"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΑΣΧΑ: "Εξοχική Λαμπρή"

 

 

 ΕΞΟΧΙΚΗ ΛΑΜΠΡΗ
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851 - 1911)


Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες*, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθῇ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ᾽ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον* καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτὰ διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δύο ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθῆ· ὁ δὲ παπα-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾽ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντικρὺ ἐκτεινομένας ἀκτάς, ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπαροίκους, τοὺς «κουκκουβίνους ἢ κουκκοσκιάχτες»*, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθῆ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπα-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορειοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν, ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.

Τινὲς εἶπον γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν· ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναῖκά του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, χωρικὸς ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπ᾽ ἔξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα», καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», ― οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτο «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτο ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾽ ἀποσώνῃ* τὰ παιδιὰ» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὗτος, ὡς οἱ πλεῖστοι τοῦ γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει, ἀλλ᾽ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾽ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργούς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾽ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ παπα-Θεοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ, εἰπὼν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξ ἴσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπα-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας· ἀλλ᾽ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγῃ· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾽ αὐτῷ.

*  *  *

Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νὰ φέξῃ», καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνισε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾽ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ Κύματι θαλάσσης.


Ὁ παπα-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς.

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾽ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκεῖαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, 〈τῶν〉 ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων, καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps»*.

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεύς, ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἡτοιμάζετο «νὰ πάρῃ καιρόν»*, καὶ ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσώρμησεν εἰς τὸ ναΐδιον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δύο ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπα-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα
. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾽ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐν τούτοις·

―  Παπά, παπά!…

(Τὰ παπαδόπουλα ἐκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των.)

―  Παπά, παπά!… ὁ παπα-Σφοντύλας… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… τοὺς εἶδα… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα… κ᾽ ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά…

Μόνος ὁ παπα-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα· «Ὁ παπα-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὗτος, ἀγαπῶν ὡς ὅλοι οἱ νέοι τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα, ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὁμήλικας.

Ἀλλ᾽ ὁ παπα-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπώπτευσεν ἐκ τῶν κινημάτων τούτων, καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δύο φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη·

―  Παπά, παπά, ποῦ πᾷς;

―  Θὰ ᾽ρθῶ βλογημένε, τώρα, ἀμέσως πίσω.


Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν καὶ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεώς του ἔλεγεν ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

―  Ποῦ πᾷς; ἐπέμενεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός.

―῍Ας διαβάζῃ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κ᾽ ἔφθασα.


Ἐλησμόνει ὅτι ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ ἄλλα ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

― Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου, ἐδῶ, βλογημένε, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

―  Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ, ἐψιθύρισε.

*  *  *

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰ νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾽ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐν τούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

―  Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά, ἔλεγεν, ὀκτώ, μὲ συμπάθειο, κ᾽ ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κ᾽ ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾽ ἐκεῖ!…

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἡδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμήθη, ἀνένηψεν.

―Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό;…

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

―  Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ·

―Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον! μὴ μὲ συνερισθῇς.


Ἐπανέλαβε δέ:

―Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ… κ᾽ ἐκεῖνον κ᾽ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.


ᾘσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

―Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

―  Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!

Καὶ...

 

ΠΑΣΧΑ: Χωρίς στεφάνι

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ

Χωρίς Στεφάνι
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη


Τάχα δεν ήτον οικοκυρά κι αυτή στο σπίτι της και στην αυλήν της; Τάχα δεν ήτο κι αυτή, έναν καιρόν, νέα με ανατροφήν; 

Είχε μάθει γράμματα εις τα σχολεία. Είχε πάρει το δίπλωμά της από το Αρσάκειον. Κι ετήρει όλα τα χρέη της τα κοινωνικά, και μετήρχετο τα οικιακά έργα της, καλλίτερ’ από καθεμίαν. Είχε δε μεγάλην καθαριότητα εις το σπίτι της, κι εις τα κατώφλιά της, πρόθυμη ν’ασπρίζη και να σφουγγαρίζη, χωρίς ποτέ να βαρύνεται, και χωρίς να δεικνύη την παραξενιάν εκείνην ήτις είνε συνήθης εις όλας τας γυναίκας, τας αγαπώσας μέχρις υπερβολής την καθαριότητα. Και όταν έμβαινεν η Μεγάλη Εβδομάς, εδιπλασίαζε τα ασπρίσματα και τα πλυσίματα, τόσον οπού έκαμνε το πάτωμα ν’ αστράφτη, και τον τοίχον να ζηλεύη το πάτωμα.

Ήρχετο η Μεγάλη Πέμπτη και αυτή άναφτε την φωτιάν της, έστηνε την χύτραν της, κι έβαπτεκατακόκκινα τα πασχαλινά αυγά. Ύστερον ητοίμαζε την λεκάνην της, εγονάτιζεν, εσταύρωνε τρεις φοραίς τ’ αλεύρι κι εζύμωνε καθαρά και τεχνικά της κουλούραις, κι ενέπηγε σταυροειδώς επάνω τα κόκκινα αυγά. Και το βράδυ, όταν ενύχτωνε, δεν ετόλμα να πάγη ν’ ανακατωθή με τας άλλας γυναίκας διά ν’ ακούση τα Δώδεκα Ευαγγέλια. Ήθελε να ήτον τρόπος να κρυβή οπίσω από τα νώτα καμμιάς υψηλής και χονδρής, ή εις την άκραν ουράν όλου του στίφους των γυναικών, κολλητά με τον τοίχον, αλλ’ εφοβείτο μήπως γυρίσουν και την κυττάξουν.

Την Μεγάλην Παρασκευήν όλην την ημέραν ερρέμβαζε κι έκλαιε μέσα της, κι εμοιρολογούσε τα νειάτα της, και τα φίλτατά της όσα είχε χάσει, και ωνειρεύετο ξυπνητή, κι εμελετούσε να πάγη κι αυτή το βράδυ πριν αρχίση η Ακολουθία ν’ ασπασθή κλεφτά-κλεφτά τον Επιτάφιον, και να φύγη, καθώς η Αιμόρρους εκείνη, η κλέψασα την ίασίν της από τον Χριστόν. Αλλά την τελευταίαν στιγμήν, όταν ήρχιζε να σκοτεινιάζη, της έλειπε το θάρρος, και δεν απεφάσιζε να υπάγη. Της ήρχετο παλμός. Αργά την νύκτα, όταν η ιερά πομπή μετά σταυρών και λαβάρων και κηρίων εξήρχετο του ναού, εν μέσω ψαλμών και μολπών και φθόγγων εναλλάξ της μουσικής των ορφανών Χατζηκώστα, και θόρυβος και πλήθος και κόσμος εις το σκιόφως πολύς, τότε ο Γιαμπής ο επίτροπος προέτρεχε να φθάση εις την οικίαν του, διά να φορέση τον μεταξωτόν κεντητόν του σκούφον, και κρατών το ηλέκτρινον κομβολόγιόν του, να εξέλθη εις τον εξώστην, με την ματαιουμένην από έτους εις έτος ελπίδα ότι οι ιερείς θ’ απεφάσιζον να κάμουν στάσιν και ν’ αναπέμψουν δέησιν υπό τον εξώστην του. Τότε και η πτωχή αυτή, η Χριστίνα η Δασκάλα (όπως την έλεγαν έναν καιρόν εις την γειτονιάν), εις το μικρόν παράθυρον της οικίας της, μισοκρυμμένη όπισθεν του παραθυροφύλλου εκράτει την λαμπαδίτσαν της, με το φως ίσα με την παλάμην της, κι έρριπτεν άφθονον μοσχολίβανον εις το πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν το μύρον εις Εκείνον, όστις εδέχθη ποτέ τα αρώματα και τα δάκρυα της αμαρτωλού, και μη τολμώσα εγγύτερον να προσέλθη και ασπασθή τους αχράντους και ηλοτρήτους και αιμοσταγείς πόδας Του.

Και την Κυριακήν το πρωί, βαθειά μετά τα μεσάνυκτα, ίστατο πάλιν μισοκρυμμένη εις το παράθυρον, κρατούσα την ανωφελή και αλειτούργητην λαμπάδα της, και ήκουε τας φωνάς της χαράς και τους κρότους, κι έβλεπε κι εζήλευε μακρόθεν εκείνας, οπού επέστρεφαν τρέχουσαι φρου-φρου από την εκκλησίαν, φέρουσαι τας λαμπάδας των λειτουργημένας, αναμμένας έως το σπίτι, ευτυχείς, και μέλλουσαι να διατηρήσωσι δι’ όλον τον χρόνον το άγιον φως της Αναστάσεως. 

Και αυτή έκλαιε κι εμοιρολογούσε την φθαρείσαν νεότητά της. Μόνον το απόγευμα της Λαμπρής, όταν εσήμαινον οι κώδωνες των ναών διά την Αγάπην, την Δευτέραν Ανάστασιν καλουμένην, μόνον τότε ετόλμα να εξέλθη από την οικίαν, αθορύβως και ελαφρά πατούσα, τρέχουσα τον τοίχον-τοίχον, κολλώσα από τοίχον εις τοίχον, με σχήμα και με τρόπον τοιούτον ως να έμελλε να εισέλθη διά τι θέλημα εις την αυλήν καμμιάς γειτονίσσης. Και από τοίχον εις τοίχον έφθανεν εις την βόρειον πλευράν του ναού, και διά της μικράς πλαγινής θύρας, κρυφά και κλεφτά έμβαινε μέσα.

Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είνε για της κυράδες, η δευτέρα για της δούλαις. 

Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν, μήπως...

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ: Στο Χριστό στο Κάστρο



Τα Χριστούγεννα του 2004, συγκεκριμένα στις 24 Δεκεμβρίου 2004, οι “Ανιχνεύσεις” παρουσίασαν μια εκπομπή βασισμένη στο γνωστό μυθιστόρημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη “Στο Χριστό στο Κάστρο”. Ήταν μια ιδέα του παπαδιαμαντικού φιλολόγου Στέλιου Παπαθανασίου. Ο παπά Γιώργης που λειτουργούσε στην Εκκλησία όπου έψαλε ο Παπαδιαμάντης ακολούθησε την κάμερα της εκπομπής και με σκάφος φθάσαμε σε μια περιοχή που θα μπορούσαμε να πάρουμε το δρόμο για το κάστρο. Ήταν μια απο τις καλές εκπομπές των “Ανιχνεύσεων” την οποία αξίζει να δείτε.





ΠΑΣΧΑ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥ (ΔΕΝ) ΣΒΗΝΟΥΝ: "Παιδική Πασχαλιά." του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 - 1911)

 

 

 

"Παιδική Πασχαλιά." 

Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1851 - 1911)

Τον υιόν της, τον καπετάν Κομνιανόν, τον επαντρολογούσεν ήδη η γρια-Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις.  

Τα δύο ορφανά, μια κόρη οκταέτις και εν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κιι εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπη τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον·

Βαρύτερ’ απ’ τα σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κι εγώ για μιαν αγάπη πούχα.

Η γραία έκειτο επί της κλίνης καθ᾽ όλην την εβδομάδα των Παθών, γογγύζουσα, ρέγχουσα, φωνάζουσα. Εβεβαίου ότι «αγγελιάστηκε», και ητοιμάζετο ν᾽ αποθάνη. Επέβαλλεν εις την Μόρφω, την μικράν εγγονήν της, εργασίας ανωτέρας της ηλικίας του πτωχού κορασίου. Αίφνης, εν μέσω δύο γογγυσμών, έβαλλε μιαν φωνήν, κι έκραζεν από της κλίνης προς την εκτός του ισογείου θαλάμου πηγαινοερχομένην και υπηρετούσαν παιδίσκην·


― Μη χύνης στην αυλή τα νερά· χίλιες φορές σ᾽ το είπα, στο νεροχύτη!
 

Κι επανελάμβανε τους αφορήτους στεναγμούς, επιτείνουσα μάλιστα αυτούς οσάκις τυχόν, πτωχή γειτόνισσα, μη τολμώσα να εισέλθει, ήρχετο δειλώς μέχρι της θύρας και ηρώτα πώς ήτο η ασθενής.


Βεβαίως η γρια-Κομνιανάκαινα έπασχεν, αλλ᾽ ίσως εμεγαλοποίει το πράγμα. Έκλαιε «τα νιάτα της», έλεγεν ότι δεν θα προφθάση να κάμη εφέτος Πάσχα.  

Η γειτόνισσα η Μηλιά εβεβαίου, ότι η γραία είχε και «κομπόδεμα», αλλά πού να εμβάση μέσα καμίαν εκ των γειτονισσών της! Ελλείψει άλλης ασθενείας ήτον ικανή ν᾽ αποθάνει από την φιλαργυρίαν της. Δεν εβάστα η ψυχή της να δώσει κάτι τι εις μίαν πτωχήν γυναίκα δια να την «κοιτάξη», κι επέβαλλε βαρείαν αγγαρείαν εις την Μόρφω, οκταετή παιδίσκην. Ενίοτε παρελήρει αληθώς. Είτα έβαλλεν αγρίαν κραυγήν. Έκραζε την παιδίσκην να την σκεπάση με το σινδόνιον, αλλά χωρίς αύτη να την εγγίση καν, η γερόντισσα έβαλλε τοιαύτην ωρυγήν, ώστε η μικρά κατετρόμαζεν.

 
Ο καπετάν Κομνιανός έλειπε με το γολεττί, κι επεριμένετο να έλθη. Είχε μαζί του, με το γολετί, και τον πρωτότοκον υιόν του, τον Γιώργην, δωδεκαετή παίδα.  

Τούτο ήτο ένας από τούς καημούς της γραίας, ότι έμελλε ν᾽ αποθάνη, ως έλεγε, χωρίς να επανίδη τον υιόν της, και τον εγγονόν της τον μεγάλον, όστις ωμοίαζε τόσον με τον μακαρίτην τον πάππον του. Και ποίος να της σφαλήση τα μάτια; Αι ανεψιαί της, υπανδρευμέναι και αι δύο, της εβαστούσαν κακίαν δια κάτι κληρονομικάς διαφοράς, και δεν έσπασαν το πόδι «οι λαχταρισμένες, οι αχρόνιαστες!» να έλθουν να την ιδούν. Ούτω της ήρχετο και αυτής ν᾽ αποθάνη εις το πείσμα των, ν᾽ αποθάνη χωρίς να της φιλήσωσι την χείρα.
Ιατρός, πού να ευρεθή; Είχεν αυτή να πληρώνη; Αυτή ώφειλε να κάμνη οικονομίαν δια τα ορφανά, και δεν έπρεπε να φθείρη το βιο του υιού της εις γιατρικά και δεν ξέρω τί. Ψευτογιάτρισσες! Κάμε τη δουλειά σου! Έχουν εμπιστοσύνην τώρα αυταί αι γυναίκες; Ο κόσμος εχάλασε, τί τα θέλεις! Έμβαζε αυτή μες στο βιο της, μες στα καλά της, ξένην γυναίκα; Της ήρχετο να επαναλάβη προς τας γειτονίσσας την ιδίαν κραυγήν, δι᾽ ης απεδίωκε το πάλαι παρείσακτον όρνιθα από τον ορνιθώνα της. Ξου, ξένη!..


Ως τόσον επεθύμει να ήρχετο ο υιός της διά να τον νυμφεύση, να του δώση και την ευχήν της. Σαράντα χρόνων άνθρωπος, κι ο κόσμος είναι πέλαγο, σαν εκείνο που αρμένιζε τώρα. Πώς να περάσει τη ζωήν του χωρίς να έλθει εις δεύτερον γάμον; Και τα ορφανά, και αυτά θα εύρισκαν μητέρα, μίαν καλήν οικοκυρά, ήτις από τώρα επροσφέρετο μάλιστα να έλθη να την υπηρετήση εις την ασθένειάν της. Αλλ᾽ η γραία Κομνιανάκαινα, μη θέλουσα να παραβή την αρχήν της, δεν εδέχθη την εκδούλευσιν.


Το βέβαιον είναι ότι εκ των δύο ορφανών, η Μόρφω, ήτις είχεν ήδη αίσθησιν, αν δεν επεθύμει ν᾽ αποκτήση μητέρα, ενθυμείτο κι ελυπείτο την μητέρα της. Ο Ευαγγελινός, νήπιον τριετίζον εν καιρώ της συμφοράς, ούτε ήξευρε τίποτε ούτε ενθυμείτο. Έκλαιε μόνον όταν η μάμμη τον εβίαζε να φορέση τον κατάμαυρον σάκκον του. Η Μόρφω, λευκή και ωχρά με τα μαύρα φουστανάκια της, και με το μαύρον μανδήλιον το σκεπάζον τα ξανθά της μαλλιά, ήτο κατηφής, κι ενθυμείτο το περυσινόν Πάσχα, όταν έζη η μήτηρ της. Η ατυχής γυνή είχεν αποθάνει από την γένναν της, το παρελθόν θέρος, και το βρέφος μετ᾽ αυτής. Τώρα η κορασίς είχεν αντί της καλής και πονετικής μητρός την μάμμην με την αφόρητον παραξενιά της, ήτις, ενώ εβεβαίου ότι όλα της επόνουν, κεφαλή, λαιμός, χείρες, πόδες, πλάται, κοιλία, μέση και τα λοιπά, πνιγομένη δε από τον βήχα και γογγύζουσα δυνατά και βάλλουσα κραυγάς αγρίας, εφείδετο να δώσει εις ιατρούς και φάρμακα, αίφνης ηγείρετο, υποβαστάζουσα την κοιλίαν της, εξήρχετο μέχρι της θύρας, έρριπτε βλέμμα εις τον εκτός κόσμον, κι έλεγεν·
― Άχ! τί γλυκιά πού ᾽ν᾽ η ζωή!

Πέρυσι, ώ! πέρυσι, την Μεγάλην Πέμπτην πρωί, αφού εγύρισαν από την εκκλησίαν, όπου είχον μεταλάβει όλοι, η καλή και προκομμένη μήτηρ, καίτοι άγουσα ήδη τον έβδομον μήνα της εγκυμοσύνης της, ανεσφουγγώθη και ήρχισε να βάφη εν τη χύτρα τα αυγά, με ριζάρι, κιννάβαρι και όξος. Είτα ήρχισαν να έρχωνται εις την θύραν ανά ζεύγη τα παιδία της πολίχνης, με τον υψηλόν καλάμινον σταυρόν στεφανωμένον με ρόδα ευώδη και με μήκωνας κατακοκκίνους, με δενδρολίβανον και με ποικιλόχροα αγριολούλουδα, με τον αποσπασθέντα από τ᾽ Οχτωήχι χάρτινον Εσταυρωμένον εις το μέσον του σταυρού, και με ερυθρόν μανδήλιον κυματίζον, μέλποντα το άσμα:

Βλέπεις εκείνο το βουνί με κόκκινη παντιέρα;
Εκεί σταυρώσαν το Χριστό, τον πάντων βασιλέα.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Σύρε μητέρα μ᾽, στο καλό και στην καλή την ώρα,
κι εμένα να με καρτερής το Σάββατο το βράδυ,
όταν σημαίνουν εκκλησιές και ψέλνουνε παπάδες,
τότες και σύ, μανούλα μου, νάχης χαρές μεγάλες.


Και τι χαρές μεγάλες, τω όντι, τί χαρές δι᾽ όλα τα παιδία! Και η καλή η μήτηρ της προθυμότατα έδιδεν ανά δύο αρτιβαφή αυγά εις όλα τα παιδία· δύο αυγά κόκκινα, και τί ευτυχία! τί νίκη! ενώ η μάμμη εφώναζεν ότι αρκετά παιδία ήλθαν, και αρκετά ετραγούδησαν, και ότι έπρεπε να υπάγουν και αλλού.

 
Μετά ταύτα η μήτηρ ήρχισε να ζυμώνη, και έπλασεν αρκετές κουλούρες μετ᾽ αυγών δια τον σύζυγον, επιδημούντα τότε, διά την πενθεράν της, δι᾽ εαυτήν, δια τες κουμπάρες, ως και μικρές «κοκώνες» δια την Μόρφω, δια τον Ευαγγελινόν, δια τ᾽ αναδεξίμια της και δια τα πτωχά παιδιά της γειτονιάς.


Κι επειδή ο μικρός Ευαγγελινός έκλαιε, λέγων ότι δεν είναι αρκετά μεγάλη η κοκώνα του, η μήτηρ του έδιδεν άλλην να εκλέξη, αλλ᾽ αυτός δεν ημέρωνεν ούτε ήθελε να ταιριασθή. Το βέβαιον είναι ότι τας ήθελεν όλας διά τον εαυτόν του. Και τότε η μήτηρ τον επαρηγόρει λέγουσα ότι «το Σαββάτο το βράδυ θα ρθή η κουρούνα (κρα, κρα!), να φέρη το τυρί και το κρέας (τσί, τσί!), και τότε να ιδής χαρές ο Ευαγγελινός, σαν ακούση κρα, κρα! την κουρούνα να χτυπά το παραθύρι. Πάρε, Βαγγελινέ, το τυρί, πάρε και το τσί-τσί, να φάτε!» και ο μικρός εψέλλιζε και αυτός, «θα ᾽θει κουούνα να φέη του τσί-τσί», και συνάπτων τας χείρας, δακτύλους μεταξύ δακτύλων, κατά το υπόδειγμα της μητρός, εμιμείτο την ειρεσίαν των πτερών της κουρούνας, το δέ παιδίον της γειτόνισσας της Μηλιάς, εξαετές, άνιπτον, ρακένδυτον, οκλάζον εις μίαν γωνίαν, κρατούν την κοκκώνα του, την οποίαν εσκέπτετο αν δεν ήτο καλόν να την φάγη τώρα που είναι ζεστή, διεμαρτύρετο γρυλλίζον και λέγον: «Ναι! Θα ρθή η κουρούνα! αμ᾽ δε θα ρθή!»


Και την Μεγάλην Παρασκευήν, περί την δύσιν του ηλίου, η μήτηρ οδήγησε τα δύο παιδία εις την εκκλησίαν, όπου, αφού έκαμαν τρείς γονυκλισίας προ του ανθοστεφούς κουβουκλίου, ησπάσθησαν τον μυρόπνουν Επιτάφιον, το αργυρόχρυσον Ευαγγέλιον με τ᾽ αγγελούδια, και τον Σταυρόν με τ᾽ ανθρωπάκια και τις Παναγίτσες (τί χαρά, τί δόξα!), και είτα επέρασαν τρίς υπό τον υψηλόν, μεγαλοπρεπή Επιτάφιον, ο δ᾽ Ευαγγελινός (όλα τα ενθυμείτο η μικρά Μόρφω) ανέτρεψεν εξ απροσεξίας πήλινον αμφορέα με ύδωρ, εξ εκείνων ους θέτουσιν υπό τον Επιτάφιον προς αγιασμόν, δια να μεταχειρισθώσι το ύδωρ εις το καματηρό, ήτοι τους μεταξοσκώληκας, και εις άλλας χρείας, αι νεότεραι μυροφόροι, γυναίκες διακαώς ποθούσαι «να ξενυχτίσουν τον Χριστόν» μένουσαι άγρυπνοι εν τώ ναώ πέραν του μεσονυκτίου, διότι η ακολουθία του Επιταφίου ψάλλεται εκεί το Μέγα Σάββατον, περί όρθρον βαθύν. Ο αμφορεύς πεσών εθραύσθη, η δέ γυνή ής ήτο κτήμα, ωργίσθη και είπεν ότι το έχει «σέ κακό της!». Τότε η μήτηρ του Ευαγγελινού, αφού επέπληξεν αυστηρώς το παιδίον, πειραχθείσα είπεν ότι «αν είναι κακό, ας είναι για μένα!». Και την πτωχήν δεν την ηύρε ο χρόνος!

Το Μέγα Σάββατον δε, μικρόν μετά τα μεσάνυκτα, η μήτηρ εξύπνισε τον Ευαγγελινόν και την Μόρφω, κι ενώ εσήμαιναν διά μακρών οι κώδωνες, επήγαν εις την εκκλησίαν, όπου εψάλη το «ώ γλυκύ μου έαρ» και άλλα ακόμη παθητικά άσματα. Είτα οι πιστοί όλοι με ανημμένας λαμπάδας εξήλθον εις το ύπαιθρον, υπό το αμαυρωθέν φέγγος της φθινούσης σελήνης, ενώ η αυγή έλαμπεν ήδη ροδίνη και ξανθή, προπέμποντες τον Επιτάφιον αγλαόφωτον με σειράς λαμπάδων. Και η αύρα πραεία εκίνει ηρέμα τους πυρσούς, χωρίς να τούς σβήνη, και η άνοιξις έπεμπε τα εκλεκτότερα αρώματά της εις τον Παθόντα και Ταφέντα, ως να συνέψαλλε και αυτή, «ώ γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον!» και η θάλασσα φλοισβίζουσα και μορμύρουσα παρά τον αιγιαλόν επανελάμβανεν, «οίμοι γλυκύτατε Ιησού!». Τα δε παιδία προπορευόμενα της πομπής, μεγαλοφώνως έκραζον: Κύριε ελέησον! Κύριε ελέησον! Ο Ευαγγελινός εψέλλιζε μετά των άλλων: Κύιε έησον! Κύιε έησον!


Και ύστερον, όταν ανέτειλεν ο ήλιος του Μεγάλου Σαββάτου, διαλύων την απαραίτητον ομίχλην της Μεγάλης Παρασκευής, (ήτις καθιστά μελαψήν μιγάδα την ημέραν και παμμέλαιναν αράβισσαν την νύκτα), ο Ευαγγελινός εξύπνησεν από τα βελάσματα του αρνίου, το οποίον ητοιμάζετο να σφάξη δια την οικογένειαν του καπετάν Κομνιανού ο γείτονας Νικόλας, ο σύζυγος της Μηλιάς. Ο Ευαγγελινός και η Μόρφω εξήλθον εις το προαύλιον. Τί ωραίον, τί ήμερον, τί λευκόμαλλον που ήτο το αρνί! Και πώς εβέλαζε (μπε! μπε!) το καημένο. Εν τούτοις δεν εφαίνετο πολύ δυσαρεστημένον, διότι έμελλε να σφαγή. Και άλλος Αμνός άμωμος, Αμνός αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, και άλλος ατίμητος Αμνός εσφάγη…


Την εσπέραν έφερεν οίκαδε ο πατήρ τας πασχαλινάς λαμπάδας, ωραίας, λεπτάς, περιτέχνους. Τί χαρά! τί θρίαμβος! φαντασθείτε ωραίας μικράς λαμπάδας, με άνθη τεχνητά, με χρυσόχαρτα. Ο Ευαγγελινός ήθελε να πάρη την της αδελφής του, λέγων, ότι εκείνη είναι μεγαλυτέρα. Η μήτηρ του την έδωκεν, αλλ᾽ ο μικρός την έσπασε, εκεί πού έπαιζε με αυτήν, έσπασε και την ιδικήν του, και ύστερον έβαλε τα κλάματα. Ο πατήρ του ηγόρασεν άλλην, αφού τον υπεχρέωσε να υποσχεθή ότι δεν θα την πιάση εις την χείρα, έως τα μεσάνυκτα, όταν θα υπάγουν εις την Ανάστασιν.
Ο μικρός απεκοιμήθη κλαίων και χαίρων.
 

Μετά τα μεσάνυκτα, αφού έγινεν η Ανάστασις, και ήστραψεν ο ναός όλος, ήστραψε και η πλατεία από το φώς των κηρίων, τα παιδία ήρχισαν να καίουν μετά κρότου σπίρτα και μικρά πυροκρόταλα έξω εις το πρόναον, και τινες παίδες δεκαετείς επυροβόλουν με μικρά πιστόλια, άλλοι έρριπτον εντός του ναού επί των πλακών του εδάφους τα βαρέα καρφία με τα καψύλια καταπτοούντες και σκανδαλίζοντες τας πτωχάς γραίας, αίτινες, μεθ᾽ όλον τον διωγμόν όν εκίνουν κατ᾽ αυτών την Μεγάλην Εβδομάδα κατ᾽ έτος οι επίτροποι, αξιούντες να περιορίσωσιν αυτάς εις τον γυναικωνίτην, ουχ ήττον επέμενον και παρεισέδυον εντός του ναού αριστερά, εις την μίαν κόγχην. Είς δ᾽ επίτροπος της επάνω ενορίας, άνθρωπος προοδευτικός, βλέπων ότι όλοι οι εθελονταί ψάλται, νεανίαι εικοσαετείς, εφοίτων κατά προτίμησιν εις την κάτω εκκλησίαν, εις δέ την επάνω ηναγκάζοντο να ψάλλωσιν οι ιερείς, τί εσοφίσθη; Πιάνει και αποσπά από τον γυναικωνίτην τα καφάσια, τα δικτυωτά, δι᾽ ών εφράττοντο τέως αι γυναικείαι μορφαί από της όψεως των ανδρών, και αφήνει τον γυναικωνίτην άφρακτον. Τότε διά μιάς όλοι οι ευλαβείς και μουσόληπτοι νεανίσκοι αφήκαν την κάτω εκκλησίαν έρημον ψαλτών κι έτρεξαν όλοι εις την επάνω.

Είτα τα μικρά παιδία και τινες παιδίσκαι τετραετείς, με τας κομψάς ποικιλτάς λαμπάδας, ετάχθησαν ανά τον χορόν, περί τα δύο αναλόγια, και παρά το εικονοστάσιον, και ήρχισαν να θορυβώσι, να παίζωσι, να στάζωσιν εις τούς λαιμούς αλλήλων, και να τσουγκρίζωσι τα αυγά των. Και έν παιδίον εξαετές, πονηρότερον των άλλων (ήτο ο υιός της Μηλιάς της γειτόνισσας) είχε πλαστόν αυγόν εις τον κόλπον του, πωρώδη λίθον στρογγυλευμένον κοκκινοβαφή, και δι᾽ αυτού έσπαζε τα αυγά όλων των παιδιών, και τα έπαιρνε, κατά την συμφωνίαν, και τα έτρωγε.
 

Μία παιδίσκη και είς παις, πενταετής, ήρχισαν να φιλονικώσι περί του τίνος η λαμπάδα ήτο ευμορφοτέρα.
―Όχι, η δική μου η λαμπάδα είναι καλλίτερη.
―Όχι, η δική μου.
―Εμένα ο πατέρας μ᾽ την εδιάλεξε, κι είναι πλιό καλή.
―Εμένα η μάνα μ᾽ την εστόλισε μοναχή της.
― Και ξέρει να κάμει λαμπάδες η μάνα σ᾽;
―Όχι, δέ ξέρει; Σαν τη δική σ᾽!
― Τέτοια παλιολαμπάδα!
― Ναι, παλιολαμπάδα;… να!…
― Να κι εσύ!
― Να κι άλλη μια!
 

Και ήρχισαν να τύπτουν αλύπητα τας κεφαλάς αλλήλων με τας λαμπάδας των, εωσού έβαλαν τα κλάματα και οι δύο.
 

Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β´ Ανάστασις κι έγινεν η Αγάπη, εξήλθαν όλοι εις την πλατείαν κι εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου. Τί άσχημος και τί ευμορφοκαμωμένος που ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν χύτραν ως κεφαλήν, είχε και λινάρι ως γένειον. Έφερε και ζεύγος γυαλιά (η Μόρφω τα ενθυμείτο όλα), όμοια μ᾽ εκείνα που φορεί η γραία μάμμη όταν ράπτη ή εμβαλώνη τα παλαιά ρούχά της. Είχε κι ένα σακκούλι ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακριά, μακριά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον ματιάζουν, να τον τουφεκίζουν όλοι, εωσότου τον έκαυσαν.


Και ύστερον η μήτηρ έστρωσε την τράπεζαν εις την οικίαν, και παρέθεσε τα αυγά τα κόκκινα, το τυρί, που είχε φέρει η κουρούνα, και το αρνί το ψημένο, και τα παιδία εκάθισαν εις την τράπεζαν και ήρχισαν να τσουγκρίζουν τα αυγά των. Τί χαρά! τί αγαλλίασις!

 
Εφέτος, δηλαδή κατά το έτος εκείνο της δυστυχίας διά τα δύο ορφανά, δεν ήτο πλέον εκεί ούτε ο πατήρ των, όστις έλειπεν, ούτε η μήτηρ των, ήτις επήγε μακρύτερα ακόμη.  

Αντί των δύο ήτο...

 

ΠΑΣΧΑ: "Κυριακή του Πάσχα" (Πασχαλινό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη)

Χριστός Ἀνέστη! ἀδελφοί.

«Πάσχα ἱερόν ἡµῖν σήµερον ἀναδέδεικται, Πάσχα καινὸν ἅγιον, Πάσχα µυστικόν…»
«Ὢ θείας! ὢ φίλης! ὢ γλυκυτάτης σου φωνῆς! µεθ’ ἡµῶν ἀψευδῶς γάρ, ἐπηγγείλω ἔσεσθαι, µέχρι τερµάτων αἰῶνος Χριστέ, ἥν οἱ πιστοὶ ἄγκυραν ἐλπίδος, κατέχοντες ἀγαλλόµεθα». 
«Ὢ Πάσχα τὸ µέγα, καὶ ἱερώτατον Χριστέ! ὢ σοφία καὶ λόγε, τοῦ Θεοῦ καὶ δύναµις, δίδου ἡµῖν ἐκτυπώτερον σοῦ µετασχεῖν, ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ, ἡµέρᾳ τῆς βασιλείας σου». 


Γένοιτο!


Πλήν, ὁ δηµιουργός, ὁ ποιητὴς τῶν πάντων, ἐπέβαλεν εἰς τὸν παρ’ αὐτοῦ κτισθέντα ὁρατὸν καὶ ἀόρατον κόσµον, τὸ κάλλιστον κόσµηµα, τὴν τάξιν, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἔτι τῶν ἀνθρώπων ἀδύνατον νὰ εὐαρεστήσῃ Θεῶ, ἡ καὶ νὰ εὐφράνη τοὺς ἀνθρώπους, ὅ,τι ἄνευ τάξεως γίνεται. Ἡ τάξις εἶναι αὐτόχρηµα ἀρετή, δυνάµεθα δὲ κατὰ πλατυτέραν ἔννοιαν νὰ εἴπωµεν ὅτι ἡ ἀρετὴ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἤ τάξις.


Ἐν Ἀθήναις, ὅπου κυρίως διαιτᾶται λιµνάζουσα, καὶ ἐξ ἀναρίθµητων ἐπαρχιακῶν φλεβῶν τρεφόµενη, ἡ πολυκέφαλος αὐτὴ Ὕδρα, ἡ πολυκοιρανίη, τὴν ὁποίαν ὁ µεµακρυσµένος ἡµῶν πρόγονος καὶ µέγιστος τῶν ποιητῶν, ὅταν τὴν κατεδίκαζε, δὲν ἐφαντάζετο βεβαίως, ὅτι καὶ µετὰ τρισχίλια ἔτη θὰ ἐξηκολούθει νὰ ζῆ αὕτη εἰς τὴν πατρίδα του καὶ νὰ βασιλεύῃ, ἐν Ἀθήναις, λέγω, τὰ πάντα, καὶ θρησκευτικὰ καὶ κοινωνικὰ καὶ ἄλλα, µορφοῦνται κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁµοίωσιν τῆς πολιτικῆς, καὶ οὐδ’ ὑποφώσκει ἐλπὶς τις περὶ θεραπείας τῆς παρούσης ἀθλιότητος.


Ἐν Ἀθήναις, κατὰ τάς ἁγίας ταύτας ἡµέρας, ἐν µὲν τῇ πόλει θόρυβος, φροντίδες, φωναί, κίνησις, πυροκρόταλα, πυροβολισµοὶ κινδυνωδέστατοι εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀνθρώπων ἐν δὲ τοῖς ναοῖς ἀταξία, σύγχυσις, δισκοφορία, ἔφοδος, θρίαµβος καὶ ὁριστικὴ ἐπικράτησις τοῦ γυναικείου φύλου, βλέµµατα, γέλωτες, στάγµατα λαµπάδων, συνδιαλέξεις, ψίθυροι, βόµβος φωνῶν, καὶ ἐν µέσῳ ὅλου αὐτοῦ τοῦ θορύβου, δύο δυστυχεῖς ἄνθρωποι, ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ ψάλτης, ἐκλαρυγγιζόµενοι, ὅπως ἐκφωνῶσι λέξεις, εἰς τάς ὁποίας ὀλίγοι προσέχουσι, καὶ ὀλιγώτεροι τάς ἐννοοῦσιν.



Ακράτως εὐρωπαΐζουσαι, κυρίαι εὐλαβεῖς Αἱ ἐγκαταλιποῦσαι ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν ἤδη τοὺς ὀχληροὺς γυναικωνίτας, διεχύθησαν ἐφ’ ἑκάτερα τοῦ ναοῦ, εἰσβάλλουσαι κατὰ µῆκος καὶ πλάτος, πολιορκοῦσαι τοὺς ψάλτας εἰς τὸν χορὸν καὶ τοὺς ἱερεῖς εἰς τὸ ἱερὸν Βῆµα. Εἰς τὸν γυναικωνίτην, ποὶα θὰ κατεδέχετό ποτε νὰ ἀναβῆ; Καὶ µήπως οἱ γυναικωνῖται ἔγιναν διὰ τάς γυναῖκας;


Εἰς µίαν ἐκκλησίαν τῶν Ἀθηνῶν, εἷς ἐπίτροπος ἐφιλοτιµήθη πρὸ ἐτῶν δι’ ἐξόδων του νὰ κάµῃ ἕνα ὡραῖον γυναικωνίτην καὶ τὸν ἔκαµεν ὁ εὐλογηµένος τόσον χαµηλόν, ὥστε, ἂν δὲν ἐγγίζουν αἱ κεφαλαί τῶν ἱσταµένων ἐξ ἀµφοτέρων τῶν πλευρῶν εἰς τὸν ὄροφον, νὰ γίνεται τουλάχιστον ὁ ἀὴρ τόσον πνιγηρός, ὥστε αἱ κυρίαι αἱ τόσον ὑποκείµεναι εἰς λιποθυµίαν νὰ αἰσθανθῶσι τὴν ἀνάγκην ὅπως ἀναπνεύσωσι ἀνώτερον στρῶµα ἀέρος ἐπάνω. Ἀλλ’ ἠπατήθη οἰκτρῶς. Οὐδεµία τῶν κυριῶν ἀπεφάσισέ ποτε ν’ ἀναβῆ εἰς τὸν γυναικωνίτην.  


Ὅσαι ἐστενοχοροῦντο ὑπὸ τὸν χαµηλὸν ὄροφον, παρεισῆλθον µικρὸν κατὰ µικρὸν εἰς τὸν ἐν τῷ µέσῳ τοῦ ναοῦ τριῶν πήχεων πλάτους χῶρον, τὸν µένοντα τέως ἐλεύθερον διὰ τοὺς ἄνδρας, ἔκοψαν ἕνα πῆχυν ἐντεῦθεν καὶ ἕνα ἐκεῖθεν, ἀφεῖσαι στενοτάτην λωρίδα ἐν τῷ µέσῳ, τοσοῦτον χῶρον, ὅσος ἀρκεῖ διὰ νὰ ἵστανται οἱ δυστυχεῖς ἄνδρες a la file indienne*. Καὶ δὲν ἦσαν εὐχαριστηµέναι!  


Καὶ τὶς ὁ λόγος, σᾶς παρακαλῶ, διὰ νὰ ἵστανται χωριστὰ ἀπὸ τάς γυναῖκας; 


«Τί τάχα τὶς φοβᾶστε τὶς γυναῖκες;» ἔλεγε σεβάσµια δέσποινα πεντηκοντοῦτις. «τάχα ἀπ’ τὶς γυναῖκες δὲ βγήκατε;»


Χρόνον µὲ τὸν χρόνον...