"Κόμμα = Ομάς ανθρώπων, ειδότων ν' αναγιγνώσκωσι και ν' αρθογραφώσιν εχόντων χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες ενούμενοι υπο ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν' αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παρέχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσι"
Εμμανουήλ Ροΐδης , Έλληνας πεζογράφος και κριτικός (1836-1904)


Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΠΑΓΓΕΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ - ΧΡΟΝΟΣ - ΚΟΙΝΩΝΙΑ: Το του χρόνου αίνιγμα

Ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
 
Τι είναι ο χρόνος;

Εν αρχή ην ο μύθος, και ο προσωποποιημένος Χρόνος του μύθου είχε θυγατέρα ή σύντροφό του την Ανάγκη, ίσως επειδή οι παλαιοί σοφοί κατάλαβαν ότι η αδυσώπητη προέλασή του παράγει κάτι σαν αναγκαστικό δίκαιο. Και πάλι στον μύθο, ο Χρόνος συναιρέθηκε κάποια στιγμή με τον Κρόνο, εκείνον τον αδηφάγο Τιτάνα που έτρωγε τα παιδιά του. Και το γιατί ο Χρόνος ταυτίστηκε με τον παιδοφάγο Κρόνο δεν θέλει και πολλή εξήγηση.

Μετά ενέσκηψαν οι φιλόσοφοι που εν αρχή αναρωτήθηκαν αν ο χρόνος είναι οντότητα που υπάρχει αντικειμενικά ή κάποιο είδος υποκειμενικής αίσθησης που εξαρτάται πάντα από κάτι άλλο και που την κατανοούμε πάντα σε σχέση με κάτι άλλο, για παράδειγμα σε σχέση με τα συμβάντα ή με την κίνηση και την αλλαγή των πραγμάτων, όπως υποστήριζε ο Αριστοτέλης

Και δεν μοιάζει να έχει άδικο ο Δάσκαλος: αν προσπαθήσουμε να σκεφτούμε μια στιγμή του χρόνου, αυτό που ανακαλούμε και μπορούμε να περιγράψουμε είναι κάποιο περιστατικό ταυτισμένο με εκείνη τη στιγμή και όχι η στιγμή καθεαυτή στη χρονική της διάσταση. Ακούμε, ίσως, ή νομίζουμε ότι ακούμε, τον χρόνο στο συμβατικό τικ-τακ του ρολογιού, αλλά πόσο πιο βαθιά τον κατανοούμε; 

 Στο τέλος παρατεταμένης φιλοσοφικής αγρυπνίας, ο ιερός Αυγουστίνος πάλευε ακόμη με το αίνιγμα: «Τι είναι, λοιπόν, ο χρόνος; Αν κανείς δεν μου κάνει την ερώτηση, το ξέρω. Αν πρέπει να το εξηγήσω σε κάποιον που με ρωτάει, δεν ξέρω».

Ο Ισαάκ Νεύτων πίστευε σε έναν αντικειμενικά υφιστάμενο χρόνο τον οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε μαθηματικά και του οποίου είμαστε προσωρινοί ένοικοι. Σίγουρα, το «προσωρινοί ένοικοι» είναι πολύ πιο κατανοητό από το άλλο με τα «μαθηματικά». Και ίσως ακόμη πιο άμεσα κατανοητή είναι η εμπειρική φόρμουλα, σύμφωνα με την οποία χρόνος είναι ό,τι ανακαλούμε από το παρελθόν, ό,τι ελκύει την προσοχή μας στο παρόν και ό,τι προσδοκούμε στο μέλλον. Στο τέλος αυτής της εμπειρικής γραμμής ελλοχεύει η ακραία βιωματικότητα των «παροντιστών», οι οποίοι τείνουν να αφήνουν έξω από τον λογαριασμό το παρελθόν και το μέλλον και νοιάζονται μόνο για τον χρόνο ως βιωμένο παρόν.

Ναι, αλλά πόσο παρόν μπορούμε να αδράξουμε και πώς να κρατήσουμε στο χέρι μας αυτό που δεν είναι παρά μια φευγαλέα στίξη ανάμεσα σε δύο απουσίες, ανάμεσα στον χρόνο του παρελθόντος που δεν υπάρχει πια και σε εκείνον του μέλλοντος που δεν υπάρχει ακόμη;  

Και ύστερα, αν ο θεωρητικός στοχασμός, η πείσμων αισιοδοξία μας ή κάποια στιγμή οργασμικής ευφορίας μάς επιτρέπουν την αίσθηση ενός, ελάχιστου και ευάλωτου έστω, παρόντος, οι υψηλής τεχνολογίας πανόπτες κάποιας καλπάζουσας νευροεπιστήμης άλλα ευαγγελίζονται: αφού χρειάζεται ένα χρονικό διάστημα για να διαβιβασθούν στον εγκέφαλο τα μηνύματα των αισθητηρίων οργάνων, αυτό που τελικά αντιλαμβανόμαστε, όταν το αντιλαμβανόμαστε, είναι ήδη παρελθόν.

Μέγα, δυσθεώρητο το μυστήριο του χρόνου, πολλοί οι μυσταγωγοί του. 

Αν ο χρόνος είναι τέταρτη διάσταση, κατά τη θεωρία της σχετικότητας, τότε τα μέλλοντα είναι ήδη εκεί και απλώς περιμένουν να συμβούν. Και αν αντί για τη θεωρία αυτή προτιμούμε την υπαρξιστική φαινομενολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, τότε ο χρόνος είναι αυτή η ίδια η ουσία της ύπαρξής μας. Στον χρόνο εναποθέτουμε ελπίδες και προσδοκίες, ο χρόνος, ως τραυματικό παρελθόν ή αδιάγνωστο μέλλον, ενορχηστρώνει τους φόβους μας

Σε παλαιά αφηγήματα ο χρόνος μπορεί να είναι χρήμα, σήμερα μπορεί να είναι «ποιοτικός», «δομημένος ή μη», μπορεί ακόμη να είναι και νεύρωση που αξιώθηκε τη δική της ονομασία, τη «χρονοφοβία». Και ενώ αδυσώπητος μας κάνει παρανάλωμά του, σε τελική ανάλυση άλλο δεν μπορούμε να κατορθώσουμε από το...

ΣΥΡΙΖΟΤΣΑΡΛΑΤΑΝΑΔΙΚΟ: Ο Λαφαζάνης στο Κρεμλίνο, ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Γράφει ο Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής 
Ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 


Ακόμη και όταν προκαλεί θυμηδία, η ειλικρίνεια των αισθημάτων είναι από μόνη της σεβαστή.  


Οταν το συριζαϊκό κυβερνητικό άγημα βρέθηκε στη Μόσχα πριν από δυόμισι χρόνια, ο Παναγιώτης Λαφαζάνης, περίπου σε στάση κατανυκτικής γονυκλισίας, σου έδινε την εντύπωση ότι έχοντας βαθιά εισπνεύσει Κρεμλίνο ήταν έτοιμος να ανακράξει «νυν απολύοις τον δούλον σου, δέσποτα!»


Ηταν η ειλικρίνεια του ισόβιου Κνίτη που μετά από χρόνια προσκυνηματικής πορείας ένιωθε ότι έπινε αγίασμα από τη βρυσομάνα της κομμουνιστικής Πατρολογίας. 


 Ηταν οι μέρες της αφελούς, αλλά πάντα σεβαστής, ειλικρίνειας που είδαν τον πρώτο συριζαίο υπουργό Παιδείας να καταυγάζει τον δρόμο προς τον σοσιαλισμό με νεοκομμουνιστικά βομβίδια κρότου λάμψης από τα ακαδημαϊκά εργαστήρια της παρισινής αριστερής όχθης. 


Και ήταν οι μέρες όπου κάποιοι πίστεψαν ότι η Ιστορία μπορεί να αναστηθεί σαν πρώτα αντρειωμένη μετά από παραμονή εξήντα τόσων χρόνων στον κρυογονικό θάλαμο. 


Ηταν, ωστόσο, μέρες μιας κάποιας, αφελούς αλλά σεβαστής, ειλικρίνειας.


Αλλά αν «ο Λαφαζάνης στο Κρεμλίνο» είναι οπερέτα αυθεντικής νοσταλγίας, τι να είναι τάχα «ο Τσίπρας στον Λευκό Οίκο»;  


Θα μπορούσε, ασφαλώς, να είναι μια ρεαλιστικά αναγκαία συνάντηση ανάμεσα σε δυο ηγέτες που κάνουν μια φευγαλέα χειραψία για τον δημοσιογραφικό φακό αφού πρώτα έχουν συμφωνήσει απόλυτα ότι διαφωνούν σε όλα και πριν ξαναβγάλουν τα μαχαίρια απ' το θηκάρι. Αλλά δεν πρόκειται καθόλου γι' αυτό. Και αν η Ιστορία πίστεψε ότι ειρωνευόταν τον πρώην Κνίτη που ένιωθε ικανοποιημένος και ευδιάθετος στο Οβάλ Γραφείο, ο έλληνας πρωθυπουργός την αντειρωνεύθηκε πανηγυρικά όταν άφησε να εννοηθεί ότι μοιραζόταν ανέκαθεν κοινές αξίες με τον Ντόναλντ Τραμπ. Στον Κήπο των Ρόδων η Ιστορία μπορεί να γίνει παλίμψηστο και ο Αλέξης Τσίπρας έκανε ό,τι μπορούσε και δεν μπορούσε για να μη διαβάζεται κάτω από το «επενδύσεις» το «φονιάδες των λαών» της νιότης του και της πρώτης γραφής του. Και το έκανε με πραγματισμό, αφήνοντας άλλους να τον χρεώνουν, ή στην περίπτωση αυτή να τον πιστώνουν, με μία ακόμη kolotumba, άλλους να πιάνουν εκείνο το ανιαρό και τελετουργικό μοιρολόι για τη χαμένη «αριστερή ψυχή» του ΣΥΡΙΖΑ και άλλους να παρακολουθούν με κάπως αισιόδοξο ενδιαφέρον τη μετεμψύχωση, αδιάφοροι, τουλάχιστον για την ώρα, για το αν είναι ειλικρινής ή όχι - ίνα πληρωθή το ρηθέν διά του Γιάννη Δραγασάκη προφητεύοντος εκείνη τη «βίαιη ωρίμανση».


Αλλά αν ο προφήτης εννοούσε μια αυστηρά εσωτερική διαδικασία ωρίμανσης μιας Αριστεράς που, χωρίς να απεμπολήσει καμιά από τις εδραίες πεποιθήσεις της, θα μάθαινε απλώς τις απαραίτητες τεχνικές λεπτομέρειες προκειμένου να κουμαντάρει το κυβερνητικό σκάφος - αν αυτό εννοούσε και προσδοκούσε, έκανε λάθος. 


Αυτό που πραγματικά συνέβη (και δεν λέμε τίποτε πρωτότυπο ή καινοφανές) είναι ότι...

25η ΜΑΡΤΙΟΥ Η παραδειγματικότητα του 1821

Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Η ανεκδοτολογία για σημερινά μειράκια και νεάνιδες που δεν ξέρουν και δεν πολυενδιαφέρονται για το πού πηγαίναν τα σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά είναι λίγο-πολύ γνωστή


Από την άλλη μεριά, δεν ξέρουμε πόσοι από εμάς τους παλιότερους μέθυσαν με το αθάνατο κρασί του '21 που μια φορά κι έναν καιρό προσφερόταν ανέρωτο και ανελλιπώς στις σχολικές μας γιορτές· ούτε ξέρουμε πόσοι διατελούν σήμερα σε πατριωτικό hangover εξαιτίας του εορταστικού εκείνου τελετουργικού που εξελισσόταν στο σαλόνι του σχολείου με την εικαστική στεφάνη εκείνων των αδρών και αυστηρών πολεμάρχων ολόγυρα στους τοίχους.  


Αλλά το σχολείο δεν είναι ακριβώς Κέντρο Ιστορικών Ερευνών και οι παλιές φωτογραφίες είναι πάντα τιμαλφή της μνήμης όσο απονήρευτες και αθώες κι αν είναι οι εποχές που ανακαλούν.


Ωστόσο, μέσα ή έξω από το σχολείο, η ρητορική που συνοδεύει τις εθνικές επετείους, ακόμη και όταν στις μέρες μας διατίθεται σε πιο εκσυγχρονισμένη, ειρηνιστική ή πολιτικώς ορθή συσκευασία, εμφορείται, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, άμεσα ή έμμεσα, από την ιδέα της παραδειγματικότητας. Πρόκειται για το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι πολιτικοί όταν με το πέρας της παρέλασης καλούνται να επισημάνουν το νόημα της ημέρας και έχουν την υποχρέωση να πουν, ανάλογα, ασφαλώς, με τον βαθμό πρωτοτυπίας που επιτρέπει η νοημοσύνη του καθενός, ότι πρέπει «και εμείς σήμερα να παραδειγματιστούμε κ.λπ. κ.λπ.»


Αν ο παραδειγματισμός ασκείται χωρίς τις δυσκαμψίες ενός παλιομοδίτικου φρονηματισμού και διδακτισμού είναι ευπρόσδεκτος. Και είναι ακόμη πιο ευπρόσδεκτος όταν κατορθώνει να ευθυγραμμίσει εύστοχα και νηφάλια, και τηρουμένων των αναλογιών, το ιστορικό «τότε» με τη σύγχρονη εμπειρία.  


Πόσο παραδειγματικό μπορεί να είναι από την άποψη αυτή το 1821; Για την ακρίβεια, τι είδους παράδειγμα συνιστούν όχι τόσο τα χιλιοτραγουδισμένα επικά επεισόδια του Αγώνα όσο οι ιδεολογικές, κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις της Ελληνικής Επανάστασης;


Τα καριοφίλια πήραν τον λόγο αφού για περισσότερο από μισόν αιώνα δραστήρια στοιχεία του ελληνισμού μέσα και κυρίως έξω από την Ελλάδα εκμεταλλευόμενα τη γεωπολιτική συγκυρία είχαν αναπτύξει οικονομικές δραστηριότητες με συνέπεια την εμφάνιση εμπορικών εταιρειών και τη βαθμιαία διαμόρφωση μιας τάξης με αστική συνείδηση και ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αύξουσα οικονομική επιφάνεια και εξωστρέφεια απετέλεσαν τη σωστή συνθήκη για να συνειδητοποιηθεί η ανάγκη της παιδείας σε μια εποχή όπου η Ευρώπη του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης έστελνε δυνατά και επίμονα σήματα  κοινωνικής δικαιοσύνης και πολιτικής ελευθερίας. Σαλπίζοντας το δικό τους εγερτήριο, οι ακροβολισμένοι λόγιοι του ελληνικού Διαφωτισμού είδαν στην ελληνική κλασική Αρχαιότητα ένα προφανές σημείο αναφοράς - το πιο αναγνωρίσιμο για την Ευρώπη και το πιο εμπνευστικό για το Εθνος. Και παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων στο ζήτημα αυτό, δύσκολα μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι η συστηματική παραπομπή στο κλασικό παρελθόν στη συγκεκριμένη χρονική συγκυρία εξασφάλιζε μεγαλύτερη συνεκτικότητα στο εγχείρημα της εθνικής και πολιτισμικής ανασυγκρότησης.  


Οι κύριες δυνάμεις που συνέκλιναν για να στήσουν το προεπαναστατικό σκηνικό δεν αποτελούν συντελεσμένο παρελθόν προς αρχειοθέτηση στο ιστορικό αρχείο. Η εύκαιρη και οργανωμένη επιχειρηματικότητα μιας διαμορφούμενης αστικής τάξης που πρωτοπορεί ενωτιζόμενη μηνύματα από την Ευρώπη, οι ισχυρές κοσμικές και νεωτεριστικές αντιλήψεις της που τη θωρακίζουν απέναντι στον ησυχαστικό κομφορμισμό εκκλησιαστικών και λαϊκών παραγόντων που δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τις εξελίξεις, η εδραία πεποίθησή της για τη σημασία της παιδείας, η αναζήτηση μίτων και ζωτικών μύθων σε ένα αγλαό παρελθόν - αυτά αποτελούν έκτυπα χαρακτηριστικά ενός ιστορικού «φαινοτύπου» με ορατές  συνέχειες, παραλλαγές και απολήξεις στο παρόν μας. Το 1821 δεν είναι μόνο μεθυστικό κρασί για πατριωτικές ψυχές, και όποιος διαβάζει προσεκτικά τη θετική, αλλά και την αρνητική, παραδειγματικότητά του βρίσκει λόγους να νιώσει ότι βαδίζει σε εκείνον τον χρονικό λαβύρινθο του Τόμας Ελιοτ, όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον αλληλοπεριέχονται.


Μόνο ως υστερόγραφο στα παραπάνω θίγω εδώ το ζήτημα της ιστοριογραφικής διαμάχης  που εκδηλώθηκε με αφορμή το 1821. Δεν πρόκειται για αντίρροπες ή αποκλίνουσες αναγνώσεις των γεγονότων αλλά πολύ περισσότερο για τις αντιδράσεις που πυροδοτεί μια μετανεωτερική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το «έθνος» και η «εθνική ταυτότητα» δεν αποτελούν αυτονόητα, διαχρονικά και «ουσιοκρατικά» δεδομένα αλλά «κατασκευές» ή και φαντασιακές «επινοήσεις» που είναι άμεσα συναρτημένες από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Το να αποδείξεις ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις και τεκμήρια ελληνικής εθνικής συνείδησης πριν από τον 19ο αιώνα είναι ηράκλειος άθλος, κατορθωτός μόνο αν επιτρέψεις τα προτάγματα της Θεωρίας να οδηγήσουν σε ολική έκλειψη τα γεγονότα.  


Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, είναι δύσκολο να αρνηθείς ότι η εθνική συνείδηση-ταυτότητα είναι «αντισεισμική» κατασκευή που αντέχει αλώβητη στις αλλεπάλληλες δονήσεις της Ιστορίας και δεν χρειάζεται σωστικές παρεμβάσεις και μερεμέτια


Η αλήθεια, που σαφώς δεν βρίσκεται στη μέση, είναι ότι...

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΙ στο ΣΥΡΙΖΑΝΕΛΟΠΛΗΚΤΟ ΚΩΛΟΧΑΝΕΙΟ: Τι ακριβώς είναι ο Πάνος Καμμένος;

Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Τι ακριβώς  είχε στο μυαλό του ο κ. Πάνος Καμμένος όταν βροντοφώναξε εκείνο το περίφημο «στα τέσσερα, στα τέσσερα!» είναι ζήτημα που, όσο ξέρω, δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς. 


Εκ πρώτης όψεως, βέβαια, το «στα τέσσερα» δεν μοιάζει να είναι τίποτε περισσότερο από μια εκ του προχείρου εμπνευσμένη εικόνα που οπτικοποιεί την υποτέλεια και την εθελοδουλία των άλλων, πριν η κυβέρνηση, στην οποία άλλοτε με ηχηρά μισόλογα και άλλοτε με αιδήμονα σιγή ο ίδιος τώρα  συμμετέχει, πραγματοποιήσει «τριπλό άξελ» για να βρεθεί ακόμη πιο πανηγυρικά σερνάμενη «στα τέσσερα» πάνω στον μνημονιακό πάγο. 


Ωστόσο, το «στα τέσσερα» είναι μια εξαιρετικά «διαθέσιμη» στάση, και ο κ. Καμμένος το γνώριζε - όπως γνώριζε ότι η «χύδην» γλώσσα είναι καθιερωμένη ως μια από τις επίσημες γλώσσες του ελληνικού κοινοβουλίου. Το γνωρίζαμε κι εμείς.


 

Αυτό που τότε δεν γνωρίζαμε ακόμη είναι ότι το χυδαίο μπορεί να πηγαίνει χέρι-χέρι με το υψηλό φρόνημα ενός φλογερού πατριώτη που συλλαμβάνει μακρινούς υπέρηχους από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας· που λατρεύει τις αρειμάνιες παρενδυσίες, άλλοτε σχίζοντας τους αιθέρες με Φάντομ και άλλοτε απαθανατιζόμενος μπροστά σε high tech πολεμικές μηχανές με το καμάρι καλοθρεμμένου παιδιού που μόλις κέρδισε άλλον έναν πολεμικό γύρο στο καινούργιο stratego του.  


Ο κ. Καμμένος μοιάζει να νιώθει σαν ρωμαίος στρατηγός που θεωρεί τις λεγεώνες περιουσιακό του στοιχείο και μπορεί να τις διαθέτει κατά το δοκούν - πρωτίστως δε «για τη διασφάλιση της εσωτερικής σταθερότητας στη χώρα». Ατυχώς, το ξημέρωμα της 21ης Απριλίου ήταν μόλις δύο ετών και του ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατον να συμβάλει στο έργο αυτής της διασφάλισης. 


Πάντως σήμερα, ως πολέμαρχος, ή έστω ως υπουργός εθνικής άμυνας, μοιάζει ορκισμένος να αγωνιστεί μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματός του για να προστατεύσει την ευημερία των αξιωματούχων του στρατεύματος· και γι' αυτό απειλεί να τα βροντήξει κάθε φορά που οι αριστεροί σύντροφοί του μιλούν για περικοπές στους μισθούς τους. Ουδείς ψόγος. Οπως και καθένας μας, ο κ. Καμμένος δικαιούται να επιλέγει τις ευαισθησίες του.


 

Οπως ακριβώς δικαιούται να επιλέγει και τις αλλεργίες του. Ο κ. Καμμένος φαίνεται πως έχει εμπεδώσει, μεταξύ άλλων, και  τη σοφία του Οτο φον Μπίσμαρκ, σύμφωνα με την οποία «τρεις καθηγητές και η πατρίς εχάθη». Γνωρίζει άλλωστε (και το είπε με παρρησία τις προάλλες) ότι όχι μόνο τρεις αλλά χίλιοι δεκατρείς και βάλε πανεπιστημιακοί καθηγητές είναι Κροίσοι οι οποίοι εν μέσω κρίσης κατάφεραν να χτίσουν επαύλεις στις όχθες του Πακτωλού που πηγάζει από τη βρυσομάνα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων. Γι' αυτό και αρματώνεται για πόλεμο με νύφες και μ' εγγόνια στην περίπτωση που οι δανειστές, η τρόικα και τα άλλα γκροτέσκα μορφώματα που απειλούν τον ελληνισμό αποφασίσουν να κάνουν ακόμη πιο πλούσιους τους χαρτογιακάδες του πανεπιστημίου προσπερνώντας τους στρατώνες.  


 

Απασχολημένος με τέτοια προβλήματα, ο κ. Καμμένος δεν αντιλήφθηκε...

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: «Σοκάρετε τους μπουρζουάδες»

Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. 

Πριν προλάβουμε να κατανοήσουμε σε βάθος τις πολιτικές «με προοδευτικό πρόσημο» (φράση σημαδιακή στον θυρεό του Φώτη Κουβέλη), και καθώς ο μνημονιακός καύσων ενσκήπτει δριμύτερος, ανέτειλε, ως φαίνεται, ο αστερισμός του «ταξικού πρόσημου». 
Δεν γνωρίζουμε ακόμη τον πλήρη ορισμό του αλλά έχουμε ήδη ενδεικτικές βολές από συριζαίους βουλευτές.  

Ο κ. Γ. Κυρίτσης μοιάζει να αναγνωρίζει χονδρικά δύο τάξεις αλλά, σε γλωσσοπλαστική έξαρση, κατονομάζει μόνο τον μειοψηφικό (σύμφωνα με το τελευταίο οπερετικό δημοψήφισμα) συρφετό των «μένουμεευρωπαίων», παραλείποντας να ονοματίσει τους άλλους και επιτρέποντας στους κακόβουλους να αναρωτιούνται αν πρόκειται για τους «πάμεβενεζουέλα» ή για τους «τελικά - πού - πάμε - ρε παιδιά;».  

Η κυρία Ευ. Καρακώστα, αν και δεν καταχώρισε ακόμη το «μένουμεευρωπαίοι» στο λημματολόγιό της, προφανώς αυτούς έχει κυρίως κατά νου όταν υπόσχεται «φορολογία με ταξικό πρόσημο».


 
Ο καιρός θα δείξει τι θα συμβεί στην ταξική παλαίστρα αλλά για την ώρα μπορούμε να αναρωτηθούμε πώς ακριβώς οπτικοποιούν μέσα στους δαιδάλους της πολιτικής τους σκέψης τους εκπροσώπους των «μένουμεευρωπαίων» ο μεν και η δε. Υποθέτω, πάντως, ότι κουνούν το δάχτυλο σε ένα είδος αστικής φάρας (άντε και σε μερικούς ταξικούς αποστάτες, τύπου Κατρούγκαλου) που δεν επρόκειτο ποτέ να θρασομανάει με τόση αναίδεια αν η Ιστορία δεν είχε πλαγιοολισθήσει στο ύψος της Βάρκιζας.  


Είδαμε εξάλλου πρόσφατα τον θίασο των γόνων της να τολμά να μηρυκάζει εκείνο το εθελόδουλο ΝΑΙ με Armani, γραβάτες και δεκάποντα την ώρα που σεμνοί χοροί άλκιμης και ελληνοπρεπούς νεολαίας έκαναν το Σύνταγμα ένα απέραντο «στην υγειά σας, ρε παιδιά!».


 
Ωραία, αλλά πώς άραγε πρέπει να φαντασθούμε τους άλλους, που τους αγαπούν αλλά δεν τους ονοματίζουν οι εν λόγω βουλευτές; 


Δεν ξέρω για τη λεγόμενη κοινωνία «εκεί έξω» αλλά νομίζω ότι μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα αν παρατηρήσουμε προσεκτικά και συστηματικά τους υποτιθέμενους εκπροσώπους της στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, εξαιρώντας για υγειονομικούς λόγους τη χρυσαυγίτικη πανίδα στο δεξιό της άκρο. Και εδώ μιλάμε για την αίσθηση που αποκομίζει κανείς από τη γενική κάτοψη.


 
Και η κυρίαρχη αίσθηση είναι ότι όσο λιγοστεύουν οι γραβάτες τόσο περισσεύουν έκκεντρες φυσιογνωμίες και όψεις ανθρώπων οι οποίοι, είτε από επιλογή είτε από ελλιπή κοινωνική αγωγή, δυσκολεύονται να συναινέσουν σ' εκείνο το ελάχιστο της φορμαλιστικής ευπρέπειας που είναι η νόρμα στις κοινοβουλευτικές αίθουσες ώριμων δημοκρατιών. Και αν είναι κοινωνική «υποχονδρία» το να περιμένει κανείς φλεγματική ευγένεια στο εντευκτήριο που οι «αγαναχτισμένοι» φιλοδοξούσαν κάποτε να πυρπολήσουν ως «κακόφημο», είναι αυτόχρημα και οικτρά επαρχιώτικο εκείνο το πακέτο «λαϊκού» κάζουαλ, ωμού θυμικού και βλαχοδημαρχικής αγαρμποσύνης, κυρίως όταν συνδυάζεται με μια συγκυβερνητική ρητορική παρωχημένης ιδεοληψίας εξ αριστερών και ακατέργαστης εθνικοφροσύνης εκ δεξιών - χωρίς να συνυπολογίζουμε το πρόσφατο αφόρητο μελόδραμα εκείνου που μοιρολογούσε μανιάτικα αλλά ψήφιζε ή το νηπιακό γινάτι του άλλου που ψήφιζε μόνο και μόνο για να βουρλίσει την αντιπολίτευση.


 

Αναρωτιέται κανείς μήπως κάποιοι εκεί μέσα, και λίγο παραέξω, δεν διαθέτουν άλλον τρόπο να διατρανώσουν το ταξικό τους πρόσημο πέρα από την κακόφωνη προβολή της «αντι-μπουρζουά» μαγκιάς τους. Αλλά αν αισθάνονται ότι πρέπει οπωσδήποτε να το κάνουν, ας μελετήσουν τουλάχιστον...

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά τα λόγια μένουν

Καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Το «σεμνά και ταπεινά» του Κώστα Καραμανλή (Μάρτιος 2004) ξεκίνησε ως καλόπιστη οδηγία κυβερνητικής πλεύσης, έπαθε καθ' οδόν και πολύ γρήγορα νοηματική αφυδάτωση, σταδιοδρόμησε ως ειρωνική επωδός στο αφήγημα της απαξίωσης των πολιτικών και της πολιτικής και κάπου στη 16η επέτειό του διεκδικεί παλινόρθωση διά χειλέων του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων. «Οχι αυταρέσκεια, αλαζονεία, οίηση» είπε (συνέντευξη στο «Βήμα» της 15.5.2016), «μόνο με δικαιοσύνη, σεμνότητα και ταπεινότητα, με θεσμική προσήλωση και δημοκρατική κουλτούρα θα πορευθούμε».


 
Λόγια είναι και λέγονται, θα πείτε - και στο κάτω-κάτω οι πολιτικοί έχουν κερδίσει το δικαίωμα να λένε και μια κοινοτοπία παραπάνω, ακριβώς όπως η μαινόμενη πολιτική ορθότητα έχει αφαιρέσει από τους άντρες το δικαίωμα να λένε και καμιά κουβέντα παραπάνω. Ναι, αλλά αυτή η κακοφορμισμένη «σεμνότητα plus ταπεινότητα», τώρα που μάθαμε καλύτερα τα χούγια και τα ένστικτα αυτής της κυβέρνησης, επιτρέπει την υποψία ότι το «νέο» (που εκόμισε ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με την «ελπίδα») δυσκολεύεται, ίσως και πιο πολύ από ό,τι το «παλιό», να κατανοήσει ότι τα λόγια δεν πρέπει να αυτονομούνται τόσο κατάφωρα από την πραγματικότητα.


 
Εκτός αν πρέπει να υποψιαστούμε ότι πρόκειται για νεύμα φιλοφρόνησης προς τη μεριά του Κώστα Καραμανλή ή να υποθέσουμε ότι το «παλαιό» μαγάριζε μερικές από τις πιο ευλογημένες λέξεις της ελληνικής και τώρα το «νέο» τις χρησιμοποιεί με την προσήκουσα ευλάβεια.

  
Μήπως, πάλι, να θεωρήσουμε ότι όλα τα θεάρεστα που αραδιάζει ο Πρόεδρος της Βουλής, μαζί με τη σεμνότητα και την ταπεινότητα, είναι αυτή τη φορά εγγυημένα επειδή το «νέο», εκτός των άλλων, είναι και ο μοναδικός φορέας «ηθικού πλεονεκτήματος»; 


Ή, μήπως, έτσι σοφοί που γίναμε, με τόση πείρα και έχοντας καταλάβει το «νέο» τι σημαίνει, το πιο απλό και ρεαλιστικό συμπέρασμα που μπορούμε να βγάλουμε είναι ότι οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά τα λόγια μένουν;


 
Τα λόγια μένουν, η συριζαϊκή Αριστερά δεν μοιάζει να φοβάται ότι τα πολλά λόγια είναι φτώχεια και το «νέο» που εκόμισε δεν περιλαμβάνεται ούτε στις επαγγελίες που την έφεραν πλησίστια στην εξουσία ούτε στα ευσεβή ζητούμενα του Προέδρου της Βουλής. Και αν κάτι είναι αληθώς νέο, αυτό είναι οι επιδόσεις της στο άθλημα που δρομολόγησε η κρίση των τελευταίων ετών, τουτέστιν τα λόγια των κυβερνώντων, για περισσότερο ή λιγότερο ευνόητους λόγους, να βρίσκονται σε πεισματική διάσταση προς την πραγματικότητα των οικονομικών αριθμών. Η πρωτόλεια κυβερνητική Αριστερά μας, αντί να προϋπολογίσει νηφάλια και υπεύθυνα τις συνέπειες αυτής της ασυμμετρίας, την έκανε αφετηρία «πολιτικής διαπραγμάτευσης» και ανέθεσε περίπου εν λευκώ στον Δον Κιχώτη του κρισιμότερου υπουργείου της να στήσει καταπέλτη εύκαιρης και άκαιρης φλυαρίας απέναντι στους ανεμόμυλους των Βρυξελλών και στο «μπούνκερ» του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.  


 
Ο Γιάνης Βαρουφάκης ήταν ιδιάζων αλλά όχι μόνος: στην οξεία φάση της «πρώτης φοράς» η κατά κεφαλήν παραγωγή φλυαρίας ερήμην της πραγματικότητας έκανε το «παλιό» να μοιάζει με πρότυπο λακωνικού ρεαλισμού. 

  
Αυτό που συνέβη πραγματικά για «πρώτη φορά» ήταν το τοξικό συνοικέσιο ανάμεσα σε πολλά, πάρα πολλά λόγια και σε λίγη, πολύ λίγη, αίσθηση της πραγματικότητας. Οι σχεδόν ευφημιστικές «αυταπάτες» που ομολόγησε πρόσφατα ο Αλέξης Τσίπρας δεν συνιστούν ούτε σωστό απολογισμό ούτε επαρκή απολογία, όχι μόνο επειδή, όπως πολλοί επεσήμαναν, ένας πρωθυπουργός δεν δικαιούται τόσο μεγάλο μερτικό αυταπάτης αλλά πάνω απ' όλα επειδή στην περίπτωση αυτή τα πολλά λόγια έφεραν και φέρνουν κυριολεκτική και όχι μεταφορική φτώχεια.

  
Από τις μέρες του θρυλικού «μέιλ Χαρδούβελη» ως σήμερα, δύο μονάχα παροιμίες αρκούν για να συντομογραφήσουν την ιστορία μας. Η άλλη (και δεν υπάρχουν βραβεία για όποιους τη μάντεψαν κιόλας) είναι:  

KOINΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Στην αυλή των θαυμάτων

EΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
 
Στη δημοσκόπηση της Κάπα Research για λογαριασμό του «Βήματος της Κυριακής» (12.4.2015) εμφαίνεται, μεταξύ άλλων, ποσοστό 50,5% Νεοδημοκρατών που πιστεύουν στα θαύματα, με το αντίστοιχο ποσοστό των Συριζαίων να φτάνει στο σεβαστό 34,4%. 


Ενα πρόβλημα της δημοσκοπικής βιομηχανίας είναι ότι για λόγους πρακτικής οικονομίας (πρέπει να υποθέσουμε) οι ερωτήσεις έρχονται συσκευασμένες στη λογική του αλληλοαποκλειόμενου «μαύρου - άσπρου», δεν είναι δεκτικές διαβαθμίσεων, αποχρώσεων ή διευκρινίσεων και συνεπώς εκμαιεύουν ανάλογα μονοχρωματική απόκριση.  


Τι είναι «θαύμα» στη συγκεκριμένη περίπτωση; 


Αν, για παράδειγμα, ο Χριστόδουλος Ξηρός και ο Νίκος Μαζιώτης αποφάσιζαν να αποσυρθούν σε σκήτη στο Αγιον Ορος, θα μιλούσαμε για λογικά δυσεξιχνίαστο θαύμα με πλήρη μεταφυσική φόρτιση. Διαφορετικής τάξεως θαύμα όμως είναι το να πιστεύεις ότι δύο συμπαθή κατά τα άλλα παλικαράκια από τον ευρωπαϊκό Νότο (ο ένας ήταν Ισπανός και ο άλλος ήταν Συριζαίος...) θα κλονίσουν συθέμελα τις τευτονικές (και τεκτονικές) βεβαιότητες του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ή ότι η Νέα Δημοκρατία με τον Αντώνη Σαμαρά μπροστάρη θα περάσει πλησίστια από την εμμηνόπαυση στην ήβη. Σε αυτή τη δεύτερη και πιο εκκοσμικευμένη εκδοχή θαύματος τα ποσοστά των «πιστών» θα ήταν σίγουρα υψηλότερα τόσο για τη Νέα Δημοκρατία όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ.


 
Ούτε βέβαια μπορούν οι δημοσκοπήσεις να αφηγηθούν τις βαθύτατα ερμηνευτικές ιστορίες που λανθάνουν πίσω από στεγνά νούμερα και ποσοστά. Το εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιανουαρίου έχει πολλαπλή αιτιολογία, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στη διαμόρφωσή του συνέβαλε σημαντικά και η προσδοκία μιας σημαντικής μερίδας συμπολιτών μας ότι σε κάποια κοινοβουλευτική σύναξη οι αρχιερείς του ΣΥΡΙΖΑ θα απαγγείλουν τελετουργικά τη μία και ιερή φόρμουλα που θα διαγράψει το επαχθές χρέος. 


Μια εστιασμένη δημοσκόπηση θα μπορούσε ασφαλώς να αποκαλύψει το ποσοστό αυτών που πίστευαν ή συνεχίζουν να πιστεύουν σε με τέτοια θαυματική σεισάχθεια, δεν θα μπορούσε ωστόσο ούτε να εντοπίσει ούτε να ερμηνεύσει τους βαθύτερους λόγους της πίστης τους. Και, σύμφωνα με μια θεωρία, ο πιο πειστικός τρόπος για να τους ερμηνεύσουμε είναι να παραβάλουμε το συγκεκριμένο θαύμα με εκείνο της Ανάστασης μελετώντας ταυτόχρονα τις διαφορές νοήματος και έμφασης ανάμεσα στο ελληνορθόδοξο και στο δυτικό Πάσχα.



Οπου το δεύτερο μεγαλύνει τον επί του σταυρού πάσχοντα Χριστό ως αποπληρούντα το χρέος της αμαρτωλής ανθρωπότητας, ενώ το πρώτο, διαρκούσης της Εβδομάδας των Παθών, προσβλέπει ήδη ευφρόσυνα στον χρόνο της Ανάστασης. 



Το δεύτερο κυριαρχείται από τις παραστάσεις του σταυρικού θανάτου, το πρώτο συνοψίζεται εικαστικά στον εκ του τάφου εγειρόμενο Θεάνθρωπο.


Το δεύτερο διέπεται από την εμμονική λογική και ηθική του αμαρτωλού χρέους που πρέπει να αποπληρωθεί αίματι και θανάτω, το πρώτο επείγεται να εορτάσει τη θαυματική νίκη της ζωής επί του θανάτου. 


Και η δυτική θεολογία δεν παρέλειψε να καταλογίσει στην ανατολική Ορθοδοξία μια «δωρεάν» αντίληψη της λύτρωσης.



Μια θεωρία είναι ασφαλώς αλλά είναι θεωρία η οποία, τοποθετημένη πάνω στον καμβά του άλλου χρέους που μας τυραννά, μπορεί, εν μέρει τουλάχιστον, να ερμηνεύσει το γιατί εδώ κάποιοι πιστεύουν σε ένα αναστάσιμο, τύπου «διάγραψέ το», θαύμα ενώ η θυγατέρα του λουθηρανού ιερέα επιμένει στη λογική και την ηθική της πληρωμής.  


Το χριστεπώνυμο πλήρωμα των ΑΝΕΛ μπορεί να μην έχει πρόβλημα, αλλά οι αθεΐζουσες και αγνωστικιστικές συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ενθουσιαστούν όταν αντιληφθούν ότι στο συγκεκριμένο ζήτημα ιερουργούν στο προκεχωρημένο τέμενος του ανατολικού μυστικισμού.


 
Οπου, βέβαια, χρόνια ολόκληρα όλοι μας λίγο-πολύ με αταλάντευτη πίστη στα θαύματα πορευτήκαμε, πιστεύοντας ότι στη θάλασσα όπου μας έριξε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν χρειαζόταν να μάθουμε κολύμπι γιατί μας είχε δοθεί η χάρη να βαδίζουμε αβρόχοις ποσίν επί των υδάτων. 


Και είναι η οξύμωρη λογική του θαύματος που τώρα τελευταία έφτασε αισίως να εκλέγει και να στηρίζει κυβερνήσεις: 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Μυθιστόρημα με τρία παραρτήματα


Διαβάζουμε σε δόσεις, και καταβάλλοντας εξαιρετικά δαπανηρή συνδρομή,  το «μυθιστόρημα ενηλικίωσης» του ΣΥΡΙΖΑ.  Σύμφωνα με πληροφορίες του «Βήματος», το βιβλίο προβλέπεται να έχει και τρία παραρτήματα.  

Στο ένα, με τον δημώδη τίτλο «Πέρα από την ενηλικίωση: Η ζερβή πλατφόρμα», ξετυλίγονται περιστατικά ανθρώπων που σε τερματικό στάδιο αρτηριοσκλήρυνσης ψελλίζουν δυσνόητες κουβέντες και όταν τους ρωτάς τι ζητούν και πού θέλουν να παν δεν ξέρουν αν έχουν ραντεβού στη Βάρκιζα ή στα Γουναράδικα.  Κάποιοι άλλοι, και μετά από επανειλημμένα σήματα Silver Alert, ανευρίσκονται στην περιοχή του Χολαργού, όπου περιφερόμενοι με απλανές βλέμμα ακούγονται να σιγοτραγουδούν την παλιά επιτυχία «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά».

Ο τίτλος του δευτέρου παραρτήματος, στην προσπάθειά του να διευκρινίσει επί το ορθόν ένα κομματικό ακρωνύμιο,  περιέχει έναν αδόκιμο νεολογισμό: «ΑΝ.ΕΛ:  Ανηλικίωτοι Έλληνες».  Εδώ η αφήγηση αφορά άτομα τα οποία, παρά τον μέσο όρο της βιολογικής ηλικίας τους, συνεχίζουν να πιστεύουν ότι η οικονομική κρίση μπορεί να αντιμετωπιστεί με θούριους του τύπου «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει, δεν τη σκιάζει φοβέρα καμιά» και ανεβάζουν επετειακές σχολικές παραστάσεις με το Κούγκι, όπου τον καλόγερο Σαμουήλ τον υποδύεται ο ίδιος ο αρχηγός τους, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν στις τάξεις τους επαγγελματία ηθοποιό με αναγνωρισμένες κωμικές επιδόσειςΣύμφωνα με τα πορίσματα μιας έρευνας, οι «ανηλικίωτοι» αυτής της κατηγορίας πάσχουν από ένα ιδιότυπο παιδικό σύνδρομο, συνεπεία του οποίου αρέσκονται να λένε πεισματικά ΟΧΙ ακόμη και όταν δεν γνωρίζουν ακριβώς τι είναι αυτό που αρνούνται, ενώ σε άλλες περιπτώσεις λένε ΝΑΙ εκεί που θα περίμενες να πουν ΟΧΙ.   Ωστόσο, το σύνδρομο αυτό φαίνεται να χαρακτηρίζει γενικά και τα πρόσωπα στο κύριο μέρος του μυθιστορήματος.

Το τρίτο παράρτημα επιγράφεται: «Πριν από την ενηλικίωση: Τόπο στα νιάτα» και αναφέρεται στους ευέλπιδες νεανίες του ΣΥΡΙΖΑ.  Πρόκειται για πολλά υποσχόμενη γενιά που θητεύει στη μεταμοντέρνα ανεξιθρησκία τύπου «όλα επιτρέπονται» και διαπνέεται στην πλειονότητά της από μια, δυσνόητη για τον κοινό θνητό-αστό, αντίληψη περί Νόμου και Τάξης.  Συγκεκριμένα, φρονεί ότι η αντισφαίριση λίθων, ενδεχομένως και μολότωφ, σε ρύμες και πλατείες είναι οργανικό μέρος του ιστορικού «προτσές», το οποίο, ως εγγύηση της δημοκρατικής προκοπής, πρέπει να εξελίσσεται απρόσκοπτα σε εργάσιμες και αργίες, και το οποίο υπονομεύεται από την παρουσία των χωροφυλάκων.  Στα εντευκτήριά τους, λικνιζόμενοι μπρος πίσω κατά το πρότυπο των προσευχομένων Εβραίων, αποστηθίζουν αποσπάσματα από τον Αλτουσέρ, πυρπολούν κέρινα ειδώλια του Σαμαρά και του Βενιζέλου και, εσχάτως, στοχεύουν με μικρά  αλλά ιοβόλα βέλη ομοιώματα του πολιτικού προϊσταμένου των χωροφυλάκων – ευλόγως, θα μπορούσε να πει κανείς, αφού ο τελευταίος ζει αμαρτωλά διπλή ζωή με το να θητεύει στον ΣΥΡΙΖΑ τη στιγμή που είναι υπέρμαχος του Νόμου και της Τάξης.  Σύμφωνα με το πόρισμα άλλης έρευνας, πολλά άτομα αυτής της νέας γενιάς εμφανίζουν ένα ενδημικό οφθαλμολογικό πρόβλημα:   

ΚΟΙΝΩΝΙΑ και ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΡΙΖΟΠΛΗΚΤΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η τελευταία παράσταση

E-Ξ-Α-Ι-Ρ-Ε-Τ-Ι-Κ-Ο
Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

«Πώς είναι δυνατόν να αρνούνται την άσκηση ενός δημοκρατικού δικαιώματος στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία; Πώς μπορούν να ταπεινώνουν έναν κυρίαρχο και περήφανο λαό; Ο λαός μας ξέρει, όταν η Ιστορία τον καλεί, να βροντοφωνάζει ΟΧΙ. Δεν θα λυγίσουμε. Θα νικήσουμε».

Αυτό είναι πάνω-κάτω το ίζημα που άφησε ο πεντάμηνος κοχλασμός της πρώτης κυβερνητικής Αριστεράς: 

 Μεγαλόστομος παλιμπαιδισμός στον πολλαπλασιαστή της εθνικής εμποροπανήγυρης και του «πατριωτικού» δεκάρικου.  

Ιλαρός στόμφος μιας «λαζοπούλειας» λαϊκής απογευματινής με ελεύθερη είσοδο και δωρεάν διανομή «πλασίμπο»

«Αντάρτικοι» κορδακισμοί πάνω σε ετοιμόρροπο παλκοσένικο. Αφόρητα φληναφήματα και αυτάρεσκο γινάτι την ώρα που ακούμε όλο και πιο ευκρινή τον επιθανάτιο ρόγχο της συλλογικής μας αξιοπρέπειας. 

«Δημοκρατία», «λαός», «περηφάνια», λερά και φθαρμένα τραπουλόχαρτα στον νιοστό γύρο ιδεοληπτικού τζόγου.


Στο κανονικό τσίρκο οι κλόουν ξέρουν ότι είναι κλόουν, οι ακροβάτες επιχειρούν με δίχτυ ασφαλείας, οι ταχυδακτυλουργοί είναι επαγγελματίες, τα θεριά βρυχώνται μέσα στα κλουβιά τους.  

Ο Βαυαρός που είπε «τσίρκο» την κυβέρνηση φιλέλλην θα ήτο.


Αλλά το πανηγύρι τελειώνει κάπου σήμερα και:

ΑΝΑΣΤΑΣΗ: Μια παραγωγική μεταφορά

Ακαδημαϊκός, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.


Μέρες που είναι, δεν αποκλείεται η επωδός περί «επανεκκίνησης» της οικονομίας  να επικαιροποιηθεί ως «ανάσταση». Και το μόνο ενδιαφέρον, αν τελικά προκύψει αυτή η προβλεπτή μεταφορά, είναι ότι, όπως και στην περίπτωση του κεντρικού χριστιανικού δόγματoς, ο κοσμάκης θα χρειαστεί κάτι σαν μεταφυσική πεποίθηση για να υποδεχθεί αισιόδοξα το αναστάσιμο οικονομικό μήνυμα - και πάντως όχι χωρίς να θέσει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων.

 
Ωστόσο, η «ανάσταση», έξω από τα συμφραζόμενα της δογματικής της κυριολεξίας, και παρ' όλο που ηχεί τετριμμένη και κοινόχρηστη, ήταν ανέκαθεν μία από τις πιο ανθεκτικές, δυναμικές και παραγωγικές μεταφορές «εν λόγω και διανοία». Είναι  ταυτόχρονα μια μεταφορά που εκκρεμεί ανάμεσα στη μελαγχολική ύφεση και στην ευφορική έξαρση. 


Η ποίηση της κλασικής αρχαιότητας δρομολόγησε τη σκυθρωπή και άνιση σύγκριση ανάμεσα στο αμετάκλητο «άπαξ» του ανθρώπινου κύκλου και στην αέναη προοπτική του επαναλαμβανόμενου κύκλου των εποχών: για μας μια άνοιξη κι ένα καλοκαίρι που γέρνει προς το φθινόπωρο πριν από την τελική στίξη του χειμώνα· έξω και ολόγυρά  μας, το νομοτελειακό αναστάσιμο της Φύσης. Η ομηρική ποίηση εγκαινιάζει την επώδυνη υπόμνηση: όπως η γενιά των φύλλων έτσι και των ανθρώπων. Αλλά είναι ο εμβληματικός λυρισμός του Λατίνου Οράτιου που πλέκει ψιλοβελονιά τούτον τον καημό: Οι ζέφυροι μαλακώνουν τη βαρυχειμωνιά, τα καλοκαίρια παίρνουν καταπόδι την άνοιξη, μελλοθάνατα κι αυτά μπροστά στο κάρπιμο φθινόπωρο, ύστερα πάλι η νάρκη του χειμώνα - και τα φεγγάρια γρήγορα κάνουν τη χάση φέξη. Εμείς, άπαξ και πέσουμε, σκόνη και σκιά. Το αφήγημα, με την αγχωτική, αδυσώπητη αλληλουχία του, είναι ευανάγνωστο: σ' εμάς τους βροτούς η «ανάσταση» είναι διαθέσιμη μόνο ως μεταφορά - ή ως αλληγορία και παρηγορία.

 
Ετσι, μαστόρισσες στην τέχνη της αλληγορίας και της παρηγορίας,  οι θρησκείες καταπιάστηκαν να φιλοτεχνήσουν τον αντίλογο και έτσι εμφανίστηκαν οι «θανόντες και αναστάντες» θεοί που μοιράστηκαν μαζί μας τα Πάθη της φθοράς και ύστερα, με τελετουργική επισημότητα, μας προσκάλεσαν σε παρήγορη συμμετοχή στο αναστάσιμο Δοξαστικό τους - άλλοτε με την παγανιστική φυσιοκρατία του Βάκχου ή του Αδωνι, κατόπι με την εσωτερικευμένη και μυσταγωγική σεμνοπρέπεια του χριστιανικού «θανάτω θάνατον πατήσας».

 
Λέμε ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος για να συντάξουμε το χαοτικό του βίου· με άλλα λόγια, δοκιμάζουμε μυθοπλαστικές διασκευές του τυχαίου για να δώσουμε νόημα σ' αυτό που είμαστε και σ' αυτό που ζούμε. Αφηγούμαστε για να καταλάβουμε αλλά, ακόμη κι όταν το βρίσκουμε δύσκολο να καταλάβουμε, αφηγούμαστε και για να παρηγορηθούμε· αι το αφήγημα «των Παθών και της Ανάστασης» είναι ίσως το πιο αρχετυπικό, το πιο έμπεδο και το πιο οικουμενικό ανάμεσα σε εκείνα που, ακόμη κι όταν δεν εγγυώνται ερμηνεία, επιδαψιλεύουν παρηγορία. Και εδώ δεν μιλώ τόσο για την «εξειδικευμένη» και θεολογικά κατοχυρωμένη παρηγορία της χριστιανικής Ορθοδοξίας η οποία, σύμφωνα με τον Απόστολο, προσδοκά ανάσταση νεκρών σωμάτων σε μια νέα ζωή αγγελικής αφθαρσίας και ασύλληπτης πνευματικότητας, αλλά για μιαν ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη, ευελπιστία (που σπινθηρίζει, ακριβώς, μέσα στις μεταφορές μας και στις αλληγορίες μας) ότι υπάρχουν τρόποι και δρόμοι να διαπραγματευθούμε την παράταση του στίγματός μας και ότι η βιολογική παύση είναι πολύ «τεχνοκρατική» υπόθεση για να ομολογήσουμε την ολοκληρωτική ήττα της δρώσας συνείδησής μας. Και σ' αυτή την προοπτική, ο αποπειρατικός λόγος του Ποιητή μάς δελεάζει ίσως πιο πειστικά από τη δογματική βεβαιότητα του Αποστόλου: Να γιατί γράφω. Γιατί η Ποίηση αρχίζει από κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος.  Κυριολεκτική, μεταφορική ή αλληγορική, η προσδοκία της «ανάστασης» είναι η διεκδίκηση μιας «άλλης πραγματικότητας», μιας «δεύτερης ευκαιρίας» - ίσως και της «τελευταίας λέξης».

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Η κατά ΣΥΡΙΖΑ «ειρωνεία» και οι «επικίνδυνοι ηλίθιοι»

Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
 
To είπε τις προάλλες στη Βουλή ο Μανώλης Γλέζος: Αν η Νέα Δημοκρατία πάψει να παίρνει χρήματα από τον λαό για να τα δίνει στους τραπεζίτες και, γενικότερα, αν αποθέσει το ευαγγέλιο και το φραγγέλιο του Μνημονίου, ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να σκεφτεί το ενδεχόμενο μιας πολιτικής συνεργασίας μαζί της.  
 
Εκανε αίσθηση τούτη η δήλωση. και πώς θα μπορούσε να μην κάνει όταν στον ελληνικό 21ο αιώνα κάποια από τα πρώην «μιάσματα» της μιας πλευράς και ορισμένοι «επάρατοι» της άλλης συνεχίζουν να αναστοχάζονται σε τακτά διαστήματα και με αταβιστική ευλάβεια το υγειονομικό χάος που τους χωρίζει.  
 
Αλλά όση αίσθηση και αν δημιούργησε το πράγμα, δεν ανταποκρίνεται στον ορισμό της γνήσιας είδησης, ιδίως αν σκεφτείς ότι ορισμένοι δημογέροντες και δημογερόντισσες του «προοδευτισμού» καταφέρνουν να πιστεύουν ακόμη και σήμερα ότι το ΠαΣοΚ είναι αναστάσιμο αρκεί να διακόψει τη μολυσματική συναναστροφή του με τη ΝΔ στα κυβερνητικά καταγώγια.

Οχι, η πραγματική είδηση δεν είναι αυτή, αλλά ό,τι ακολούθησε τη μεγάθυμη δήλωση Γλέζου. Και την ακολούθησε επίσημη διευκρίνιση του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με την οποία, μακράν του να σοβαρολογεί, ο βουλευτής ασκούσε το αναφαίρετο δικαίωμά του στην ειρωνεία.  
 
Δίνω εδώ την ήπια παράφραση μιας οργίλης ανακοίνωσης, σύμφωνα με την οποία όσοι δεν καταφέρνουν να συντονιστούν με τη χαριτωμένη ειρωνικότητα που, ως γνωστόν, διέπει τον κομματικό λόγο των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ συγκροτούν μια συνομοταξία «επικινδύνων και ηλιθίων».  
 
Τώρα, ένα από τα δύο συμβαίνει: ή η Κουμουνδούρου λανσάρει μια πολύ διασταλτική ερμηνεία της «ειρωνείας» ή η μεγάλη πλειονότητα των υπολοίπων στερούμεθα εκ γενετής αισθητήριο ειρωνείας. Αν ο Μανώλης Γλέζος ειρωνευόταν, είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το έκανε με την ίδια υφολογική και κινησιολογική σεμνοπρέπεια που μετέρχεται όταν υπολογίζει τη δυσθεώρητη οικονομική οφειλή της Γερμανίας προς την Ελλάδα λόγω του κατοχικού δανείου.

Υποψιάζομαι ότι το περιστατικό δεν ανήκει στο κεφάλαιο της ειρωνείας. Αλλά αν ο Μανώλης Γλέζος πράγματι ειρωνευόταν, τότε το έκανε με τον ευθύγραμμο, αστόλιστο και άγευστο τρόπο της εύκολης «πλάκας» και καθόλου με τη λεκτική και εννοιολογική μαστοριά του ειρωνικού χιούμορ - τουτέστιν, μιας «δεξιότητας», η κατά κεφαλήν κατανομή της οποίας μέσα στην κοινοβουλευτική αίθουσα αλλά και στο ευρύτερο πολιτικό περιστύλιο είναι μάλλον προβληματική. Γιατί πρόκειται για δεξιότητα που προϋποθέτει παιδεία και καλλιεργημένη αίσθηση γλώσσας.

Στην πιο εύκολη παρερμηνεία τους, το καλό χιούμορ και η ειρωνεία ταυτίζονται με τη ροπή στην ανεκδοτολογία, αλλά στο περιστασιακό καλαμπούρι της παρέας όλοι μπορούν να έχουν λίγο-πολύ μετοχές. 
 
 Κατά τα θρυλούμενα, ο Μιλτιάδης Εβερτ ήταν και ο Κώστας Καραμανλής είναι μεγαλομέτοχοι του είδους, αλλά δεν βλέπω πώς θα μπορούσαν να πιστωθούν με την πιο σεσοφισμένη ποικιλία που συζητάμε. Σε καθαρά κοινοβουλευτικό πλαίσιο, και σε εποχές πιο αισθητής εγγραμματοσύνης, ο Γεώργιος Παπανδρέου έμοιαζε να «το έχει». Δεν θα έλεγε κανείς το ίδιο για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αν και αυτός μοιραζόταν με τον Χαρίλαο Φλωράκη ένα πηγαίο, θυμοσοφικό κέφι. Ο Ανδρέας είχε την υποχρέωση να ρητορεύσει την κοσμογονική «Αλλαγή» με τέτοια μεγαλόφωνη επισημότητα που δεν έβρισκε χώρο για αξιομνημόνευτες ειρωνικές υφέσεις. Το ίδιο, και μεγαλύτερο, πρόβλημα φαίνεται να είχε ο Κώστας Σημίτης καθώς πάσχιζε για τον από καθέδρας εκσυγχρονισμό.  
 
Ο Γιώργος Παπανδρέου αντιμετώπιζε πολύ σοβαρά πρωτογενή (γλωσσικά) ελλείμματα για να καταφέρει να περάσει στο στάδιο του ειρωνικού πλεονάσματος.  
 
Ο Αντώνης Σαμαράς διασαλπίζει urbi et orbi το άλλο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά χάνει διαρκώς την ευκαιρία, αν όχι για ειρωνικό χιούμορ, τουλάχιστον για αυτοειρωνικό ρεσιτάλ.  
 
Ο Αλέξης Τσίπρας, παρά τη διακεκριμένη θητεία του στη σοβαροφανή και μικρομέγαλη οπερέτα του μαθητικού συνδικαλισμού, σαφώς διαθέτει το ζητούμενο, και το απέδειξε περίτρανα στην περίπτωση του Μανώλη Γλέζου. δεν το εκδηλώνει όμως, πιθανότατα για να μην ερεθίσει τις «Ρόζες» του που δεν τυγχάνουν και πολύ ναζιάρες. 
 
Ο Δημήτρης Κουτσούμπας προφανώς το αποφεύγει ως ύποπτο για πρόκληση αστικού μορφασμού. 
 
Ετσι απόμεινε μόνος του ο Θεόδωρος Πάγκαλος με τα εγκαιροφλεγή ειρωνικά του, που πάντως θα έκαναν πιο ευδιάκριτη καριέρα αν, συχνά, δεν αποτελούσαν μέρος λιγότερο ελεγχόμενων εκρήξεων.

ΠΑΙΔΕΙΑ στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Ο δρόμος για το Νέο Λύκειο (ως ένα νέο "απέραντο φροντιστήριο"?)

Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης.
 
Οπως τονίζεται στα σχετικά αναγγελτήρια, το Νέο Λύκειο θα διεκδικήσει την εκπαιδευτική του αυτονομία με μια αποφασιστική έμφαση στη «γενική παιδεία». Εννοείται, εξ αντιθέτου, ότι το Λύκειο που θέλουμε να παροπλίσουμε είχε καταντήσει χώρος αναγκαστικού πρωινού προσκλητηρίου, όπου οι μαθητές καταδέχονταν (κυρίως στην τελευταία τάξη) να παραχωρήσουν το ελάχιστο δυνατό της φυσικής τους παρουσίας ενώ το ανίκανο σύστημα, σε αντάλλαγμα, ανεχόταν τις εξωσχολικές τους σχέσεις με το ακμαίο φροντιστήριο. Οπως και με την «παρασυζυγία», η αυθεντική όρεξη εντοπιζόταν στην «παραπαιδεία». Ωστόσο, ψευδαισθήσεις δεν υπήρχαν: η όρεξη αφορούσε αποκλειστικά μια θέση στην ανώτερη και, κυρίως, στην ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα.

Κατά την ίδια σχετλιαστική αφήγηση, η εγκατάσταση αυτής της εργαλειακής και «ρεαλιστικά» εστιασμένης φιλοσοφίας στέρησε από το σχολείο τον φυσικό του εκπαιδευτικό και παιδαγωγικό ρόλο και από τους μαθητές τη δυνατότητα να αποκτήσουν, εκτός από «πανελλαδικές» δεξιότητες και οξυμμένη όσφρηση για τα εξεταστικά «ΣΟΣ», και το είδος της γνωσιακής συνείδησης που διαμορφώνει ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Μεγάλες και βαριές κουβέντες, θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς, αλλά αυτό είναι πάνω κάτω το πνεύμα με το οποίο ο υφυπουργός για την Παιδεία διασάλπισε το νέο ξεκίνημα όταν ξόρκισε το παλαιό λύκειο ως «ένα τεράστιο φροντιστήριο» και όρισε για το νέο την ευθύνη «να παρέχει στους μαθητές τη γενική παιδεία που χρειάζονται». Και για του λόγου του αληθές, το νέο πρόγραμμα πριμοδοτεί τα κακοπαθημένα μαθήματα γενικής παιδείας: μόνο τέτοια στην Α', 30 ώρες στη Β' (με 5 μόνο ώρες ειδικού «προσανατολισμού») και 12 ώρες στη Γ' Λυκείου, όπου, εύλογα, το μεγαλύτερο μερτικό (20 ώρες) θα πάει στα μαθήματα που προσανατολίζουν κατά τις Πανελλαδικές.

Είναι σαφές ότι η μακροχρόνια λιτανεία των «εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων» και το ισχνό πρακτικό της αποτύπωμα τείνουν να εξαντλήσουν τα αποθέματα καλής πίστης μέσα στην κοινωνία. Είναι εξίσου σαφές ότι η συγκυρία, με την κλαγγή της «κινητικότητας» και τον θούριο της «διαθεσιμότητας», ευνοεί εκτεταμένη καχυποψία ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς. Τίποτε, όμως, δεν θα δικαιολογούσε μια προγραμματική άρνηση ενός πραγματικού προβλήματος, και είναι προσωπική μου πεποίθηση ότι μια ανανεωμένη αίσθηση αξίας του ρόλου που διαδραματίζει η μεσαία εκπαιδευτική βαθμίδα είναι αναγκαία συνθήκη για να δραπετεύσουμε από τη χρησιμοθηρική μέγγενη.

Και προς αυτήν την κατεύθυνση, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το πρόγραμμα του Νέου Λυκείου είναι δομικά ταγμένο να πολεμήσει, και βαθμιαία, μακάρι, να εξαλείψει, τους βολικούς αυτοματισμούς και τα μηχανιστικά ένστικτα που καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις εκπαιδευτικές μας πρακτικές. 
 
Να το διατυπώσουμε με πιο αναγνωρίσιμους όρους: Είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε ένα εκπαιδευτικό ρίσκο όπου δεν θα προβλέπονται βραβεία για την αποστήθιση και την απομνημόνευση; 
 
Διαθέτουμε σχέδιο για την εκπαίδευση δασκάλων που θα μπορούν να λειτουργούν χωρίς αυτό το δίχτυ ασφαλείας; 
 
Διαθέτουμε υποδομές και «ιδεολογία» που μπορούν να εκμεταλλευθούν κριτικά και ανθρωποκεντρικά τον πληροφοριακό πακτωλό ο οποίος αναβλύζει από τις νέες τεχνολογίες; 
 
Εχουμε ετοιμοπαράδοτα εκσυγχρονισμένα εκπαιδευτικά εγχειρίδια γραμμένα όχι από κοινούς ερανιστές λημμάτων αλλά από στέρεους γνώστες που κατέχουν τη μαστοριά της λαγαρής, ελκυστικής και, όπου χρειάζεται, «προκλητικής» έκθεσης - αφήγησης;
 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΠΑΝΑΝΙΑ: Οι «ψιλές» και οι «χοντρές»

ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ
Του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή 
Καθηγητή του Τμήματος Φιλολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Ο ευκαιριακός λαϊκισμός μάλλον δεν ταιριάζει στη δημόσια «περσόνα» που επιλέγει να επιδεικνύει ο δήμαρχος της Θεσσαλονίκης, ο οποίος διαπρέπει πολύ περισσότερο στη τέχνη της αντικομφορμιστικής ατάκας και της «παρά προσδοκίαν» λακωνικότητας.   

Δυσκολεύομαι, πάντως, να ταξινομήσω τη δήλωση που έκανε τις προάλλες, μετά το επεισόδιο σε βάρος του γερμανού προξένου στη συμπρωτεύουσα. Τα διαδραματισθέντα, είπε, ήταν «αναμενόμενα και δικαιολογημένα». 

Αν το «δικαιολογημένα» δικαιολογεί, εκτός από τη διαμαρτυρία, και τα καταγεγραμμένα καθέκαστά της (όπου ο πρόξενος έμοιαζε  με «πουλημένο» διαιτητή που αντιμετώπιζε χειροπιαστές «ενστάσεις» από τους αδικημένους μετά τη λήξη του ντέρμπι, και όπου ένας μόλις αξιωματικός της αστυνομίας πάσχιζε να κρατήσει τον κ. Λιντς μακριά από τον κ. Ομπερμάιερ), τότε υπάρχει σοβαρό ζήτημα.

Και πρώτα πρώτα, αφού το φιτίλι δεν το άναψε ο πρόξενος αλλά ένας άλλος συμπατριώτης του (που δήλωσε ότι στο αγώνισμα της τοπικής αυτοδιοίκησης, όπως περίπου και στο ποδόσφαιρο, χάνουμε από τους Γερμανούς με 3-1), ο πρόξενος τιμωρήθηκε εναλλακτικά και, κυρίως, ως η πρώτη διαθέσιμη συμβολική ενσάρκωση της συλλογικής γερμανικής ενοχής. 

 Κάποιοι  θα αντιδράσουν με ιερή αγανάκτηση, αλλά αν είμαστε ειλικρινείς πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η «λογική» δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνην που δίνει το δικαίωμα στον ισλαμικό όχλο κάποιας Ινδονησίας να κατασπαράξει τον πρώτο χριστιανό που θα συναντήσει μετά τη γελοιογράφηση του Προφήτη σε δυτικό έντυπο. Και για να γίνουμε πιο επίκαιροι, είναι η ίδια λογική η οποία, στα μάτια του Χρυσαυγίτη, μεγεθύνει τον πρώτο τυχόντα Πακιστανό του Αγίου Παντελεήμονα ως την  επιτομή του μολυσματικού Κακού που απειλεί τα άχραντα και άμωμα του ελληνικού αίματος. Και ο δήμαρχος, σημειωτέον, είναι από τους πιο εμφατικούς εκπροσώπους της άποψης ότι η Χρυσή Αυγή πρέπει να τεθεί εκτός νόμου.

Αλλά στον βαθύ ορίζοντα αυτού του «δικαιολογημένα» διαγράφεται η αντίληψη ότι η οικονομική κρίση θα μπορούσε να δικαιολογήσει, οιονεί εκτάκτως, εκδοχές βίας εναντίον όλων αυτών, ντόπιων και ξένων, που διά πράξεως ή παραλείψεως, θεωρούνται υπεύθυνοι για την πρόκληση και τη συντήρησή της. Ο ΣΥΡΙΖΑ, ανέκαθεν ελαστικός με τις «κόκκινες γραμμές» του καταστατικού ακτιβισμού του, έχει ραφινάρει την τεχνική της εγγαστρίμυθης δεκτικότητας απέναντι στους ρέκτες της φυσικής παρεκτροπής και επιμένει να νεύει, περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά, προς την ίδια κατεύθυνση και μετά τα εκλογικά ποσοστά που τον έκαναν αξιωματική αντιπολίτευση. Στην ίδια κατεύθυνση, «εμπνευσμένες» παρεμβάσεις τύπου Παναγούλη, από το ίδιο το βήμα του Κοινοβουλίου, μιλούν για  «λιντσάρισμα» όχι για να το εξορκίσουν αλλά μάλλον για να κάνουν πιο δραστική την αυτοεκπληρούμενη προφητεία που έχουν κατά νου. Και πάλι στην ίδια κατεύθυνση, όλο και περισσότεροι μαθαίνουν να αναμηρυκάζουν την πανούργα εκείνη εξίσωση που αθωώνει την ωμή και ακατέργαστη βία ως καθ' όλα νόμιμη άμυνα απέναντι στη βία και την ασέλγεια των μνημονιακών πολιτικών.

Ναι, η οικονομική κρίση με τα παρεπόμενά της είναι μαμή βίας. Αλλά την απάντηση στο πρόβλημα, στο μέτρο που υπάρχει απάντηση, δεν θα αρχίσουμε καν να την υποπτευόμαστε αν δεν κάνουμε τον κόπο να ξεχωρίσουμε την όξυνση των φαινομένων λόγω της οικονομικής συγκυρίας από κακοδαιμονίες και παθολογίες της κοινωνίας μας που έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν τη διαδρομή τους ανεξάρτητα και ερήμην της κρίσης. Και για να το πούμε αλλιώς: η καθολική δικαιολόγηση της βίας λόγω εκτάκτων συνθηκών είναι υποκριτική. Γιατί το πρόβλημα (απλό αλλά μόνο σποραδικά ομολογημένο), και ιδιαίτερα όσο ζούσαμε το «προοδευτικό» ψεύτισμα της Μεταπολίτευσης, ρίζωσε και εξελίχθηκε ανάμεσα σε ασκήσεις ευφημισμού και ψευδωνυμίας. Το κανακέψαμε ως «επετειακή πορεία», το παραφράσαμε ως «κατάληψη», το δοξολογήσαμε, και ύστερα το αφήσαμε να κακοφορμίσει, ως «πανεπιστημιακό άσυλο».