"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΥΡΟΓΟΡΔΑΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΓΡΟΤΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΖΗΤΟΥΛΟ-ΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Μπλόκα και κενό εκπροσώπησης

 

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ 

Του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου

Ποιον ακριβώς εκπροσωπούν όσοι αγρότες έχουν στήσει μπλόκα, εκτός από τον εαυτό τους;

Ποιος άραγε τους εξέλεξε για να τον αντιπροσωπεύουν;

Τα 6.000 τρακτέρ αποτελούν ασφαλώς εντυπωσιακό τηλεοπτικό θέαμα, αλλά σε πόσους τάχα αγρότες αντιστοιχούν; Σε ποιο ποσοστό του συνόλου;

Ελάχιστοι από τους επώνυμους πρωταγωνιστές που εμφανίζονται στις κάμερες και στα ρεπορτάζ έχουν ή επικαλούνται κάποια θεσμική ιδιότητα. Είναι δηλαδή πρόεδροι τοπικού αγροτικού συλλόγου ή συνεταιρισμού ή μίας από τις καίριες δευτεροβάθμιες οργανώσεις που ελέγχει το ΚΚΕ: τις λεγόμενες «ενωτικές» ομοσπονδίες αγροτικών συλλόγων Λάρισας, Καρδίτσας, Ημαθίας.

Τον «παλιό καλό καιρό», τους αγρότες ως σύνολο εκπροσωπούσε από το 1935 η Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ). Hρθε όμως το ΠΑΣΟΚ και την οδήγησε σε πλήρη απαξίωση και τελικά σε χρεοκοπία και διάλυση.

Σε βιβλίο μου του 1988 («Μεταξύ Πιτυοκάμπτη και Προκρούστη: Οι επαγγελματικές οργανώσεις στη σημερινή Ελλάδα») είχα περιγράψει και αναλύσει την εξέλιξη αυτή, βασισμένος και σε μεγάλη εμπειρική έρευνα στην οποία μετείχαν δεκάδες φοιτητές μου.

Με υπουργό Γεωργίας αρχικά τον Κ. Σημίτη (πριν γίνει «εκσυγχρονιστής»), μεταμορφώθηκαν οι συνεταιρισμοί (Ν.1257 και ύστερα Ν.1541) από οικονομικές οργανώσεις σε εκλογικούς μηχανισμούς εξαρτημένους παρασιτικά από κρατικές επιδοτήσεις. Eγινε υποχρεωτική η αρχαϊκή δομή τριών επάλληλων αυθύπαρκτων επιπέδων (πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο, τριτοβάθμιο). Eγινε επίσης υποχρεωτική η απλή αναλογική ως εκλογικό σύστημα, προκαλώντας την ολοκληρωτική κατάληψη των οργανώσεων από καθαρά κομματικές παρατάξεις.

Το 1993, η κυβέρνηση Κ. Μητσοτάκη κατάργησε την αναλογική στους συνεταιρισμούς και καθιέρωσε πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα (Ν.2169). Μετά τις εκλογές, η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ επανέφερε αμέσως την απλή αναλογική. Ωστόσο, το 2000 η κυβέρνηση Κ. Σημίτη κατάργησε και πάλι την αναλογική και επέβαλε ως υποχρεωτικό σύστημα το πλειοψηφικό με ενιαίο ψηφοδέλτιο. Στην ουσία, επρόκειτο για επιστροφή στα ισχύοντα προ του 1981. Χρειάστηκαν δηλαδή σχεδόν είκοσι χρόνια και η διασπάθιση τεράστιων ποσών για να αντιληφθούν επιτέλους στο ΠΑΣΟΚ ότι «οι συνεταιρισμοί δεν είναι συνδικαλιστικά όργανα, είναι επιχειρήσεις», όπως είπε ο τότε υπουργός Γεωργίας Γ. Ανωμερίτης.

Από το 1981, με υπουργό Γεωργίας τον Κ. Σημίτη οι συνεταιρισμοί είχαν εξελιχθεί σε πίθους των Δαναΐδων, που καταβρόχθιζαν τεράστια ποσά, συμβάλλοντας σημαντικά στο δημόσιο έλλειμμα και στη χρεοκοπία της χώρας. Ως πρωθυπουργός πλέον, ο ίδιος κατήγγειλε το 1997 τον εκτροχιασμό των συνεταιρισμών (χωρίς ίχνος αυτοκριτικής).

Μόλις το 2011 υποχρεώθηκε πλέον το ΠΑΣΟΚ να επιχειρήσει μία εξυγίανση με τον Ν.4015, επιβάλλοντας συγχωνεύσεις και διάλυση όσων οργανώσεων ήσαν μόνο σφραγίδες για την απορρόφηση επιδοτήσεων. Τελικά, τέθηκε σε εκκαθάριση και διαλύθηκε η ίδια η ΠΑΣΕΓΕΣ.

Τη διαδέχθηκε τυπικά η Εθνική Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), που ιδρύθηκε το 2022 σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.4673/2020, ως δευτεροβάθμια ομοσπονδία – πανελλαδικής όμως εμβέλειας. Με συνεταιρισμούς-μέλη που μόλις ξεπερνούν τους 300, η ΕΘΕΑΣ ασφαλώς δεν είναι σε θέση να εκπροσωπήσει το σύνολο των αγροτών, όπως άλλοτε η ΠΑΣΕΓΕΣ, που είχε περίπου 6.000 συνεταιρισμούς με μισό εκατομμύριο ενεργά μέλη το 1987.

Η Εθνική Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη να ηγηθεί των κινητοποιήσεων. Ολα τα κόμματα φρόντισαν να μην υπάρχει έγκυρος και φερέγγυος συνομιλητής εκ μέρους του συνόλου των αγροτών.

Με δελτίο τύπου στις 4 Δεκεμβρίου, η ΕΘΕΑΣ ισχυρίζεται ότι τα μπλόκα αποτελούν συνέχεια μίας πορείας που ξεκίνησε ήδη από τις 11 Νοεμβρίου, με το «ενωτικό» συλλαλητήριο που διοργάνωσε η ίδια στην Αθήνα. Στη συνέχεια, ωστόσο, αποδείχθηκε εντελώς ανίκανη να ηγηθεί των κινητοποιήσεων, που πέρασαν στον έλεγχο στελεχών και οργανώσεων του ΚΚΕ.

Την πρωτοκαθεδρία των συνεταιρισμών και της ΠΑΣΕΓΕΣ στην εκπροσώπηση των αγροτών είχαν επιχειρήσει να ανατρέψουν από κοινού ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ μέσω των αγροτικών συλλόγων και της Γενικής Συνομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδας (ΓΕΣΑΣΕ), που ίδρυσαν το 1977.

Ακολούθησε η Ν.Δ. ιδρύοντας τη δική της Συνομοσπονδία Δημοκρατικών Αγροτικών Συλλόγων Ελλάδος (ΣΥΔΑΣΕ) το 1985.

 Ωστόσο, ούτε η ΓΕΣΑΣΕ ούτε η ΣΥΔΑΣΕ ούτε και οι δύο μαζί κατάφεραν να αποκτήσουν το μέγεθος και τους πόρους που θα επέτρεπαν να υποσκελίσουν την ΠΑΣΕΓΕΣ. Εσβησαν αθόρυβα μαζί της.

Από την πλευρά του, το ΚΚΕ δεν κατάφερε ποτέ να πάρει τον έλεγχο της ΓΕΣΑΣΕ, όπως φιλοδοξούσε. Επένδυσε όμως σε δικές του «ενωτικές» ομοσπονδίες αγροτικών συλλόγων σε κατεξοχήν στρατηγικά σημεία, όπως η Λάρισα και η Καρδίτσα, διατηρώντας δυνάμεις και σε άλλες περιοχές.

Είναι χαρακτηριστική η θριαμβευτική υποδοχή του Δ. Κουτσούμπα από σύσσωμο το προεδρείο της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Καρδίτσας, καθώς και η εμφατική ταύτισή του μαζί τους: «Εμείς στηρίζουμε ό λ α τα αιτήματά σας […] και βέβαια στηρίζουμε και τις μορφές του αγώνα, με τα μπλόκα…».

Το ΚΚΕ είναι λοιπόν η μόνη οργανωμένη και συντονισμένη παρουσία σε πανελλαδική κλίμακα πίσω από τη φαινομενική αναρχία των μπλόκων, όπως και άλλες φορές (λ.χ. το 2016).

Ετσι εξηγείται π.χ. η προαναγγελία από τον πρόεδρο της Ενωτικής Ομοσπονδίας Λάρισας των κινητοποιήσεων σε άλλες περιοχές, με την αποκαλυπτική παρατήρηση: «Το σχέδιο της πανελλαδικής των μπλόκων εξελίσσεται με θαυμαστή ακρίβεια» («K» 7.12.25).

Το σχέδιο; Ποιος το εκπόνησε άραγε;

Ετσι εξηγείται άλλωστε και…

 

ΣΥΡΙΖΑίικα REBRANDισμένα ΕΘΝΙΚΑ ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ανακύκλωση απρόσφορη και αχρείαστη

 Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος


Oπως καταλήγει το πιο πρόσφατο βιβλίο μου,(
«Αινίγματα της Αθηναϊκής Δημοκρατίας») η εμπειρία της Αθηναϊκής Δημοκρατίας επιβεβαιώνει, αν χρειάζεται, ότι η προμήθεια ηγεσίας σε μία δημοκρατία παραμένει εγγενώς αστάθμητη και απρόβλεπτη. Προικισμένοι αλλά συμβατοί ηγέτες μπορεί να μην είναι πάντοτε διαθέσιμοι σε μία δημοκρατία, που θα υποχρεωθεί να κάνει χωρίς αυτούς.

Υπάρχει σήμερα αυτή η αίσθηση γενικά για την Ευρώπη (βλ. π.χ. το πρόσφατο άρθρο του Τάκη Θεοδωρόπουλου «Η ευρωπαϊκή μετριότητα», «Κ» 24-8-25). Η ίδια αίσθηση υπάρχει και στη χώρα μας.  

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ένα από τα πιο ανούσια ζητήματα που απασχολούν σήμερα τον δημόσιο διάλογο είναι η προοπτική «επιστροφής» πρώην πρωθυπουργών στο προσκήνιο και, κατ’ επέκταση, στην ίδια την πρωθυπουργία.

Η περίπτωση είναι βέβαια διαφορετική από την επιστροφή στην πρωθυπουργία ενός κομματικού ηγέτη στο πλαίσιο της εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Σ’ εκείνη την περίπτωση, υπάρχει συνέχεια. Εδώ όμως πρόκειται για πρώην πρωθυπουργούς που έχουν πάψει προ πολλού να είναι αρχηγοί των κομμάτων χάρη στα οποία ανέλαβαν το αξίωμα. Εχει μεσολαβήσει μία διακοπή, ένα διάλειμμα. Υπάρχει ασυνέχεια.

Αν ψάξει κανείς για ανάλογες περιπτώσεις στη νεότερη ιστορία μας, προκύπτουν μόνο δύο: ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1928 και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής το 1974. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η επιστροφή του ηγέτη στην πρωθυπουργία αποδείχθηκε εξαιρετικά επιτυχημένη και γόνιμη.

Η εκτίμηση αυτή δεν ακυρώνεται επειδή ένα εξωτερικό γεγονός, η παγκόσμια οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929, ανέτρεψε τελικά την εφαρμογή του ολοκληρωμένου και εξαιρετικά φιλόδοξου προγράμματος με το οποίο ξεκίνησε η τετραετία 1928-32. Αλλωστε, όσα πρόλαβαν να γίνουν στη διάρκειά της έμειναν ως μόνιμα επιτεύγματα. Το πιο απλό παράδειγμα προσφέρουν τα 3.041 σχολικά κτίρια για τη Δημοτική Εκπαίδευση.
   
Η επιτυχία και στις δύο περιπτώσεις οφείλεται σε ένα σπάνιο συνδυασμό παραγόντων.  

Τόσο ο Βενιζέλος το 1928 όσο και ο Καραμανλής το 1974 διέθεταν πολιτικό κεφάλαιο από το προηγούμενο έργο τους, που έθεσαν στην υπηρεσία ενός νέου οράματος. Ως χαρισματικοί ηγέτες είχαν διατηρήσει την πίστη των οπαδών τους, παρά την απουσία τους από την πολιτική ζωή και από την ίδια τη χώρα. Μπορούσαν όμως να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη και πέρα από τον κύκλο των δικών τους πιστών, στο μέτρο που είχαν πια ξεπεραστεί ή πάντως απομακρυνθεί οι συγκρούσεις και τα μίση του παρελθόντος. Ησαν οι ίδιοι αλλά και αλλαγμένοι, προσαρμοσμένοι στις νέες συνθήκες. Με ένα όραμα διαφορετικό.  

Τίποτε από αυτά δεν ισχύει για τους σημερινούς, για τους οποίους γίνεται συζήτηση. Αν λοιπόν συγκρίνουμε αυτούς τους γίγαντες του παρελθόντος με τους σημερινούς νάνους, δεν υπόσχεται τίποτε η προοπτική «επιστροφής» τους.

Μερικοί ίσως βλέπουν την ανακύκλωση πρώην πρωθυπουργών ως λύση απελπισίας. Αφού δεν βρίσκουμε καινούριους, ας χρησιμοποιήσουμε τους «μεταχειρισμένους»…

Δεν χρειάζεται όμως να απελπιζόμαστε και να ασχολούμαστε με λύσεις απελπισίας. 

Εκτός από τον σημερινό, υπάρχουν οπωσδήποτε ακόμη δύο-τρία γνωστά πρόσωπα που...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ - ΙΣΤΟΡΙΚΑ - ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Δεκεμβριανά και Νοεμβριανά

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Πριν από μερικά χρόνια, έτυχε να με καλέσουν σε δείπνο στη Γαλλική Πρεσβεία.
Aκουσα λοιπόν τον νέο πρέσβη, που ήταν πριν στη Βαρσοβία, να λέει ότι είναι… κρίμα που δεν βομβαρδίστηκε και η Αθήνα, ώστε να ανοικοδομηθεί με καλύτερη ρυμοτομία και σύγχρονη αρχιτεκτονική. 

Κρατήθηκα και δεν είπα αυτό που του ταίριαζε. Είπα όμως γελώντας ότι κάνει λάθος. «Eχει βομβαρδιστεί η Αθήνα και μάλιστα εξαιτίας του κτιρίου στο οποίο βρισκόμαστε». Εννοούσα τον βομβαρδισμό της ελληνικής πρωτεύουσας από τον γαλλικό στόλο στα Νοεμβριανά του 1916. Υπονοούσα επίσης ότι είχε προηγηθεί, δύο μήνες νωρίτερα, η δήθεν επίθεση εναντίον της Γαλλικής Πρεσβείας, που είχαν σκηνοθετήσει οι ίδιοι οι Γάλλοι. Ούτε ο πρέσβης ούτε άλλος Γάλλος από τους παρόντες ενδιαφέρθηκε να μάθει περισσότερα. Απλώς δεν με ξανακάλεσαν στην Πρεσβεία.

Πράγματι, ως πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, η Αθήνα διαθέτει ένα θλιβερό προνόμιο. Δεν έχει βομβαρδιστεί ποτέ από εχθρούς, αλλά μόνο από συμμάχους: από τους Βρετανούς το 1944, από τους Γάλλους το 1916

Δεν είναι όμως αυτή η μόνη ομοιότητα μεταξύ Δεκεμβριανών και Νοεμβριανών. Για να είναι πλήρης ο παραλληλισμός, χρειάζεται τα Νοεμβριανά του 1916 να θεωρηθούν μόνο ως πρώτη πράξη ενός δράματος που ολοκληρώθηκε με την εγκατάσταση της κυβέρνησης Βενιζέλου στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1917, μετά την έξωση του βασιλέα Κωνσταντίνου Α΄.  

Τότε πλέον προκύπτουν πολλές και ουσιώδεις ομοιότητες με τα Δεκεμβριανά του 1944:

1. Και στις δύο περιπτώσεις, μία ελληνική κυβέρνηση είχε με το μέρος της, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, την πλειοψηφία του λαού (το 1944) ή πάντως του Εθνους (το 1916), όχι όμως και τη στρατιωτική δύναμη να ελέγξει την πρωτεύουσα του κράτους. Κατά συνέπεια, η ίδια η εγκατάστασή της στην Αθήνα εξαρτήθηκε από ξένη στρατιωτική δύναμη, που, χάρη στη συντριπτική υπεροχή της, τελικά κατέβαλε την αντίσταση του λαού της πρωτεύουσας.

Για όσους τυχόν ξενίζει ο παραλληλισμός στο σημείο αυτό, χρειάζεται να αναφερθούν οι συνθήκες εγκατάστασης της κυβέρνησης Βενιζέλου τον Ιούνιο του 1917. Τα μέλη της αποβιβάστηκαν από γαλλικά πολεμικά πλοία και έφθασαν υπό την προστασία γαλλικών στρατευμάτων στην Αθήνα, όπου αρχικά εγκαταστάθηκαν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Αναλυτική περιγραφή υπάρχει στο σχετικό άρθρο του Ιωάννη Μεταξά στην «Καθημερινή» (31.12.1934), που έχει τον εύγλωττο τίτλο: «Ο Βενιζέλος κατακτά τας Αθήνας με γαλλικά πολυβόλα και ιππικόν»!

Μόνο σταδιακά μπόρεσε η κυβέρνηση αυτή να εμπεδώσει την εξουσία της χάρη σε δικές της δυνάμεις καταστολής, που δεν έπαψαν όμως να είναι «ξένες» για την Παλαιά Ελλάδα. Πρόκειται κυρίως για την Κρητική Χωροφυλακή, αλλά και για κρητικά συντάγματα, που χρησιμοποιήθηκαν για την καταστολή στάσεων σε στρατιωτικές μονάδες της Παλαιάς Ελλάδας, όπως για παράδειγμα στη Λαμία και τη Θήβα στις αρχές του 1918 (βλ. αναλυτικά στο βιβλίο μου «1915: Ο Εθνικός Διχασμός», σελ. 296-305).

2. Η απόκρουση μίας εξ αντικειμένου ξένης στρατιωτικής επέμβασης συνοδεύτηκε και στις δύο περιπτώσεις από αγριότητες εκ του ασφαλούς εναντίον ανυπεράσπιστων ομοεθνών αμάχων. Αγριότητες των κωνσταντινικών Επιστράτων εναντίον των Φιλελευθέρων και των προσφύγων το 1916, μεγαλύτερες αγριότητες της ΟΠΛΑ, της Πολιτοφυλακής και του ΕΛΑΣ το 1944 εναντίον των ομήρων και των άλλων θυμάτων τους. Χωρίς να αναιρεί εντελώς τα πατριωτικά κίνητρα πολλών μαχητών, αυτή η σκοτεινή πλευρά αποκαθιστά την πρωταρχική σημασία των γεγονότων. Επρόκειτο περισσότερο για εμφύλιο πόλεμο παρά για «απόκρουση ξένου εισβολέα».

3. ∆εν είναι, τέλος, τυχαίες οι ομοιότητες που παρουσιάζει η τοπογραφία των μαχών και της εξουσίας. Η αναλλοίωτη μορφολογία του εδάφους υπαγορεύει τα ίδια στρατηγικά σημεία για τη διεκδίκηση του ελέγχου της πρωτεύουσας, όπως είναι π.χ. ο λόφος του Φιλοπάππου ή ο Αρδηττός. Εξίσου σταθερά, η συμβολική έδρα της εξουσίας ορίζεται από την περίμετρο των «τειχών» (σύμφωνα με την αξέχαστη έκφραση του Βασίλη Βασιλικού στο δοκίμιο «Εντός των τειχών»), με επίκεντρο την πλατεία Συντάγματος. Είναι μάλιστα εξόχως ειρωνικό ότι το ίδιο εμβληματικό ξενοδοχείο με ονομασία αλλοδαπής χώρας –η «Μεγάλη Βρετανία»– πρόσφερε και στις δύο περιπτώσεις την ασφαλέστερη αθηναϊκή στέγη σε μία εξουσία «ξενόφερτη», παρείσακτη και κυριολεκτικά ανέστια.

Ο παραλληλισμός δεν φωτίζει βέβαια μόνο την τοπογραφία. Δείχνει επίσης πώς...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Είχαν σχέδιο οι Βρετανοί στα Δεκεμβριανά σύντροφοι;

 

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Σαν πατριωτική αντίσταση κατά της επέμβασης των Αγγλων θυμόταν ο Μίκης Θεοδωράκης τα Δεκεμβριανά, μιλώντας στον Αλέξη Παπαχελά το 2004 για την εκπομπή «Φάκελοι». Εφτανε μάλιστα στο σημείο να λέει: «Ολο το μίσος που είχαμε για τους Γερμανούς πήγε στους Αγγλους». Αυτούς «έπρεπε να τους ρίξουμε στη θάλασσα» (βλ. το άρθρο μου «Τα Δεκεμβριανά του Μίκη», «Κ» 19.9.21).

Η προπαγάνδα του ΚΚΕ και γενικότερα η αριστερή μυθοπλασία μέχρι σήμερα προωθούν μία κεντρική ιδέα: ότι τα Δεκεμβριανά τα προκάλεσαν οι Βρετανοί.

Είχαν όμως οι Βρετανοί κάποιο σχέδιο που έθεσαν σε εφαρμογή;

Η απάντηση είναι κατηγορηματικά «Οχι». Η έκρηξη των Δεκεμβριανών τούς βρήκε εντελώς απροετοίμαστους από κάθε άποψη και προπαντός από τη στρατιωτική:

1. Τη στιγμή εκείνη είχαν ελάχιστες δυνάμεις στην Ελλάδα (περίπου 10.000 άνδρες συνολικά) και ακόμη λιγότερες στην Αθήνα (περίπου 4.500 μάχιμους). Επιπλέον, οι μονάδες αυτές δεν είχαν μαζί τους μεγάλο μέρος από τον βαρύ οπλισμό τους (πυροβόλα και άρματα μάχης) εκτός από 25 άρματα Sherman στην Αθήνα.

2. Οι βρετανικές δυνάμεις ήσαν διάσπαρτες σε διάφορα μέρη και μπορούσαν εύκολα να καταστραφούν ή και να αιχμαλωτισθούν από τον ΕΛΑΣ, όπως δεν έπαψε να προτείνει ο περίφημος ταγματάρχης Θ. Μακρίδης, επιτελικός νους του ΚΚΕ. Το πιο γνωστό παράδειγμα αποτελεί η όψιμη επίθεση του ΕΛΑΣ στο αρχηγείο της βρετανικής αεροπορίας (RAF) στην Κηφισιά, στις 17-19 Δεκεμβρίου, και η αιχμαλωσία 500 Βρετανών ύστερα από διήμερη μάχη.

3. ∆εν υπήρχε κανένα απολύτως σχέδιο ούτε συγκέντρωσης ούτε ενίσχυσης των βρετανικών δυνάμεων. Αντίθετα μάλιστα, δύο τάγματα αλεξιπτωτιστών είχαν ήδη διαταχθεί να αναχωρήσουν από την Αθήνα για την Ιταλία.

Οι Nεοέλληνες είναι εθισμένοι να σκέφτονται σαν να αποτελούν αυτοί το κέντρο του κόσμου. Μιλώντας για τα Δεκεμβριανά, συνήθως παραβλέπουν ότι τη στιγμή εκείνη διεξαγόταν Παγκόσμιος Πόλεμος. Δεν περίσσευαν στρατιωτικές δυνάμεις, ειδικά μάλιστα στη Μεγάλη Βρετανία, που είχε ήδη φθάσει στα όριά της. Αρκεί να σημειωθεί ότι, στο κρίσιμο Δυτικό Μέτωπο, οι Βρετανοί είχαν υποχρεωθεί να διαλύσουν ακόμη και μία υπάρχουσα μεραρχία (την 59η) για να αναπληρώσουν τις απώλειες άλλων.

Με τις συνθήκες αυτές, οι Βρετανοί είχαν αναγκαστικά πιστέψει ότι στην Ελλάδα αρκούσε μία συμβολική στρατιωτική παρουσία τους για να αποτρέψει την κατάληψη της εξουσίας από το ΚΚΕ.

Μόλις όμως άρχισαν τα Δεκεμβριανά, η έλλειψη επαρκών δυνάμεων έγινε αμέσως οδυνηρά αισθητή από τον επικεφαλής στρατηγό Σκόμπυ. Την επικαλέστηκε επανειλημμένα στις αναφορές του για να δικαιολογήσει την αδυναμία επιβολής του. Μάλιστα, στις 11 Δεκεμβρίου έφθασε με τους διοικητές του κοντά στην απεγνωσμένη απόφαση να εκκενώσει τελείως την Αθήνα και να κρατήσει με τις δυνάμεις του μόνο ένα προγεφύρωμα στο Φάληρο και στο Ελληνικό (για τον έλεγχο του αεροδρομίου).

Μόνο μετά τα μέσα Δεκεμβρίου η σταδιακή άφιξη ενισχύσεων ανέτρεψε τελικά τον συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των Βρετανών και τους επέτρεψε να επικρατήσουν στην Αθήνα και τον Πειραιά. Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου τα βρετανικά στρατεύματα στην Ελλάδα είχαν φθάσει τις 60.000.

Με τα δεδομένα αυτά, καταρρέει βέβαια η αριστερή μυθολογία ότι τάχα οι Βρετανοί προκάλεσαν τα Δεκεμβριανά, που είχαν προσχεδιάσει. Για την αναπαραγωγή αυτής της μυθολογίας, γίνεται συνήθως επίκληση της φρασεολογίας του Τσώρτσιλ. Αναφέρεται ιδίως η περίφημη οδηγία του στον Σκόμπυ να μη διστάσει να ενεργήσει «σαν να βρίσκεται σε κατακτημένη πόλη όπου βρίσκεται σε εξέλιξη μία τοπική εξέγερση» και να κρατήσει την Αθήνα «χωρίς αιματοχυσία αν γίνεται, αλλά και με αιματοχυσία αν χρειαστεί».

Εδώ όμως υπάρχει ένα πρωθύστερο. Η οδηγία δίνεται στις 5 Δεκεμβρίου, όταν πλέον έχουν ήδη αρχίσει οι επιθέσεις του ΕΛΑΣ, ακριβώς επειδή ο Τσώρτσιλ φοβάται ότι ο Σκόμπυ είναι απροετοίμαστος να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Και μόνο αυτό διαψεύδει την ύπαρξη σχεδίου.

Αν υπήρχε από πριν σχέδιο, ο Σκόμπυ απλώς θα το εφάρμοζε, χωρίς να χρειάζεται τέτοιου είδους παραινέσεις. Ούτε θα χρειαζόταν τη διαβεβαίωση του Τσώρτσιλ ότι «μπορείτε να υπολογίζετε στην υποστήριξή μου σε κάθε λογική και εύλογη (reasonable and sensible) ενέργεια».

Εξάλλου, όσοι επικαλούνται μόνο τις υπερβολές του Τσώρτσιλ αγνοούν...

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΠΑΣΟΚ-ο-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Πολτοποίηση και παραχάραξη

 

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Πώς κατασκευάζονται και επιβάλλονται οι ιστορικοί μύθοι;

Μα με την αποσιώπηση και απόκρυψη γεγονότων, ακόμη και με την καταστροφή τεκμηρίων και μαρτυριών. Κάποτε και με την… πολτοποίηση βιβλίων.

Το 1973 η Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) είχε εκδώσει επιτέλους το βιβλίο «Η απελευθέρωσις της Ελλάδος και τα μετά ταύτην γεγονότα (Ιούλιος 1944 – Δεκέμβριος 1945)», που ετοιμαζόταν από τη δεκαετία του 1960.

Oταν το αναζήτησα, πριν από είκοσι πέντε χρόνια, έμαθα ότι αποσύρθηκε και πολτοποιήθηκε επί ΠΑΣΟΚ, όταν αρμόδιος υπουργός Εθνικής Αμύνης ήταν ο αξέχαστος Ακης Τσοχατζόπουλος.

Εδωσε άραγε ο ίδιος την εντολή ή κάποιος υποδεέστερος «πρασινοφρουρός»;

Δεν υπήρχε πάντως ούτε ένα αντίτυπο στη βιβλιοθήκη της ΔΙΣ, όπως μου είπαν όταν ζήτησα να το διαβάσω. Ούτε για δείγμα. Γι’ αυτό και δεν το είχε υπόψη του, όπως φαίνεται, ούτε ο Γρηγόρης Φαράκος, όταν έκανε ενδελεχή έρευνα για το έργο του «Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία». (Εγώ απέκτησα φωτοαντίγραφο του βιβλίου της ΔΙΣ χάρη στη φιλία του Νίκου Μαραντζίδη, που το ανακάλυψε πρώτος.)

Μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα η πλήρης εξάλειψη της μνήμης απαιτεί να μην υπάρχουν ίχνη ούτε στην κρατική υπηρεσία από την οποία προήλθε ένα έντυπο. Το βιβλίο της ΔΙΣ χαρακτηρίζεται, φυσικά, από το φανατικά αντικομμουνιστικό πνεύμα της εποχής του, με ορολογία όχι μόνο ξεπερασμένη αλλά και ανακριβή, αφού π.χ. οι οπαδοί του ΚΚΕ ονομάζονται… «αναρχικοί». Αν όμως ενοχλούσε μόνο η γλώσσα και η ορολογία, μπορούσε κάλλιστα να αποσυρθεί το βιβλίο, να υποστεί την ανάλογη επιμέλεια και να γίνει ξανά διαθέσιμο σε νέα, «αποστειρωμένη» έκδοση.

Αλλά ενοχλούσαν προφανώς και οι πληροφορίες που περιέχει. Η αξία του και η χρησιμότητά του έγκειται στη λεπτομέρεια με την οποία αναφέρονται συμβάντα, χρόνοι, στρατιωτικές μονάδες και αριθμοί δυνάμεων – όπως συνηθίζεται στην επίσημη στρατιωτική ιστορία.

Η πολτοποίηση και εξαφάνιση του βιβλίου καθιστούσε ευκολότερη την εμπέδωση της αριστερής μυθολογίας, που προώθησε και το ΠΑΣΟΚ: ότι τα Δεκεμβριανά ήσαν αυθόρμητη τάχα παλλαϊκή άμυνα απέναντι στη δήθεν «προμελετημένη επίθεση» των Αγγλων.

Αρκεί ένα μόνο παράδειγμα για να φανεί πώς η πολτοποίηση του βιβλίου υπηρετούσε την αριστερή μυθολογία. Αυτή προβάλλει τη φανταστική εικόνα ότι, εκτός από τους Βρετανούς, αντίπαλοι του ΚΚΕ και του ΕΛΑΣ μεταξύ των Ελλήνων ήσαν αποκλειστικά και μόνο «δωσίλογοι» και «ταγματασφαλίτες». Αποσιωπά λοιπόν τον κρίσιμο ρόλο ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, με κορυφαία την 3η Ορεινή Ταξιαρχία («Ρίμινι»), για την οποία φυσικά δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Ακριβώς τον ρόλο της τεκμηριώνει και αναδεικνύει το επίμαχο βιβλίο της ΔΙΣ.

Ετσι, η πολτοποίησή του υπηρετούσε όχι την εθνική συμφιλίωση, αλλά τη «ρεβάνς» των ηττημένων, για την οποία έγραφα στο «Βήμα» στις 17.10.1999 σε ειδικό αφιέρωμα, που εκδόθηκε ύστερα και σε βιβλίο από τις Εκδόσεις Ερμής («Πενήντα χρόνια μετά τον Εμφύλιο»). Τόνιζα τότε ότι το καθεστώς διακρίσεων που εγκαθιδρύθηκε σε βάρος των ηττημένων του Εμφυλίου χαρακτηριζόταν από τόση μικροψυχία, αυθαιρεσία και ιδιοτέλεια εκ μέρους των διαχειριστών του ώστε διευκόλυνε από πολύ νωρίς τη ρομαντική ανασκευή του παρελθόντος από την Αριστερά. Η δικτατορία υπήρξε η ύστατη προσπάθεια να διασωθεί το καθεστώς αυτό, με αποτέλεσμα πρώτα να το γελοιοποιήσει και ύστερα να το συμπαρασύρει στην πτώση της. Ανοιξαν έτσι διάπλατα οι πόρτες για μία «ρεβάνς» των ηττημένων στο πεδίο της συλλογικής μνήμης, που επιβλήθηκε και επίσημα μετά το 1981.

Παρά τη σχετική συνθηματολογία, δεν πρόκειται ουσιαστικά για μία νέα οπτική «εθνικής συμφιλίωσης». Ξαναγράφεται απλώς η Ιστορία από τη σκοπιά των ηττημένων…

Ουσιαστική διαδικασία εθνικής συμφιλίωσης είχε ήδη ξεκινήσει στη διάρκεια της δικτατορίας. Στο ιδεολογικό επίπεδο, με τον εξευτελισμό των ιδεολογημάτων και των αξιών που ταυτίζονταν με τη λεγόμενη «εθνικοφροσύνη» των νικητών, αποκλείοντας τους ηττημένους. Αλλά προπαντός σε ανθρώπινο και μάλιστα υπαρξιακό επίπεδο, καθώς βρέθηκαν να αγωνίζονται κατά της χούντας πλάι-πλάι άνθρωποι προερχόμενοι και από τις δύο πλευρές – τους νικητές και τους ηττημένους του Εμφυλίου. Βρέθηκαν μαζί στις ίδιες φυλακές και εξορίες, βασανίστηκαν το ίδιο στα άντρα της ΕΣΑ ή αλλού. Εμβληματική είναι η μορφή του ταγματάρχη Σπύρου Μουστακλή, που σακάτεψαν αυτοί ακριβώς για τους οποίους θα έπρεπε λογικά να είναι ίνδαλμα, αν ήσαν στ’ αλήθεια «εθνικόφρονες». Εμβληματική είναι και η περίπτωση του Γεωργίου Μαύρου, που βρέθηκε, μολονότι αστός πολιτικός, κρατούμενος στη Γυάρο, σαν να ήταν κομμουνιστής…

Η διαδικασία της εθνικής συμφιλίωσης είχε λοιπόν ξεκινήσει επί χούντας. Επί ΠΑΣΟΚ, όμως…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ερωτήματα για τον Στάλιν και τον Eβερτ

 

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, σε αφιέρωμα της «Καθημερινής» (14-12-2014) είχα απαντήσει στο ερώτημα: «Υπήρχε σχέδιο στα Δεκεμβριανά;».

Σχέδιο στρατιωτικό;

Εδειξα ότι οι Βρετανοί βρέθηκαν εντελώς απροετοίμαστοι, όπως άλλωστε και η ελληνική κυβέρνηση. Μόνο το ΚΚΕ είχε έτοιμο σχέδιο και το εφάρμοσε.

Το ΚΚΕ είχε εκπονήσει σχέδιο στρατιωτικής κατάληψης της Αθήνας ήδη από τον Οκτώβριο του 1943. Στη συνέχεια, την άνοιξη του 1944, το αρμόδιο Α΄ Σώμα Στρατού (Σ.Σ.) του ΕΛΑΣ εκπόνησε δεύτερο σχέδιο. Ακολούθησε τρίτο σχέδιο τον Αύγουστο του 1944 – αυτό που τελικά εφαρμόστηκε. Η προετοιμασία του ολοκληρώθηκε με την έκδοση «Σχεδίου Ενεργείας» του Α΄ Σ.Σ. την 1η Δεκεμβρίου, δύο ολόκληρες μέρες πριν από την αιματοχυσία στο Σύνταγμα στις 3 Δεκεμβρίου, που απλώς πρόσφερε την αφορμή για την άμεση εκτέλεσή του.

Ομως το ΚΚΕ άρχισε την επίθεση χωρίς επαρκείς δυνάμεις, με ανάποδη ιεράρχηση στόχων, και έχασε πολύτιμο χρόνο τις πρώτες μέρες, όταν ο αιφνιδιασμός και η προφανής ανεπάρκεια των βρετανικών δυνάμεων πρόσφερε την ευκαιρία να εξουδετερωθούν τελείως οι ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις και να καταληφθεί εξ ολοκλήρου η πρωτεύουσα.

Οπως προκύπτει, τόσο από το σχέδιο όσο και από την εφαρμογή του, στόχος του ΚΚΕ ήταν να εξοντωθούν οι ελληνικές κυβερνητικές δυνάμεις (στην Αθήνα και στην υπόλοιπη Ελλάδα), ώστε μετά να γίνει διαπραγμάτευση με τους Βρετανούς από θέση ισχύος, με τετελεσμένο πλέον γεγονός την εξάλειψη όλων των Ελλήνων ανταγωνιστών του ΕΑΜ. Μέχρι και τις 27 Δεκεμβρίου, στη σύσκεψη των Ελλήνων πολιτικών, ο επικεφαλής του ΚΚΕ Γιώργης Σιάντος βαυκαλιζόταν με την ίδια αυταπάτη: ότι αρκούσε η απευθείας διαπραγμάτευση με τους Βρετανούς.

Γι’ αυτό ο ΕΛΑΣ μέχρι τις 9 Δεκεμβρίου είχε διαταγές να αποφεύγει τη σύγκρουση με τους Βρετανούς.

Το σχέδιο άλλωστε είχε εξαρχής εκπονηθεί αγνοώντας την παρουσία βρετανικών δυνάμεων και εφαρμόστηκε με την ανόητη προσδοκία ότι οι Βρετανοί θα έμεναν αδρανείς μέχρι να ξεπαστρέψει ο ΕΛΑΣ τους αντιπάλους του.

Μπροστά σε τόση συσσώρευση λαθών και ανοησιών, δεν έχει νόημα να τεθούν ερωτήματα, αφού γίνεται ολοφάνερη η συλλογική ανεπάρκεια και ανικανότητα της ηγεσίας, με επικεφαλής τον Σιάντο, αυτοδιορισμένο «αρχιστράτηγο» στα Δεκεμβριανά.

Γιατί όμως οι Σοβιετικοί δεν προστάτεψαν το ΚΚΕ από τόσο καταστροφική επιλογή;

Γιατί δεν το απέτρεψαν από την προσφυγή σε ένοπλη σύγκρουση;

Αυτό είναι το μόνο αξιόλογο ερώτημα σχετικά με τις επιλογές του ΚΚΕ που παραμένει αναπάντητο.

Στάλιν και Τσώρτσιλ είχαν συνάψει από τις 9 Οκτωβρίου 1944 τη λεγόμενη «Συμφωνία των ποσοστών» που παραχωρούσε την Ελλάδα στη βρετανική επιρροή κατά 90%.

Γιατί λοιπόν δεν φρόντισε ο Στάλιν να ενημερώσει το ΚΚΕ, που ασφαλώς θα συμμορφωνόταν;

Αναπάντητα ερωτήματα παραμένουν επίσης για το τι ακριβώς συνέβη στην πλατεία Συντάγματος στις 3 Δεκεμβρίου, μολονότι υπάρχουν αμέτρητες μαρτυρίες και περιγραφές, Ελλήνων και ξένων, καθώς και δεκάδες φωτογραφίες του Αμερικανού φωτορεπόρτερ Dmitri Kessel, από τις οποίες μόνο μερικές έχουν δημοσιευτεί. Σ’ αυτές εμφανίζονται ελάχιστοι ένστολοι αστυνομικοί, οπλισμένοι με τουφέκια, να φράζουν τον δρόμο στους διαδηλωτές. Ησαν αυτοί αρκετοί για να ανοίξουν πυρ σε μεγάλο πλήθος και μάλιστα ακάλυπτοι; Υστερα βλέπουμε αστυνομικούς να καλύπτονται πίσω από τοίχο, σαν να περιμένουν πυρά. Ανάμεσα στους άοπλους διαδηλωτές υπήρχαν και ένοπλοι άνδρες του ΕΛΑΣ (όπως ο Μίκης Θεοδωράκης), αλλά δεν προκύπτει ότι πυροβόλησε κανείς τους.

Το σπουδαιότερο ασφαλώς αναπάντητο ερώτημα αφορά τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Αγγελο Εβερτ.

Γιατί διέταξε πυρ;

Ηταν αντίδραση της στιγμής, επειδή πράγματι φοβήθηκε επίθεση στο κτίριο της Αστυνομικής Διεύθυνσης, στη γωνία Πανεπιστημίου και Βασιλίσσης Σοφίας; Ή μήπως ήταν κίνηση προμελετημένη και μάλιστα μεθοδευμένη πρόκληση («προβοκάτσια») για να αντιδράσει ένοπλα το ΚΚΕ και να ακολουθήσει ένοπλη επέμβαση των Βρετανών;

Δεν σκέφτηκε όμως ότι άφηνε τους άνδρες του –διασκορπισμένους σε 23 αστυνομικά τμήματα και άλλες διάσπαρτες υπηρεσίες– στο έλεος μιας εκδικητικής αντίδρασης, όπως πράγματι συνέβη την επόμενη μέρα, 4 Δεκεμβρίου;

Σύμφωνα πάντως με τον αυτόπτη μάρτυρα Kessel και τις φωτογραφίες του, τους πυροβολισμούς εναντίον του πλήθους σταμάτησε η παρέμβαση βρετανικών αρμάτων και στρατιωτών, που έγιναν δεκτοί με αγκαλιές και φιλιά από τους διαδηλωτές. Ενας Βρετανός αξιωματικός φώναξε μάλιστα στον Εβερτ να σταματήσει το πυρ και ο Εβερτ έκανε τον ανήξερο…

Κατά τα άλλα, η ανεύθυνη και ανίδεη αριστερή μυθοπλασία εξακολουθεί να ισχυρίζεται ότι…

 

ΣΥΡΙΖΑίικο ΣΟΥΡΓΕΛΟΚΑΤΣΑΠΛΙΑΔΙΚΟ: Η επιλογή νέου αρχηγού

 

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Πώς επιλέγει νέο αρχηγό ένα πολιτικό κόμμα;

Αυτό το γενικό ερώτημα μοιάζει κατεξοχήν επίκαιρο σήμερα.

Στο ξεκίνημα ενός κόμματος, δεν υπάρχει συνήθως τέτοιο ζήτημα. Ως αυτονόητος αρχηγός αναγνωρίζεται ο πολιτικός γύρω από τον οποίο συγκροτείται ο αρχικός κομματικός πυρήνας – είτε είναι αυτός χαρισματικός ηγέτης είτε όχι. Τι γίνεται όμως μετά; Τι γίνεται όταν χρειαστεί να βρεθεί διάδοχος, προκειμένου να επιβιώσει το κόμμα;

Αν επρόκειτο για χαρισματικό ηγέτη, έχω εξηγήσει άλλοτε («Το πρόβλημα της χαρισματικής διαδοχής», «Κ» 24.10.21) ότι το πρόβλημα είναι από τη φύση του ανεπίλυτο.

Αν ο χαρισματικός ηγέτης είναι μοναδικός, όπως πιστεύουν οι οπαδοί του, λογικά είναι και ανεπανάληπτος. Δεν μπορεί να έχει αληθινό, δηλαδή ισοδύναμο, διάδοχο. Η προσφυγή στο υποτιθέμενο «οικογενειακό» χάρισμα επιχειρήθηκε για τη διαδοχή δύο χαρισματικών ηγετών –του Ανδρέα Παπανδρέου και του Κωνσταντίνου Καραμανλή– αλλά έχει πια εξαντληθεί, όπως φαίνεται. Μένει λοιπόν να δούμε το ζήτημα της διαδοχής γενικά.

Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις τυπικές διαδικασίες.

Η πρώτη και αρχαιότερη είναι η εκλογή του νέου αρχηγού από την κοινοβουλευτική ομάδα. Ταιριάζει στην αρχική φάση συγκρότησης κομμάτων εντός του κοινοβουλίου. Το κόμμα τότε είναι οι βουλευτές. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι για πρώτη φορά το 1899 οι βουλευτές του «Τρικουπικού» κόμματος, αντί να διαλυθούν μετά τον θάνατο του αρχηγού τους (όπως συνέβαινε μέχρι τότε), εξέλεξαν ως διάδοχό του τον Γεώργιο Θεοτόκη.

Για κόμματα εξωκοινοβουλευτικής προέλευσης και για μαζικά κόμματα γενικότερα, η τυπική διαδικασία εκλογής νέου αρχηγού δεν περιορίζεται βέβαια στους βουλευτές. Μετέχουν όλα τα μέλη, είτε εκλέγοντας αντιπροσώπους για το αρμόδιο κομματικό συνέδριο, είτε και απευθείας, σε εσωκομματικό δημοψήφισμα.

Η τρίτη τυπική διαδικασία εμφανίστηκε σχετικά πρόσφατα στη χώρα μας και μοιάζει να είναι αμερικανικής έμπνευσης, έχοντας ως πρότυπο τις εκεί «προκριματικές εκλογές» (primaries). Επιτρέπει τη συμμετοχή όχι μόνο των τακτικών κομματικών μελών, που έχουν μία πιστοποιημένη προϊστορία ενεργητικής (και οικονομικής) συμβολής στις κομματικές δραστηριότητες, αλλά και όποιου άλλου εμφανιστεί την τελευταία στιγμή ως «φίλος» (κατά δήλωσή του) και πληρώσει κάτι μόνο και μόνο για να ψηφίσει.

Τι μπορεί να περιμένει κανείς από κάθε μία από αυτές τις τυπικές διαδικασίες;

Ποια ωφελεί περισσότερο τις μελλοντικές εκλογικές προοπτικές του κόμματος;

Οσο κι αν φαίνεται ξεπερασμένο ή και «αντιδημοκρατικό», μοιάζει προτιμότερη η πρώτη επιλογή: η εκλογή από την κοινοβουλευτική ομάδα.

Γιατί;

Επειδή οι βουλευτές κατεξοχήν ενδιαφέρονται για τη δική τους επανεκλογή και ορθολογικά θα επιλέξουν εκείνην ή εκείνον που εγγυάται ή, πάντως, υπόσχεται τη μελλοντική εκλογική επικράτηση του κόμματος. Σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα όπως το δικό μας, εκείνον ή εκείνην που κάνει για πρωθυπουργός και μπορεί να πείσει γι’ αυτό το εκλογικό σώμα. Δεν ευσταθεί, άλλωστε, η ένσταση της έλλειψης «δημοκρατικότητας» όταν πρόκειται για βουλευτές που ψηφίστηκαν ως πρόσωπα (με σταυρό προτίμησης ή σε μονοεδρικές περιφέρειες) από αριθμό ψηφοφόρων πολλαπλάσιο εκείνου των εγγεγραμμένων κομματικών μελών. Επιπλέον, οι βουλευτές από τη θέση τους είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται διαρκώς και αδιαλείπτως πιο κοντά στις διαθέσεις των ψηφοφόρων. Είναι κατά συνέπεια σε καλύτερη θέση να σταθμίσουν τις εκλογικές προοπτικές διαφόρων υποψηφίων αρχηγών.

Αντίθετα, τα μέλη και τα στελέχη του κόμματος σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό ζουν σε έναν δικό τους μικρόκοσμο. Από την απήχηση στον κόσμο, τους απασχολούν περισσότερο ζητήματα όπως η ιδεολογική ορθότητα, ανοιχτοί λογαριασμοί από εσωκομματικές έριδες, αντιζηλίες κ.ο.κ.

Τέλος, η πιο αυτοκαταστροφική μέθοδος είναι οπωσδήποτε η τρίτη, αφού επιτρέπει να εκλεγεί αρχηγός κάποιος που δεν είχε πριν καμία σχέση με το κόμμα, χάρη στην ψήφο πολλών που επίσης δεν είχαν πριν καμία σχέση με το κόμμα.

Γίνεται έτσι εφικτή η υφαρπαγή του κόμματος από τυχάρπαστους και η οιονεί υπεξαίρεση όσων στοιχείων τού ανήκουν (αρχίζοντας από την κρατική χρηματοδότηση).

Αν όλα αυτά ήσαν προβλέψιμα, εκείνο που προξενεί κατάπληξη είναι …

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΑ ΕΘΝΟΠΑΤΕΡΟ-ΣΟΥΡΓΕΛΑ: Ανύπαρκτα ζητήματα

Διαβάστε να δείτε πόσο ηλίθιοι είναι οι πολιτικοί της μπανανίας μας... 

Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος

Ποιος άραγε λάνσαρε πρόσφατα την έκφραση «δεν υπάρχει» σαν επιφώνημα για κάτι υπαρκτό και μάλιστα εντυπωσιακό; Ποιοι ασυλλόγιστοι τον ακολούθησαν και την καθιέρωσαν;

Κάνει αναπόφευκτα αυτές τις σκέψεις όποιος θελήσει να γράψει για ένα ζήτημα που πραγματικά δεν υπάρχει. Δεν υφίσταται.

Αυτό είναι το ζήτημα της διαρροής «προσωπικών δεδομένων» των εκλογέων –δηλαδή απλώς και μόνο διευθύνσεων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου– ως λόγου για να αμφισβητηθεί η εγκυρότητα των εκλογών αν δεν τις επιβλέψουν ξένοι παρατηρητές.

Με ποιον τρόπο, ρωτήθηκε επίμονα ο κ. Κασσελάκης, επηρεάζεται η εκλογική διαδικασία από τη διαρροή;

Απάντησε: με την «παραπλάνηση» των ψηφοφόρων και «με εργαλειοποίηση αυτών των δεδομένων».

Δηλαδή;

Ε, αν δεν το καταλαβαίνετε, «δεν πειράζει», είπε. Αυτός πάντως δεν καταδέχεται «να το κάνει πενηνταράκια για τον κόσμο», κατά την έκφρασή του.

Γιατί όμως η γνωστοποίηση της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των εκλογέων καθιστά τάχα ανέφικτες τις αδιάβλητες εκλογές, τη στιγμή που είναι ήδη γνωστή η διεύθυνση κατοικίας τους;

Ανέκαθεν η διεύθυνση κατοικίας των εκλογέων αποτελούσε υποχρεωτικό στοιχείο της εγγραφής τους στους εκλογικούς καταλόγους. Συνιστούσε στοιχείο απαραίτητο για την ταυτοποίησή τους, αλλά και για την κατανομή τους στα κατά τόπους εκλογικά τμήματα. Ανέκαθεν επίσης οι εκλογικοί κατάλογοι ήσαν προσιτοί σε κάθε ενδιαφερόμενο, ιδίως με τη δημόσια ανάρτησή τους. Τι ισχύει λοιπόν σήμερα;

Στη σχετική ιστοσελίδα  έχει ξεχαστεί από πέρυσι η εξής ανακοίνωση: «Οι υποψήφιοι για τις βουλευτικές εκλογές της 21.05.2023 μπορείτε να υποβάλετε αίτημα χορήγησης αντιτύπων εκλογικών καταλόγων (σε CD) αποκλειστικά για εκλογική χρήση».

Ακολουθεί, σε άλλη σελίδα, ο τιμοκατάλογος που όρισε με την Υπουργική Απόφαση 22556/4-4-2022 ο τότε υπουργός Εσωτερικών Μ. Βορίδης και αρχίζει από 20 ευρώ για τους καταλόγους ανά Δήμο.

Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 2 του Π.Δ. 26/2012, που κωδικοποίησε την εκλογική νομοθεσία, δικαιούνται να προμηθευτούν αντίτυπα εκλογικών καταλόγων βουλευτές, ευρωβουλευτές, υποψήφιοι βουλευτές ή υποψήφιοι στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές, «αποκλειστικά για εκλογική χρήση». Μπορούν, δηλαδή, να χρησιμοποιήσουν τις διευθύνσεις κατοικίας για να διανείμουν ή να ταχυδρομήσουν προεκλογικό υλικό.

Το ίδιο βέβαια μπορούν να κάνουν και τα πολιτικά κόμματα, που δικαιούνται μία πλήρη σειρά των εκλογικών καταλόγων του κράτους χωρίς την καταβολή αντιτίμου (άρθρο 23 παρ. 1).

 

Αλλά και οι απλοί πολίτες έχουν πρόσβαση στους εκλογικούς καταλόγους! Καταστάσεις με νέους εκλογείς (άρθρο 10) και με μεταβολές διεύθυνσης (άρθρο 12 παρ.1) περιέχουν οπωσδήποτε και διεύθυνση κατοικίας για τον κάθε εγγεγραμμένο: δήμο ή συνοικισμό, οδό και αριθμό (άρθρο 12 παρ. 2). Ολες αυτές οι καταστάσεις αναρτώνται στο δημοτικό κατάστημα, ώστε να τις βλέπει «κάθε εκλογέας» αν θέλει να υποβάλει ένσταση κατά της εγγραφής ή της μη εγγραφής οποιουδήποτε προσώπου (άρθρο 17).

Τι είναι λοιπόν περισσότερο ενοχλητικό, επαχθές ή και επικίνδυνο για έναν πολίτη; Να μαθευτεί η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του ή η διεύθυνση του σπιτιού του;

Στην πρώτη περίπτωση κινδυνεύει απλώς να βομβαρδίζεται από ανεπιθύμητα πολιτικά μηνύματα, όπως εκείνα της κυρίας Ασημακοπούλου που δημιούργησαν αρχικά το ζήτημα. Αυτά όμως μπορεί εύκολα να τα διαγράφει ή και να τα αποφεύγει εντελώς με το κατάλληλο φίλτρο, μαζί με άλλα σκουπίδια (spam).

Στη δεύτερη περίπτωση, θα κινδυνεύει επίσης να κατακλύζεται από ανεπιθύμητα, αλλά έντυπα σκουπίδια, στο γραμματοκιβώτιο, κάτω από την εξώπορτα, ακόμη και πεταμένα στην αυλή του. Η συλλογή και απόρριψή τους ασφαλώς απαιτεί περισσότερο κόπο από τη διαγραφή των ηλεκτρονικών. Αλλά κινδυνεύει επίσης ο πολίτης και από απροσδόκητες εμφανίσεις αγνώστων (ή «γνωστών αγνώστων»), που μπορούν να γίνουν και απειλητικοί, τρομάζοντας τον ίδιο και την οικογένειά του…

Θα ήταν λοιπόν τελικά προτιμότερο για τους εκλογείς και την προστασία τους να επιτρέπεται η πρόσβαση στις διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τους και να παραμένει απόρρητη η διεύθυνση κατοικίας τους. Αλλά κάτι τέτοιο δυστυχώς αποκλείεται από τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την εγκυρότητα των εκλογικών καταλόγων – δηλαδή και των εκλογών.

Χωρίς διεύθυνση κατοικίας…

ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ - ΕΘΝΙΚΑ ΞΕΦΤΙΛΙΚΙΑ: Μία ωρολογιακή βόμβα

Τ. καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών.


Δεν υπάρχουν Τούρκοι στην Ελλάδα. Αυτό επαναλαμβάνεται μονότονα τα τελευταία χρόνια, σαν τελετουργικός εξορκισμός του προβλήματος της τουρκικής μειονότητας. Η ίδια η μειονότητα συχνά μνημονεύεται χωρίς κανέναν επιθετικό προσδιορισμό. Σκέτα «η μειονότητα».

Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι υπάρχουν Τούρκοι. Και υπάρχουν επειδή εξαιρέθηκαν από την ελληνοτουρκική υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών το 1923. Υπάρχουν επίσης ελάχιστοι στα Δωδεκάνησα, που ενσωματώθηκαν αργότερα στο ελληνικό κράτος. Ακόμη και το 1978 στο Μοντραί,  ο Κωνσταντίνος Καραμανλής συνομιλούσε με τον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετσεβίτ για «τουρκική μειονότητα» στην Ελλάδα. Έπαψε άραγε να υπάρχει ή μήπως έπαψε να είναι τουρκική;

Εμφανίστηκε πολύ όψιμα το επιχείρημα ότι δεν πρόκειται τάχα για εθνική μειονότητα, αλλά μόνο για θρησκευτική. Ότι πρόκειται δηλαδή μόνο για «Έλληνες μουσουλμάνους» και όχι για Τούρκους. Πράγματι, μόνο ως θρησκευτική μειονότητα ήταν και είναι υποχρεωμένο από τη Συνθήκη της Λωζάνης το ελληνικό κράτος να αναγνωρίζει τους Τούρκους μαζί με τους άλλους μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης.  

Αυτή είναι και σήμερα η καθαρά νομική όψη του ζητήματος, στο μέτρο που αφορά τη Συνθήκη της Λωζάνης.

Ωστόσο, το θρήσκευμα χρησίμεψε το 1923 αποκλειστικά και μόνο ως αντικειμενικό και μάλιστα αμάχητο τεκμήριο εθνικής ταυτότητας, για να είναι στην πράξη υποχρεωτική η ανταλλαγή πληθυσμών.  Η ανταλλαγή όμως έγινε μεταξύ «ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών» (populations grecques et turques), όπως διαλαλεί η σχετική ελληνοτουρκική σύμβαση στον ίδιο της τον τίτλο.

Τα ίδια ακριβώς ισχύουν, φυσικά, και για τις εξαιρέσεις. Υπήρχε εξαρχής όχι μόνο ποσοτική αλλά και εννοιολογική συμμετρία μεταξύ τους. Δεν μπορούμε να την παραβιάζουμε αμέριμνα και ασυλλόγιστα κάνοντας κατά σύστημα λόγο μόνο για Έλληνες της Πόλης και μόνο για μουσουλμάνους της ελληνικής Θράκης, αποκλείοντας με αγανάκτηση κάθε αναφορά σε Τούρκους. Ή έχουμε Έλληνες και Τούρκους (με λίγους άλλους μουσουλμάνους) ή έχουμε μόνο Ορθοδόξους και Μουσουλμάνους.

Εξάλλου, ήδη από το 1928-30, στον βωμό της ελληνοτουρκικής συμφιλίωσης που επιχείρησε υπεραισιόδοξα ο Βενιζέλος, δημιουργήθηκαν ορισμένα τετελεσμένα. Αναβαθμίστηκε το μέχρι τότε προξενικό γραφείο της Κομοτηνής σε κανονικό τουρκικό προξενείο. Εκ μέρους της Ελλάδας, δεν μπορούσε να υπάρξει επισημότερη παραδοχή ότι η Τουρκία δικαιούται να ενδιαφέρεται για ομοεθνείς της – και όχι βέβαια για «ομόθρησκους».

Από τη στιγμή εκείνη είχε πλέον δρομολογηθεί ανεπιστρεπτί η σταδιακή μετατροπή του μουσουλμανικού πληθυσμού σε κανονική εθνική μειονότητα, με την προσχώρηση όχι μόνο Τούρκων αλλά, στη συνέχεια, και βουλγαρόφωνων Πομάκων στον τουρκικό εθνικισμό.

Μετά τον πόλεμο, η ανανέωση της ελληνοτουρκικής συμμαχίας, πρώτα με την κοινή υπαγωγή Ελλάδας και Τουρκίας στο Δόγμα Τρούμαν το 1947 και τελικά με την κοινή είσοδό τους στο ΝΑΤΟ το 1952, δημιούργησε συνθήκες για μονομερείς ελληνικές παραχωρήσεις, με ανεπανόρθωτες και μη αναστρέψιμες συνέπειες.

Το 1954, έπειτα από σχετικό διάβημα του Τούρκου πρεσβευτή, δόθηκε διαταγή από τον τότε πρωθυπουργό Αλέξανδρο Παπάγο να γίνεται στο εξής, σε κάθε περίπτωση, επίσημη χρήση των όρων «Τούρκος» και «Τουρκικός» αντί των όρων «Μουσουλμάνος» και «Μουσουλμανικός». Ακολούθησε η υποχρεωτική μετονομασία κάθε «Μουσουλμανικού» σχολείου και οργανισμού της ελληνικής Θράκης σε «Τουρκικό», με άμεση αντικατάσταση ή διόρθωση όλων των επιγραφών και πινακίδων. Υπάρχουν και σχετικές φωτογραφίες…  Σε τέτοια ζητήματα, είναι φανερό ότι δεν υπάρχει επιστροφή στο παρελθόν ούτε διαγραφή του. Δεν μπορεί δηλαδή μετά να αρνείται το ελληνικό κράτος ότι είναι Τούρκοι αυτοί που το ίδιο ονόμασε επίσημα και υποχρεωτικά Τούρκους νωρίτερα.

Εφευρέθηκε πρόσφατα ο ευφημισμός «τουρκογενείς».  

Πρόκειται λοιπόν για «τουρκογενείς Έλληνες»;  

Αλλά τότε τι είναι οι Έλληνες της Πόλης, οι κληρικοί του Πατριαρχείου και ο ίδιος ο Οικουμενικός Πατριάρχης, που έχουν υποχρεωτικά τουρκική υπηκοότητα;  

Αν παίρναμε ως μοναδικό κριτήριο την υπηκοότητα, όπως ακριβώς κάνουμε για τους Τούρκους που έχουν ελληνική υπηκοότητα, θα καταλήγαμε στο τραγελαφικό συμπέρασμα ότι...

ΙΣΤΟΡΙΚΑ - 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ: Μοιραίοι και ανεύθυνοι στην Κιουτάχεια το 1921

Κιουτάχεια, Ιούλιος 1921. Διακρίνονται πέντε από τους επτά που συμμετείχαν στο μοιραίο πολεμικό συμβούλιο. Από αριστερά: (1) ΑναστάσιοςΠαπούλας, (2) Δημήτριος Γούναρης, (3) Βίκτωρ Δούσμανης, (4) Νικόλαος Θεοτόκης, (5) Ξενοφών Στρατηγός.


Γράφει ο Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος 
Τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
 

Μόλις σχηματίστηκε η κυβέρνηση Δημητρίου Γούναρη τον Μάρτιο του 1921, αυτός και οι υπουργοί του επιδίωξαν να εκμεταλλευθούν στο έπακρο το γόητρο του βασιλέα Κωνσταντίνου Α΄ (ή «ΙΒ΄») ως νικηφόρου «Στρατηλάτη», μολονότι ήταν πλέον βαριά άρρωστος και σκιά του παλιού του εαυτού. Ηθελαν ειδικότερα να δημιουργήσουν την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος» με το επιτελείο του των Βαλκανικών Πολέμων, για να διευθύνει ο ίδιος τις επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία.

Μιλώντας μαζί τους, ο Ιωάννης Μεταξάς διατύπωσε σφοδρές αντιρρήσεις. Επισήμανε όχι μόνο τη συνταγματική ανωμαλία και τη σύγχυση ευθυνών μεταξύ υπεύθυνης κυβέρνησης και ανεύθυνου βασιλέα, αλλά και την κακή κατάσταση της υγείας του Κωνσταντίνου, που δεν ήταν πλέον σε θέση να ασκήσει διοίκηση. Ο αδίστακτος Γούναρης απάντησε κυνικά ότι «εν ανάγκη πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Εθνους»!

Διάλεξαν μάλιστα την αποφράδα 29η Μαΐου (επέτειο της Αλωσης) ως ημέρα αναχώρησης του Κωνσταντίνου για τη Σμύρνη, όπου εγκαταστάθηκε με το αναστημένο «Βασιλικό Επιτελείο» των Βαλκανικών Πολέμων – με αρχηγό τον Βίκτωρα Δούσμανη, υπαρχηγό τον Ξενοφώντα Στρατηγό, αλλά χωρίς τον Μεταξά. Καλλιεργήθηκε έτσι η απατηλή εντύπωση ότι ο Κωνσταντίνος με τον Δούσμανη θα είχαν εφεξής την υψηλή διεύθυνση των επιχειρήσεων, ενώ ο ρόλος τους υπήρξε το πολύ συμβουλευτικός, αν όχι καθαρά συμβολικός. Το βιβλίο του Δούσμανη «Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής» είναι μία συνεχής διαμαρτυρία για την αχρήστευση και αγνόησή του. Εχει μάλιστα τον εύγλωττο υπότιτλο: «Διατί απέτυχον αι προσπάθειαί μου κατά το χρονικόν διάστημα 1920-22 προς αποτροπήν της Καταστροφής». Το ότι ο Κωνσταντίνος κατηγορείται μέχρι σήμερα, εντελώς αβάσιμα, ως δήθεν υπεύθυνος «αρχιστράτηγος», οφείλεται στην επιτυχημένη προσπάθεια του Γούναρη να τον παρουσιάσει σαν τέτοιο.
 

Εχει ιδιαίτερη αξία εδώ η μαρτυρία του αυλικού γιατρού Κωνσταντίνου Λούρου. Η βασίλισσα Σοφία συνόδευσε τον άνδρα της μέχρι τη Σμύρνη, μαζί με τον Λούρο. Ενα βράδυ που είδε, μετά το δείπνο, τον Κωνσταντίνο «κατάχλωμο, δυσπνοούντα και ακουμπισμένο στον τοίχο», δεν άντεξε ο Λούρος και απευθύνθηκε στον παριστάμενο Γούναρη: «Δεν βλέπετε, κύριε Πρόεδρε, ότι ο Βασιλεύς πάσχει; Δεν τον βλέπετε ωχρό και δυσπνοούντα; Και δεν νομίζετε ότι πρέπει να επιστρέψει μαζί μας στην Αθήνα;» Ομως ο Γούναρης αρνήθηκε απότομα κάθε συζήτηση: «Ο Βασιλεύς, φίλτατε Λούρο, είναι έτοιμος ν’ αναχωρήσει για το μέτωπο, όπου θα τον παρακολουθεί ο γιατρός του κ. Αναστασόπουλος, και μην ανησυχείτε!».

Σ’ αυτή την κατάσταση ήταν λοιπόν ο Κωνσταντίνος όταν τον περιέφεραν στη Μικρά Ασία, σαν ζωντανό σύμβολο – αν όχι σαν λείψανο

Συχνά μάλιστα στηριζόταν σε μπαστούνι, όπως δείχνουν κάποιες φωτογραφίες. Δεν χρησίμεψε μόνο σε τελετές για την τόνωση του ηθικού, όπως η θεαματική παρασημοφορία των σημαιών στο Εσκί-Σεχήρ. Χρησίμεψε επίσης για να καλύψει με το κύρος του τη μοιραία απόφαση για την ολέθρια εξόρμηση προς την Αγκυρα, που πήρε το πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια στις 15 Ιουλίου 1921.

Δεν έχει υπογραμμιστεί αρκετά ότι οι Αντιβενιζελικοί και προσωπικά ο Γούναρης διάλεξαν και διατήρησαν σχεδόν μέχρι τέλους έναν αρχιστράτηγο –τον Αναστάσιο Παπούλα– μολονότι γνώριζαν εξαρχής ότι ήταν τελείως ακατάλληλος. Υπήρξε μάλιστα ο πιο αστοιχείωτος αντιστράτηγος του ελληνικού στρατού, αφού είχε ξεκινήσει απλός φαντάρος και δεν είχε, όπως φαίνεται, καμία απολύτως κατάρτιση – ούτε αξιωματικού ούτε καν υπαξιωματικού! Σ’ αυτόν εμπιστεύτηκαν τη μεγαλύτερη στρατιά που παράταξε μέχρι τότε η Ελλάδα, για το μεγαλύτερο πολεμικό εγχείρημα που επιχείρησε… Αν σκεφτεί κανείς πόση συζήτηση έχει γίνει για τις ιδιορρυθμίες του τελευταίου αρχιστρατήγου Γεωργίου Χατζηανέστη, προξενεί κατάπληξη ότι έχει περάσει σχεδόν απαρατήρητη η παχυλή αμάθεια και η έλλειψη κατάρτισης του προκατόχου του. Ισως επειδή ο Παπούλας προσφέρθηκε ως μάρτυρας κατηγορίας στη δίκη των Εξι, αντί να είναι αυτός κατηγορούμενος και να εκτελεστεί στη θέση του Χατζηανέστη, ως περισσότερο υπεύθυνος για την ήττα.

Δεν έχει επίσης προσεχθεί ότι ο Γούναρης, ως υπουργός Στρατιωτικών τότε, έσπευσε να διορίσει τον Παπούλα αρχιστράτηγο αμέσως μετά την εκλογική νίκη της 1ης Νοεμβρίου 1920 – όχι μόνο για λόγους «κομματικής υπερισχύσεως εν τω στρατεύματι», όπως γράφει ο Δούσμανης, αλλά και προκαταλαμβάνοντας τον ίδιο τον Κωνσταντίνο, που δεν είχε ακόμη επιστρέψει από την Ελβετία. Σύμφωνα με τον αδελφό του πρίγκιπα Ανδρέα, η μητέρα τους βασίλισσα Ολγα, ως μεταβατική τότε αντιβασίλισσα, ζήτησε τη γνώμη του Κωνσταντίνου πριν υπογράψει το διάταγμα διορισμού του Παπούλα. Ο Κωνσταντίνος προτιμούσε τον αντιστράτηγο Στέφανο Γεννάδη, αλλά η γνώμη του αγνοήθηκε.

Με τα δεδομένα αυτά, διαμορφώθηκε μία κατάσταση που εξασφάλιζε απόλυτη ελευθερία κινήσεων στον Γούναρη. Κανείς από τους στρατιωτικούς δεν ήταν σε θέση να διαμορφώσει, να επιβάλει και να εφαρμόσει με συνέπεια και συνέχεια ένα δικό του στρατηγικό σχέδιο στη Μικρά Ασία. Μόνο κάποιος σαν τον Μεταξά θα μπορούσε να το είχε κάνει, από τη θέση του υπουργού Στρατιωτικών. Αυτό όμως δεν το ανεχόταν ο Γούναρης, που προτιμούσε στη θέση αυτή τον εντελώς ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη.

Ο παραμερισμός του άρρωστου Κωνσταντίνου συμπαρέσυρε και αχρήστευσε τον Δούσμανη, που είχε νομίσει ότι θα μπορούσε να διευθύνει αυτός τον πόλεμο επικαλούμενος τον βασιλέα και τις διαταγές του. Από την άλλη πλευρά, η ανεπάρκεια του Παπούλα τον καθιστούσε εξαιρετικά ανασφαλή, αναποφάσιστο, αλλά και έρμαιο των εισηγήσεων του επιτελείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, που είχε αρχηγό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Πάλλη. Τον ανταγωνισμό μεταξύ στρατιωτικών ήρθε να επιτείνει σε ακραίο βαθμό ο Ξενοφών Στρατηγός, που, από μέλος της Εθνοσυνέλευσης, ανακλήθηκε στην ενέργεια και μεταμορφώθηκε για ένα διάστημα σε στρατιωτικό παράγοντα, πριν γίνει ξανά πολιτικός και μάλιστα υπουργός του Γούναρη. Στα πολύ μεταγενέστερα απομνημονεύματα του Δούσμανη, χλευάζεται ως «αμφίβιος»!

Από τους στρατιωτικούς, «κακός δαίμονας» της Στρατιάς Μικράς Ασίας υπήρξε ο συνταγματάρχης Πτολεμαίος Σαρηγιάννης, υπαρχηγός του επιτελείου της, κληρονομημένος από το βενιζελικό καθεστώς. Τότε είχε προϊστάμενό του τον Θεόδωρο Πάγκαλο, με τον οποίο δεν έπαψε να συνδέεται. Με τις ανεδαφικές διαβεβαιώσεις του, ο Σαρηγιάννης παρέσυρε τον ίδιο τον Γούναρη, πρώτα στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 1921, όπου έκανε τον έξυπνο και στον φημισμένο Γάλλο στρατηγό Gouraud. Υστερα ο Σαρηγιάννης παρέσυρε ξανά τον Γούναρη στην Κιουτάχεια τον Ιούλιο.

Ο Σαρηγιάννης υπήρξε όχι μόνο ο «κακός δαίμονας» αλλά και ο κατεξοχήν «λάθρα βιώσας» στρατιωτικός υπεύθυνος της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Στο κρίσιμο πολεμικό συμβούλιο της Κιουτάχειας δεν πήρε μέρος, αλλά επηρέασε τον Γούναρη παρασκηνιακά. Στη δίκη των Εξι απέφυγε να εμφανιστεί, μολονότι αυτό ζητήθηκε από την υπεράσπιση. Προστατευόταν από τον Πάγκαλο, που τον έκανε μάλιστα αρχηγό του ΓΕΣ όταν ο ίδιος έγινε δικτάτορας το 1925-26. 

Ξαναβρίσκουμε αργότερα τον Σαρηγιάννη στον ΕΛΑΣ και στο ΕΑΜ! Εκ μέρους του ΕΑΜ υπήρξε μάλιστα για λίγες μέρες υφυπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Παπανδρέου το 1944, ακριβώς πριν τα Δεκεμβριανά.

Στις 15 Ιουλίου 1921 έγινε πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια και αποφασίστηκε...

 

ΔΙΕΘΝΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Οταν χρησιμεύει η Ιστορία

Τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Ιστορία ασφαλώς δεν χρησιμεύει όταν πρόκειται για το αδιανόητο ενδεχόμενο πυρηνικού πολέμου («Κ» 12.3.2022). Χρησιμεύει όμως και χρειάζεται οπωσδήποτε όταν την επικαλείται και τη διαστρέφει η εχθρική επιχειρηματολογία και προπαγάνδα, όπως τώρα στην περίπτωση της Τουρκίας. Και είναι παράδοξο ότι δεν γίνεται από την ελληνική πλευρά πιο συστηματική και τεκμηριωμένη επίκληση συγκεκριμένων και αδιαμφισβήτητων ιστορικών στοιχείων. Ασφαλώς δεν αρκεί να επαναλαμβάνουμε γενικόλογα και αόριστα ότι η τουρκική επιχειρηματολογία είναι απλώς «ανιστόρητη».

Γιατί λοιπόν δεν αξιοποιείται η Ιστορία συστηματικότερα από την ελληνική πλευρά;  

Μήπως φταίει και η άγνοια; 

 Εξω από έναν μικρό κύκλο «ειδικών», ελάχιστοι γνωρίζουν τα πρακτικά της Συνδιάσκεψης της Λωζάννης, που ουδέποτε μεταφράστηκαν στα ελληνικά ούτε κυκλοφόρησαν, έστω, σε προσιτή ελληνική έκδοση.

Από τα πρακτικά φαίνεται λ.χ. πώς προέκυψε η μερική αποστρατιωτικοποίηση της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και της Ικαρίας, από εισήγηση υποεπιτροπής εμπειρογνωμόνων με πρόεδρο τον φημισμένο Γάλλο στρατηγό Weygand. Η υποεπιτροπή απέρριψε την πλήρη αποστρατιωτικοποίηση που ζητούσε η Τουρκία, με το σκεπτικό ότι τότε θα έπρεπε να ισχύσει το ίδιο και για το απέναντι έδαφος της Μικράς Ασίας, ώστε να μην είναι τα νησιά στο έλεος της Τουρκίας.  

Η επιδίωξη αμοιβαιότητας και ισορροπίας φαίνεται ιδίως στο ζήτημα των υπερπτήσεων από στρατιωτικά αεροπλάνα. Απαγορεύθηκε να πετούν τα τουρκικά πάνω από τα νησιά και τα ελληνικά πάνω από το έδαφος της μικρασιατικής ακτής (Αρθρο 13 παρ. 2 Συνθήκης Λωζάννης).  

Εξάλλου, από τα πρακτικά προκύπτει επίσης ότι η αποστρατιωτικοποίηση και η κυριαρχία αντιμετωπίζονταν ως δύο χωριστά ζητήματα.

Παράδειγμα άστοχης αγνόησης του παρελθόντος προσφέρει και η δική μας ανιστόρητη αντίδραση στο ζήτημα της Αγίας Σοφίας. Σαν να μην ήταν τζαμί επί σχεδόν πέντε αιώνες, μέχρι το 1934. Σαν να έγινε μόλις τώρα, για πρώτη φορά. Αντίθετα, δεν αξιοποιήσαμε καθόλου το γεγονός ότι το 1934 έπαψε να είναι τζαμί με απόφαση του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας Κεμάλ Ατατούρκ.

Δεν είναι βέβαια ούτε το πρώτο ούτε το μόνο ζήτημα στο οποίο ο Ερντογάν ξηλώνει προκλητικά την κληρονομιά του Ατατούρκ. Πρόκειται για γενικότερη συμβολική «πατροκτονία» – αφού μάλιστα «Ατατούρκ» σημαίνει «πατέρας των Τούρκων»! Οταν θα γιορτάζεται του χρόνου η εκατοστή επέτειος από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας, πώς θα δικαιολογηθεί ή θα μεταμφιεστεί αυτή η «πατροκτονία»; Πόσοι Τούρκοι τη συνειδητοποιούν; Πόσοι, τελικά, την αποδέχονται;

Για όσους, πάντως, δεν την αποδέχονται, χρειάζεται να προβάλει και να αξιοποιήσει η δική μας πλευρά, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, τη διάγνωση ότι τα τωρινά ανθελληνικά παραληρήματα συνιστούν ακύρωση και απόρριψη του Κεμάλ και της κληρονομιάς του. Κορυφαίο στοιχείο της κληρονομιάς αυτής υπήρξε η ελληνοτουρκική συμφιλίωση που θεμελίωσαν ο Κεμάλ με τον Βενιζέλο το 1930, μόλις οκτώ χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου. Γι’ αυτό άλλωστε πρότεινε ο Βενιζέλος τον Κεμάλ για το Νομπέλ Ειρήνης το 1934.

Η επίκληση των ιστορικών περιόδων ανέφελης ελληνοτουρκικής φιλίας δεν έχει μόνο αξία για την τουρκική κοινή γνώμη, αλλά και για τη διεθνή. Δεν αρκεί όμως ο γενικός ισχυρισμός ότι δεν τέθηκε ποτέ θέμα νησιών και βραχονησίδων. Χρειάζεται μεθοδική ανθολόγηση και συστηματική προβολή επίσημων δηλώσεων του ίδιου του Κεμάλ, του Ινονού και αμέτρητων Τούρκων υπουργών επί μισόν αιώνα, που βεβαιώνουν ρητά και κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει πλέον κανένα εδαφικό ζήτημα με την Ελλάδα. Χρειάζεται επίσης η συστηματική προβολή εκφραστικών και εμβληματικών φωτογραφιών! Ο Κεμάλ με τον Βενιζέλο, ο Ινονού με τον Βενιζέλο, ο Μεταξάς με τον Κεμάλ, ο βασιλέας Παύλος με τον Τσελάλ Μπαγιάρ κ.ο.κ.

Θα άξιζε πραγματικά να δημιουργηθεί ένας (τουλάχιστον) επίσημος ιστότοπος αφιερωμένος στην ιστορία της Ελληνοτουρκικής φιλίας, καθώς και ανάλογοι λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, που να βομβαρδίζουν διαρκώς την τουρκική, αλλά και τη διεθνή κοινή γνώμη με τέτοια ντοκουμέντα. Θα ήταν...