"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΤΙΝΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΣΥΡΙΖΑίοι REBRAND-ΙΣΜΕΝΟΙ ΕΘΝΙΚΟΙ ΣΟΥΡΓΕΛΟ-ΤΣΟΓΛΑΝΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΕΣ: Θλιβερή Αριστερά

 

Γράφει ο Πέτρος Μαρτινίδης

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.

 

«Η δημοκρατία εκφυλίζεται χωρίς δικαιοσύνη, η δικαιοσύνη ασφυκτιά χωρίς δημοκρατία». -ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ

«Η τρομοκρατία χωρίς αρετή είναι αποτρόπαια, η αρετή χωρίς τρομοκρατία είναι ανίσχυρη». -ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΣ ΡΟΒΕΣΠΙΕΡΟΣ

Αποδίδεται στη Φρανσουάζ Σαγκάν (παγκοσμίως γνωστή από τα μυθιστορήματα που έγραψε εικοσάχρονη) η φράση: «Οι δεξιοί βρίσκουν την αδικία αναπόφευκτη, οι αριστεροί τη βρίσκουν ανυπόφορη· αυτή είναι η διαφορά τους».

Καίτοι ρομαντική στη θεματολογία της, με χαρακτήρες απογοητευμένους πλούσιους, η Σαγκάν δείχνει θαυμαστή πολιτική οξυδέρκεια. Ως Γαλλίδα, ήξερε από αντιθέσεις Γιρονδίνων και Ιακωβίνων. Κάπου εκεί, άλλωστε, ορίστηκε η «διαφορά». (Αν στις 5 Μαΐου 1789, στις Βερσαλλίες, τύχαινε να πιάσουν οι βασιλόφρονες τις θέσεις στα αριστερά του Λουδοβίκου ΙΣΤ΄ και οι αμφισβητίες της βασιλείας στα δεξιά του, Ακροαριστερά θα ήταν σήμερα οι φασίστες και Ακροδεξιά οι αναρχικοί.)

Το σύνθημα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα» ήταν κοινό στους αμφισβητίες, μα οι μετριοπαθείς Γιρονδίνοι καταλάβαιναν πως η «Ελευθερία» αναιρεί την «Ισότητα», όπως και η «Ισότητα» την «Ελευθερία». Αρα η «Αδελφότητα» σήμαινε συμβιβασμούς που να περιορίζουν, όσο γινόταν, την κοινωνική αδικία.

Αντιθέτως, οι Ιακωβίνοι επέμεναν στην «Ισότητα», με τους μισούς «αδελφούς» να έχουν την «Ελευθερία» να καρατομούν τους άλλους μισούς, ώστε να εξαλείψουν κάθε αδικία. Κατάφεραν έτσι να χωριστούν σε «Ορεινούς», «Λυσσασμένους», «Εμπερτιστές» κ.ά., μέχρι που οι «Θερμιδοριανοί» καρατόμησαν και τον «αδιάφθορο» Ροβεσπιέρο, τη 10η του μήνα Θερμιδόρ του επαναστατικού έτους ΙΙ (28 Ιουλίου 1794, ακριβώς πριν από 232 χρόνια παρά ένα μήνα). Για να εμφανιστεί, μέσω «Διευθυντηρίου», ο σωτήρας Ναπολέων Βοναπάρτης και να επανενώσει το γαλλικό έθνος στον συνδυασμό αυτοκρατορικής αυθαιρεσίας, πλήρους ανελευθερίας και ανακαταταγμένης αλλά ξανά ακραίας ανισότητας.

Εστω και έτσι, εν μέσω Ρομαντισμού, αναδείχθηκε ο ρόλος του «λαού» στην Ιστορία και δοξάστηκε η Γαλλία.

Η πολιτική κατάσταση στη σημερινή Ελλάδα παρουσιάζει ορισμένες ισχνές αναλογίες: στην Κεντροδεξιά, με τις διαβαθμίσεις των Γιρονδίνων (από τον Μιραμπό μέχρι τον Νταντόν) κι ένα άρωμα Ροβεσπιεριστών-Βοναπαρτιστών στην Αριστερά, με την αποχώρηση, την επάνοδο και τη συμπεριφορά του κ. Τσίπρα προς τα πρώην στελέχη του. Παρά τα προσόντα του τέως πρωθυπουργού σε ρητορεία ή ελιγμούς, από την ευφράδεια ενός Ροβεσπιέρου ή από την πνευματική καλλιέργεια, την αγάπη για λογοτεχνία και τις στρατηγικές ικανότητες ενός Βοναπάρτη απέχει παρασάγγας. Διαθέτει όμως την αναισχυντία να αποχωρεί ως Ροβεσπιέρος και να επανέρχεται ως Βοναπάρτης. Ο Βοναπαρτισμός τον χαρακτήριζε και υπό το πρόσωπο του μεγάλου «αδιάφθορου», μα τώρα γίνεται εντελώς εμφανής.

Εμφανέστερη αναλογία αποτελεί η στάση παλιών στελεχών του. Φημισμένοι δημοκράτες κι εν συνεχεία οπαδοί του Ναπολέοντα, όπως ο λαμπρός μαθηματικός Λαζάρ Καρνό ή ο μαρκήσιος Λαφαγιέτ και διανοητές της πολιτικής φιλοσοφίας σαν τον Μπενζαμέν Κονστάν ή τη Μαντάμ ντε Σταλ, έσπευσαν να τον αποκηρύξουν με βδελυγμία όταν από πρώτος ύπατος που είχε ανακηρυχθεί το 1799, παρά τις ήττες στην εκστρατεία στην Αίγυπτο, αποφάσισε να στεφθεί αυτοκράτορας το 1804. Δεν ήταν λίγοι, μάλιστα, όσοι αυτοεξορίστηκαν αποφεύγοντας το καθεστώς δικτατορικών εξουσιών που επέβαλε, με αυστηρή λογοκρισία του Τύπου και μυστική αστυνομία να καταπνίγει κάθε αμφισβήτησή του. Κι ας μην ξεχνάμε τον Μπετόβεν, με την αρχικά αφιερωμένη στον Ναπολέοντα 3η Συμφωνία, την οποία μετονόμασε σε «Ηρωική», θεωρώντας τον πλέον τύραννο.

Η κατάχρηση αναλογιών οδηγεί, βέβαια, σε «συλλογισμούς Baroco» – το μπουζούκι είναι όργανο, ο χωροφύλακας είναι όργανο, άρα… (!) Ο κ. Πολάκης δεν είναι Λαφαγιέτ ούτε ο κ. Παππάς Μπενζαμέν Κονστάντ ή η κ. Δούρου Μαντάμ ντε Σταλ. Ακόμη λιγότερο ο κ. Κραουνάκης Μπετόβεν, είτε συνθέτει ύμνους για τον νέο Τσίπρα είτε αλλάξει «λατρεία». Δεν μπορεί, όμως, να μη θυμηθεί κανείς ότι, ακριβώς τρία χρόνια μετά τη συντριβή στη Ρωσία, ο Ναπολέων Βοναπάρτης ενέπνευσε πάλι τον ενθουσιασμό, βασιζόμενος στην υπεροψία των Γάλλων, προτού καταλήξει στο Βατερλώ.

Ο κ. Τσίπρας ποντάρει στην αμορφωσιά των Ελλήνων για να απαλλαγεί από παρελθοντικά στίγματα, αποδίδοντάς τα στην ανικανότητα πρώην στελεχών του, τα οποία εκθύμως τον επιβεβαιώνουν ευτελιζόμενα, και να επιστρέψουμε στο «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν».

Μεταξύ 1789-1815, πλήθη επαναστατών έγιναν Βοναπαρτιστές, έχοντας νωρίτερα αποθεώσει τον Ροβεσπιέρο, μοναρχικοί μετά την Παλινόρθωση και εκ νέου επαναστάτες το 1830. «Ανεμοδείκτες» (Girouettes) τους ονόμασε ο Ταλεϊράνδος, κρίνοντας εξ ιδίων.

 

Εχει μια τέτοια θλιβερή μοίρα η Αριστερά, σε όλο τον κόσμο και τις εποχές. Ιδίως όταν γίνεται ή επιδιώκει να γίνει «κυβερνώσα». Κάπως έτσι, εδώ, την είχε συλήσει ο Ανδρέας το 1981, μετά νόμισε πως βρήκε τον εαυτό της με τον Αλέξη κι έγινε «κυβερνώσα» (συγκυβερνώντας με μια «πατριωταράδικη» Δεξιά), μέσω της κρίσης που αυτή επιδείνωσε. Και τώρα παλεύει, πάλι με συνδρομή μιας «πατριωταράδικης» Δεξιάς, να ευδοκιμήσει αναζωπυρώνοντας το κοινωνικά καταστροφικό δίλημμά της. Σαν όλες τις επαναστάσεις οι οποίες αντικατέστησαν μια καθεστωτική ελίτ με μιαν άλλη, όπως μεταξύ το 1789-1795 στη Γαλλία ή το 1917 στη Ρωσία.

Το πρώτο βιβλίο που έκανε διάσημη τη Φρανσουάζ Σαγκάν το 1954 λεγόταν «Καλημέρα θλίψη». Καίτοι το θέμα του σχετίζεται με τον Φρόιντ περισσότερο, παρά με τον Λένιν, ταιριάζει σε όλες τις απόπειρες πλήρους κατάργησης της αδικίας.

Ομως …

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΚΗΦΗΝΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Η αιωνιότητα των καταλήψεων

 


Γράφει ο Πέτρος Μαρτινίδης

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.

 

Η καχυποψία στοιχειώνει τις ένοχες συνειδήσεις.

ΣΑΙΞΠΗΡ, Ερρίκος Δ΄

Εχασα τη φιλία πολλών συναδέλφων, πριν αφυπηρετήσω, με αιτία τις καταλήψεις. Μαζική απώλεια προκάλεσε ο «νόμος Διαμαντοπούλου», το 2011. Είχαν προηγηθεί, όπως και ακολούθησαν, καταλήψεις για παρατάσεις εξεταστικών περιόδων, τους τρόπους εκλογής πρυτανικών αρχών, το αν μικροπωλητές θα περιφέρονται σε πανεπιστημιακούς χώρους ή για να παραμένει το campus λειμώνας του υποκόσμου. Το μόνο που δεν έγινε αίτημα κατάληψης ήταν η κατάργηση της θνητότητας. Κάτι που ευλόγως θα επιδοκίμαζαν διδάσκοντες μιας ηλικίας.

Σταθερή απώλεια, πέρα από τις φιλίες, ήταν οι εβδομάδες μαθημάτων. Κι ομολογώ ότι συνήργησα στην ταχυδακτυλουργία να θεωρούνται «διπλές» κάποιες παραδόσεις, ώστε να μη χαθεί το εξάμηνο. Τακτική όνειδος για την πανεπιστημιακή κοινότητα. Παρά το επαναστατικό σφρίγος στους υποστηρικτές των καταλήψεων, η καλογερική πονηριά, να βαφτίζεται το κρέας ψάρι, δεν δημιούργησε ποτέ πρόβλημα.

Και για τους μεν φοιτητές, η νεανική αμεριμνησία δικαιολογεί κάθε στάση. Κάποιοι φαντασιώνονται κατορθώματα επαναστατών, άλλοι επωφελούνται από εκτός προγράμματος διακοπές. Αλλά για διδάσκοντες, η συναίνεση σε καταλήψεις μοιάζει αδιανόητη. Είναι, όπως είπα στη διάρκεια μιας κατάληψης κι έχασα πάραυτα δυο φίλους, το ισοδύναμο ραβίνων που θα εγκωμίαζαν τα τάγματα εφόδου στη Βαϊμάρη του 1930.

Υπήρξαν, ιστορικά, καταλήψεις που αξίζουν όλο τον σεβασμό μας.

Εκείνη του Πανεπιστημίου της Βιέννης την άνοιξη του 1848 λ.χ., η οποία, μεταξύ άλλων γεγονότων, οδήγησε στην παραίτηση του Μέτερνιχ από τη θέση του υπουργού. Ή εκείνη της Νομικής Σχολής Αθηνών κι έπειτα του Πολυτεχνείου, το 1973. Δεν έριξαν τη Χούντα, αφύπνισαν όμως χαυνωμένες συνειδήσεις.

Στις μετά το 1974 καταλήψεις είχαμε μόνο κακό θέατρο ή, κατά το χιλιοειπωμένο, «επαναστατική γυμναστική». Με την καχυποψία να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε νέο μέτρο.

 

Τα πανεπιστήμια είναι εστίες άνθησης της γνώσης όσο και της αυτογνωσίας. Καλλιέργεια δεξιοτήτων μαζί με τη συνειδητοποίηση όλου του ανθρώπινου αγώνα για την κατανόηση του σύμπαντος. Από τις περί Φυσικής αριστοτελικές πραγματείες μέχρι την κβαντική βαρύτητα του Στίβεν Χόκινγκ, για τους φοιτητές των φυσικών επιστημών· από την ποίηση των Σουμερίων ώς τους εσωτερικούς μονολόγους στη μοντέρνα πεζογραφία, για τους φοιτητές των ανθρωπιστικών. Και το κυρίως θέμα έγκειται στο πόσο αλλαγμένοι, ως άτομα, καταλήγουν οι σπουδαστές.

Κανένα ρόλο δεν παίζει αν αυτή η γνώση θα αντλείται από δημόσια ή από ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Δεν είναι ο νομικός χαρακτήρας του πανεπιστημίου που θα εμποδίσει οποιονδήποτε να σμιλέψει τη σκέψη του βυθιζόμενος στις σελίδες του Λέοναρντ Μλοντίνοφ ή σ’ εκείνες του Καρλ Πόπερ, για την ύπαρξη μιας λογικής στην εξέλιξη των επιστημονικών ανακαλύψεων, στις σελίδες του Χάρολντ Μπλουμ ή σ’ εκείνες του Ερνστ Γκόμπριχ, για το αν υφίσταται «Κανόνας» στην ιεραρχία των λογοτεχνικών έργων ή «χρονικά» στις αλληλεπιδράσεις των εικαστικών.

Το ενδιαφέρον για όλα αυτά είναι το πιο σημαντικό κέρδος των σπουδών, όπου κι αν γίνονται. Με τους καθηγητές να εμπνέουν και να πλοηγούν ανάλογα, είτε ο πτυχιούχος καταφέρει να εξασφαλίσει το ψωμί του στον επαγγελματικό του βίο είτε όχι. Τουλάχιστον, θα έχει φιλοτεχνήσει μια προσωπικότητα ικανή να αντεπεξέρχεται σ’ έναν κόσμο συνεχών αλλαγών.

Η επαγγελματική εξασφάλιση είναι δευτερεύουσα απόρροια των σπουδών· η απόκτηση μιας αδιάπτωτης μαθησιακής βουλιμίας προέχει.

Ποια θα είναι τα ιδιωτικά πανεπιστήμια μένει να φανεί.

Η εκ των προτέρων απόρριψη και η καχυποψία δείχνουν ανασφάλεια. Η Σχολή Καλών Τεχνών στο Παρίσι δεν έχασε τίποτα επειδή το 1986 άνοιξε εκεί ένα παράρτημα του Parsons School of Design, προσφέροντας μαθήματα αποκλειστικά στα αγγλικά, ούτε στερήθηκαν τριτοβάθμιες σπουδές φτωχοί Ολλανδοί, επειδή τα δημόσια πανεπιστήμιά τους έχουν δίδακτρα. Υποτροφίες αντισταθμίζουν τις δυσχέρειες. Κι ούτε η Σορβόννη ή άλλο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο κόβει την επαφή του με την κοινωνία, επειδή στις εισόδους υπάρχει έλεγχος, ώστε μόνο φοιτητές και προσωπικό να δικαιούνται την είσοδο.

Την όρεξη για μάθηση, το πιο κρίσιμο απόκτημα, δεν το εγγυάται το δημόσιο ή το ιδιωτικό ίδρυμα και, σίγουρα, δεν το ευνοούν οι καταλήψεις.

Η γνώση αποτελεί…

 

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Το πλεονέκτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων


Γράφει ο Πέτρος Μαρτινίδης

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ

«Παίζουν ένα παιχνίδι. Παίζουν ότι δεν παίζουν ένα παιχνίδι.»

R.D. LAING «Knots» (Κόμποι)

Το θέμα δεν είναι ποιοι μπαίνουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά ποιοι βγαίνουν από αυτήν.

Ενα καλό φροντιστήριο ή μια εύνοια της τύχης μπορεί να δώσουν τα αναγκαία μόρια για την εισαγωγή μετριότατων υποψηφίων· μια κακοτυχία σε κρίσιμο μάθημα ενδέχεται να εμποδίσει πολύ πιο ικανούς. Ετσι συμβαίνει με πολλά στη ζωή και το δεχόμαστε. Εντελώς απαράδεκτο, όμως, είναι να περνάει κανείς οκτώ ή δέκα και πλέον χρόνια στο πανεπιστήμιο, ενώ τα αναγκαία είναι μόλις πέντε.

Το 2023-24, από τους 78.092 εγγεγραμμένους στο ΑΠΘ, οι 28.273 διανύουν το 12ο έτος σπουδών! (Αναγκασμένοι να εργάζονται; Ολοι;). Η συμμετοχή στις εξετάσεις είναι γύρω στο 55%-60% και η επιτυχία 74%-79%. Αρα, μόλις 43%-47% των φοιτητών προχωράει κάπως ομαλά. Κατά τ’ άλλα, κορυφαίο αίτημα παραμένει η «δωρεάν παιδεία», ώστε να διατηρηθεί η «υψηλή ποιότητα του δημόσιου πανεπιστημίου» και η «αξία των πτυχίων».

Σε κάποιες σχολές η ποιότητα είναι τωόντι υψηλή και η διάρκεια σπουδών η προβλεπόμενη. Μέσα στη συνολική ραθυμία, αποτελεί θαύμα πώς τα καταφέρνουν. Για πάμπολλες άλλες, άνθρωποι που θέλουν να μάθουν κι άλλοι που χαίρονται να διδάσκουν, να κρατούν επαφή με ό,τι νεότερο εμφανίζεται στο πεδίο τους και το συγκείμενο των νεωτερισμών –π.χ. λογοτεχνία ή ζωγραφική σχετιζόμενες με νέες τεχνικές επινοήσεις–, καταρρακώνονται από την απουσία ειρμού στα μαθήματα, εξαιτίας παρεμβαλλόμενων ξεσηκωμών.

Αν έτσι εκτονώνεται η πλήξη, από παραδόσεις βαριεστημένων καθηγητών, υπάρχει πρόβλημα με τους καθηγητές.

Αν οφείλεται στο ότι η επαναστατικότητα, όπως η Παναγία, πρέπει να εμφανίζεται κάθε τόσο, αλλιώς η δυσπιστία φουντώνει, υπάρχει πρόβλημα με τους επαναστάτες. Οι οποίοι αδιαφορούν για το ότι η μη κανονικότητα δεν ευνοεί μόνο αυτούς. Η Ακροδεξιά φουντώνει εξίσου. Περισσότερο ή λιγότερο φιλομαθείς βρίσκονται, άπαντες, έκθετοι στη φθορά συνεχών εξεγέρσεων. Κλείνοντας κάποτε τις σπουδές τους, οι φοιτητές μένουν μπολιασμένοι με φανατισμό κι ανέπαφοι από τη χάρη της αμφιβολίας.

Οταν φτάσουν στην ημέρα της ορκωμοσίας, περιτριγυρισμένοι από συγγενείς και ανθοδέσμες, πόσοι επανεφευρίσκουν τον εαυτό τους σε μια νέα, πλουσιότερη ζωή;

Κάποιοι έχουν εμπεδώσει μερικές δεξιότητες. Οι υπόλοιποι, ακόμη και με πτυχία φιλολόγων ή καλλιτεχνών, έχουν περάσει μέσα από την κουλτούρα, όπως ο Οδυσσέας από το βασίλειο των σκιών: με μιαν αίσθηση θαμπών συναντήσεων.

 

Δεν υπήρξε ποτέ ψήφισμα ούτε καν συλλογικών οργάνων των καθηγητών, το οποίο να καταγγέλλει βανδαλισμούς ή κλοπές, που αθρόα συμβαίνουν στη διάρκεια καταλήψεων. Δικαιολογώντας κάθε ακτιβιστική φρενίτιδα ενάντια στο «σύστημα» –όρο που χρησιμοποιούσε η ναζιστική προπαγάνδα για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης–, καθηγητές συμπαρίστανται στους φοιτητικούς «αγώνες», στους οποίους συμπράττουν πλήθη χούλιγκαν. Ακόμη και κάποιοι που βδελύσσονται τη νομοθέτηση του γάμου ομοφύλων. Ακούσαμε τον κ. Κουτσούμπα, άλλωστε, να επικαλείται τη μαρξιστική διαλεκτική, για να καταλήξει στην ίδια θέση με τον κ. Σαμαρά ως προς αυτό.

Και είναι σίγουρο ότι καθηγητές που αρνούνται την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων θα πρόσφεραν εκθύμως τις υπηρεσίες τους σε αυτά. Αρκετοί ήδη το κάνουν στην Κύπρο. Οπως λέει το τραγούδι του Ζακ Λανζμάν: «Υπάρχουν αυτοί που αμφισβητούν / άλλοι που συνεργούν / εγώ ξέρω να κάνω μόνο μια κίνηση: / γυρίζω ανάποδα το σακάκι μου / πάντα από τη σωστή μεριά… / στην επόμενη επανάσταση / σειρά έχει το παντελόνι μου».

Ολοι παίζουν ένα παιχνίδι. Υπάρχουν χαζά παιχνίδια, αλλά τίποτα δεν είναι πιο χαζό από το να παίζεις ένα παιχνίδι δίχως να αντιλαμβάνεσαι πως είναι παιχνίδι.

Οι καθηγητές νομίζουν ότι διατηρούν την επαναστατικότητα της νεότητάς τους, ενώ καιροσκοπούν.

Οι φοιτητές νομίζουν ότι παλεύουν για έναν δικαιότερο κόσμο, ενώ ετοιμάζονται για καριέρα συνδικαλιστή ή και βουλευτή, ενδεχομένως. Σπάνια, όμως, σημαντικού επιστήμονα.

Σε αυτό, τουλάχιστον, μπορούν να πλεονεκτούν τα μη κρατικά πανεπιστήμια. Οι σπουδές θα είναι σπουδές: με μαθήματα που διατηρούν συνοχή, αναπτυσσόμενα από εβδομάδα σε εβδομάδα, και ολοκληρώνονται στην ώρα τους· με καθηγητές που θα αποδίδουν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους· και τα δίδακτρα που θα πληρώνουν οι γονείς (ίσως λιγότερα απ’ όσα σε σπουδές τριπλάσιων ετών) να οδηγούν…

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΚΗΦΗΝΟ-ΑΡΙΣΤΕΡΟ-ΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Και αν;

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.
 

 Eχουμε συχνά αφορμές να υποψιαζόμαστε ότι δεν υπάρχει Θεός. Συχνότερα, πάντως, γεννιούνται υποψίες ότι υπάρχει διάβολος. Για να διορθωθεί ένα κακό που η θεϊκή πρόνοια αμέλησε να αποτρέψει, επέρχονται πολλά χειρότερα, σαν από διαβολική παρέμβαση. Κάποιοι χρησιμοποιούν τον όρο «σύνδρομο του Οιδίποδα», για προσπάθειες που οδηγούν στην πραγμάτωση ενός κακού, ενώ καταβάλλονται ειδικά προς αποφυγήν του. Αν ο Λάιος δεχόταν στωικά τον δελφικό χρησμό και δεν ανέθετε στον Θηβαίο βοσκό να σκοτώσει τον νεογέννητο γιο του, δεν θα ακολουθούσε η τραγωδία του Οιδίποδα.

Υπάρχει ένας ολόκληρος λογοτεχνικός κλάδος που παίζει με εικοτολογίες του είδους «και αν;». Αφετηρία του, η πασίγνωστη φράση του Μπλεζ Πασκάλ: «Αν η μύτη της Κλεοπάτρας ήταν κοντύτερη, η όψη του κόσμου θα είχε αλλάξει». Οι Αγγλοι ονομάζουν αυτή τη λογοτεχνία alternate history –εναλλακτική ιστορία–, ενώ οι Γάλλοι προτιμούν το uchronie –εκτός χρόνου–, στο πρότυπο της ουτοπίας. Πρώτος συγγραφέας του είδους ο Ζοφρουά-Σατό, που δημοσίευσε το 1836 ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Ναπολέων και η κατάκτηση του κόσμου» (με τον Ναπολέοντα να κερδίζει στη ρωσική εκστρατεία του 1812 και να κατακτά τον πλανήτη). Στα ίχνη του Σατό, συγγραφείς όπως ο Φίλιπ Ντικ ή ο Ρόμπερτ Χάρις έγραψαν για μια ναζιστική Γερμανία που έχει νικήσει στον Πόλεμο, o Στίβεν Φράι μια εκδοχή Ιστορίας στην οποία ο Χίτλερ δεν έχει γεννηθεί και ο Στίβεν Κινγκ για μια Αμερική του 1963, με τη δολοφονία του Κένεντι να αποτυγχάνει.

Κορυφώνοντας την «ουχρονία», ο Πιερ Μπαγιάρ δημοσίευσε φέτος το «Et si les Beatles n’étaient pas nés?» –και αν οι Μπιτλς δεν είχαν γεννηθεί;–, όπου εξετάζει σειρά σχετικών ενδεχομένων: να είχε προωθήσει το 1961 άλλο νεανικό συγκρότημα ο διάσημος παραγωγός Μπράιαν Επσταϊν (τους Kinks αντί των Μπιτλς), η Καμίλ Κλοντέλ να είχε υπερσκελίσει τον Ροντέν, ο Μπεν Τζόνσον τον Σαίξπηρ ή ο Προυντόν τον Μαρξ (αν η οικογένεια Χάινριχ και Εριέττας Μαρξ έχανε από φυματίωση τον νεογέννητο Κάρολο, όπως άλλα τους αγόρια) και πολλά ακόμη παραδείγματα ιστορικών «ενδεχομενικοτήτων», με τον ανάλογα αλλαγμένο κόσμο στον οποίο θα ζούσαμε.

Οι συνθήκες στη σημερινή Ελλάδα είναι ανείπωτα τραγικές, για να επιδοθεί κανείς σε παιχνίδια εικοτολογιών. Καίτοι δεκάδες οικογένειες θα βασανίζονται ακριβώς με ερωτήματα του είδους: «Και αν η κόρη, ο γιος, το αγαπημένο πρόσωπο ανέβαλλαν την επιστροφή τους, αν με κάποιο τρόπο δεν τύχαινε να βρίσκονται στο μοιραίο τρένο ή αν η τεχνολογία δεν ήταν τόσο καθυστερημένη και οι χειριστές της τόσο φονικά ανίδεοι», παραμένει «εν ου παικτοίς» ο παραλληλισμός με «ουχρονίες». Αυθόρμητα, ωστόσο, έρχεται η σκέψη ότι, αν λειτουργούσε σωστά ο σιδηροδρομικός κόμβος, τόσο πολλοί και τόσο νέοι κατά πλειονότητα άνθρωποι θα εξακολουθούσαν να έχουν τη ζωή μπροστά τους. 

Με αυτό το απαράμιλλο δεδομένο, σήμερα όλοι θα βιώναμε τις συνήθεις αντιξοότητες μιας προβληματικής ευρωπαϊκής χώρας, περιμένοντας μία ή δύο εκλογικές αναμετρήσεις και τα θέλγητρα της καλοκαιρινής ραστώνης.

Αντίθετα, βρισκόμαστε μπρος στην προοπτική του χάους. Με ένα απολύτως δικαιολογημένο αίσθημα οργής, το πάνδημο αίτημα τιμωρίας όλων των υπευθύνων, μα και με έναν επικίνδυνο αντισυστημισμό, που μόνο σε χειρότερα κακά μπορεί να οδηγήσει. Επιφανή στελέχη της αντιπολίτευσης μιλούν για «αστυνομία που πνίγει με καπνογόνα νεαρούς διαδηλωτές και τους δολοφονεί στα τρένα», εξηγώντας ότι «βία είναι το κράτος που κάνει υποκλοπές κι αδιαφορεί για την ασφάλεια των μεταφορών, δεν είναι βία οι δυο μολότοφ που έριξαν κάποια παιδιά»· καθηγητές πανεπιστημίου καταγγέλλουν τη «δολοφονία στα Τέμπη» και μια κυβέρνηση που βλέπει τους νέους ως «αναλώσιμους»· τηλεοπτικοί διασκεδαστές αναρωτιούνται «τι μας χρειάζονται οι πολιτικοί;», κάνοντας τη βωμολοχία πολιτικό σύνθημα· αριστερίστικα έντυπα καλούν να μετατρέπεται σε διαδήλωση κάθε κηδεία θύματος, ενώ η κομμουνιστική Αριστερά απαιτεί «μαζικές μεταφορές για τον λαό, χωρίς τη λογική κόστους-οφέλους» και άρα, εμμέσως, την κατάργηση του καπιταλισμού.

Εύλογα, έτσι, τίθεται το ερώτημα: «Και αν το 2008 βρίσκεται πάλι μπροστά μας;». Με μιαν αντιεξουσιαστική ορμή χωρίς πολιτική πυξίδα και συγκρούσεις μέχρι τις εκλογές απλής αναλογικής. 

Ας φανταστούμε, σε αυτό το πλαίσιο, κυβερνητική σύμπραξη ΣΥΡΙΖΑ – ΜέΡΑ25 – Πλεύσης Ελευθερίας – ΑΝΤΑΡΣΥΑ κι Ελληνικής Λύσης στο αντισυστημικό πανηγύρι, συν ένα αμφίρροπο ΚΙΝΑΛ. Θαυμαστό συνονθύλευμα, με τους αρμούς της εξουσίας σε χέρια «αδιάφθορων», μαθητές του Αντρέι Ζντάνοφ που θα ηθικολογούν στη δημόσια τηλεόραση και τα ΕΑΑΚ σε ρόλο πανεπιστημιακής αστυνομίας, τον οποίο πάντοτε κατείχαν. Για να εκδικηθούμε τη διαφθορά και την ανικανότητα των υπερασπιστών του συστήματος, η «έννομη τάξη» θα θεωρείται ισοδύναμο της τυραννίας.

Είναι λυτρωτικό να φανταστούμε τη Ν.Δ. να πληρώνει ακριβά ανεπάρκειες υπουργών ή την ατολμία τους να λύσουν εκκρεμότητες που χρόνιζαν και την ακηδία ενός βαθέος κράτους. Κράτους συνυφασμένου με υψηλά συμφέροντα και σκοτεινές συντεχνίες, όπου πρυτανεύει η αλληλεγγύη των κοπανατζήδων. Για να προκύψει τι, εντέλει; 

Μια «άγρια δημοκρατία»; 

Η αποχαλίνωση της αγυρτείας;

Παιχνίδια φαντασίας τα «και αν;», βοηθούν να συλλάβουμε το σύνθετο δίκτυο αιτίων που προκαλούν την τροπή της Ιστορίας σε μια κατεύθυνση αντί άλλης. Τίποτα, στη συνέχεια, δεν επανέρχεται εκεί όπου θα βρισκόταν εάν...

 

ΕΛΛΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΤΣΟΓΛΑΝΟΚΑΘΑΡΜΑΤΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Η μητέρα της μάθησης

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.

Μολονότι η Βία (κόρη της Στυγός και του Πάλλαντα, κατά τον Ησίοδο) βοήθησε τον Ηφαιστο να δέσει τον Προμηθέα στα βράχια του Καυκάσου, οι ανά τους αιώνες επαναστάτες δεν ενοχλούνται να έχουν τον Προμηθέα ίνδαλμα και τη βία εργαλείο τους. Αλλά αυτοί είναι μαθημένοι στις αντιφάσεις. Ασυγχώρητα αντιφατικοί μένουν οι Ελληνες πανεπιστημιακοί, καθώς βανδαλισμοί, κλοπές ή καταστροφές, σε αναίτιες καταλήψεις, επαναλαμβάνονται επί δεκαετίες, αλλά κανείς τους δεν μαθαίνει κάτι. Εστω και αν η επανάληψη θεωρείται μητέρα της μάθησης.

Δέκα χρόνια μετά τον (ψηφισμένο με ενθουσιασμό) νόμο Διαμαντοπούλου, δεκαπέντε μετά τις μεταρρυθμιστικές απόπειρες της Μαριέττας Γαννάκου, το «όλη η εξουσία στις Γ.Σ. των φοιτητών», που αναγράφουν σε τοίχους σχολών ποικίλα αριστερίστικα σχήματα, καλά κρατεί. Το λεγόμενο «φοιτητικό κίνημα» φόρεσε το κλέος της κατάληψης του Πολυτεχνείου το 1973 και, έκτοτε, δεν λέει να φορέσει τίποτε άλλο· ούτε καν να βάλει πλυντήριο για τη στολή. Μετά τα μέσα του 1980, αυτή συσσωρεύει και τη βρωμιά του υποκόσμου.

Προ μηνός, η αστυνομία ελευθέρωσε έναν επί 34 χρόνια «κατειλημμένο» χώρο του ΑΠΘ. Μόλις άρχισε η αποκατάστασή του, κάποιοι πυρπόλησαν τα γραφεία της εργολαβικής εταιρείας που την είχε αναλάβει, διακηρύσσοντας: «Η επίθεσή μας είναι μια πρώτη κίνηση για την υπεράσπιση των αυτοδιαχειριζόμενων χώρων αγώνα. Προετοιμάζουμε νέο κύκλο επιθέσεων. Στον πόλεμο απαντάμε με πόλεμο».  

Ο «νέος κύκλος» ήρθε πάραυτα, με εισβολές σε γραμματείες τμημάτων και καταστροφές πανεπιστημιακής περιουσίας. Οι αμείλικτα αποφασισμένοι να αλλάξουν τον κόσμο αποδεικνύονται ακόμα πιο αμείλικτοι στο να διατηρήσουν τα λάφυρά τους: τα «αυτοδιαχειριζόμενα» στέκια, όπου οι καπνιστές του οπίου της επανάστασης συγχρωτίζονται με κανονικούς οπιομανείς.

Ωστόσο, υπάρχουν καθηγητές του ΑΠΘ που δηλώνουν ότι: «Η απόλυτη προτεραιότητα κυβέρνησης και πρυτανείας για την παιδεία είναι η καταστολή των φοιτητικών κινητοποιήσεων και η αποστείρωση του πανεπιστημίου από τον μοναδικό ιό που τους τρομοκρατεί, αυτόν της ανυπακοής»!

 
Οταν δεν τους συνεπαίρνει ο επαναστατικός οίστρος, οι υπόλοιποι καθηγητές κρατούν την ουρά απέξω, φοβισμένοι ή απερίσπαστοι στο επιστημονικό τους έργο. Ορισμένοι επικρίνουν «τη σιωπή ή την αδράνεια», ζητώντας επίδειξη «ακαδημαϊκής ευθύνης εν τοις πράγμασι». Αλλά την «εν τοις πράγμασι» ευθύνη την εννοούν ως καλόπιασμα των αφιονισμένων, ώστε «να φτιάξουμε όλοι μαζί νέες ταυτότητες» και να «ενδυναμωθεί η ασφάλεια-ως-σιγουριά, όχι η ασφάλεια-ως-ευταξία»! Προπαντός όχι «ευταξία», διότι αυτήν επιδιώκουν οι αντιδραστικοί. Προοδευτικό είναι το χάος, η αποδόμηση, η χαλαρότητα του διφορούμενου.

Ακόμα και για τη φρικιαστική δολοφονία του 19χρονου, κάποιοι ψάχνουν τις «βαθιές αιτίες της παραβατικότητας ή της εγκληματικότητας που ασκείται από νεαρά άτομα» στο: «υπόβαθρο φτωχοποίησης και μειωμένης πρόσβασης στην εκπαίδευση, που οδηγεί σε φανατισμό, μισαλλοδοξία, τυφλή βία». Οι καπιταλιστικές ανισότητες, με άλλα λόγια, εξηγούν και εν μέρει δικαιολογούν αποτρόπαια κακουργήματα, επειδή τα διαπράττουν απαίδευτοι κι αδικημένοι – θύματα, και αυτοί, μιας κοινωνίας που πρέπει ν’ αλλάξει. Σαν να βρισκόμαστε στο 1848 και στο καλωσόρισμα της επαναστατικής βίας από τον Μαρξ, αφού αυτή θα «ξεγεννήσει» ταχύτερα τον καινούργιο κόσμο.

Δεν ξέρω ποιον καινούργιο κόσμο θέλουν οι πρόθυμοι να υπερασπιστούν καταληψίες και να κατανοήσουν δολοφόνους, αλλά δεν έχει βρεθεί καλύτερος τρόπος να αντιμετωπίζεται η βία παρά με την ελεγχόμενη από μια δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση βία, την οποία δικαιούνται να ασκούν τα αστυνομικά όργανα. Βία που όταν εξοκέλλει οφείλει να λογοδοτεί, ενώ η ανεξέλεγκτη βία λογοδοτεί μόνο στο σύνθημα: «Εκτός από τη λογική, υπάρχει και το όνειρο». Σύνθημα ικανό να καλύψει ακρότητες των κάθε λογής μαστουρωμένων.

Η ατιμωρησία «ταΐζει» το τέρας της βίας στα πανεπιστήμια, όσο στα γήπεδα. Μεταξύ οργανωμένων οπαδών αφθονούν οι μαχαιροβγάλτες, μεταξύ καταληψιών, οι χασισέμποροι. Από τον αντιεξουσιαστή με τη μολότοφ στον οργανωμένο οπαδό με τη ματσέτα, οι διαφορές είναι δυσδιάκριτες. Τα οπλοστάσια σε «γραφεία» οπαδών δεν διαφέρουν από εκείνα στα «αυτοδιαχειριζόμενα» στέκια, και οι χρήστες τους συχνά ταυτίζονται. 

Οσο για την κοινωνία, ακαδημαϊκή και ευρύτερη, έχει εξοικειωθεί με το κακό.

Ισως επειδή...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Οι απειθείς του ΑΠΘ

Ομότιμος καθηγητής του τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.
 

 Είναι πολύ ευκολότερο να δρας, υπό συνθήκες τυραννίας, απ’ όσο είναι να στοχάζεσαι.
ΧΑΝΑ ΑΡΕΝΤ
Η ανθρώπινη κατάσταση (1958)
 
Μολονότι τον διατυπώνουν καθηγητές πανεπιστημίου, ο συλλογισμός είναι εμφανώς παιδαριώδης. Επειδή, λέει, τελευταία φορά που μπήκε αστυνομία στο πανεπιστήμιο ήταν επί χούντας, τώρα που ξαναμπαίνει έχουμε πάλι χούντα! Σε αυτή τη βάση, κάθε τερατολογία ευσταθεί. Μόλις ιδρυθεί, η πανεπιστημιακή αστυνομία θα περιπολεί σε διαδρόμους και αμφιθέατρα, θα ξηλώνει πολιτικά πανό, θα λογοκρίνει μαρξιστικές αναφορές στα μαθήματα, θα διακόπτει όποιον καθηγητή κάνει αθεϊστικό χιούμορ και θα δέρνει όσους γέλασαν.

Αν αυτό ετοιμάζει ο νέος περί πανεπιστημίων νόμος 4777, κάθε δημοκρατικός πολίτης οφείλει να αντιδράσει. Να βροντοφωνάξει «έξω οι μπάτσοι από τις σχολές» και να υποστηρίξει οποιαδήποτε κατάληψη, ως εφάμιλλη εκείνων της Νομικής και του Πολυτεχνείου το 1973.

Αν, όμως, επιδίωξη του νόμου είναι ακαδημαϊκά έτη χωρίς οργανωμένα από τον υπόκοσμο πάρτι, εξωφρενικούς βανδαλισμούς ή μαθήματα με περιστασιακές εμφανίσεις μικροπωλητών στις αίθουσες, όπως επί δεκαετίες γινόταν, τότε αξίζει να γευθεί το ΑΠΘ μια τέτοια εμπειρία.

Το δίλημμα είναι τόσο απλό. Και είναι φυσικό τα παρεπιδημούντα στο ΑΠΘ μέλη του υποκόσμου ν’ αντιδρούν με νύχια και δόντια στο δεύτερο ενδεχόμενο. Στο πλευρό τους, όμως, συντάσσονται και «δυναμικές μειοψηφίες» φοιτητών. Είτε γιατί μετέχουν στα κέρδη από διοργανώσεις πάρτι είτε γιατί εντάσσουν τον υπόκοσμο στα θύματα της εκμεταλλευτικής κοινωνίας και θεωρούν υποχρέωσή τους την προστασία του.

Αλλά οι απειθείς του ΑΠΘ, έτοιμοι να δουν ως τυραννία την παρεμπόδιση της ασυδοσίας και «να δράσουν αντί να στοχαστούν», δεν εξαντλούνται εκεί. Το μείγμα υποκόσμου και φοιτητών, οι οποίοι συμπληρώνουν την επιστημονική τους κατάρτιση με πρακτικές ασκήσεις στην αγυρτεία, βρίσκει υποστήριξη κι από ομάδες καθηγητών. Κάτι τελείως απροσδόκητο.

Διότι να γοητεύεσαι, ως εικοσάχρονος, με ό,τι περιθωριακό συναθροίζεται στο πανεπιστήμιο, είναι συγγνωστό. Πάντα ελκύει τους νέους η δόξα της απείθειας, ιδίως αν δεν επικρέμαται τιμωρία. Μουτζουρώνεις φρικτά τους τοίχους της σχολής σου, π.χ., και κανείς δεν σου κάνει παρατήρηση, καθώς διάφοροι απειλητικοί τύποι, πλάι σου, πουλούν κουλούρια ή καφέδες και παίζουν τάβλι. Τους προστατεύεις, ως γεμάτος ενσυναίσθηση νεαρός αριστερός, σε προστατεύουν κι εκείνοι. Με την ίδια «προστασία» μπορείς επίσης να εξασφαλίζεις μειώσεις διδακτικών εβδομάδων ανά εξάμηνο, παρατάσεις εξεταστικών περιόδων ή ό,τι άλλο σε ευνοεί.

Να είσαι καθηγητής, όμως, και να συμμερίζεσαι καταλήψεις και συμπράξεις «δυναμικών μειοψηφιών» φοιτητών με τον υπόκοσμο, μοιάζει αδιανόητο. Σαν να παροτρύνει σε φοροδιαφυγή ο εφοριακός ή σαν να υμνεί τον ναζισμό ένας Εβραίος. Αφού σε εξευτελίζει, ως δάσκαλο, να υπαγορεύουν οι «ομάδες περιφρούρησης» πότε θα γίνονται μαθήματα ή να εμποδίζουν νταηλίδικα την πρόσβαση στο γραφείο σου, υποχρεώνοντάς σε να ζητάς την άδειά τους για να πάρεις κάτι από εκεί. Αρκετοί καθηγητές, ωστόσο, επικρότησαν τον Φεβρουάριο την κατάληψη της πρυτανείας (με αιτήματα που περιλάμβαναν έως και δικαίωση του «απεργού πείνας Κουφοντίνα»). Επειτα κατήγγειλαν την εκδίωξη των καταληψιών στις 22/2, βγήκαν μαζί τους να διαδηλώσουν ενάντια στην «αστυνομοκρατία» και τώρα στηρίζουν την κατάληψη της Σχολής Θετικών Επιστημών, από αρχές Μαρτίου, και την παύση κάθε ερευνητικής της δραστηριότητας.

Τόσος επαναστατικός ζήλος, από ώριμα ή υπερώριμα άτομα, εξηγείται μόνο σαν παρηγοριά για την απουσία τους από τις τωόντι ηρωικές καταλήψεις του 1973 ή σαν αντιστάθμισμα ακαδημαϊκής ανεπάρκειας. (Διδάσκουν ανυπακοή, μη έχοντας πολλά άλλα να διδάξουν). 

Υπάρχουν βέβαια και «νηφάλιες φωνές», οι οποίες δηλώνουν στον ηλεκτρονικό «Διάλογο» διδασκόντων του ΑΠΘ: «Πάντα θα βλέπω τους φοιτητές ως “παιδιά” μου, ακόμα και όταν με βρίζουν, όπως ίσως κάποια στιγμή κάνουν και τα βιολογικά παιδιά μου»! Ωστόσο, τα δείγματα τέτοιας χριστιανικής συγχωρητικότητας και μαζοχισμού σπανίζουν. 

Συνηθέστερες είναι οι «φωνές» που δικαιώνουν τις καταλήψεις με ευφυολογήματα του είδους: «rerum cognoscere causas» ή «εἰδέναι … τὴν πρώτην αἰτίαν» και «It’s the law 4777, stupid» (κατά το πολιτικό κλισέ «It’s the economy, stupid»), εννοώντας ότι ο νέος νόμος υποδαυλίζει τις αναταραχές. Αυτός είναι η αιτία του κακού. Μόλις αποσυρθεί, όλα επιστρέφουν στην πρότερη αρμονία τους.

Ευτυχώς, τέτοιοι καθηγητές συνιστούν μειοψηφία στο ΑΠΘ. Δυστυχώς, είναι κι αυτοί μια «δυναμική μειοψηφία». Το ότι τα πανεπιστημιακά προβλήματα πρέπει να λύνονται με διάλογο, όχι με σωματική βία, είναι αναμφίβολο. Μα το να ελέγχουν οι ομάδες περιφρούρησης ποιος μπαίνει ή δεν μπαίνει στα πανεπιστημιακά κτίρια, εν είδει «Τσε-Κα» κατά τον επαναστατικό πυρετό του 1920, μάλλον δεν συνάδει με τον διάλογο. Κι οι καθηγητές που εύχονται ειρηνικές λύσεις, με σύμπνοιες του συνόλου των φοιτητών, θυμίζουν εκείνον τον υπουργό Παιδείας που είχε αναγάγει σε πανάκεια το «ρωμαλέο φοιτητικό κίνημα».

Συναίνεση σε καταλήψεις ή πάρτι εν μέσω πανδημίας (με τη φαεινή πρόταση τέως πρυτάνεως «να διανέμονται απολυμαντικά και μάσκες» στους συμμετέχοντες), ώσπου ν’ αποσυρθεί ο νόμος 4777, σημαίνει...

 

ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟΑΛΗΤΑΡΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Οι πρυτάνεις , το αληταριό, ο ψυκτικός και η κομμώτρια!

Ομότιμος καθηγητής του τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.


«Με αφορμή ένα απαράδεκτο περιστατικό, αυτό της διαπόμπευσης του πρύτανη του ΟΠΑ, περιστατικό που καταδίκασε όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα, σαν έτοιμος από καιρό, ο κ. Μητσοτάκης προανήγγειλε πανεπιστημιακή αστυνομία και ελέγχους ταυτοτήτων. Θυμίζει την τσαρική Ρωσία όπου η μετακίνηση από πόλη σε πόλη χρειαζόταν διαβατήριο και ελέγχους από την αστυνομία. Ετσι στο πανεπιστήμιο δεν θα μπορείς να πιεις καφέ στο κυλικείο, με τον φίλο σου τον ψυκτικό ή τη γειτόνισσα την κομμώτρια, μια και το campus είναι μόνο για φοιτητές…».

Πρόκειται για δείγμα πλήθους παρεμφερών κειμένων, από τον ηλεκτρονικό «διάλογο» καθηγητών ΑΠΘ. 

Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Τη βεβαιότητα της πολιτικής εκτίμησης, την ευστοχία της ιστορικής αναλογίας ή την απελπισία μπρος στο ενδεχόμενο να μην μπορεί ένας καθηγητής ή φοιτητής να πιει καφέ, εντός πανεπιστημίου, με τον «ψυκτικό» ή την «κομμώτρια» με τους οποίους τον συνδέουν σχέσεις φιλίας ή φιλαρίσματος;
 

Η διαπόμπευση του πρύτανη είχε κάτι από «νύχτα των κρυστάλλων» ή από τη φωτογραφία του Αλντο Μόρο πριν εκτελεστεί από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Ωστόσο, σε κείμενα πανεπιστημιακών, κρίνεται ως «μεμονωμένο περιστατικό, ηθικά απόλυτα καταδικαστέο, αλλά χωρίς πολιτική βαρύτητα». Ενα «άλλοθι για να ανασυρθούν από τη ναφθαλίνη ανιστόρητες και αντιεπιστημονικές θεωρίες περί κόκκινου και μαύρου φασισμού… θολώνοντας έτσι την έννοια του ενός, αυθεντικού, μαύρου φασισμού… κι αποδυναμώνοντας τη φρικτή ουσία του».

Αν χαρακτηρίζεται «φασιστικό» οτιδήποτε ενέχει βία, τότε πράγματι η φρίκη του αυθεντικού φασισμού αμβλύνεται. Αλλά είναι επίσης γνωστό ποιοι παρουσίαζαν την κ. Μέρκελ με μουστάκι Χίτλερ, καταγγέλλοντας την εφαρμογή των μνημονίων. Κι ακόμα, αν είναι ένας μόνο ο φασισμός –ο μαύρος–, με έξι εκατομμύρια Εβραίων στα κρεματόρια μεταξύ άλλων θυμάτων, τι ακριβώς είναι το σύστημα που, για να καθιερώσει τα κολχόζ, είχε δέκα χρόνια νωρίτερα προκαλέσει τη λιμοκτονία πέντε εκατομμυρίων Ουκρανών (στο αντίστοιχο του Ολοκαυτώματος «Γολονοτομόρ»); 

Δεν επρόκειτο για φασισμό. Το χρώμα του, πάντως, παρέμενε αναμφίβολα κόκκινο. Κι αν ως προς τα ιδεώδη τους τα δύο συστήματα έστεκαν διαμετρικά αντίθετα, με στόχο την κτηνώδη δουλοκτησία για το ένα και τον προλεταριακό παράδεισο για το άλλο, οι νεκροί εξαιτίας τους υπήρξαν εξίσου αμέτρητοι.
 

Φυσικά, φαινόμενα αλητείας στα πανεπιστήμια πολύ απέχουν από μαύρους ή άλλου χρώματος φασισμούς.  

Κατηγορήθηκα κι εγώ ως «φασίστας» όμως, το 2012, όταν η «Καθημερινή» φιλοξένησε άρθρο μου στο οποίο κατήγγελλα την προστασία την οποία φοιτητική παράταξη προσέφερε σε αυτοσχέδιο κυλικείο περιθωριακών, με φθηνούς καφέδες ή και «μπάφους» στα εντός σχολής πάρτι των Σαββατοκύριακων.

Γνωστό αντίδωρο της προστασίας ήταν η οικονομική επιδότηση επαναστατικών φυλλαδίων και καταλήψεων. Οταν μίλησα εναντίον αυτής της κατάστασης μέσα στη Σχολή, οι περιθωριακοί με ανάγκασαν να σωπάσω, ενώ οι προστάτες-φοιτητές αδιαφόρησαν, όσο και οι φιλικοί στον ΣΥΡΙΖΑ συνάδελφοί μου. Εξ ου και το άρθρο εκείνο είχε ως τίτλο: «Συριζαυγίτες: τραμπούκοι με άλλοθι».  

Κοντά επτά χρόνια μετά την «αφυπηρέτησή» μου δεν θα ήθελα να θυμάμαι ρήξεις με αγαπητούς μέχρι τότε συναδέλφους. 

 Πώς, όμως, με τέτοιες εμπειρίες, ν’ αφήσει κανείς ασχολίαστο ένα κάλεσμα για συγκέντρωση υπογραφών, το οποίο δηλώνει: «Ως μέλη ΔΕΠ, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι και ερευνητές που γνωρίζουμε τις πραγματικές αιτίες και τους διαχρονικά υπεύθυνους για την κατάσταση με την οποία βρισκόμαστε αντιμέτωποι, καταγγέλλουμε την προωθούμενη ένταση της καταστολής στα πανεπιστήμια και αρνούμαστε να συμπράξουμε στη συκοφάντηση των φοιτητών μας και των αγώνων τους. … Τα καταδικαστέα γεγονότα στο ΟΠΑ αξιοποιούνται ως “βολικό άλλοθι” για να θεσπιστούν μέτρα που εδώ και χρόνια επωάζονται, όπως “πανεπιστημιακή αστυνομία”, κάρτες εισόδου, κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κ.ά.».

 

Αραγε κανείς από τους συντάκτες του καλέσματος, υπό τον τίτλο μάλιστα: «Η καταστολή και η συκοφαντία δεν θα περάσουν!», δεν έχει υπ’ όψιν ότι η Πολυτεχνική Σχολή, μόνο, πλήρωνε σε επιδιορθώσεις βανδαλισμών από πάρτι κι από καταλήψεις κάπου 150.000 ευρώ ετησίως μέχρι το 2012; Με παρεισδύσαντες «αγνώστους» να θεωρούνται μονίμως υπεύθυνοι των φθορών.  

Ούτε επισκέφθηκαν ποτέ, αυτά τα μέλη ΔΕΠ, πανεπιστήμια άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου ένστολοι φύλακες επιτρέπουν την είσοδο μόνο σε φοιτητές, διδάσκοντες και προσωπικό;  

Αλλά η κακοπιστία πρυτανεύει σε όλα τα σχετικά κείμενα και δεν είναι λίγοι όσοι διαγιγνώσκουν ότι: «Για να μη φορτωθεί η Δεξιά, ένα κόμμα που καταδικάστηκε ως εγκληματική οργάνωση, αρχίζουν νύξεις για την Αριστερά γενικά, χρεώνοντάς την με κάθε ασήμαντη ομάδα κατευθυνόμενων ή τελούντων εν συγχύσει. Ισως ο κ. Πρωθυπουργός ξέρει περισσότερα για την προέλευση αυτής της ομάδας…». Αρα η διαπόμπευση του πρύτανη ίσως στήθηκε από το παρακράτος της Δεξιάς. Εξάλλου, όπως συμπεραίνουν: «Πανεπιστημιακή αστυνομία είπε ο κ. Μητσοτάκης. Αραγε για να διώκει το κοινό έγκλημα ή για καταστολή συλλογικών διαμαρτυριών; Για να ελέγξει και συλλάβει ασήμαντες, περιθωριακές και χωρίς καμία οργανική σχέση με το φοιτητικό ή λαϊκό κίνημα ομαδούλες, ή για να έχει έτοιμη την καταστολή, αν προκύψει κανένα γνήσιο από τα κάτω μαζικό φοιτητικό κίνημα;».

Εντέλει, αυτό δείχνει να είναι για κάποιους το ζητούμενο: όχι ο πλούτος της προσφερόμενης εκπαίδευσης, αλλά...

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΑΡΙΣΤΕΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Ενα ηπιότερο χάος

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ και συγγραφέας.

"Να παρακαλάτε να έχουμε την Αριστερά στην εξουσία" συνέστησε ο κ. Τάσος Παππάς (ο επιφανέστερος, τηλεοπτικά τουλάχιστον, δημοσιογράφος της Εφημερίδας των Συντακτών) σε συνομιλητές του πρωινής εκπομπής στις 19/11, «διότι στην αντιπολίτευση η Αριστερά είναι μανούλα, δεν θα σας αφήσει σε χλωρό κλαδί»!  

Βεβαίως, το είπε χαμογελώντας, ως χαριτολόγημα. Μόνο που προκάλεσε παγωμάρα. Οι Αριστεροί ποτέ δεν τα πήγαν καλά με το χιούμορ, καθώς υστερούν στη βασική προϋπόθεσή του: την αίσθηση του τραγικού – δηλαδή στην αντίληψη του πότε σε μια σύγκρουση και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο, και οι δύο έχουν άδικο. Το χαριτολόγημα αποκάλυψε έτσι, με ανατριχιαστική παρρησία, έναν εκβιασμό.

Αν δεν θέλετε συνεχείς ταραχές στους δρόμους, αλλεπάλληλες απεργίες στους χώρους δουλειάς, καταλήψεις με βανδαλισμούς στα πανεπιστήμια και τη μομφή πως είστε κρυφοί φασίστες, ψηφίστε Αριστερά. Ψηφίστε την, όχι για να εγκαθιδρύσει τον προλεταριακό παράδεισο (το συγκεκριμένο κήρυγμα η λεγόμενη «νέα Αριστερά» το έχει εκχωρήσει στους παλαιοημερολογίτες του ΚΚΕ), μα ούτε και για να περιορίσει εγγενείς αδικίες κι ανισότητες του καπιταλισμού ή να διασώσει κάποιους ταπεινούς και καταφρονεμένους από τη μοίρα τους. Ψηφίστε την, μόνο και μόνο για να μην υποκινεί το χάος που εμποδίζει τους πάντες να ζουν ήρεμα, να ζουν με περιορισμένη ή και μεγάλη άνεση, πρόθυμοι να ξεσηκωθούν μόνον εάν προκύπτουν απειλές κατά της δημοκρατίας. Κοντολογίς, ψηφίστε την, όχι για να κάνει τη ζωή σας καλύτερη, αλλά για να μη σας την κάνει χειρότερη.

Αντίθετα με τον χαρίεντα ισχυρισμό του κ. Παππά, αφού η Αριστερά είναι τόσο «μανούλα στην αντιπολίτευση», καλύτερα να παραμένει εκτός εξουσίας. Αν η μεγάλη της δεξιότητα έγκειται στο να μην «αφήνει σε χλωρό κλαδί», πώς θα χειρίζεται τη διακυβέρνηση της χώρας, όταν κύριο ζητούμενο σε μια σύγχρονη κοινωνία είναι το «χλωρό κλαδί» της σταθερότητας;  

Οι ανισότητες και οι αδικίες δεν θα τελειώσουν ποτέ. Η υπόσχεση της παντελούς εξάλειψής τους κατέρρευσε με το σοβιετικό μοντέλο. Η μέριμνα για τον περιορισμό τους ήταν αυτή, ακριβώς, που γέννησε τη σοσιαλδημοκρατία, ήδη στα χρόνια του Μαρξ. Ακατάσχετη καχυποψία για τέλεση αδικιών παντού, μόνο τον λαϊκισμό καταφέρνει να εκτρέφει. Οι χωρίς τέλος καταγγελίες, για να καταπολεμηθεί κάθε πιθανή ή απίθανη δυνατότητα αδικίας (έως και οι άνισες ευκαιρίες στα ιδιωτικά πανεπιστήμια ή ενδεχόμενες λαθροχειρίες στην επιστολική ψήφο), δημιουργούν περισσότερα προβλήματα απ’ όσα λύνουν. Δεν μπορείς να ζεις με το δίλημμα ή πιάνομαι κορόιδο ή τελώ σε διαρκή ανταρσία. Κάθε πράξη εκδίκησης, εξάλλου, γίνεται αφορμή νέων εκδικήσεων.

Απόπειρες να καούν με μολότοφ δυο-τρεις αστυνομικοί σε κάθε επέτειο της δολοφονίας Γρηγορόπουλου ή οι πορείες πολιορκίας της αμερικανικής πρεσβείας, μετά την πάνδημη τελετή μνήμης στο Πολυτεχνείο, αρμόζουν μόνο σε κοινωνίες όπου θάλλει η παράδοση της βεντέτας. Πάλι καλά που δεν έχουμε απόπειρες να σφάζονται κάποιοι Τούρκοι κάθε 25η Μαρτίου ή να πυροβολούνται μερικοί Ιταλοί κάθε 28η Οκτωβρίου. 

Παρά την καταγωγή της από τη «νεωτερικότητα», η Αριστερά επιμένει να μην παραιτείται από τη φλόγα του ρομαντικού πάθους και της κάθε λογής «επαναστατικότητας».

Μπορεί «το νόμισμα να μην είναι φετίχ», αλλά το να είσαι «κινηματικός» και να μην αφήνεις τους αντιπάλους «σε χλωρό κλαδί», είναι πράγματι αριστερό φετίχ, από τον Τρότσκι και εντεύθεν. Μέχρι και την «επαναστατικότητα» του Χάιντεγκερ εκθείασαν τρεις πανεπιστημιακοί καθηγητές φιλοσοφίας και εμφανώς ομοϊδεάτες του κ. Παππά, σε παρουσίαση βιβλίου στη Θεσσαλονίκη (στις 7/11), παροτρύνοντας «να αντιμετωπίσουμε με επιείκεια τη στράτευση του Χάιντεγκερ στον ναζισμό», διότι τη φιλοσοφία του χαρακτηρίζει μια «επαναστατικότητα», καίτοι σε λάθος κατεύθυνση!

Οπως εύκολα μπορεί να πληροφορηθεί κανείς, η στράτευση του Χάιντεγκερ στον ναζισμό δεν ήταν επιπόλαιη. Πιο ναζιστής πεθαίνεις. (Θα τον είχαν εκτελέσει στη Νυρεμβέργη.) Πλήρωνε μηνιαίες συνδρομές στο ναζιστικό κόμμα μέχρι το 1945, υπέγραφε τις επιστολές του με το «Heil Hitler», αρνήθηκε οποιοδήποτε σχόλιο για το Ολοκαύτωμα και η ίδια η φιλοσοφία του, με έμφαση στο «υπαρκτικό ανήκειν» – το περίφημο «Dasein» – και στην «αποφασιστικότητα» της δράσης, ταιριάζει μια χαρά με την αφομοίωση του ατόμου σ’ ένα έθνος μαχητών – την πεμπτουσία του ναζισμού. Ωστόσο οι τρεις καθηγητές παρότρυναν να τα ξεχάσουμε αυτά, επειδή ο Χάιντεγκερ «έβγαλε τα φοιτητικά ακροατήρια από τα χασμουρητά που προκαλούσαν μαθήματα άλλων καθηγητών» – πιθανώς Καντιανών ορθολογιστών.

Δεν πρότειναν ν’ αντιμετωπίσουμε «με επιείκεια» και τον Ράινχαρντ Χάιντριχ επειδή έπαιζε καλά βιολί, πρέπει να πω, αλλά η λογική τους δεν απέχει απ’ αυτό. Μια Αριστερά που εύκολα χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό «μακρύ χέρι του φασισμού» ή «κοινοβουλευτική δικτατορία» όποιες νομοθετήσεις δεν τη βρίσκουν σύμφωνη, είναι έτοιμη να συγχωρήσει πραγματικούς ναζί, χάριν «επαναστατικότητας». Διότι...

ΕΘΝΙΚΟΙ ΑΛΗΤΑΡΑΔΕΣ - ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Οι «δύο κόσμοι»

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ και συγγραφέας.


Με κάτι σαν το «όλοι μαζί μπορούμε», ορισμένα συνθήματα της καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ δείχνουν ενωτικά. Πίσω τους όμως δεν παύει να ηχεί αυτό που μέχρι πρόσφατα τόνιζαν κομματικά στελέχη και πολλοί δημοσιογράφοι της ΕΡΤ, ότι στις επόμενες εκλογές «θα συγκρουστούν δύο τελείως διαφορετικοί κόσμοι». Κι ένα σύνθημα σαν το «η χώρα μάς ανήκει» μία μόνο ανάγνωση μπορεί να έχει: ότι η χώρα «ανήκει» σε όσους ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός, κατά δήλωσή του, έδιωξε δανειστές και ξεφορτώθηκε μνημόνια∙ άρα οι αντίπαλοί του εντάσσονται στους εχθρούς της χώρας, στους αργυρώνητους πράκτορες ξένων συμφερόντων.

 
Οσο πιο ριζοσπαστική η Αριστερά άλλωστε τόσο πιο πολύ οι αγώνες της στοχεύουν στην πλήρη κατίσχυση επί των αντιπάλων και στην ηθική (τουλάχιστον) εξόντωσή τους. Τις μετά τις ευρωεκλογές δηλώσεις ότι «έτσι είναι η δημοκρατία, άλλοτε κερδίζεις, άλλοτε χάνεις» τις διακρίνει μια κραυγαλέα κάλπικη ψυχραιμία.

 
Το «άλλοτε χάνεις» τους είναι αδιανόητο. Στη δική τους αντίληψη περί δημοκρατίας, οι αντίπαλοι είναι στυγνοί εκμεταλλευτές, φασίστες, αιμοδιψή κοράκια με νύχια γαμψά κ.ο.κ. 


Αν καταστούν αποδεκτές οι εναλλαγές στην εξουσία, τι γίνεται ο μαρξισμός-λενινισμός και πού πάει η «σύγκρουση δύο κόσμων»; 


Οι συνεχείς μομφές προς το ΚΙΝΑΛ, επειδή δεν προσέρχεται σύσσωμο να τους υποστηρίξει, τι άλλο δείχνουν αν όχι φρίκη απέναντι στην ιδέα του «άλλοτε κερδίζεις, άλλοτε χάνεις»;

 
Σε αυτό ακριβώς το κλίμα κινείται και ο συλλογισμός τον οποίο εξέθεσε ο Πρωθυπουργός σε πρόσφατη συνέντευξή του: «Κάτι πρέπει να συμβαίνει με τη Novartis, για να διαμαρτύρονται τόσο έντονα οι κατηγορηθέντες» είπε, «διότι αν είσαι αθώος περιμένεις, ήρεμα, να αποδειχθεί η αθωότητά σου από τη Δικαιοσύνη». Ατράνταχτο επιχείρημα. Εντελώς εφάμιλλο με εκείνο που υποστηρίζει ότι «οι καθαροί άνθρωποι δεν πλένονται ποτέ και μόνο οι βρωμιάρηδες κάνουν κάθε μέρα μπάνιο»! Διότι, αντίστοιχα, όσο βαριά και άδικα κι αν κατηγορηθείς, εφόσον είσαι αθώος αποστομώνεις τους κατηγόρους σου διά της δικαστικής ετυμηγορίας. Να καταγγέλλεις συκοφαντίες, να υποβάλλεις μηνύσεις και να γίνεσαι έξαλλος δείχνει πως «κάτι πρέπει να συμβαίνει» και κάποια ενοχή την έχεις σίγουρα.

 
Καίτοι αστείο, το επιχείρημα ηχεί ανατριχιαστικό σε πρωθυπουργικά χείλη. Μια τέτοια ιδέα παρουσιάζει και η πρώτη σκηνή του Μάκβεθ, αλλά εκεί ξέρουμε πού καταλήγει η πλοκή. Οι προφητείες των τριών μαγισσών αφήνουν αδιάφορο τον αθώο συμπολεμιστή του Μάκβεθ, τον Μπάνκο, ενώ ο ίδιος ο Μάκβεθ θορυβείται επειδή πράγματι εποφθαλμιά τον θρόνο του βασιλιά Ντάνκαν. Νομίζω όμως ότι η σύγκριση μάλλον εξωραΐζει τη σκέψη του Πρωθυπουργού. Πιθανότερη αφετηρία του δικού του συλλογισμού πρέπει να ήταν το «όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται».


Γνήσια θυμηδία, αντίθετα, προκαλεί το επιχείρημα που σε αλλεπάλληλες συνεντεύξεις επανέλαβε ο κ. Σκουρλέτης, δικαιολογώντας την υπερφορολόγηση των μεσαίων στρωμάτων στα χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. «Ηταν», ξεκίνησε να εξηγεί με πάσα σοβαρότητα, «σαν μια μάνα με δυο παιδιά, ένα που κάπως στέκει στα πόδια του κι ένα ετοιμοθάνατο από ασιτία. Τι θέλετε να κάνει αυτή η μάνα;» έθεσε το μελοδραματικό ερώτημα. «Είναι υποχρεωμένη να στερήσει το φαγητό του πρώτου παιδιού, ώστε να σώσει εκείνο που λιμοκτονεί»! Εμφανώς εμπνευσμένο από το διάσημο κάποτε Οργανάκι του Αττίκ («κρεμάστηκε του λένε μια ζητιάνα / κι αφήνει αυτό το έρημο παιδί / Δεν είχε να το θρέψει η δόλια η μάνα / πού είν’ ο προκομμένος να το δει;»), το επιχείρημα καθιστά την κυβέρνηση ισοδύναμο της «δόλιας μάνας». Ωθώντας στα άκρα την αναλογία, ο κ. Τσίπρας προσωποποιεί την αποπλανημένη «σεμνή κοπέλα με κοτσίδα τα μαλλιά». Με την απελπισία για το πεινασμένο παιδί της να την οδηγεί στην αυτοχειρία.

 
Ανάμεσα στις άλλες προσπάθειες να εκσυγχρονίσει την αυτοκρατορία του, το 1721 ο Μέγας Πέτρος μετέτρεψε τους τίτλους των ρώσων αριστοκρατών από βογιάρους σε κόμητες και βαρόνους. Εκανε όμως ακόμα πιο τυραννική την εξουσία του επάνω τους κι έτσι, παρά τους λοιπούς εκσυγχρονισμούς, η Ρωσία βυθίστηκε ακόμα πιο έντονα στον μεσαιωνικό δεσποτισμό.  


Κάπως αντίστροφα, ο κ. Τσίπρας πήρε διάφορους κόμητες ή βαρόνους των παλιών κομμάτων και τους μετέτρεψε σε κάτι μεταξύ βογιάρων και λαϊκών κομισαρίων. Το αποτέλεσμα ωστόσο ήταν ίδιο. Επιδείνωσε κι αυτός, αντί να αλλάξει, την κουλτούρα εξαγοράς μωροφιλόδοξων, η οποία παραδοσιακά χαρακτήριζε την ελληνική πολιτική σκηνή.

 
Το κύριο άρθρο στο οπισθόφυλλο της Εφημερίδας των Συντακτών στις 19/6 παρηγορούσε για την ήττα στις ευρωεκλογές μιλώντας για μια Αριστερά που, καίτοι εξέλιπε η ΕΣΣΔ και κυριάρχησε ο ταξικός αντίπαλος, «συνεχίζει να εμπνέει». Μια Αριστερά που, με τη νίκη της το 2015, τόλμησε «να κολυμπήσει σε άγνωστα νερά, χωρίς να φοβηθεί τη μόλυνση από τον αντίπαλο, βάζοντας υποθήκη την ίδια της την ταυτότητα». Με άλλα λόγια, τι υπέροχο που η Αριστερά συνεχίζει να εμπνέει, έστω και αν παύει να είναι Αριστερά για να μπορεί να κυβερνήσει. Αυτό το εγκώμιο του οπορτουνισμού καταλήγει σε κάλεσμα για συσπείρωση «κάθε αριστερής πολιτικής δύναμης στις εκλογές».

 
Τελικά, αν υπάρχει σύγκρουση «δύο κόσμων» στις εκλογές, φοβάμαι πως είναι...

ΣΥΡΙΖΟΑΛΗΤΑΡΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Δόλιοι, χυδαίοι κι άπληστοι, αντάμα

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ και συγγραφέας.


«Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι, αντάμα / προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα» έλεγε στο περίφημο Οι μοιραίοι ο Βάρναλης, το 1922. Κοντά έναν αιώνα μετά, μόλις το θάμα συνέβη, οι «πρώτη φορά Αριστερά» υπερασπιστές των απόκληρων αποδείχθηκαν δόλιοι, χυδαίοι κι άπληστοι, αντάμα.  


Δόλιοι στο πώς να πάρουν την εξουσία, χυδαίοι ασκώντας την, άπληστοι να την κρατήσουν όσο πάει περισσότερο. Τυχόν αμφιβολίες τις αίρει η ταύτιση όλων με τον κ. Πολάκη.

 
Με δύο δικτατορίες (Μεταξά και συνταγματαρχών) από το 1922, συν τη γερμανική κατοχή και τον Εμφύλιο ενδιαμέσως, στερήσεις και καταπίεση έστελναν ευλόγως στην Αριστερά κάθε ευαίσθητο νέο. Αλλά, όλως παραδόξως, η ελευθερία και η ευμάρεια που άνθησαν μετά το 1980 δεν αναχαίτισαν αυτή την έφεση. Ομάδες αριστεριστών ή η ΚΝΕ κυριάρχησαν στα πανεπιστήμια κι ενώ τα σπίτια διακοπών συμπλήρωναν την ήδη αθρόα ιδιοκατοίκηση, σουξέ στα γλέντια έμενε το «Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας, στη Δραπετσώνα εμείς δεν έχουμε ζωή»!

 
Οταν το 1920 ο Μπέρτραντ Ράσελ γνώρισε τον Λένιν, δήλωσε ότι επρόκειτο για ιδρυτή θρησκείας, όχι πολιτικό, και ανάλογη μεταστροφή από φιλοκομμουνιστικές θέσεις έκαναν τη δεκαετία του 1930 ο Αντρέ Ζιντ και ο Τζορτζ Οργουελ. Ο πόλεμος, με τις κολοσσιαίες θυσίες των Ρώσων για την ήττα του ναζισμού, ενίσχυσε σθεναρά τις συμπάθειες προς την Αριστερά. Παρά την εισβολή των σοβιετικών τανκς σε Βουδαπέστη το 1956 και Πράγα το 1968, η ΕΣΣΔ δεν έπαυε να σαγηνεύει. Ισως αυτό έκανε τον Τσόρτσιλ να τη χαρακτηρίσει «γρίφο, περιτυλιγμένο με μυστήριο, μέσα σ’ ένα αίνιγμα».

 
Ιδίως στην Ελλάδα, με τη βαθιά ριζωμένη Ορθοδοξία και την ακατάβλητη εμπιστοσύνη στα θαύματα, τέτοιοι «γρίφοι» παρέμειναν εξόχως θελκτικοί. Ακόμα και μετά το 1989, όταν αποδείχθηκε ότι «ο κόσμος στο μπόι των ονείρων μας», για τον οποίο τόσο ηρωικά είχε σταθεί ο Μπελογιάννης μπρος στο εκτελεστικό απόσπασμα, δεν ξεπέρασε ποτέ το 1,65 μ. – το μπόι του Στάλιν. Το αγγλικό ΚΚ αποφάσισε να αυτοδιαλυθεί, τότε, και το γαλλικό έπεσε στο 0,2%. Αλλά οι προσηλωμένοι στα όνειρα παππούδων από τον Εμφύλιο Ελληνες έμειναν, σε υψηλότατα ποσοστά, να αναρωτιούνται αν θα ‘χαμε οικοδομήσει τον σοσιαλισμό, εφόσον έτσι ο Ζαχαριάδης ή αλλιώς ο Τίτο, και ν’ αποδίδουν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ σε υπονόμευση από τον Γκορμπατσόφ.

 
Μολονότι η Ρωσία του Πούτιν έχει απροκάλυπτα επιστρέψει στα μεγαλεία των φεουδαλικών δομών της, μολονότι η αμετανόητα μαοϊκή Κίνα πρόσθεσε στην κομφουκιανή γραφειοκρατία την πιο αποτρόπαιη όψη πρωταρχικής καπιταλιστικής συσσώρευσης, μολονότι η Κούβα ξανάγινε το εξωτικό πορνείο που ήταν και επί Μπατίστα, η ελληνική Αριστερά δεν εννοεί να απαγκιστρωθεί από καμιά ειδυλλιακή ουτοπία. Συνδυάζοντας απολύτως μερικές φορές, όπως η κυρία Λιάνα Κανέλλη, την ένθερμη πίστη τόσο στον επίγειο σοσιαλιστικό όσο και στον ορθόδοξο χριστιανικό Παράδεισο.

 
Μεταξύ 1990 και 2010, στις ανήσυχες δεκαετίες που σημαδεύουν κάθε fin de siècle, είχε αναφανεί μια Αριστερά έξω από ολοκληρωτισμούς παραδείσιων ονείρων, αποδεχόμενη τις αρετές του κοινοβουλευτισμού. Εκτός κάθε προοπτικής να αναλάβει εξουσία, στόχευε, χάρη στον κοινοβουλευτικό έλεγχο, να περιορίζει αυταρχισμό και φαυλότητες που θάλλουν στα καπιταλιστικά συστήματα. Με κεντρική ιδέα ότι εκτός από οικονομικές ελίτ υπάρχουν και ελίτ του πνεύματος, η πρόσβαση στις οποίες μένει ανοιχτή σε όλους.

 
Μια τέτοια Αριστερά συμπαθήσαμε, κάποιοι, και νομίσαμε ότι τη βρίσκουμε στον Συνασπισμό αρχικά, στη ΔΗΜΑΡ μετά, στο Ποτάμι πρόσφατα. Πλην, το «μπόι» του Στάλιν απεδείχθη ανυπέρβατο. Μόλις οσμίστηκε εξουσία, ο Συνασπισμός έγινε σύμπραξη ριζοσπαστικής Αριστεράς και θεοσεβούμενης Ακροδεξιάς, ενώ η ΔΗΜΑΡ τεκμηρίωσε οριστικά ότι οι ρήξεις με τον ολοκληρωτισμό δεν ήταν παρά προπέτασμα καιροσκοπισμού. (Από τις πρώιμες συμπάθειες με τον Τσαουσέσκου στις όψιμες με τον Μαδούρο, η απόσταση είναι μηδενική.) Στη δολιότητα, χυδαιότητα κι απληστία, προστέθηκε και η πομπώδης μπαρούφα του κ. Μπίστη «Και εγένετο Πρέσπες», σαν λυδία λίθος για τη διάκριση προοδευτικών-αντιδραστικών. Οσο για το Ποτάμι, κανείς δεν ξέρει ποιον πεμπτοφαλαγγίτη του ΣΥΡΙΖΑ θα περιλαμβάνει πάλι.

 
Τελικά, ζούμε σε μια χώρα που, καίτοι λίκνο του κλασικού, δεν γνώρισε τον ορθολογισμό του κλασικισμού. Με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους, το 1830, αρχίσαμε να τσαλαβουτάμε στη ρομαντική αταξία της τότε Ευρώπης, χωρίς να προηγηθεί πειθαρχία σε κοινές αρχές. Κι ακόμα, ζούμε σε μια χώρα που, καίτοι λίκνο της δημοκρατίας, δεν εξοικειώθηκε με την ιδέα συμβιβασμών οι οποίοι κανέναν δεν ικανοποιούν εντελώς, επιτρέπουν όμως να συνυπάρχουμε ειρηνικά. Μείναμε στο οθωμανικό πρότυπο του απόλυτου άρχοντα, που φτιάχνει ό,τι κανόνες θέλει κι όταν θέλει τους αλλάζει, ευνοεί μόνο ανθρώπους του, ή ανθρωπάκια που προσεταιρίζεται, και θεωρεί «εχθρούς» τους συμπολίτες με αντίθετες απόψεις.  


Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι...

ΣΥΡΙΖΟΦΑΣΙΣΤΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: «Απεύθυνση» χωρίς κατεύθυνση

Ομότιμος καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων ΑΠΘ και συγγραφέας.


Με την περίφημη «απεύθυνσή» του, ο Πρωθυπουργός εισήγαγε στο επίσημο πολιτικό λεξιλόγιο την ιδιόλεκτο αριστερίστικων φοιτητικών παρατάξεων του 1990. Τότε που αρειμάνια μέλη της ΕΑΑΚ ή συναφών σχημάτων μπούκαραν στις τάξεις για να κάνουν «μια απεύθυνση», εν όψει καταλήψεων.


Σε σχέση με το τι εισήγαγαν στο πολιτικό λεξιλόγιο η κυρία Μεγαλοοικονόμου ή ο κ. Πολάκης, η «απεύθυνση» του κ. Τσίπρα διατηρεί, τουλάχιστον, κάτι από τη δροσιά πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων (έστω στην πιο ανάγωγη εκδοχή της). Αλλά το πρόβλημα της «απεύθυνσης» δεν είναι ετυμολογικό. Είναι ότι απευθύνεται χωρίς να κατευθύνει.


Διότι, πρώτον, στη «γέφυρα» που πρόθυμοι ποντίφικες σπεύδουν να εγείρουν δεν υπάρχει ένδειξη ως προς τη φορά κυκλοφορίας. 


 Θα φέρνει κόσμο του Κέντρου στην Αριστερά ή θα οδηγεί κόσμο της Αριστεράς στο Κέντρο; Και αν συσσωρεύει εκεί διασταυρούμενα πλήθη, μήπως καταρρεύσει από τον συνωστισμό;  


Οταν, με εξαίρεση τα δελτία καιρού, δεν έμεινε εκπομπή της ΕΡΤ να μην καταγγείλει τη ΝΔ ως άντρο υπερασπιστών της παιδεραστίας, ο κ. Κουρουμπλής μιλά για νεοφιλελεύθερο όλεθρο, ο υπόλοιπος ΣΥΡΙΖΑ θεωρεί το ΚΙΝΑΛ άντρο υποστηρικτών των υπερασπιστών της παιδεραστίας και το Ποτάμι διαλύεται, δεν απομένουν άλλοι χώροι. Θα πρέπει όλοι, περιδεείς, να σπεύσουμε στη «γέφυρα». (Ιδίως τώρα που η αποχώρηση των ΑΝΕΛ λειτούργησε σαν παρθενορραφή, αποκαθιστώντας την αγνότητα της Αριστεράς.) Εκτός, βέβαια, αν όσοι συμμερίζονται την απέχθεια προς διαστροφές, ολέθρους κ.λπ. επιλέξουν κάτι δραστικότερο για την αντιμετώπιση αυτών των φαυλοτήτων: τους λαϊκούς εκδικητές του Ρουβίκωνα ή της Χρυσής αυγής.


Εκεί ανακύπτει το δεύτερο πρόβλημα της πρωθυπουργικής «απεύθυνσης». Με το να καλεί σε αποστείρωση της κοινωνίας από διαστροφές, οικονομικές ατασθαλίες και ανισότητες, υποκινεί εμπαθείς ενέργειες. Οσοι δεν τρέφουν ιδιαίτερο σεβασμό σε δημοκρατικούς θεσμούς μπορούν, έτσι, να απλώσουν δημοφιλέστερες «γέφυρες». Οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες ποτέ δεν έπαψαν να δίνουν ευκαιρίες σε υποκινητές λιντσαρισμάτων. Κι ας μην ξεχνάμε τη μακρά παράδοση λατρείας στην ανομία εκδικητών. Από τον Ροδόλφο στα Μυστήρια των Παρισίων ή τον Νταντές στον Κόμη Μοντεχρήστο, τον 19ο αιώνα, ως τα κόμικς της Μάρβελ στις μέρες μας, ο «Διώκτης της αδικίας» σαγηνεύει αδιαλείπτως το λαϊκό φαντασιακό. Αλλά, όπως εξηγούσε ο Μαρξ, επικρίνοντας τον Ευγένιο Σύη στη Γερμανική Ιδεολογία, τέτοιοι υπερασπιστές φτωχών και αδικημένων αδρανοποιούν την πάσχουσα κοινωνία. Αρκείται στην τιμωρητική τους δράση. Ρόλο ηγέτη-εκδικητή, εξάλλου, έπαιξαν κι ένας Στάλιν ή ένας Χίτλερ.


Αυτό ακριβώς είναι το τρίτο και σημαντικότερο πρόβλημα της «απεύθυνσης». Οχι μόνο δεν δείχνει κατεύθυνση κίνησης, όχι μόνο δίνει ευκαιρίες έγερσης γεφυρών προς φασιστικά ρεύματα, αλλά γίνεται η ίδια γέφυρα προς τον ολοκληρωτισμό. Αφού ό,τι κυριαρχεί στην «απεύθυνση» είναι η λάμψη τού «απευθύνοντος». Δεν προτείνει τίποτε πιο ουσιώδες από έναν «προοδευτικό πόλο», κατάστικτο από αντιδραστικούς. Δεν προτείνει αντιπαράθεση επιτελείων από διακεκριμένες προσωπικότητες που, είτε υπηρετούν μια επιτρεπτική σοσιαλδημοκρατία είτε έναν λελογισμένο συντηρητισμό, επιδιώκουν να ισχύουν προπάντων η εύρυθμη ανάπτυξη και η δημοκρατική λειτουργία σύγχρονου κράτους.


Αντ’ αυτών, προτείνει κράτος όπου κυριαρχεί ο λαμπρός ηγέτης. Πάνω στη «γέφυρα» ακτινοβολεί το πρόσωπο του ίδιου του κ. Τσίπρα. Αυτή είναι η μόνη διαφαινόμενη κατεύθυνση της «απεύθυνσης»: ελάτε πίσω μου (ή κάτω μου), όπως στο δημοψήφισμα του ’15, και κάπου θα βρω να σας οδηγήσω. Οπως το ’15. Ενας χαρισματικός ηγέτης, «που τον σέβονται όλοι οι ηγέτες του κόσμου, τρεις κατηγορίες πάνω από κάθε άλλον έλληνα πολιτικό αρχηγό» σύμφωνα με τη ρητορική σταλινικής προσωπολατρίας του κ. Ξυδάκη, δεν χρειάζεται άλλες δεσμεύσεις.


Αυτός ορίζει ποιοι είναι εχθροί ή ποιοι φίλοι, ανακατανέμοντας ρόλους στα πρότυπα του συμφώνου Μολότοφ – Ρίμπεντροπ το 1939, αυτός διακηρύσσει ότι δεν επιθυμεί να εξαϋλώσει την Κεντροαριστερά, υπουργοποιώντας, ταυτόχρονα, όποιον την εγκαταλείπει. Και ο κ. Πετρόπουλος ζωγράφισε την ευημερία που έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ, στη θέση τής ως τότε λιμοκτονίας, με τα χρώματα που ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός του Αρκάντι Πλαστόβ, στον πίνακα «γιορτή στην κολεκτίβα», απεικόνιζε πλουσιοπάροχα πανηγύρια σε εποχή εκατομμυρίων θυμάτων πείνας στην ΕΣΣΔ!


Αυτή η ανατριχιαστική ομοιότητα είναι που γεννά αντιδράσεις σε κάθε έντιμο άτομο.  


Ενδεικτικότερο παράδειγμα αποτελεί ο Αρκάς. Μπορούσε να παραμείνει στην πάνδημη αποδοχή την οποία απολάμβανε μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Το έξοχο χιούμορ του ενέπαιζε τα πάντα: ζωή, θάνατο, επιστήμη, ερωτική επιθυμία, αισθήματα φιλίας ή σχέσεις γονιών – παιδιών. Εμενε όμως μακριά από πολιτικά σχόλια. Θεωρούσε, όχι άδικα, ότι το ποιο κόμμα κυβερνά και ποιο αντιπολιτεύεται είναι παροδικά επεισόδια. Δική του στόχευση ήταν το οικουμενικό – το έλλειμμα απείρου, απέναντι στο οποίο «μεμψιμοιρεί» κάθε μεγάλη τέχνη, μαζί και η υψηλή τέχνη του χιούμορ. Ωστόσο, ο Αρκάς προτίμησε να απολέσει την πάνδημη αποδοχή και να βρεθεί αντιμέτωπος με αβυσσαλέα κακοπιστία ή και λυσσαλέα εχθρότητα.


Δεν πρόκειται για αιφνίδια κρίση μαζοχισμού, για εθελούσια καταβύθιση στη λάσπη πολιτικών αντιπαλοτήτων. Πρόκειται για...