει δικά του όλα τα παιχνίδια.
Το τρίτο πρόβλημα είναι η προπαγάνδα γύρω από την υποτιθέμενη παρακμή της Δύσης, η οποία ενθαρρύνει τον δεξιό και τον αριστερό λαϊκισμό και ενισχύει τις αυταρχικές τάσεις στο εσωτερικό της. Δεν έχω χώρο να ασχοληθώ εδώ με αυτά τα θέματα ένα-ένα, τα οποία εμποδίζουν την ενότητα που θέλουμε και χρειαζόμαστε για την προστασία και την ανάπτυξή μας.
Να πως έχει η κατάσταση: οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών παραμένουν στάσιμοι, ενώ εκείνοι της Κίνας και άλλων αναδυόμενων δυνάμεων συνεχίζουν να τους ξεπερνούν, έστω και αν έχουν επιβραδυνθεί λίγο· οπότε, τίθεται το ερώτημα αν οι «υπόλοιποι» θα υπερφαλαγγίσουν τη Δύση.
Η απάντηση είναι ναι, αν συνεχίσουμε να υπερτονίζουμε τις εσωτερικές μας ασυμφωνίες, να παραμελούμε την ασφάλεια των συνόρων μας, να δυσφημούμε τις εκλογικές δημοκρατίες και να διαστρεβλώνουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα σε εκρήξεις πολιτικής ορθότητας. Αντιθέτως, θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τις προσπάθειες υπονόμευσης αυτής της μερικής και εύθραυστης ενότητας: αυτόν τον καιρό η ενέργεια μπορεί να εργαλειοποιηθεί με σκοπό την υπονόμευση· η Ρωσία μπορεί να ευνοήσει μια ευρωπαϊκή χώρα έναντι μιας άλλης. Έτσι κι αλλιώς, οι περισσότερες χώρες, όπως είπα, αγαπούν την ενέργεια και τα εμπορεύματα περισσότερο από τους συμμάχους τους.
Με λίγα λόγια, η ρωσική επιθετικότητα δεν εκδηλώνεται μόνο με πόλεμο δια πληρεξουσίου εναντίον της Δύσης και την προπαγάνδα που τον συνοδεύει: είναι σε θέση να επιβάλλει κυρώσεις όπως επιβάλλουμε κι εμείς.
Δεν έχουμε το μονοπώλιο των κυρώσεων σ’ αυτόν τον κόσμο.
Αλλά ενώ η Ρωσία του Πούτιν πολύ επικίνδυνη για την παγκόσμια τάξη, η διεθνής της συμπεριφορά είναι επίσης μια ευκαιρία να κινητοποιηθούν οι Ευρωπαίοι, που έχουν γίνει τεμπέληδες και κακομαθημένοι, σε δύο επίπεδα: στην αποτίμηση των ευθυνών τους για τα σημερινά χάλια και στην εξισορρόπηση του απομονωτισμού και του παρεμβατισμού, που δεν συνιστά αποκλειστικά αμερικανικό δίλημμα.
Αν συμφωνήσουμε ότι αυτή η διαίρεση της διεθνούς κοινότητας σε ένα δημοκρατικό και ένα αυταρχικό «στρατόπεδο» —η λέξη δεν είναι ακριβής αλλά έχει χρησιμοποιηθεί επί πολλές δεκαετίες— κυριαρχεί και θα κυριαρχεί στη γεωπολιτική για τα επόμενα χρόνια, καλό είναι να αρχίσουμε να επιλέγουμε σε ποια hotspots μπορούμε να παρέμβουμε με το ένστικτο «fight or flight» και με κριτήριο την προώθηση των οικονομικών και πολιτισμικών μας συμφερόντων.
Τα πολιτισμικά συμφέροντα έχουν υπαρξιακή σπουδαιότητα· τα οικονομικά όχι. Όσο για τα συμπλέγματα του σωτήρα ή του vigilante είναι αντιπαραγωγικά: τα τελευταία γαλλικά στρατεύματα έφυγαν από το Μάλι τον περασμένο μήνα μετά από μακρά περιπλάνηση στη Σαχάρα — αν και το τέλος ήταν άδοξο, έκαναν το σωστό. Έπρεπε να φύγουν. Όπου δεν ξέρουμε τι κάνουμε, πρέπει να αποχωρούμε.
Δεν εννοώ ότι η Δύση πρέπει να υποχωρήσει και να κλειστεί στον εαυτό της: αν κάνει κάτι τέτοιο, θα αφήσει πίσω της ένα κενό που μπορεί να καλυφθεί από τους χειρότερους εχθρούς μας. Περιορισμένες αλλά καλά μελετημένες και εκτελεσμένες επιχειρήσεις είναι απαραίτητες: εύκολο να το λέει κανείς ιδιαίτερα όταν είναι έξω από τον χορό. Αλλά πρέπει έχουμε κατά νου ότι ούτε όσοι ήταν και είναι μέσα στον χορό λαμβάνοντας κρίσιμες αποφάσεις, π.χ. στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, επέδειξαν στρατηγική σοφία. Αντιθέτως, σε πολλές χώρες αποξένωσαν ακόμα περισσότερο τους τοπικούς πληθυσμούς και έριξαν λάδι στη φωτιά.
Για να επεμβαίνουμε αποτελεσματικά όταν και όπου απαιτείται πρέπει...