"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΥΠΑΡΚΤΟΣ ΝουΔο-ΚΟΡΩΝΟΪΟΠΛΗΚΤΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ: Τι δεν κάναμε καλά;

Γράφουν οι  ΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Κ. ΤΣΟΥΚΑΣ, και ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Μ. ΜΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*

«Μόνο η πολυπλοκότητα μπορεί να δαμάσει
την πολυπλοκότητα»

ROSS ASHBY
 
Κάθε κρίση συνιστά δοκιμασία: δοκιμάζει αντοχές, σχέδια, ετοιμότητα απόκρισης. Συγχρόνως, απο-καλύπτει: δείχνει αυτό που γνωρίζαμε αλλά δεν προσέχαμε. Οτι, λ.χ., η οικονομική ανάπτυξη συνδέεται στενά με τη δημόσια υγεία, οι ανισότητες καθιστούν τους φτωχότερους περισσότερο ευάλωτους, η οργάνωση των υπηρεσιών υγείας είναι εξαιρετικά σημαντική, η συνεργασία κράτους – πολιτών είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση μιας υγειονομικής κρίσης κ.ο.κ.

Η απο-κάλυψη λειτουργεί, εν δυνάμει, διορθωτικά. Γνωρίζοντας αυτά που η πανδημία έφερε στο φως, δεν μπορούμε να πορευόμαστε όπως πριν. Βεβαίως, δεν διορθώνονται όλα την ίδια στιγμή. Η προτεραιότητα, όταν ξεσπά μια μεγάλη υγειονομική κρίση, είναι η άμεση αποτελεσματική διαχείριση. Ο στόχος είναι, συνήθως, ευρύτατα αποδεκτός: η προστασία της δημόσιας υγείας με τη μικρότερη δυνατή ζημία στην οικονομία και στην κοινωνική λειτουργικότητα. Οι διαφορές εντοπίζονται στη στρατηγική.  

Σε διεθνές επίπεδο, έχουμε δει τρεις, κυρίως, στρατηγικές: δεν-τρέχει-και-τίποτε (π.χ. Βραζιλία, εν μέρει ΗΠΑ), περιορισμένη κρατική παρέμβαση (π.χ. Σουηδία), εκτεταμένη κρατική παρέμβαση (οι πλείστες χώρες). 

 Σήμερα, γνωρίζουμε ότι οι χώρες που κατάφεραν να ελέγξουν την πανδημία είναι αυτές που υιοθέτησαν το ενδεδειγμένο μείγμα εκτεταμένων κρατικών παρεμβάσεων και, συγχρόνως, έδειξαν στοχοπροσήλωση και προσαρμοστική ικανότητα.

Η μάχη με την πανδημία είναι μακράς διάρκειας. Μια στρατηγική που τώρα φαίνεται να αποδίδει, ενδέχεται, στη συνέχεια, να σκοντάψει (π.χ. περίπτωση Γερμανίας). Στη διαχείριση της πανδημίας, οι κυβερνήσεις βαδίζουν, εν μέρει, στο σκοτάδι. Οι κοινωνίες είναι σύνθετα συστήματα. Δεν γνωρίζουμε πάντα τι προκαλεί τι, και/ή σε τι έκταση. Οι συστάσεις των ειδικών δεν είναι φυσικοί νόμοι – εξαρτώνται από υποκείμενες αξίες και παραδοχές. Προβλήματα ανακύπτουν απροσδόκητα, πολλαπλασιάζονται και μεταλλάσσονται. Σε συνθήκες ριζικής αβεβαιότητας, απαιτείται πληροφόρηση, επαγρύπνηση και (ανα)σχεδιασμός.

Το πρώτο κύμα της πανδημίας, η Ελλάδα το αντιμετώπισε επιτυχώς. Γιατί; 

Πρώτον, διότι η κυβέρνηση έλαβε εγκαίρως τη συνετή απόφαση για εγκλεισμό (lockdown). 

Δεύτερον, διότι τα μέτρα (ο εγκλεισμός) ήταν εξαιρετικά δραστικά. Η δραστικότητά τους, όμως, ήταν τέτοια που, παραπλεύρως, επιβάρυναν σημαντικά την οικονομική, κοινωνική και ψυχική ζωή.

Η επιτυχία του πρώτου εγκλεισμού είχε δύο παρενέργειες.  

Πρώτον, τη χαλάρωση (μείωση επαγρύπνησης και σχεδιασμού) που επακολούθησε.

Δεύτερον, δεδομένου ότι δεν είχε δοθεί αρχικά έμφαση στην επιδημιολογική επιτήρηση της διασποράς της νόσου στον πληθυσμό, την αποδοχή της αντίληψης ότι, χωρίς πολλά και συχνά διαγνωστικά τεστ, η πανδημία μπορεί να ελεγχθεί. Η επιδημιολογική πληροφόρηση παρέμεινε χαμηλή.

Η χώρα με τις καλύτερες επιδόσεις τόσο στον έλεγχο της πανδημίας όσο και στην οικονομική ανάκαμψη είναι η Νότια Κορέα.  

Τι έκανε; 

Εδωσε αμέσως τεράστια έμφαση στα μαζικά τεστ, στην εκτεταμένη ιχνηλάτηση, στις στοχευμένες παρεμβάσεις σε εστίες μόλυνσης και στην αυτοαπομόνωση και/ή καραντίνα των πασχόντων. Με σωστή πληροφόρηση, η κυβέρνηση παρενέβαινε έγκαιρα όπου και όπως χρειαζόταν.

Το μείγμα της ελληνικής στρατηγικής ήταν διαφορετικό: 

Η Επιτροπή Ειδικών υποτίμησε τις δυνατότητες των μαζικών τεστ από την αρχή. Θεώρησε ότι το παράδειγμα της Νότιας Κορέας δεν ήταν εφαρμόσιμο σε εμάς, ενώ είχε τη γνώμη ότι τα μαζικά τεστ παρέχουν «ψευδή αίσθηση ασφάλειας» και συνιστούν «σπατάλη πόρων». 

Το αποτέλεσμα;  

Οι λήπτες αποφάσεων στερήθηκαν πολύτιμης πληροφόρησης. Ο ιός υπήρχε στην κοινότητα, αλλά δεν ξέραμε πού.

Η απουσία επιδημιολογικής πληροφόρησης συμπορεύθηκε με λειψό σχεδιασμό. Ηταν γνωστό ότι ερχόταν δεύτερο, σφοδρότερο, κύμα πανδημίας. Τι έκανε η κυβέρνηση; 

Ενώ απηύθυνε, ορθώς, εκκλήσεις στους πολίτες να τηρούν τα μέτρα, η ίδια ολιγώρησε σε τομείς ευθύνης της. Τι (δεν) έκανε; 

Πρώτον, άνοιξε τις πύλες της χώρας, με μόνο δειγματοληπτικό (κι αυτόν ελλιπή) έλεγχο εισερχόμενων τουριστών. 

Δεύτερον, αξιοποιήθηκαν αργά (τον Οκτώβριο) οι υπάρχουσες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, ενώ δεν ενεπλάκησαν οι γιατροί του ΠΕΔΥ στην πρωτοβάθμια υγεία των ασθενών με COVID-19. 

Τρίτον, δεν καλύφθηκε το κόστος του τεστ κορωνοϊού από τον ΕΟΠYΥ, έτσι ώστε να ενθαρρυνθούν τα τεστ. 

Τέταρτον, δεν επιβλήθηκε εβδομαδιαίος έλεγχος των εργαζομένων σε οίκους ευγηρίας, νοσοκομεία, φυλακές, σχολεία κ.λπ.  

Πέμπτον, δεν ενισχύθηκαν σημαντικά τα μέσα μαζικής μεταφοράς, ούτε αυξήθηκαν οι χώροι διδασκαλίας με προκατασκευασμένες αίθουσες, όπως έγινε μετά τον σεισμό του 1999. 

Εκτον, δεν επιβλήθηκαν τα μέτρα (μάσκα, αποστασιοποίηση) στους χώρους ή στις τελετές θρησκευτικής λατρείας. Η αντιμετώπιση της πανδημίας προϋποθέτει και ατομική υπευθυνότητα και κεντρική στρατηγική δράση.

Μετά την εμπειρία της περασμένης άνοιξης, ο καθολικός εγκλεισμός –ένα μέτρο με τεράστιες οικονομικές, κοινωνικές και ψυχικές παρενέργειες– έπρεπε να είναι το ύστατο μέτρο καταφυγής. Οτι δεν το αποφύγαμε απο-καλύπτει ότι «πέσαμε έξω». Κάτι μας ξέφυγε ως συντεταγμένη κοινωνία (ειδικοί, λήπτες αποφάσεων, πολίτες).  

Τουλάχιστον ας επιδιώξουμε...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ: Καλωσήρθατε στη μετα-Photoshop εποχή

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης και της Θεωρίας του Πολιτισμού στο Πολυτεχνείο Κρήτης.


 
Τον Ιούλιο του 2019 τα κοινωνικά μέσα γέμισαν με φωτογραφίες των χρηστών τους, εξαιρετικά γερασμένων, με ρυτίδες και άσπρες τρίχες. 


Οσοι είναι εξοικειωμένοι με αυτά τα μέσα γνωρίζουν ότι είναι ναοί ενός ναρκισσισμού, στηριγμένου σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο στις κοσμητικές επιστήμες, στα γυμναστήρια, στις παραλίες, στη βιομηχανία της μόδας, στα κομμωτήρια, στην πλαστική χειρουργική, αλλά και στην εξελιγμένη ψηφιακή τεχνολογία της εικόνας. 


Το (άγνωστό μας) πρόσωπο που μας κάνει αίτημα φιλίας στο facebook, το πιθανότερο είναι να έχει μικρή σχέση με τη φωτογραφία που μας κοιτάζει στη σελίδα του.  


Ολοι μας(;) το έχουμε συνηθίσει και αποδεχθεί ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης επικοινωνιακής σύμβασης. Τα πρότυπα που μας προβάλλονται από την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, τη διαφήμιση ή τη μόδα μάς καθιστούν καθημερινά ανασφαλείς. Αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη έχει μικρή σχέση με τους ηθοποιούς ή τα μοντέλα που κατακλύζουν τον κόσμο της επικοινωνίας.


Το ίδιο το φαινόμενο των selfies (αυτοφωτογραφιών με το κινητό τηλέφωνο) είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική κοινωνικοτεχνολογική εξέλιξη της δεκαετίας μας. Εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο βγάζουν σε κάθε ευκαιρία τον εαυτό τους φωτογραφία με το κινητό τους, σε κάθε ευκαιρία, όπου κι αν βρίσκονται, από μια παραλία έως το κάθισμα του αεροπλάνου, άλλοτε τεντώνοντας το δεξί τους χέρι όσο πιο μακριά μπορούν (οι περαστικοί συχνά συγχέουν τους πρεσβύωπες με νάρκισσους), ενίοτε χρησιμοποιώντας ένα ειδικό μπαστούνι (selfie stick).  


Η ιδέα του αυτοπορτρέτου δεν είναι, ασφαλώς, καινούργια και διαπερνάει την ιστορία της εικόνας, αιώνες πριν την εφεύρεση της φωτογραφίας.

 
Συχνά οι ζωγράφοι χρησιμοποίησαν το μέσο της αυτοπροσωπογραφίας όχι μόνο για να καλλιεργήσουν την ωραιοπάθεια της νεότητάς τους αλλά για να φιλοσοφήσουν πάνω στα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπο και στο σώμα τους. Οι αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ σε προχωρημένη ηλικία είναι ίσως τα καλύτερα (και τα γνωστότερα) παραδείγματα αυτής της διάθεσης. 


Οταν η αμερικανική εταιρεία Eastman Kodak έκανε για πρώτη φορά τη φωτογραφική μηχανή διαθέσιμη σε ερασιτέχνες αυτό λάνσαρε ένα τεράστιο κοινωνικό φαινόμενο αυτοφωτογράφισης. Ομως, όπως ξέρουμε όλοι, είχε μια σειρά τεχνικά προβλήματα. Επρεπε να εφευρεθεί η ψηφιακή φωτογραφία τη δεκαετία ’70, πάλι από την Eastman Kodak (όμως η αδιαφορία της να επενδύσει στο μέσο σήμαινε, ειρωνικά, το τέλος της εταιρείας) για να πολλαπλασιαστεί το φαινόμενο. Μόλις όμως η νέα γενιά των smartphones στη δεκαετία μας πρόσφερε επιτέλους μια απειρία δυνατοτήτων αυτοφωτογράφισης οι selfies απογειώθηκαν.

 
Δύο ακόμη τεχνικές/κοινωνικές εξελίξεις εκτίναξαν το φαινόμενο.  


Το πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας Photoshop, ήδη από τη δεκαετία του ’80, έφερε ένα τέλος στην αξιοπιστία της φωτογραφίας. Για πρώτη φορά από την εφεύρεσή της, σε τέτοιο πειστικό βαθμό, δεν ήμασταν πλέον σίγουροι για το αν αυτό που βλέπαμε σε μια φωτογραφία ήταν αληθινό. Η έλευση της φωτογραφίας τη δεκαετία του 1830, μεταξύ πολλών άλλων καλλιτεχνικών αλλαγών που θα επέφερε τα επόμενα χρόνια, έθεσε ένα τέλος στο επάγγελμα του ζωγράφου πορτρετίστα ταυτότητας. Αυτά τα μικρά, οβάλ συνήθως, πορτρετάκια χρησιμοποιούνταν στα συνοικέσια στην Ευρώπη. Ο γαμπρός έστελνε το μικρό οβάλ πορτρέτο του στη νύφη κι αυτή, αν ενέκρινε αυτό που είχε δει, έστελνε το δικό της. Η αναξιοπιστία μιας τέτοιας εικονογραφίας είναι προφανής. Τουλάχιστον σήμερα, διότι τότε υπήρχε ακόμη ένας μεγάλος σεβασμός και πίστη στην εικόνα. Ομως όλοι μπορούμε να φανταστούμε πως αυτός ο επαγγελματίας ζωγράφος δούλευε για το μεροκάματο και δεν ήταν ορκωτός λογιστής. Ετσι ήταν απολύτως κατανοητό ότι συχνά αφαιρούσε κιλά ή ρυτίδες ή πρόσθετε μαλλιά στο πορτρέτο του πελάτη του. Ή ακόμη κι αν ο ζωγράφος ήταν απολύτως ευσυνείδητος επαγγελματίας, τίποτε δεν διαβεβαίωνε τη νύφη ότι το πορτρέτο δεν έγινε πριν τριάντα χρόνια ή και περισσότερο…

 
Μετά απ’ όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητό γιατί η εφεύρεση του νέου μέσου της φωτογραφίας εξαφάνισε το επάγγελμα του ζωγράφου πορτρέτων ταυτότητας εν μιά νυκτί. Σιγά-σιγά όμως  η ανθρωπότητα κατάλαβε ότι κι αυτό το μέσο δεν ήταν πάντα ειλικρινές. Το ρετούς άρχισε να αφαιρεί τα ανεπιθύμητα σημάδια του χρόνου. Αυτό πήρε διαστάσεις κρατικής προπαγάνδας στα μεγάλα πορτρέτα των γερασμένων πια ηγετών όπως ο Στάλιν ή ο Μάο. Ομως παρέμενε ακόμη μια αθωότητα. Η αθωότητα του πινέλου. Το Photoshop ανέτρεψε τελείως την αντίληψή μας της πραγματικότητας. Οι λίγο μεγαλύτεροι δεν θα ξεχάσουν ποτέ όσο ζουν την προεκλογική εκστρατεία της δεκαετίας του ’90 όπου οι (πολυάριθμες) ελιές στο πρόσωπο του Κώστα Σημίτη εξαφανίστηκαν ως διά μαγείας.

 
Η άλλη καθοριστική κοινωνικοτεχνολογική εξέλιξη ήταν βεβαίως η διάδοση των social media. Εκεί ο ναρκισσισμός του καθενός μας μπορούσε να ‘χει τα 15 λεπτά διασημότητας στον κυβερνοχώρο. Και το πρόγραμμα Photoshop μας πρόσφερε το οπλοστάσιο να φτιάξουμε την ιδανική εικόνα του εαυτού μας, αν τα γυμναστήρια, οι παραλίες, η κοσμητική και η πλαστική χειρουργική δεν είχαν πετύχει το ιδανικό αποτέλεσμα. Εδώ φτάνουμε σ’ αυτό που λέγαμε στην αρχή αυτού του άρθρου: Το πρόσωπο που μας κάνει αίτημα φιλίας στο facebook, το πιθανότερο είναι να έχει μικρή σχέση με τη φωτογραφία που μας κοιτάζει στη σελίδα του. Ολοι μας το έχουμε συνηθίσει και αποδεχθεί ως αναπόσπαστο μέρος της σύγχρονης επικοινωνιακής σύμβασης. Και έχουμε σχεδόν πιστέψει ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει, οι «φίλοι» μας στα κοινωνικά μέσα, είναι ηθοποιοί και μοντέλα.

 
Κι εκεί που απολαμβάναμε αυτή την ψηφιακή Σάνγκρι Λα, όπου όλοι είναι νέοι και ωραίοι, τον Ιούλιο του 2019 όλα άλλαξαν δραστικά. Η ψηφιακή εφαρμογή FaceApp επιτρέπει (με απίστευτα πειστικό τρόπο, είναι η αλήθεια) τη μετατροπή μας σε έντονα γερασμένα πρόσωπα. Ακόμη και νεότατοι άνθρωποι, φοιτητές και φοιτήτριες, ποστάρουν περήφανα φωτογραφίες τους ως ογδοντάχρονοι.

 
Μα γιατί να συμβαίνουν όλα αυτά άραγε; 


Μετά από περίπου πενήντα ή εξήντα χρόνια που ο δυτικός κόσμος μετέτρεψε τη νεότητα σε υπέρτατο προσόν (με την έκρηξη της ποπ κουλτούρας) και τη νεολαία ως καινούργια κοινωνική τάξη, τώρα όλα ανατρέπονται;

 
Είναι η ωριμότητα και η σοφία που (συνήθως) συνοδεύει τις ρυτίδες και τα άσπρα μαλλιά που τα κάνουν γοητευτικά; 


Μήπως η φάση με τους νέους πολιτικούς (τους νεότερους πρωθυπουργούς στην Ευρώπη) που περάσαμε έφτασε κι αυτή σε ένα τέλος και θα αναζητήσουμε ξανά πατριαρχικά ηλικιωμένα πρότυπα; 


Είναι άραγε...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΟΥΣΦΕΤΟΚΗΦΗΝΑΡΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: «Η θέση αυτή είναι για τον κ. Τάδε»

Καθηγητής της Ιατρικής και ακαδημαϊκός.


Π​​ιθανότατα γνωρίζετε ότι, στη διάρκεια της κρίσης, μισό εκατομμύριο Ελληνες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα. Μάλλον ξέρετε ότι, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της ICAP, οι πλείστοι των ανθρώπων αυτών διακρίνονται για το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο – έξι στους δέκα είναι κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών. Ισως διαβάσατε ότι, όπως ανέφεραν στην έρευνα, ένας κύριος λόγος που κρατά τους νέους μετανάστες μακριά από τη χώρα τους είναι η «αναξιοκρατία» και η «διαφθορά». Τέσσερις στους δέκα δήλωσαν κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να επιστρέψουν.



Εχουν άδικο; 


Το θεσμικό περιβάλλον της χώρας είναι τέτοιο που διώχνει τους ικανούς. Οποιος μπορεί να φύγει θα το κάνει. Οποιος θα ήθελε να επιστρέψει στη χώρα του αποτρέπεται από αυτούς που κρατάνε τα κλειδιά – αν δεν είσαι «κολλητός», δεν έχεις μέλλον. Αν νομίζετε ότι υπερβάλλω διαβάστε την παρακάτω ιστορία, η οποία, σας βεβαιώνω, είναι πέρα για πέρα αληθινή.



Ενας νέος και ορεξάτος για δουλειά καθηγητής πανεπιστημίου θέλει να επιστρέψει στη χώρα του, έπειτα από εικοσαετή επιτυχημένη υπηρεσία σε διακεκριμένο πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Θέτει υποψηφιότητα σε προκηρυχθείσα θέση καθηγητή σε Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ιδρυμα (ΑΕΙ). 


Ακολουθούν μερικές αυθεντικά ελληνικές σκηνές.



Σκηνή πρώτη: Συγγενής του υποψήφιου καλεί τη γραμματεία της σχολής για να μάθει ποια είναι τα απαραίτητα πιστοποιητικά πριν λήξει η προθεσμία υποβολής των υποψηφιοτήτων. Αντί πληροφοριών εισπράττει μια θρασύτατη απάντηση από τη γραμματέα της σχολής: «Η θέση αυτή είναι για τον κ. Τάδε». Με άλλα λόγια, η γραμματέας δηλώνει, χωρίς αιδώ, ότι η νόμιμη διαδικασία υπάρχει για το θεαθήναι. Η θέση έχει ήδη δοθεί!



Σκηνή δεύτερη: Παρ’ όλα αυτά, ο επιστήμονας δεν πτοείται. Θέτει υποψηφιότητα. Δεν περνούν λίγες μέρες και λαμβάνει μήνυμα ότι τον αναζητά ο καθηγητής Δείνα. Τον παίρνει τηλέφωνο. «Γεια σας, είμαι ο [συστήνεται]». «Σε θυμάμαι από τα φοιτητικά σου χρόνια», απαντά ο κ. Δείνα. «Φαινόσουν από τότε ότι θα γίνεις ερευνητής. Γιατί όμως έθεσες υποψηφιότητα χωρίς να μας ρωτήσεις; Η θέση αυτή είναι για τον κ. Τάδε».  


«Μα η προκήρυξη είναι ανοιχτή», απαντά με έκπληξη ο υποψήφιος. Βλέπετε, έλειπε είκοσι χρόνια από την Ελλάδα και είχε ξεχάσει τέτοιου τύπου φρασεολογία. Εξεπλάγη. «Εγώ απλά θέλω να σε ειδοποιήσω ότι, αν επιμείνεις στην υποψηφιότητα, αυτό θα σου στοιχίσει και σε άλλη μελλοντική σου προσπάθεια να εκλεγείς σε θέση καθηγητή», απαντά ωμά ο κ. Δείνα. Αν η σκηνή σας θυμίζει τον «Νονό», δεν είναι τυχαίο.



Ο υποψήφιος παρέμεινε απτόητος. Είκοσι χρόνια σταδιοδρομίας σε ανεπτυγμένη χώρα του εξωτερικού τον είχαν πείσει ότι δεν είναι δυνατόν να μην τηρούνται ούτε τα προσχήματα. «Δεν γίνεται, κάποιες διαδικασίες πρέπει να τηρούνται», σκέφτηκε. Επέμενε στην υποψηφιότητά του.



Σκηνή τρίτη: Επίσκεψη στο γραφείο του διευθυντή της μονάδας στην οποία ανήκει η προκηρυχθείσα θέση. «Εχετε πολύ καλή ακαδημαϊκή πορεία και αξιόλογο ερευνητικό έργο. Εντούτοις εμάς δεν μας ενδιαφέρει η έρευνα. Αυτό είναι προσωπικό θέμα του κάθε μέλους του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού. Μπορεί, στο μέλλον, αν αποσύρετε την υποψηφιότητά σας, να προκηρύξουμε για σας μια θέση αναπληρωτή καθηγητή. Σκεφτείτε το και ενημερώστε με για την απόφασή σας».



Σκηνή τέταρτη. Ο υποψήφιος δεν αποδέχεται την πρόταση. Τη θεωρεί άδικη, ευνοιοκρατική και απαράδεκτη για σύγχρονο πανεπιστήμιο ευρωπαϊκής χώρας. Εχοντας ωριμάσει επιστημονικά σε ένα θεσμικό περιβάλλον ειλικρίνειας, στο οποίο συνάδελφοι ανταλλάσσουν ισότιμα απόψεις ανεξάρτητα από την ιεραρχία ή την παλαιότητα, έκανε το λάθος να είναι ειλικρινής. «Με όλο τον σεβασμό, δεν νομίζω ότι αυτή η πολιτική του πανεπιστημίου είναι ορθή. Δεν υπέβαλα υποψηφιότητα για να συναλλαγώ, αλλά για να κριθώ αμερόληπτα για τα προσόντα μου». 


Ο διευθυντής εξερράγη. Είχε συνηθίσει σε δουλοπρεπείς συμπεριφορές, να τον γλείφουν και να τον κολακεύουν, όχι να του ορθώνουν το ανάστημα. Μικρή λεπτομέρεια: ο υποψήφιος είχε πολλαπλάσια ακαδημαϊκά προσόντα από τα δικά του!



Αφήνω τα συμπεράσματα σε σας. Το μόνο που μπορώ κοινότοπα να πω είναι ότι...

ΣΥΡΙΖΟΞΕΦΤΙΛΑΡΑΔΙΚΟ: Μια ακραιφνώς ελληνική Αριστερά

(Ακαδημαϊκός- καθηγητής Ιατρικής και καθηγητής στα πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick αντίστοιχα)


Πολλοί επικρίνουν τα κυβερνητικά πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ με το επιχείρημα ότι είναι ένα αριστερό κόμμα.  


Νομίζουμε ότι το πρόβλημα είναι διαφορετικό. Αυτό που ενοχλεί ιδιαίτερα είναι η ταχύτατη μίμηση των κακών πρακτικών των ελληνικών κυβερνήσεων του παρελθόντος. 


Να το πούμε διαφορετικά: το πρόβλημα με την ελληνική Αριστερά δεν είναι τόσο ότι είναι Αριστερά, όσο ότι, κυρίως, είναι ελληνική Αριστερά.  


Μη βλέπετε σε αυτό κάποια διάθεση εθνικής αυτο-υποτίμησης. Εννοούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, στην κυβερνητική συμπεριφορά του, αντανακλά τα βασικότερα στοιχεία της θεσμικής παθογένειας που διαχρονικά χαρακτηρίζει τη χώρα μας – ιδιαίτερα την πελατειακή χρήση του κράτους.



Γιατί το λέμε αυτό; 


Δείτε την απόφαση του υπουργού Παιδείας K. Γαβρόγλου να χαρίσει στους καθηγητές πανεπιστημίου μέχρι τα 2/3 των οφειλών τους προς τα πανεπιστήμιά τους! (βλ. «Κ», 31/8/2018).Τα ποσά δεν είναι ευκαταφρόνητα – αφορούν έως και αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ για κάθε οφειλέτη.



Συγκεκριμένα, από το 1997, όσοι καθηγητές, παράλληλα με την ακαδημαϊκή εργασία τους, ασκούσαν νομίμως ελεύθερο επάγγελμα (π.χ. γιατροί, οδοντίατροι, μηχανικοί, δικηγόροι, κ.λπ.), όφειλαν να αποδίδουν στα πανεπιστήμιά τους ένα ποσοστό των ακαθάριστων εσόδων τους. Αυτό θεσπίστηκε στο 15% μέχρι το 2011, μετά μειώθηκε στο 10% μέχρι το 2014 και κατέληξε στο 7% μετά το 2016. 


Με τη ρύθμιση Γαβρόγλου, όσοι δεν απέδιδαν την οφειλόμενη παρακράτηση τα τελευταία είκοσι χρόνια όχι μόνο δεν τιμωρούνται αλλά επανυπολογίζονται οι συνολικές οφειλές τους, όχι με βάση τα διάφορα ποσοστά που ίσχυαν κατά καιρούς, αλλά με βάση το 7% επί των καθαρών αποδοχών τους! 


Το οικονομικό όφελος για τους παραβάτες είναι μεγάλο.



Μερικοί από μας αποδίδαμε τις οφειλές μας από την πρώτη μέρα, όπως όριζε ο νόμος. Πώς πρέπει να αισθάνονται τώρα αυτοί όταν βλέπουν πρώην συναδέλφους τους να απαλλάσσονται από τις οφειλές τους; Δεν ήταν τα κορόιδα της υπόθεσης;  


Oταν εσύ πληρώνεις το εισιτήριο αλλά ο διπλανός σου επιβραβεύεται για τη λαθρεπιβασία του, πώς νιώθεις; Δεν σου δίνει το κράτος κίνητρα να κάνεις ό,τι σε συμφέρει, αδιαφορώντας για τους νόμους;



Ιδού ένα από τα πιο θεμελιώδη, διαχρονικά προβλήματα της χώρας: ο σεβασμός στον νόμο και οι κυρώσεις που απορρέουν από την παραβίασή του.  


Οσοι νόμιζαν ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα έκανε ειλικρινή προσπάθεια να ξεριζώσει αυτή την παθογένεια, υποτίμησαν τη δύναμη της θεσμικής αδράνειας. Κυβερνήσεις κάθε ιδεολογικής απόχρωσης διαιωνίζουν το πελατειακό κράτος, ενδίδοντας σε οργανωμένα συμφέροντα. 


Ο κ. Γαβρόγλου είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση. Φυσικά, έτσι, όχι μόνο καταστρατηγείται η ισονομία, αλλά ενθαρρύνονται ο αντικοινωνικός ατομισμός και η έλλειψη εμπιστοσύνης του πολίτη έναντι του κράτους.  


Σε τέτοιες συνθήκες, η βέλτιστη στρατηγική για το άτομο είναι: 

ΠΑΙΔΕΙΑ και ΚΟΙΝΩΝΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Αρχιτέκτονες-γκαρσόνια και διεκδικητισμός

Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
Επιστρέφω από τα πατρώα εδάφη της Ηπείρου έπειτα από όμορφες πασχαλινές διακοπές κουβαλώντας δύο αντιφατικές εικόνες που προκαλούν θλίψη και προβληματισμό:


Εικόνα 1:
Σε παραλίμνια καφετέρια στα Γιάννενα μας σέρβιρε μια νεαρή, ευειδής, ευγενής και σπινθηροβόλα σερβιτόρα. Πιάσαμε την κουβέντα: «Είσαι φοιτήτρια που εργάζεται τις διακοπές για το χαρτζιλίκι;» ρώτησε ένας της παρέας. «Οχι, είμαι άνεργη αρχιτεκτόνισσα που εργάζεται για να ζήσει» αποκρίθηκε με πικρό χαμόγελο. Μείναμε άφωνοι. 
«Μην εκπλήσσεστε. Και η συνάδελφος στην επόμενη καφετέρια αρχιτεκτόνισσα είναι» είπε και συνέχισε: «Δεν ξέρετε ότι επτά στους δέκα νέους αρχιτέκτονες είναι άνεργοι; Δεν έχετε ακούσει ότι καραβάνια από εμάς ξενιτεύονται για επαγγελματική αποκατάσταση στη Γερμανία, στη Σουηδία, στον Καναδά, στην Αυστραλία, στον αραβικό κόσμο και στην Αφρική; Εχω κάνει και εγώ αιτήσεις προς Ανατολάς, Δυσμάς και Νότο και ελπίζω να ανοίξει ο δρόμος για την αξιοποίηση του πτυχίου και την επαγγελματική  αποκατάστασή μου. Οσοι από τους νέους συναδέλφους μένουν εδώ υποαπασχολούνται και κακοπληρώνονται ή παίρνουν κάποιο μεταπτυχιακό ελπίζοντας ότι θα τους βοηθήσει για την ανεύρεση εργασίας».  


Εικόνα 2:
Στην τοπική τηλεόραση, σοβαροφανείς, περισπούδαστοι, «μαχητικοί» ακαδημαϊκοί δάσκαλοι, αξιωματούχοι του πανεπιστημίου, κυβερνητικοί βουλευτές, δήμαρχοι, όλοι λίγο ή καθόλου σχετικοί με τη λειτουργία και την ανάπτυξη του πανεπιστημίου, απαιτούσαν, έπειτα από «συνεδρίαση», από το υπουργείο Παιδείας την έναρξη λειτουργίας Αρχιτεκτονικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων! Δεν στήριζαν την απαίτηση με βάση κάποια μελέτη που  αναδείκνυε την αναγκαιότητα  λειτουργίας μιας ακόμη Αρχιτεκτονικής Σχολής στη χώρα (διαθέτουμε ήδη έξι, ζωή να 'χουν!). Δεν φαίνεται να τους απασχολούσε το γεγονός ότι η ανεργία μαστίζει τον κλάδο, ότι τα μεγάλα έργα που σποραδικά γίνονται ανατίθενται σε αρχιτεκτονικά γραφεία του εξωτερικού. Δεν τους συγκινούσε το γεγονός ότι οι υπάρχουσες αρχιτεκτονικές σχολές παράγουν ήδη υπεραρκετούς πτυχιούχους  (κάθε χρόνο εισάγονται περίπου 550 φοιτητές!).  Δεν φαίνεται να συνειδητοποιούν το τεράστιο κόστος για την ανάπτυξη και λειτουργία Αρχιτεκτονικής Σχολής. Ποιος θα το πληρώσει; Το χρεοκοπημένο κράτος; Πού θα εργαστούν οι απόφοιτοι; Γκαρσόνια σε καφετέριες ή αρχιτέκτονες στο εξωτερικό;  
Τίποτα από αυτά δεν έδειχνε να απασχολεί στα σοβαρά τους μακάριους ταγούς... Γι' αυτούς τα αιτήματα δεν κοστίζουν, ο κρατικός κορβανάς είναι ανεξάντλητος, το κράτος είναι ο καλός πατερούλης που φέρνει δώρα...


Οι δύο εικόνες αντιπροσωπεύουν δύο συμπληρωματικές όψεις της Ελλάδας της χρεοκοπίας:

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η αλλοίωση των εννοιών

Ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου.
 
Η επιβράβευση των αρίστων είναι κοινή πρακτική στις προηγμένες χώρες. Μέσω της επιβράβευσης ανταμείβεται η ευγενής άμιλλα και προσφορά. 
 
 Αντίθετα, στη χώρα της μετριοκρατίας η αριστεία θεωρείται ελιτίστικη και υπονομεύεται. Οι ικανοί και αφοσιωμένοι λειτουργοί, όταν δεν περιθωριοποιούνται, λοιδορούνται ή διαβάλλονται. Οι οκνηροί, οι ατάλαντοι και οι ιδιοτελείς προσπαθούν να μειώσουν την προσφορά των ικανών και αφοσιωμένων. 
 
Την πρακτική αυτή περιέγραψε γλαφυρά ο μεγάλος μας ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης: «Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά τους πασχίζουν να βρουν λεκέδες στη δική σου».

Η υπονόμευση της αριστείας καθίσταται εφικτή και αποκτά στοιχεία λογικοφάνειας στο μέτρο που έχει επέλθει μια λεπτή πλην ουσιαστική αλλοίωση των εννοιών. 
 
Η αλλοίωση αυτή δεν είναι προϊόν κάποιας συνωμοσίας αλλά «εύλογο» παραπροϊόν του τρόπου που λειτουργεί ο δημόσιος βίος στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Ας θυμηθούμε τη διαστρέβλωση μερικών εννοιών που συναντούμε συχνά:

«Αντικοινωνικός»: αυτός που επιζητεί ποιοτικές συντροφιές αλλά αποφεύγει «τη συνάφεια του κόσμου την πολλή» - κοινωνικές συγκεντρώσεις κενότητας ή σκοπιμότητας, εφήμερης επίδειξης και κουτσομπολιού.

«Αντισυνάδελφος»: αυτός που με παρρησία, δίχως προσωπικό όφελος, δημοσιοποιεί  επικρατούσες στον κλάδο του ανήθικες και παράνομες πρακτικές.

«Αυταρχικός»: αυτός που με το παράδειγμά του απαιτεί από συναδέλφους, υφισταμένους ή μαθητές να επιτελούν υπεύθυνα το καθήκον που ανέλαβαν ή τους ανατέθηκε.

«Διάσημος»: αυτός για τον οποίον μιλούν και διαφημίζουν, χωρίς γνώση αλλά συνήθως με ιδιοτέλεια ή άγνοια, πολλά «παπαγαλάκια», συνήθως των ΜΜΕ.

«Ιδιόρρυθμος»: ο μη διαπλεκόμενος, ο ειλικρινής, ο «αντικοινωνικός» (βλ. παραπάνω), αυτός που δεν ακολουθεί κανόνες «πολιτικά ορθής» συμπεριφοράς.

«Κορόιδο» ή «μ...ας»: ο ευσυνείδητος, ο υπεύθυνος, ο τίμιος, ο αφοσιωμένος στη δουλειά του και στο λειτούργημά του.

Ανθρωπολογία της παρακμής

Γράφει ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος
Καθηγητής της Ιατρικής.

Εικόνα 1
Αεροπορικό ταξίδι από πόλη της περιφέρειας προς Αθήνα. Το αεροπλάνο γεμάτο. Η ώρα της αναχώρησης έχει ήδη περάσει. Ολοι ανυπομονούν. Κανένας δεν ξέρει γιατί δεν αναχωρεί το αεροπλάνο. Από την ενδοσυνεννόηση της αεροσυνοδού ακούγεται: «Μην αναχωρήσετε, έρχεται ο VΙΡ». Σημειωτέον, η αεροπορική εταιρεία είναι ιδιωτική. Στο μικρό αεροπλάνο των 72 θέσεων δεν υπάρχουν διακεκριμένες θέσεις. Οι τιμές των εισιτηρίων είναι παραπλήσιες. Ο VΙΡ θα πλήρωσε ίδια, λιγότερα ή και καθόλου. Στη βαλκανική τούτη χώρα, ο κάθε αυτοαποκαλούμενος VΙΡ μπορεί να καθυστερήσει αεροπορικές πτήσεις, να στερήσει την έγκαιρη άφιξη σε συνεπιβάτες που πηγαίνουν στη δουλειά τους, σε επαγγελματικά ραντεβού, ή σε ασθενείς που έχουν ραντεβού με τον γιατρό τους. Ο ναρκισσισμός του VΙΡ επιβεβαιώνεται από τη γλοιώδη, αντιεπιχειρηματική συμπεριφορά της αεροπορικής εταιρείας.

Εικόνα 2
Πτέρυγα Θέσεων μεγάλου νοσηλευτικού ιδρύματος της χώρας. Ποιοι νοσηλεύονται στα κρεβάτια των Θέσεων; Κρυπτοϊδιωτικοί άρρωστοι των γιατρών, εφοπλιστές, πολιτικοί και άλλοι επώνυμοι. Πιστεύετε ότι πληρώνουν διαφορετικό κόστος νοσηλείας; Οχι βέβαια! Στο Ελλαδιστάν τίποτε δεν μετριέται, τίποτε δεν αξιολογείται, κανένας δεν νοιάζεται για το δημόσιο χρήμα. Τα αιωνόβια χούγια της καθ΄ ημάς Ανατολής παραμένουν αναλλοίωτα: οι αφεντάδες τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης από τους ραγιάδες.

Εικόνα 3
Διακεκριμένος πολίτης μιας επαρχιακής πόλης έχει ανάγκη να επικοινωνήσει με τον Θεό. Κυριακή πρωί, μπαίνει σεμνά στην εκκλησία. Δίνει τον οβολό του στο παγκάρι, ανάβει το κεράκι του και ήσυχα αποσύρεται σε μια γωνιά να αυτοσυγκεντρωθεί. Ο επίτροπος της εκκλησίας τον αναγνωρίζει και, με αγωνία, τρέχει κοντά του. Με σιγανή φωνή τού υποδεικνύει ότι η θέση του είναι δίπλα στο περίοπτο Δεσποτικό, όχι στην απόμακρη γωνιά. Ο συγκεκριμένος πιστός είναι «επώνυμος», VΙΡ, όχι ένας ανώνυμος προσκυνητής. Στον Οίκο του Θεού, όπου όλοι υποτίθεται πως είναι ίσοι («Ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Ελλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς είς εστέ εν Χριστώ Ιησού») οι διακρίσεις ζουν και βασιλεύουν. Αν οι χριστιανοί δεν είναι ίσοι στην κατ΄ εξοχήν εξισωτική εκκλησία τους, πρέπει να απορούμε που οι πολίτες δεν αντιμετωπίζονται ως ίσοι στην τύποις εξισωτική πολιτεία τους;

Εικόνα 4
Πανεπιστήμιο. Η προσφορά ενός στους πέντε πανεπιστημιακούς είναι απελπιστική. Διδάσκουν λίγες ώρες, κανένας δεν ελέγχει την ποιότητα της διδασκαλίας τους, κανένας δεν αξιολογεί τη μεταδοτική τους ικανότητα. Ερχονται και φεύγουν από το πανεπιστήμιο σαν κομήτες. Οι προϊστάμενοί τους δεν έχουν δύναμη να τους ελέγξουν. Οι «ελεγχόμενοι» είναι οι «πελάτες» τους, αυτοί τους ανέβασαν στον θώκο εξουσίας που κατέχουν. Επιπλέον, εάν κάποιος προσπαθήσει να ελέγξει τον ανεπαρκή (ή παρανομούντα) πανεπιστημιακό, θα βρει σκληρά απέναντί του τους συνδικαλιστές ομοτέχνους του. Η διοίκηση του πανεπιστημίου θέλει να τα έχει καλά με όλους: οι έλεγχοι φέρνουν προστριβές, προσελκύουν την προσοχή των ΜΜΕ, μειώνουν την «αίγλη» των αξιωματούχων και, κατά συνέπεια, τις πιθανότητες αναρρίχησής τους σε άλλες περίοπτες θέσεις. Πρυτάνεις και αντιπρυτάνεις λοξοκοιτάζουν για μια θέση στην Ακαδημία, στα ψηφοδέλτια Επικρατείας των κομμάτων, στις ανώτατες θέσεις δημόσιων και ιδιωτικών οργανισμών. Το παράδειγμα του δασκάλου που δεν αφοσιώνεται στο έργο του, αρνείται τους ελέγχους και προετοιμάζει τα επόμενα στάδια της κοινωνικής αναρρίχησής του είναι καταστροφικό και για το πανεπιστήμιο και για τις νεότερες γενιές. Εκπέμπει όλα τα λάθος μηνύματα. Είναι τυχαίο ότι οι ολίγιστοι πανεπιστημιακοί αντιδρούν τόσο λυσσαλέα στην αξιολόγηση; Διαθέτοντας αξιοπρέπεια, δεν θέλουν να δείξουν τη γύμνια τους, οι άνθρωποι!

Εικόνα 5
Δημόσιος υπάλληλος προσέρχεται το πρωί κανονικά στην υπηρεσία του. Παραμένει δυο-τρεις ώρες και αναχωρεί σαν κύριος! Κανένας δεν τον αναζητεί. Κανένας δεν ελέγχει αν έκανε τη δουλειά του. Ηρεμος και ανενόχλητος συνεχίζει τη μέρα του αλλάζοντας δουλειά: είναι έμπορος του ποδαριού. Τρέχει όλη μέρα με μια τσάντα, επισκέπτεται τους πελάτες του, διακινεί το εμπόρευμα. Τιμολόγια και αποδείξεις είναι απαγορευμένες· η διακίνηση μαύρη. Ετσι μαύρο ήρθε στα χέρια του και το εμπόρευμα. Το μεσημέρι, συνάδελφοί του «χτυπάν» την κάρτα του. Είναι όλοι στο κόλπο. Εχουν όλοι συμφέρον από τη δεύτερη δουλειά. Ολοι ικανοποιούνται.

Ο λαθρεπιβάτης υπάλληλος αποζημιώνεται όπως και οι άλλοι, ασχέτως αν η προσφορά στην υπηρεσία είναι μηδενική. Αυτός πλουτίζει, άλλοι πληρώνουν τα σπασμένα.

Βαθιά μέσα μας ξέρουμε γιατί χρεοκοπήσαμε. Δεν χρειαζόμασταν τον Στρος-Καν για να μάθουμε ότι ζούμε «στα σκατά». Χρειαζόμασταν όμως τη χρεοκοπία για να το συνειδητοποιήσουμε.

Η κατάντια των καταληψιών γιατρών

Γράφει ο Χαράλαμπος Μουτσόπουλος
Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η συνδικαλιστική ηγεσία των γιατρών είναι σε θέση μάχης. Αγωνίζεται λυσσαλέα να διατηρηθεί το «σύστημα» που εξέθρεψε τη διαφθορά, τη διαπλοκή και τις τριτοκοσμικές συνθήκες αντιμετώπισης του πάσχοντος. Ανθίσταται στη δημιουργία του φορέα για την παροχή πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Δηλώνει ότι απορρίπτει το νομοσχέδιο που ετοίμασε το υπουργείο γιατί είναι, λέει, προχειρογραμμένο.

Ποια είναι η αλήθεια; Απλά, οι κατέχοντες δεν θέλουν να μοιραστεί η πελατειακή πίτα.Δεν τους καίγεται καρφί αν ένας άρρωστος χρειάζεται μήνες για να του παρασχεθούν ιατρικές υπηρεσίες ή να παραγγελθούν και να εκτελεσθούν ιατρικές εξετάσεις. Είχαν το θράσος οι αρχισυνδικαλιστές, να απειλήσουν με διαγραφή από τον Ιατρικό Σύλλογο συναδέλφους που εξυπηρέτησαν πάσχοντες κατά τη διάρκεια των «αγώνων» τους. Λησμόνησαν βέβαια οι «αγωνιστές» να ασκήσουν την ίδια εξουσία έναντι εκείνων των επίορκων συναδέλφων που φέρονται βασίμως να διέπραξαν τρανταχτά ηθικά ή και ποινικά κολάσιμα αδικήματα. Κάθε βδομάδα ο Τύπος βρίθει τέτοιων περιπτώσεων. Θέλουν ομήρους τους ασθενείς, έτσι ώστε να προσπορίζονται όσο μπορούν περισσότερα οικονομικά οφέλη.

Κρύβεται η συνδικαλιστική ηγεσία πίσω από το δάχτυλό της νομίζοντας ότι δεν είναι γνωστό, σε όλους, ότι ο χώρος παροχής ιατρικών υπηρεσιών στη χώρα μας είναι βαριά άρρωστος. Δεν ξέρουν άραγε ότι όλη η κοινωνία βοά πως ο κλάδος μας συνετέλεσε ουσιαστικά στην οικονομική κατρακύλα της χώρας;  

Πώς; Με την τεράστια φοροδιαφυγή, την αλόγιστη υπερσυνταγογράφηση, τη συστηματική υπερτιμολόγηση υλικών και εξοπλισμών, αλλά και τις βαθιά ανήθικες πρακτικές, όπως αυτές της ενθυλάκωσης ποσοστών επί εξετάσεων και χειρουργικών πράξεων που παραγγέλνει ο θεράπων ιατρός και από τις υπερτιμολογήσεις υλικών που χρησιμοποιεί για τη θεραπεία του ασθενούς. 

Στον αγώνα τους συμμετέχουν και οι λεγόμενες αριστερές δυνάμεις, αυτές που θα έπρεπε να αγωνίζονται, με κάθε μέσο, να εξυγιάνουν τον χώρο! 

Ποιος φταίει για την κατάντια των γιατρών που καταλαμβάνουν υπουργεία, φωνασκούν σαν πωλητές της λαχαναγοράς, διαπληκτίζονται σαν ποδοσφαιρόφιλοι οπαδοί; Πολλοί και πολλά, αλλά ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης έχουμε εμείς οι δάσκαλοί τους. Φαίνεται ότι στη διάρκεια της εκπαίδευσής τους δεν τους περάσαμε τα απαραίτητα μηνύματα για το λειτούργημα του γιατρού. 

Αν τους είχαμε αναπτύξει το αίσθημα ευθύνης και ευαισθησίας για τον πάσχοντα δεν θα συνταγογραφούσαν δημόσια, ενώ καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια, και στο πόδι χωρίς να εξετάζουν τον ασθενή και χωρίς να ελέγχουν αν τα φάρμακα που συνταγογραφούν είναι αποτελεσματικά. 

Αν τους είχαμε επιτυχώς εμπνεύσει την κοινωνική ευθύνη του γιατρού δεν θα σκέπτονταν με κριτήρια ιδιωτικού πλουτισμού αλλά με τα ιπποκρατικά κριτήρια του κοινωφελούς επαγγελματισμού. 

Αν τους είχε εμπεδωθεί η δυαδική αλληλεπίδραση γιατρού- ασθενούς δεν θα τους επέτρεπε η συνείδησή τους να απεργούν και, πολύ περισσότερο, να εκτρέπονται στη συμπεριφορά τους, μιμούμενοι, σε ώριμη ηλικία, ομαδούλες αναρχικών των Εξαρχείων! 

Λίγη ντροπή αν υπήρχε πολλά θα ήταν καλύτερα στον τόπο μας!

Όταν η μνήμη αλλάζει πρόσημο

Γράφει ο Χαράλαμπος Μ. Μουτσόπουλος
Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Γαρυφαλλιά ήταν πρωτοετής φοιτήτρια στην Κτηνιατρική Σχολή των Τιράνων όταν τα σύνορα Αλβανίας - Ελλάδας άνοιξαν διάπλατα. Εγκατέλειψε τις σπουδές της και με συγγενείς και συμπατριώτες πήρε τον δρόμο για τη «μητέρα πατρίδα». Ετσι είχαν γαλουχήσει τους Βορειοηπειρώτες. Πίστευαν ότι η Ελλάδα θα τους περίμενε με «ανοιχτές αγκάλες». Ηλπιζαν σε ένα λαμπρό μέλλον.

Ηταν το στερνό από πέντε παιδιά. Ο πατέρας δάσκαλος, η μάνα τούς «άφησε» όταν η Γαρυφαλλιά ήταν έξι χρόνων. Μεγάλωσε ορφανή. Κουβαλούσε τις ανασφάλειες που η ορφάνια θεριεύει. Μεγάλο ρόλο στην ανασφάλειά της έπαιξε επίσης και το αντικαθεστωτικό ιστορικό της οικογένειας. Ο εκ πατρός παππούς, παπάς, ένθερμος φιλέλληνας, κατηγορήθηκε σαν κατάσκοπος της Ελλάδας. Το καθεστώς του Εμβέρ Χότζα τον καταδίκασε σε θάνατο διά απαγχονισμού. Ο πατέρας και όλη η οικογένεια τελούσαν υπό στενή παρακολούθηση.

Ολες αυτές οι ψυχοτραυματικές εμπειρίες, αλλά και το γεγονός ότι ο πλατωνικός της έρωτας από τα γυμνασιακά χρόνια, αλλά και τα αδέλφια της είχαν φύγει όλοι για την Ελλάδα, αποτέλεσαν σημαντικά στοιχεία στη φυγή της στο άγνωστο μέλλον. 

Τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα δεν ήταν ρόδινα. Η «μητέρα πατρίδα» λειτουργούσε ως κακιά μητριά. Δεν υπήρξε γι΄ αυτούς καμία κοινωνική μέριμνα. Δούλευαν ατελείωτες ώρες για ένα μικρό, ανασφάλιστο μεροκάματο. Ζούσαν στοιβαγμένοι, αδέλφια, νύφες και ξαδέλφια, σε μικρούς ανθυγιεινούς χώρους. Χρόνος για ξεκούραση δεν υπήρχε. Η δυνατότητα για διασκέδαση ανύπαρκτη.

Παντρεύτηκε τον έρωτά της και με τα εισοδήματα των δυο τους άρχισαν να παίρνουν την «πάνω βόλτα». Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια η Γαρυφαλλιά είναι η οικονόμος μιας οικογένειας. Εργασιομανής, τελειομανής και έντιμη, κατάφερε με αιματηρές οικονομίες η οικογένειά της να αποκτήσει το δικό της, άνετο, άψογα επιπλωμένο, διαμέρισμα. Στη μοναχοκόρη τους παρέχουν όλες τις δυνατότητες, καλές και κακές, που απολαμβάνουν οι νεοέλληνες συμμαθητές της.

Τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης άρχισε να τα νιώθει και η Γαρυφαλλιά.

Ο άνδρας της είναι εικονογράφος. Η ζήτηση για τη δουλειά του λιγοστεύει κάθε μέρα. Τα οικογενειακά έξοδα ανεβαίνουν, οι οφειλές από την εργασία του πολλαπλασιάζονται, αγχώνονται όσο ποτέ άλλοτε. Η ανασφάλεια άρχισε να την κυριεύει. 

Η μνήμη της αλλάζει πρόσημο. Ξέχασε τα δεινά που υπέστη από το καθεστώς του Χότζα και απελπισμένα αναπολεί το προστατευτικό σύστημα του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ξέχασε ότι δεν μπορούσε να εκφραστεί, ότι απαγορευόταν να ασκήσει δημοσίως τα θρησκευτικά της καθήκοντα, ότι η Κτηνιατρική που άρχισε να σπουδάζει δεν ήταν η δική της προτίμηση αλλά η προτίμηση του κράτους. Θυμάται μόνον τα «πλεονεκτήματα». 

Δεν περνά μέρα που να μην τα αναπολεί: «Είχαμε άριστα σχολεία, δασκάλους και καθηγητές με αφοσίωση και δωρεάν βιβλία στις βιβλιοθήκες μας» λέει. «Το κρατικό σχολείο προετοίμαζε όλους όσοι ήθελαν ή μπορούσαν να συνεχίσουν ανάλογα με τις δυνατότητές τους τεχνική ή επιστημονική ανώτερη εκπαίδευση. Τα νοσοκομεία ήταν για τον κόσμο. “Φακελάκι” δεν υπήρχε. Οποιος γιατρός τολμούσε να το ζητήσει το χέρι τού κοβόταν. Ολοι είχαν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Δεν υπήρχαν άστεγοι. Μόλις κάποιος τελείωνε τις σπουδές, η κυβέρνηση είχε γι΄ αυτόν μια θέση εργασίας. Τα χρήματα από την αποζημίωση της δουλειάς τους ήταν αρκετά για φαγητό και ενδυμασία. Ανεργοι ή ανεπάγγελτοι δεν υπήρχαν». 

Η αγχογόνος αβεβαιότητα ανακατασκευάζει τη μνήμη της. Εξιδανικεύει το απεχθές παρελθόν γιατί δεν αντέχει την ανασφάλεια που βιώνει σήμερα.

Πολύ θα επιθυμούσε η Γαρυφαλλιά να αναστηθεί ο Εμβέρ Χότζα για να ξαναζωντανέψει η ασφάλεια. Η ελευθερία δεν της λέει πλέον τίποτε, τη θεωρεί αυτονόητη. Αναπολεί τη σταθερότητα και την προστασία του ολοκληρωτικού καθεστώτος. 

Η Γαρυφαλλιά ζει στην «ελεύθερη Ελλάδα» ανασφαλής, αγχωμένη, με αβέβαιο μέλλον.